© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΓΕΥΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ Eisenstadt κ. Ägidius Zsifkovics] (στα ελληνικά και γερμανικά)


Πρόποσις
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὸ Γεῦμα τοῦ Ἐπισκόπου Eisenstadt
κ. Ägidius Zsifkovics
(11 Νοεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε καὶ ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Σεβασμιώτατε Ἐπίσκοπε Eisenstadt κύριε Ägidius Zsifkovics,
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

Ἐπισκεπτόμενοι τὴν πόλιν ὑμῶν κατὰ τὴν ἑόρτιον ταύτην ἡμέραν καὶ παριστάμενοι εἰς τὸν ἑορτασμὸν τοῦ πολιούχου αὐτῆς ἁγίου Μαρτίνου, ἀσμένως ἐδέχθημεν τὴν εὐγενῆ καὶ φιλόφρονα πρόσκλησιν τῆς ὑμετέρας Σεβασμιότητος ὅπως παρακαθήσωμεν μετὰ τῆς τιμίας ἡμῶν συνοδείας εἰς τὸ εὐγενῶς προσφερόμενον ὑφ᾽ ὑμῶν ἄριστον.

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἀπὸ καρδίας διὰ τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐπικοινωνίας μαζί σας, τοῦ Ἐπισκόπου τῶν πιστῶν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς μικρᾶς ἀλλ᾽ ἱστορικῆς πόλεως τοῦ Eisenstadt, μιᾶς πόλεως μὲ μακρὰν ἱστορικὴν διαδρομὴν καὶ προσφορὰν εἰς τὰς τέχνας καὶ τὸν πολιτισμόν, τῆς πόλεως δύο κορυφαίων συνθετῶν, τοῦ Joseph Haydn καὶ τοῦ Franz Liszt, τῆς πόλεως ἡ ὁποία δικαίως καυχᾶται ὅτι εἶναι klein, aber fein. Διότι ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τῶν πόλεων δὲν μετρᾶται ἀσφαλῶς μὲ τὴν ἔκτασιν ἢ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων ἀλλὰ μὲ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν προσφορὰν αὐτῶν εἰς τὸν κόσμον καὶ τὸν πολιτισμόν. Καὶ σεῖς μὲν δύνασθε ἀναμφιβόλως νὰ καυχᾶσθε δι᾽ ἀμφότερα, ἡμεῖς δὲ ἐπισκεπτόμενοι αὐτὴν ἔχομεν τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσωμεν καὶ θαυμάσωμεν τὸ λαμπρὸν ἱστορικὸν αὐτῆς παρελθὸν ἀποτετυπωμένον εἰς τὴν κομψότητα καὶ τὸ κάλλος τῶν ἱερῶν ναῶν καὶ τῶν ἱστορικῶν αὐτῆς κτηρίων, ἓν τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ Δημαρχιακὸν Μέγαρον. Αἱ εἰς αὐτὸ ἀπεικονιζόμεναι ἀλληγορικῶς κεφαλαιώδεις, κατὰ τὸν ἀπόστολον Παῦλον (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13), ἀρεταὶ τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης, συμπληρούμεναι ἀφ᾽ ἑνὸς διὰ τῶν ἐπίσης ἀλληγορικῶς ἀπεικονιζομένων ἀρετῶν τῆς δικαιοσύνης, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐγκρατείας, καὶ συνδυαζόμεναι μετὰ τῶν διὰ τῶν βιβλικῶν σκηνῶν ἐκφραζομένων σοφίας, ἐν τῇ ἀποδόσει τῆς δικαιοσύνης, ὡς αὐτῆς τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος, ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα, ὡς αὐτῆς τῆς Ἰουδήθ, καὶ ἐπιλογῆς τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἔναντι τῶν κατὰ κόσμον τιμῶν, ἀντιπροσωπεύουν ἀσφαλῶς τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ ἰδανικά, βάσει τῶν ὁποίων ἐπορεύθησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας οἱ κάτοικοι τῆς πόλεώς σας, ὥστε νὰ ἀνθέξουν εἰς τὰς ὄχι πάντοτε εὐχαρίστους ἱστορικὰς συγκυρίας καὶ νὰ προοδεύσουν ἐπ᾽ ἀγαθῷ. Αἱ ἀπεικονίσεις αὗται, εὑρισκόμεναι ἐντὸς ἑνὸς οὐχὶ ἐκκλησιαστικοῦ κτηρίου καταδεικνύουν τὴν ἀναπτυχθεῖσαν καὶ μέχρι σήμερον ὑφισταμένην ἀγαστὴν συνεργασίαν μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, ὡς ἀποδεικνύεται ἱστορικῶς, ἔχει ὠφελήσει τὰ μέγιστα τὸν ἄνθρωπον διαχρονικῶς, καθὼς Πολιτεία καὶ Ἐκκλησία καλοῦνται νὰ διακονήσουν τὸν ἴδιον ἄνθρωπον, ἐκ διαφόρου βεβαίως σκοπιᾶς, ἡ δὲ ἀποτελεσματικότης τῶν προσπαθειῶν ἀμφοτέρων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς συμπορείας αὐτῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς διαστάσεως.

Εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι τὰς αὐτὰς ἀρετὰς ἔχουν ὡς ὁδηγὸν εἰς τὴν ζωήν των καὶ οἱ σύγχρονοι κάτοικοι τῆς πόλεως τοὺς ὁποίους ἔχετε τὴν εὐθύνην νὰ ποιμαίνητε∙ ἡ δὲ πόλις, ὡς μετὰ χαρᾶς πληροφορούμεθα, συνδυάζει ἄριστα τὸ ἱστορικὸν παρελθὸν αὐτῆς πρὸς ὑποδομὰς ἀνταποκρινομένας εἰς τὰς πλέον συγχρόνους ἀπαιτήσεις τῶν κατοίκων της, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν ἀποξένωσιν τὴν ὁποίαν αὕτη ἐνίοτε προκαλεῖ, διατηροῦν τὴν αὐτὴν ἐγκαρδιότητα τόσον ἔναντι τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν ὅσον καὶ ἔναντι τῶν ἐπισκεπτῶν τῆς πόλεώς των καὶ παντὸς ἀνθρώπου.

Ἡ τοιαύτη ἐγκαρδιότης καὶ ἀγάπη τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ἐξεφράσθη πρὸ ὀλίγου καὶ διὰ τῆς προσφορᾶς σας πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον Ἱερὰν Μητρόπολιν Αὐστρίας οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Ὀρθοδόξου Ἱερᾶς Μονῆς, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αἰτίαν μεγάλης χαρᾶς δι᾽ ἅπαντας ἡμᾶς, καθὼς προσβλέπομεν εἰς τὴν δι᾽ αὐτῆς ἐνίσχυσιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καὶ μετὰ τῆς ἱστορικῆς πόλεώς σας. Πεπείσμεθα δὲ ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐνισχύσεως τῶν σχέσεων καὶ τῆς ἀλληλοκατανοήσεως μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ὁ κόσμος καὶ νὰ μὴ παρασυρθῇ ὑπὸ ἀκραίων καὶ φανατικῶν, διακηρυσσόντων ἀντὶ τῆς ἀγάπης τὸ μίσος ἔναντι τοῦ ἄλλου, ὡς ἐσχάτως μετὰ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἀκούομεν νὰ συμβαίνῃ ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ καὶ ἀλλαχοῦ.

Κατακλείοντες, εὐχαριστοῦμεν διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα διὰ τὴν εὐγενῆ φιλοξενίαν καὶ τὰ αἰσθήματα τιμῆς καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα καὶ τὸ Οἰκουμενικόν μας Πατριαρχεῖον καὶ ὑψοῦντες τὸ κύπελλον προπίνομεν ὑπὲρ ὑγείας καὶ ἐνισχύσεώς σας ἐν τῇ ἐπιτελέσει τῆς διακονίας σας καὶ προόδου πάντων τῶν εὐγενῶν χριστιανῶν τῆς Ἐπισκοπῆς σας.

*          *          * 

Grußworte Seiner Allheiligkeit des
Ökumenischen Patriarchen Bartholomaios
aus Anlaß des Mittagessens Seiner Exzellenz des 
Bischofs Ägidius Zsifkovics von Eisenstadt 
(11. November 2014)


Geliebter Bruder in Christus, Mitzelebrant und hochwürdigster Metropolit Arsenios von Austria,
Eure Exzellenz, Bischof Ägidius, lieber Bruder im Herrn,
Eure Exzellenz, hochwürdigster Herr Nuntius Zurbriggen,
Eminenzen, hochwürdigste Brüder in Christus,
Sehr geehrte Damen und Herren,

Wir haben Ihre Stadt an diesem Feiertag besucht und am Fest von deren Schutzheiligen, dem Heiligen Martin, teilgenommen, indem Wir die freundliche und nächstenliebende Einladung Eurer Exzellenz empfangen haben, um mit Unserer Begleitung dem von Ihnen mit Höflichkeit dargebrachten Mahle beizuwohnen.

Wir danken Ihnen von Herzen für die Güte der Gemeinschaft mit Ihnen, dem Bischof der Gläubigen der römisch-katholischen Kirche, in dieser kleinen, aber historischen Stadt Eisenstadt, einer Stadt mit einer langen geschichtlichen Tradition und mit einem beachtlichen Beitrag zu Kunst und Kultur. Diese Stadt ist der Wirkungsort zweier musikalischer Koryphäen, Joseph Haydn und Franz Liszt, sodaß für sie der Spruch „klein, aber fein“ zurecht Gültigkeit hat. 

Der Wert und die Bedeutung von Städten nämlich bemißt sich nicht nach deren Größe oder nach deren Anzahl an Einwohnern, sondern nach deren Geschichte und deren Beitrag für diese Welt und für die Kultur eines Landes.

Und so haben Wir heute die Möglichkeit, diese Ihre Stadt zu besichtigen und deren hell strahlende Vergangenheit zu bewundern, welche sich in der Schönheit der heiligen Kirchen und der altehrwürdigen Gebäude widerspiegelt, zu welchen auch Ihr Bischöflicher Hof zählt.

In Anlehnung an den ersten Brief an die Korinther des Heiligen Apostels Paulus (Kapitel 13), in dem die Tugenden des Glaubens, der Hoffnung und der Liebe genannt werden, und unter Hinzufügung der Tugenden der Gerechtigkeit, der Weisheit und der Enthaltsamkeit, welche allesamt verbunden werden durch die Göttliche Weisheit des biblischen Wortes, welches von der Gerechtigkeit zeugt, wie es diejenige des weisen Salomon war, und von der Liebe zur Heimat, wie sie von Judith gelebt wurde, und durch die bewußte Wahl der Weisheit und der Erkenntnis manifestieren sich Tugenden und Ideale, auf deren Basis die Bewohner Ihrer Stadt und Ihrer Diözese durch die Jahrhunderte gewandelt sind, darin auch in weniger fröhlichen historischen Umständen standhaft blieben und zum Guten gestrebt sind.

Wir sind sicher, daß die jetzigen Bewohner der Stadt und Ihrer Diözese dieselben Tugenden als Führer durch ihre Leben besitzen, für welche Sie, Eure Exzellenz, die Verantwortung haben, sie als guter Hirte zu leiten und zu betreuen.

Der Festtag des Heiligen Martin in Eisenstadt hat Uns vor Augen geführt, daß Ihre Diözese dem Vorbild dieses großen Heiligen würdevoll folgt und eine aufrichtige Herzlichkeit gegenüber Besuchern der Stadt und gegenüber jedem Menschen besitzt. 

Diese Herzlichkeit und Liebe der Christen Ihrer Diözese wurde vor kurzem durch Ihr Geschenk eines Grundstücks an die Orthodoxe Metropolis von Austria zum Ausdruck gebracht, auf welchem ein orthodoxes Kloster entstehen wird. Dies ist ein Ereignis, welches uns alle mit großer Freude erfüllt, weil Wir darin eine Stärkung der Beziehungen zwischen unseren beiden Kirchen erkennen. 

Wir sind davon überzeugt, daß es nur durch die Stärkung der Beziehungen unter den Menschen und einer gegenseitigen Verständigung möglich sein wird, daß die Welt sich entwickelt und nicht in den Abgrund gerissen wird durch Fanatiker, welche statt der Liebe den Haß gegenüber dem anderen verkünden, wie Wir es leider mit großer Trauer und schweren Herzens vernehmen, daß es im Mittleren Osten und anderswo geschieht.

Unsere gemeinsame Aufgabe besteht ohne Zweifel darin, für den Frieden auf dieser Welt einzutreten und in diesem Sinne die Einheit der Kirchen nach Kräften zu fördern.

Schließlich möchten Wir nochmals Eurer Exzellenz für die würdevolle Gastfreundschaft und die tiefempfundene Ehrerbietung und Liebe gegenüber Uns und dem Ökumenischen Patriarchat danken. Wir erheben also Unser Glas, um auf Ihre Gesundheit und auf Ihre Stärkung in der Bewältigung Ihrer pastoralen Aufgaben sowie auf die Entfaltung der guten und edlen Christen Ihrer Diözese anzustoßen.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ EISENSTAGT] (στα ελληνικά και γερμανικά)

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
μετὰ τὸ πέρας τῆς Ἑορτίου Ρωμαιοκαθολικῆς
Θείας Λειτουργίας ἐπί τῇ Μνήμῃ
τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου Eisenstadt
(11 Νοεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε, Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου,
Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοὶ συνεπίσκοποι,
Σεβασμιώτατε Ἐπίσκοπε τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας κύριε Ägidius Zsifkovics,
Ἐντιμότατε κύριε......, Δήμαρχε τῆς ἱστορικῆς ταύτης πόλεως τοῦ Eisenstadt,
Ἐντιμότατοι καὶ ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ, πάντες οἱ παρακολουθοῦντες τὴν ἱερὰν ταύτην ἀκολουθίαν,

Χαιρόμεθα διότι παρέχεται σήμερον εἰς ἡμᾶς ἡ δυνατότης παρουσίας εἰς τὴν πόλιν σας, κατὰ τὴν ἑόρτιον ἡμέραν ταύτην, τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, προστάτου καὶ πολιούχου σας, εὐφροσύνως διαπιστοῦντας τὸ φιλοπρόοδον τῶν κατοίκων καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἰδιαιτέρας φυσιογνωμίας αὐτῆς.

Χαιρόμεθα διότι ἡ παρουσία μας ἐνταῦθα συμπίπτει πρὸς τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, ἑνὸς ἐκ τῶν σημαντικωτέρων Ἁγίων τῆς ἑνιαίας Ἐκκλησίας τῆς πρώτης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας καὶ μιᾶς ἐκ τῶν ἀξιολογωτέρων μορφῶν τῆς χριστιανικῆς Δύσεως. Ἡ προσφορὰ αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐπισκοπήν του, αὐτὴν τῆς Τουρώνης (Tour), πρὸς ὁλόκληρον τὴν Γαλατίαν (σημερινὴν Γαλλίαν) ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Δύσιν ἅπασαν κρίνεται καὶ εἶναι ἀνεκτίμητος.

Εἰς τὸν Ἅγιον Μαρτῖνον οἱ κάτοικοι τῆς Ἐπισκοπῆς του ἐν Τουρώνῃ ὤφειλον, καὶ ὀφείλουν μέχρι σήμερον, τὴν χριστιανικὴν ταυτότητά των, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἰσαποστόλου ὁ ὁποῖος μὲ τὰς ποιμαντικὰς περιοδείας του ἐπέτυχε τὴν μεταστροφὴν αὐτῶν εἰς τὸν Χριστιανισμόν. Διὰ τοῦτο ὁ μέγας ἱεράρχης τῆς Τουρώνης τιμᾶται εἰς τὴν Δύσιν μὲ πλῆθος Ναῶν, τὸ δὲ ὄνομα αὐτοῦ τυγχάνει ἓν ἐκ τῶν πλέον συνηθισμένων βαπτιστικῶν ὀνομάτων εἰς τοὺς λαούς της, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔχουν προστάτην καὶ μεσίτην πρὸς τὸν Θεόν.

Ὁ Ἅγιος Μαρτῖνος, κατηχούμενος εἰσέτι, ἐνδύων τὸν πτωχὸν μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ στρατιωτικοῦ μανδύου του, ἠξιώθη θεοπτίας, δηλαδὴ τῆς θέας τοῦ παγκάλλου προσώπου Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος εἶπεν: «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄, 40-41). Ἔκτοτε θὰ ἐνέδυεν ὁ ἴδιος πλειάδα συνανθρώπων αὐτοῦ μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καὶ τοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ χριστιανικὴ πίστις διὰ τοῦ βαπτίσματος. Καὶ ὄχι μόνον μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ ὕδατος ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας, καθ᾿ ὅσον ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος οὗτος ἔθεσε τὰς βάσεις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μοναχισμοῦ εἰς τὴν Δύσιν, βιώσας καὶ ὁ ἴδιος τὴν «ἀγγελικὴν πολιτείαν» ὡς μοναχὸς καὶ κτίτωρ τῆς Μονῆς Μαρμουτιὲ (Marmoutier). Κατὰ τὰς μαρτυρίας τοῦ βιογράφου του, ὁ Ἅγιος Μαρτῖνος πάντοτε προσηύχετο (semper orabat), ἐκτελῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», καὶ εἶχε τὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας του συνεχῶς ἐστραμμένα πρὸς τὸν οὐρανὸν (animus caelo semper intentus), ὅπερ ἀποτελεῖ στοιχεῖον τῆς μυστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, λοιπόν, ἀποκτᾷ ἰδιαιτέραν σημασίαν: 

Σήμερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμην τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Μηνᾶ, Βίκτωρος καὶ Βικεντίου καὶ Στεφανίδος, καθὼς καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὁ ὁποῖος «παιδιόθεν τὸν ἐνάρετον βίον ἑλόμενος, γράμμασιν ἐκπαιδεύεται καὶ εἰς τὸ ἀκρότατον ὕψος τῆς γνώσεως ἀνήχθη... πᾶσαν δὲ ἰδέαν ἀρετῆς κατορθώσας, χρίσματος καὶ ἱερωσύνης» (πρβλ. Συναξαριστὴν αὐτοῦ) ἀξιοῦται καὶ τῆς ὁμολογίας.

Οἱ Ἅγιοι Μηνᾶς, Βίκτωρ καὶ Βικέντιος καὶ ἡ Στεφανὶς διὰ τοῦ μαρτυρίου «θυμὸν ἀρχόντων μὴ δειλιάσαντες», ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διὰ τῆς ὁμολογίας «ἐν θεωρίαις πρακτικός, ἐν πράξεσι θεολόγος, ἀσκητὴς διδακτικός, ἱερομάρτυς ἔνδοξος, Ὀρθοδοξίας στῦλος, τῆς Ἐκκλησίας ἑδραίωμα» καὶ ὁ Ἅγιος Μαρτῖνος «διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως» ἀποτελοῦν γέφυραν μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, κοινὴν πνευματικὴν κληρονομίαν εἰς τὴν κοινὴν οἰκουμενικὴν πορείαν μας.

Ἐντὸς ἀσφαλῶς τοῦ πλαισίου τούτου στροφῆς πρὸς τὴν κοινὴν πνευματικὴν παράδοσιν τῶν δύο κόσμων, Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἐντάσσεται καὶ ἡ σημερινὴ προσπάθεια προσεγγίσεως αὐτῶν. Ἡ συνεργασία καὶ ὁ διάλογος ἡμῶν ἀγάπης καὶ ἀληθείας μετὰ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναπτυχθῆ κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας, δημιουργοῦν καλλιτέρας προϋποθέσεις διὰ τὴν βαθυτέραν ἀλληλογνωριμίαν καὶ προσέγγισιν ὅλων τῶν χριστιανῶν μεταξύ των καὶ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναφυομένων συγχρόνων προβλημάτων, ὡς ἐπὶ παραδείγματι τῶν διώξεων τὰς ὁποίας ὑφίστανται ἅπαντες οἱ χριστιανοί, ἀνεξαρτήτως δόγματος, ἐν Μέσῃ κυρίως Ἀνατολῇ ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης, παρὰ τὴν φαινομενικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σεβασμοῦ τῶν λεγομένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν, τῆς ταυτότητος δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, λόγῳ τῆς ἀλογίστου ἐξάψεως τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τῶν παθῶν τῆς ἀφιλαδελφίας καὶ ἐκδικήσεως, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.

Εἶναι δὲ αἱ εὐθῦναι ἡμῶν ὡς χριστιανῶν λίαν ὑψηλαί, διότι ὀφείλομεν τὸν παλαιὸν οἶνον τῆς πίστεως νὰ τὸν μεταγγίσωμεν εἰς τοὺς συγχρόνους ἀσκοὺς τοῦ ἀγωνιῶντος λαοῦ τοῦ Θεοῦ, βαρυνομένου ὑπὸ πλήθους προβλημάτων καὶ καθημερινῶν δυσκολιῶν παντὸς ἐπιπέδου. 

Ἐν τῷ πλαισίῳ δὲ τούτῳ τῆς προσπαθείας ἀλληλοκατανοήσεως καὶ καλλιεργείας τῶν σχέσεων ἐντάσσεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ λίαν εὐχαρίστως γενομένη, ὡς μαρτυρία καὶ ὁμολογία καὶ ἱεραποστολὴ σύγχρονος τῆς δωρεᾶς πρὸς ἡμᾶς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνεργοῦντος κατὰ τὸ Αὐτοῦ Θέλημα, παραχώρησις ὑπὸ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας οἰκοπέδου εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἱερὰν Μητρόπολιν Αὐστρίας, δηλαδὴ εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, διὰ τὴν οἰκοδόμησιν Ὀρθοδόξου Ἱερᾶς Μονῆς. Ὀφείλονται θερμαὶ εὐχαριστίαι εἰς τὴν ὑμετέραν Σεβασμιότητα, τὸν ἀγαπητὸν Ἐπίσκοπον Εisenstadt κύριον Ägidius, ὁ ὁποῖος κατανοεῖ τὴν σημασίαν τῆς συστάσεως καὶ ὑπάρξεως μιᾶς τοιαύτης Μονῆς, προκειμένου νὰ συνεχισθῇ ἡ ἰδία ἐκείνη προσευχητικὴ καὶ μυστικὴ ζωή, τὴν ὁποίαν ἔζησεν ὁ προστάτης τῆς πόλεώς σας Ἅγιος Μαρτῖνος καὶ ἡ ὁποία τὸν ἠξίωσε νὰ ἐπιτελέσῃ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα θαύματα, νὰ καταπλήξῃ ἀνθρώπους, ἀγγέλους καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας. Ὡσαύτως, εὐχαριστοῦμεν θερμῶς καὶ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐνορίαν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία παρέσχε τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς διὰ τὴν ἐν λόγῳ παραχώρησιν καὶ ἐκ καρδίας εὐχόμεθα ὅπως ὁ κοινὸς προστάτης αὐτῆς καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἀνταποδίδῃ πλούσιον τὸν μισθὸν τῆς ἀγάπης αὐτῆς, διαφυλάττων τοὺς ἐνταῦθα χριστιανοὺς ἀπὸ παντὸς κινδύνου.

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

Ἡμεῖς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καὶ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἐρχόμενοι πρὸς ὑμᾶς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, μιᾶς πόλεως ἥτις ἐπὶ μίαν χιλιετηρίδα καὶ πλέον ἀπετέλεσε τὴν καρδίαν τοῦ παγκοσμίου τότε γίγνεσθαι, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸν λόγον περὶ μαρτυρίου καὶ ὁμολογίας καὶ ἀπὸ μιᾶς ἑτέρας, διαφόρου, σκοπιᾶς: Ὅτι δηλαδὴ τὸν ἠθικόν, θρησκευτικόν, πνευματικόν καὶ ποιμαντικὸν ρόλον μαρτυρίας καὶ ὁμολογίας τῆς ταυτότητός της προβάλλει μέχρι σήμερον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ κυρίως καὶ πρωτίστως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον παγκοσμίως διὰ τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων αὐτοῦ. 

Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, ἐξ ἑτέρου, πέραν τῆς εὐθύνης αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἑνότητος καὶ τῆς εὐσταθείας τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μεριμνᾷ ὥστε ὁ πλοῦτος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, παραδόσεως καὶ πνευματικότητος νὰ γίγνηται κτῆμα κοινὸν ὅσον γίνεται περισσοτέρων ἀνθρώπων ἀνὰ τὴν οἰκουμένην, πιστεύουσα ὅτι τοιουτοτρόπως συμβάλλει θετικῶς, πέραν τῶν ἄλλων εὐεργεσιῶν, καὶ εἰς τὴν ἐπικράτησιν κλίματος καταλλαγῆς καὶ συνεργασίας μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν αὐτῶν, ἰδίᾳ μετὰ τῶν ἀδελφῶν ρωμαιοκαθολικῶν χριστιανῶν, κλίματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρωπότης ἔχει τόσον μεγάλην ἀνάγκην σήμερον, ἂν ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν ἡ ἀπογοήτευσις -διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν ἡ ἀπόγνωσις εἰς πολλὰς περιπτώσεις-, ἡ ἀγωνία καὶ ὁ πόνος τῶν πασχόντων ἀνθρώπων, ὡς εἴμεθα καθημερινῶς θεαταὶ εἰς τὰς ὀθόνας τῆς τηλεοράσεως, λόγῳ τῶν σκληρῶν συγκρούσεων παγκοσμίως, αἱ βάσεις τῶν ὁποίων εἶναι κυρίως πνευματικαὶ καὶ θρησκευτικαὶ καὶ ἠθικαί.

Κατατονεῖτε, ἀδελφοί, ὅτι ἡ θέσις ἐν τῇ παγκοσμίῳ Ὀρθοδοξίᾳ, τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, ὅπως καὶ τοῦ Προκαθημένου τῆς σεβασμίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης ἀδελφοῦ Πάπα Φραγκίσκου καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν καὶ θρησκευτικῶν λειτουργῶν, εἶναι τόσον καιρία καὶ καθίσταται ὁσημέραι πολυευθυνοτέρα, ὑπὸ τὰς συνθήκας τῶν συγχρόνων καιρῶν κατὰ τοὺς ὁποίους «κατελύθησαν μὲν αἱ γεωγραφικαὶ ἀποστάσεις», «ἐψύγη ὅμως ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν», διὸ καὶ ἀπαιτεῖται ἐγρήγορσις, σύνεσις καὶ σοφία Θεοῦ, ὥστε ἡ θέσις καὶ ἡ εὐθύνη ἡμῶν νὰ εἶναι μαρτυρία καὶ ὁμολογία, ἐνεργούμεναι διὰ τῶν ὅπλων τῆς ἀληθείας, ὥστε νὰ κηρύττωμεν Χριστὸν τὸν Θεόν, σαρκὶ ἐλθόντα εἰς τὸν κόσμον, θεανθρωπίνως ἐργασθέντα καὶ σώσαντα τὸν κόσμον, «πληρώσαντα τὴν ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ» (πρβλ. Κοντάκιον ἑορτῆς Θείας Ἀναλήψεως), ἑνώσαντα τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια, ἀναληφθέντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ καταπέμψαντα εἰς ἡμᾶς τὸ Παράκλητον Πνεῦμα διὰ νὰ μᾶς ὁδηγῇ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν», ὄχι βεβαίως κατὰ τὴν ἡμετέραν πεπερασμένην βουλὴν ἀλλὰ κατὰ τὴν προαιώνιον «βουλὴν τοῦ Κυρίου», ὅτε Γαβριὴλ ὁ Ἀρχάγγελος «τῶν οὐρανίων ἀψίδων καταπτὰς εἰς Ναζαρὲτ ἐπέστη πρὸς Παρθένον Μαρίαν βοῶν αὐτῇ συλλήψῃ Υἱὸν τοῦ Ἀδὰμ ἀρχαιότερον, τὸν ποιητὴν τῶν ἁπάντων καὶ λυτρωτὴν» (πρβλ. Αἴνους Ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου).

Ὅπως δηλαδὴ θὰ κηρύττουν χαρὰν καὶ ἀνάπαυσιν μὲ τὴν βιοτὴν καὶ πολιτείαν αὐτῶν καὶ οἱ μοναχοὶ τῆς ὑπὸ ἵδρυσιν Ὀρθοδόξου Μονῆς εἰς τὴν πόλιν ταύτην καὶ θὰ καταβάλλουν προσπαθείας διὰ τὴν διακονίαν παντὸς ἀνεξαιρέτως ἀνθρώπου, δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ, «εἰς ζωὴν» καὶ ὄχι «εἰς ἀπώλειαν».

Αὐτὴν τὴν θείαν χαρὰν τῆς ἀνακουφίσεως καὶ τῆς γαλήνης, τῆς ἐν ἀγάπῃ συνεργασίας καὶ ἀλληλοκατανοήσεως καὶ συγχρόνως πορείας διὰ τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀληθείας πρὸς τὴν ἑνότητα εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν, ὅταν ὁ Κύριος εὐδοκήσῃ, καταβάλλομεν προσπαθείας νὰ μεταφέρωμεν πρὸς τὸν κόσμον καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἡμεῖς ἐκ τῆς Νέας Ρώμης καὶ ὁ ἐρχόμενος πρὸς ἡμᾶς λίαν προσεχῶς εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὸ Φανὰριον, κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, θείᾳ βουλῇ κινούμενος ἀσφαλῶς, Ἁγιώτατος Πάπας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Φραγκῖσκος, ὁ ἁπλοῦς, ὁ ταπεινός! Τὸν ἀναμένομεν μετὰ χαρᾶς καὶ συγκινήσεως διὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν προσπάθειαν, τὸν ἀγῶνα, τὴν ἀγωνίαν, διὰ τὴν καταλλαγὴν καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πορείαν πρὸς τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν εἰς Μίαν κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὸ δόγμα Ἐκκλησίαν, ὡς ἐκείνην τῆς πρώτης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας. Καὶ εἴμεθα ἀποφασισμένοι, ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνος, συμπαριστάμενοι καὶ ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῶν ὅπου γῆς Ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν καὶ πιστῶν, νὰ συνεχίσωμεν ἄχρι τέλους τὴν καθαρῶς πνευματικὴν ἀποστολὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἱστάμενοι ἐνσυνειδήτως ἐπὶ τὸ πηδάλιον τῆς εὐθύνης τοῦ Κυρίου, ὡς ἐγνώκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν τὸν Χριστόν: ἀεὶ ἐσταυρωμένον καὶ ἀεὶ ἀνιστάμενον. Ἀεὶ εἰρηνοποιὸν καὶ ἀεὶ ἐνδυναμοῦντα. Ἀεὶ παρόντα καὶ ἀναπληροῦντα θαυμαστῶς τὰ ἀνθρώπινα ὑστερήματα ἡμῶν. Ἀεὶ συνέχοντα ἀδελφικῶς τοὺς εἰς Αὐτὸν βεβαπτισμένους καὶ ἀεὶ μεταμορφοῦντα ἡμᾶς ἐντεῦθεν εἰς υἱοὺς καὶ ἐργάτας τῆς ὑπὲρ ἀνθρωπίνην ἔννοιαν εἰρήνης. Καὶ ἡ ἱδρυομένη ἐπὶ τοῦ παραχωρουμένου οἰκοπέδου Ὀρθόδοξος Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αὐστρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου θὰ ἀποτελέσῃ ἀσφαλῶς λιθάριον ἐν Αὐστρίᾳ, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἑνότητος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν καὶ ἀγγελικὴν ἀξίωσιν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Ἀμήν.

*           *          * 

Predigt
Seiner Allheiligkeit
Des Ökumenischen Patriarchen
Bartholomaios
am Ende der Feier der Römisch-katholischen Messe
anlässlich des Gedenkens an den Heiligen Martin von Tours in Eisenstadt 
(11. November 2014)


Ehrwürdiger Metropolit von Austria Arsenios, Hirte der von Gott behüteten, heiligen Metropolie unseres Ökumenischen Patriarchates,
Eure Exzellenz, Bischof Ägidius, lieber Bruder im Herrn,
Ehrwürdige Eminenzen und Exzellenzen, heilige Brüder im Amte,
Geschätzter Herr Landeshauptmann, sehr geehrter Herr Bürgermeister dieser historischen Stadt, 
Geschätzte und Geliebte in Christus, Ihr alle, die diesem Gottesdienst beiwohnen,

Wir freuen uns, dass uns heute die Möglichkeit gegeben wird, hier, in Ihrer Stadt, anwesend zu sein. Nach unserer Teilnahme an dem heutigen Fest, des Gedenkens an den Heiligen Martin, den Beschützer und Patron Ihrer Stadt, sind wir voll Freude und haben Vertrauen und Zuversicht in den Fortschritt der Bevölkerung dieser Stadt und in den Fleiß der hiesigen Regierung für die Erhaltung des außergewöhnlichen Erscheinungsbildes Ihrer Stadt. 

Wir freuen uns auch, weil unsere Anwesenheit hier mit der Feier des Heiligen Martin zusammenfällt, einer der wichtigsten Heiligen der gesamten Kirche des ersten Jahrtausends und eine der bedeutendsten Persönlichkeiten des christlichen Westens. Sein Werk, das er an der Diözese von Tour tat, an ganz Galatien, dem heutigen Frankreich, aber auch am ganzen Westen, ist unschätzbar.

Die Bevölkerung seiner Diözese in Tour verdankten dem Heiligen Martin und verdanken ihm bis heute ihre christliche Identität, denn es handelte sich beim Heiligen Martin um einen Missionar, welcher mit seinen missionarischen Reisen die Bekehrung der Bevölkerung zum Christentum bewirkte. Deshalb wird dieser große Hierarch von Tour im Westen mit zahlreichen Kirchen geehrt und sein Name findet sich unter den beliebtesten Taufnamen in seinem Volk, welches ihn als Beschützer und Mittler zu Gott preist.

Der Heilige Martin bekleidete, noch als Katechumene, einen Bettler mit der Hälfte seines Umhanges und wurde daraufhin einer göttlichen Vision gewürdigt, des Anblicks des unbeschreiblich schönen Angesichtes des Herrn, der da sprach: “Was du dem Geringsten meiner Brüder getan hast, das hast du an mir getan” (Mt. 25, 40-41). Sodann bekleidete Martin selbst viele seiner Mitmenschen mit dem Gewand der Unvergänglichkeit und des Lichtes, welches der christliche Glaube durch die Taufe verleiht. Aber nicht nur durch die Taufe mit Wasser, sondern auch durch die Taufe der Umkehr wirkte dieser Heilige Bischof, da er die Grundlagen für die Entwicklung des Mönchtums im Westen legte, indem er selbst als Mönch und Erbauer des Klosters von Marmoutier das „engelsgleiche Leben” führte. Laut seiner Vita war der Heilige Martin stets im Gebet (semper orbat), wodurch er das Gebot “Betet ohne Unterlass!” erfüllte. Er hatte die Augen seiner Seele und seines Herzens stets gen Himmel gerichtet (animus caelo semper intentus), was ein Teil des mystischen Lebens in Christus ist. 

Der heutige Tag hat aber noch eine andere Bedeutung:

Heute gedenkt die Orthodoxe Kirche der Heiligen Märtyrer Minas, Viktor, Vincent und Stefanie, sowie unseres Heiligen Vaters und Bekenners Theodors des Studiten, welcher “von Kindheit an zum tugendhaften Leben erwählt, in der Heiligen Schrift erzogen und in höchstem Grade zur Erkenntnis emporgeführt worden war... der in jeder Form der Tugend gestärkt und gewürdigt wurde der Salbung und des Priestertums” (s. seine Heiligenvita im Synaxarion) und des Bekenntnisses.

Die Heiligen Minas, Viktor und Vincent, sowie die Heilige Stefanie, die durch das Martyrium “nicht die Wut der Herrschenden fürchteten”, zusammen mit dem Heiligen Theodor dem Studiten, welcher durch das Bekenntnis “ein Handelnder in der Theorie, in den Taten ein Theologe, ein fähiger Asket, gepriesener Erzmärtyrer, Säule der Orthodoxie, Grundfeste der Kirche” war, bilden mit dem Heiligen Martin, “wegen seiner Lehre und der mönchischen Askese”, eine Brücke zwischen Osten und Westen und ein gemeinsames geistliches Erbe auf unserem ökumenischen Weg.

In diesem Rahmen findet die Wende zu der gemeinsamen geistlichen Tradition zweier Welten statt – der Welt des Ostens und des Westens - und so soll auch der heutige Versuch ihrer Annäherung eingeordnet werden. Die  Zusammenarbeit und unser Dialog der Liebe und der Wahrheit mit der Römisch-katholischen Kirche, welcher sich in den letzten Jahrzehnten entwickelte, schafft beste Voraussetzungen sowohl für das gegenseitige Verständnis aller Christen und ihrer gegenseitigen Annäherung, als auch für die gemeinsame Bekämpfung der neu auftauchenden Probleme unserer Zeit. Ein Beispiel hierfür ist die Verfolgung, welche alle Christen - unabhängig vom Bekenntnis – erleiden, vor allem natürlich im Mittleren Osten, aber darüber hinaus auch auf der ganzen Welt. Trotz der scheinbaren Freiheit, der Entfaltung der Würde der sogenannten Menschenrechte, der Religionsfreiheit und der Identität des Menschen kommt es in den letzten Jahre zum irrationalen Aufkommen des religiösen Fanatismus, zu Intoleranz, zu Leiden auf Grund mangelnder Bruderliebe und zu Rachegelüsten. 

Unsere Verantwortung als Christen ist sehr groß, da wir es dem alten Wein des Glaubens schulden, diesen umzugießen in heutige Krüge des kämpfendes Volkes Gottes, welches von zahlreichen Problemen und alltägliche Schwierigkeiten aller Art erdrückt wird. 

In diesen Rahmen der Bemühungen um gegenseitiges Verständnis und Verbesserung der Beziehungen ordnet sich natürlich die mit großer Dankbarkeit verbundene Schenkung eines Grundstückes seitens der römisch-katholischen Kirche an die orthodoxe Metropolis von Austria, und damit an das Ökumenische Patriarchat, zur Errichtung eines orthodoxen Klosters ein; gleichsam als Zeugnis, Bekenntnis und Mission, entsprechend den Gaben an uns durch unseren Herrn Jesus Christus, der nach Seinem Heiligen Willen wirkt. 

Wir schulden Eurer Exzellenz, dem geliebten Bischof von Eisenstadt Ägidius, tiefsten Dank, da Sie die Wichtigkeit der Gründung und Existenz eines solchen Klosters zur Fortführung jenes mystischen und vom Gebet getragenen Lebens verstehen, welches bereits der Patron Ihrer Stadt, der Heilige Martin, führte und welches ihn würdigte, solch große Wunder zum Erstaunen der Menschen, der Engel und sogar der Dämonen zu vollbringen. In diesem Sinne bedanken wir uns herzlich auch bei der römisch-katholischen Gemeinde des Heiligen Andreas, welche für die besagte Schenkung ihre Zustimmung gab. Von Herzen wünschen wir, dass der gemeinsame Patron dieser Kirchengemeinde und des Ökumenischen Patriarchates, der Apostel Andreas, reichen Lohn für Ihre Liebe schenke, indem er die hiesigen Christen vor jeder Gefahr beschützen möge.

Geliebte Brüder und Schwestern in Christus,

Wir, der Erzbischof von Konstantinopel, dem Neuen Rom und Ökumenischer Patriarch, kommen zu Ihnen aus Konstantinopel, einer Stadt, welche seit mehr als einem Jahrtausend das Herz des Weltgeschehens darstellt. Wir wünschen, dass sich das Wissen vom  Martyrium und vom Bekenntnis des Glaubens sowie von einer anderen, unterschiedlichen, Sichtweise verbreitet: Dass nämlich die Orthodoxe Kirche bis heute die ethische, religiöse, geistliche und pastorale Rolle des Martyriums und des Bekenntnisses in ihrer Identität betont.

In erster Linie tut dies das Ökumenische Patriarchat auf der ganzen Welt im Wege seiner Heiligen Metropolien.

Die Kirche von Konstantinopel kümmert sich neben ihrer Verantwortung für die Einheit und Stabilität der orthodoxen Ortskirchen darum, dass der Reichtum des Orthodoxen Glaubens, der Tradition und der Spiritualität ein gemeinsames Erbe für immer mehr Menschen auf der Welt wird. Sie ist überzeugt, dass sie, abgesehen von anderen Wohltaten, positiv dazu beiträgt, ein gutes Klima der Versöhnung und der Zusammenarbeit zwischen den Ortskirchen und deren religiösen Überzeugungen, genauso wie mit den Brüdern und Schwestern der römisch-katholischen Kirche zu schaffen, ein Klima, welches die Menschheit heute so sehr benötigt. Wenn wir die Enttäuschung– um nicht von Verzweiflung zu sprechen - sowie die Angst und den Schmerz der gepeinigten Menschen, welche aus den weltweiten Konflikten entspringen, ernst nehmen, die wir tagtäglich auf den Bildschirmen der Fernseher sehen können, so sind deren Ursachen vor allem geistlicher, religiöser und ethischer Natur.  

Versteht, Brüder und Schwestern im Herrn, dass meine Position in der weltweiten Orthodoxie, ebenso wie die des Vorstehers der ehrwürdigen Kirche von Rom, unseres Bruders Papst Franziskus und der anderen kirchlichen und religiösen Zelebranten, unter den Voraussetzungen der heutigen Zeit so entscheidend ist und jeden Tag verantwortungsvoller wird. In einer Zeit, in welcher “die geografischen Distanzen nicht mehr existieren” und “die Liebe der Meisten kalt geworden ist”, ist deswegen die Wachsamkeit, Besonnenheit und Weisheit Gottes notwendig. So sei unsere Position und Verantwortung ein Zeugnis und Bekenntnis, die durch die Waffe der Wahrheit verwirklicht werden, damit wir Christus, unseren Gott, verkünden, der im Fleische in die Welt gekommen ist, gottmenschlich wirkte und die Welt rettete “indem er für uns Menschen den Heilsplan Gottes erfüllte.” Er vereinigte das Weltliche mit dem Himmlischen, fuhr in den Himmel auf und sandte uns den Paraklet, den Heiligen Geist, damit er uns “zur ganzen Wahrheit” führe - nicht nach unserem beschränkten Willen, sondern nach dem schon vor allen Zeiten dagewesenen “Ratschluss des Herrn”; als der Erzengel Gabriel „hinab kam von den Himmeln, nach Nazareth, um sich der Jungfrau Maria zu nahen und ihr zuzurufen, dass sie den Sohn, der vor Adam war, empfangen werde, den Schöpfer Aller und den Erlöser” (s. Hymnen des Festes der Verkündigung der Gottesgebärerin). Ebenso werden die Mönche des in der Gründung begriffenen Orthodoxen Klosters in Ihrer Region die Freude und Ruhe in der Gemeinschaft der Menschen des Burgenlandes verkünden und sie werden sich bemühen, durch ihre Diakonie jeden Menschen ohne Ausnahme als ein Geschöpf Gottes „zum Leben“ und nicht „zur Verdammnis“ zu führen. 

Auch wir aus dem Neuen Rom bemühen uns, der Welt und den Menschen diese göttliche Freude der Linderung, der Seelenruhe, der Zusammenarbeit in Liebe und des gegenseitigen Verständnisses zu überbringen und gleichzeitig den Weg des Dialoges der Liebe und der Wahrheit zu gehen, welcher, wenn der Herr es will, zur Einheit in einer Kirche führen wird. In gleicher Weise bemüht sich Seine Heiligkeit Papst Franziskus von Rom, der Einfache, der Demütige, welcher - von Gottes heiligem Willen bewegt - anlässlich des Festes des Thrones des Ökumenischen Patriarchates in Kürze zu uns nach Konstantinopel in den Phanar kommen wird. Wir erwarten ihn mit Freude und Rührung, um die Bemühungen, den Kampf und das Ringen um die Versöhnung und die Einheit des menschlichen Geschlechtes fortzusetzen, aber auch um den Weg zur Vereinigung unserer Kirchen zu einer Kirche zu bekräftigen, gemäß dem Glauben und dem Dogma der Kirche des ersten Jahrtausends. 

Wir sind beide fest entschlossen, unter den Bischöfen auf der Welt, den Klerikern und den Gläubigen zu verkünden und zu bekräftigen, dass wir diese geistliche Aufgabe der Kirche unverfälscht bis zum Ende fortführen werden, in vollem Bewusstsein am Steuer der Verantwortung des Herrn stehend, auf dass wir Christus preisen und bekennen: den allzeit Gekreuzigten, den allzeit Auferstandenen. Den allzeit Frieden Schaffenden und allzeit Kraft Gebenden. Den allzeit Anwesenden und auf wundersame Weise die menschlichen Verfehlungen auf sich Nehmenden. Den allzeit den in seinem Namen Getauften brüderlich Helfenden und allzeit uns zu Söhnen und Mitwirkenden des Friedens Verwandelnden zur Erringung der menschlichen Einheit. Das Kloster der Metropolis von Austria des Ökumenischen Patriarchates, welches auf dem geschenkten Grundstück gegründet wird, wird einen festen Grundstein in Österreich bilden, welcher zur Erreichung der Einheit des Leibes Christi beitragen wird, gemäß dem Ausspruch des Evangeliums und der Engel: “Ehre sei Gott in der Höhe und Frieden auf Erden, den Menschen Wohlgefallen”. Amen.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ Eisenstadt κ. Ägidius Zsifkovics ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΑΥΣΤΡΙΑ] (στα ελληνικά και γερμανικά)


Πρόποσις
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὸ Δεῖπνον τοῦ Ἐπισκόπου Eisenstadt
κ. Ägidius Zsifkovics εἰς τὴν Κάτω Αὐστρίαν
(10 Νοεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε καὶ ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Σεβασμιώτατε Ἐπίσκοπε Eisenstadt κύριε Ägidius Zsifkovics,
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

Ἰδόντες πρὸ ὀλίγου φῶς ἑσπερινὸν καὶ δοξάσαντες τὸν ἐν Τριάδι Θεὸν εἰς τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ οἰκοδομηθῇ χῶρος ἀενάου δοξολογίας Αὐτοῦ, τὸν ὑπὸ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας παραχωρηθέντα εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Αὐστρίας, δοξάζομεν Αὐτὸν καὶ πάλιν διὰ τὴν χαρὰν τῆς μεθ᾽ ὑμῶν προσωπικῆς συναντήσεως καὶ ἐπικοινωνίας τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνομεν κατὰ τὴν παροῦσαν ἑσπέραν εἰς τὸ κοινὸν τοῦτο δεῖπνον τῆς ἀγάπης.

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν εἰλικρινῶς καὶ ἐκ βάθους καρδίας διὰ τὴν εὐγενῆ πρόσκλησίν σας. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἔτι πλέον διὰ τὴν προσφορὰν τῆς ἀγάπης σας ἐκφραζομένης διὰ τῆς παραχωρήσεως οἰκοπέδου καταλλήλου πρὸς ἀνέγερσιν Ὀρθοδόξου Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αὐστρίας. 

Τὸ ἤρεμον καὶ γαλήνιον τοπίον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ φυσικὸν κάλλος τῆς περιοχῆς σας τοῦ Burgenland ἀποτελεῖ ἰδανικὸν περιβάλλον διὰ ψυχὰς ἀφιερωμένας εἰς τὸν Θεόν, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν προσευχήν. Πρὸς τούτοις, ἡ γεωγραφικὴ αὐτοῦ θέσις εἰς μίαν περιοχὴν μὲ μικρὸν ἀριθμὸν κατοίκων, ὡς καὶ ἡ εἰρηνικὴ συνύπαρξις ἐνταῦθα ἀνθρώπων διαφόρου ἐθνικῆς προελεύσεως, ἐναρμονίζεται ἄριστα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ἐπιδιωκούσης τὴν ἕνωσιν τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ξενιτείας καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ κόσμου, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἄνευ διακρίσεως -ἐθνικῆς ἢ ἄλλης-, ἐκδηλουμένης τόσον διὰ τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ προσευχῆς ὅσον καὶ διὰ τῆς μετ᾽ αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ κοινωνίας, κοινωνίας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίμησιν τοῦ προτύπου τῆς τελείας καὶ μακαρίας ζωῆς, τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θὰ ἀποβλέπῃ καὶ ἡ ἐνταῦθα ἐγκατασταθησομένη Ἀδελφότης τῆς ὑπὸ ἵδρυσιν Ἱερᾶς Μονῆς, διακονοῦσα τοὺς ἀνθρώπους καὶ διδοῦσα πᾶσι καὶ ἐν παντὶ τὴν μαρτυρίαν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης. Ζῶντες δὲ εἰς ἕνα κόσμον εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ψυχρανθῆ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν οὐχὶ μόνον διὰ τὸν Θεὸν ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔχει ὁδηγήσει εἰς θλιβερὰς συγκρούσεις καὶ ὀδυνηρὰς ἀντιπαραθέσεις τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαούς, ἔχομεν χρέος νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους τὴν μεγίστην ἀρετὴν τῆς ἀγάπης, τῆς ἐπιλυούσης πάντα τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα διὰ νὰ ἀποτελῇ αὕτη τὴν κινητήριον δύναμιν τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν μας ἀλλὰ καὶ τὸ εὐλογημένον περιβάλλον ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ζῶμεν καὶ θὰ κινούμεθα ἅπαντες.

Πρόγευσιν αὐτῆς τῆς ἐν ἀγάπῃ κοινωνίας λαμβάνομεν ἐν τῇ ἑσπερινῇ ταύτῃ τραπέζῃ, προεορτάζοντες τὴν μνήμην τοῦ προστάτου τῆς ἐπισκοπῆς σας ἁγίου Μαρτίνου τοῦ ἐλεήμονος, ὁ ὁποῖος ἐφήρμοσε τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ἂν καὶ ἦτο ἀκόμη κατηχούμενος, ὥστε ἔδωκε τὸ ἥμισυ τοῦ στρατιωτικοῦ αὐτοῦ μανδύου εἰς ἕνα γυμνὸν ἐπαίτην τὸν ὁποῖον τυχαίως συνήντησε προκειμένου νὰ ἐνδυθῇ, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὸν ἔπαινον τῆς πράξεώς του ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν.

Εὐχόμεθα δὲ ὅπως ἡ τοιαύτη ἀγάπη ἐνοικήσῃ εἰς τὰς καρδίας ἁπάντων τῶν ἀνθρώπων οὕτως ὥστε νὰ καταστῇ ὁ κόσμος «καλὸς λίαν», ὡς ἐπλάσθη ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ αὐτοῦ Θεοῦ. Καὶ ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως τῆς εὐχῆς ταύτης προπίνομεν εὐχαριστοῦντες ὑμᾶς διὰ τὴν πολλὴν ὑμῶν ἀγάπην.

*          *          * 

Ansprache
Seiner Allheiligkeit
des Ökumenischen Patriarchen
Bartholomaios
während des Abendessens mit dem Bischof von Eisenstadt
Ägidius Zsifkovics im Burgenland


Ehrwürdiger und geliebter Bruder in Christus und Konzelebrant Arsenios, Metropolit von Austria,
Eure Exzellenz, Bischof Ägidius, lieber Bruder im Herrn
Eminenzen, hochwürdigste Brüder in Christus,
Sehr geehrte Gäste,

Vor kurzem sahen wir das Abendlicht schwinden und priesen den dreifaltigen Gott an jener Stelle, an welchem ein Ort Seines immerwährenden Lobpreises entstehen soll. Jener Ort, der von der Römisch-katholischen Kirche an die Metropolis von Austria übergeben wird. Wir preisen den Herrn auch ob der Freude über unsere persönliche Begegnung und der Gemeinschaft, welche wir im Laufe des heutigen Abends und während des jetzigen gemeinsamen Mahles der Liebe genießen.
Für Ihre freundliche Einladung bedanken wir uns aufrichtig und aus tiefem Herzen. Des Weiteren danken wir Ihnen für Ihre Gabe der Liebe an die Metropolis von Austria, der Schenkung eines geeigneten Grundstückes zur Errichtung eines Orthodoxen Klosters.

Die dortige ebene und ruhige Gegend stellt in Eintracht mit der natürlichen Schönheit des Burgenlandes eine ideale Umgebung für die Seelen, die Gott, der Ruhe und dem Gebet geweiht sind dar. 

Dieser Ort der Abgeschiedenheit, der Ruhe und des Friedens zwischen den Menschen verschiedener Herkunft harmonisiert wunderbar mit den Zielen des monastischen Lebens, die Einheit mit Gott durch die Trennung von der Welt und durch die Vertiefung der Liebe zu den Mitmenschen wiederherzustellen, frei von nationalen oder anderen Überlegungen. Dieses wichtige Ziel wird durch das Gebet und die Liebe zum Anderen zum Ausdruck gebracht und ist eine Nachahmung des vollkommenen und heiligen Lebens der Heiligen Dreifaltigkeit. 

Mit diesem Ziel vor Augen wird auch die Bruderschaft des neu gegründeten Klosters arbeiten, indem sie den Menschen dient und ihnen in allem ein Zeugnis der Liebe in Christus gibt. Wir leben heute in einer Welt in welcher die Liebe der meisten Menschen abgekühlt ist - nicht nur die Liebe zu Gott, sondern auch zu den Mitmenschen. Dies ist eine Tatsache, welche die Völker und Länder in einen aufreibenden Konflikt und einen schmerzvollen Gegensatz geführt hat. Wir haben die Verpflichtung, uns selbst und die Anderen an die große Tugend der Liebe zu erinnern, welche alle Probleme der Menschheit lösen kann und dafür zu kämpfen, dass die Liebe zur Antriebskraft aller unserer Handlungen und unseres Wirkens wird, aber auch zur gesegnete Umgebung in welcher wir alle leben und uns bewegen.  

Wir haben während dieses abendlichen Mahles einen Vorgeschmack der Gemeinschaft in Liebe genossen, indem wir dem Patron Ihrer Diözese, des Heiligen Martin von Tours, gedacht haben. Der Heilige Martin hat das Gebot der Liebe in großer Tiefe verwirklicht - obgleich er noch Katechumene war - indem er die Hälfte seines Umhanges einem nackten Bettler gab, welchen er zufällig traf, und ihn kleidete, und so das Lob für seine Handlungen von Christus selbst hörte. 

Wir beten, dass diese Liebe Einzug halte in den Herzen aller Menschen, so dass die Welt in eine “sehr gute” verwandelt werde, wie sie von Gott, dem Schöpfer erschaffen wurde. Auf die Verwirklichung dieses Gebetes erheben wir unser Glas und danken Ihnen für Ihre große Liebe.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΝΑΟ HEILIGER ALFONS ΠΟΛΕΩΣ LEOBEN] (στα ελληνικά και γερμανικά)

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
μετὰ τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας
ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Heiliger Alfons τῆς Πόλεως Leoben
(9 Νοεμβρίου 2013)


Ἱερώτατε καὶ ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, εὐλογημένοι Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ τῆς ὡραίας Αὐστρίας,

Ἐντὸς τοῦ φανερουμένου καὶ εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἔχομεν τὴν χαρὰν νὰ ἱερουργῶμεν αὐτὸ σήμερον εἰς τὸν εὐγενῶς παραχωρηθέντα ὑπὸ τοῦ Τάγματος τῶν Redemptoristen εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Αὐστρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ναόν τοῦ Ἁγίου Ἀλφόνσου, διὰ τὰς λατρευτικὰς ἀνάγκας τῶν ὀρθοδόξων τῆς εὐλογημένης πόλεως Leoben καὶ τῆς πέριξ αὐτῆς περιοχῆς. Ἡ τοιαύτη δωρεὰ συμβάλλει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἑνότητος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς Αὐστρίας, διὰ τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν ἅπαντες οἱ διακονήσαντες τέσσαρες ἐνταῦθα Ἱεράρχαι ἀπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Ἀμασείας Γερμανοῦ Καραβαγγέλη μέχρι καὶ τῆς ὑμετέρας Ἱερότητος κύριε Ἀρσένιε, ὁμοῦ μετὰ πολλῶν ἄλλων πεφωτισμένων κληρικῶν Ὀρθοδόξων καὶ ρωμαιοκαθολικῶν τὸ δόγμα.

Αἱ καλλιεργηθεῖσαι ἀπὸ Ὀρθοδόξου καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς πλευρᾶς ἀγαθαὶ αὗται σχέσεις, εὗρον τὴν ἀπήχησίν των εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀειμνήστων Καρδιναλίου Franz König καὶ τῶν ἰθυνόντων τοῦ Ἱδρύματος «Pro Oriente», εἰς τὸ ὁποῖον ἠκούσθη πολλάκις ὁ Ὀρθόδοξος λόγος καὶ τὸ Ὀρθόδοξον κήρυγμα διὰ τῶν γνωστῶν ὁμιλιῶν τῶν ἀειμνήστων Μητροπολιτῶν Χαλκηδόνος Μελίτωνος καὶ Ἐφέσου Χρυσοστόμου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, πάλαι τε καὶ κατ᾿ αὐτάς, καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κυρίως διὰ τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καὶ συνεργασίας μετὰ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐν Αὐστρίᾳ χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, εἰς τὸ ὁποῖον κλῖμα συνεργασίας συμβάλλετε καὶ σεῖς προσωπικῶς, ἀδελφὲ ἅγιε Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε, συνεχίζοντες τὴν μακρὰν παράδοσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Ἀσφαλῶς, καρπὸς τοῦ κλίματος τούτου εἶναι καὶ ἡ παραχώρησις τοῦ Ναοῦ τούτου εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Αὐστρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅστις εὐχόμεθα ὅπως παραμείνῃ ἐσαεὶ κέντρον ἁγιασμοῦ καὶ σημεῖον ἑνότητος καὶ φανερώσεως τοῦ φωτός.

Ἡ σημασία καὶ αἱ διαστάσεις μιᾶς τοιαύτης δωρεᾶς διὰ τὴν ἡμετέραν Ἱερὰν Μητρόπολιν δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ ἀποτιμηθοῦν, καθότι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δὲν διαθέτει αὕτη ἐπαρκεῖς οἰκονομικοὺς πόρους διὰ τὴν ἐκ βάθρων ἀνέγερσιν νέων Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Ναῶν, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὁ Ναὸς κατέχει τὴν πλέον κεντρικὴν θέσιν εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην, κυρίως δὲ εἰς τὴν ζωὴν τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ὅπου γῆς. Οἱ Ἱεροὶ Ναοὶ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἶναι ὁ χῶρος ἔνθα ἐξαγιάζεται ὁ ἄνθρωπος, δεχόμενος τὰς ἀκτίστους ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠμέγα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι τόποι κοινῆς λατρείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τόποι συνάξεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος ἐν εὐχαριστίᾳ καὶ διὰ τῆς Εὐχαριστίας, ἤτοι τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς ζωὴν αἰώνιον, εἰς ἀπολογίαν εὐπρόσδεκτον ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Βήματος τοῦ Χριστοῦ• μὴ εἰς κρῖμα ἤ εἰς κατάκριμα» (Εὐχὴ Θείας Μεταλήψεως). Τόποι αἰσθήσεως τῆς κατὰ Χριστὸν ἀδελφοσύνης καὶ ἀδελφότητος. Τόποι εἰσόδου εἰς τὴν κατὰ Θεὸν ζωήν. Τόποι τελέσεως τῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Τόποι φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόποι προετοιμάζοντες τοὺς πολίτας διὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Τόποι συναντήσεως ζώντων καὶ κεκοιμημένων ἐν τῷ ἱερῷ δισκαρίῳ τῆς Προσκομιδῆς. Τόποι ἐκπλύσεως τῶν ἀνομιῶν διὰ τῆς ρίψεως τῶν μερίδων εἰς τὸ Ἅγιον Ποτήριον, εἰς τὸ ποτήριον τῆς ζωῆς. Τόποι ἀποκαλύψεως τοῦ ὄντως προορισμοῦ καὶ τῆς παρουσίας μας ἐπὶ τοῦ πλανήτου τούτου. Τόποι ἁγιασμοῦ τῆς ὑλικῆς κτίσεως. Τόποι, μὲ ἕνα λόγον, ἀποστολικοί, θυσιαστήρια ἐλέγχου συνειδήσεων καὶ φανερώσεως διὰ τοῦ ἐξιλασμοῦ τοῦ ἀληθινοῦ καὶ ἀνεσπέρου φωτός.

Τοῦτο σημαίνει κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν, ἐκφραζομένην παραστατικῶς ὑπὸ Κωνσταντίνου τοῦ Καλλινίκου (βλ. ὁ Χριστιανικὸς Ναὸς καὶ τὰ τελούμενα ἐν αὐτῷ), ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Ναὸς εἶναι χῶρος μετανοίας καὶ καθαρισμοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ σήμερον ἑορταζόμενος Ἅγιος Νεκτάριος, ἐπίσκοπος Πενταπόλεως ὁ θαυματουργός, ὁμολογεῖ ὅτι «ἡ μεγάλη ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ θεῖος αὐτῆς χαρακτὴρ ὑποχρεοῦσι τὰ μέλη αὐτῆς νὰ διατηρῶσιν αὐτὴν ἁγίαν καὶ ἄμωμον, μὴ ἔχουσαν σπῖλον ἢ ρυτίδα, ἤ τι τῶν τοιούτων, ὅπως καὶ ὡς νύμφη Χριστοῦ, ἠγαπημένη καὶ διὰ αἵματος Χριστοῦ κεκαθαρμένη ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος, καὶ ὡς ἔχουσα ἀποστολὴν νὰ ζυμώσῃ ὅλον τὸ φύραμα νὰ πληροῖ τὸν μέγαν αὐτῆς προορισμόν» (Μητροπολίτου Νεκταρίου Κεφαλᾶ, «Μελέτη περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς», Παράρτημα «περὶ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως», ἐν Ἀθήναις 1901, σελ. 217).

Ὁ θεοφόρος Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐν τῇ νήσῳ Αἰγίνῃ ᾠκοδόμησε ναὸν ἅγιον τῷ Κυρίῳ, καὶ μάνδραν καὶ τροφεῖον ψυχῶν πνευματικόν, εἰς εὐαρέστησιν Θεοῦ καὶ τῶν λογικῶν προβάτων, μᾶς ἀξιώνει κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης αὐτοῦ νὰ τελῶμεν τὴν πρώτην Θείαν Λειτουργίαν εἰς τὸν δωρηθέντα τοῦτον Ἱερὸν Ναὸν καὶ μᾶς καλεῖ νὰ λάβωμεν Φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως, «δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ» (Ἐφεσ. ε΄, 10-11).

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος ἐκοπίασε καὶ ἐμόχθησε καὶ εἰργάσατο ὡς ὁ καλὸς καὶ πιστὸς ἐργάτης τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Χριστοῦ, μᾶς καλεῖ, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἐργάτας, νὰ συγκοπιάσωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ποιμνίου. Ἐκεῖνος ἐκαλλιέργησε καὶ ἐπότισε τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀρδεύων αὐτὸ πρὸς ζωογονίαν μὲ τὰ καθαρὰ καὶ ψυχοτρόφα νάματα τῆς πράξει καὶ θεωρίᾳ διδασκαλίας αὐτοῦ, καὶ μὲ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα καὶ θαύματα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ καὶ μετὰ θάνατον δι᾿ αὐτοῦ.

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἐξ ἑτέρου, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἀναφέρεται εἰς τὴν φανέρωσιν καὶ αὐτὴ ἑνὸς θαύματος ζωῆς καὶ φωτός. Ὁ θάνατος, κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι σκότος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μᾶς ἠλευθέρωσεν ὁ Κύριος διὰ τοῦ φωτὸς τῆς ἀναστάσεώς Του. Τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς θυγατρὸς τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου, τὸ ὁποῖον ἐτέλεσεν «ὁ συνάναρχος Πατρὶ καὶ Πνεύματι» Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἁπλῶς μία πρόγευσις τῆς νίκης τοῦ φωτὸς ἐπὶ τοῦ σκότους. Ἐξουσιαστικῶς ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, μὲ μόνον τὸν λόγον αὐτοῦ: «ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λουκ. η΄ 54-55), κατ᾿ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν «ἔμπυρον ἁρματηλάτην» προφήτην Ἠλίαν κατὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας εἰς τὰ Σαρεφθᾶ, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς «ἐνεφύσησε τῷ παιδαρίῳ τρὶς καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτὸν» (Βασ. Γ΄ ιζ΄, 21).

Ὁ Κύριος διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας Του καὶ οἱ Ἀπόστολοί Του, οἱ Ἅγιοι καὶ Μάρτυρες, οἱ Ὁμολογηταὶ καὶ οἱ Δίκαιοι, οἱ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ Ἅγιος Νεκτάριος σήμερον, μᾶς καλοῦν νὰ ἀγωνισθῶμεν, ὥστε νὰ νικήσωμεν τὸν θάνατον ἐν τῇ θνητῇ ἡμῶν σαρκί, διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν Του καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ζωῆς νὰ γνωρίσωμεν τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως τῆς ψυχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς καλεῖ. Καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν μόνον ὅσον εἴμεθα ἐνδεδυμένοι τὸ σῶμα τοῦτο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Ἴδιος ἐφόρεσε, διότι «ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν θάνατον ἀδυνατεῖ νὰ κάμῃ τι ἔργον σωτηριῶδες καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν τοῦ Ἅδου ἀλύτων δεσμῶν», ὅπως χαρακτηριστικῶς γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἀλλὰ «μόνον αἱ θεῖαι λειτουργίαι, αἱ προσευχαὶ τῶν οἰκείων, τῶν δικαίων, αἱ ὑπὲρ αὐτῆς γινόμεναι καὶ αἱ ἐλεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας καὶ ἐλευθερίας ἀπὸ τῶν δεσμῶν τοῦ Ἅδου» (Βλ. Μητροπολίτου Νεκταρίου Κεφαλᾶ, «Μελέτη περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς», ἐν Ἀθήναις 1901, σελ. 196).

Εἰς τὸν παραχωρηθέντα Ὀρθόδοξον πλέον τοῦτον Ναόν, ἔνθα καθ᾿ ἑκάστην Κυριακὴν θὰ καταγγέλλεται ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, τὸ ἀνέσπερον Φῶς Του, δεόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν καὶ ἱκετεύομεν Ἐκεῖνον Ὅστις ὑπὲρ ἡμῶν κατῴκησεν εἰς τὸν τάφον καὶ συνηριθμήθη μετὰ τῶν νεκρῶν καὶ ἡτοίμασε δι᾿ ἡμᾶς τὴν ἀνάστασιν, νὰ συμποιμαίνῃ καὶ νὰ συνοδηγῇ πρὸς ζωηφόρους καὶ πνευματικὰς κατοικίας τὸ ποίμνιον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αὐστρίας, τὴν διαποίμανσιν τοῦ ὁποίου ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν ὑμετέραν ἀγαπητὴν Ἱερότητα, ἀδελφὲ Μητροπολῖτα κύριε Ἀρσένιε, καὶ σᾶς εὐχόμεθα εἰς τὴν διακονίαν καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα σας πλουσίαν τὴν παρὰ τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ ἐνίσχυσιν καὶ παραμυθίαν.

Δοξολογοῦντες, τέλος, τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Πίστεως ἡμῶν καὶ εὐχαριστοῦντες ἐγκαρδίως καὶ συγχαίροντες πάντας τοὺς συντελεστὰς τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἱεροῦ τούτου Ναοῦ, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, μὲ πρῶτον τὸν Γενικὸν Ἐπόπτην τοῦ Τάγματος τῶν Redemptoristen π. Lorenz Voith, εὐχόμεθα ὁ ναὸς αὐτὸς νὰ παραμένῃ ἀκατάσειστος, νὰ ἑτοιμάζῃ πολίτας τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ συντελῇ εἰς τὴν θέωσιν τῶν μελῶν τῆς δραστηρίου Κοινότητος ταύτης τοῦ Leoben, «λαλούντων ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾀδόντων καὶ ψαλλόντων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ» (πρβλ. Ἐφεσ. ε΄, 19-20).

Ἡ δὲ Χάρις καὶ ἡ Εὐλογία καὶ ὁ Φωτισμὸς τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Θεοῦ ἡμῶν, διὰ πρεσβειῶν τῶν θαυματουργῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, καὶ Μαρτίνου, Ἐπισκόπου Τουρώνης, εἴησαν μαζί σας, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ, «κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι» (Ἑβρ. γ΄, 1). Ἀμήν.

*          *          *

P R E D I G T
SEINER ALLHEILIGKEIT
DES ÖKUMENISCHEN PATRIARCHEN
BARTHOLOMAIOS
AM ENDE DER LITURGIE
IN DER KIRCHE DES HEILIGEN ALFONS IN LEOBEN
(9 November 2014)


Ehrwürdiger und geliebter Bruder in Christus und Konzelebrant, Metropolit von Austria Arsenios,
Eure Exzellenz, Bischof Egon Kapellari, lieber Bruder im Herrn
Eminenzen, hochwürdigste Brüder in Christus,
Ehrwürdige Brüder und Schwestern,
Geliebte Kinder im Herrn, gesegnete Christen des schönen Österreich,

Wir haben heute die große Freude, das offenbarte Mysterium der Göttlichen Eucharistie und das ewige Licht der Auferstehung Christi in der vom Orden der Redemptoristen an die Metropolis von Austria des Ökumenischen Patriarchates übergebenen Kirche des Heiligen Alfons zu feiern, um dem Bedürfnis nach dem Gebet der Orthodoxen in der Stadt Leoben und rings um die Stadt gerecht zu werden. Diese Gabe trägt zur Unterstützung der Einheit der Orthodoxen in Österreich bei, an welcher alle vier hier wirkenden Hierarchen, vom unvergesslichen Metropoliten Germanos Karavaggelis an bis zu unserem ehrwürdigen Metropoliten Arsenios, zusammen mit anderen erleuchteten orthodoxen und römisch-katholischen Klerikern, arbeiteten.

Diese guten Beziehungen sind von orthodoxer und römisch-katholischer Seite gepflegt worden, nachdem sie im Herzen des unvergesslichen Kardinals Franz König und der Verantwortlichen der Stiftung “Pro Oriente” Anklang fanden. Das orthodoxe Wort und die orthodoxe Verkündigung wurden damals wie heute in dieser Stiftung viele Male gehört - durch die bekannten Predigten der Metropoliten Meliton von Chalkedon und Chrysostomos von Ephesus, aber auch durch unsere Wenigkeit, und durch andere orthodoxe Kleriker und Laien. Vor allem aber wurde das Wort des Glaubens durch das friedliche Zusammenleben und -arbeiten zwischen den in Österreich lebenden christlichen Konfessionen gezeigt. Zu diesem Klima der Zusammenarbeit tragen auch Sie persönlich, lieber Bruder Arsenios von Austria, bei, indem Sie die große Tradition unseres Ökumenischen Patriarchates fortsetzen. Die Schenkung dieser Kirche an die Metropolis von Austria ist eine Frucht dieses Klimas und wir hoffen, dass diese Kirche für immer ein Zentrum der Heiligkeit, ein Zeichen der Einheit und ein Ort der Offenbarung des Lichtes bleibe.

Die symbolische Bedeutung und die Wichtigkeit einer solchen Schenkung für die Metropolis von Austria kann nicht hoch genug geschätzt werden, zum einen weil die Metropolis von Austria für die Errichtung neuer Kirchen nicht über ausreichende wirtschaftliche Mittel verfügt, und zum anderen weil diese Kirche, vor allem im Leben der Christen der Stadt Leoben, einen wichtigen Platz einnimmt. Die Gotteshäuser der Orthodoxen Kirche sind der Ort, an welchem der Mensch geheiligt wird, indem er die umgeschaffenen Energien Gottes annimmt. Sie sind das Alpha und das Omega für die Pflege des geistlichen Lebens. Es sind Orte des gemeinsamen Gebetes an den dreifaltigen Gott, Orte der Zusammenkunft der kirchlichen Gemeinschaft in der Eucharistie und führen durch die Eucharistie, vor allem durch den Empfang des Leibes und Blutes des Herrn, “zur Vergebung der Sünden, zum ewigen Leben, zur Rechtfertigung vor dem furchtgebietenden Richterstuhle Christi - nicht zum Gericht oder zur Verdammnis” (Gebet der Hl. Wandlung). Es sind Orte des brüderlichen Sinnes und der Bruderschaft in Christus, Orte des Zuganges zum Leben in Christus.

Orte der Vollendung des Mysteriums und der heiligen Gottesdienste, Orte der Erscheinung des Königreiches Gottes. Orte, welche ihre Bewohner für das himmlische Jerusalem vorbereiten, Orte, an denen sich die Lebenden und Toten im Gebet des Gottesdienstes treffen. Orte der Befreiung von den Vergehen durch das Blut Christi im Heiligen Kelch, dem Kelch des Lebens. Orte der Offenbarung des wirklich vorherbestimmten und unserer Anwesenheit auf diesem Planeten, Orte der Heiligung der Elemente der Schöpfung. In einem Wort: Apostolische Worte. Altäre, an denen das Gewissen geprüft wird, und Altäre der Offenbarung durch die Sühne des wahrhaftigen und des ewigen Lichtes.

Gemäß der orthodoxen Tradition bedeutet dies, wie Konstantinos Kallinikos es so treffend sagt, dass die Orthodoxe Kirche ein Ort der Umkehr und der Reinigung von den Verfehlungen ist. Der heute gefeierte Heilige Nektarios, Bischof von Pentapolis, der Wundertätige, bekennt dass “die große Sendung der Kirche und ihr göttlicher Charakter ihre Glieder dazu verpflichtet, die Kirche heilig und unbefleckt zu erhalten, ‘damit sie keine Flecken oder Runzel oder etwas dergleichen habe’, wie die Kirche auch als Bräutigam Christi geliebt und durch das Blut Christi gereinigt, heilig und unbefleckt sei, und die Sendung hat, den ganzen Teig zu formen und ihre große Bestimmung zu erfüllen.”

Der gotttragende heilige Nektarios, welcher selbst auf der Insel Ägina dem Herrn eine heilige Kirche baute, und Hof und geistliche Nahrung für die Seele, zur Erfreuung Gottes und der vernunftbegabten Schafe, würdigt uns an dem Tag seines Gedächtnisses, dass wir die erste Göttliche Liturgie in dieser uns geschenkten heiligen Kirche feiern dürfen und fordert uns auf, das Licht aus dem ewigen Licht der Auferstehung zu empfangen, “indem wir prüfen, was dem Herren wohlgefällig ist” (Eph. 5, 10-11).

Der heilige Nektarios, der sich mühte, schwer arbeitete und als ein guter und treuer Arbeiter am Weinberg des Herrn wirkte, ruft uns, die kirchlichen Arbeiter, dazu auf, dass wir uns zusammen mühen im Kampfe für die Pflege der Herde. Er selbst pflegte und tränkte die Fülle unserer Kirche, indem er sie bewässerte mit den reinen und die Seele ernährenden Quellen seiner Taten und seiner Lehren, und mit seinen heiligen Reliquien und den Wundern, welche Gott auch nach seinem Tod wirkte.

Die heutige Perikope des Evangeliums, liebe Brüder und Schwestern, bezieht sich auch auf die Offenbarung eines wunderhaften Lebens und Lichtes. Der Tod ist nach der Lehre unserer Kirche Finsternis, aus welcher der Herr uns durch das Licht seiner Auferstehung befreit hat. Das Wunder der Auferstehung der Tochter des Synagogenvorstehers Jairus, welches der “zeitlose Vater und Geist”, das Wort Gottes, unser Herr Jesus Christus, vollbrachte, ist ein Vorgeschmack des Sieges des Lichtes über die Finsternis. Mächtig war der Herr des Lebens und des Todes und machtvoll waren seine Worte: “Und er sagte zu ihr und rief: Mädchen, steh auf!” (Lk 8, 4-55). Im Gegensatz dazu legte sich der “im Flammenwagen stehende Wagenlenker”, der Prophet Elias, bei der Auferweckung des Sohnes der Witwe von Sarepta “drei Mal auf das Kind, rief den Herrn an und sprach: Herr, mein Gott, lass doch das Leben in dieses Kind zurückkehren” (1Kön 17,21).

Der Herr selbst, durch seinen fleischgewordenen Heilsplan, seine Apostel, Heiligen und Märtyrer, die Bekenner und Gerechten, der Apostel Paulus und der Heilige Nektarios, dessen Gedächtnis wir heute feiern, rufen uns zum Kampf auf, damit wir den Tod in unserem sterblichen Fleisch besiegen. Damit wir durch die Erfüllung der Gebote Christi, das ganze Leben lang die Kraft der Auferstehung der Seele kennen, zu welcher er uns ruft. Das ist nur möglich, wenn wir bekleidet sind mit dem Körper der Zerstörung und der menschlichen Schwäche, welche Er selbst trug, da “die Seele nach dem Tod nicht in der Lage ist, irgendein heilsames Werk zu tun und sich von den unlösbaren Ketten des Adam zu befreien”, wie der Heilige Nektarios selbst charakteristisch schreibt, sondern “nur die göttlichen Liturgien, die Gebete der Familie und der Gerechten, welche für sie gebetet werden und die Almosen werden der Errettung und der Befreiung von den Fesseln des Adam dienen” (s. Metropolit Nektarios Kefalas, Studien über die Unsterblichkeit der Seele, Athen 1901, S. 196).

In dieser uns heute übergebenen Kirche, wo das ewige Licht der Auferstehung des Herrn verkündet wird, beten, bitten und flehen wir Ihn an, der für uns ins Grabe hinabgestiegen ist, zu den Toten gerechnet wurde und unsere Auferstehung vorbereitet hat, dass Er die Herde der Metropolis von Austria behüte und zur lebendigen Geistlichkeit führe, die Herde, deren Fürsorge die Mutter Kirche Ihnen, geliebter Hirte und Bruder, Metropolit Arsenios anvertraut hat, und wir wünschen Ihnen im Dienste und im Ringen Unterstützung und Mut. Wir hoffen auch, dass alle Christen dieser Stadt diese Kirche als ein geistliches Zuhause sehen und dort weiterhin unserem Herrn Jesus Christus und seiner Mutter, der Jungfrau Maria, deren Ikone, die immerwährende Hilfe, in dieser Kirche zur Verehrung ausgestellt ist, begegnen mögen.

Wir loben den Herrn unseres Glaubens, danken aus tiefstem Herzen und gratulieren Allen, die am Geschenk dieser Heiligen Kirche beteiligt sind, Klerikern und Laien, und in erster Linie dem Provinzial des Ordens der Redemptoristen, Pater Lorenz Veith. Wir freuen uns, diese Kirche, in der Ihr Orden jahrzehntelang wirkte und betete und den Weg zum Reich Gottes suchte, heute als Geschenk übernehmen zu dürfen. Wir beten, dass diese Kirche von Anfechtungen verschont bleibe, dass sie Bürger des Reiches des Himmels hervorbringe und dass sie zur Gottesschau der Glieder der Gemeinde in Leoben beiträgt, wie der Apostel Paulus uns sagt: “Ermuntert einander mit Psalmen und Lobgesängen und geistlichen Liedern, singt und spielt dem Herrn in eurem Herzen” (Eph. 5, 19).

Die Gnade und der Segen und die Erleuchtung unseres in der Dreiheit angebeteten Gottes, sei durch die Fürbitten der wunderwirkenden Heiligen Hierarchen Nektarios, des Bischofs der Pentapolis, und Martins, des Bischofs von Tours, mit Ihnen, Schwestern und Brüder im Herrn, “die ihr teilhabt an der himmlischen Berufung” (Hebr 3, 1). Amen.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ - ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΑΙ - 50 ΕΤΗ ΚΑΡΠΟΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΥΣΤΡΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ PRO ORIENTE [στα ελληνικά και αγγλικά]


Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατά τήν Ἐπίσημον Ἑόρτιον Ἐκδήλωσιν
ἐπί τῇ Ἐπετείῳ τῶν Πεντήκοντα Ἐτῶν
ἀπό τῆς Ἱδρύσεως τοῦ Pro Oriente
(8 Νοεμβρίου 2014) 


Οἰκουμενική Κίνησις
Παροῦσα κατάστασις καί προοπτικαί
50 ἔτη καρποφόρου προσφορᾶς τοῦ ἐν Αὐστρίᾳ Οἰκουμενικοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente

Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε Dr. Christoph Schönborn, Ἀρχιεπίσκοπε Βιέννης,
Ἱερώτατε καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ Μητροπολῖτα Αὐστρίας κύριε Ἀρσένιε,
Ἐλλογιμώτατε Δρ Johann Marte, Πρόεδρε τοῦ Ὀργανισμοῦ Pro Oriente, 
Ἐξοχώτατοι,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Δοξάζομεν τόν πανάγαθον Τριαδικόν Θεόν, τόν ὁδηγοῦντα τά βήματα ἡμῶν εἰς τήν ὁδόν τῆς καταλλαγῆς καί κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν.

Δοξάζομεν τόν Θεόν τόν ὁδηγήσαντα τά βήματα τοῦ μακαριστοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Βιέννης Καρδιναλίου Dr. Franz König, ὁ ὁποῖος τό ἔτος 1964, ρηξικέλευθος, μάλιστα πρό τοῦ τερματισμοῦ τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ἵδρυσε τό Οἰκουμενικόν τοῦτο Ἵδρυμα Pro Oriente, συνεργασθείς καί συνεπικουρούμενος ὑπό προσωπικοτήτων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν γραμμάτων, τῆς πολιτικῆς, τῆς δημοσιογραφίας καί γενικώτερον ὑψηλῶν προσωπικοτήτων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Αὐστρίας. Σημαντικόν ἱδρυτικόν ρόλον διεδραμάτισε καί ὁ πανοσιολογιώτατος Mons. Otto Mauer, δεινός ἱεροκῆρυξ τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῆς Βιέννης, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε καί τό θεολογικόν τμῆμα τοῦ Ἱδρύματος, τοῦ ὁποίου σήμερον τήν πεντηκονταετῆ καρποφόρον ζωήν ἑορτάζομεν. Τό Ἵδρυμα τοῦτο εἰς τήν ἱστορικήν καί λίαν προσφιλῆ πρωτεύουσαν τῆς Αὐστρίας, τήν Βιέννην, μετά τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ καί εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Αὐστρίας, εἰς τό Graz, τό Salzburg καί τό Linz, ἔχει προσφέρει ὑψίστας ὑπηρεσίας διά τήν καταλλαγήν τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν, διά τήν βελτίωσιν τῶν ἀδελφικῶν σχέσεων αὐτῶν καί διά τήν προώθησιν τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῆς ποθητῆς καί ἱερᾶς ἑνότητος καί κοινωνίας αὐτῶν.

Ἤδη ἀπό τῆς ἱδρύσεώς του συνειργάσθη ἀγαστῶς μετά τῆς ἐνταῦθα Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μετά τοῦ γνωστοῦ καί δυναμικοῦ Μητροπολίτου Αὐστρίας Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος εὐθύς ἐξ ἀρχῆς κατενόησε τήν μεγάλην σημασίαν τοῦ Ἱδρύματος τούτου καί συνέστησεν ἀνεπιφυλάκτως καί θερμότατα τοῦτο εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον. Καί τοῦτο ἐπείσθη πλήρως καί ὀρθῶς πράττον ἀνταπεκρίθη καί ἔτεινε χεῖρα καταλλαγῆς εἰς τήν ἐπίσης τεινομένην χεῖρα τοῦ ἀειμνήστου Καρδιναλίου Dr. Franz König καί τοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente. Ἔκτοτε καί μέχρι σήμερον συνεχίζεται ἡ οἰκουμενική αὐτή ἐντατική συνεργασία, ἡ φέρουσα πλουσίους καρπούς.

Καί δέν δυνάμεθα νά παρασιωπήσωμεν τό ὄνομα καί τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Αὐστρίας Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος καί ὡς νεαρός συνεργάτης τοῦ γέροντος αὐτοῦ Μητροπολίτου Χρυσοστόμου εὑρέθη ἐνθουσιώδης ὑποστηρικτής καί ἀκάματος συνεργάτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ τούτου Ἱδρύματος. Ὡς ἐφημέριος ἐν Βιέννῃ καί μετέπειτα ὡς Ποιμενάρχης Μητροπολίτης τῆς θεοσώστου ἡμῶν Μητροπόλεως Αὐστρίας καί Ἔξαρχος Οὑγγαρίας καί Μεσευρώπης εὑρίσκετο πάντοτε εἰς τάς οἰκουμενικάς ἐπάλξεις καί παρά τό πλευρόν τῶν Σεβασμιωτάτων Ἀρχιεπισκόπων Βιέννης, Καρδιναλίων Dr. Franz König, Dr. Hans Herman Groer καί Dr. Christoph Schönborn. Αἱ σχέσεις αὐτῶν ἦσαν ἐγκάρδιοι καί ἀδελφικαί μέ συνεπείας ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας καί πέραν τῶν ὁρίων τῆς Αὐστρίας. Εἴμεθα δέ ἀπολύτως πεπεισμένοι, ὅτι καί ὁ ἐκλεκτός διάδοχος αὐτοῦ, ὁ Ἱερώτατος καί ἀγαπητός Μητροπολίτης Αὐστρίας Ἀρσένιος ἐπί τῆς γραμμῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου θά συνεχίσῃ μέ τό αὐτό πνεῦμα καταλλαγῆς καί οἰκουμενικῆς πεποιθήσεως τήν ἀγαστήν αὐτήν συνεργασίαν μετά τοῦ Ἱδρύματος, Pro Oriente, ὡς ἔχει δείξει, ἤδη, καί κατά τό μικρόν χρονικόν διάστημα τῆς ἐνταῦθα ποιμαντορίας του. Ἐπιθυμοῦμεν, ἐπίσης, ὅπως ἀναφερθῶμεν καί εἰς ἕνα ἐκ τῶν μακροχρονίων στενῶν συνεργατῶν τοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente, ἤδη, ἀπό τό 1965, εἰς τόν καθηγητήν Γρηγόριον Λαρεντζάκην, ἀπόφοιτον τῆς ἀδίκως σιωπώσης γεραρᾶς κατά Χάλκην Θεολογικῆς ἡμῶν Σχολῆς, Ἀρχοντα Μέγαν Πρωτονοτάριον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Ἱππότην τοῦ Τάγματος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου Πάπα Ρώμης, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος ἐνεργόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ τούτου Ἱδρύματος Pro Oriente σχεδόν ἐπί πεντηκονταετίαν, καί νῦν Ἀντιπρόεδρος τοῦ Παραρτήματος αὐτοῦ εἰς Γκράτς, διδάξας ἐπί τεσσαρακονταετίαν αὐθεντικήν ὀρθόδοξον θεολογίαν εἰς τά Πανεπιστήμια τοῦ Γκράτς καί τῆς Βιέννης, μεταφέρων καί τό πνεῦμα τοῦ Διαλόγου καί τῆς καταλλαγῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου.

Δέν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νά ἀναφερθῶμεν, εἰς τήν πλειάδα τῶν ὀρθοδόξων συνεργατῶν τοῦ Ἱδρύματος καί ἀσφαλῶς οὔτε καί εἰς τάς συγκεκριμένας πολλαπλᾶς δραστηριότητας, ἐπισήμους ἐπισκέψεις καί ὑψηλάς συναντήσεις, διεθνῆ ἐπιστημονικά θεολογικά συνέδρια ὑψίστης θεολογικῆς καί οἰκουμενικῆς σημασίας, πλουσιωτάτας ἐκδόσεις συγγραμμάτων, λίαν χρησίμων πρός ἀμοιβαίαν αὐθεντικήν ἐνημέρωσιν καί συμβολήν πρός διαλεύκανσιν πολλῶν θεολογικῶν παρεξηγήσεων καί πρός λύσιν ὑπαρχόντων θεολογικῶν, ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων καί οἰκουμενικῶν ἐμποδίων. Ἀγαστή καί ὑποδειγματική τυγχάνει ἐπίσης καί ἡ προώθησις τῆς συνεργασίας μετά τῶν Θεολογικῶν ἡμῶν Σχολῶν.

Διά τήν θετικήν κατάστασιν, εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Οἰκουμενική Κίνησις εἰς τήν Αὐστρίαν καί εἰδικώτερον μεταξύ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν, εἶναι λίαν σημαντική ἡ συμβολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente. Μάλιστα, διά τήν ἔναρξιν τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν γνωρίζομεν ὅτι διεδραμάτισε σοβαρόν δοκιμαστικόν ρόλον τό Πρῶτον Ἐκκλησιολογικόν Κολλόκβιον τόν Ἀπρίλιον τοῦ 1974, τό ὁποῖον συνδιωργανώθη ὑπό τοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente, τῆς τότε Βατικανῆς Γραμματείας διά τήν προώθησιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καί τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου ἐν Chambésy. Αἱ ὁμιλίαι ὑψηλοῦ καί ἀντικειμενικοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου ὑπό ὁμιλητῶν ἀκραιφνοῦς ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως καί ἱκανότητος καί ἐκ τῶν δύο πλευρῶν, καθώς καί αἱ διεξαχθεῖσαι ἐπ’ αὐτῶν ἐντατικαί συζητήσεις ἀπέδειξαν τήν ἀναγκαιότητα, ἀλλά καί τήν δυνατότητα τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν. Γενικῶς, ὅλα τά θεολογικά-ἐπιστημονικά συνέδρια τοῦ Ἱδρύματος καί ἡ δημοσίευσις τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἰς σειράν ἐκδόσεων ἀποτελοῦν χρησίμους πηγάς καί ὑπευθύνους προτάσεις πρός λύσιν τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων καί μαρτυρίαν τῆς ἐξελίξεως τοῦ οἰκουμενικοῦ Διαλόγου τῆς ἀδελφῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας μετά τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καί τῶν Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι κατά τάς ἡμέρας ἡμῶν τόσον δεινῶς ταλαιπωροῦνται καί ἀπηνῶς διώκονται καί τάς ὁποίας συμπεριλαμβάνομεν εἰς τάς καθημερινάς προσευχάς ἡμῶν. Ἡ στήριξις τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν ἀποτελεῖ δι’ αὐτάς ὑπαρξιακόν θέμα καί ὀφείλομεν ὅπως ἐντατικοποιήσωμεν καί ἑνώσωμεν τάς προσευχάς καί τάς δυνάμεις ἡμῶν διά τήν ἀποτροπήν τῆς ἐξοντώσεως αὐτῶν εἰς τόν χῶρον ἐκεῖνον, εἰς τόν ὁποῖον σήμερον ὑπάρχει τόση βία καί αἱματηρά ὀδύνη. Ἡ οἰκουμενική ἐμπειρία τοῦ Ἱδρύματός σας -τοῦ Ἱδρύματός μας- καί εἰς τήν περιοχήν ἐκείνην ἀποτελεῖ χρήσιμον προϋπόθεσιν ἀποτελεσματικωτέρας συνεργασίας καί βοηθείας.

Ἡ ἀναγκαία ἀξιολόγησις τῶν σημαντικῶν θεολογικῶν, οἰκουμενικῶν ἀποτελεσμάτων καί ἡ πλήρης ἐφαρμογή των εἰς τό πλαίσιον τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου καί εἰς τήν ζωήν τῶν Ἐκκλησιῶν μας ἀναμένουν τήν πραγματοποίησίν των. Τούς λόγους δέον ὅπως ἀκολουθοῦν αἱ πράξεις.

Ὄντως εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τόν Πανάγαθον Θεόν διά τήν σημερινήν ἐξέλιξιν καί τούς ἀγλαούς καρπούς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου. Γνωρίζομεν βεβαίως, ὅτι ὑφίστανται εἰσέτι προβλήματα, τά ὁποῖα ἀναμένουν τήν ὑπέρβασιν καί λύσιν αὐτῶν καί λόγῳ τῆς σοβαρότητός των, ἀλλά καί λόγῳ τῆς ἀναγκαιότητος τῆς λύσεως αὐτῶν, ὡς εἶναι καί τό δυσχερές πρόβλημα τό ὁποῖον ἀπασχολεῖ εἰς τάς ἡμέρας ἡμῶν τόν ἐπίσημον Θεολογικόν Διάλογον τῶν Ἐκκλησιῶν μας.

Ἐάν ὅμως συγκρίνωμεν τήν οἰκουμενικήν ἀδελφικήν κοινωνίαν, εἰς τόν βαθμόν εἰς τόν ὁποῖον τήν βιοῦμεν κατά τάς ἡμέρας ἡμῶν, ὡς ὑπῆρξε τό κοινόν προσκύνημα μετά τοῦ ἀδελφοῦ ἐπισκόπου καί Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου εἰς Ἱεροσόλυμα καί ὡς ἀναμένομεν μετά χαρᾶς τήν ἐπίσκεψιν αὐτοῦ εἰς τήν ἕδραν ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τήν ἑορτήν καί μνήμην τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, αἱ οἰκουμενικαί προσδοκίαι ἡμῶν καθίστανται ἔτι μεγαλύτεραι καί περισσότεραι, καθώς ἀκούομεν τάς νεωτέρας, πρό ἑνός μηνός, δηλώσεις καί προτροπάς τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν Πάπα Φραγκίσκου πρός ἐντατικωτέραν προώθησιν τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ἀναφέροντος ὅτι «ὁ τραυματισμός τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τραυματισμός τοῦ Σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» καί τονίζοντος ὅτι «ὁ Θεός ἀπαιτεῖ ἀπό τόν λαόν Αὐτοῦ ὅπως μή διακόψῃ ποτέ τόν διάλογον καί τάς συναντήσεις». Καί ὅταν παροτρύνῃ: «προχωρήσωμεν, λοιπόν, πρός τήν πλήρη ἑνότητα», ἀπαντῶμεν καί ἡμεῖς: Πορευσόμεθα ὅσον ἔνεστι τάχιστα, ἐπιλύοντες τά ὑπάρχοντα εἰσέτι προβλήματα καί αἴροντες τά κωλύοντα ἡμᾶς εἰσέτι ἐμπόδια! Δέν ἔχομεν πλέον ἀνάγκην ἀπολογητικῆς θεολογίας καί ὑπερασπίσεως χαρακωμάτων, δεδομένου ὅτι εὑρήκαμεν ἀλλήλους καί ἀνεγνωρίσαμεν εἰς τό πρόσωπον τοῦ ἄλλου τόν ἀδελφόν τόν ὁποῖον ἐθεωροῦμεν ἀπολεσθέντα. Χαιρόμεθα διά τήν ἐπανανακάλυψιν τῶν μελῶν τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας καί ἐπιθυμοῦμεν καθηκόντως τήν ἑτοιμασίαν τῆς ὁδοῦ διά τήν κοινήν πορείαν πρός πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς κοινωνίας τῇ δυνάμει καί εὐδοκίᾳ τοῦ Παναγάθου Θεοῦ.

Ἐάν συγκρίνωμεν τάς ἐξελίξεις ταύτας μετά τοῦ ὀδυνηροῦ παρελθόντος, δέν δυνάμεθα εἰμή νά εὐχαριστήσωμεν τόν φιλάνθρωπον Θεόν διά τήν γενομένην ἡμῖν μεγάλην δωρεάν Αὐτοῦ εἰς πλεῖστας ὅσας περιοχάς τῆς ὑφηλίου, μεταξύ δέ αὐτῶν καί εἰς τήν εὐλογημένην χώραν τῆς Αὐστρίας καί εἰς τήν ἱστορικήν πρωτεύουσαν αὐτῆς τήν Βιέννην. Χαίρομεν καί συγχαίρομεν.

Ὄντως δέν ἔχομεν ἐναλλακτικήν λύσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῶν Ἐκκλησιῶν μας. Ὁ Οἰκουμενικός Διάλογος δέν εἶναι ἐπιλογή ἰδική μας. Εἶναι καθῆκον καί ὑποχρέωσις ὅλων ἡμῶν, προερχομένη ἐκ τῆς τελευταίας ἐπιθυμίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τήν τελευταίαν Αὐτοῦ προσευχήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δι’ ἡμᾶς ὑποχρεωτικήν Διαθήκην, τήν ὁποίαν ὀφείλομεν ὅπως ἐκτελέσωμεν. Καί οὐαί ἡμῖν, ἐάν δέν τηρήσωμεν καί τήν ἱεράν αὐτήν ἐντολήν. Ἄς παραμείνωμεν πιστοί τηρηταί τῆς ἐντολῆς αὐτῆς καί ἄς κωφεύσωμεν εἰς τάς παντοίας ἀρνητικάς καί φονταμενταλιστικάς κραυγάς τῶν ἐχόντων ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν. Πορευθῶμεν εἰς τό παρόν καί τό μέλλον τήν πορείαν τῆς καταλλαγῆς καί τοῦ Διαλόγου, ὡς ἐπράξαμε μέχρι σήμερον, δημιουργήσαντες καί ἀπολαμβάνοντες τούς πλουσίους καρπούς τῆς ἀδελφικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης, ἐμπιστοσύνης καί συνεργασίας.

Αἱ θετικαί αὗται ἐξελίξεις ἀποτελοῦν βάσιν καί θεμέλιον νέας ἐλπίδος καί ἀφετηρίαν μεγάλων προσδοκιῶν. Τοῦτο σημαίνει δι’ ἡμᾶς ὅτι, παρά τάς ἀτελείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν κοινωνίας σήμερον, ἔχομεν τήν δυνατότητα ἀποτελεσματικῆς συνεργασίας καί καρποφόρου Θεολογικοῦ Διαλόγου διά τήν ὑπέρβασιν τῶν Θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἐμποδίων, καθώς ἐπίσης καί τῶν πολλαπλῶν συγχρόνων κοινωνικοπολιτικῶν καί οἰκονομικῶν προβλημάτων. Διά τήν παρηγορίαν τῶν συνανθρώπων ἡμῶν εἰς τάς ποικίλας δυσκολίας καί κρίσεις, εἰς τάς ὁποίας εὑρίσκονται, διά τήν προστασίαν τοῦ κλονιζομένου, κατατετραυματισμένου καί αἱματοβαμμένου ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης καί ἁρμονικῆς συνυπάρξεως τῶν λαῶν, διά τήν προστασίαν τῆς συστεναζούσης φύσεως καί δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν ἀσυνέτως καί ἀλόγως ἐκμεταλλευόμεθα καταστρέφοντες αὐτήν βαναύσως διά κερδοσκοπικούς λόγους καί οἰκονομικά συμφέροντα.

Χαιρετίζομεν καί ἐπικροτοῦμεν ὅθεν ὅλως ἰδιαιτέρως τάς πρωτοβουλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου τῆς Αὐστρίας καί τάς παρατηρήσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Βιέννης Καρδιναλίου Christoph Schönborn καί ὑπέρ τῆς προστασίας τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ καί κατά τῆς ἀπεριορίστου καί καταστροφικῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῆς. Χαιρετίζομεν τήν προτροπήν αὐτοῦ  διά τήν ἀλλαγήν τρόπου ζωῆς, ἐκ τῆς ἀπληστίας εἰς τό μέτρον καί ἐκ τῆς μονομεροῦς τάσεως πρός αὔξησιν τῆς οἰκονομίας καί ἀπεριόριστον κατανάλωσιν εἰς τήν ἐπιστροφήν τῶν φυσικῶν ἀνθρωπίνων μέτρων καί σταθμῶν. Ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως ὑπενθυμίσωμεν τήν ἀναγκαιότητα τῆς συνειδητοποιήσεως τῆς καταστροφικῆς ἀπληστίας, καί ἀντ’ αὐτῆς προβάλωμεν τήν γνησίαν μετάνοιαν καί τήν ἐφαρμογήν τῆς ἀσκήσεως καί ἐγκρατείας ἐπιθυμιῶν καί τρόπου ζωῆς. Εὐχόμεθα δέ ὅπως ὁ Θεός καί Δημιουργός τῶν πάντων πέμψῃ τό Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα, ἵνα φωτίσῃ πάντας ἡμᾶς πρός ταχεῖαν μετάνοιαν, πρίν εἶναι ἀργά. Χαιρόμεθα δέ ὅλως ἰδιαιτέρως, διότι ἡ πρότασις τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Δημητρίου τό 1989, ὅπως καθορισθῇ ἡ 1η Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὡς ἡμέρα προσευχῆς ὑπέρ τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ εὗρεν ἀπήχησιν καί εἰς τάς ἄλλας ἀδελφάς Ἐκκλησίας καί Οἰκουμενικάς Ὀργανώσεις καί καθωρίσθη χρόνος προσευχῆς ὑπέρ τῆς Δημιουργίας, τόσον ὑπό τῆς Β΄ Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμενικῆς Συνελεύσεως εἰς τό Γκράτς τόν Ἰούνιον τοῦ 1979, ὅσον καί ὑπό τῆς Γ΄ τοιαύτης εἰς τό Σιμπίου τῆς Ρουμανίας τόν Σεπτέμβριον τοῦ 2007 καί γίνεται ἀποδεκτή ἐσχάτως καί ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Συμβουλίου τῆς Αὐστρίας.

Σεβασμιώτατε καί λίαν ἀγαπητέ Ἅγιε Ἀδελφέ Ἀρχιεπίσκοπε Βιέννης καί Πρόεδρε τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ἱδρύματος Pro Oriente, Ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ Dr. Hans Marte μετά τῶν συνεργατῶν Σας, συγχαίρομεν καί ἐπευλογῶμεν τό ἔργον σας καί προτρέπομεν ἀδελφικῶς: συνεχίσατε αὐτό ὡς μέχρι σήμερον ἀόκνως καί καρποφόρως, συνεχίσατε τήν διακονίαν σας διά τήν προώθησιν τοῦ ἱεροῦ ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Τό ἔχομεν ἀνάγκην. Αἱ Ἐκκλησίαι ἡμῶν τό ἔχουν ἀνάγκην. Ἔχομεν ὡσαύτως ἀνάγκην νέου δυναμικοῦ διά τό ἔργον τῆς προωθήσεως τῆς καταλλαγῆς. Ἔχομεν ἀνάγκην μιᾶς νέας δυναμικῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία θά ἀναλάβῃ τήν σκυτάλην τῆς πορείας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ ἀγῶνος. Καί διά τόν λόγον αὐτόν σᾶς συγχαίρομεν, διότι ἔχετε δημιουργήσει μίαν μεικτήν ὁμάδα νέων θεολόγων ὀρθοδόξων καί ρωμαιοκαθολικῶν, οἱ ὁποῖοι προετοιμάζονται ἐντατικῶς διά τήν διακονίαν αὐτήν, ἐπεξεργαζόμενοι ἤδη εἰς κοινάς συναντήσεις καί νέας προτάσεις ὑπερβάσεως τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων.

Τό Ἵδρυμα, λοιπόν, τοῦτο ἀποτελεῖ ἕν πολυτιμότατον ἐργαστήριον οἰκουμενικῆς διαδικασίας καί συνεργασίας, προσφέρον διηνεκῶς καί ἀκαμάτως τάς πολλαπλᾶς αὐτοῦ ὑπηρεσίας εἰς τήν διακονίαν τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς πλήρους ἀποκαταστάσεως τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν. Εὐχαριστοῦμεν καί συγχαίρομεν διά τό χρησιμώτατον καί πλουσιώτατον ἔργον τοῦτο καί ἐπευλογοῦμεν αὐτό, εὐχόμενοι, ὅπως ὁ Κύριος, ὁ Δοτήρ παντός ἀγαθοῦ, χαρίζῃ εἰς αὐτό καί εἰς ὅλα τά μέλη τοῦ Ἱδρύματος, τόν λίαν ἀγαπητόν ἀδελφόν, Ἀρχιεπίσκοπον Βιέννης καί Καρδινάλιον Dr. Christoph Schönborn, τόν Πρόεδρον Dr. Hans Marte καί ὅλους τούς συνεργάτας του πλουσίαν τήν εὐλογίαν καί τήν χάριν Αὐτοῦ.

Εἴμεθα δέ βέβαιοι ὅτι καί ἡ συνεργασία μετά τοῦ ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ Ἱερωτάτου Μητροπολίτου Αὐστρίας Ἀρσενίου καί τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων ἀδελφῶν θά συμβάλῃ τά μέγιστα εἰς τήν ἐπιτυχῆ καί καρποφόρον πορείαν τοῦ Pro Oriente εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἑνότητος, τοῦ ὁποίου τόν πεντηκονταετῆ βίον καί τήν πολύτιμον προσφοράν σήμερον πανηγυρικῶς ἑορτάζομεν καί τόν Θεόν δοξολογοῦμεν.

*          *          *

ADDRESS
By His All-Holiness
Ecumenical Patriarch Bartholomew
On the Occasion of the 50th Anniversary 
of Pro Oriente
(November 8, 2014)


Your Eminence, Christoph Cardinal Dr. Schönborn,
Dr. Johann Marte, esteemed President of the Pro Oriente Foundation,
Your Excellencies, most reverend church leaders and distinguished civil authorities,
Dear friends,

It is indeed a particular privilege and honor to be invited to address you on the auspicious occasion of the 50th anniversary of the Pro Oriente Foundation. This event marks a special and significant milestone in the history of relations between the Roman Catholic Church and the Eastern Orthodox Churches. In many ways it is a mirror of the relations between our Churches inasmuch as it reflects and parallels the extraordinary steps of rapprochement and reconciliation that began half a century ago and have led to the theological dialogue and sincere exchanges between us on the parish and local, regional and national, as well as international levels. 

As you are all aware, in a few days, our beloved brother in Christ, Pope Francis, will visit Istanbul, which has served as the sacred center and see of the Ecumenical Patriarchate for over seventeen centuries. We very much look forward to welcoming His Holiness to the Phanar on November 30th for the commemoration of St. Andrew the first-called of the Apostles and Thronal Feast of the Church of Constantinople. This official visit follows in the wake of our joint pilgrimage to Jerusalem only a few months ago to celebrate another 50th anniversary, namely the journey to the Holy Land by the late Pope – now officially proclaimed Saint in the Roman Catholic Church – Paul VI and Ecumenical Patriarch Athenagoras. We were deeply touched that Pope Francis accepted our invitation for a common observance of that occasion, which we proposed to him during our own attendance at his solemn Inaugural Mass in March 2013.

Dear listeners, these instances are not purely coincidental; nor again are they merely historical. We would dare to say that they are in fact nothing less than providential. Fifty years ago, such events would not have been conceivable or even achievable. It is surely the grace of God that inspired our venerable and visionary predecessors to assume these bold initiatives. In some ways, after so many years of estrangement and silence, only the Spirit of God could possibly bring about the conditions and circumstances for greater partnership and closer relations between our Churches, which were previously alienated for an entire millennium.

It is precisely within such an atmosphere of ecumenical openness and sincere desire for dialogue that the Pro Oriente Foundation was envisaged and established in 1964 by the Viennese bishop, the late Franz Cardinal  König, who discerned the spirit of the times and perceived the importance of adhering to the commandment and prayer of our Lord, “that [His disciples] may be one.” (John 17.21) The sacred purpose and fundamental goal of the Foundation – with its various charters in Vienna, Graz, Salzburg and Linz – was to improve relations between the Roman Catholic and Eastern Orthodox as well as Oriental Orthodox Churches, echoing the papal decree “Unitatis Redintegratio” issued on November 21, 1964. Its founding president was the renowned and respected Alfred Stirnemann, who led the Foundation until his death in 1988. We remember both of these leaders, together with our cherished departed friends, the late Metropolitans Chrysosotomos and his successor Michael of Austria, Patriarchal Exarchs of Hungary and Mid-Europe. These two Orthodox hierarchs were unconditionally convinced of the essential role of positive relations with the Roman Catholic, working tirelessly toward advancing dialogue and enhancing cooperation. May their memory be eternal and may their example be a model for us all!

Let us, however, recall some of the groundbreaking steps taken just over fifty years ago, which in turn led to the fertile conditions for the creation of a foundation such as Pro Oriente. In the opening days of 1964, Pope Paul VI and Ecumenical Patriarch Athenagoras broke a silence of many centuries with just a few simple words and a loving embrace. On January 5, 1964, when Pope Paul VI met with Ecumenical Patriarch Athenagoras on the Mount of Olives, it was the first time the Western pontiff and the Eastern primate – the Pope of Rome and the Archbishop of New Rome – were meeting face-to-face since the Council of Florence in 1438. And the venue for the encounter in 1964 was the very site where Christ addressed His Father on the night of His betrayal for the unity of His followers.

Prior to this meeting, for many centuries the Eastern and Western Churches had no formal contact and little unofficial communication. After what is today known as the “great schism” of 1054, there were two brief encounters of exchange and dialogues of reunification at the Council of Lyons in 1274 and at the Council of Ferrara-Florence in 1438-39; yet both occasions left feelings of bitterness rather than hopefulness. The estrangement was further accentuated and sealed after the tragic events of the Crusades, especially the Fourth Crusade with the sack of Constantinople in 1202-04 with the unjustifiable slaughter of Christians by Christians. 

Thus began the historical “dialogue of love” – a term coined by the late Metropolitan Meliton of Chalcedon – which in turn initiated a process of gradually breaking down barriers created over centuries. It was followed one year later – in a joint declaration read simultaneously at St. Peter’s in Rome and in the Patriarchal Church of St. George in Istanbul – by the unprecedented “mutual lifting of the anathemas” on December 7, 1965, when the same two prelates “removed from both the memory and the midst of the Church the sentences of excommunication” dating back to 1054, agreeing that “the past be confided to the mercy of God.”

The year 1969 saw the beginning of a paramount and hitherto uninterrupted tradition, namely the exchange of formal annual delegations at the respective Patron Feasts of our two “sister churches” – in Rome on June 29 for the feast of Saints Peter and Paul; and in Istanbul on November 30, which Pope Francis will honor at the end of this month. These momentous initiatives later culminated in the creation – during the papal visit to the Phanar on November 30, 1979 – of the Joint International Commission for Theological Dialogue between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church. Thus, the Holy See and fourteen autocephalous Orthodox Churches commenced an official theological “dialogue of truth” on May 29, 1980 – during the tenure of our revered predecessor, the late Ecumenical Patriarch Dimitrios and the successor to Pope Paul VI, the late Pope John Paul II – in order to expand the “dialogue of love” and examine jointly the doctrinal differences between the two sister Churches.

Thankfully today, through the important and influential contribution of such foundations and institutes as Pro Oriente, this spirit of fraternal love and mutual respect has replaced the old theological polemic and reciprocal suspicion. Of course, we are realistic enough to recognize that much remains to be achieved, and the path sometimes seems long and laborious. There are the thorny theological issues of primacy and collegiality, which are currently on the table for deliberation; and there is the delicate problem of Uniatism, which has already once suspended the dialogue. However, we must confess that there is no alternative path to dialogue and reconciliation.

This is especially valid and true for our age, when we encounter the global use and abuse of religion for political and other secular purposes; the difficulties facing Christians all over the world – particularly in the Holy Land and the Middle East, regardless of confessional identities; the injustices inflicted on the weak and vulnerable members of contemporary societies; as well as the alarming ecological crisis which threatens the integrity and very survival of God’s creation. All of these challenges call for a common and collaborative solution to the problems that still divide us. They demand our mutual cooperation and shared concern.

Indeed, we might also include here another aspect of Pro Oriente, which is implied in its very identity, namely the responsibility and advocacy of Christian minorities persecuted in the Middle East and Northern Africa, in the very places where Christianity emerged and flourished from the earliest years of our Church. After all, the term “orient” is not only an ecclesiastical designation; it is also a geographical specification. This dimension is surely part and parcel of the mission and ministry of Pro Oriente, and we would gladly welcome its support in this vital area. And we are all well aware of the critical situation and unjustifiable suffering endured by our brothers and sisters in the Middle East and Northern Africa. 

As we declared jointly in Jerusalem with His Holiness Pope Francis: “We express our shared profound concern for the situation of Christians in the Middle East and for their right to remain full citizens of their homelands. In trust we turn to the almighty and merciful God in a prayer for peace in the Holy Land and in the Middle East in general. We especially pray for the Churches in Egypt, Syria, and Iraq, which have suffered most grievously due to recent events. We encourage all parties regardless of their religious convictions to continue to work for reconciliation and for the just recognition of peoples’ rights. We are persuaded that it is not arms, but dialogue, pardon and reconciliation that are the only possible means to achieve peace.” Permit us paternally to urge you to focus more of your attention toward this crisis.

Eminent and beloved friends,

The ecumenical work of Pro Oriente has proved invaluable and instrumental for the promotion of closer and stronger relations between our Churches. Its work has undoubtedly been both remarkable and admirable. Yet, as we all know, in our world, the work of unity remains constant and unceasing until the fullness of the heavenly kingdom. It is, therefore, our humble vocation and moral obligation to continue and reinforce our efforts toward reconciliation. Let us not simply preserve the memory of the pioneers of this blessed Foundation; let us carry on their example and increase their endeavors. For this would be the best commemoration and celebration of their legacy and longing for Christian unity.

May God bless you all – those directly involved in as well as those who fervently pray for and support the work of the Pro Oriente Foundation.

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email