© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μυγδάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Μυγδάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Κώστα Μυγδάλη: [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ MEDIA ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ]

 Θεσσαλονίκη, μεσημέρι 13ης Μαΐου 2014 


Η σύναξη των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών , η οποία συνήλθε στο Φανάρι της Κων/πολης από 6 έως 9 Μαρτίου του 2014, αποφάσισε την Σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας για το έτος 2016. Στο μήνυμα των προκαθημένων στην έκτη παράγραφο αναφέρεται:

6. Ἡ Σύναξις αὕτη τῶν Προκαθημένων συνιστᾷ δι᾿ ἡμᾶς μίαν εὐλογημένην εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπαναβεβαιώσωμεν τήν ἑνότητα ἡμῶν διά τῆς κοινωνίας καί τῆς συνεργασίας. Ἐπιβεβαιοῦμεν τήν ἀφοσίωσιν ἡμῶν εἰς τήν ἔννοιαν τῆς συνοδικότητος, ἥτις τυγχάνει ὑψίστης σημασίας διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνωτιζόμεθα τήν ρῆσιν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι "τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα, οὐ χωρισμοῦ ἀλλ᾿ ἑνώσεως καί συμφωνίας ὄνομα". Ἡ καρδία ἡμῶν στρέφεται πρός τήν ἀπό μακροῦ ἀναμενομένην Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά νά μαρτυρήσωμεν τήν ἑνότητα αὐτῆς, ὡς καί τήν εὐθύνην καί τήν στοργήν της πρός τόν σύγχρονον κόσμον.

Ἡ Σύναξις συνεφώνησεν ὅτι ἡ προπαρασκευαστική τῆς Συνόδου ἐργασία πρέπει νά ἐντατικοποιηθῇ. Εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή θά ἀρχίσῃ τό ἔργον αὐτῆς ἀπό τοῦ Σεπτεμβρίου 2014 καί θά ὁλοκληρώσῃ αὐτό μέχρι τοῦ Ἁγίου Πάσχα τοῦ ἔτους 2015. Θά ἀκολουθήσῃ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις κατά τό πρῶτον ἥμισυ τοῦ ἔτους 2015. Ἅπασαι αἱ ἀπόφασεις, τόσον κατά τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου, ὅσον καί κατά τά προπαρασκευαστικά στάδια αὐτῆς, θά λαμβάνωνται καθ᾿ ὁμοφωνίαν. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά συγκληθῇ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 2016, ἐκτός ἀπροόπτου. Ἡ Σύνοδος θά προεδρεύηται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ Προκαθήμενοι τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν θά κάθηνται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων Αὐτοῦ.

Η ανακοίνωση του σπουδαίου αυτού γεγονότος, της ευλογημένης αυτής απόφασης, έγινε με την συνήθη και αρμόζουσα για την περίσταση ευπρέπεια, χωρίς τυμπανοκρουσίες και  συνεντεύξεις. Η Εκκλησία μετά από πολύ κόπο μετά από μεγάλη προσπάθεια και με απόλυτη υπομονή και συγκατάβαση, υπακούοντας στην θέληση του ιδρυτή της Σωτήρα Χριστού αλλά και στα κελεύσματα των καιρών, η Εκκλησία έκανε το χρέος της . Απέδωσε στην κοινωνία και την ιστορία αν θα ώφειλε, επιβεβαιώνοντας έτσι την ενότητά της. Η κοινωνία , τώρα με την σειρά της καλείται να προσλάβει και να κατανοήσει την σπουδαιότητα της απόφασης, να την αναδείξει και να την διαφυλάξει. Να χτίσει το μέλλον της μέσα από την  ενότητά της. Η απόφαση δεν ήταν καθόλου εύκολη και πήρε πολύ χρόνο. Πενήντα χρόνια  δύσκολων και επίπονων ετοιμασιών και ενδοορθόδοξων διαλόγων. Είχα την μεγάλη τύχη να γνωρίσω και να με τιμήσει με την φιλία του ο μακαριστός μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός Παπανδρέου και να ακούσω τις δυσκολίες από το στόμα του. Τις δυσκολίες υπέρβασης ανυπέρβλητων προβλημάτων.  Επίσης τον μακαρίτη Εφέσου Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη. Ή τον επίσκοπο των Καθολικών τον συχωρεμένο Πέτρο Ντυπρέ. Γνώρισα επίσης των Φιλάρετο του Μινσκ που χειρίσθηκε θέματα συνεργασιών. Κάποιοι άλλοι είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον μεγάλο ιεράρχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου  Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή. Τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ο θεός να τους αναπαύσει, η Εκκλησία και η κοινωνία σύμπασα τους οφείλει πολλά. Φανταστείτε πως θα ήταν ο κόσμος μας αν κάνανε κάποια λάθη αν δεν διέθεταν την διάκριση, ιδιαίτερα την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Γιατί γνωρίζουμε όλη ότι αυτή η προσπάθεια συνεννόησης στην περίοδο του ψυχρού πολέμου ανδρώθηκε. Τότε που η καθολική Εκκλησία καταδίκαζε και κήρυττε το ασυμβίβαστο κομμουνιστή και χριστιανού. Με το decsero που εξαπέλυσε το 1949 η Αγία έδρα, όπου έκρινε ως ασύμβατες τις ιδιότητες κομμουνιστή και χριστιανού και καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε συνεργασία για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού.  Αν τότε πέφταμε και εμείς στο ίδιο τρυπάκι που θα ήμασταν σήμερα.

Η ίδρυση πολλών και διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων κατά τους τρεις πρώτους αιώνες εδραίωσης του Χριστιανισμού δημιούργησε την ανάγκη ύπαρξης οργάνων επίλυσης θεμάτων κυρίως δογματικού και διοικητικού χαρακτήρα. Οι Σύνοδοι, που άρχισαν να συγκαλούνται ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., είχαν την ευθύνη επεξεργασίας ζητημάτων τόσο τοπικού και περιφερειακού, όσο και οικουμενικού χαρακτήρα. Από το σύνολο των Συνόδων αυτών, εκείνες που αφορούσαν αποφάσεις με θεμελιώδη σημασία για το παγκόσμιο εκκλησιαστικό σώμα ήταν οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η σύγκλισή τους γινόταν μόνο από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που κήρυττε την έναρξη και τη λήξη των εργασιών της εκάστοτε συνέλευσης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τις Οικουμενικές Συνόδους ως την ανώτατη αρχή δογματικών, διοικητικών, δικαστικών και νομοθετικών ρυθμίσεων. Πιο συγκεκριμένα, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζουν από κοινού επτά (7) Οικουμενικές Συνόδους, που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 325 μ.Χ. και 787 μ.Χ. Επιπλέον, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την Εν Αγία Σοφία Σύνοδο, καθώς και τη Σύνοδο του έτους 1341 μ.Χ. ως Συνόδους με αξία Οικουμενικών.

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν μεγάλες συνελεύσεις των επισκόπων της χριστιανικής οικουμένης, προς κοινή συνδιάσκεψη και απόφανση επί σημαντικών δογματικών, θεολογικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων που αναφέρονταν σε όλη την Εκκλησία, από την οποία αναγνωρίζονταν και γίνονταν δεκτές οι αποφάσεις που λαμβάνονταν σε αυτές. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι έγιναν το όργανο της επίσημης διατύπωσης και διακήρυξης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, της κοινής πίστης και παράδοσης που οφείλουν να ακολουθούν όλες οι κατά τόπους εκκλησιαστικές κοινότητες. Αποτελούν την ύψιστη αυθεντία της Εκκλησίας του Χριστού. Κύριος λόγος θέσπισης των Συνόδων αυτών ήταν βασικά δογματικά ζητήματα, που προκαλούσαν θρησκευτικές έριδες των καιρών. Σε αυτές συμμετείχαν Πατριάρχες, Έξαρχοι, Μητροπολίτες και απλοί Επίσκοποι, ενώ χωρίς δικαίωμα ψήφου παρίσταντο στις διαδικασίες και Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, Μοναχοί και Λαϊκοί. Η αντιπροσωπευτικότητα στη συμμετοχή και η αποδοχή των αποφάσεων της κάθε Συνόδου είναι παράγοντες, οι οποίοι καθόρισαν και τον οικουμενικό της χαρακτήρα. Ταυτόχρονα οι Οικουμενικές Σύνοδοι καταδίκασαν τις διάφορες αιρέσεις, που παρουσιάστηκαν και απείλησαν την ενότητα της Εκκλησίας. Η κοινωνία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάντα παρακολουθούσε τα δρώμενα των οικουμενικών συνόδων χωρίς να διαθέτει την ψηφιακή τεχνολογία. Με άμεση ενημέρωση απο τους συμμετέχοντες οι οποίοι μάλιστα φορές για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους επιθετικότερα, είχαν απόλυτη ανάγκη της λαϊκής στήριξης. Φορές πάλι  ο λαϊκός παράγων συμμετείχε δημιουργικά στην επίλυση σπουδαίων θεολογικών προβλημάτων. Υπάρχει μια πολύ χαριτωμένη διήγηση που αφορά την Δ οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Χαλκηδόνα το 471 και ασχολήθηκε με το σημαντικό ζήτημα των φύσεων του Χριστού. Κατά την διήγηση λοιπόν σε φούρνο την Πόλης συνοδικός επίσκοπος που πήγε να αγοράσει ψωμί, ρωτήθηκε από τον Φούρναρη πως πάνε τα πράγματα. Και εκείνος απάντησε ότι έχουμε δυσκολία να περιγράψουμε με λίγες λέξεις τις δύο φύσεις του Ιησού και πως η μία συμμετέχει στην άλλη. Και τότε ο λαϊκός αυτό άνθρωπος που όπως φαίνεται γνώριζε σε βάθος την Ελληνική γλώσσα του είπε το καταπληκτικό ότι οι δύο φύσεις του Χριστού υφίστανται  ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως. [неслиянно, неизменно, нераздельно, неразлучно - inconfusedly, unchangeably, indivisibly, inseparably]. Δηλαδή η ανθρώπινη φύσις δεν συγχέεται με την θεία, η ανθρώπινη φύσις δεν μπορεί να μετατραπεί σε θεία ούτε η θεία σε ανθρώπινη και επειδή οι δύο φύσεις είναι ενωμένες στο ένα πρόσωπο του Υιού του θεού, η ένωσις αυτή παραμένει αμετακίνητη, χωρίς ενδεχόμενο διαιρέσεως ή χωρισμού. Και αυτή η αλήθεια, ως επίσημο δόγμα της Εκκλησίας, παραμένει ακλόνητη και σταθερή.

Ζούμε στο 2014 και έχουν  περάσει 700 χρόνια από τότε, ενώ θα έπρεπε να συγκαλείται Οικουμενική  Σύνοδος τουλάχιστον κάθε πεντηκονταετία. Αυτό το έλλειμμα, αυτή η παράλειψη, αυτή η αδυναμία συσσώρευσε προβλήματα πολλά. Ευτυχώς ξεπεράστηκαν. Η απόφαση αυτή καθ αυτή ήδη πλουτίζει την ζωή μας και το πολιτιστικό μας περιβάλλον . Η απόφαση αυτή ελήφθη μέσα σε ένα περιβάλλον ανατροπής. Ζούμε εδώ και δύο δεκαετίες σε ένα περιβάλλον μιας μεγάλης ανατροπής. Της μεγαλύτερης από κτίσεως κόσμου. Δεν ξέρω αν έχουμε συνειδητοποιήσει στα σοβαρά την μεγάλη τύχη της γενιάς μας και αυτό που ζούμε στις μέρες μας. Είμαστε μέτοχοι της μεγάλης τεχνολογικής επανάστασης η οποία ανατρέπει χιλιάδες πράγματα και θα τα ανατρέψει όλα. Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί. Ένα εργαλείο, η τεχνολογία , γίνεται παραγωγός πολιτικής, παράγει πολιτική και ιδεολογία η ίδια. Αν το άκουγε ο Μάρξ θα γελούσε με τις ώρες. Και όμως, νάτο, μπροστά μας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου αυτού περιβάλλοντος είναι τα εξής: Η απόλυτη ελευθερία λόγου σκέψης έκφρασης αυτενέργειας αλλά και η απόλυτη δυνατότητα εκφοράς δημόσιου λόγου του οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου πολίτη και μάλιστα με πολύ χαμηλό οικονομικό κόστος. Προκειμένου λοιπόν  ένας πολιτικός , κοινωνικός πνευματικός χώρος να κατανοήσει την λειτουργία αυτής της σχέσης, να την προσλάβει και να εισπράξει τα θετικά της, θα πρέπει να έχει μια καθαρή και υπεύθυνη σχέση με τις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην νέα αυτή κοινωνία των νέων τεχνολογιών θα επανακαθορισθούν, εκ των πραγμάτων, τα πλαίσια δράσης των θεσμών της κοινωνίας και του πολιτεύματος, αλλά και οι ίδιοι οι θεσμοί. Θα επανακαθορισθούν ακόμη τα πλαίσια λειτουργίας και δραστηριότητας των κοινωνικών ομάδων και οι κανόνες που τα ρυθμίζουν. Θα  επανεξεταστούν όλες οι λαθεμένες πολιτικές αφηγήσεις με βάση τις οποίες πορεύεται με τους αργούς οδυνηρούς ρυθμούς ο κόσμος. Σε μας έλαχε ο κλήρος και στην γενιά που ακολουθεί. Σε αμεσότερη δημοκρατία στηριγμένη στις νέες τεχνολογίες, όπου ο λαός θα εκφράζεται πιο συχνά και οργανωμένα, με τεχνολογία αιχμής, με διαδικασίες δημοψηφιστικού χαρακτήρα  για ζητήματα που τον αφορούν. Οι νέες τεχνολογίες αποτελούν μια πραγματικότητα, σωτήρια κατά την γνώμη μου για τον πολύπλοκο κόσμο μας Οι νέες τεχνολογίες θα αναδείξουν βέβαια τις προσωπικές αλήθειες του καθενός μας αλλά θα μας μάθουν να τις βάλουμε να συνεργάζονται. Με τρόπο άμεσο και πέρα από την σωτηριολογική -  θεολογική πρόταση κάθε θρησκείας οι πιστοί θα επικοινωνούν μεταξύ τους άμεσα και θα συνομιλούν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος, προκαλώντας και τις ανάλογες εκτροπές, εξασκώντας αντίστοιχες πιέσεις προς του ημιεπίσημους και επίσημους εκφραστές της καθαρότητας του χώρου. Θα αρχίσει έτσι να διεξάγεται   ένας διαθρησκειακός διάλογος που θα μας οδηγήσει πέρα από την ανεκτικότητα, σε μια ειλικρινή από κοινού αναζήτηση της αλήθειας.
Θα πρέπει να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να επανασυνθέσουμε, να ενδυναμώσουμε και να αναδείξουμε της συλλογική μας συνείδηση μέσα από την Σύνοδο.

Δεν γνωρίζω την αναγνωσιμότητα την οποία θα έχει αυτή η Σύνοδος, ούτε μπορώ να υποθέσω την στάση που θα τηρήσουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Αν θα την προβάλλουν αν θα την αναδείξουν αντικειμενικά και ελεύθερα διεθνών δεσμεύσεων και πιέσεων. Όμως το συνέδριό μας αυτό, αποτελεί νομίζω μια καλή ευκαιρία για να συνεννοηθούμε μεταξύ μας για το τι πρέπει εν προκειμένω να κάνουν οι δύο χώροι που αποφασιστικά επηρεάζουν την κοινωνική ζωή όπου γης. Ο χώρος την πολιτικής και ο χώρος των ΜΜΕ. Να αναδείξουμε από εδώ, από το συνέδριό μας σε μια πρώτη συμβολική κίνηση,  την σπουδαιότητα της απόφασης που ελήφθη στην Κωνσταντινούπολη από τους προκαθημένους. Αναδεικνύοντάς την, την ισχυροποιούμε και την καθιστούμε μη ανατρέψιμη. Όλοι μας γνωρίζουμε τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Στην ιστορία της ανθρωπότητας, υπήρξαν μεγάλες στιγμές,  μεγάλα βήματα προς τα εμπρός, μεγάλες αποφάσεις,  αλλά αυτές εσκοντάψανε, υπονομεύθηκαν και ενίοτε αναιρέθηκαν από συντηρητικές ομάδες ακραιφνών που εμφανίζονται ως η συνείδηση της ιστορίας. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία , ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες στο διάβα των αιώνων και  ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο έλαβαν ή δεν έλαβαν αποφάσεις που αφορά το παρών και το μέλλον της Εκκλησίας, πιεζόμενες από απόψεις ακραιφνείς και υπό την απειλή να θεωρηθούν ότι προδίδουν την ορθή πίστη και την παράδοση. Στους κόλπους κάθε επισκοπής ελλοχεύουν δυνάμεις έτοιμες να διαβρώσουν κάθε απόφαση και πράξη που βάζει σε κίνηση τα πράγματα και μας βγάζει από μια στασιμότητα που θέλουν να την ονομάζουν Παράδοση. Καιροφυλακτούν διάφοροι απίθανοι ψυχικά διαταραγμένοι τύποι, που εμφανιζόμενοι ως Ηρακλειδείς της καθαρότητας και του ανόθευτου της πίστης, είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν κάθε σύγχρονη φωνή μέσα στην Εκκλησία. Όλοι αυτοί βέβαια θα συνεχίσουν να ζουν και να κινούνται στο περιθώριο, στην σκιά, στο σκοτάδι της ιστορίας της ανθρωπότητας και να καταγράφονται σαν ιδεολογικά σκουπίδια, αν δεν υπάρχει ο τύπος τα ΜΜΕ για να αναδείξει τις παλαβές απόψεις τους. Και εδώ είναι η ευθύνη μας και η ευθύνη σας. Η απόφαση της Πόλης έχει πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να φτάσουμε στην ευλογημένη στιγμή της Συνόδου. Διάφοροι θα αντιπαρατεθούν, διάφορα συμφέροντα θα την υπονομεύσουν. Φοβούμαι πως πέραν του ότι όσοι ασχοληθούν με το θέμα από τις Εκκλησίες, τα στελέχη των Εκκλησιών δηλαδή, θα κατηγορηθούν για αίρεση, για ενδοτισμό και για ξεπούλημα των πατρώων ιστορικών κληροδοτημάτων της πίστης. Θα τους ελεεινολογήσουν και θα τους διαβρώσουν διάφοροι. Φοβούμαι ακόμη ότι παλαιοί εθνικισμοί, σκελετοί και ψευδεπίγραφα παλαιά διλήμματα, κλεισμένα στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, θα ξαναεμφανιστούν και θα ζητήσουν μερτικό στην διάβρωση και την υπονόμευση του μεγάλου αυτού γεγονότος. 
 
Η Προσπάθεια διοργάνωσης της Συνόδου, κουβαλάει μαζί της διάφορα μεγάλα ή μικρά συμφέροντα πολιτικά και οικονομικά. Το γνωρίζουμε όλοι μας. Τέτοια ιστορικής σημασίας γεγονότα πέραν όλων των άλλων έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς μέσα στην ιστορία του κόσμου. Εάν λοιπόν εσείς, τα μέσα ενημέρωσης, δείτε αυτήν την προσπάθεια με όρους καθημερινότητας, αντιμετωπίσετε την πορεία προς την Σύνοδο με όλους τηλεθέασης ή ακροαματικότητας, αλλά και επιπλέον τείνετε ευήκοον ους σε δήθεν πατριωτικές φωνές που θα εμφανίζονται ως υπερασπιζόμενες τα όσια και τα ιερά των τοπικών εκκλησιαστικών συμφερόντων, αν αυτά συμβούν τότε θα συμβάλετε και εσείς στην αποδυνάμωση και ακύρωση αυτής της προσπάθειας. Πρέπει να έχετε καθαρή την σκέψη σας και συνείδησή σας για τον ρόλο των οποίον καλείστε εν προκειμένω να διαδραματίσετε. Να ουσιαστικοποιήσετε τον ρόλο σας και την λειτουργία σας ως παράγοντες ομαλότητας και σταθερότητας στον σύγχρονο κόσμο. Πρέπει να πληροφορήσετε τον λαό του θεού και όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως , για την σπουδαιότητα αυτής της Συνόδου και να αναδείξετε τα κοσμοσωτήρια στοιχεία της. Να συμβάλετε για μια επιστροφή του κόσμου στην Θεολογία και Εκκλησιολογία με όρους σύγχρονης εποχής. 

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Κώστα Μυγδάλη: ΚΡΑΤΟΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

[Εισήγηση κατά την 17η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας, στο Ερεβάν της Αρμενίας, από 29 Ιουνίου έως 2 Ιουλίου 2010]

Θα προσπαθήσω κατ’ αρχήν να δώσω κάποια στοιχεία, προσδιοριστικά των δύο εννοιών.
Το κράτος είναι ο πολυδαίδαλος μηχανισμός της κοινωνικής εξουσίας και αυτή βρίσκεται στα χέρια του πολιτικού κατεστημένου. Μέσω της πολιτικής λειτουργίας του εκλέγειν και εκλέγεσθαι , συγκροτούμαστε σε πολιτικό σώμα και γινόμαστε πολίτες. Η πολιτική λειτουργία επί πλέον, διασφαλίζει ότι οι αντιθέσεις συμφερόντων, ανάμεσα σε τάξεις ομάδας και άτομα , θα υπόκεινται σε θεσμική ρύθμιση.
Στο δημοκρατικό πολίτευμα στο οποίο λειτουργεί η αρχή της πλειοψηφίας , ο πολιτικός εκπροσωπεί τον λαό και κατέχει την εξουσία, αποκλειστικά και μόνο για να υπηρετεί τα συμφέροντά του.
Τα κρατικά συμφέροντα θεωρούνται ότι ταυτίζονται με αυτά των υπηκόων τους.
Στην συνθήκη της Βεσφαλίας το 1648, τέθηκε το δόγμα των σχέσεων του εθνικού κράτους και της θρησκείας με την παραδοχή, «Cuius region, eius religiο» τουτέστιν « Όποιου η Βασιλεία, εκείνου και η θρησκεία».
Η έννοια του κράτους δεν είναι βέβαια μία από αυτές που έχουν την καταγωγή τους στην αρχαιότητα και είναι σχετικά νεώτερη από άλλες που έχουν σχέση με το φαινόμενο της πολιτικής συσσωμάτωσης των πολιτών. Το Κράτος, δεν είναι το πολίτευμα αλλά το πλαίσιο μέσα στο ποίο αυτό πρακτικά ασκείται.
Η έννοια του κράτους είναι συνυφασμένη μ’ εκείνην της δύναμης, της εξουσίας ,της κυριαρχίας, και επομένως της επιβολής , του πειθαναγκασμού και αυτής ακόμη της βίας.

Όσον αφορά την Εκκλησία για πρώτη φορά ο όρος εμφανίζεται στην Ιερουσαλήμ αμέσως μετά την ανάσταση του Κυρίου. Ενώ στην Καιν ή Διαθήκη απαντάται 114 φορές, πράγμα που φανερώνει την ιδιαίτερη σημασία για τα καινούργια δεδομένα της ανθρωπότητας μετά τον Χριστό.
Ο καθ. Νίκος Ζαχαρόπουλος σε ανάλογο κείμενό του εύστοχα επισημαίνει: « …ο απ. Παύλος στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων παρουσιάζεται να μιλάει ¨εν μέσω των αδελφών¨, πράγμα που σημαίνει πως αυτό που σχηματίστηκε τότε εκεί ήταν μια ¨αδελφότητα¨, μια οικογένεια πιστών που δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε άλλη ανομοιογενή συγκέντρωση ατόμων στον ίδιο χώρο , και φυσικά δεν μπορεί να έχει σχέση με οποιονδήποτε θεσμό. Το σύνολο αυτό των πιστών έχει μια ιδιάζουσα οργανική και λειτουργική ενότητα , έξω από σχήματα και ιεραρχική δομή. Γι αυτό και ο καθένας ανάλογα με το χάρισμά που παρουσιάζει λειτουργώντας στην κοινότητα αυτή, παίρνει ένα δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα, δάσκαλος, διάκονος, προφήτης, επίσκοπος κ. ά. Που δεν παρέχουν ιεραρχικά δικαιώματα, αλλά απαρτίζουν χαρακτηριστικά της μιας και μοναδικής διακονίας της αδελφότητας...».
Επί πλέον αξίζει να αναφέρουμε πως οι πολυγραφότατοι Πατέρες της Εκκλησίας , δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να ορίσουν την έννοια της Εκκλησίας, μια και η παρουσία της ήταν απλή και εμφανής στην ζωή των πιστών . Γι' αυτό άλλωστε ο Παύλος Ευδοκίμωφ επισημαίνει ότι η Εκκλησία έζησε επί δέκα πέντε αιώνες χωρίς ναι αισθανθεί την ανάγκη να ορίσει την φύση της. Με την διάρκεια όμως των αιώνων λόγω των ερίδων και των επεμβάσεων της κρατικής εξουσίας , της εκκοσμίκευσης στον χώρο της Εκκλησίας, τα πράγματα άλλαξαν και οι θεσμοί, οι τόσο όντως συνυφασμένοι με την ζωή των ανθρώπων, έκανα έντονα την εμφάνισή τους στον χώρο της Εκκλησίας. Έτσι τα πράγματα στένεψαν και ενώ η αναφορά της Εκκλησίας ήταν και είναι η αρχή της δημιουργίας του κόσμου, και περιλαμβάνει ορατό και αόρατο κόσμο και διαχέεται δυνάμει σε όλη την ανθρωπότητα και το σύμπαν, άρχισε να εμφανίζει εκπροσώπους, ηγουμένους, επισκόπους, εξουσιαστές, τοπικά όρια, δικαιοδοσίες, αυθεντικότητα στηριγμένη σε πρόσωπα και εποχές, χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της πνευματικότητας της, της παγκοσμιότητας και της οικουμενικότητάς της.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σύναξη γύρω από τον επίσκοπο. Όμως αυτός εκπροσωπεί τον ιδρυτή της εκκλησίας και όχι τον λαό , που συνάζεται γύρω του. Αυτή άλλωστε η ερμηνεία δίδεται για το ότι ο επίσκοπος δεν εκλέγεται από τον λαό αλλά από τους παλαιότερους επισκόπους.
«…Η Χριστιανική Εκκλησία υπήρχε πριν από τον Κωνσταντίνο και συνεχίζει να υπάρχει και μετά τον Λένιν…» (1) 
Αυτή η φράση του π. Ι.Μέγεντορφ, κατορθώνει να καταγράψει κατά τρόπο λυτό, απέριττο, τον σφυγμό της Εκκλησιαστής συνείδησης πάνω στο θέμα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας.
Προφανώς μια τέτοια φράση, και ιδιαίτερα το δίπολο που σχηματίζουν οι προθέσεις «πριν» και «μετά» δεν παραπέμπουν πουθενά αλλού παρά μόνο στους κόπους της εκκλησιάς να παραμείνει αληθινή, στα εύκολα και τα δύσκολα σε νηνεμίες και σε μπουρίνια πάντα όμως μέσα στο ταξίδι που ξεκίνησε από την γέννηση του Χριστού.
Ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η άποψη του Χρ. Γιανναρά ο οποίος αναφερόμενος στις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας, υποστηρίζει ότι το κράτος «…δέχεται την πίστη σαν ατομική πεποίθηση, που επικυρώνεται έμπρακτα από την ατομική ηθική συνέπεια… Η πίστη- εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική κοινωνία των σχέσεων, αλλοτριώνεται σε ιδεολογία με θεσμικές θωρακίσεις αυτοάμυνας…. Όσοι έχουν κοινές ¨πεποιθήσεις¨ αυτοϊκανοπούνται συλλογικά ως παράταξη και κάθε ιδεολογική παράταξη, αυτό-οριοθετείται πάντοτε σε αντίθεση προς παρατάξεις διαφορετικών ¨πεποιθήσεων ¨ και ¨ αρχών¨ ….Οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής που συγκροτούν το εκκλησιαστικό σώμα, υποκαθίστανται από την προτεραιότητα της τυπικής ορθότητας των ατομικών πεποιθήσεων και της πιστότητας στις κανονιστικές αρχές συμπεριφοράς, που επιβάλλουν αυτές οι πεποιθήσεις..». (2)
Όμως, επισημάνει. «…η Εκκλησία έχει ¨Πατέρες¨ που ¨γενούν ¨και χειραγωγούν τον άνθρωπο, στον τρόπο της αθανασίας, ενώ η παράταξη έχει ¨ηγέτες¨ που δίνουν στο πλήθος ιδεολογική γραμμή και μπαίνουν μπροστάρηδες στις συγκρούσεις της παράταξης με άλλες παρατάξεις…». (3)
Η κυρίαρχη θεολογική άποψη γύρω από το ζήτημα της διπλής ταυτότητας του χριστιανού, εκφράζεται επιγραμματικά από το παρακάτω κείμενο γνωστού έλληνα θεολόγου:
«… Από θεολογική άποψη η απαίτηση μιας διπλής υπηκοότητας του πιστού είναι απόλυτα αιρετική και αξιοθρήνητη. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να διασπασθεί στο εσώτατο εγώ του, σε θρησκευτικό και κοινωνικό όν, όχι μόνο γιατί μια τέτοια στάση υποτιμάς τον κόσμο και τα καθημερινά προβλήματα της δημόσιας ζωής, αλλά κυρίως γιατί αφαιρεί από τον πιστό τον ζωτικό χώρο της ζωής και την πραγματική καταξίωση της χριστιανικής του υπάρξεως… Βέβαια η Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνη με το φρόνημά της, δεν υπέκυψε στον πειρασμό, όπως οι δυτικές Εκκλησίες, να υποδεικνύει καιρικές πολιτικές λύσεις και να κατευθύνει την πολιτική συνείδηση των πιστών σε μια ορισμένη κατεύθυνση.
Ούτε επίσης δέχθηκε να καθορίζει δογματικά σε κάθε περίσταση στους πιστούς το κοινωνικά και πολιτικά πρακτέο…. Η στάση του πιστού ειδικά απέναντι στην πολιτική πρέπει να είναι στάση νίψης και μαρτυρίας…».(4)

Το τελευταίο διάστημα ζούμε με πρωτοφανή βιαιότητα την επιστροφή του θρησκευτικού φαινομένου στις σύγχρονες κοινωνίες. Μία επιφανειακή προσέγγιση των γεγονότων θεωρεί ότι η θρησκευτική πίστη είναι αυτή που εμπνέει και καθοδηγεί τη «σύγκρουση» των δύο πολιτισμών, χριστιανικού και ισλαμικού, αν και κανένας δεν αποδέχεται πια σοβαρά την θεωρία του Σάμουελ Χάντιγκτον. Η θρησκεία, ενώ φαινόταν ότι είχε απωθηθεί στο περιθώριο της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής, επανέρχεται με ενάργεια στο προσκήνιο. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι πια προφανής. Ζούμε την κορύφωση κάποιων γεγονότων που συνδέονται με την επανεμφάνιση του θρησκευτικού φαινομένου όπως διαπιστώνεται κατά την δεκαετία του ΄80, γεγονός που χαρακτηρίζεται από τη δημοσιογραφική γλώσσα ως επιστροφή του Θεού.
Αν θελήσουμε να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το πρόβλημα της αναζωπύρωσης της θρησκευτικής πίστης, τότε θα διαπιστώσουμε ότι αυτή συνδέεται με το φαινόμενο της εκ νέου εισβολής της θρησκευτικής σφαίρας στο χώρο του δημοσίου και πολιτικού βίου των σύγχρονων κοινωνιών. Η θρησκευτική πίστη ως προσωπική αναζήτηση και δημιουργία σχέσης με το Υπέρτατο Ον έχει συλλογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Παίρνει διάφορες μορφές, εντάσσεται σε κοινωνικούς κανόνες, επιτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες, ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες είτε ατομικές είτε συλλογικές Αν επομένως η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στην εποχή μας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε που οφείλεται, ποιες μορφές παίρνει η επανεμφάνιση του, ποιους σκοπούς εξυπηρετεί ή ποιες λειτουργίες επιτελεί η επαναδραστηριοποίηση του.
Στην μελέτη του «Η επινόηση του πολιτικού» ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη και σε μία δεύτερη εποχή νεωτερικότητας. Η πρώτη νεωτερικότητα έρχεται σε σύγκρουση με την παράδοση και επικεντρώνεται στο Έθνος-Κράτος που μετατρέπεται σε Κράτος-Πρόνοια μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί η πίστη στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. Θριαμβεύει η τεχνολογία και δημιουργεί αισιοδοξία στον άνθρωπο είτε μέσω της κατανάλωσης στον καπιταλιστικό κόσμο, είτε μέσω της σοσιαλιστικής ουτοπίας στον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Μετά το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ιδιαίτερα, ο τομέας της πολιτικής δείχνει πως έχει πια αποφασιστικά κερδίσει την αυτονομία του απέναντι στην θρησκεία. Το σύμπαν γίνεται αντιληπτό ως δομικά διαιρεμένο σε υλικό ή επίγειο από το ένα μέρος και σε πνευματικό ή ουράνιο από το άλλο μέρος. Η κοσμική σφαίρα διακρίνεται από την θρησκευτική και ταυτόχρονα παρατηρείται μια αυξανόμενη αυτονομία της κοσμικής σφαίρας. Στο τέλος της διαδρομής εμφανίζεται μια κοινωνία χωρίς την ανάγκη θρησκείας. Αυτό δε σημαίνει πάντα εξαφάνιση της θρησκείας αλλά περιορισμό της στον χώρο του ιδιωτικού. Η Εκκλησιά βλέπει τον ρόλο της να περιορίζεται στον ατομικό και οικογενειακό τομέα. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ο τομέας αυτός δεν πρόκειται πλέον να αποτελέσει έμπνευση για τις κοινωνικές δομές παρά με τρόπο έμμεσο, όπως αρμόζει σε ένα απομεινάρι του παρελθόντος. Έτσι η θρησκευτική πίστη γίνεται ιδιωτική υπόθεση και καλύπτει εξατομικευμένες ανάγκες, όσο βέβαια τις καλύπτει. Και αυτό ακόμη το τελευταίο τίθεται υπό αμφισβήτηση καθώς εκείνο που χαρακτηρίζει την εποχή της νεωτερικότητας είναι η κυριαρχία του Λόγου.
Αυτό το φαινόμενο της διάκρισης της κοσμικής από την θρησκευτική σφαίρα ερμηνεύεται σύμφωνα με το πολυσυζητημένο όρο της εκκοσμίκευσης. Η εκκοσμίκευση αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατων συζητήσεων ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του ΄60. Οι κοινωνιολόγοι μιλούν για «απομάγευση του κόσμου» σύμφωνα με την γνωστή έκφραση του Max Weber και οι φιλόσοφοι για το «θάνατο του Θεού». Μια άποψη που αν και αρκετά απλοποιημένη επικρατούσε την εποχή εκείνη. Στο τέλος όμως του 20ού αιώνα, στις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 η θρησκευτική πίστη παύει να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση. Διεκδικεί πάλι ρόλο στα δημόσια πράγματα. Φαίνεται ότι καλύπτει αυξημένες πνευματικές ανάγκες σε προσωπικό επίπεδο, διαμορφώνει όμως και εθνικές ή πολιτικές ταυτότητες, παίζει πολιτικό ρόλο σε ακραίες περιπτώσεις. Με άλλα λόγια παίζει πάλι τον ρόλο συνεκτικού δεσμού της κοινωνίας σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι άσχετο με τις συνέπειες της νεωτερικότητας που ορίζεται από το τους κοινωνιολόγους ως μετανεωτερικότητα ή δεύτερη νεωτερικότητα ή «αντανακλαστική» ή ακόμη και ριζοσπαστικοποιημένη νεωτερικότητα.
Η μετανεωτερικότητα δεν εμφανίζεται ως συνέχεια της νεωτερικότητας, αλλά ως ρήξη με αυτήν, ως κάτι εντελώς καινούριο, μια νέα εποχή. Αν η νεωτερικότητα ταυτίζεται με την εμφάνιση και την κυριαρχία των εθνικών κρατών ή συγκεκριμένων ιδεών, αντίθετα η μετανεωτερικότητα συνδέεται με την κυριαρχία των γενικευμένων, υπερεθνικών και παγκοσμιοποιημένων δομών, μέσω της υπέρβασης του εθνικού κράτους. Έτσι η μετανεωτεριστικότητα γίνεται αντιληπτή ως μια εποχή κατά την οποία οι νεωτεριστικές κοινωνίες έρχονται αντιμέτωπες με τις αυτονομημένες, αθέλητες, αθέατες και δευτερογενείς συνέπειες του εκσυγχρονισμού και υποχρεώνονται έτσι να επανεξετάσουν σε βάθος τα θεμέλια, τα όρια και τις αντινομίες του ίδιου τους του μοντέλου.
Το κύριο όχημα μετάβασης από την πρώτη στην δεύτερη νεωτερικότητα ή μετανεωτερικότητα είναι, η συγκλίνουσα διαδικασία εξατομίκευσης και παγκοσμιοποίησης που αποδιαρθρώνει ατομικές και συλλογικές ταυτότητες και δημιουργεί διακινδύνευση και ανασφάλειες.
Η παγκοσμιοποίηση νοείται ως ένα οικονομικό κυρίως φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και την επικράτηση της παγκόσμιας οικονομίας. Αποτελεί την κυρίαρχη τάση σήμερα και οδηγεί στην σταδιακή διεθνοποίηση των επικοινωνιακών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών. Η ενοποίηση του κόσμου με την διεθνοποίηση της επικοινωνίας και της οικονομίας δημιουργεί τον κίνδυνο πολιτιστικής ομοιογενοποίησης και ομοιομορφίας. Υπομονεύονται στοιχεία που υπήρξαν παραδοσιακοί συντελεστές διαμόρφωσης σταθερών ταυτοτήτων και κοινωνικών ομάδων στο παρελθόν. Στη μετανεωτερικότητα «σπάει» η συνοχή των ομάδων και όλοι μεταμορφώνονται σε ανένταχτα και ξεχωριστά άτομα. Δεν υπάρχουν σαφή σύνορα ή ασφαλείς και μοναδικές ταυτότητες. Η μετακίνηση πληθυσμών, κυρίως λόγω της οικονομικής μετανάστευσης, υποσκάπτει κάθε είδος κοινής ταυτότητας και συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Η μετανεωτερικότητα κινδυνεύει να δημιουργήσει άτομα χωρίς ιστορικό παρελθόν και μια υποβαθμισμένη πολιτική ζωή. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα μητροπολιτικά κέντρα του καπιταλισμού. Ο απόηχος όμως της παγκοσμιοποίησης βιώνεται από την περιφέρεια, ως κίνδυνος εκδυτικισμού και αφομοίωσης της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας από τον δυνατό τρόπο ζωής.
Επομένως η πορεία μετάβασης προς την παγκοσμιοποίηση και κατ΄επέκταση προς τη μετανεωτερικότητα δεν είναι ομαλή. «Η απειλή του κοινωνικού χάους» οδηγεί στην αναζήτηση μιας θρησκευτικής ταυτότητας, στην επανεύρεση κάποιων ηθικών και κοινωνικών αξιών μέσω της θρησκευτικής πίστης. Η αναζωπύρωση της θρησκευτικής πίστης καλύπτει την ανασφάλεια που δημιουργεί στον άνθρωπο η παγκοσμιοποίηση, την ανάγκη του να ανήκει κάπου, να έχει μια ταυτότητα. Η αναζήτηση και η διατήρηση αυτής της ταυτότητας είναι συχνά επώδυνη και συνδέεται με την βία. Η περίπτωση του φονταμενταλισμού ανταποκρίνεται σ’αυτή την ανάγκη των ατόμων να ανήκουν σε συμπαγείς κοινότητες με ενοποιημένη συνείδηση.

Προϋπόθεση για μια συζήτηση για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, είναι να συνυπάρξουν οι ακριβώς αντίθετες συνθήκες: Να τεθούν τα ζητήματα και να συζητηθούν με νηφαλιότητα σε ένα κλίμα γόνιμου διαλόγου, και να οδηγηθούν όπου είναι αναγκαίο με νομοθετικές παρεμβάσεις σε λύσεις, οι οποίες θα είναι οριστικές αλλά και αποδεκτές από την κοινωνία. Θεμελιώδης προϋπόθεση ενός τέτοιου διαλόγου θα είναι να συμφωνηθεί που συμπίπτουν και που διαφέρουν Πολιτεία και Εκκλησία. Ας σημειωθεί με πάσα ειλικρίνεια ότι:
Κοινό χαρακτηριστικό των δύο πόλων του ζεύγματος Εκκλησία και Κράτος είναι η τελικά η εξουσία και κοινό πεδίο διεκδίκησης ο δημόσιος χώρος Από τη στιγμή που ανετράπη η ενότητα εκκλησιαστικής και κρατικής εξουσίας, η αποσύνδεση του κράτους από την εκκλησία σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων αλλά και στο επίπεδο της εφαρμογής τους στην πράξη δεν υπήρξε ούτε απλή, ούτε αναίμακτη. Οι λόγοι είναι αρκετοί.
Πρώτος λόγος είναι η εξ ορισμού διαφορετικότητα μεταξύ των δύο. Το κράτος στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία από την οποία απορρέει η σχετικότητα της αλήθειας, ενώ οι θρησκείες στηρίζονται στην αλήθεια της θείας αποκάλυψης. Παρατηρείται, συνεπώς, αφ' ενός η υιοθέτηση διαφορετικών αξιών από τμήματα της κοινωνίας με τη στήριξη του κράτους, αφ' ετέρου εκδηλώσεις μη σεβασμού της διαφορετικής άποψης με τη στήριξη της εκκλησιαστικής πλευράς. Κλασικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων είναι η θεολογική ερμηνεία της εξέλιξης του κόσμου και του ανθρώπινου γένους, και το ζήτημα της άμβλωσης.
Δεύτερος λόγος είναι η διαφορά του σκοπού στη δράση των δύο. Κάθε θρησκεία στοχεύει στη διατήρηση και αύξηση των πιστών της και στην προστασία των δογμάτων της, ενώ το σύγχρονο κράτος έχει σκοπό να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης των πολιτών του σε συνδυασμό με την ανοχή, που υπαγορεύεται και από τις νέες δομές των πολυ-πολιτισμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Το 1802, ο Thomas Jefferson, πρόεδρος τότε των Η.Π.Α., έγραφε σε μια επιστολή του στην Ένωση Βαπτιστών του Danbury:
«…Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το Θεό του, ότι δε χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν άλλο για την πίστη ή τη λατρεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο, και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την πράξη ολόκληρου του Αμερικανικού λαού που όρισε ότι οι νομοθέτες του δε θα φτιάξουν κανένα νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας, ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος…». Με την φράση του αυτή εδραίωσε την έννοια του «χωρισμού εκκλησίας και κράτους» και έδωσε την πρώτη ερμηνεία του Άρθρου Ι της χάρτας των δικαιωμάτων που συνόδευε το Αμερικάνικο Σύνταγμα. Η συζήτηση που ξεκίνησε τότε, οδήγησε σήμερα στο ονομαζόμενο Lemmon Test (1971) που καθορίζει τα συνταγματικά όρια του νομοθέτη. Ένας νόμος, για να είναι συνταγματικός πρέπει: α) να έχει κοσμικούς σκοπούς, β) να είναι ουδέτερος απέναντι στη θρησκεία, ούτε να την παρεμποδίζει ούτε να την προωθεί, και γ) να μην οδηγεί σε υπερβολική εμπλοκή (excessive entanglement) πολιτείας και θρησκείας.
Τόσο η Πολιτεία όσο και η Εκκλησία έχουν πρωτογενή κανονιστική εξουσία στην επιδίωξη του σκοπού τους. Διαφέρουν όμως ουσιωδώς αφενός ως προς την φύση της εξουσίας αυτής και αφετέρου ως προς την έκτασή της. Η Πολιτεία δεσμεύει με τις κανονιστικές πράξεις της όλα τα υποκείμενα δικαίου που βρίσκονται μέσα στα εδαφικά της όρια. Η Εκκλησία με τους κανόνες της και τις κανονιστικές αποφάσεις της, δεσμεύει μόνο τα μέλη της, τους πιστούς της. Επομένως το στοιχείο της καθολικότητας υπάρχει μόνο στην πλευρά της Πολιτείας και αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της κανονιστικής εξουσίας της Πολιτείας και εκείνης της Εκκλησίας.
Συνέπεια αυτής της θεμελιώδους διαφοράς είναι ότι η Εκκλησία κατά την εγκόσμια και ορατή της πλευρά, ως κοινωνικό μόρφωμα υπόκειται στην Πολιτεία. Θέσεις οι οποίες διακηρύσσουν πως κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που αφορά την Εκκλησία είναι αντισυνταγματική, εφόσον δεν συμφωνεί με τους κανόνες της Εκκλησίας, είναι νομικά αβάσιμες και επικίνδυνες, επειδή ακριβώς θέτουν σε αμφισβήτηση το στοιχείο της καθολικότητας στην κανονιστική αρμοδιότητα της Πολιτείας και των δημοκρατικώς νομιμοποιημένων οργάνων της.
Επι πλέον προκύπτει ένα καίριο ερώτημα. Τι σημαίνει «ιδιαίτερες», «στενότερες» ή «ειδικές» σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας και από ποιόν τίθεται ένα τέτοιο αίτημα?
Αν πρόκειται για την διαρκή παρουσία της Εκκλησίας στο δημόσιο χώρο, η παρουσία της αυτή πρέπει να κινείται στα πλαίσια των νόμων.
Ο δημόσιος διάλογος στις δημοκρατίες, είναι μια ανοιχτή διαδικασία, στην οποία συμμετέχει ο κάθε πολίτης από τον πρώτο ως τον τελευταίο χωρίς αποκλεισμούς, σεβόμενος όμως τους νόμους του κράτους. Ουδείς δύναται να επιζητεί, ιδικές συμπεριφορές σε αυτόν τον διάλογο ή προνόμια. Στον δημόσιο δημοκρατικό διάλογο σαφώς μπορεί και να συμμετέχει και η Εκκλησία. Δεν μένει όμως κανείς στο απυρόβλητο.
Εάν ο λόγος της θίγει πρόσωπα ή και ομάδες πολιτών, όσο περιθωριακές και αν εμφανίζονται αυτές, σε τυχόν προσφυγή τους στην δικαιοσύνη, εκεί όλοι κρίνονται επί ίσοις όροις και με βάση τους νόμους τους οποίους ψηφίζετε.
Εάν πρόκειται για το λεγόμενο θρησκευτικό μάθημα στην Εκπαίδευση, νομίζω πως εκεί υπάρχει μια κοινή θέση όσων ασχολούνται με το θέμα και μάλιστα αυτή διατυπώθηκε στην ειδική ημερίδα που κάναμε πριν χρόνια στον Βόλο. Το σχολείο προσφέρει γνώσεις και παιδεία. Δεν είναι κατάλληλος χώρος για την προσφορά θρησκευτικής κατήχησης. Οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται την θρησκευτική τους παράδοση, χωρίς κατηχητική ή προσηλυτιστική διάθεση, όπως πρέπει να διδάσκονται και στοιχεία θρησκειολογίας άλλων θρησκειών και δογμάτων. Να προσφέρει βασικές γνώσεις για τα ζητήματα που εντάσσονται στο πλαίσιο της Ηθικής, με την ευρεία έννοια. Το Κράτος πρέπει να επιζητήσει στενότερες σχέσεις με την Εκκλησιά? Προκειμένου να πετύχει τι με αυτό. Να συμβάλει στην ανύψωση της ηθικής ταυτότητας των πολιτών του? Εξηγήσαμε πιο πάνω περί του στοιχείου της καθολικότητας του κράτους. Μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Τι μπορεί να επιζητεί η Εκκλησία μέσα από μια προνομιακή σχέση της με το Κράτος? Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από την επιβεβαίωση των στελεχών της ότι είναι και οι ίδιοι φορείς εξουσίας.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Θα ήθελα να καταθέσω κάποιες επισημάνσεις βοηθητικές ελπίζω ως προς το λειτούργημά σας και το έργο σας ως κοινοβουλευτικών που νομοθετείτε αλλά και που ελέγχετε την κυβέρνηση, τότε θα στεκόμουνα στις παρακάτω επισημάνσεις.
Στα χρόνια που πέρασαν μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, ζήσαμε διαφορετικές εμπειρίες Εμείς στην Ελλάδα σαν χώρα μιας δυτικής δημοκρατίας και οι περισσότεροι από εσάς σε χώρες κομουνιστικές ή «ελεγχόμενης δημοκρατίας».
Ξεκινώντας λοιπόν από διάφορες αφετηρίες, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στα φαινόμενα της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου και των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Πολλές χώρες, μόλις πριν λίγα χρόνια καθόρισαν τα σύνορά τους δηλαδή τον χώρο ελέγχου του κράτους και διάφορες τριβές εμφανίζονται μεταξύ ομόρων κρατών.
Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν λόγο που θα μας οδηγήσει σε ακραίες σκέψεις και αποφάσεις που θα ανατρέψουν κατακτήσεις της ανθρωπότητας.
Εσάς, σας εκλέγουν οι λαοί προκειμένου να τους κυβερνήσετε, να νομοθετήσετε υπέρ των συμφερόντων του και στο έργο σας αυτό έχετε ως υπέρτατο κριτή τον ίδιο τον λαό.
Τα όποια προβλήματα ενδυνάμωσης της κρατικής οντότητας και της εθνικής ταυτότητας, είναι απόλυτα λάθος να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα των ειδικών σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας.
Εμείς, ως πολίτες της Ελλάδος έχουμε συμπυκνωμένη εμπειρία πάνω στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και μπορώ μετά να σας φέρω ένα πλήθος από παραδείγματα.
Στην προβληματική αυτή που φαίνεται ότι εξελίσσεται σήμερα, πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη σχέση Θρησκείας και Πολιτικής και στη σχέση θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη την αλλοτρίωση αυτών των σχέσεων . Από τα αγοραία διαφιλονικούμενα , στα οποία η αλλοτρίωση αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους της μεταξύ τους αντίθεσης, πρέπει να αναχθούμε στην σχέση των νοηματοδοτικών παραδόσεων του πολιτισμικού μας σώματος: τη σχέση της νεωτερικής και της ορθόδοξης παράδοσης. Να επισημάνουμε την αλλοτρίωση της ορθόδοξης υπό την ηγεμονία της νεωτερικής, αλλά και τον μεταπρατικό χαρακτήρα αυτής της τελευταίας, καθώς και την φάση γενικευμένου εκφυλισμού στην οποία αυτή βρίσκεται σήμερα. Κι όλα τούτα για να φτάσουμε εκεί που είναι η ουσία: στη σχέση πολιτικής και αξιών.
Όποιοι νομίζουν ότι άμα εξαλείψουμε τις αναφορές στην χριστιανική παράδοση και κάνουμε την εκκλησία ιδιωτικό σωματείο, «θα αποκτήσουμε, επί τέλους, πραγματικό κράτος δικαίου», κάνουν προφανώς μεγάλο λάθος. Όποιοι πάλι πιστεύουν στην αναβάθμιση των σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας ως λύση των προβλημάτων , κάνουν επίσης λάθος, μια και στο επιχείρημά τους, η παράδοση μετατρέπεται σε έναν ανιστορικό και ανιστόρητο αχταρμά, όπου οι εθνικιστικές ιδεοληψίες εκστομίζονται και δυστυχώς περνάνε ως αυτονόητες. Το θέμα δεν είναι σήμερα, στην εποχή της μεταμοντέρνας αποσάθρωσης των νεωτερικών αξιών, αν θα κυριαρχεί το φάντασμα των νεωτερικών ή των χριστιανικών αξιών. Το θέμα είναι αν θα υπάρχουν καν αξίες, ως εξωπολιτικός χαλινός της ραγδαία αυτονομούμενης διαπλοκής πολιτικής τάξης, μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και μέσων μαζικής χειραγώγησης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. JOHN MEYENDORFF, Imperial Unity and Christian Divisions, StVSP, New York 1989,ss. 5-6.
2. Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, σελ.81,82 , τεύχος 75, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2000.
3. Ο.π.
4. Βλπ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Δημοκρατία και ελληνική Ορθοδοξία, εκδ. Στεφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1982, σσ. 20 -21.
Related Posts with Thumbnails