© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζάκυνθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζάκυνθος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2025

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ


Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, 

MSc Θεολογίας - Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μ. Ζακύνθου

Η Ζάκυνθος, στο πλαίσιο των Επτά Νησιών του Ιονίου Πελάγους, αλλά και ως πέρασμα ή σημείο ώσμωσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αναγεννησιακών τεκταινομένων και βυζαντινών δεδομένων, αποτέλεσε, στο διάβα των ιστορικών χρόνων, τόπο και τρόπο ενός ιδιάζοντος Πολιτισμού εν γένει, πολλώ δε μάλλον εστιάζοντας εν προκειμένω στην εκκλησιαστική ζωή, ιδιαιτέρως δε στα τελούμενα της λειτουργικής - λατρευτικής ζωής.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

Vincere - Vinceremo! Η νεκρανάσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που ποτέ δεν έγινε

[Ομιλία της ΦΙΛΙΠΠΙΤΣΑΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗ, Συμβούλου Φιλολόγων Ζακύνθου, στο Μορφωτικό Κέντρο Λόγου και Τέχνης “Αληθώς”, Βανάτο Ζακύνθου 23  Οκτωβρίου 2024]

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΩΝ ΚΡΗΜΝΩΝ. Μια επιστημονική ανακοίνωση του 2003 από την Ζωή Μυλωνά (+)

Έχουμε την χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα ψηφιοποιημένη την εισήγηση - ανακοίνωση, σε παλαιότερο Επιστημονικό Συμπόσιο, μιας αγαπημένης επιστήμονος και φίλης, της αλησμόνητης αρχαιολόγου ΖΩΗΣ ΜΥΛΩΝΑ

Τιτλοφορείται "Ο ναός του Κάτω Αγίου Γεωργίου των Κρημνών" και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο "Παχώμιος Ρουσάνος - 450 χρόνια από την κοίμησή του (+1553)", διοργανωμένο από την Ιερά Μητρόπολη Ζακύνθου, από τις 9 έως τις 12 Οκτωβρίου 2003. Τα Πρακτικά του Συνεδρίου δημοσιεύτηκαν τύποις, σε μια μνημειώδη έκδοση, το 2005. Από εκείνη την έκδοση προέρχεται και η σημερινή ψηφιοποίηση - δημοσίευση (σελίδες 129-140 και 713-728).

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Διονύση Α. Ζήβα: ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ 1959


Τεχνικά Χρονικά, Γενική Έκδοσις, τεύχ. 169-170 (1959) 3-84






Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Διονύση Α. Ζήβα: ΟΙ ΚΑΛΥΒΕΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ


Τεχνικά Χρονικά, Μηνιαία έκδοσις, τεύχ. 3 (525), 1970, σσ. 143-148



Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Για τον Ναό του Αγίου Νικολάου των Κεφαλληναίων στο Σκουλικάδο Ζακύνθου


Ομιλία του ΤΑΚΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΥ



Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Σπύρος Ξένος: ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Εισήγηση του ΣΠΥΡΟΥ ΞΕΝΟΥ - Κοινωνιολόγου
στην Ημερίδα «Αναπτυξιακές προοπτικές για το Νότιο Ιόνιο»
Ζάκυνθος, 22 Φεβρουαρίου 2018, Συνεδριακό ΤΕΙ Ιονίων Νήσων

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Φάνης Κωστόπουλος: ΖΑΚΥΝΘΟΣ, Αύγουστος 2017


Καίγεται το ωραίο νησί, η ποιητομάνα Ζάκυνθος ! Και εμείς -συνηθισμένοι σε τέτοιο θέαμα- κοιτάμε, όπως πάντα, στους δέκτες μας απαθείς… Ο εμπρηστής Αύγουστος την είχε μεταξύ των πρώτων μέσα στη λίστα του αυτό το καλοκαίρι. Τρεις νύχτες τώρα και ο ουρανός της φωτεινός σαν το ηλιοβασίλεμα. Θυσία κι αυτός ο τόπος, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, στον βωμό του Μαμμωνά, που εξουσιάζει τα πάντα σήμερα.
Μαθητής στο σχολείο διάβαζα και μάθαινα, με υπερηφάνεια, στο Οδοιπορικό του Σατωβριάνδου για την αγάπη και τον θαυμασμό που έτρεφε αυτός ο συγγραφέας για το ωραίο αυτό νησί του Ιονίου πελάγους. «Προσυπογράφω αυτά τα ονόματα» λέει, μεταξύ άλλων «Χρυσή Νήσος, Λουλούδι της Ανατολής. Αυτό το όνομα του λουλουδιού μού θυμίζει ότι ο υάκινθος προερχόταν απ’ αυτό το νησί της Ζακύνθου, και ότι αυτό το νησί πήρε το όνομά του απ΄αυτό το φυτό που φύτρωνε εκεί». (Je souscris ses noms d’ Isola d’ Oro, de Fior di Levante. Ce nom de fleur me rappelle que l’ hycinthe était originaire di l’ ile de Zante, et que cette ile reçu son nom de la plante qu’ elle avait portée).
Αναρωτιέμαι τώρα τι θα έλεγα, αν είχα μπροστά μου τον ποιητή των Ωδών, που έζησε και πέθανε μακριά από το αγαπημένο του νησί και που είχε την πρωτάκουστη τη γνώμη ότι είναι
…………..γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα.
Τι θα έλεγα, επαναλαμβάνω, σ’ αυτόν τον μεγάλο Ζακυνθινό τώρα, που τραγούδησε τις φυσικές ομορφιές της πατρίδας του, με αγάπη και ασυνήθιστη λυρική διάθεση, στην πρώτη ωδή της Λύρας :
Της Ζακύνθου τα δάση,
και τα βουνά σκιώδη,
ήκουον ποτέ σημαίνοντα
τα θεία της Αρτέμιδος
αργυρά τόξα.

Και σήμερον τα δένδρα
και τας πηγάς σεβάζονται
δροσεράς οι ποιμένες
αυτού πλανώνται ακόμα
οι Νηρηίδες.
Σήμερα, μεγάλε βάρδε, οι συμπατριώτες σου τίποτα απ’ αυτά που λες δεν «σεβάζονται». Και το λέω αυτό γιατί, όπως πολύ σωστά λέει ο Αλμπέρ Καμύ, όταν η πατρίδα είναι σε κίνδυνο, όλοι, καλοί και κακοί, είναι συνυπεύθυνοι. Πάντως είναι μεγάλο ευτύχημα ότι δεν είσαι τώρα παρών να δεις τη «φιλτάτη πατρίδα» σου πώς την καταντήσαμε… Ακόμη και ο Τούρκος, όπως λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ, να πέρναγε απ’ το νησί σου, τέτοια μαυρίλα δεν θα το σκέπαζε… Κι όμως εσύ --- παρά τους δύσκολους εκείνους καιρούς --- μακάριζες την ωραία σου πατρίδα και έλεγες :
Είσαι ευτυχής και πλέον
σε λέγω ευτυχεστέραν,
ότι συ δεν εγνώρισας
ποτέ την σκληράν μάστιγα
εχθρών, τυράννων.
Δυστυχώς, και σήμερα ακόμη, με τη δική μας ευλογία βέβαια, και τύραννος εξ Ευρώπης υπάρχει και αλωνίζει στη χώρα μας, και εμπρηστής για τα δάση μας, «ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας», όπως λέει πολύ εύστοχα ο νομπελίστας συνάδελφός σου.
Δεν θα σου πω άλλα δυσάρεστα. Θα σταματήσω εδώ, γιατί σε βλέπω έτοιμο να εκραγείς και να ξεστομίσεις τον λεκτικό κεραυνό σου…
Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην την χείρα
ψωμοζητούντες∙
Παρά προστάτας ’νάχωμεν.
Ωστόσο, έχω τη γνώμη πως είναι τόσο μεγάλη η αγάπη σου για το νησί σου, ώστε ακόμη και έτσι, ένα κομμάτι κάρβουνο μες στο Ιόνιο πέλαγος, τα χείλη σου και η καρδιά σου τα ίδια λόγια θα λέγανε :
ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
με κυριεύει.

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Νατάσα Αβούρη: ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΜΟΥ)






Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες σκέψεις.
Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες μνήμες.
Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες αποφάσεις.
Έτσι κι εγώ, με πρόσχημα την επιτακτική, μα κι αναγκαία απ’ τις συνθήκες και την παρέα ανεμελιά, με άρμα ένα παραφορτωμένο με μπαγκάζια, επιβάτες, γέλια και παιδικά τραγούδια Ι.Χ. και με σκοπό για έναν μήνα τουλάχιστον την καθόλα (αν και καθόλου) ηρωική μου έξοδο από τις γκρίζες του μυαλού και τις ψυχής σκοτούρες, πήρα το δρόμο τον καλό, τον ίσιο, τον κατηφορικό για το νησί μου.
Περνώντας από το Ρίο και την καλατράβεια εκδοχή της ακόρεστης μεσογειακής δίψας για ένωση των αντικρινών στεριών, από τον πληθωρικό περιφερειακό της αχαϊκής πρωτεύουσας που τη διατρέχει πανοραμικά χωρίς όμως να προσφέρει την ανάλογη θέα, από την επαρχία του Πύργου κι από έναν μακρύ κατάλογο παλαιών φατριών, που ονοματοδέθηκαν, μοιραία ή θελημένα, με τα χωριά και τους συνοικισμούς τους και καταλήγοντας στην ενατένιση, σχεδόν διαισθητικά, της αναιτίως μα και ευσχήμως ομιχλώδους Γλαρέντζας- εις το επιστημονικότερον, του Ενετικού Κάστρου της Κυλλήνης- αναρωτιόμουν πόσο είχε αλλάξει το ταξίδι, χωροταξικά και χρονικά, από τότε που ήμουν παιδί. Μα, όπως είπα κι επιμένω, το καλοκαίρι δεν είναι εποχή για δύσκολες μνήμες. Και αυτό που μου έμεινε ως σκέψη μόνη, όχι ορφανή, σκέψη σωστή πέρα για πέρα, σκέψη αντικειμενική, δίκαιη και αδιαμφισβήτητη είναι τούτη: Η Ζάκυνθος είναι το ομορφότερο νησί του κόσμου.
Κόσμος συνωστισμένος στα εισιτήρια, κόσμος συνωστισμένος στην αποβάθρα, κόσμος συνωστισμένος και στο φέρι μποτ. Το άρωμα των διακοπών έχει πολλές εκφάνσεις. Βρίσκω, όσο μεγαλώνω, ότι μ’ αρέσουν όλες. Δίπλα μου συζητούν χαμηλόφωνα δυο νεαροί κατάξανθοι, Ολλανδοί ή Φινλανδοί, αδύνατον να καταλάβω. Πιο πέρα όρθιοι, μια παρέα Ρώσων με φαρδιές πουκαμίσες, κοκκινωπά μάγουλα και τη βαριά προφορά τολστοϊκών ηρώων προσπαθούν ανόρεκτα να εντοπίσουν κενές θέσεις. Τρία εγγλεζάκια χαχανίζοντας και στιχομυθώντας ακατάπαυστα στη δική τους, παιδιάστικη διάλεκτο, διατρέχουν το κατάστρωμα με τα παγωτά χωνάκι ξεχασμένα ανά χείρας να στάζουνε στο πάτωμα, σπονδές καλοκαιρινές στον Ποσειδώνα. Τώρα τελευταία η παρέα του ανθρώπινου σιναφιού για το νησί έχει διανθιστεί με κίτρα της Ανατολής· διερευνητικοί Κορεάτες, πορσελάνινοι Ιάπωνες, φεγγαροπρόσωποι Κινέζοι και ενθουσιώδεις Φιλιππινέζοι, συμπληρώνουν εύστοχα και ηδονικά την φιλαυτία της χρωματικής παλέτας του γένους μας.
Φτάνουμε. Αριστερά ο Σκοπός με την σισίφεια Τούρλα του ακόμη υψωμένη κρατάει καλά το σκήπτρο του πιο ψηλού- παρ’ ολίγον- βουνού της νήσου· δεξιά το Κρυονέρι, το Ακρωτήρι, πιο πέρα το Τσιλιβί. Στο μέσον η Χώρα, χιλιολουσμένη από ήλιους και βροχές, από αρμύρα κι ιστορία. Πάνω της περάσαν διάφοροι, κατακτητές, ελευθερωτές, δικοί και ξένοι, που με το ρόπτρο ή το ρόπαλο τη σμίλευσαν αναλόγως. Η φύση όμως έθεσε την τελική σφραγίδα: η σεισμική «Πράσινη Γραμμή» του 19531 πήρε κι άφησε όσα δεν μπόρεσαν οι άνθρωποι εκατονταετίες. Γύρω απ’ τη Χώρα, σε σημεία που βλέπουν οι πολλοί και σ’ άλλα που αναγνωρίζω εγώ κι όσοι την ξέρουν, ξεπηδούν διάσπαρτες μέσα σε πευκόφυτες πλαγιές και ισιάδες, δίπλα από τα παλιά Ρεπάρα2, πάνω από τις αμμουδερές ακτές, μικρές και μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, σαν παρασιτικά φυτεύματα του χρήματος, από τις πιο γνωστές και αγαπημένες «καλλιέργειες» των κατοίκων. Όχι ότι μου κάνει εντύπωση πια. Είναι γνωστό τοις πάσι, θεμιτό και αναμενόμενο ότι ο τουρισμός κάνει καλό σε ένα μέρος. Φέρνει ανάπτυξη. Ενισχύει την οικονομία. Ενδυναμώνει τις τοπικές κοινότητες. Τονώνει τον πολιτισμό. Αναπτύσσει την αίσθηση της πολυπολιτισμικότητας.
Αναρωτιέμαι, αλήθεια, πώς τόσες και τόσες γενιές ανίδεων από τουριστικό πολιτισμό Ζακυνθίων ξόμειναν στον τόπο τούτο χωρίς να πεινάσουν…
Μα δεν είναι ώρα για άλλη σκέψη. Το πλοίο δένει στο μπαστούνι του Αγίου, ο κυβερνήτης καλεί προς αποβίβαση, οι γύρω μου γκρινιάζουν και βαριούνται. Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. Τώρα λοιπόν, καιρός του παραθερίζειν!
Ημέρα πέμπτη. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Τσάμπα την ύμνησαν ποιητές και πεζογράφοι; Άδικα την ονομάτισαν «το φιόρο του Λεβάντε3»; Ψέματα κι οι αναφορές του Ομήρου; Οι τουριστικοί οδηγοί, οι ξεναγοί, οι ξενοδόχοι δεν μπορεί να υπερβάλλουν. Και μια διαφήμιση επίμονη θυμάμαι στην τηλεόραση πριν το Πάσχα τα ίδια διαλαλούσε. Το Πάσχα όμως εφέτος ήρθε αργά για το νησί. Τέλος Μαΐου ίσως. Μέχρι τότε και για εννιά περίπου μήνες η Ζάκυνθος, «γκαστρωμένη» λύματα, ξερνούσε εκτρώματα οσμών και μολυσμάτων. Αυτό ίσως το ξέχασαν οι τουριστικοί οδηγοί, οι ξεναγοί, οι ξενοδόχοι κι οι διαφημιστές να το αναφέρουν. Ίσως και να μην το θεώρησαν σπουδαίο. Μα βέβαια, δίπλα στους Σολωμούς, στους Κάλβους, και στους Ξενόπουλους πόσο παράταιρα αντηχούν οι λέξεις «σκουπίδια», «βρώμα», «σαπίλα»;
Ας είναι. Φέρνω μια βόλτα τη Χώρα. Οι τουρίστες ξυπνούν σιγά σιγά, ασυνήθιστοι στα ξενύχτια και στις υγρές βραδιές, φορούν τα καπελάκια και την εκδρομική τους περιβολή και ξεχύνονται στα μουσεία, στα αξιοθέατα, στους αρχαιολογικούς χώρους. Αναρωτιέμαι πώς θα σκάρωνε ο Βυζάντιος τον γλωσσικό αχταρμά της νέας αυτής Βαβυλωνίας. Στο κέντρο η πλατεία του Σολωμού, η χιλιομπαλωμένη, πλαισιώνεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Πνευματικό Κέντρο, τον θρυλικό Κόκκινο Βράχο. Κτίσματα σχεδόν νεοκλασικά, σχεδόν λειτουργικά, σχεδόν διατηρημένα. Δίπλα η εκκλησία του Αγ. Νικολάου του Μώλου· πιο πίσω η πλατεία του Αγίου Μάρκου με την ομώνυμη καθολική εκκλησία και το Μουσείο Επιφανών Ζακυνθίων- Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου οριοθετεί το σταυροδρόμι χιλιετιών ιστορίας, παράδοσης, θρησκείας, πολιτισμών. Οι καφετέριες πάλλονται από μουσική κι από κόσμο. Δίπλα στον κύριο που πίνει εσπρέσσο- Έλληνας θα ’ναι, συζητά με τη συνήθη φιλική βωμολοχία με έναν νεότερό του- μια μαρμάρινη πλάκα με μικροσκοπικά και κεφαλαία γράμματα ψιθυρίζει ονόματα «Ηρώων πεσόντων εν τη Κατοχή». Από εδώ ξεκινά η Πλατεία Ρούγα4 ή, επισήμως, η οδός Αλεξάνδρου Ρώμα με τα ταχυφαγεία, τα αναμνηστικά, τις διάφορες μπουτίκ. Η περαντζάδα από τη Στήλη μέχρι τον Άγιο, η παραλιακή λεωφόρος δηλαδή, είναι ιδανική για απογευματινές βόλτες. Το ίδιο και το Ψήλωμα από την άλλη τη μεριά μέχρι το σολωμικό λόφο του Στράνη. Οι ισκιωτές κλιτύες της Μπόχαλης από πάνω θωπεύουν νωχελικά τη Χώρα, αφήνοντας ν’ αντηχούν κάπου- κάπου οι καμπάνες της Φανερωμένης. Το δύσβατό τους μονοπάτι ακολουθούν πολλοί τουρίστες μες στο κατακαλόκαιρο, μες στο καταμεσήμερο, μες στον ιδρώτα και στο ηλιοκαμένο τους δέρμα. Οι Ζακυνθινοί τους κογιονάρουν5. «Τέτοιες σερπιάδες6, μάτια μου; Όρσε γαμπρέ κουφέτα7!» Παράξενο τώρα που το σκέφτομαι: μήτε τα πρωινά μα μήτε τ’ απογεύματα έχω δει ντόπιους ν’ ανεβαίνουν.
Ημέρα όγδοη. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Μες στις καυτές επάλξεις του αυγουστιάτικου μεσημεριού και στην ακύμαντη ιόνια γαλήνη, λουσμένη καθώς είμαι όχι στον ποταμό Γουαδαλκιβίρ8, αλλά στην παραλία του Αλικανά, φαίνεται πια σίγουρη η αντικειμενικότητα των λόγων μου. Ανοίγω τα μάτια. Από τη διπλανή μου κυρία, βέρα Ζακυνθινή σωματοτυπικά, γλωσσολογικά και στιλιστικά, δεν ακούω πια το γνωστό σύρσιμο της ντοπιολαλιάς με τους γηλοφώδεις παρατονισμούς, να ψάλλει στο αγγόνι της το χιλιοειπωμένο τροπάριο: «Νιόνιο μου, τζογούλα9 μου, κάμε παιδάκι να ‘ρθεις εδωπα ε, μη φεύγεις απ’ τη νόνα10!». Η παύση αυτή η απρόσμενη μόνο ένα μπορεί να σηματοδοτεί. Κοιτάω δεξιά. Όπως κάθε μέρα, εδώ και μέρες, στο απέναντι βουνό ανάβουνε φωτιές. Μετράω τις εστίες: μία, δύο, τρεις… οκτώ. Οι ποιητές δε θυμάμαι να μίλησαν ποτέ για φωτιές. Μόνο για «αμπελόφυτους του Βάκχου κάμπους»11, «σταφυλοφόρους ρίζας», «χρυσά κήτρα»12 κι «άνθινες (από υακίνθους) ακρογιαλιές»13. Ίσως να μην τις παρατήρησαν. Ίσως πάλι το ανείπωτο, μακάβριο τούτο γαϊτανάκι του καταμεσήμερου να μην προσιδίαζε, όπως τώρα, στο πνεύμα της εποχής τους. Οι περισσότεροι λουόμενοι δείχνουν προς στιγμήν να ενοχλούνται. Κάποιοι κουνούν το κεφάλι απαξιωτικά, κάποιοι θρηνητικά. Προς στιγμήν. «Αλλά η μέρα είναι ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό»14 κι οι διακοπές, το είπαμε ξανά, δε θέλουν δύσκολες σκέψεις. Ξανακλείνω κι εγώ τα μάτια. Η μύτη μόνο παραμένει ασφάλιστη στην κάφτρα. Δεν είναι τόσο το πεύκο, ο σκίνος ή το θυμάρι που φλέγεται τούτην την ώρα. Κάτι άλλο καίγεται· μαζί και το βουνό, μαζί και οι λουόμενοι, μαζί και οι σκέψεις μου.
Ημέρα δέκατη ένατη. Παραμονή της Παναγίας. Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου. Κλείνω πεισματικά τον υπολογιστή εν μέσω των μελωδικά εκκωφαντικών σημάντρων της Πικριδιώτισσας15. Όλο οι ίδιες και οι ίδιες ειδήσεις. Δεν είναι βέβαια και λίγο ένα τόσο μικρό μέρος να γίνεται καθημερινά πρωτοσέλιδο. Χτες ήταν πάλι οι φωτιές, σήμερα κάποια επεισόδια στο Λαγανά16. Ξυλοδαρμοί, ναρκωτικά, προσβολή της δημοσίας αιδούς, δολοφονίες… Δεν κάθισα να δω περισσότερα. Κλείνω και την τηλεόραση· επιβάλλω μάλλον στους άλλους να την κλείσουν, παραμονή της Παναγίας, τι κάθεστε, λέω, πάμε όλοι μαζί στη Λειτουργία. Στο δρόμο οι γείτονες μας χαιρετούν, μας εύχονται, σχολιάζουν τα τεκταινόμενα. Στέκομαι παράμερα δυο βήματα, μετά άλλα τόσα. Ο βόμβος των ψαλμωδιών σκεπάζει κάτι λίγο απ’ την ψυχή μου. «Έτσι δε γίνεται παντού; Αυτή δεν είναι η εποχή μας;» Τέτοιες σκέψεις, απλές και αβίαστες, καθώς ταιριάζουνε στην ώρα, στη διάθεση και στο έθιμο με πείθουν για την προσωρινή τους, έστω, αλήθεια. Διώχνω τις εκνευριστικές τολύπες θύμησης μιας Ζακύνθου παλιάς, εκείνης που έζησα ως παιδί κι εκείνης που εγκολπώθηκα απ’ τους προγόνους μου με λόγια ξωτικά και εικόνες σπηλαιώδεις, μιας και δεν έχω πια «σουσάμι» να τις ανοίξει. Μου φτάνει που είμαι εδώ και που είμαι τώρα. Κι ας μη χορταίνω πια, όπως ο Ποιητής, με το «πράσινο μεθύσι και την χαροκοπιά»17 του Κάμπου της· αρκεί και έτσι να μετρώ ανάμεσα στα ενοικιαζόμενα, στα μίνι μάρκετ και στις βίλες τους κόμπους της χαράς μου. Κι ας μη μετράω πια τόσ’ άστρα της «στον τρίσβαθο αιθέρα»· «πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου»18 τ’ ανακαλύπτουνε ξανά πίσω από τις σιδερένιες σκαλωσιές, κάτω από τα μισοτελειωμένα τσιμεντόκτιστα οικοδομήματα, μέσα στα παραμύθια των παλιών, στα λόγια των γονιών μου.
Ημέρα εικοστή ένατη. Ανήμερα του Αγίου19. Σημαιοστολισμένη από νωρίς η Χώρα παραδίδεται στη θερινή της επιφοίτηση.
Η ομήγυρη απαιτεί βόλτα στο πανηγύρι. Ακολουθώ, με έξι και μια τύψεις20 για τα Βάγια21 και για τον Ποιητή22.
Καλά τα νέα επειδή δεν υπάρχουν.
Πρέπει να φτιάξω τις βαλίτσες. Τελευταία μέρα των διακοπών.
Τουριστικά η περίοδος θαυμασία, δηλώνει ο Δήμαρχος. Οι ντόπιοι διαφωνούν, μεγάλη η προσέλευση, λίγα τα έσοδα, λένε.
Στην παραλία του Τσιλιβή μαζεύω αποτσίγαρα. Και μπουκάλια μαζεύω, μέχρι που κόβομαι λίγο στο δάχτυλο· τ’ αφήνω σε άλλους καλοθελητάδες.
Κόσμος πολύς, επίσημοι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κι ο Πατριάρχης για τον Άγιο. Δόξες μεγάλες το νησί.
«Επικαλέω τοι την θεόν». Σεφέρης23. Πώς πάει άραγε; «Λάδι στα μέλη… λάδι στην κόμη… λάδι στον ήλιο». Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Φοράω τα καλά μου, βγαίνω.
Η λιτανεία καλά κρατεί, όμορφα και με τέμπο από το 170024. Μπροστά οι μπάντες και τα λάβαρα του Αγίου, τα σχολεία, οι πρόσκοποι, οι ψαλτάδες.
Χτενίσανε καλά τον δρόμο. Μήτε ένα σκουπιδάκι χαλά τη στιλπνή του φαλάκρα.


Το ιερό Σκήνωμα ακολουθεί σε γυάλινη προθήκη, κάτω από ένα βελούδινο κιβώριο προστατευμένο, προφυλαγμένο απ’ τον καιρό, από τη σκόνη κι απ’ τους ανθρώπους.

Ένας σερβιτόρος με σπρώχνει ελαφρά να περάσει. Φίσκα τα τραπέζια σήμερα, καλά πάει το πράγμα.

Μπροστά και πίσω οι ιερείς τ’ αστραφτερά τους άμφια ζωσμένοι, τις ράβδους και τις μίτρες προσεκτικά βαλμένες, ταπεινά.


Λάδι στον ήλιο·
τρόμαξαν τα φύλλα
στου ξένου το σταμάτημα
και βάρυνε η σιγή
ανάμεσα στα γόνατα.
Έπεσαν τα νομίσματα·
«Επικαλέω τοι την θεόν…».


Η εξουσία διακόπτεται με άλλην εξουσία. Ο Δήμαρχος, ο Υπουργός, οι συμβουλάτορές τους. Να κι ο λαός που ακολουθεί κοπάδιν- ομάδιν ήθελα να πω- ως ουραγός ιδανικός της όλης κουστωδίας.
Λάδι στους ώμους
και στη μέση που λύγισε
γρίβα σφυρά στη χλόη,
κι αυτή η πληγή στον ήλιο
καθώς σημαίναν τον εσπερινό
καθώς μιλούσα στον αυλόγυρο
μ’ ένα σακάτη.

Ναι, έτσι πάει, έτσι ταιριάζει δηλαδή. Νομίσματα μιας νέας εποχής για νέας εποχής ιεροδουλία.

Βράδυ. Σιγά σιγά η λιτανεία νετάρει25. Ο Άγιος, εν μέσω μιας ολάνθιστης, πολύβουης φαντασμαγορίας πυροτεχνημάτων, κανονιοβολισμών και αυτοσχέδιων αγγελτήριων οργάνων κυκλώνει τη Χώρα με την οσία του μορφή και την αμέριστη ευχή του.

Την ίδια ώρα ψηλά, σε μια πλαγιά του Σκοπού, το παλίμψηστο της θερινής μου ουτοπίας ολοκληρώνεται κι αυτό μάλλον δραματικά, σχεδόν εικαστικά, οπωσδήποτε ειρωνικά: μικρά φωτοφεγγήματα αρχικά, σαν άστρα λες απ’ το χρωστήρα του Βαν Γκογκ26, γίνονται στιγμιαία φλογερός χορός, σφίγγοντας μέσα στις πύρινες γλώσσες τους δέντρα και βρύα. Οι κάτοικοι, οι ξένοι, οι τουρίστες, οι ιερείς, οι επίσημοι κι εγώ μαζί, απρόσκλητοι κι απρόθυμοι θεατές της αδαμιαίας μας αδιαφορίας, μένουμε να κοιτάμε συνεπαρμένοι, μουδιασμένοι, σακάτηδες ψυχή τε σώματι τους τόνους τους ψυχρούς απ’ το βροχερό Τολέδο του Γκρέκο27 να μεταλαμπαδεύονται φλογοβόλοι στο ύστατο, αυγουστιάτικο, ζακυνθινό μας «πανηγύρι».

Ημέρα τριακοστή. Αθήνα.

Μπρος στα σκαλιά της Ιεράς Εξέτασης του χρόνου του αδυσώπητου, σε πείσμα αυτής της πόρνης εποχής αναφωνώ:

«Η Ζάκυνθος είναι το ωραιότερο νησί του κόσμου!».

-------------------------------------------------
1 Πρόκειται για τον καταστροφικό σεισμό της 12ης Αυγούστου του 1953, κλίμακος περ. 7,1 ρίχτερ.
2 Ρεπάρο: εξοχικά σπίτια πλουσίων, αριστοκρατικών οικογενειών της Ζακύνθου, που πριν το σεισμό του ’53 βρίσκονταν ακριβώς πάνω στο κύμα (η μεταφορά γινότανε με βάρκες κατά μίμηση της Βενετίας).
3 Άνθος της Ανατολής για τους Βενετσιάνους (Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας)
4 Ρούγα: οδός, δρόμος
5 Κογιονάρω: κοροϊδεύω, ειρωνεύομαι.
6 Σερπιάδες: βλακείες, ανοησίες
7 Όρσε γαμπρέ κουφέτα: λαϊκή έκφραση αγανάκτησης ή απαξίωσης γεγονότος και κυρίως ανθρώπου εν είδει φασκελώματος (όρσε= πάρε).
8 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Λούζεται η αγάπη μου στο Γκουανταλκιβίρ, μελοποίηση Λ. Παπαδόπουλος
9 Τζόγια/ τζογούλα: χαρά μου, μάτια μου
10 Νόνα και νόνος: γιαγιά και παππούς στη ζακυνθινή διάλεκτο, από τις ιταλικές αντίστοιχες λέξεις nonna, nonno
11 Ούγκο Φόσκολο, Ύμνος στην Ζάκυνθο, μτφ. Μαρίνος Σιγούρος.
12 Ανδ. Κάλβος, Ωδαί, Ο Φιλόπατρις (Ωδή Πρώτη,στρ. ιη’, ιθ’)
13 Έντγκαρ Άλαν Πόε, To Zante, μτφ. Νίκου Σημηριώτη
14 Κωνσταντίνος Καβάφης, Αλεξανδρινοί Βασιλείς, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984
15 Παναγία η Πικριδιώτισσα: ομώνυμη εκκλησία και περιοχή της Χώρας.
16 Κόλπος του Λαγανά/ οικισμός του Λαγανά: από τις τουριστικότερες περιοχές της Ζακύνθου, μέρος ωοτοκίας της Καρέτα- Καρέτα.
17 Κωστής Παλαμάς, Ζάκυνθος (συλλογή: Περάσματα και χαιρετισμοί, 1930)
18 Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β’, XLV & XXXVI
19 Ως «Άγιο» οι Ζακύνθιοι αναφέρουν τον προστάτη της Χώρας και του νησιού, τον Άγιο Διονύσιο (τον Νέο). Εορτάζεται στις 24 Αυγούστου (επέτειος μετακομιδής των Λειψάνων του) και στις 17 Δεκεμβρίου (επέτειος Κοιμήσεως)
20 Οδυσσέας Ελύτης, συλλογή Έξι και Μία Τύψεις για τον Ουρανό, 1960.
21 Βάγια: με βάγια στρώνουν την εκκλησία του Αγίου και το δρόμο για την λιτανεία. Εδώ γίνεται έμμεση αναφορά στην Κυριακή των Βαΐων και το περιστατικό της εκδίωξης των εμπόρων στο ναό της Ιερουσαλήμ από τον Ιησού (Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου…», Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον).
22 Εδώ κυρίως αναφέρομαι στον Τάσσο Λειβαδίτη (Αιώνας εμπορίου) και στον Νίκο Καρούζο (Λέξεις και φράσεις που δεν έγιναν ποίημα)
23 Γιώργος Σεφέρης, Επικαλέω τοι την θεόν, συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’.
24 Οι λιτανείες του Αγίου Διονυσίου, ακολουθούν συγκεκριμένο τυπικό εδώ και αιώνες, όπως ακριβώς απεικονίζεται στο ομώνυμο, πολυπρόσωπο ζωγραφικό έργο του Νικολάου Κουτούζη (1766, Μουσείο Μονής Στροφάδων).
25 Νετάρω: τελειώνω.
26 Βίνσεντ Βαν Γκογκ, Αστερόεσσα, αλλιώς: Έναστρη Νύχτα (διάφορες εκδοχές), λάδι σε καμβά, 1889, Μουσείο Καλών Τεχνών Χιούστον, ΗΠΑ.
27 Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Το Τολέδο στην Καταιγίδα, λάδι σε μουσαμά, 1604- 1614, Μητροπολιτικό Μουσείο Ν. Υόρκης.   

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Διονύση Ζήβα: ΤΑ ΛΑΖΑΡΕΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ




[Αναδημοσίευση από τα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 341-350]



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρη Αρβανιτάκη: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ 1797

[Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο Συμπόσιο με θέμα: «Πολιτισμικές εκφράσεις της Επτανησιακής ταυτότητας. 17ος–20ός αι.», στο πλαίσιο των Γιορτών Λόγου και Τέχνης (Λευκάδα, 8-9 Αυγούστου 2014). Αναδημοσιεύεται εδώ από τον διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας ΕΡΜΗΣ, 24/9/2014.]


Τον χειμώνα του 1947, οι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων στη Ζάκυνθο επιχείρησαν να εμποδίσουν την επέκταση του Εμφυλίου στο νησί, αλληλοδεσμευόμενοι για την εμπέδωση ενός κλίματος μετριοπάθειας. Το κείμενο της συμφωνίας το δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στο νεοϊδρυμένο τότε περιοδικό του, συνοδεύοντάς το με ένα σημείωμα στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε: 

Σήμερα η Ζάκυνθος περνά μια κρίση στην οικονομική της ζωή καθώς και στην πνευματική της υπόσταση. […] Δεν γίνεται τίποτε, μα απολύτως τίποτε για την ανόρθωση της Ζακύνθου. Κατάντησε στις μέρες μας να συγκρίνουν το Κατάκολο και τους μωραϊτάδες με το Άνθος της Ανατολής! Εμείς οι ίδιοι κατηγορούμε το σπίτι μας, τεντώνουμε στο άπειρο τις αδυναμίες μας, αυτοκαταδικαζόμαστε, μοιρολατρούμε σαν ομφαλοσκόποι και δίνουμε με τη στάση μας το δικαίωμα στους ανίδεους ξένους μας, που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει Ζάκυνθος, να μας συγκρίνουν με το Κατάκολο! Κι όμως η Ζάκυνθος στάθηκε κάποτε η πνευματική και καλλιτεχνική πρωτεύουσα του νεοελληνισμού! […] Τον καιρό που οι άλλοι ναρκισεύουνται με τους αμανέδες εμείς δίνουμε στο Ρωμέικο έναν Παύλο Καρρέρ κι έναν Πλανύτερο […].

Ίσως μια τέτοια γλώσσα να ηχεί κάπως παράξενα όταν γίνεται αντικείμενο «ακαδημαϊκής» ανάλυσης, αλλά δεν νομίζω ότι ξενίζει όποιον έχει κάποια σχέση με το Ιόνιο: είναι κοινός τόπος. Εκείνο που θέλω σήμερα να εξετάσω είναι τα θεμέλια, οι ιστορικές αιτίες που έκαναν δυνατή μία τέτοια συμπλεγματική θέση περί ανωτερότητας του επτανησιακού κόσμου. Θα επιχειρήσω να μελετήσω ποια είναι η «δυτικότητα» που υπερπροβάλλουν οι Ιόνιοι, πώς αυτή συνδυάστηκε με την προσπάθεια απόδειξης της εθνικότητάς τους, ποιοι μηχανισμοί τη διαιώνισαν και πώς η δυτικότητα από ιστορική πραγματικότητα μετατράπηκε σε ψυχολογική ανάγκη και σύμπλεγμα. Παράλληλα, μελετώντας ποιες εκδοχές της δυτικότητας αποκλείστηκαν από τη συλλογική τοπική συνείδηση και μνήμη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην κομβική στιγμή του 1797, θα προσπαθήσω να δείξω την ταξικότητα και την απόλυτη ιδεολογικοποίηση αυτής της μνήμης.

Η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο εύκολη αν αντί για «ανωτερότητα» χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ιδιαιτερότητα». Πού εδράζεται λοιπόν η ιδιαιτερότητα αυτή; Οι λόγοι είναι πολλοί και είναι επαρκώς γνωστοί στις γενικές τους γραμμές. Θα τους υπενθυμίσω συνοπτικά.

Οπωσδήποτε, είναι η μακρόχρονη πρόσδεση των νησιών στις ιστορικές τύχες του δυτικού κόσμου. Δεν είναι δίχως σημασία ότι στην περίπτωση του Ιονίου οι κυρίαρχοι υπήρξαν πάντοτε «πολιτιστικά ανώτεροι», κάτι που επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο πρόσληψής τους από τους τοπικούς πληθυσμούς. Είναι επιπλέον οι τρόποι «επικοινωνίας» του κυρίαρχου με τον κυριαρχούμενο. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και σχετίζεται με τους βασικούς φορείς αυτής της δυτικότητας. Γιατί αφενός μέσα από την κοινωνική επιβολή και διείσδυση των τοπικών ελίτ και αφετέρου μέσα από τις πολύμορφες επιδράσεις που δέχονταν οι τοπικές κοινωνίες, η διείσδυση του βενετικού στοιχείου, η πραγματική επιβολή του βενετικού «κόσμου» δηλαδή, γινόταν ουσιαστική. Αυτή η επίδραση δεν έχει να κάνει με τη βίωση ανισοτήτων ή αδικιών, δεν έχει να κάνει με την επιθυμία ίσως και ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο, γιατί η επίδραση υπήρξε διαρκέστερη και βαθύτερη. Απόδειξη, ότι επιβίωσε και επιβιώνει πολύν καιρό μετά από την ιστορική εξαφάνιση του βενετικού κόσμου, του πλαισίου και της αιτιακής δηλαδή σχέσης.

Μιλώντας για τους κοινωνικούς φορείς της δυτικότητας και για το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, χρειάζεται να επισημανθεί μία συγκεκριμένη παράμετρος. Εννοώ την απόλυτη κυριαρχία της πόλης επί της υπαίθρου σε όλα τα επίπεδα, βασική παράμετρο της δημιουργίας της πόλης και της αστικής ταυτότητας στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Μέσα στο πλαίσιο που εξασφάλιζε για αιώνες η Κυρίαρχος, η πόλη, μάλιστα η αστικότητα, υπήρξε κεντρικό αίτημα, όχι μόνο γιατί εξασφάλιζε και εμπέδωνε την ανωτερότητα απέναντι της υπαίθρου, αλλά και γιατί αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για τη νομική κατοχύρωση του status της ευγένειας. 

Επιπλέον, το στρώμα των ευγενών και τα πιο ισχυρά τμήματα των εκτός ευγένειας αστών επιβεβαίωναν ακόμα περισσότερο την επιβολή του κυρίαρχου μοντέλου μέσω της θεσμικής υπεροχής, της οικονομικής δύναμης, του κύρους και του μονοπωλίου της μνήμης. Είναι ανάγκη να επιμείνουμε σ’ αυτά για να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η βενετική κυριαρχία, και σε έναν βαθμό και οι επόμενες, δεν παρέμειναν «εξωτερικές», δίχως διάχυσή τους δηλαδή στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών˙ το αντίθετο. Οι επόμενες δυτικές κυριαρχίες στο Ιόνιο, μέχρι την Ένωση, συνέχισαν τη σύνδεση του τόπου με τη Δύση. Βεβαίως, οι όροι ήταν πλέον διαφορετικοί και τα πράγματα περιπλέκονταν καθώς επιβαλλόταν μία νέα ανάγνωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος: το εθνικό ζήτημα.

Η πτώση της Βενετίας προκάλεσε μία μεγάλη, αν και στιγμιαία, κοινωνική έκρηξη, αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε σε μυθοποίηση του βενετικού παρελθόντος (βασική προϋπόθεση του σύνδρομου ανωτερότητας για το οποίο μιλάμε). Για την ώρα, επείγει να παρατηρηθεί ότι η πτώση της Βενετίας και ολόκληρος ο δέκατος ένατος αιώνας χαρακτηρίστηκαν από την επικράτηση του εθνισμού. Οι όροι, όμως, διεκδίκησής του ανέδειξαν και επέτειναν την «ιδιομορφία» του τόπου. Κι αυτό γιατί ο «εθνισμός» των Ιονίων υπήρξε ζήτημα διαμάχης, υπήρξε αίτημα προς κατάκτηση και όχι αυτονόητο. Η ίδια η δυτικότητα αποτέλεσε τώρα πρόβλημα, καθώς αυτή ακριβώς προσέκρουε στο μοντέλο του έθνους που διαμορφωνόταν και στο οποίο οι Ιόνιοι ήθελαν να ενταχθούν. Πολλές εκφάνσεις της πραγματικότητας αναδείκνυαν τη δυσκολία: η διαδομένη ιταλοφωνία των τοπικών ελίτ, η μουσική παράδοση και παιδεία, η ζωγραφική και οι άλλες μορφές τέχνης δεν άρμοζαν στον κανόνα της «ελληνικότητας».

Ήταν επίσης και η μη συμμετοχή στη γενέθλια πράξη του έθνους, στο 1821. Βέβαια, αν το Ιόνιο δεν συμμετείχε ως τόπος στη εθνική επανάσταση, συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό με ανθρώπινο δυναμικό, αλλά επίσης ως διανοητική και πνευματική παρουσία. Η απουσία δημόσιων τόπων-σημάτων επαναστατικής δράσης έγινε προσπάθεια υστερότερα να αντισταθμιστεί με τον αγώνα των Ριζοσπαστών. Όσο όμως κι αν το Ιόνιο εγκολπώθηκε τις αρχές του εθνισμού και επιχείρησε να συναρμοστεί με την εικόνα του έθνους που δημιουργούνταν, οι επτανησιακές κοινωνίες (οπωσδήποτε οι ελίτ τους) είχαν εξαρχής να αντιμετωπίσουν τη ρητή δυσπιστία, κάποτε και την ανοιχτή αμφισβήτηση, του «εθνισμού» τους από την πλευρά εκείνη ακριβώς από την οποία επεδίωκαν την επιδοκιμασία. Με αμυντικό ή με επιθετικό τρόπο οι ιστοριογράφοι του Ιονίου επιχείρησαν να αποδείξουν την ελληνικότητα των τόπων και των πληθυσμών, ελληνικότητα που έβρισκαν να κρύβεται πίσω από τα δυτικής επιρροής επιφαινόμενα.

Στην κρίσιμη στιγμή της ελληνικής συνειδητοποίησης του Ιονίου, η δυτικότητα αποτέλεσε ένα κρίσιμο ζήτημα πολεμικής και εντός των τοπικών κοινωνιών, καθώς από ένα μέρος των διανοουμένων τέθηκε σε αμφισβήτηση το βενετικό παρελθόν και οι κύριοι εκφραστές του, οι ευγενείς. Η ισχυρή κριτική του Κωνσταντίνου Λομβάρδου εκφράζει αυτό ακριβώς το κλίμα. Ο Λομβάρδος επιχείρησε να διατυπώσει τη γενεαλογία όχι τόσο της εθνικής ιδέας όσο του φορέα της: δηλαδή του λαού. Αν στον τελευταίον αυτόν αναγνώριζε τον θεματοφύλακα της εθνικής ιδέας, στους ευγενείς έβλεπε τους εχθρούς της, εφόσον γι’ αυτόν η εθνική ιδέα γεννήθηκε από την πάλη του «λαού» όχι μόνο με τους «ξένους» αλλά και με τους ευγενείς. Οι ευγενείς όμως, μέρος των οποίων είχε, αν μη τι άλλο, να επιδείξει συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες (και στην ελληνική επανάσταση) αντέδρασαν και στις κατηγορίες του Λομβάρδου και στις ομόλογες κατηγορίες και τους αποκλεισμούς που έρχονταν από την ελληνική λογιοσύνη (Σάθας, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβής κ.ά.). Διεκδίκησαν ένα «ελληνικό παρελθόν» της ιόνιας ευγένειας, υπερακοντίζοντας σε εθνισμό τους κατηγόρους τους και θέτοντας το ζήτημα στη βάση της συμμετοχής των ευγενών στη διατήρηση του πολιτισμού, άσχετα με το όργανο έκφρασής τους, τη γλώσσα δηλαδή. Αυτή, η «ελληνοποίηση» του παρελθόντος της ευγένειας υπήρξε έργο πολλών, κυρίως του Λαυρέντιου Βροκίνη και του Ιωάννη Ρωμανού. 

Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν χωράει αμφιβολία ότι η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιονίων (ή έστω της έκφρασής της), αλλά και οι δυσχέρειες του κάθε φορά παρόντος, οδηγούσαν, οπωσδήποτε τους ευγενείς αλλά όχι μόνο, σε μια μυθοποίηση του παρελθόντος. Για παράδειγμα, το 1819, οι χωρικοί της Λευκάδας, απολογούμενοι για την εξέγερσή τους, επικαλούνταν το «δίκαιο κράτος» της Βενετίας. Λίγα χρόνια μετά, επί ελληνικού κράτους, τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του τέλους του αιώνα, την αίσθηση αδικίας, υποκινημένη οπωσδήποτε από τη συμπεριφορά των ελλήνων κρατικών λειτουργών αλλά και από τα παραδοσιακά τοπικά εξουσιαστικά συμφέροντα, θα οδηγούσαν σε μία σαφή αίσθηση «διάψευσης», άρα και καταφυγή στο μυθοποιημένο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτό το πολύπλοκο αίσθημα που εξέφρασε εξαιρετικά ο Γιάννης Τσακασιάνος.

Η μυθοποίηση που φέρνει ο χρόνος˙ οι δυσχέρειες του παρόντος˙ η παραμονή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας των παραδοσιακών ευγενών και των συμμάχων-ανταγωνιστών τους (των εύπορων αστών): είναι οι κύριοι λόγοι του υπερτονισμού της δυτικότητας, σε συνδυασμό πλέον με τη διαρκή και δυναμική διεκδίκηση της εθνικότητας. 

Πώς, όμως, έγινε κατορθωτό να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οι ευγενείς την καταλυτική κριτική, να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και να διαχύσουν στην κοινωνία το δικό τους μοντέλο «δυτικής μνήμης»; Έχω τη θέση ότι αυτό επετεύχθη λόγω της ιδιαίτερης πρόσληψης του εθνικού ζητήματος και μάλιστα λόγω της εξαρχής υπαγωγής του κοινωνικού στο εθνικό: λόγω του επικαθορισμού δηλαδή του πρώτου από το δεύτερο. Αυτή η ερμηνεία θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε επιπλέον την επιλεκτική μνήμη της δυτικότητας και άρα τους αποκλεισμούς, τις «σκοτεινές στιγμές» του δυτικού παρελθόντος των νησιών. Σε αυτό θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.

Όχι μόνο στο Ιόνιο, αλλά στη συνολική εμπειρία του ελληνικού Διαφωτισμού, η κοινωνική κριτική δεν υπήρξε αυτόνομο ζητούμενο. Εξ ου και η πρόσληψη των προεπαναστατικών κοινωνικών αγώνων και η εγγραφή τους στην προβληματική του Διαφωτισμού είναι συζητήσιμη: αυτή έγινε κυρίως μέσα από την νοηματοδότησή τους ως αγώνων εθνικών, σε συνάρτηση δηλαδή με το αίτημα της εθνικής αποκατάστασης. 

Στο Ιόνιο, ίσως λόγω της πιο σκληρής «ταξικής διαστρωμάτωσης», ίσως λόγω της αμεσότερης σχέσης με τα τεκταινόμενα στη Δύση, ίσως όμως και λόγω της ύπαρξης μίας εντόπιας, ευάριθμης βέβαια, αφυπνισμένης διανόησης, συνδεδεμένης με την κοινωνική πραγματικότητα και όχι εξωτερική, όπως σε έναν βαθμό συνέβη στην υπόλοιπη ελληνική εμπειρία, η κοινωνική κριτική –έστω για μία στιγμή μόνο– έθεσε ως στόχο της την υπονόμευση της κοινωνικής ιεραρχίας και της ομόλογης ιδεολογίας: της ευγένειας δηλαδή. Αναφέρομαι στην πολύ γνωστή περίπτωση του Βασιλικού του Αντωνίου Μάτεση, παιδιού του διαφωτιστικού πνεύματος, αλλά κυρίως στη λιγότερο γνωστή και απολεσμένη κωμωδία του Σαβόγια Ρούσμελη Οι Μοραΐται.

Αυτή η αυτονόμηση, έστω στιγμιαία, του κοινωνικού απέναντι στο εθνικό, ίσως λόγω και της καχεξίας των φορέων της, μάλλον όμως λόγω της «επιτάχυνσης» και της νέας νοηματοδότησης που παρατηρήθηκε στα τέλη του αιώνα, δεν πρόλαβε να μορφοποιηθεί, να οργανωθεί και να παράξει καρπούς. Η ιστορική στιγμή οδηγούσε, και όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, στην άνοδο του εθνικού: αυτό έγινε το κυρίαρχο ζήτημα και όλα τα άλλα περιφερειακά. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η κριτική απέναντι στην κοινωνική δομή έπαψε να έχει ως στόχο την ανατροπή της (άρα το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης) και συνδέθηκε με τον βαθμό της «ελληνικότητας» των φορέων της (άρα το αίτημα της εθνικής ελευθερίας). Αυτό έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση, καθώς στον βαθμό που υποχωρούσε η κοινωνική κριτική, υποχωρούσε παράλληλα, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, και η κριτική του παρελθόντος και του παρόντος των ευγενών, που επιβίωναν όχι μόνον ως «πραγματικότητα» αλλά και ως μύθος. Ο ίδιος ο Λομβάρδος που, καθώς είδαμε, εξόριζε τους ευγενείς από τη διαδικασία της εθνικής συνειδητοποίησης και των εθνικών αγώνων, ήταν ο κύριος εκφραστής της επιβολής του εθνικού και του παραγκωνισμού του κοινωνικού από τον πολιτικό αγώνα. Η σκληρή σύγκρουσή του με τους Ριζοσπάστες του Ιωσήφ Μομφερράτου, στα μισά του κρίσιμου αιώνα, έγινε ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η μικρή κοινωνική εμβέλεια των ματσινιανών ιδεών του Μομφερράτου και η καθαρή ήττα του στο πολιτικό επίπεδο μπορούν να εξηγηθούν μέσα στον πυρετό του εθνισμού, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δείκτης καλός για το ζητούμενό μας.

Έτσι, λοιπόν, ακόμα και στα νησιά, όπου η πραγματικότητα θα μπορούσε να συντελέσει στην όξυνση της κοινωνικής κριτικής, η επικαθορίζουσα πραγματικότητα του εθνικού ορίζοντα νοηματοδότησε αλλιώς τα πράγματα, επιτρέποντας στον βασικό φορέα μιας απόλυτα ιδεολογικοποιημένης δυτικότητας όχι μόνο να διατηρηθεί στο προσκήνιο αλλά επιπλέον να «καθαρθεί», να διαχύσει και να επιβάλει τους κώδικές του. Η κομβική στιγμή υπήρξε η Ελληνική επανάσταση. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα σημαντικό τμήμα των ευγενών οικογενειών συνδέθηκε με την επανάσταση και προσέφερε υπηρεσίες σημαντικές. Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορούσε να «καθαρθεί» η ευγένεια; Με την αποσύνδεσή της από το παρελθόν της και με τη συμμετοχή της στην επανάσταση, τη σύνδεσή της με το νέο, το εθνικό περιβάλλον. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, στη φιλολογία και στον δημόσιο λόγο της εποχής, παρατηρήθηκε μία άλλη ομόλογη μετατόπιση: η μεταμόρφωση του λαού σε έθνος, άρα η πρόσληψη του κοινωνικού με τους όρους του εθνικού και κατά συνέπεια η συσκότιση των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οπτικής είναι το έργο του Βαλαωρίτη, μάλιστα ο «Φωτεινός».

Έτσι, η κοινωνική κριτική ανακόπηκε γρήγορα, οι κοινωνικοί αγώνες δεν ευοδώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο και το κοινωνικό οικοδόμημα απέφυγε τους θανατηφόρους κλυδωνισμούς. Όταν ξαναεμφανίστηκε στο Ιόνιο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, φωτισμένη από τις αρχές του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού και εκφρασμένη από τη μαεστρία ενός μάρτυρα της ίδιας του της τάξης, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αυτό αναδείχτηκε. Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους σκιαγράφησαν εναργώς αυτήν ακριβώς την επιβιωτική κυριαρχία των ευγενών, ακόμα και μέσα στην παρακμή τους, μέσα από την εκ μέρους των αστών υιοθέτηση των βασικών τους κωδίκων, μέσα από τη λεηλάτηση του κύρους αυτής ακριβώς της παρηκμασμένης τάξης. Η οικονομικά παρακμάζουσα, αλλά ιδεολογικά και νοοτροπικά ισχυρή τάξη των ευγενών ήταν διαρκώς παρούσα όταν επρόκειτο να υπερασπιστεί τη μυθολογία της. Αυτό έκανε για παράδειγμα όχι μόνο ελέγχοντας, στον βαθμό που μπορούσε, τη διάθεση και τη δημοσιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, αλλά και καταπολεμώντας ερμηνείες που μπορούσαν να υπονομεύσουν την ιστορία της.

Την ίδια ακριβώς αιτία βρίσκω και πίσω από τη σιωπή γύρω από το 1797 στην τοπική ιστοριογραφία, αλλά και στην τοπική συνείδηση και μνήμη. Η μελέτη της ειδικής αυτής περίπτωσης μπορεί να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ειδικού προσανατολισμού δυτικότητα που επιβίωσε στο Ιόνιο, αλλά και την καταγωγή και τους τρόπους διαμόρφωσής της. Η διετία 1797-1799 «εξορίστηκε» από την τοπική μνήμη. Γιατί, όμως; Γιατί η κρισιμότατη αυτή στιγμή δεν εγγράφηκε στα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν τη δυτική ιδιοπροσωπία του χώρου, άρα και την αίσθηση «ανωτερότητάς» του; Γιατί αυτή η μνήμη ήταν κοινωνικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά χρωματισμένη.

Αν η μυθοποίηση του δυτικού παρελθόντος των νησιών στηρίχτηκε στους λόγους που αναφέρθηκαν, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον λόγο της σιωπής: το 1797-1799 υπήρξε η μοναδική στιγμή κατά την οποία κινδύνεψε πραγματικά το κοσμοείδωλο, η μυθολογία, το κύρος και η εξουσία των κυρίαρχων στρωμάτων. Ακόμα περισσότερο, επειδή η ιστορική εκείνη στιγμή εξέφρασε μία από τις πλέον κρίσιμες τομές του ελληνικού κόσμου στην πορεία του προς τη νεωτερικότητα: την πορεία από την κατάσταση του «υπηκόου» (suddito) σε εκείνη του «πολίτη» (cittadino). Και αυτό, όχι μόνο ως θεωρητικός προβληματισμός, αλλά ως δοκιμασία επί του πραγματικού. Αυτή υπήρξε, με όλη τη δυναμική της ρήξης και τη βιαιότητα της φοράς των πραγμάτων, η μόνη περίπτωση στον ελληνικό χώρο πριν από την κομβική στιγμή της εθνικής μας επανάστασης. Οι Γάλλοι, λοιπόν, και οι έλληνες οπαδοί τους επιχείρησαν να μεταμορφώσουν την κοινωνία, να μεταμορφώσουν το άτομο. Επρόκειτο πραγματικά για μία «αγωγή του πολίτου». Όπως είναι αυτονόητο, αυτό άλλαζε την οπτική της ιστορίας: άσχετα από τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας, αυτό δεν ήταν καθόλου δευτερεύον χαρακτηριστικό της διετίας εκείνης. Ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο του παρελθόντος και τους φορείς του. Η σύγκρουση δεν ήταν καθόλου μικρότερη από το επίδικο ζήτημα της ηγεμονίας και της εξουσίας.

Οι θιασώτες των Γαλλικών ιδεών στην πλειονότητά τους προώθησαν την εθνική ιδέα, συνδυασμένη όμως με τις δημοκρατικές ιδέες που έρχονταν από τη Γαλλική επανάσταση. Ο λόγος τους στράφηκε το δίχως άλλο εναντίον του παλαιού καθεστώτος, εναντίον της τυραννίας και άρα εναντίον των τοπικών του εκφράσεων. Ξεφυλλίζοντας τους λόγους των μελών της Πατριωτικής Εταιρείας δεν μας μένει καμία αμφιβολία ότι το κεντρικό ζητούμενο ήταν, πέρα από τα αυτονόητα εγκωμιαστικά σχόλια για τη Γαλλία, η υπεράσπιση της Δημοκρατίας, της «αρετής» και των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων.

Η σύνδεση του εθνικού με το κοινωνικό, άρα η διεκδίκηση ανατροπής της κοινωνικής πυραμίδας ως συγκεκριμένη νοηματοδότηση της έννοιας του έθνους αλλά και της προοπτικής της εθνικής απελευθέρωσης υπήρξε το ρήγμα, η σύγκρουση η οποία δεν έληξε με την αποχώρηση των Γάλλων. Όταν με την εκδίωξή τους, ο κερκυραίος ευγενής Αντώνιος Ροδόσταμος έγραφε τη λυτρωτική φράση «Finì dopo venti mesi il Governo Democratico» δεν χαιρόταν μόνο για την αποχώρηση των Γάλλων, αλλά και για την επούλωση του αισθήματος της κοινωνικής ρήξης, για την αναστροφή του χρόνου και την έναρξη της επανεπιβεβαίωσης της κυριαρχίας (οικονομικής και ιδεολογικής) των παραδοσιακών στρωμάτων. 

Μετά την απολύτως τραυματική εμπειρία των ετών 1797-1799, μετά τη «γιακωβίνικη στιγμή» του ελληνικού κόσμου, όχι μόνο κυριάρχησε το εθνικό, αλλά και ξεκίνησε μια διαδικασία «εξαφάνισης», ή πάντως υποβιβασμού του 1797 στη συλλογική συνείδηση. Στην πορεία οργάνωσης της μνήμης των νησιών, ενώ η βενετική κυριαρχία μυθοποιούνταν σταδιακά και ισχυροποιούνταν το πιο διαφοροποιητικό στοιχείο της τοπικότητας, το 1797 υποβιβαζόταν σταδιακά, κυρίως λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα που ενείχε. Η τοπική ιστοριογραφία υποτίμησε ή ακόμα και υπονόμευσε αυτό το «πολιτικό» στοιχείο και ενέταξε την πρώτη γαλλική παρουσία στο Ιόνιο στην αλυσίδα των ξένων κυριάρχων, τονίζοντας οπωσδήποτε τη «διάψευση» των λαϊκών ελπίδων και κάποτε τη συμβολή του στην πορεία της εθνικής συνειδητοποίησης. 

Δεν κάνουμε εδώ μια ιστορία του 1797˙ αυτή μένει να γίνει. Εκείνο που έχει σημασία για τη δική μας συζήτηση, για τη συνείδηση της δυτικότητας του Ιονίου και για τη μυθοποίησή της, είναι οι λόγοι της αποσιώπησης της ιστορικής αυτής στιγμής στην τοπική μνήμη και αυτούς προσπαθήσαμε να αναζητήσουμε. Εντοπίσαμε έναν παράγοντα, εκείνον της απόλυτης εχθρότητας των ευγενών και των κοινωνικών τους παρυφών, του ανώτερου στρώματος των αστών δηλαδή. Σ’ αυτόν θα πρέπει να προστεθεί η μάλλον αναιμική σχέση των ευρύτερων μαζών, κυρίως της υπαίθρου, με τις νέες ιδέες. Κι έτσι, η ηγεμονία των παραδοσιακών στρωμάτων, για πολλές δεκαετίες μετά το 1797, συνετέλεσε στη διάχυση της σιωπής και στην επιβολή της «ταξικής» αλήθειας ως «κοινής αλήθειας»: η «τραυματική στιγμή» των στρωμάτων αυτών έγινε η «τραυματική στιγμή» του συνόλου των τοπικών κοινωνιών, που μέσω της μυθοποίησης εύρισκε το αντίσωμά της στην καταφυγή σε ένα αόριστο, «καλό» βενετικό παρελθόν. Το κοινωνικό ηττήθηκε, το νόημα αποψιλώθηκε, το 1797 «λησμονήθηκε». Η τοπική ταυτότητα δεν το ενσωμάτωσε, η δυτικότητα δεν είχε τρόπο να το αφομοιώσει – σχεδόν κανένας δεν θέλησε να το οικειοποιηθεί, να το διασώσει.

Χρήσεις του παρελθόντος, λοιπόν. Αρχίσαμε με τα χρόνια του Εμφυλίου και θα κλείσουμε γυρνώντας λίγο πιο πριν, στα χρόνια της Ιταλικής Κατοχής στη Ζάκυνθο, για να σημειώσουμε μία ακόμα χρήση αυτής της δυτικότητας – την πιο ακραία. Η ιταλική προπαγάνδα επιχείρησε μέσω του φασιστικού τύπου την αναζωπύρωση αυτής ακριβώς της μνήμης, βεβαίως ιδιαίτερα της «βενετικής». Άλλοτε τονιζόταν το «οικονομικό θαύμα», ο χαμένος παράδεισος, τα «χρυσά χρόνια» δηλαδή, και άλλοτε η βίαιη αποκοπή των νησιών από τον βενετικό ομφάλιο λώρο, ενώ κάποτε την επίσημη προπαγάνδα των Ιταλών φασιστών ερχόταν να ενισχύσει η συνηγορία ντόπιων, οι οποίοι μέσα στις συνθήκες της «επιστροφής» των Ιταλών, υπερτόνιζαν την «Αγάπη των Επτανησίων στην Ιταλία. Το έθνος που τους χάριζε την μόρφωση, την υγεία, την Ευρώπη». 

Επρόκειτο για μία άλλη χρήση του «δυτικού παρελθόντος» των νησιών, την οποία επέβαλαν οι στόχοι της φασιστικής Ιταλίας αλλά συνέτρεχαν και όσοι από τους νησιώτες –όχι πολλοί– αισθάνθηκαν τις εποχές να γεφυρώνεται. Αυτή τη χρήση του παρελθόντος θέλησαν να εκδικηθούν άγνωστοι, επίσης νησιώτες αλλά σκεφτόμενοι διαφορετικά από τους προηγούμενους, οι οποίοι τη νύχτα της 23ης προς την 24η Μαρτίου του 1942 έριξαν ακαθαρσίες στην προτομή του κατεξοχήν συμβόλου της σχέσης του Ιονίου και της Ιταλίας: του Ούγκο Φόσκολο. Η ιταλική Κατοχή ήταν η τελευταία φορά που το «βενετικό παρελθόν» επιχειρήθηκε να αναβιώσει. Έκτοτε επιβιώνει κυρίως ως σύμπλεγμα˙ ανωτερότητας.

Related Posts with Thumbnails