© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ]

Χαιρετισμός
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
κατά τήν Δοξολογίαν εἰς τήν ἐν Βηθλεέμ Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ
(24 Μαΐου 2014)


Ἱερώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἰορδάνου κύριε Θεοφύλακτε,

Χριστός ἀνέστη!

Προερχόμενοι ἐξ Ἀνατολῶν καί ὁδηγούμενοι ὥς ποτε οἱ Μάγοι ὑπό τοῦ ἀδύτου Ἀστέρος τῆς δόξης, ἤλθομεν προσκυνῆσαι τήν ἐξ ὕψους κατελθοῦσαν Ἀνατολήν, τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου σαρκωθέντα ἐν τῷ ἐν ᾧ ἱστάμεθα τόπῳ. 

Ἐκστατικοί πρό τοῦ περί ἡμᾶς τελεσιουργουμένου σήμερον μυστηρίου, προσφέρομεν, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν «δῶρα τίμια, δόκιμον χρυσόν, ὡς Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, καί λίβανον, ὡς Θεῷ τῶν ὅλων, ὡς τριημέρῳ δέ νεκρῷ, σμύρναν τῷ Ἀθανάτῳ» (ἑσπέριον στιχηρόν ἑορτῆς Χριστουγέννων), δηλαδή ὁλόκληρον τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν καί τήν πρωθιεραρχικήν διακονίαν ἡμῶν ἀπό τῆς ἱερᾶς ἐπάλξεως τοῦ «ὀφθαλμοῦ τῆς οἰκουμένης», τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Ἱεροῦ Κέντρου τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων.

Διερχόμενοι οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί τήν χαρμόσυνον περίοδον τοῦ Πεντηκοσταρίου καί μέ τήν χαράν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ ἀθανάτου Κυρίου πληροῦσαν τάς καρδίας ἡμῶν, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τήν Ἁγίαν ταύτην Γῆν, καί ἐνυπνιαζόμενοι, ὥς ποτε ὁ Προφήτης Δανιήλ, καθορῶμεν καί προσκυνοῦμεν ὅλῃ ψυχῇ καί καρδίᾳ «τόν Λίθον, τόν πατάξαντα τήν εἰκόνα, καί γενόμενον ὡς ὄρος μέγα καί πληρώσαντα πᾶσαν τήν γῆν» (πρβλ. Δαν. β΄, 35).

Ἤλθομεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ταπεινοί προσκυνηταί εἰς τόν τόπον τοῦτον, ἔνθεν ἐξῆλθεν ὁ δι᾿ Οὗ τά πάντα «ἐγένετο, καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. α΄, 3-4), εἰδότες ὅτι «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός» (Ἰωάν. δ΄, 42).

Κρίνοντες ὄχι κατ᾿ ὄψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν καί στοχεύοντες εἰς τήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, διά νά καταστῇ βίωμα, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς», τό «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίᾳ» τῶν ἀσάρκων ἀγγέλων κατά τήν νύκτα τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀνελάβομεν τήν διαδρομήν ταύτην διά νά συμμερισθῶμεν τήν ἀγωνίαν τῆς πτωχικῇ μονήρει πενίᾳ καί διαρκεῖ ἀγωνίᾳ ἀνασφαλείας διαβιούσης ἀνθρωπότητος· διά νά δώσωμεν πνοήν ζωῆς εἰς τό τέλμα, εἰς τό ὁποῖον ἔχει ὁδηγηθῆ ἐκ τῆς ἀκαταστασίας τῶν καιρῶν καί τῆς καταχρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου καί τῆς ἐλευθερίας  ἡ ἀνθρωπότης· διά νά δώσωμεν νέαν ὤθησιν μετά τοῦ ἀδελφοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου εἰς τήν προσπάθειαν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητος, καί οὐχί τῆς ἐπιπλάστου ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας καί διά τῆς ὁποίας ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς ἑνότητος  καί μόνον θά προέλθῃ καί ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρωπότητος, «τῆς κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν» Θεοῦ πλασθείσης ἵνα κατά χάριν θεοποιηθῇ καί μή ὁδηγηθῇ εἰς ἀπώλειαν· διά νά κατανοήσῃ, ἐπί τέλους, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ΄, 46), ὁ Χριστός, τοῦ Ὁποίου διάκονοι καί πιστοί ἐκλήθημεν ἐπί τῆς Λυχνίας τῆς Ἐκκλησίας, διά νά τηρήσωμεν αὐτήν ἐν ἑνότητι καί οὐχί ἐν ἀπομονώσει καί διασπάσει. Νά τηρήσωμεν καί νά παραδώσωμεν τήν παρακαταθήκην, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τῆς ἑνότητος καί οὐχί ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ τῆς διαιρέσεως.

Εἰς τόν στόχον τοῦτον ἐκοπιάσαμεν ἐπί ἥμισυ αἰῶνος συνεχίζοντες ἐπί τῆς ὁδοῦ, τήν ὁποίαν ἐχάραξαν φωτεινοί ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, ὡς οἱ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καί Πάπας Παῦλος ὁ Στ΄.  Κατά τήν παροῦσαν συνάντησιν ἡμῶν μετά τοῦ Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου, πέραν τῆς μνήμης τῶν γενομένων, γρηγοροῦντες  θά ἀνανεώσωμεν, φαιδρύνοντες ἐλαίῳ τήν λαμπάδα, τήν δέσμευσιν Ἀνατολῆς καί Δύσεως καί τήν συμπορείαν ἡμῶν μέχρις ὅτου ὁ Κύριος εὐλογήσῃ τήν πρόθεσιν καί τήν προσπάθειαν, δικαιώσῃ τόν ἀγῶνα καί στέψῃ αὐτόν διά τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ Θελήματος Αὐτοῦ,  ἵνα «συμφώνως δοξάζωμεν τό Πανάγιον Πνεῦμα», τόν Παράκλητον τῆς Ἐκκλησίας, "ἐν Ὧι ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν», ἱκετεύοντες καί παρακαλοῦντες «ἵνα ποιήσῃ ἡμᾶς κοινωνούς τῶν θείων Αὐτοῦ χαρισμάτων καί ἵνα παράσχῃ ἡμῖν λύσιν τῶν παρεσχηκότων ἡμῖν δεινῶν» (Μέγας Βασίλειος).

Δόξαν ἀναπέμπομεν Αὐτῷ, τῷ τεχθέντι Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἀλλά καί τῇ Θεοτόκῳ Παρθένῳ, ἡ Ὁποία διηκόνησε τό μυστήριον τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἰς τό ταπεινόν τοῦτο Σπήλαιον. Διά τῆς ὁλοκληρίας τῆς βουλήσεως καί τῆς καθαρότητός της, διά τῆς ἁπλότητος τῆς φύσεώς της, διά τῆς σοφίας τῆς καρδίας της, διά τῆς ἀκεραιότητος τοῦ βίου της, ἐξεμηδένισε τήν ἀπόστασιν ἡ ὁποία ἐχώριζε τόν ἄνθρωπον ἀπό τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἀποστάσεις, αἱ κάθε εἴδους ἀποστάσεις, τά «μεσότοιχα» καί αἱ «ἔχθραι» διανύονται καί διαλύονται μόνον διά τῆς ἀγάπης καί διά τοῦ διαλόγου τῆς ἀληθείας. Μόνον τότε ὑπερβαίνονται καί θά δυνηθῶμεν νά ἴδωμεν, ὡς εἰς τό γειτονικόν Θαβώρ οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος, Ἰάκωβος καί Ἰωάννης, τήν «δόξαν τοῦ Θεοῦ», κατά τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί τῶν προθέσεων ἡμῶν καί θά ἀποδείξωμεν ὅτι εἴμεθα μαθηταί Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος «Ἀγάπη καί Φῶς καί Ἀλήθειά ἐστι».

Εὐχαριστοῦμεν ὑμῖν, Ἱερώτατε ἀδελφέ Ἀρχιεπίσκοπε Ἰορδάνου κύριε Θεοφύλακτε, διά τήν τιμητικήν ὑποδοχήν, ὑμᾶς, ὅστις κατά τά τελευταῖα ἔτη, ἀπό τῆς ἐγκαταστάσεώς σας ἐνταῦθα, μοχθεῖτε διά τήν διατήρησιν τοῦ πανσεβάστου τούτου χριστιανικοῦ προσκυνήματος. Σᾶς ἀξίζει ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου, ὁ ἔπαινος καί τά συγχαρητήριά μας. Συγχαίρομεν ἰδίᾳ διά τό μέγα φιλανθρωπικόν ἔργον, τό ὁποῖον ἐπιτελεῖται ὑπό τῆς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας εἰς τήν περιοχήν ταύτην. Εἶναι γνωσταί ἡμῖν αἱ ἀντιμετωπιζόμεναι δυσκολίαι καί οἱ κίνδυνοι εἰς τούς πολυταράχους τούτους τόπους ἔκπαλαι, ἀλλά καί μέχρι τῆς σήμερον.

Ὡσαύτως χαίρομεν διά τήν ζῶσαν παρουσίαν ἐνταῦθα τῶν ἀδελφῶν Παλαιστινίων Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἀγάπην καί τόν σεβασμόν των εἰς τήν Ἐκκλησίαν στηρίζουν τό ἔργον αὐτῆς καί διακονοῦν, ὅπως οἱ ἁπλοῖ καί ἄκακοι ἐκεῖνοι ποιμένες, τό μυστήριον τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, προσφέροντες ὡς οἱ μάγοι οὐχί χρυσόν, λίβανον καί σμύρναν, ἀλλά τήν καλήν καί πρόθυμον διάθεσίν των καί τόν ἱδρῶτα των ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας των, τά ὁποῖα πάντα ὡς θυμίαμα εὔοσμον ἀναβαίνουν εἰς τόν θρόνον τοῦ Κυρίου, ὡς πολύτιμα  ἄλλα «χηριακά δίλεπτα».

Στρέφομεν τόν λόγον ἡμῶν εἰς τήν νεολαίαν τῆς Βηθλεέμ, εἰς τήν πολυπληθῆ νεανικήν χορωδίαν τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκπολιτιστικοῦ Κέντρου Βηθλεέμ καί συγχαίρομεν τούς ὑπευθύνους καί τά ἀγαπητά μέλη αὐτῆς, εὐχόμενοι τήν εὐλογίαν τοῦ ἐκ Παρθένου σάρκα φορέσαντος Κυρίου. Σεῖς, ἡ νεολαία τῆς Βηθλεέμ, εἶσθε ἡ ἐλπίς καί τό μέλλον τοῦ τόπου σας. Μείνατε πιστοί εἰς τήν ἱστορικήν ἀποστολήν σας καί φυλάξατε ἄσβεστον τήν φλόγα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας εἰς τόν τόπον τοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ Θεός ἤρξατο τοῦ σωτηριώδους ἔργου Αὐτοῦ εἰς ἅπασαν τήν οἰκουμένην. Ἡ παρουσία σας ἐνταῦθα ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν ἔχει ἀληθῶς εὐρυτέρας διαστάσεις, καί διά τοῦτο εἶναι πολυτιμοτέρα πάσης ἄλλης κατοικίας καί ἀνέσεως.

Συνεχίσατε, ἀδελφοί καί τέκνα, μετά τοῦ ἰδίου ζήλου τό θεοφιλές ἔργον σας. Ὁ Θεός μεθ᾿ ὑμῶν! «Οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ δούς ζωήν τοῖς πιστεύουσιν ἐν τῷ Ὀνόματι Αὐτοῦ», ὁ Ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, Ὧι ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις καί ἡ εὐχαριστίας καί τό κράτος καί ἡ δύναμις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ανθούλας Δανιήλ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΝ

[Αναδημοσίευση από το περιοδικό Πόρφυρας, τ. 150 (2014) 473-476]


Παναγιώτης Καποδίστριας: Καμένες πεταλούδες. Ποιήματα 1979-2009,
Επί-γνωση Σταμούλης Αντ. Εκδοτικός Οίκος

Με το εμβληματικό όνομα, και Παναγιώτης και Καποδίστριας, ιερωμένος, τα ιερά ανασκάπτει κι εκεί τα αόρατα ερευνά και ορατά τα κάνει, αυτά που ο νους συλλαμβάνει και η ψυχή να αποδεχτεί διστάζει.
Μορφή και στίχος σαν αγιογραφία. Περιεχόμενο, σήμα και σημαίνον, και ό,τι η ψυχή διαισθάνεται. Και διαισθάνεται πολλά. Όλα εκείνα που με σαφήνεια άφησε ανοιχτά και αναπάντητα η φιλοσοφία, εκείνα που με τον τρόπο της οριοθέτησε η θρησκεία, εκείνα που αφελώς «τεκμηρίωσε» η παράδοση για του πιστού την παραμυθία κι η Ποίηση  σε διάφανο δίχτυ στίχων έχει υφάνει. Λόγος ελλειπτικός και ο νοών νοείτω, αισθαντικός και όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, και σταυρός στο στήθος, όχι για τον Γολγοθά αλλά για ενίσχυση στον ανήφορο του πνεύματος, εκεί που έχει κράτος και εξουσία η άνοιξη, αλλιώς η μοίρα, ή έστω η φυσική των ανθρωπίνων εξέλιξη.
Μετά τον Οδυσσέα Ελύτη, κανείς δεν είχε μιλήσει έτσι. Εκείνου το ίχνος  ο π. Καποδίστριας συνεχίζει και μοιάζει σαν γνήσιος απόγονος· και είναι. Τίποτα λοιπόν δεν τελειώνει. Ο κόσμος έχει τη σοφία Εκείνου που τον εποίησε και ο ποιητής ως εκπρόσωπος του Θεού επί της γης  συνεχίζει το έργο που οι πρόγονοι ποιητές ξεκίνησαν, πιάνοντας τον αρχαίο μίτο που οδηγεί στο φως. Και «Γιατί σ’ είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ο Θεός», λέει ο Ελύτης για τον Σολωμό («Σολωμού συντριβή και δέος») και ο διάδοχος με τη σειρά του χρυσωμένος κι εκείνος ανασκάπτει τα κρυμμένα στο μέσα φως ιερά.
Ο ογκώδης τόμος με τον τίτλο Καμένες  Πεταλούδες περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα από το 1979 έως το 2009.  Ο αμητός πλούσιος και η προσφορά στον αναγνώστη γενναιόδωρη. Η δυσκολία, ωστόσο, μεγάλη  για τον μελετητή που ούτε τη δυνατότητα έχει ούτε τον άπειρο χρόνο που απαιτεί η απαιτητική ποίηση. Ακροθιγώς λοιπόν και όσα στα διαστήματα μιας αστραπής συλλάβουμε, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε.
Εκείνο που εύκολα (;) διαβλέπει κανείς είναι ο διάλογος με το πέραν. Ο στίχος  δεν καταναλίσκεται στο εδώ και τώρα της ζωής, αλλά με  τον  ποιητή στο μεταίχμιο, με τα γήινα τροφοδοτούμενο, αλλά  με κλίση προς το αλλού και πάντοτε ιπτάμενο.  Μεταξύ ουρανού και γης, στεριάς και θάλασσας:
Η θάλασσα με ανάστημα θηλαστικού / συνέρχεται συχνά με τα αιμοσφαίριά μας / αυξάνει ένας ολολυγμός σαν από περιπλάνηση («Ένας ολολυγμός»).
Θ’ αδειάσουμε τη στάμνα / Θα γίνουμε γλαυκοί /Δωρητές του πελάγους (O. Ελύτης, «Αιθρίες» ΧΙV) και μοιάζουν να είναι συνειδητοποιημένοι οι περιορισμοί  των a priori και a posteriori δυνατοτήτων, υπαινιγμοί ωστόσο, που δεν δεσμεύονται από τα συμβατικά όρια της λογικής και της καθαρής σκέψης. Γιατί ο «ολολυγμός»,  για παράδειγμα, προδίδει το συναίσθημα, που βγαίνει στη φωνή και στέκεται στα μάτια, με ισοδύναμη και συμπληρωματική τη  λειτουργία  και των δυο αισθήσεων, «Τι να τα κάμεις φίλε μου τα μάτια/ Θρηνούσες φωνές/ θα σου ανταμείψουν τη συνήθεια» («Ανάθημα») και η συνήθεια, όπως φαίνεται, δεν ελέγχεται από τη λογική.
Ποιήματα μυστικά, απότοκα μιας βαθιάς θρησκευτικότητας καλά κρυμμένης μέσα στα πράγματα, αόρατης στα μάτια των ασεβών, υπαινικτικής σε ώτα ακουόντων και διακριτικά ιχνογραφημένης με εικόνες από τη  φύση έξω, αποτυπωμένες στην αίσθηση μέσα, στο νου πιο μέσα, στην ψυχή. Το υψηλό κάνει την εμφάνισή του μέσα στο απλό. Η συμβουλή έρχεται αβίαστα «αγαθόν υπέρτερον παντός αγαθού· Θεού φόβος και μνήμη θανάτου» (Νήψη»). Μερικά χαϊκού ρίχνουν σταγόνες φως στα σκότη. Γενικά πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί τις φόρμες της αλλά και τις ιδέες της από το μεγάλο Δέντρο της Ποίησης – και της Ιόνιας (Σολωμός,  Κάλβος, Μαρτελάος, Φώσκολος) και πιο παλιά της Ιωνικής  (Όμηρος):
Την τόλμη / να φοβάσαι των ποιητών / την προπατορική,
ώσπου ξυπνάς / κι έχεις όλη αποστηθίσει / την Ιωνιάδα.
Το ποίημα ιδές: / Για τα φρονήματά του / σώμα και πυρά.  

Όπου, τολμώ να συσχετίσω την «Ιωνιάδα» με τα Ομηρικά έπη, Οδύσσεια και  Ιλιάδα, κατά το ελυτικό
              Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν
              Να πω την προσευχή μου πριν να κοιμηθώ
             Στην ψάθα -όπως γεννήθηκα-  με λίγες πιτσιλάδες
             Ήλιου στο μέτωπο και την αρχαία καρδιά
             Που ξέρει όλον τον Όμηρο γι’ αυτό κι αντέχει ακόμη
                                            (Ο μικρός ναυτίλος, 19).

Και εκτός από τον Όμηρο, διαβάζουμε «υπόθεσες ψυχικές» και νιώθουμε Σολωμό, βλέπουμε «Φάσμα» και οραματιζόμαστε Κάλβο, αλλά και Σολωμό και Όμηρο, προβάλλει η Μονεμβασιά και έρχεται ο Ρίτσος, το Χρονικό του Μαχαιρά μας πάει στην  Κύπρο και στον Σεφέρη, «Φωνάζω του νερού μες στο πηγάδι…» και μας απαντά ο Παλαμάς.
Η ενότητα «Ενύπνιο μετά Τρούλου» εκπλήσσει «θαυμαστά». Το επίρρημα ας μη θεωρηθεί άπρεπο για την περίσταση, αλλά η γλώσσα δυσκολεύεται να βρει την κατάλληλη λέξη… Οι μετασχηματισμοί του τοπίου, τα κοκκινισμένα μάτια από την αγρύπνια, το πλήθος που περιμένει την αρτοκλασία, σαν μακρινή, αλλά όχι αμελητέα, υπόμνηση του θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων φαντάζει. Και μαζί η «λίμνη» που γίνεται «βουνό» για να καταλήξει «μαραμένη γαρδένια» - έτσι για να μην διαπραχθεί ύβρις- κι  έπειτα το ξύπνημα με «ακανθώδη αισθήματα στα χέρια και την ψύχρα του μαρμάρου στα πέλματα». Πού περπατούσε στο όνειρό του ο ποιητής; Αυτό το μεσημβρινό καλοκαιρινό όνειρο, με τις τόσες και τόσες διακειμενικές του προεκτάσεις, μοιάζει προμήνυμα ή δείγμα της υπόμνησης, στην οποία έχει ήδη αναφερθεί. Η προσγείωση στα καθ’ ημάς γίνεται στον τελευταίο στίχο:
Ύστερα ένας φραπέ είναι ό,τι πρέπει για την προσγείωση

Και «η αυλή ξαναπήρε τις αληθινές της διαστάσεις» λέει ο Ελύτης (Ημερολόγιο, Κυριακή, 5). Ναι, το όνειρο ήταν προφητικό σε ώρα και εποχή κατάλληλη να γεννηθεί το θαύμα και ο «τρούλος» σε μια Βασιλική παραδοσιακή, λιτή κι απέριττη. Κι αυτή η εικόνα θα επανακάμψει αλλιώς ωραία: «πολύ το λίγο / το σοφόν, το πίσω απ’ τα λεχθέντα…. στο υπερώο των Λέξεων / εκεί / όπου ανέκαθεν μιλιέται η Ωραιότης / κι ο Χρόνος απειρίζεται» («Αρτύματα Καλοκαιριού»), σ’ ένα νέο ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ, όπου από το «υπερώο των Λέξεων» κρυφοκοιτάζει η αιωνιότητα την ωραιότητα και θυμίζει στίχο ή εικαστικό του Ελύτη («Στη Θαλασσοσπηλιά»).

Κι ο Σολωμός πανταχού παρών και με απόσπασμα από την ποίησή του και με ποίημα για τον ίδιον Εκείνον. Απομονώνω στίχους:
         Πυρσός ο Λόγος / στ’ αλωνάκι του Στράνη / φυσάει λεβάντες
         Νια Παρασκευή / κι ο Σολωμός θεάται/ στο Κοιμητήρι…
         Εσπέρα Μαγιού / βολτάρει στο Ψήλωμα / αλύπιος δήθεν.

Άλλοθι δεν έχει ο Πόντος / ούτε  θάνατο η ζωή /
κι ο Διονύσιος άλλη σπάθα δεν ηξέρει στα σκαλούνια  της Ανάγκης /
       πάρεξ του ήλιου
Πάνε κι έρχονται / στίχοι λογοδοσμένοι/ του κάτω κόσμου
Ήχος βαρύς κι ασήκωτος/ ανήκουστο δάκρυ/ ώς το κόκκαλο.

Στην ονομάτων επίσκεψη ο π. Καποδίστριας θα επικαλεστεί κι άλλους φίλους της ποίησης:

Περίκλειστος νους/ κήπος με τ’ ασημάνθια/ κι ο Κάλβος παρών.
-Έι, φίλοι ωραίοι,/ Θεόφιλε Πικάσο/ Σαπφώ Παπαδιαμάντη /
και Θεοτόκε…

Πάντα μου καταλύω τ’ απομείναντα
τον ήλιο στο ποτήρι μου αψηλάφητο
                        («Επικαθήλωση») 186

Η χυμώδης εφέτο ισημερία
σαν μακρό προ μακρού παροξύνεται
σαν εμπύρετη περισπάται κραυγή
                             («Παροξυσμός») 189

Άγγελος με φύλο
η Ποίηση.
Αν τότε ακόμη το μπορείς
Απ’ τα νερόμαλλά της
Πιάσου κι ανέβα
(«Ανώι» β΄)

Σα να χαϊδεύω υπέρπυρον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τα τιμαλφή του βίου
……………………..
Σα να γυαλίζω ιστάμενον
όλα μαζί τα ορέγομαι
τ’ ανωφελή του βίου
(«Νομίσματα»)

Πόσο καλά του πάει ο δεκαπεντασύλλαβος του στίχου του μοντέρνου:

Ισιώνω το παράστημα να μοιάζω τροπαιούχος / και ταμιεύω υπομονές / για την Ορθοστασία (8.8.88)

και πόσο στέρεα φέρεται επί των λέξεων το μήνυμα της συνειδητοποίησης της σημερινής στάσης και της μελλοντικής αναμονής.

Τελευταία σοδειά, χρονικά και χωρικά στον τόμο, η συλλογή που του δίνει και τον τίτλο:  Καμένες πεταλούδες. Περιλαμβάνει τις ενότητες: «Μετασολωμικά συμβάντα», «Ψυχές εν αποδράσει» (Απόστιχα και συνεικόνες για τον Ούγο Φώσκολο), «Aurora borealis», «Χαιρετισμοί», «Οι μυρωδιές της χαρμολύπης» και «Προσωπεία για ένα πρόσωπο».
            Είναι προφανές πως το βλέμμα είναι στραμμένο πρωτίστως στη γενέθλια γη, τα ποιήματα θυμίζουν όλα το πρώτο σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Δηλαδή, μορφή απλή, λιτή, αδρή, σοβαρή, λυρική, βαθιά υπαινικτική. Τα ποιήματα ανά συλλογή είναι στον αριθμό: 7, 7,  9, 4,  7, 7. Σ’ εκείνο το κεντρικό ποίημα με τα εννέα αποσπάσματα το πρώτο έχει αρίθμηση Α΄ και ακολουθούν τρία (1,2,3) ποιήματα. Έπεται  το Β΄ και άλλα τρία ποιήματα (4,5,6) και κλείνει με το Γ΄. Δηλαδή το κεντρικό με τα 9 αποσπάσματα είναι ποίημα με «υπερώο», για να χρησιμοποιήσω τη λέξη του π. Καποδίστρια.  Ήτοι υπάρχει μια γεωμετρία, ισομετρία· 7,7 τα δύο πρώτα, 9 το τρίτο, 7,7 τα δύο τελευταία. Την απόλυτη ισομετρία διαταράσσει το τέταρτο ποίημα με τα τέσσερα αποσπάσματα των «Χαιρετισμών», «προς Εκείνην που / σύγκορμη πήρε Φωτιά / και δεν εκάη».  Αλλά γενικώς τα ποιήματα αυτά μοιάζουν σαν μικρά ιδιότυπα βιογραφικά, απλώς αφιερώματα ψυχής στον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Φώσκολο, γραμμένα από συντοπίτη και ομοϊδεάτη, αλλιώς στρατευμένο στην Αλήθεια και στην αξία των πραγμάτων, ή απλώς παρεμφερώς αγωνιζόμενο για τη σωστή λειτουργία του κόσμου: «Εάν είσαι … / Ο αριστερός Ιησούς/ ω τότε θα με καταλάβεις» (Ο μικρός ναυτίλος 15).  Επιλέγω και απομονώνω ψιχία:

Στο πλάτωμα μέλισσες / στα λιόφυτα μ’ έδεσες…
             ήσκιο στον ήσκιο    

σε Άδη ευρύχωρο και απρόβλεπτο ουρανό

στο καφέ Φλοριάν /δωρεάν μοιράζεσαι/
πλάι στον Ούγο / δεν με προτιμάς…

κι ενώ βολτάρεις / γύρω απ’ τους τάφους / αιχμαλωτίζεις / στη φάκα των λέξεων/ ψυχές εν αποδράσει.

Στο άψε σβήσε / ανθάκια εφήμερα / επιβιώνουν / καθώς λέξεις του συρμού/ επικαθηλώνονται  

υπάρχει Άνοιξη στην τεφροδόχο

Άνοιξη ορθάνοιχτη / όλο χαρές και χάρες

Άλυσες κρότοι / κλειδωνιές χλαλοή / πώς να κρατήσουν /
Τον μεγάλο χορηγό / της Αγάπης στον Άδη;

Μην αντιμιλάς στο φως / ασ’ το να σε διαλύσει

Βοτσαλέψου όσο καιρός / και τόλμα την ελπίδα


Με γλώσσα απλή αλλά όχι καθημερινή, κοσμική αλλά όχι του συρμού (αν και σπανίως ναι), και εκκλησιαστική και ζακυνθινή και με την ωραία παροξύτονη  ντοπιολαλιά πλούσια,  διάπλατα ανοιχτή σε άλλες σφαίρες, ο π. Καποδίστριας απλώνει «Οθόνιον» για την «Πρόθεση» για να  τελέσει θεία λειτουργία και ευχαριστία στη μεγάλη Ποίηση, εκείνη που τον έθρεψε κι εκείνη που ο ίδιος γράφει, κοινωνώντας μας αλήθεια και ελπίδα του μεγάλου χορηγού της Αγάπης.

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email