© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Άρια Κομιανού: Με την τέχνη μαθαίνεις να βλέπεις…

Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή | edromos.gr, 21.5.2013
Όνειρο ζωής ήταν για την Άρια Κομιανού η δημιουργία ενός ιδρύματος που θα «θεράπευε» τη χαρακτική, μια τέχνη στην οποία η ίδια υπέταξε με πρωτόγνωρο πάθος ολάκερη τη ζωή της.
Το Ίδρυμα χάρη στη γενναιόδωρη προσφορά του συνόλου της καλλιτεχνικής και προσωπικής της περιουσίας, στέριωσε πριν από λίγο καιρό στο νησί της Κέρκυρας, γενέθλιο και αγαπημένο τόπο της χαράκτριας καθώς, κατά δήλωσή της, είναι ο τόπος που της πρόσφερε τις πιο δυνατές εικόνες για τη μορφοποίηση της καλλιτεχνικής της έκφρασης. Μιας στέρεης ολιγόλογης έκφρασης που καταπώς λένε οι κριτές της, συνομιλεί επάξια με το έργο που μας κληροδότησαν οι παλιοί μαστόροι της χαρακτικής τέχνης.
«Ολόκληρη η ζωγραφική αποτελείται από πράγματα που παραλείπονται κι από πράγματα που τονίζονται», είχε πει ο Γκόγια. Για να φτάσεις όμως σ’ αυτήν τη συνείδηση, ν’ αγγίξεις το βάθος της αλλά και να χαράξεις τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής σου -εκτός από ανεξάντλητη υπομονή και ασκητική προσήλωση- είναι αναγκαίο να υπάρχει έντονη η σχέση της αγάπης του τεχνίτη με το υλικό του. Όσοι έχουν γνωρίσει την Άρια Κομιανού ή έχουν «σκύψει» στη δουλειά της, αναγνωρίζουν την ειλικρίνεια αυτής της σχέσης αλλά και την απίστευτη «λόξα» της χαράκτριας. Η συζήτηση αν και θα όφειλε να εστιάσει στο νεότευκτο Ίδρυμα «λοξοδρόμησε» κι αυτή, καθώς η χαράκτρια ήθελε να αποφύγει το βάρος που συνεπάγεται η χειρονομία της προσφοράς. Φιλοδοξία όλων πάντως – όπως σημειώνει και ο διευθυντής του νεότευκτου Ιδρύματος Θάνος Χρήστου (αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων) είναι να παίξει ρόλο καθοριστικό στον τομέα της χαρακτικής και να δικαιώσει τις προσδοκίες της καλλιτέχνιδας. Από τούτη εδώ τη θέση και πριν δώσουμε το λόγο στην Άρια Κομιανού ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη και γόνιμη η διαδρομή του Ιδρύματός της.

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

"Τώρα που επέστη ο καιρός της Συνόδου..." Συνέντευξη με τον π. Παντελεήμονα Μανουσάκη για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Για την επικείμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Πεντηκοστής 2016 έχουν γραφτεί πάμπολλα και -κατά τα φαινόμενα- θα γραφτούν ακόμη τα μύρια όσα. Πολλά θετικά και άλλα τόσα πολεμικά, τα οποία δεύτερα πάντως αμαυρώνουν ολοένα την εικόνα της πνευματικής χαράς (και χάριτος) για την αγαπητική συνάντηση επί το αυτό των πνευματικών Πατέρων της απανταχού Ορθοδοξίας, με στόχο κατ' αρχήν την Ενότητα συν όλα τα άλλα, τα οποία αυτή -ως θεόσδοτη εντολή- θα υπαγορεύσει.

Το e-περιοδικό μας, ευρισκόμενο στην έπαλξη της πληροφόρησης για τη μεγάλη και ελπιδοφόρο αυτή διοργάνωση των Πανορθοδόξων, συναντά σήμερα έναν έγκριτο σκαπανέα του θεολογικού και φιλοσοφικού λόγου, έναν κληρικό που διαπρέπει από περίοπτη καθηγητική έδρα της Βοστόνης. Είναι ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μανουσάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας στο College of the Holy Cross, Worcester, MA, USA. Τον ευχαριστούμε για τη χαρά της (επι)κοινωνίας και για την καλοσύνη να απαντήσει σε μερικά ερωτήματα, που -θεωρούμε- απασχολούν το κοινό μας. Ακολουθεί πλήρης η συνέντευξη που μας παραχώρησε.

π. Π. Κ.


π. Παναγιώτης Καποδίστριας: Πανοσιολογιώτατε π. Παντελήμον, η επί θύραις Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, στοιχούμενη στην επιθυμία του Κυρίου Ιησού "ίνα ώσιν έν", αποβλέπει εντέλει στην Ενότητα. Ποιος άραγε φοβάται την Ενότητα των Oρθοδόξων και πώς χρειάζεται να αντιμετωπισθεί από την ίδια την επικείμενη Σύνοδο;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Πράγματι, π. Παναγιώτη, ίσως η Ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών να φοβίζει κάποιους. Το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί. Είναι εκείνοι που έχουν γεμίσει το διαδίκτυο (μια και δεν έχουν άλλη θεσμική ιδιότητα) με κείμενα και σχόλια εναντίον της Συνόδου; Είναι εκείνοι που, καταχρώμενοι την θεσμική θέση τους, οργανώνουν ημερίδες και εξάγουν ψηφίσματα εναντίον της Συνόδου; Νομίζω πως όχι. Και αυτοί μεν φοβούνται, αλλά όχι την ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Φοβούνται, τουναντίον, το έλλειμμα ενότητος, ή μάλλον την ελλειμματική και ελαττωματική ενότητα, την οποία η προσπάθεια της σύγκλησης της παρούσας Συνόδου έχει αποκαλύψει με κραυγαλέο τρόπο. Για όσο καιρό οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν είχαν συνέλθει συνοδικώς, αλλά η καθεμία εξ αυτών βίωνε την αυτοκεφαλία της ωσάν να ήταν αυτάρκης στην απομόνωσή της, φροντίζοντας μόνο τα του οίκου της, ήταν εύκολο να μιλά κανείς για την θρυλούμενη ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ενότητα η οποία υποτίθεται ερειδόταν στην κοινή πίστη και στο κοινό λειτουργικό. Τώρα, όμως, που επέστη ο καιρός της Συνόδου, και άρα καλείται η κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία να εξέλθει του οίκου της προς συνάντηση των άλλων αδελφών της, τώρα ανέκυψαν και συνεχίζουν να ανακύπτουν προβλήματα, τα οποία -κατ' εμέ- υπογραμμίζουν με τον πλέον δραματικό τρόπο πως η λεγόμενη Ενότητα των Ορθοδόξων έπασχε και πάσχει, ακριβώς διότι ούτε η κοινή πίστη ούτε η κοινή λειτουργική ζωή επαρκούν για να λειτουργήσουν ως εγγυητές της ενότητος, εφ' όσον δεν υποστασιοποιούνται στο πρόσωπο ενός Πρώτου.
            π. Παν. Καποδίστριας: Εξηγήστε μας, παρακαλώ, πώς εννοείτε την θέση του Πρώτου στην πολυπόθητη Ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων.
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Έχω γίνει κουραστικός να γράφω περί του πρωτείου. Ήδη από το 2013, στα κείμενά μου “Primacy and Ecclesiology: The State of the Question” και “Το Πρωτεύον Πρόβλημα του Πρώτου” (στην Νέα Ευθύνη) διέγνωσα το έλλειμμα ενότητος στον Ορθόδοξο κόσμο. Έκτοτε έχω γράψει σειρά άρθρων κι ένα μικρό βιβλίο (For the Unity of All), στα οποία παραθέτω τα επιχειρήματά μου περί του πρωτείου. Τα επιχειρήματα αυτά είναι εν πολλοίς θεωρητικά—βασίζονται, δηλαδή, στην θεολογία και την εκκλησιολογία της παραδόσεώς μας. Η σύγκληση, όμως, της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου μάς προσέφερε απτά επιχειρήματα, που επιβεβαιώνουν την απωλεσθείσα ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κινδυνεύει, όπως γνωρίζετε, η επιτυχία της Συνόδου από τις έριδες μεταξύ αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας προέβαλε μέχρι προσφάτως ως προϋπόθεση της συμμετοχής και παρουσίας του προκαθημένου του στην Σύνοδο την επίλυση του θέματος του Κατάρ, το οποίο στάθηκε η αφορμή για την διακοπή της κοινωνίας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Το Πατριαρχείο Σερβίας, παρομοίως, θέλει να φέρει ενώπιον της πανορθοδόξου Συνόδου την δική του έριδα με το Πατριαρχείο Ρουμανίας για την περιοχή Τιμόκ. Δεν μπορεί ολόκληρη η Ορθόδοξος Εκκλησία να καθίσταται όμηρος της οποιασδήποτε τοπικής Εκκλησίας.
            Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες και έχει προβεί σε μεγάλες παραχωρήσεις σε ότι αφορά τις δικές του σχέσεις με άλλες εκκλησίες αλλά και γενικότερα (π.χ., το πρόβλημα του προκαθημένου της Τσεχίας), προκειμένου να προχωρήσει η Ορθόδοξος Εκκλησία απρόσκοπτα το δρόμο προς την Πεντηκοστή. Όταν, όμως, οι τοπικές εκκλησίες αρνούνται το ουσιαστικό πρωτείο του Οικουμενικού Θρόνου (χάριν ενός κακώς εννοουμένου “πρωτείου τιμής”), στερούν και από τους εαυτούς τους την δυνατότητα μιας ειρηνικής επίλυσης των διμερών προβλημάτων τους.
            Υπό αυτήν την έννοια, θεωρώ πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος έχει ήδη πετύχει πριν καν συνέλθει. Διότι η σύγκλησή της και μόνον κατέδειξε το έλλειμμα ενότητος εντός του Ορθοδόξου κόσμου. Όταν, συν Θεώ, συνέλθουν επί το αυτό οι Συνοδικοί Πατέρες σε μερικές εβδομάδες, το θέμα συζήτησης θα είναι ένα—έστω και αν δεν έχει κατονομασθεί: η Ορθόδοξη Ενότητα. Και άνευ Πρώτου δεν μπορεί να υπάρξει παρά μια εύθραυστη ενότητα, έρμαιη της κάθε διένεξης και δυσκολίας.
            π. Π. Καποδίστριας: Πώς ερμηνεύετε τέτοιας έκτασης σκεπτικισμό από διάφορες πλευρές ως προς τη σύγκληση της μεγάλης Συνόδου, όταν η Ορθοδοξία αυτοφημίζεται συνήθως για την ανοικτότητα και την εξωστρέφειά της;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Κάθε τι που φέρει την σφραγίδα του Χριστού —και ασφαλώς και η Εκκλησία και η παρούσα Σύνοδος— είναι αναγκαίο να χαρακτηρίζεται από τα λόγια της προφητείας του θεοδόχου Συμεών πως “οὗτος κεῖται εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον” (Λκ. 2:34). Αναπόφευκτα θα γινόταν και η παρούσα Σύνοδος σημείον αντιλεγόμενον, το οποίο μας αποκαλύπτει τους μάταιους διαλογισμούς πολλών καρδιών (Λκ. 2:35). Ακούσθηκαν πολλές απόψεις, οι οποίες, κατά την μακρόχρονη περίοδο της υπνώττουσας Συνοδικότητος της Εκκλησίας, δεν είχαν βγει στην επιφάνεια.
            Ακούσαμε, για παράδειγμα, πως κριτήριο της ενότητος της εκκλησίας δεν είναι ο επίσκοπος αλλά ο «άγιος,» ο «θεόπνευστος» κ.ο.κ. Όταν τέτοιες απόψεις εκφράζονται μάλιστα απο χείλη επισκόπων απορεί κανείς για το αν κατανοούν πως αυτοακυρώνονται. Το πνευματικό χάρισμα (μια και εδώ μιλάμε για την αγιότητα με την πολύ στενή σημασία) δεν μπορεί να αυτονομηθεί απο το θεσμό της Εκκλησίας. Το παράδειγμα της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι χαρακτηριστικό: η ασκητική της θα ήταν μάταιη δίχως την θεία κοινωνία που της προσέφερε ο πατήρ Ζωσιμάς, δίχως, δηλαδή, την ένταξή της στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Είναι γελοίες (και το χειρότερο, θεολογικώς επικίνδυνες) οι αφελείς εκείνες απόψεις που θέλουν την συμμετοχή στην Σύνοδο να περιορίζεται μόνο σε αγίους, θεοφόρους, θεόπνευστους κ.λπ., αρχιερείς. Όσοι σκανδαλίζονται από την ενσάρκωση της Εκκλησίας μπορούν να ασπαστούν και ανοιχτά τον Γνωστικισμό τον οποίον εμμέσως ομολογούν, και να δημιουργήσουν κοινότητες καθαρών και αγίων.
            Αλλά και τέτοιες απόψεις, ακόμα, αποτελούν μια θετική εξέλιξη στον βαθμό που μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε κατάματα θέματα, που για καιρό είχαμε επιλέξει να αποφεύγουμε. Με την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ανοίγεται ένας θεολογικός διάλογος εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ένας διάλογος με τον εαυτό Της, ένας διάλογος που ίσως Της επιτρέψει να αρθρώσει ουσιαστικό λόγο προς τον κόσμο.
            Το πρόβλημα, για μένα, βρίσκεται μόνο στην επιθυμία να αποφευχθεί η παρούσα Σύνοδος με οποιαδήποτε πρόφαση, επειδή κάποιοι ίσως φοβούνται πως η Σύνοδος θα ανοίξει (όπως έχει ήδη κάνει) παράθυρα που έχουν μείνει απ᾽αιώνων κλειστά. Εσείς, ως ποιητής, γνωρίζετε το ποίημα του Αλεξανδρινού για τα παράθυρα: “ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία, / ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.” Είναι δυνατόν, όμως, για τον οποιοδήποτε Χριστιανό να επιλέγει να ζει στο σκοτάδι, όσο και αν μας βολεύει στο βαθμό που αποκρύπτει από τα μάτια μας ό,τι βρίσκουμε δυσάρεστο ή αποκρουστικό; Είναι δυνατόν η Εκκλησία του Χριστού, του φωτός του αληθινού του φωτίζοντος “πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον” (Ιω. 1:9), να φοβάται το φως;
            π. Π. Καποδίστριας: Κατά τη γνώμη σας θα αποτελέσει η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος συνέχεια των Οικουμενικών Συνόδων και ποια η θέση των αποφάσεων των ενδιάμεσων Συνόδων μετά το Σχίσμα;
            π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Ο πρωταρχικός σκοπός της Συνόδου της Πεντηκοστής του 2016, όπως τον αντιλαμβάνομαι, δεν είναι να προστεθεί μία Οικουμενική Σύνοδος στην σειρά των Συνόδων της πρώτης χιλιετίας, αλλά το να επανακτήση η Ορθόδοξος Εκκλησία και στο πανορθόδοξο επίπεδο το ζην συνοδικώς. Η ιστορία θα κρίνει το ποιά είναι η θέση της παρούσας Συνόδου στην ζωή και στην πορεία της Εκκλησίας. Νομίζω, όμως, πως η ιστορία της Εκκλησίας χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, χωρίς τούτο να σημαίνει στασιμότητα. Η συνέχεια στην οποία αναφέρομαι κατορθώνει να συνενώσει δύο στοιχεία που ίσως φανούν αντιφατικά εκ πρώτης όψεως, δηλαδή, την ταυτότητα και την εξέλιξη της Εκκλησίας. Δεν νομίζω πως θα ήταν σωστό να κριθεί η επί θύραις Σύνοδος υπό το φως μιας αρχαιολογικής προοπτικής, δηλαδή, υπό το πρίσμα του παρελθόντος, αλλά θα πρέπει να αξιολογηθεί με την ματιά του μέλλοντος, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να γίνει κατά την παρούσα στιγμή. Όλα τα πράγματα στην ιστορία, μας λέει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, ακολουθούν το τρίπτυχο σκιά – εικόνα – αλήθεια. Η αλήθεια των πραγμάτων βρίσκεται στα έσχατα. Το παρόν εικονίζει την αλήθεια και αληθεύει στο βαθμό ακριβώς που εικονίζει με πιστότητα την εσχατολογική αλήθεια. Θα ήταν παρακινδυνευμένο για μας σήμερα να αποπειραθούμε μια αποτίμηση της Συνόδου πριν καν μάλιστα αποπερατώσει το έργο της.
            Σίγουρα στην συζήτηση αυτή δεν έχουν θέση τα επιχειρήματα που προσπάθησαν να πλήξουν το κύρος της Συνόδου επί της βάσεως πρακτικών ζητημάτων, όπως για παράδειγμα, του αριθμού των συμμετεχόντων επισκόπων. Έγραψα και αλλού πως η ιστορία των επτά Οικουμενικών Συνόδων καθιστά σαφές πως δεν συμμετείχαν όλοι οι ανά την οικουμένη επίσκοποι, ούτε θα ήταν και πρακτικά δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Το ερώτημα για το αν θα μπορούσε να θεωρηθεί μια Σύνοδος Οικουμενική εφ᾽ όσον δεν συμμετέχουν σε αυτήν άλλες Χριστιανικές ομολογίες είναι για μένα ανοικτό και παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Θα πρέπει κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνει μια νηφάλια συζήτηση για το πώς επισήμως (διότι ακούμε πολλές και αντικρουόμενες απόψεις) θεωρεί η Ορθόδοξος Εκκλησία αυτές τις Χριστιανικές ομολογίες, με τις οποίες δεν βρίσκεται σε ευχαριστιακή κοινωνία.
            π. Π. Καποδίστριας: Το ερώτημα όμως που γεννάται είναι αν μιλάμε για σχίσματα, για αιρέσεις ή για ένα συνδυασμό των δύο; Και ποια η διαβάθμιση των δύο αυτών καταστάσεων;
           π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία, φυσικά, δεν μπορώ να δώσω απαντήσεις (ούτε θα ενδιέφερε κανέναν η δική μου απάντηση), αλλά είναι και ερωτήματα τα οποία με βασανίζουν, αναλογιζόμενος πως η αίρεση προσβάλλει μεν την πίστη, το σχίσμα όμως πληγώνει την αγάπη και ίσως, υπό το πρίσμα της ιεράρχησης που μας προσφέρει ο απόστολος Παύλος, όπου μείζων της πίστεως η αγάπη (Α´ Κορ. 13:13), να είναι το σχίσμα μεγαλύτερο κακό στο εκκλησιαστικό σώμα από την αίρεση. Το κείμενο της παρούσας Συνόδου για τις Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον δεν εξετάζει, κατά την γνώμη μου, σε ικανοποιητικό βάθος τα ερωτήματα αυτά. Είναι, όμως, ένα πρώτο θεμιτό και θετικό βήμα προς την σωστή κατεύθυνση.
          π. Π. Καποδίστριας: Ευχαριστώ πολύ για την καλοσύνη Σας, να απαντήσετε στα ερωτήματά μας και Σας εύχομαι ό,τι Αισιότερο!
          π. Παντελεήμων Μανουσάκης: Κι εγώ Σας ευχαριστώ!

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Από το Α έως το Ω: Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΛΑΤΣΟΥ | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ | 2.2.2015


Συναντηθήκαμε το καλοκαίρι στο γραφείο της στην Πλάκα. Ευδιάθετη και φιλόξενη, αποκρίνεται στο γνωστό μας παιχνίδι αυθόρμητων συνειρμών με διαβρωτικό χιούμορ, ευθείες απαντήσεις και υπέροχες αφηγήσεις. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι μια χαρισματική προσωπικότητα, μια αειθαλής δασκάλα που απολαμβάνει κανείς να ακούει, μια δυναμική γυναίκα που δεν διστάζει να συγκρουστεί με την καθεστηκυία άποψη όταν δηλώνει ότι «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους». Παράλληλα, λύνει μια μεγάλη παρεξήγηση: «Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία», ενώ συμβουλεύει τους νέους «να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Απώλεια: «Πραγματική απώλεια είναι όταν οι γυναίκες κρύβουν τα χρόνια τους και χάνουν αναμνήσεις. Είναι αυτό που έλεγε ο Τσαρούχης: μια κυρία όλο και έκοβε τα χρόνια της στα γενέθλιά της, οπότε, κάποια στιγμή, εκείνος της ευχήθηκε να τα μηδενίσει!».

Βαρβαρότητα: «Το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει καλύτερους τους ανθρώπους είναι να ξέρουν τον διπλανό τους. Να μάθουν να αναγνωρίζουν το δίκιο και στον διπλανό τους. H γνώση του Άλλου είναι αυτό που καθιστά κάποιον μη βάρβαρο. Η αποδοχή της αλήθειας του Άλλου εκπολιτίζει τον άνθρωπο».

Γεννήθηκα: «Από τα έξι παιδιά της οικογένειάς μου, είμαι το μόνο παιδί που γεννήθηκα στην Αθήνα, στον Βύρωνα. Από τον τελευταίο μου αδερφό έχω έξι χρόνια διαφορά και από τον μεγαλύτερο δεκαπέντε. Οι γονείς μου ήρθαν από τη Μικρά Ασία το ‘22. Η μάνα μου, πρόσφυγας τότε, χωρίς σπίτι, χωρίς λεφτά, ήθελε να «με ρίξει», όπως λέγανε τότε. Η μαμή της περιοχής, η κυρία Ξηρουχάκη, της είπε: «Βρε, Καλλιρόη, μπορεί αυτό το παιδί να είναι το καλύτερο». Ε, ήταν και θεοφοβούμενη η μάνα μου και τελικά με άφησε και γεννήθηκα. Τη μέρα που γεννήθηκα, δηλαδή 28 προς 29 Αυγούστου του 1926, ο πατέρας μου είχε βάλει την οικογένειά του σε κάτι καράβια. Και τα δύο βούλιαξαν στις Φλέβες, στη Βουλιαγμένη, τη μέρα που γεννήθηκα. Και έτσι ήμουν το ‘μικρό και το γρουσούζικο’ της οικογένειας».

Δώρο: «Εμείς λέμε ‘δώρο Θεού’. Και, όντως, θεωρώ πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ένα δώρο Θεού. Το τι το κάνει μετά είναι άλλη ιστορία. Τώρα, το πρώτο θεϊκό δώρο είναι η ανθρωπιά. Φέρουμε τον Θεό μέσα μας, αρκεί να είμαστε σε θέση να το συνειδητοποιήσουμε».

Ελλάδα-Εμφύλιος: «Αν υπάρχει μία κατάρα μεγάλη στην Ελλάδα, αυτή είναι η διχόνοια. Αν θέλομε να αποδείξουμε, με κάποιο τρόπο, ότι έχουμε σχέση με τους αρχαίους Ελληνες, είναι μόνο αυτό. Από τον διχασμό, στην αρχαιότητα δεν έμεινε κανένας όρθιος. Αυτός ο διχασμός, η διχόνοια, ο εμφύλιος είναι η καθημερινότητά μας. Η Ελλάδα, ως πνεύμα, είναι συνώνυμη με αυτή την εριστική, εμφυλιακή τάση».

Ζορίζομαι: «Με τον χρόνο. Γιατί, ναι μεν ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη επινόηση, αλλά, από την άλλη μεριά, είναι σίγουρο ότι όλη η οργάνωση ενός ανθρώπου, σε επίπεδο καθημερινότητας, είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Ολοι έχουν όνειρα στη ζωή για το τι θα κάνουν σε δέκα χρόνια, που θα πάνε διακοπές σε έξι μήνες, ποιον θα ερωτευθούν, αλλά το θέμα είναι πως τα βγάζεις πέρα την κάθε μέρα. Ε, εδώ ζορίζομαι πολύ γιατί η μέρα έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες».

Ήρωες: «Αν υποφέρει από κάτι η παιδεία μας σήμερα, είναι ότι οι μόνοι ήρωές μας είναι οι ποδοσφαιριστές και οι τηλεπαρουσιαστές. Η έννοια του ήρωα είναι προφανώς υποβαθμισμένη. Ο Βολταίρος είχε γράψει κάτι σπουδαίο: ‘Δεν θεωρώ ήρωες τους πολεμιστές-καταστροφείς των πόλεων, αλλά αυτούς που έχουν πολεμήσει για τα δικαιώματα του ανθρώπου’. Επίσης, αν ξέραμε καλά την ιστορία, θα είχαμε διαγράψει πολλούς ‘ήρωες’ και κατά συνέπεια θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλοίων που φέρουν τα ονόματά τους. Ηρωες είναι αυτοί που η ιστορία έχει καταγράψει ως ήρωες, άσχετα αν ήταν ηρωικοί ή όχι».

Θεός: «Στη Γαλλία, με ρωτούν συχνά οι δημοσιογράφοι: ‘Υπάρχει Θεός;’, και απαντώ: ‘Δεν θα πω ποτέ ότι δεν υπάρχει’».

Θαύμα: «Στα Γαλλικά, σε αντίθεση με τα Ελληνικά, ο ‘έρωτας’ και η ‘αγάπη’ είναι η ίδια λέξη (amour). Το θαύμα είναι να μην είσαι υποχρεωμένος να διαλέξεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο, αλλά τα δύο να είναι ένα. Ακούω να λένε, ‘όταν πεθαίνει ο έρωτας, μένει η αγάπη’. Μα, η αγάπη δεν είναι παρηγόρια».

Ιστορία: «Μικρή θυμάμαι ήμουν αντάρτικο παιδί. Στο Βύρωνα, που μέναμε, κάναμε διάφορα. Για παράδειγμα, τεντώναμε ένα σκοινάκι χαμηλά από τη μία άκρη του δρόμου στην άλλη και όποιος πέρναγε, σκοτωνόταν. Μετά, το αφήναμε κάτω, όπου δεν φαινόταν μέσα στο χώμα και τα χαλίκια, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Φαντάσου, παίζαμε τόσο ελεύθερα και ανέμελα, γιατί δεν περνούσε ούτε δείγμα αυτοκινήτου».

Καλοσύνη: «Μία από τις μεγάλες βυζαντινές αρετές είναι η φιλανθρωπία, με την έννοια της κατανόησης του Άλλου. Ένα από τα αυτοκρατορικά σύμβολα στο Βυζάντιο είναι η ακακία ή ανεξικακία, που θεωρείται μιμητής Θεού. Η καλοσύνη είναι να είσαι μιμητής Θεού».

Λάθη: «Το μόνο λάθος μου ή μάλλον η μόνη έγνοια που μπορεί να με κάνει να πετάγομαι κάποια βράδια στον ύπνο μου είναι ότι μπορεί να έχω κάνει το λάθος να έχω ταπεινώσει ανθρώπους που εξαρτώνται από μένα -είτε το κατάλαβα, είτε όχι».

Μητρότητα: «Οι μόνες ιδιότητες που αναγνωρίζω στον εαυτό μου είναι ότι είμαι μάνα και δασκάλα».

Ματαρόα: «Α, έλα να λύσουμε επιτέλους αυτή την παρεξήγηση. Δεν έφυγα με το Ματαρόα! Δέκα χρόνια μετά πήγα στη Γαλλία».

Ντροπή: «Είχα αρχίσει το κάπνισμα στα δώδεκα-δεκατρία μου. Καταλαβαίνεις ότι κρυβόμουν για να καπνίσω. Αυτό συνεχίστηκε στην Αντίσταση και στη Γαλλία, όπου δίδασκα και κάπνιζα τέσσερα πακέτα Gauloises την ημέρα. Αυτή ήταν η ντροπή μου τότε. Το έκοψα το 1975 και πια δεν έχω καμία ντροπή».

Νέα Γενιά: «Κάθε γενιά είναι νέα και οι χαμένοι παράδεισοι είναι δικαίωμα των γέρων. Ολες οι ωραίες κυρίες που ήταν κάποτε Ταναγραίες, γίνανε έπειτα γραίες». (γελάει)

Ξένος: «Είμαι στην Αμερική και προεδρεύω σε ένα μεγάλο μουσείο. Πολλά χρόνια πριν, μετά την Κατοχή, ένας ανιψιός του πατέρα μου, που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική, του στέλνει σε ένα φάκελο εκατό δολάρια. Ο πατέρας μου από δω τα πήγαινε, από κει τα έφερνε, δεν ήξερε τι να τα πρωτοκάνει. Κάποια στιγμή, πεθαίνει ο πατέρας μου, και κανείς μας δεν ήξερε που ήταν τα εκατό δολάρια, που τόσο είχαμε ανάγκη. Και να, που χρόνια μετά, στην Αμερική πάλι, σε αυτό το μουσείο, εγώ, η ξένη, να υπογράφω ως Ελένη Αρβελέρ για την αγορά ενός πίνακα μια επιταγή τρία εκατομμύρια δολάρια».

Όνειρα: «Αν είχα να δώσω μια συμβουλή στους νέους, θα ήταν να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».

Πολιτική και Πολιτικοί: «Από παιδί, όταν υπέφεραν οι δικοί μου από τη Μικρασιατική καταστροφή, εγώ άκουγα πάντα στο σπίτι μου ότι είναι δύο τα θηλυκά κακά που μας κατέστρεψαν: η ιστορία και η πολιτική. Τώρα, ό,τι και να κάνει κανείς είναι πολιτική –και δεν είναι ανάγκη να είναι πολιτικάντης. Από τη στιγμή που οι πράξεις μας αφορούν και κάποιον άλλον, είμαστε πολιτικά όντα. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί πρέπει να σκέφτονται τον Άλλον και όχι τον εαυτό τους».

Ρατσισμός: «Είμαστε οι πιο μεγάλοι ρατσιστές της Ευρώπης. Και αυτό γιατί θεωρούμε τον εαυτό μας καλύτερο από τους άλλους».

Σημείο Μηδέν: «Το να μην ξέρεις που πας, να κάνεις πράγματα που δεν ελέγχεις και να λες ότι φταίει πάντα ο άλλος. Αυτές οι πρακτικές σε καθηλώνουν και δεν πας πουθενά. Μένεις στο μηδέν, δηλαδή».

Τραύμα: «Όταν έχεις πάθει ένα τραύμα, δεν μπορείς ποτέ να το ξεχάσεις. Είναι όπως το λάστιχο, το οποίο κάθε φορά που το τεντώνεις, δεν επανέρχεται ποτέ στην αρχική του θέση –είναι κάθε φορά λίγο πιο χαλαρωμένο. Ε, και το τραύμα ομοίως σου αφαιρεί δυνάμεις, είτε σωματικές είτε πνευματικές-ψυχικές. Και από τα τραύματά του δεν γλιτώνει κανείς. Και, βέβαια, το μεγαλύτερο τραύμα είναι η ζωή, γιατί είναι, εντέλει, θανάσιμο».

ΥΠΠΟ: «Δεν απαντώ».

Φόβοι: «Άκου, πέρασα την Κατοχή. Όταν με έπιασαν οι Ταγματασφαλίτες που ήταν με τους Γερμανούς, με άφησαν κάποια στιγμή στο Παγκράτι. Είχα να ανέβω μια ανηφόρα. Καθώς προχωρούσα, ήμουν σίγουρη πως θα μου ρίξουν από πίσω. Όταν, πια, πέρασα το οπτικό τους σημείο και δεν μπορούσαν πια να μου ρίξουν, κουτρουβάλησα την κατηφόρα». 

Χρήματα: «Καμία σχέση. Δεν ξέρω ούτε να μετρώ! Σκέψου, έφερα εδώ κάτι οικονομίες μου, όταν όλοι κοίταγαν να βγάλουν τα χρήματά τους έξω. Προέδρευα στο Pompidou, το οποίο είχε προϋπολογισμό πενήντα εκατομμύρια φράνκα -χωρίς να υπολογίσουμε τα χρήματα που μας έδιναν για να αγοράσουμε πίνακες- και δεν ήξερα πόσα μηδενικά ήταν μπροστά στα μάτια μου κάθε φορά. Δεν είναι τα χρήματα το φόρτε μου! Μολονότι λέω πως όποιος έχει το χρήμα, έχει και το σχήμα».

Ψέματα: «Το ψέμα δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας. Αυτό είναι ψέμα. Το ψέμα είναι αυθύπαρκτο. Επίσης, είναι αυτό που κρατά ανθρώπους όρθιους. Δείτε τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας. Είμαστε αυτοψεύτες».

Ωραίοι Έλληνες: «Ε, όχι, φτάνει πια! Οι Ελληνες είναι τόσο ωραίοι, όσο είναι και οι υπόλοιποι άνθρωποι».

* INFO: Από τον Οκτώβριο του 2014, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ «Εικασίες, Βεργίνα-Αμφίπολη» (εκδόσεις Ερμής).

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Στα πλαίσια της παροχής ανθρωπιστικής παιδείας και της μεταλαμπάδευσης αρχών, αξιών και ιδεωδών στους νέους σε χαλεπούς καιρούς, η δημοσιογραφική ομάδα των Εκπαιδευτηρίων Μπακογιάννη, με συντονιστή και υπεύθυνο το φιλόλογο κύριο Δασταυρίδη Αναστάσιο και μέλη της τους μαθητές Αντωνίου Θεοδώρα, Ευθυμιάδη Κωνσταντίνο, Παπουτσόγλου Βασίλειο, Τσούτσα Ελένη, Χαλίτσιου Ελένη και Χαρμάνη Γεωργία συνεχίζει το έργο της. Στην προσπάθεια εύρεσης απαντήσεων στις θρησκευτικές τους αναζητήσεις ήρθαν σε επαφή με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος τιμώντας το έργο τους παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη.

Σε ποια ηλικία πήρατε την απόφαση να αφιερώσετε τη ζωή σας στην εκκλησία και κάτω από ποιες επιρροές;

Γεννήθηκα και µεγάλωσα, όπως ξέρετε, στην Ίµβρο, ένα νησί που το χαρακτήριζε πάντα η γνωστή νησιώτικη θεοσέβεια. Οι Ίµβριοι είναι ευσεβείς και παραδοσιακά πολύ φιλακόλουθοι άνθρωποι. Αγαπούν την Εκκλησία, τους ιερείς τους, το Μητροπολίτη τους, τα εξωκκλήσια τους, τις ιερές εικόνες, τη νηστεία, την προσευχή, τη λειτουργία, τον εσπερινό, όλες τις ιερές ακολουθίες. Αν έχετε διαβάσει Παπαδιαµάντη θα καταλάβετε. Η πνευµατική ατµόσφαιρα της Ίµβρου ήταν καθαρά Παπαδιαµαντική. Μεγαλώνοντας σε µια τέτοια ατµόσφαιρα, τόσο µέσα στο σπίτι µας, όσο και στο χωριό µας και σ” όλο το νησί, και έχοντας µπροστά στα µάτια µου διαρκώς έναν καλό ιερέα εφηµέριό µας, φυσικό ήταν να γεµίσει από νωρίς η παιδική ψυχή µου µε βιώµατα ιερά. Πήγαινα στο ιερό, βοηθούσα τον π. Αστέριο (έτσι τον έλεγαν τον παπά µας) σαν παπαδάκι, τον συνόδευα ακόµη και στα εξωκκλήσια που πήγαινε για Λειτουργία. Χαιρόµουν! Ένιωθα έντονη την παρουσία της χάριτος του Θεού! Έτσι, από µικρός είχα την επιθυµία να ιερωθώ και να διακονήσω τον Χριστό και την Εκκλησία. Δεν πέρασε από το µυαλό µου ότι θα µου ταίριαζε καλύτερα κάτι άλλο. Έτσι έλαβα πολύ νωρίς τις αποφάσεις µου, µε την ευλογία και πατρική συµπαράσταση του µακαριστού Μητροπολίτου µας Μελίτωνος, του Γέροντός µου.

Πόσο δύσκολη είναι η πνευµατική και θρησκευτική καθοδήγηση 300.000.000 χριστιανών έχοντας ως έδρα µία περιοχή που κυριαρχεί η µουσουλµανική θρησκεία και ποια η σχέση της ορθόδοξης εκκλησίας µε το κοσµικό κράτος της Τουρκίας;

Ο Οικουµενικός Πατριάρχης είναι βεβαίως ο Πρώτος της Ορθοδοξίας, αλλά η ευθύνη για την πνευµατική καθοδήγηση του συνόλου των πιστών είναι κατανεµηµένη στους κατά τόπους Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες και Επισκόπους. Ο δικός του ο ρόλος είναι ρυθµιστικός και συντονιστικός, πέραν της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας είναι ο ίδιος Ποιµενάρχης. Από το Φανάρι πάντοτε επαγρυπνεί και επισκοπεί, παρακολουθώντας αν όλα προχωρούν κατά το θέληµα του Θεού και την εκκλησιαστική ευταξία, τόσο στο κλίµα του Πατριαρχείου, όσο και στις άλλες Αυτοκέφαλες και Αυτόνοµες Έκκλησίες. Όµως η ευθύνη του είναι θεσµική και γενικότερη. Και βεβαίως το βάρος της είναι τεράστιο.

Όσον αφορά στις σχέσεις µας µε το κοσµικό κράτος της Τουρκίας, όπως συµβαίνει µε όλες τις Εκκλησίες που ευρίσκονται σε κοσµικά κράτη, οι ρόλοι µας είναι απολύτως διακριτοί. Δεν υπεισερχόµεθα σε ζητήµατα πολιτικά. Είµεθα καθαρά πνευµατικός οργανισµός και προσπαθούµε να κάνουµε το ιερό έργο µας εντός των ορίων µας, χωρίς να σκανδαλίζουµε κανέναν ή να δίνουμε αφορµές για προβλήματα. Ως πολίτες της Χώρας εκτελούμε επιμελώς τα καθήκοντά μας. Καταβάλλουμε φόρους, υπηρετούμε στον στρατό, διότι η θητεία είναι υποχρεωτική, ψηφίζουμε στις εκλογές, τιμούμε τις αρχές του Κράτους, πειθόμεθα στους νόμους. Όσες φορές πάλι αισθανόμεθα ότι αδικούμεθα και μάλιστα ως Ομογένεια, διεκδικούμε νομίμως τα δίκαιά μας και επιθυμούμε να μην θεωρούμεθα πολίτες υποδεέστεροι άλλων. Εν ανάγκη προσφεύγουμε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Πώς βλέπετε το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη και ευρύτερα στην περιοχή της Τουρκίας;

Είναι αλήθεια ότι ζήσαμε στο παρελθόν πολύ δύσκολες καταστάσεις, εξ αιτίας των οποίων οι αριθμοί μας συρρικνώθηκαν δραματικά. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η ατμόσφαιρα να αλλάζει σημαντικά, με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον η δυνατότητα όχι μόνο να μην φύγουν και άλλοι ομογενείς για το εξωτερικό, αλλά και πολλοί να επιστρέψουν πίσω και να ζήσουν ξανά εδώ που ευρίσκονται οι ρίζες τους. Είναι κάτι που και ως Εκκλησία το επιθυμούμε και το ενθαρρύνουμε. Εξ άλλου, πολλοί έχουν έλθει από την Ελλάδα, χωρίς να κατάγονται από την Πόλη η άλλη περιοχή της Χώρας, και δραστηριοποιούνται εδώ είτε σε επιχειρήσεις είτε, κυρίως, στην εκπαίδευση. Έχουμε λ.χ. πολλούς Έλληνες Καθηγητές σε Τουρκικά Πανεπιστήμια και στην Πόλη, και στη Σμύρνη, και στην Άγκυρα, και αλλού. Ακόμη, αρκετοί ομογενείς επιστρέφουν στην Ίμβρο, τουλάχιστον τα καλοκαίρια, ανακαινίζουν τα σπίτια τους, νιώθουν ξανά τη χαρά της παλινοστήσεως.

Σας φοβίζει η εξάπλωση του τζιχάντ και δη με τη χρήση απάνθρωπων και βίαιων μεθόδων και πρακτικών;

Ο θρησκευτικός φανατισμός είναι επικίνδυνος για όλες τις Θρησκείες, ιδιαιτέρως όταν κυκλοφορεί ένοπλος. Ναι, είναι επικίνδυνοι οι τζιχαντισταί. Θυμηθείτε όμως και τον Τριακονταετή Πόλεμο, τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου τα αίματα στη Βόρειο “Ιρλανδία. Η ρίζα του κακού δε διαφέρει. Ό φανατισμός είναι τύφλωσις ψυχής, σωστός δαιμονισμός, σε όποια Θρησκεία κι αν αναφύεται. Προσευχόμεθα λοιπόν να επικρατήσει η λογική, η ψυχραιμία, η ανεκτικότητα και ο σεβασμός του συνανθρώπου, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Πως θεωρείτε ότι θα εξελιχθεί το ζήτημα της επαναλειτουργίας της ιερατικής σχολής της Χάλκης;

Σαραντατρία χρόνια η Θεολογική μας Σχολή είναι πλέον κλειστή, παρά τη θέλησή μας και παρά τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις μας. Και παρά τη συμαράσταση πολλών ανά την οικουμένη ανθρώπων καλής θελήσεως, που έχουν ενώσει τη φωνή τους με τη δική μας, τίποτε μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει. Μας έχουν βεβαίως κατ” επανάληψη δώσει διαβεβαιώσεις και ελπίδες ότι συντόμως, σήμερα-αύριο, θα ανοίξει. Όμως μετά από λίγο αυτές διαψεύδονται. Πρόκειται ασφαλώς περί καταφώρου παραβιάσεως βασικού ανθρωπίνου δικαιώματός μας, του να μορφώσουμε τους λειτουργούς και τους Θεολόγους της Εκκλησίας μας στον χώρο μας. Παρά ταύτα δεν απελπιζόμεθα. Έχει ο Θεός! Όπως είδαμε και ζήσαμε πολλά θαύματα μέχρι σήμερα, ευελπιστούμε ότι θα το ζήσουμε και αυτό!

Ποια η γνώμη Σας για τη σημερινή κατάσταση του ιερού ναού­ συμβόλου της ορθοδοξίας, της Αγίας Σοφίας;

Εάν δεν είναι δυνατόν να ξαναγίνει αυτό που εξ αρχής ήταν, δηλ. ναός Χριστιανικός, το οποίο και ασφαλώς θα θέλαμε, προτιμούμε να μείνει όπως είναι, δηλ. Μουσείο, ώστε να είναι προσιτό σε όλους.

Τι πράττει η εκκλησία σήμερα για να προσελκύσει τους νέους στους κόλπους της;

Πολλά! Εδώ οι σχέσεις μας με τους νέους και τα παιδιά είναι πολύ θερμές. Νιώθουν ότι είναι ζωντανά μέλη του εκκλησιαστικού σώματος κι εμείς τους δείχνουμε με πολλούς τρόπους το ενδιαφέρον μας, τη στήριξή μας και την αγάπη μας. Ξέρουν όλοι ότι αν χρειασθεί μπορούν να δουν τον ίδιο τον Πατριάρχη, που είναι έτοιμος να τους ακούσει με στοργή και κατανόηση. Έχουμε κατασκηνώσεις για τα παιδιά στα Πριγκηπόννησα, πηγαίνουμε μαζί εκδρομές προσκυνηματικές, διοργανώνουμε ωραίες ευκαιριακές εκδηλώσεις, παρακολουθούμε την πρόοδό τους στο σχολείο, μεριμνούμε θυσιαστικά για τη μόρφωση και τις σπουδές τους. Δίδουμε στους νέους όλη μας την καρδιά! Το Πατριαρχείο μας εξάλλου έχει συγκαλέσει εδώ στην έδρα του κατ” επανάληψη παγκόσμια Συνέδρια Ορθοδόξου Νεολαίας με πολλή επιτυχία. Ανάλογα κάνουν και οι ανά τον κόσμο Μητροπόλεις και οι Ιεράρχες τού Θρόνου.

O χριστιανισμός είναι μια πανανθρώπινη θρησκεία που πρεσβεύει την αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Συμβαδίζει η αρχή με την παράδοση του άβατου στο Άγιο Όρος;

Συμβαδίζει! Στο Άγιον Όρος βασιλεύει η Γυναίκα! Η Παναγία! Αυτή είναι η Γερόντισσα, η Έφορος, η Ηγουμένη του Αγίου Όρους! Η παρουσία Της καλύπτει και εκπροσωπεί όλο το γυναικείο Φύλο. Άλλα πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχουν αντιστοίχως και γυναικεία Μοναστήρια, όχι πολλά βεβαίως, που είναι άβατα για τους άνδρες!

Ποια η γνώμη Σας σχετικά με το ζήτημα του πολιτικού όρκου του εκάστοτε αιρετού άρχοντα;

Λαμβανομένου ύπ” όψη ότι ο όρκος απαγορεύεται από τον Κύριο στο Ευαγγέλιο, κατ” αρχήν δε μπορούμε να υποστηρίξουμε την ανάγκη χρήσεως θρησκευτικού όρκου από τους κρατικούς λειτουργούς, ούτε καν του δικονομικού από τους πιστούς στα Δικαστήρια. Όπου υφίσταται σήμερα θρησκευτικός «όρκος» η Εκκλησία απλώς τον ανέχεται κατ” άκραν οικονομίαν. Δεν είναι κατ” ευδοκίαν της, άλλα κατά άκρα συγκατάβαση. Για τον πιστό ισχύει πάντα το «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ὁμόσαι ὅλως» (Ματθ. 5, 34).

Ένα μήνυμά Σας προς τους μαθητές και προς τους εκπαιδευτικούς;  

Να αγαπάτε την Παιδεία. Όχι απλώς την εκπαίδευση. Την παιδεία και τη μόρφωση, που συνδυάζουν γνώσεις και εσωτερική καλλιέργεια! Μάθηση και ήθος! Επάρκεια προσόντων άλλα και χαρακτήρα! Ψυχή! Ξηρές γνώσεις ελάχιστα ωφελούν. Κάποτε και βλάπτουν. Καλοί κἀγαθοί, όπως έλεγαν οι αρχαίοι σοφοί μας. Θα προσθέσω: Και προ παντός Χριστιανοί! Ο Χριστός θα ευλογήσει την παιδεία σας και θα αγιάσει την πορεία της ζωής σας! Αυτός είναι το Φώς που θα σας φωτίσει μέσα στις σκοτεινές διαδρομές της δύσκολης εποχής μας και θα σας χαρίσει εσωτερική πληρότητα και ειρήνη. Θα γεμίσει τη ζωή σας με νόημα. Και μην ξεχνάτε, ο Χριστός και η Εκκλησία Του είναι ένα και αξεχώριστο! Ας είναι, λοιπόν, φιλοδοξία σας να είσθε με τον Χριστό και να ζείτε με χαρά τη ζωή της Εκκλησίας!

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

«Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση»

Μια συζήτηση με τον Σπύρο Καρυδάκη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα Το Γυναικόκαστρο (εκδ. Πάπυρος)

Στον Κώστα Αγοραστό*


Ο Σπύρος Καρυδάκης αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή στην νεοελληνική πεζογραφία των τελευταίων χρόνων. Απών από τις παρουσιάσεις βιβλίων και τις συναφείς κοινωνικές εκδηλώσεις, ολιγόλογος και με μετρημένες συνεντεύξεις στο ενεργητικό του. Ιδιοσυγκρασιακός, στα κείμενά του καταπιάνεται με θέματα ιδιαίτερα αναδεικνύοντας τις σκοτεινές και συχνά βίαιες πλευρές των ηρώων του. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ασχολείται με ένα «μυθικό» χωριό κάπου στην Πίνδο, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες. Ένας νεαρός άνδρας θα μεταφερθεί εκεί με σκοπό να τις γονιμοποιήσει και θα ζήσει έτσι σε μια κατάσταση ονείρου, φαντασίας αλλά και πρωτογονικών ενστίκτων. 

Στο τελευταίο σας βιβλίο Το γυναικόκαστρο αναπτύσσετε μια «μυθολογία», στην οποία κεντρικό ρόλο έχει η κυριαρχία των γυναικών επί των αντρών. Μια απολύτως μητριαρχική κοινωνία θα άλλαζε, κατά τη γνώμη σας, τη ροή της Ιστορίας και του Πολιτισμού;

Δεν πιστεύω στην ισότητα των φύλων: οι γυναίκες είναι τελειότερες, και σωματικά και ψυχικά. Έτσι κι αλλιώς, ο μόνος λόγος ύπαρξης του αρσενικού φύλου είναι η μείξη και διασπορά του γενετικού υλικού – η εξουσία του επί των γυναικών στο ανθρώπινο είδος είναι μια δυσπλασία. Φυσικά, όταν λέω γυναίκες δεν εννοώ τα ανδροειδή κατασκευάσματα των αρσενικών, τις περισσότερες από τις κυρίες που ασκούν εξουσία στην πολιτική, στους κοινωνικούς χώρους και στις επιχειρήσεις: αυτές αποτελούν τον θρίαμβο των πιο θηριωδών χαρακτηριστικών της πατριαρχίας. Αντίθετα, η μελέτη των αγελαίων θηλαστικών δείχνει ότι το κύριο γνώρισμα των θηλυκών είναι η μη-κυριαρχικότητα και η ειρηνική, μη-ανταγωνιστική συμβίωση εντός της αγέλης. Η επιδίωξη της κυριαρχίας, η ανταγωνιστικότητα, είναι αρσενικά χαρακτηριστικά, διαχειρίσιμα στα ζώα, που τερατοποιούνται στο ανθρώπινο είδος.

Απολύτως μητριαρχικές κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ, τουλάχιστον πέρα από το επίπεδο μικρών φυλών. Μια οργάνωση, όμως, της κοινωνίας και της οικονομίας με κανόνα βασικά χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, είναι δυνατή. Βάσιμες υποθέσεις για τη δομή προϊστορικών κοινωνιών, είτε πρωτόγονων είτε εξαιρετικά εξελιγμένων όπως ο μινωικός πολιτισμός, το αποδεικνύουν. Η μυθολογία του βιβλίου υπονοεί ότι μια κοινωνία με πρωτεύουσα τη θέση των γυναικών και της γυναικείας αντίληψης για τα πράγματα, αν επίσης συμμετείχαν στην οργάνωσή της οι αρχές του ορθού λόγου, της εμπράγματης φαντασίας και ενός (μάλλον μη μαρξιστικού) σοσιαλισμού, θα ήταν πιο εξανθρωπισμένη, ειρηνική, ισορροπημένη και εντέλει ευτυχισμένη. Για παράδειγμα, ο πατέρας στέλνει περήφανα και ανελέητα τον γιο του στον πόλεμο – για τη φυλή, ιδέες, κυριαρχία, κέρδος. Μια γυναίκα, δίχως έξωθεν καταγκασμό, δεν θα έστελνε ποτέ το παιδί της να σκοτωθεί, για καμιά φυλή, ιδέα ή συμφεροντολογία.

Για να προσεγγίσετε τη γυναικεία ψυχοσύνθεση χρησιμοποιήσατε αρκετές γυναικείες φιγούρες. Για τον αρχετυπικό άνδρα πιστεύετε ότι αρκεί μια φιγούρα για να σκιαγραφηθεί ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά;

Η χρήση ενός μόνο άνδρα ήρωα (αν και υπάρχει επίσης η αμφιλεγόμενη από πολλές πλευρές φιγούρα του ιερομόναχου Διονυσίου), αποτελεί μια λογοτεχνική σύμβαση για τους σκοπούς του μύθου. Οι αρχετυπικοί χαρακτήρες και των δύο φύλων ούτως ή άλλως δεν διακρίνονται για πολύ μεγάλη γκάμα. Η ποικιλότητα στις εκδηλώσεις των φύλων είναι μονάχα πολιτισμός. Το αγόρι του βιβλίου κάνει αυτό για το οποίο είναι ρυθμισμένο βιολογικά ως νεαρό αρσενικό: έρωτα.

Από το μυθιστόρημά σας διαπιστώνουμε ότι έχετε μια ιδιαίτερη βιωματική και σωματική σχέση με τη μουσική. Λέτε κάπου: «ο νέος έπαιζε ένα τσάμικο αργό σαν σκοτωμός εκδίκησης». Πώς προέκυψε αυτή η σχέση και πώς έχει διατηρηθεί μέσα στα χρόνια που μένετε στην Αθήνα;

Είμαι Επτανήσιος, και οι Επτανήσιοι είμαστε σαν τους Τσιγγάνους: οι περισσότεροι έχουμε πολύ καλή σχέση με τη μουσική! Δεύτερον, με έχει πολύ απασχολήσει η διαδικασία της «γιορτής», του εκστασιακού χαρακτήρα της και των σκοτεινών ή φωτεινών, πάντως ποικιλοτρόπως γόνιμων αποτελεσμάτων της στη διαμόρφωση της ψυχής. Μέσω του ποτού, του κοινού φαγητού, της μουσικής, του χορού και του τραγουδιού οδηγούνται οι ήρωες από τη γιορτή στη βακχεία και εντέλει στην έκσταση – στην αποκάλυψη του πυρήνα της φύσης και του εαυτού.

Λέτε κάπου στο βιβλίο για «την πρώτη γλύκα που αναμεταδίδει το χέρι σε κάθε ψυχή όταν αγγίζει χώμα, πέτρες, ζώα και φυτά». Διαβάζω στο βιογραφικό σας ότι έχετε εργαστεί ως αγρότης, εργάτης, ναυτικός και μάγειρας, εκτός των άλλων. Ποια είναι η σχέση που έχετε αναπτύξει με τη γη και το χώμα;

Είμαι χωρικός από καταγωγή και από πεποίθηση. Τούτο σημαίνει όχι μόνο μια καταναγκαστική σχέση με τη γη και τον πολύτροπο κόσμο της, αλλά κυρίως ότι προσπαθώ να γνωρίσω τις διαδικασίες μέσω των οποίων η φύση δημιουργεί τον εαυτό της, τον σκοτώνει και τον αναγεννά, άρα και τον άνθρωπο. Ασχολούμαι συστηματικά με την ορειβασία, όχι μόνο χάριν της άσκησης και της αναψυχής, αλλά κυρίως χάριν της γνώσης και της αυτοδιαμόρφωσης. Ο αστισμός είναι μια παρανόηση. Η πόλις που παραιτείται από τη φύση, αυτοκτονεί. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με την Αθήνα τον 4ο αιώνα π.Χ.

Έχετε γράψει και κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα έξι βιβλία πεζογραφίας. Υπάρχει κάποιος κοινός τόπος όπου συναντώνται αυτά;

Το βασικό θέμα των βιβλίων μου είναι η ομορφιά, είτε εκδηλώνεται ως ανθρώπινο κάλλος, είτε ως λαχτάρα της αρμονίας σε κάθε τομέα, είτε ως αρχαιοελληνικό μέτρο. Ένα δεύτερο είναι οι σχέσεις κυριαρχίας, που εμφυτεύουν τη θηριωδία στην ψυχή, στις διαπροσωπικές ενώσεις και στην Ιστορία, καταστρέφοντας κάθε ομορφιά, αρμονία και μέτρο.

Εδώ και χρόνια ζείτε στο κέντρο της Αθήνας. Πιστεύετε ότι έχει αλλάξει αυτά τα χρόνια και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση;

Ζω στο Κέντρο από το 1981. Ξέρω κάθε δρομάκι του. Η Αθήνα έγινε υπερτροφική πόλη με την εσωτερική μετανάστευση που επέφεραν καταναγκαστικά οι εξουσιάζοντες από τον Εμφύλιο κι ύστερα, ευνουχίζοντας τη χώρα. Οι ξένοι μετανάστες έφεραν τις μορφές τους, τα κορμιά τους, τα νιάτα τους και τη δουλειά τους. Αυτή είναι μία σαρωτική αλλαγή και είναι κατ’ αρχάς θετική. Η πορεία του καπιταλισμού προς τον άκρο ολοκληρωτισμό, όμως, προϋποθέτει μα και προωθεί συστηματικά με χίλιους τρόπους τη διάλυση του κοινωνικού σώματος, την περαιτέρω συσσώρευση μεταναστών χωρίς μέτρο και λογική, την ανεργία, τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, το μίσος, την πείνα, τον φόβο, την απελπισία. Αυτά τα ζούμε στο Κέντρο και εντείνονται καταιγιστικά. Σε τούτο το πλαίσιο σκοτεινιάζει κάθε τι όμορφο, ερωτικό, υγιές, καλό, δημιουργικό, και η πόλη γοργά κτηνοποιείται.

Την ίδια διαδικασία την έζησαν πριν την Αθήνα πόλεις στις δύο Αμερικές, στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, και οι μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Παντού οι υπέρπλουτες συνοικίες είναι φεουδαρχικά κάστρα ενώ οι μεσαίες και φτωχές μοιάζουν με μια φουτουριστική Κόλαση. Αυτό είναι το μέλλον μας. Η αιτία, λοιπόν, ο τερατικός τραπεζοκρατισμός, πρέπει να πολεμηθεί στην κοσμοθεωρητική και οικονομική ρίζα του, μαζί με τους εκφραστές του. Οι προσευχούλες της Αριστεράς για καλοσύνη και αγάπη προς τον «Άλλο», όσο κι ο εκφασισμός των «συντηρητικών», απλά διατρέφουν το τέρας προς όφελος των δολοφόνων μας.

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος | Πηγή: bookpress.gr | ΤΕΤΑΡΤΗ, 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014 09:14

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Χαΐμ Κωνσταντινίδης: «Τη Ζάκυνθο ξέρετε πώς τη λένε στο Ισραήλ; Το νησί των δικαίων...»

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ / Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7.7.2014

Με τη Μίριαμ γνωρίστηκαν στον στρατό. Για να τη... ρίξει, της τραγουδούσε ζακυνθινές καντάδες. Φωτογραφία: Κλαίρη Μουσταφέλλου.

Στα τέλη της άνοιξης του 1944, τα «πλοία του θανάτου» των Ες-Ες έπλεαν στο Ιόνιο. Στοίβαξαν στα αμπάρια τους 2.000 Εβραίους από την Κέρκυρα, άλλους 400 από την Κεφαλονιά και έβαλαν πλώρη για τη Ζάκυνθο. Αποστολή των Γερμανών ήταν να συγκεντρώσουν όλα τα μέλη της εκεί εβραϊκής κοινότητας, στη συνέχεια να τους αποβιβάσουν στην Πάτρα και να τους φορτώσουν σε τρένα, με προορισμό το Αουσβιτς. Μια-δυο μέρες πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο, ο φρούραρχος Πάουλ Μπέρεντς κάλεσε στο γραφείο του τον μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ. «Εχετε 24 ώρες να μου παραδώσετε μια λίστα με τα ονόματα όλων των Εβραίων που ζουν εδώ και με τα περιουσιακά τους στοιχεία», τους προειδοποίησε. Εκείνοι, πράγματι, επέστρεψαν πριν λήξει η διορία με ένα φάκελο. Ο Μπέρεντς τον άνοιξε, αλλά στο χαρτί που περιείχε ήταν γραμμένα μόνο δύο ονόματα: τα δικά τους. «Αν πειράξετε αυτούς τους ανθρώπους, θα πάω μαζί τους και θα μοιραστώ τη μοίρα τους», του είπε στα Γερμανικά ο Χρυσόστομος, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Μόναχο.

Ο Γερμανός έμεινε άναυδος. Εστειλε επείγον σήμα στο Βερολίνο, ζητώντας νέες οδηγίες. Οι δύο άνδρες είχαν στο μεταξύ ενημερώσει τον πρόεδρο της εβραϊκής κοινότητας, Μωυσή Γανή, και μια τεράστια επιχείρηση είχε στηθεί: οι εβραϊκές οικογένειες διασκορπίστηκαν στο νησί, σε χωριά και αγροικίες, σε σπίτια Χριστιανών. Στους μήνες που ακολούθησαν μέχρι την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει, να προδώσει το παραμικρό. Και κάπως έτσι η Ζάκυνθος έγινε ο μοναδικός τόπος σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη απ’ όπου ούτε ένας από τους 275 Εβραίους κατοίκους δεν στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο Χαΐμ Κωνσταντινίδης ήταν τότε 11 ετών. Εμενε στην πόλη της Ζακύνθου -«στον αριθμό 34 της οδού Μαρτινέγκου»- με τους γονείς και τους τέσσερις αδελφούς του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και τα μεγαλύτερα αδέλφια του τενεκετζήδες. Σήμερα είναι από τους ελάχιστους επιζώντες εκείνης της περιπέτειας. Και σε λίγους μήνες θα δει την ιστορία του να ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη, μέσα από δύο αμερικανικές παραγωγές: ένα ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σακαρίδη και μια ταινία μικρού μήκους που θα σκηνοθετήσει ο Θοδωρής Παπαδουλάκης. Εμπνευστές και «ενορχηστρωτές» του πρότζεκτ είναι δύο Ελληνοαμερικανοί, ο Γκρέγκορι Πάππας και ο Στίβεν Πριόβολος. Εκείνοι συσπείρωσαν γύρω τους επιφανή μέλη της Ομογένειας των ΗΠΑ και, φυσικά, του Χόλιγουντ. Ετσι, executive producer είναι ο διάσημος Σιντ Γκάνις, πρώην πρόεδρος της 20th Century Fox και της Ακαδημίας των Οσκαρ - με καταγωγή από εβραϊκή οικογένεια των Ιωαννίνων.

Συναντήσαμε στην Αθήνα τον 81χρονο Χαΐμ Κωνσταντινίδη. Ζει εδώ και δεκαετίες στο Ισραήλ, αλλά είναι Ρωμανιώτης Εβραίος, δηλαδή με ελληνική καταγωγή και με μητρική γλώσσα τα Ελληνικά. Χαμογελαστός και πολύ χαρούμενος που βρισκόταν στη χώρα μας, μου μίλησε για τα παλιά, συγκινήθηκε όταν η κουβέντα ήρθε στους γονείς του, μου τραγούδησε ζακυνθινές καντάδες. Μόνο που με την τελευταία μου ερώτηση τον έκανα να θυμώσει. Αθελά μου...


Ξέρατε ότι τα γερμανικά πλοία έρχονταν να σας πάρουν;

Ναι, αλλά δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Λέγαμε πως δεν είναι δυνατόν άνθρωπος να προκαλέσει σε άνθρωπο τέτοιο πόνο. Δεν είχαμε πειράξει ποτέ κανέναν. Γιατί να μας βλάψουν; Μόλις πήραν τους τελευταίους Εβραίους από την Κέρκυρα, συνειδητοποιήσαμε ότι έφτανε η σειρά μας. Αλλά και πάλι ήμασταν τόσο μονοιασμένοι και δεμένοι με τους Χριστιανούς, που λέγαμε: εκείνοι θα μας πουν τι πρέπει να κάνουμε, θα μας προστατεύσουν.


Ποιος ενημέρωσε την οικογένειά σας;

Ηρθε ο Γανής στο σπίτι μας, αργά το βράδυ. «Πάρτε από ένα μπογαλάκι ο καθένας και φύγετε αμέσως», μας είπε. Κι εμείς βάλαμε τα πόδια στους ώμους...


Πού πήγατε;

Είχε κανονιστεί να μας κρύψει μια οικογένεια -Σακή, αν δεν κάνω λάθος, η μνήμη μου δεν με βοηθά πάντα- στο Χαλικερό, μια περιοχή έξω από την πόλη. Μας παραχώρησαν ένα δωμάτιο. Επτά άτομα εμείς και μαζί μας ένας ξάδελφος του πατέρα μου με τη γυναίκα και το παιδί του. Δέκα νοματαίοι μείναμε πέντε μήνες κλεισμένοι εκεί. Βλέπαμε τους Γερμανούς από τις γρίλιες των παραθύρων να περνούν έξω από το σπίτι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτούς τους ανθρώπους που ρίσκαραν τη ζωή τους για να μας σώσουν.


Τους συναντήσατε ξανά από τότε;

Το 1971. Πήγα χωρίς να τους έχω ειδοποιήσει. Χτύπησα την πόρτα του σπιτιού. Μου άνοιξε η Σοφία Σακή. ο άνδρας της, ο Σπύρος, είχε πεθάνει. Οταν κατάλαβε ποιος ήμουν, ξέσπασε σε λυγμούς, δεν έλεγε να με αφήσει από την αγκαλιά της.


Ας γυρίσουμε στο τέλος του πολέμου. Οταν έφυγαν οι Γερμανοί, επιστρέψατε στο σπίτι σας;

Ναι, και όπως το είχαμε αφήσει, έτσι το βρήκαμε. Αλλά δεν έμελλε να ζήσουμε πολύ ακόμα στο νησί.


Πώς αποφασίσατε να φύγετε;

Το 1946, όταν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ήταν στα σκαριά, ήρθαν άνθρωποι από εκεί. Μας έκαναν προπαγάνδα. «Τώρα που είδατε όσα έγιναν, εδώ θα μείνετε; Πώς ξέρετε ότι κάτι τέτοιο δεν θα επαναληφθεί; Την επόμενη φορά ίσως δεν είστε τόσο τυχεροί», μας έλεγαν. Ο πατέρας μου τους πίστεψε. Μαζευτήκαμε όλη η οικογένεια και κουβεντιάσαμε για ώρες. Αποφασίσαμε να φύγουμε τα πέντε αδέλφια. Οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μας ακολουθήσουν ακόμα, γιατί η μητέρα μου ήταν έγκυος, στις μέρες της. Το πρωί που αποχαιρετήσαμε το Τζάντε γεννήθηκε ο έκτος αδελφός μου.


Πώς ήταν η νέα σας ζωή;

Δύσκολη. Από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμα πατήσουμε το πόδι μας στο Ισραήλ. Μαζευτήκαμε στο Σούνιο 400 άνθρωποι -ήταν και από άλλα μέρη της Ελλάδας, όχι μόνο Ζακυνθινοί- και είδαμε ένα σαπιοκάραβο να μας περιμένει. «Μ’ αυτό θα πάμε;» ρωτήσαμε. «Οχι βέβαια», μας απάντησαν. «Το δικό σας πλοίο, το μεγάλο, είναι στα ανοιχτά και σας περιμένει». Μπλόφα ήταν, σαν αυτές που κάνουν στο πόκερ. Μ’ εκείνο το καρυδότσουφλο συνεχίσαμε. Σχεδόν τρεις εβδομάδες ταξίδι. Ακουμπούσαν τα χέρια μας στο νερό. Δεν έχεις ιδέα, κορίτσι μου, τι τραβήξαμε...


Συνηθίσατε γρήγορα εκεί;

Εγώ ναι. Με πήγαν σε ένα κιμπούτς. Ολη μέρα δούλευα. Λεφτά δεν έπαιρνα. Μόνο ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι να κοιμηθώ. Δεν με πείραζε. Αλλά υπήρχαν άλλοι που υπέφεραν. Ενας φίλος μου, ο Ροβέρτος, αυτοκτόνησε. Τόσο βαριά το είχε πάρει που έφυγε από την Ελλάδα. Λίγα χρόνια μετά, που ήρθαν και οι γονείς μου στο Τελ Αβίβ, ξανασμίξαμε όλη η οικογένεια και ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα.


Τη γυναίκα σας πού τη γνωρίσατε;

Στον στρατό. Η Μίριαμ δούλευε στη βιβλιοθήκη, γιατί ήξερε γράμματα, κι εγώ ήμουν οδηγός. Εκανα μεγάλο αγώνα για να τη φέρω στα νερά μου.


Σας έκανε τη δύσκολη;

Ηταν δύσκολη! Αλλά την έριξα, με ελληνικά τραγούδια. Της τραγουδούσα ζακυνθινές καντάδες.


Πώς ζούσατε την οικογένειά σας;

Για χρόνια δούλεψα σε σιδεράδικο, έφτιαχνα κρεβάτια. Μετά ως σοφέρ. Νύχτα έφευγα για τη δουλειά, νύχτα γύριζα για να τα φέρουμε βόλτα. Ενώ στη Ζάκυνθο, χωρίς να είμαστε πλούσιοι, δεν μας έλειπε τίποτα...


Οταν οι κόρες σας ήταν μικρές, τι τους λέγατε για το νησί σας;

Πως είναι το πιο όμορφο μέρος που υπάρχει σε όλο τον κόσμο.


Στο Ισραήλ τι γνώμη έχουν οι άνθρωποι για τη χώρα μας;

Την καλύτερη. Την αγαπούν πολύ. Ελληνικά τραγούδια ακούγονται στα σπίτια και στα καφενεία, μ’ αυτά γλεντάει ο κόσμος. Τη Ζάκυνθο ξέρετε πώς τη λένε; «Το νησί των δικαίων». Και τα παιδιά του Δημοτικού διδάσκονται στο μάθημα της Ιστορίας πώς εκεί οι Χριστιανοί έσωσαν 275 ψυχές Εβραίων...


Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σας από τα παιδικά σας χρόνια εκεί;

Θυμάμαι το γέλιο μιας Χριστιανοπούλας στη γειτονιά μου ήταν ο πρώτος μου έρωτας. Μαρία θαρρώ την έλεγαν. Γέρος είμαι τώρα, δεν νομίζω να ζηλέψει η γυναίκα μου που θα το ακούσει. Κι ακόμα τη γεύση της αλιάδας της μάνας μου και τη μυρωδιά του χορταριού στην αλάνα που υπήρχε κοντά στο σπίτι μας. Την άνοιξη ήταν τόσο ψηλό, που ξάπλωνα στο χώμα και κρυβόμουν. Ηθελα να κοιτάω τον ουρανό και να μη με βλέπει κανείς.


Χαίρεστε που ο κόσμος θα μάθει την ιστορία σας;

Πολύ. Πρέπει να μιλάμε στα σημερινά παιδιά για όσα έγιναν, για το ναζισμό, για το Ολοκαύτωμα. Για να μη συμβεί ποτέ ξανά τέτοια συμφορά.


Επειτα από επτά δεκαετίες στο Ισραήλ, πόσο Ελληνας αισθάνεστε σήμερα, κύριε Κωνσταντινίδη;

Τι ερώτηση είναι αυτή; Εγώ πρώτα λέω πως είμαι Ελληνας και μετά Εβραίος! Και θα το λέω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου!

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Κική Δημουλά: Η Ιστορία τραβά το δρομολόγιό της ερήμην των ποιητών

Η 83χρονη ελληνίδα ποιήτρια μιλάει στο «Βήμα» για την ποίηση, για την Ελλάδα και τους Ελληνες, για τα κοινωνικά προβλήματα και τα αίτια της κρίσης 

[Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ: 19/04/2014 05:45  / Γιάννης Μπέκος]

Η Κική Δημουλά, ως πρόεδρος του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας βρίσκεται στην έδρα του Ιδρύματος επί της οδού Οθωνος στο Σύνταγμα.
Τι κάνουν τα βράδια οι ποιήτριες όταν δεν γράφουν ποίηση; «Δεν εκπροσωπώ όλες τις ποιήτριες, και πάντως συνταγή δεν υπάρχει. Προσωπικά, κύρια ασχολία μου είναι να μην ξεχάσω να αφαιρέσω μια ημέρα ακόμη απ' όσες μου υπολείπονται, να μετρήσω τις εκκρεμότητες που συσσωρεύονται - ελάχιστα τις περιορίζω - και να διαβάσω λίγο, όσο μου επιτρέπουν τα μάτια μου» είπε στο «Βήμα» η 83χρονη Κική Δημουλά.

«Και για να απομακρύνω κάπως τα ανήσυχα αισθήματά μου, βλέπω καμιά, αστυνομική κυρίως, ταινία στην τηλεόραση, έχω μεγάλη περιέργεια αν θα βρουν τον ένοχο, και πόσοι θα τη γλιτώσουν, γιατί όλοι ένοχοι είμαστε» συμπλήρωσε η ίδια καθώς ο καπνός της ανέβαινε στροβιλιζόμενος προς το ταβάνι. Απολογήθηκε που άναψε τσιγάρο. «Δοκίμασα και το ηλεκτρονικό, απέτυχα. Με πάγωνε αυτό το σιδερένιο ψέμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Οχι πως είμαι μανιώδης φιλαλήθης, αλλά αρκετά αναγκάζομαι να παριστάνω κάτι που δεν είμαι, γιατί να επιβαρυνθώ ότι υποθάλπω άλλη μια υποκρισία; Κι έτσι επέστρεψα στη φυσική καταστροφή» συνέχισε.

Η ίδια μας υποδέχθηκε στην έδρα του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, επί της οδού Οθωνος στην καρδιά της πρωτεύουσας, το οποίο τελεί υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών. Βρίσκεται εκεί τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας. Είναι η πρόεδρός του, προκάτοχός της ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Μας ξενάγησε και στην ταράτσα του. Από κάτω, πιάτο, η πλατεία Συντάγματος. «Αυτή η πλατεία πριν από λίγο καιρό παρουσίαζε ένα θέαμα άδειο από ζωή, κι από αυτή την εικόνα προέκυψε και το σχετικό ποίημα με την πτώχευση των σουσαμένιων κουλουριών» που περιλαμβάνεται στη νέα της συλλογή «Δημόσιος καιρός» (Ικαρος, 2014).

«Ημουν πεπεισμένη ότι η προηγούμενη, "Τα εύρετρα" του 2010, θα ήταν το τελευταίο μου βιβλίο. Φάνηκε, όμως, ότι ήθελα να αποτρέψω με κάποιον τρόπο την αίσθηση ότι είμαι ολίγον ετοιμοθάνατη, ετοιμοθάνατη πλην οργισμένη που θα πεθάνω, αυτή η οργή για τον θάνατο ποτέ δεν πεθαίνει» ανέφερε η Κική Δημουλά.

Στο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη νέα σας συλλογή, κυρία Δημουλά, αναρωτιέστε «λες να πουλήθηκε και ο ύστατος/ καλός μας δημόσιος καιρός/ στον βαρύ χειμώνα;» και δεν είναι ο μόνος παρεμβατικός υπαινιγμός σας. Είναι έτσι;
«Διακριτικοί υπαινιγμοί υπάρχουν πολλοί, αλλά είναι πλεγμένοι με την ποίηση. Η αλήθεια είναι ότι, σε όλα σχεδόν αυτά τα ποιήματα, που ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκεια του περασμένου χρόνου, κυριαρχούσε η αίσθηση της αβεβαιότητας, ότι όλα κινούνται, έρχονται και χάνονται, πολύ γρήγορα. Είχα μια ανησυχία ότι κλυδωνίζεται ο καιρός, αυτός ο δημόσιος και αναπαλλοτρίωτος καιρός, με την έννοια ότι ανήκει σε όλους μας».

Στην «Εσωστρέφεια» διαπιστώνετε ότι είναι «μεσίστια η λιακάδα πατρίς»...
«Εγώ έψαχνα, εν προκειμένω, να βρω πώς μπορεί να τελειώσει το ποίημα. Τέλος πάντων, αν το ίδιο το ποίημα επιμένει να έχει επιθετική χροιά, ήτοι πολιτική, αφήστε το να σημαίνει. Εν ονόματι, όμως, της ποίησης πάλι, πρέπει να πω ότι η μεσίστια σημαία κάλλιστα μπορεί να αναφέρεται και στη στιγμή που ο ήλιος παύει να μεσουρανεί και αρχίζει να χαμηλώνει...».

Επισκεπτόμενη, ποιητικώ τω τρόπω, ένα αρχαίο θέατρο αναρωτιέστε «για την καταπάτηση της παλαιότητας από το παρόν» και αποφαίνεστε ότι «το παρελθόν/ αναγνωρίζει τον εαυτό του/ μόνον ερειπωμένον». Γιατί ασχολούμαστε περισσότερο με το παρελθόν, παρά με το μέλλον, ακόμη και σε τούτη τη φάση που θέλουμε να υπερβούμε ένα δύσκολο παρόν;
«Με αυτό το απώτατο παρελθόν, σαν που απέχω τόσο, δεν είναι εύκολο να συνδεθώ, αφού τόση Ιστορία, έχοντας μεσολαβήσει, μας έχει στερήσει τις ομοιότητές μας με αυτό. Ωστόσο, φυσικό είναι να θέλουμε να είμαστε απόγονοι ενός μεγαλείου, αλλά ας μην το επικαλούμεθα ζητώντας ιδιαίτερη, χάριν αυτού, μεταχείριση. Θέλουμε καλή μεταχείριση επειδή είμαστε μέρος της ανθρωπότητας. Αν ήμασταν όμοιοι με τους αρχαίους ημών - τους τραγικούς, τους ποιητές και τους σοφούς - δεν θα το θίγαμε το θέμα. Για να τους επικαλούνται κάποιοι συνεχώς σημαίνει ότι κάπου νιώθουν να υστερούν. Προσωπικά πάντως δεν επαίρομαι, προσέχω. Εγώ συντηρώ το αίσθημα ότι είμαι Ελληνίδα, μιλώντας την ελληνική γλώσσα και νιώθοντας μια ήσυχη, σίγουρη συγκίνηση μπροστά στην ελληνική σημαία. Ρίζα η πατρίδα όπως και το θείον».

Πάντως το «εθνικόν», για να θυμηθούμε και τον Σολωμό, κακόπαθε, άλλοι το εκμεταλλεύθηκαν και άλλοι το απαξίωσαν...
«Συμφωνώ. Εχετε, όμως, βγάλει άκρη επί του ζητήματος εσείς απ' όλες αυτές τις συζητήσεις; Ενα πράγμα έχω μονάχα να σας πω. Οταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ήμουνα δεν ήμουνα ένα κοριτσάκι εννέα ετών. Χτυπήσανε τότε οι σειρήνες - ακαριαίος ο πανικός - και μαζί με τους γονείς μου μπήκαμε αμέσως σ' ένα αυτοκίνητο να πάμε στην Καλαμάτα ούτως ώστε να αποφύγουμε τυχόν βομβαρδισμούς. Την ώρα που φθάσαμε στην περιοχή βομβαρδιζόταν η εταιρεία ηλεκτρισμού της περιοχής! Κατόπιν αυτού μεταφερθήκαμε στο χωριό του πατέρα μου που ήταν κοντά. Εκεί, που λέτε, υπήρχε μια εξαδέλφη που με ανέβαζε σ' έναν γάιδαρο και με γύριζε στα περιβόλια. Μου έδωσε, θυμάμαι, κι έναν σουγιά. Οταν, αργότερα, άκουσα τις καμπάνες και τις φωνές ότι "έπεσε το Τεπελένι", εγώ ριγούσα χωρίς να αντιλαμβάνομαι τι ακριβώς συνέβαινε. Το ίδιο ρίγος το νιώθω ακόμη και σήμερα με πολλές αφορμές. Φαίνεται ότι η πατρίδα είναι ένα πράγμα ριζωμένο μέσα μου που δεν ελέγχεται...».

Πώς ακούτε εσείς όλους αυτούς που σήμερα κάνουν λόγο για «κατοχή» και υπόγειο «εμφύλιο πόλεμο»;
«Εζησα και την Κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Και από τους δυο πολέμους πτώματα είναι γεμάτη η μνήμη μου. Σήμερα ακούγονται πολλές στομφώδεις κουβέντες. Σας έλεγα πριν ότι πήγαμε στην Καλαμάτα. Να προσθέσω ότι επιστρέψαμε λίγες ημέρες μετά. Στην Αθήνα είδα εικόνες φρίκης, εικόνες τερατώδεις. Ακούω και σήμερα, κάπως διαπεραστικότερη, την ετοιμοθάνατη φωνή στους δρόμους της γειτονιάς μου, εκείνο το "πεινάω, μάνα μου, πεινάω". Είδα ανθρώπους να κείτονται στο δρόμο και μετά το κάρο της δημαρχίας να μαζεύει τις συνέπειες της πείνας. Εν μέρει πείνασα κι εγώ - χυλό με καλαμποκάλευρο και πετιμέζι από πάνω έτρωγα.

Ηταν σημαντικό το συμπλήρωμα που παρείχε τότε η Τράπεζα της Ελλάδος στους υπαλλήλους της, ανάμεσά τους κι ο πατέρας μου. Ακόμη τον θυμάμαι να μας φέρνει φραγκόσυκα, μέσα σ' ένα καλάθι ραμμένο με πανί, εκεί τα έβαζε. Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά τους, τα επίφοβα αγκάθια τους που μου προκαλούσαν τρόμο, αλλά και την επιδεξιότητα του πατέρα μου να τα καθαρίζει και να μας τα βάζει στο στόμα. Στην Κατοχή πάντως δεν αγωνιούσα ότι θα χαθεί η πατρίδα. Στον Εμφύλιο, αργότερα, είδα τους νεκρούς που άφηνε η ένοπλη ιδεολογία εκατέρωθεν. Πολύ εχθρικός και κατατρομαγμένος καιρός, στα παιδικά μου ακόμη χρόνια».

Αν ήταν ένα κομπόδεμα η πατρίδα τι θα είχε μέσα;
«Θα ήταν μεγάλο κομπόδεμα αν περιείχε τα χρυσά νομίσματα της ειρήνης και της ασφάλειας. Και της ακεραιότητας της χώρας μας. Να μείνουν, προπάντων, ιδιοκτήτριες της ύπαρξής τους οι ανεξάντλητες ομορφιές του τόπου μας».

Γράφετε ότι «αιμορραγούν τα πράγματα έξω», συνδιαλέγεστε με τη σεφερική προμετωπίδα της συλλογής σας «τραυματισμένος ο τόπος, τραυματισμένος ο καιρός»…
«Ετσι είναι. Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που αιμορραγούν, ένα μεγάλο μέρος του λαού μας αιμορραγεί. Το γιατί και το πώς εγώ δεν μπορώ να το θίξω με την ποίησή μου, εγώ βλέπω την κίνηση των πραγμάτων. Αλλά μπορεί η ποίηση να κάνει μετάγγιση αίματος; Είναι αρκετό να συμπάσχει; Οχι, δεν είναι. Είναι αρκετό να το εκφράζει;».


Κανείς δεν γεννιέται κλέφτης, γίνεται κλέφτης


Λένε για τους ποιητές ότι μπορούν να εκφράσουν το αίσθημα ενός ολόκληρου λαού...
«Δεν αναγνωρίζω τέτοια δύναμη στην ποίηση. Οι ποιητές είναι άνθρωποι, με τις αδυναμίες τους κι αυτοί. Γι' αυτό άλλωστε δεν με έχει απασχολήσει και ποτέ το ερώτημα "τι λένε, τι κάνουν οι πνευματικοί άνθρωποι;". Μα τι να κάνουν κι αυτοί; Κάποιοι τυραννισμένοι είναι κι αυτοί από μια άλλη πλευρά, πιο κρυφή. Και τι δύναμη έχουν εν πάση περιπτώσει; Πείτε μου ποια θηριωδώς μεγάλα πνεύματα άλλαξαν την πορεία της Ιστορίας; Τράβηξε ή δεν τράβηξε η Ιστορία το δρομολόγιό της ερήμην τους; Ξέρω εγώ, σας ερωτώ, περισσότερα από το παιδί που με τράβηξε πριν από λίγο φωτογραφία; Γιατί ο ποιητής να μπορεί να επηρεάσει περισσότερο από τον δεινοπαθούντα; Τι πιο εύγλωττο και αμεσότερο; Είμαι δύσπιστη. Εγώ ένα πράγμα ξέρω: κάτι που από κάπου τρέχει, ενώ ο μάστορας το κλείνει και γίνεται στεγανό, σε κάποιο άλλο σημείο εμφανίζει διαρροή».

Η κρίση φανέρωσε κάτι;
«Μου ζητάτε να έχω δει και κάτι περισσότερο απ' ό,τι φαίνεται. Να υποθέσω μόνον μπορώ. Και δεν μπορώ να κατηγορήσω. Θα πείτε βέβαια ότι αυτό μοιάζει με στάση στρουθοκαμήλου, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να ενοχοποιώ αδιακρίτως έναν ολόκληρο λαό όταν δεν ξέρω ποιος ήταν ο πρώτος ένοχος. Μια αλυσίδα ενόχων, ποιος όμως ήταν ο πρώτος ένοχος; Και αυτός γεννήθηκε ένοχος ή έγινε; Πολύ βαθιά νερά για το δικό μου άτολμο μυαλό.
Ακόμη πάντως και οι Ελληνες που μπήκαν να δουλέψουν στο Δημόσιο, χρησιμοποιώντας τη συναλλαγή και τις άκρες τους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχτισαν μια ζωή η οποία εν τούτοις γκρεμίστηκε όταν τους έδιωξαν. Αυτό είναι σκληρό. Το ζήτημα είναι να εντοπιστεί, αν και το θεωρώ αμφίβολο, η πρώτη ένοχη αιτία, το πρώτο χωρίς ήθος κύτταρο. Να είναι, λέτε, στη φυλή, στις καταβολές μας; Για ένα πράγμα είμαι σίγουρη: κανείς δεν γεννιέται κλέφτης, γίνεται κλέφτης».

Σε πολλά ποιήματα τα έχετε πάλι με τον Υψιστο...
«Δεν τα έχω ακριβώς. Απορίες τού εκφράζω σαν ίσος προς άνισον. Συνομιλώ πάντως μαζί του, έχω μια σχέση που νομίζω ότι την αναλύω στο ποίημα που έχει τίτλο "Η ζύμη". Λέω ότι, παρ' όλο που τον ερευνώ, που τον ψάχνω και τον σχολιάζω, δεν λέει αυτός να ξεριζωθεί με τίποτα από μέσα μου. Ξέρετε, αν δεν πίστευα σε κάτι το οποίο δεν ξέρω να το ορίσω ίσως και να μην τού απευθυνόμουν. Βέβαια δεν είναι μονάχα ο Θεός το μόνον ενδεχομένως ανύπαρκτο - αν πράγματι είναι ανύπαρκτο - στο οποίο απευθυνόμαστε. Τα πράγματα για τα οποία μιλάμε πιο πολύ και για τα οποία γράφουμε πιο πολύ είναι αυτά που δεν υπάρχουν. Δεν συμφωνείτε;».

Μια που το λέτε, πώς εξηγείτε εσείς την καλώς εννοούμενη λόξα που έχουμε ως λαός με την ποίηση;
«Δεν ξέρω αν πρόκειται για κύτταρο της φυλής ή μήπως αυτή η τάση προς την ποίηση προκύπτει από την εντύπωση ότι η ποίηση είναι ένας έμπιστος χώρος να καταθέτει κανείς τα αισθήματά του. Μου είπε κάποιος "με εκφράσατε", μια άλλη κυρία μού είπε κάποτε ότι παρηγορήθηκε για το πένθος της από την ποίησή μου. Συμβαίνει κι αυτό. Μόνον όμως όταν το αίσθημα υποστεί τις παραμορφώσεις που απαιτούνται μέσω της γλώσσας, ώστε τα πράγματα να μην είναι μόνον έτσι αλλά και αλλιώς. Η ποίηση είναι για να δούμε ότι τα πράγματα είναι κάτι άλλο αν λεχθούν αλλιώς».

Σας απασχολεί εν γένει η υστεροφημία, κυρία Δημουλά;
«Παρά τα όσα λέω, μάλλον θα με απασχολεί. Αλλά ξυστά. Προς τι να την ποθώ, αφού δεν θα γνωριστούμε ποτέ; Ποιος θα τη νέμεται αυτή την υστεροφημία; Η αιωνιότητα της απουσίας μου;».

Related Posts with Thumbnails