© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Διονύση Ζήβα: ΤΑ ΛΑΖΑΡΕΤΑ ΖΑΚΥΝΘΟΥ




[Αναδημοσίευση από τα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 341-350]



Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Λυκογιάννη: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΑΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ


[Αναδημοσίευση από τα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 563-582]

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ειρήνης Κασάπη: Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΥΣΑΚΩΦ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΩΣ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΜΟΣΧΑΣ

[Αναδημοσίευση από τα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 413-424]
Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως στα τέλη του 20ού αιώνα και η ουσιαστική αποκατάσταση της Ρωσικής Εκκλησίας εντός του ρωσικού κράτους έφερε την έως τότε διωκόμενη Ρωσική Εκκλησία αντιμέτωπη με νέα δεδομένα. Η άμεση ρύθμιση των εκκρεμοτήτων του παρελθόντος, η ζέση στην ανάληψη πνευματικών πρωτοβουλιών, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της εντός και εκτός της Ρωσίας κρίθηκαν επιβεβλημένα και οι νέες προοπτικές που ανοίγονταν για το Ρωσικό Πατριαρχείο θεωρήθηκαν άμεσα αξιοποιήσιμες. Οι τάσεις αυτές έγιναν αισθητές για πρώτη φορά στην Τοπική Σύνοδο του 1988 που πραγματοποιήθηκε για τον εορτασμό της επετείου των 1000 ετών από τον εκχριστιανισμό των Ρώσων στον τομέα της αναγνωρίσεως νέων αγίων με την αναγνώριση εννέα προσώπων και έλαβαν τελική μορφή μετά από μακρά περίοδο ζυμώσεων στη μεγάλη Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου του 2000 με τη μαζική κατάταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας πάνω από 200 αγίους και 800 νεομάρτυρες[1]. Παράλληλα η διακήρυξη των «Βασικών κοινωνικών αρχών της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας» στην ίδια Σύνοδο κατέστησε σαφές ότι η επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας ήταν να καταλάβει εκ νέου τη θέση της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό και οι μαζικές ανακηρύξεις αγίων που πραγματοποιήθηκαν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και γι’ αυτόν το σκοπό[2]. Πράγματι η δραστηριότητα της Ρωσικής Εκκλησίας προς αυτήν την κατεύθυνση άρχισε ήδη να αποδίδει καρπούς σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα στο ελληνικό έδαφος με την περίπτωση της αναγνωρίσεως ως αγίου του ναυάρχου Θεοδώρου Ουσακώφ[3].
Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς Ουσακώφ (1745 περίπου-1815) υπήρξε ένδοξος ναύαρχος του αυτοκρατορικού ρωσικού ναυτικού. Γεννήθηκε στο χωριό Μπουρνάκοβο της επαρχίας του Γιαροσλάβλ το έτος 1745 και ήταν γόνος οικογένειας ευγενών. Μετά την αποφοίτησή του από τη στρατιωτική σχολή του ναυτικού της Αγίας Πετρουπόλεως το έτος 1766 κατατάχθηκε στο στολίσκο της Αζοφικής Θάλασσας και από τη θέση αυτή κατά τη διάρκεια των ετών 1768-1774 έλαβε μέρος στον A΄ Ρώσο-Τουρκικό Πόλεμο (1768-1774). Κατά τη διάρκεια του πολέμου διακρίθηκε για τα προσόντα και το ζήλο του στη διοίκηση ενός ταχυδρομικού πλοίου και έπειτα μιας κανονιοφόρου, ενώ στο τέλος του πολέμου συμμετέσχε στην άμυνα της πρώτης ρωσικής βάσεως στην Μπαλακλάβα της Κριμαίας.
Μετά το τέλος του πολέμου και τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) ο Θεόδωρος Ουσακώφ μετατέθηκε στο στόλο της Βαλτικής Θάλασσας και ένα έτος αργότερα επέστρεψε στη Μαύρη Θάλασσα στη διοίκηση της φρεγάτας «Άγιος Παύλος», ενώ από το 1783 επιφορτίστηκε με νέα καθήκοντα –την επιτήρηση για τη ναυπήγηση νέων πλοίων στη Χερσώνα και τη συμμετοχή στη δημιουργία της κύριας βάσεως του ρωσικού στόλου στη Σεβαστούπολη– οπότε και διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και για την ιδιαίτερη μέριμνά του για την προστασία των κατοίκων και των υφισταμένων του από την πανώλη.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792) ο Ουσακώφ διακρίθηκε και για τις στρατιωτικές αρετές του. Στις 3 Ιουλίου 1788, υποναύαρχος ακόμη, στη θέση του διοικητή της εμπροσθοφυλακής του ρωσικού στόλου κατόρθωσε σημαντική νίκη κατά των Τούρκων στο Φιδονήσι της σημερινής Ουκρανίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε η ευρεία αναγνώριση του προσώπου του και η ανάθεση σε αυτόν της γενικής διοικήσεως ολόκληρου του στόλου της Μαύρης Θάλασσας από τον παντοδύναμο αρχιστράτηγο, πρίγκιπα Γρηγόριο Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν, ευνοούμενο της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης Β΄ (1762-1796). Με την προσωπική συμβολή του Θεοδώρου Ουσακώφ στην αλλαγή της έως τότε χρησιμοποιούμενης πολεμικής τακτικής ο ρωσικός στόλος πέτυχε και μια σειρά από άλλες εξίσου σημαντικές νίκες –στον πορθμό του Κερτς, τη νήσο Τένδρα και το ακρωτήριο Καλή Άκρα στη Μαύρη Θάλασσα– που συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου υπέρ της Ρωσίας και είχαν ως αποτέλεσμα την επίσπευση της υπογραφής της συνθήκης του Ιασίου (1792).
Οι επιτυχίες αυτές απέφεραν στον Θεόδωρο Ουσακώφ τα παράσημα του Αγίου Γεωργίου (άστρο του Αγίου Γεωργίου Β΄ βαθμού) και του Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, την προαγωγή του στο βαθμό του αντιναυάρχου, καθώς και την καθιέρωσή του ως στρατιωτικής φυσιογνωμίας στη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, όταν οι ιστορικές συνθήκες έφεραν τη Ρωσία αντιμέτωπη με τους Γάλλους δημοκρατικούς και τον Ναπολέοντα, ανατέθηκε στον Ουσακώφ η διαφύλαξη των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και η εκδίωξή των γαλλικών δυνάμεων από τα Ιόνια νησιά, ώστε μακροπρόθεσμα να αποτραπεί η προς Ανατολάς επέκτασή τους. Πράγματι ως αντιναύαρχος πλέον ο Ουσακώφ το φθινόπωρο του 1798 με σχετική ευκολία απελευθέρωσε κατά σειρά τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και τη Λευκάδα και συνέβαλε προσωπικά στην οργάνωση της τοπικής αυτοδιοικήσεως των νήσων που υπήχθη αρχικά τουλάχιστον στην ανωτάτη εξουσία του. Με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε και η απελευθέρωση της Κέρκυρας, η κατάληψη του φρουρίου της οποίας μετά από τετράμηνη πολιορκία υπήρξε και η λαμπρότερη σελίδα στην καριέρα του και η οποία του χάρισε το βαθμό του ναυάρχου παράλληλα με την παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση[4].
Σε όλη τη διάρκεια ωστόσο των επιχειρήσεων αυτών ο Θεόδωρος Ουσακώφ δεν διακρίθηκε μόνο για τα στρατιωτικά του προσόντα. Οι πηγές ομόφωνα κάνουν λόγο για το ήθος και την ευγένεια του χαρακτήρα του, αλλά και την προσωπική του ευσέβεια. Είναι χαρακτηριστικές οι συχνές περιπτώσεις απελευθερώσεως γάλλων αιχμαλώτων, η πάγια τακτική σεβασμού των περιουσιακών τους στοιχείων, η φροντίδα του για την προστασία του τοπικού πληθυσμού από τις ύπουλες διαθέσεις του κατ’ ανάγκη και για την περίσταση συμμαχικού τουρκικού στόλου με προσωπικές εκκλήσεις μάλιστα στον τσάρο Παύλο Α΄ (1796-1801), καθώς και η αποτροπή του μόνιμου κινδύνου που ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του Αλή πασά μέσω εξαιρετικών διπλωματικών χειρισμών, αλλά και η μέριμνά του για την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου της Κέρκυρας[5]. Για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά και εξαιτίας των αυθαιρεσιών των Γάλλων, οι οποίοι δεν είχαν σταθεί αντάξιοι των ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως που θεωρητικά οι ίδιοι πρέσβευαν, ο ελληνικός πληθυσμός των Επτανήσων είδε τους Ρώσους ως απελευθερωτές και υποδέχθηκε, κατά γενική ομολογία, με θέρμη τον αντιναύαρχο, ο οποίος πέραν των ανωτέρω συνέβαλε και στη δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας, του πρώτου ανεξάρτητου κρατικού μορφώματος στον ελλαδικό χώρο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως καθιστάμενος έτσι σημαίνουσα προσωπικότητα στην ιστορία των Επτανήσων εν γένει[6].
Βάσει των παραπάνω στοιχείων δεν είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ρωσικοί παράγοντες δραστηριοποιήθηκαν προς την κατεύθυνση προβολής του προσώπου του Θεοδώρου Ουσακώφ και της προσφοράς του στην Ελλάδα και τα Επτάνησα. Αξιομνημόνευτο όμως είναι ότι οι προσπάθειες προβολής του Ουσακώφ στην Ελλάδα και την αυτοκέφαλη Ελλαδική Εκκλησία δεν περιορίζονται στην αναγνώρισή του ως ρώσου εθνικού ήρωα και ενδεχομένως ευεργέτη των Ελλήνων, αλλά βασίζονται πλέον στην αιφνίδια ανακήρυξή του ως αγίου από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Πράγματι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας, μετά από σχετική έρευνα κατά την καθιερωμένη τακτική της στο ζήτημα των αναγνωρίσεων αγίων, που παγιώθηκε κυρίως από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου και εξής, προχώρησε τον Οκτώβριο του 2004 επισήμως στην ένταξη του Θεοδώρου Ουσακώφ στη χορεία των γενικής τιμής αγίων της, ενώ ήδη από το 2001 τον είχε συναριθμήσει στους τοπικούς αγίους της επαρχίας του Σαράνσκ[7]. Με αφορμή τα ανωτέρω το έτος 2002 το ρωσικών συμφερόντων ίδρυμα «Russkij Predprinimatel’» σε συνεργασία με την Ιερά Μονή Danilovskij, έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας, πραγματοποίησαν στην Κέρκυρα σειρά εκδηλώσεων στη μνήμη του ρώσου ναυάρχου και το έτος 2005 ομάδα ρώσων και ομογενών επιχειρηματιών επιχείρησαν τη σύσταση ομωνύμου με το ναύαρχο ιδρύματος στην Ελλάδα που θα είχε ως αποστολή τη διαιώνιση της μνήμης του αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ και την ίδρυση και συντήρηση ναών προς τιμήν του εντός της χώρας[8].
Οι εν λόγω ενέργειες του ρωσικού πατριαρχείου και των άλλων παραγόντων ωστόσο έγειραν ερωτηματικά και προκάλεσαν ποικίλους προβληματισμούς ως προς τη σκοπιμότητα τέτοιων κινήσεων που είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ως ανάμιξη στα εσωτερικά μιας άλλης αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας και παρέμβαση εις βάρος της νόμιμης δικαιοδοσίας της. Και τούτο αφενός επειδή το ζήτημα ανεγέρσεως ιερών ναών σε ξένη επικράτεια και η διαχείρισή τους εντάσσεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκάστοτε Τοπικής Εκκλησίας[9] και αφετέρου επειδή η λογική πορεία της τιμής ενός αγίου τείνει αυθορμήτως από την τοπικότητα προς την οικουμενικότητα και δεν επιβάλλεται στο τοπικό εκκλησιαστικό πλήρωμα έξωθεν, ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη αναγνώριση εντάσσεται στο πλαίσιο των αναγνωρίσεων αγίων που εγκαινίασε η Ρωσική Εκκλησία με την Τοπική Σύνοδο του 1988 και κορυφώθηκε με τις μαζικές αναγνωρίσεις αγίων από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου το 2000 δίνοντας αφορμή να κατηγορηθεί η ίδια αφενός και για τη δημιουργία μιας νεοφανούς τάσεως «βιομηχανίας αγίων», αλλά και για σύγχυση των κριτηρίων της Ορθόδοξης Παραδόσεως σχετικά με το ζήτημα αυτό[10].
Πραγματικά η Τοπική Σύνοδος του 1988 πέραν του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556), του μητροπολίτη Μόσχας Μακαρίου (1482-1563), της Ξένης της διά Χριστόν σαλής (1732-αρχές του 19ου αι.) και του ιερομονάχου Αμβροσίου της μονής της Όπτινα (1812-1891), που ανακηρύχθηκαν άγιοι εξαιτίας της ευρείας λαϊκής τιμής στο πρόσωπό τους και του θαυματουργικού τους χαρίσματος, αναγνώρισε παράλληλα ως αγίους το μεγάλο ηγεμόνα της Μόσχας Δημήτριο Ντονσκόι (1350-1389) και τον αρχιμανδρίτη Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (1722-1794) για την προσφορά ανεκτίμητων υπηρεσιών στην Εκκλησία, τον Ανδρέα Ρουμπλιώφ (1360-α΄ μισό του 15ου αι.) για τον ασκητικό του βίο και τον επίσκοπο Ιγνάτιο Brjančaninov (1807-1867) μαζί με τον επίσκοπο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894) για τον υψηλό πνευματικό τους βίο και το συγγραφικό τους έργο.
Αντίστοιχα η Αρχιερατική Σύνοδος του 1989 προχώρησε στην αναγνώριση των πατριαρχών Ιώβ και Τύχωνα εξαιτίας των ανεκτίμητων υπηρεσιών τους στην Εκκλησία, ενώ η Τοπική Σύνοδος του 1990 αναγνώρισε έναν μόνο άγιο, τον Ιωάννη της Κρονστάνδης με το αδιαμφισβήτητο επιχείρημα της εκτεταμένης λαϊκής τιμής και της θαυματουργίας. Κατά παρόμοιο τρόπο η Αρχιερατική Σύνοδος του 1992 προχώρησε στην αναγνώριση των γονέων του αγίου Σεργίου του Ράντονεζ, Κυρίλλου και Μαρίας, για τον ενάρετό τους βίο, αλλά και των: μητροπολίτη Kιέβου και Γαλικίας Βλαδίμηρου Bogojavlenskij (1848-1918), μητροπολίτη Πετρουπόλεως και Γκντωβ Βενιαμίν Kazanskij (1873-1922), αρχιμανδρίτη Σεργίου Shein (1866-1922), Γεωργίου Novickij (1882-1922) και Ιωάννου Kovšarov (1878-1922) ως των πρώτων μαρτύρων του σοβιετικού καθεστώτος. Παρομοίως η ίδια Σύνοδος συναρίθμησε στη χορεία των νεομαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας τη μεγάλη πριγκίπισσα Ελισάβετ Feοdorovna (1864-1918) και τη μοναχή Βαρβάρα (†1918) που μαρτύρησε μαζί της, χωρίς όμως να καθίσταται φανερό εάν το μαρτύριό τους είχε πολιτικά κίνητρα ή ήταν όντως μαρτύριο υπέρ του Χριστού.
Περαιτέρω η Αρχιερατική Σύνοδος του 1994 αναγνώρισε ως αγίους το μητροπολίτη Μόσχας και Κολόμνας Φιλάρετο Drozdov (1782-1867) για την προσφορά του στην Εκκλησία και τους μάρτυρες ιεραποστόλους πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο Hotovickij (1872-1937) και πρωθιερέα Ιωάννη Kočurov (1871-1917), ενώ η Αρχιερατική Σύνοδος του 1997 ενέταξε στους νεομάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας τους μητροπολίτες Κρουτίτσης Πέτρο Poljanskij (1862-1937) και Σεραφείμ Čičagov (1856-1937) και τον αρχιεπίσκοπο Θαδδαίο Uspenskij (1872-1937). Τέλος η Αρχιερατική Σύνοδος του Ιωβηλαίου του 2000 προχώρησε στην αναγνώριση άνω των 200 αγίων και 800 νεομαρτύρων που μαρτύρησαν κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος, χωρίς όμως και πάλι να καθίσταται σαφές το μαρτύριο υπέρ του Χριστού και η ρητή ομολογία πίστεως που προσιδιάζει και χαρακτηρίζει τους μάρτυρες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ανάμεσα στους παραπάνω κατατάχθηκε και ο τσάρος Νικόλαος Β΄ με τα μέλη της οικογένειάς του στην τάξη των Παθοφόρων αγίων. Οι Παθοφόροι άγιοι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι ηθελημένα έχασαν τη ζωή τους και δεν πρόβαλαν αντίσταση στους δημίους τους, για να αποφευχθεί με αυτόν τον τρόπο ο εμφύλιος πόλεμος και η άσκοπη αιματοχυσία[11].
Κατά συνέπεια η διαδικασία αναγνωρίσεως που ακολουθήθηκε, καθώς και τα πρόσωπα που τελικά επιλέχθηκαν προς ένταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας προκάλεσαν έντονο προβληματισμό και εύλογα ερωτηματικά, αφενός επειδή η διαδικασία αυτή υπήρξε περίπλοκη και χρονοβόρα, στοιχείο που δεν είναι οικείο στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου επειδή δεν υπήρξε σαφής διάκριση μεταξύ των μαρτύρων της πίστεως και εκείνων που οδηγήθηκαν στο μαρτύριο και το θάνατο ως εθνομάρτυρες ή εχθροί του καθεστώτος και τέλος επειδή κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αίτια χρησιμοποιήθηκαν ως κίνητρο γι’ αυτές τις αναγνωρίσεις, ενώ παραθεωρήθηκαν άλλα αυθεντικότερα κριτήρια της Ορθόδοξης Παραδόσεως, όπως το χάρισμα της θαυματουργίας και η προϋπόθεση της ευρείας τιμής από το εκκλησιαστικό πλήρωμα[12].
Αντίστοιχα αναφορικά με την αναγνώριση ως αγίου του Θεοδώρου Ουσακώφ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η λαμπρή καριέρα του ως ναυάρχου και το ένδοξο πέρασμά του από τη Μεσόγειο, η προσφορά αδιαμφισβήτητων υπηρεσιών στην πατρίδα του, αλλά και στους Έλληνες, παράλληλα με το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του τον κατέστησαν μια αξιόλογη προσωπικότητα μεν και ικανότατο ναύαρχο δε, αλλά τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν την πρωτοβουλία του πατριαρχείου Μόσχας να σπεύσει να τον κατατάξει στους αγίους του. Τούτο έρχεται σε σύγκρουση με τη μακραίωνη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά την οποία οι άγιοι δεν επιβάλλονται με επίσημες Πράξεις Ανακηρύξεως, αλλά πρώτα αναδεικνύονται από το Θεό και έπειτα καθιερώνονται ως τέτοιοι στην κοινή συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Στην περίπτωση μάλιστα του ναυάρχου Ουσακώφ η τιμή του από το πλήρωμα της Εκκλησίας της Ρωσίας, ατράνταχτο επιχείρημα για τις αναγνωρίσεις άλλων αγίων, ίσως δεν αποτελεί παρά έκφραση της ευγνωμοσύνης του ρωσικού λαού απλώς προς ένα εθνικό του ήρωα και όχι αυθεντική λαϊκή αναγνώριση της αγιότητάς του.
Πέραν όμως των ανωτέρω προβληματισμών δεν θα ήταν θεμιτό να παραγνωριστεί η δικαιολογημένη επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας να προβληθεί ξανά σε τοπική, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια μέσω των ανακηρυχθέντων αγίων της. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν αυτή η Εκκλησία είχε αναστείλει την κανονική της λειτουργία για μια μακρά περίοδο και κλήθηκε μόλις τα τελευταία έτη να αναπληρώσει το κενό που προκλήθηκε από τη μακρόχρονη αδράνειά της και να επανακτήσει το χαμένο έδαφος με αφετηρία τις αναγνωρίσεις νέων αγίων. Τοιουτοτρόπως μέσω αυτών η Εκκλησία της Ρωσίας θέλησε καταρχήν να τιμήσει και να επιβραβεύσει εκείνα τα μέλη της που διακρίθηκαν για την ευσέβειά τους και κατέστησαν πρότυπα μιμήσεως για τους υπόλοιπους χριστιανούς και επιπλέον θέλησε να αποκαταστήσει τη μνήμη όλων των προσώπων εκείνων που διώχθηκαν για χάρη της και τελικώς έλαβαν το στέφανο του μαρτυρίου δολοφονηθέντες από τους ιδεολογικούς αντιπάλους της. Παρόλο που οι αριθμοί των αγίων που εντάχθηκαν και συνεχώς εντάσσονται στα μαρτυρολόγιά της δεν επιτρέπουν το βαθύτερο έλεγχο των επιλογών αυτών της Ρωσικής Εκκλησίας και την περαιτέρω κριτική των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν, είναι δυνατόν να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα της ανανεωμένης συνοδικής λειτουργίας μιας πολυπληθέστατης τοπικής Εκκλησίας που επί 70 έτη τελούσε υπό διωγμόν. Υπ’ αυτήν την οπτική γωνία κατανοείται ευχερέστερα τόσο ο υπέρμετρος ζήλος όσο και η σπουδή που επέδειξε στον τομέα αυτό η Εκκλησία της Ρωσίας με την τόσο ριζική ανανέωση του εορτολογίου της. Εξάλλου με τις αναγνωρίσεις αυτές επιτεύχθηκε παράλληλα η ενδυνάμωση της παρουσίας της εντός του ρωσικού κράτους και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της ως της μόνης επίσημης Εκκλησίας της χώρας. Τοιουτοτρόπως κατέστη εφικτό για τη Ρωσική Εκκλησία να διεκδικήσει εκ νέου τη μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας και έτσι επιχείρησε να επανεντάξει στους κόλπους της τους αδιάφορους χριστιανούς και εκείνους που υπέστησαν τη χρόνια αθεϊστική σοβιετική προπαγάνδα, αλλά και τους πεπλανημένους οπαδούς των πολλών εν δράσει στη Ρωσία σύγχρονων αιρετικών παραφυάδων και σεκτών. Επιπλέον με τις αναγνωρίσεις αυτές ικανοποιήθηκε το λαϊκό αίσθημα του αδιασάλευτα πιστού πληρώματος που υπέστη από το καθεστώς τα ίδια με την επίσημη Εκκλησία δεινά και υπέφερε τις ίδιες καταπιέσεις και ήδη κατά τη διάρκεια ακόμα του σοβιετικού καθεστώτος αναγνώριζε ως μάρτυρες, όσους είχαν πέσει θύματα αυτού. Ταυτόχρονα δόθηκε στη Ρωσική Εκκλησία η ευκαιρία να εκφράσει και εκείνη με τη σειρά της εμμέσως τη δυσαρέσκειά της κατά του παλαιού καθεστώτος και να προσεγγίσει με τον τρόπο αυτό και τους Ρώσους της διασποράς, που εξαιτίας των προσωπικών τους διωγμών υπεδείκνυαν ιδιαίτερη ευαισθησία κυρίως αναφορικά με τις αναγνωρίσεις των νεομαρτύρων και μάλιστα αυτής της τσαρικής οικογένειας. Ως εκ τούτου οι πρόσφατες αναγνωρίσεις αγίων από τη Ρωσική Εκκλησία αποτελούν ένα πολυσήμαντο και πολυδιάστατο γεγονός, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί αποκομμένο από τις επίκαιρες συνθήκες και περιστάσεις, αλλά είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί συνυπολογίζοντας όλους τους ανωτέρω παράγοντες. Η αγιότητα εξάλλου είναι μέγεθος που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια και εν τέλει μόνο οι αυθεντικοί άγιοι μένουν διαχρονικά στη συνείδηση των πιστών, η φήμη τους εν καιρώ ξεπερνάει τα στενά τοπικά πλαίσια και μόνο αυτοί εντάσσονται αβίαστα στα Αγιολόγια και των υπολοίπων τοπικών Εκκλησιών απολαμβάνοντας οικουμενική τιμή και αναγνώριση.
Σημειώσεις:
[1] Βλ. «Dejanie Jubilejnogo Osvjaščennogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi o sobornom proslavlenii novomučenikov i ispovednikov Rossijskih XX veka» (Πράξη της Ιεράς Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας περί της αναγνωρίσεως της Συνάξεως των Ρώσων Νεομαρτύρων και Ομολογητών του 20ούαιώνα), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., Niznij-Novgorod 2001, σσ. 108-132. Σημειώνεται ότι ο αριθμός των ανακηρυχθέντων νεομαρτύρων σήμερα είναι ακόμα μεγαλύτερος, αφού μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου του Ιωβηλαίου και έως τα τέλη του 2008 νέα ονόματα έχουν προστεθεί συμπληρωματικώς και προστίθενται συνεχώς στην ίδια κατηγορία, όπως εν προκειμένω ο ναύαρχος Θεόδωρος Ουσακώφ.
[2] «Osnovy social’noj koncepcii Russkoj Pravoslavnoj Tserkvi» (Βασικές κοινωνικές αρχές της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., (Συλλογή εγγράφων και ντοκουμέντων της Αρχιερατικής Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μόσχα, 13-16 Αυγούστου 2000), Niznij-Novgorod 2001, σσ. 171-250.
[3] Για τα βιογραφικά στοιχεία του ναυάρχου βλ. Ε. Β. Ταρλέ, «Ὁ ναύαρχος Οὐσακὼφ στὰ νησιὰ τοῦ Ἰονίου», Κερκυραϊκὰ Χρονικ ΙΧ (1962) 46-96. Ε. Τάρλε. Ο ναύαρχος Ουσακώφ στα Ιόνια νησιά, μτφρ. Ολέγ Τσυμπένκο, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2002. V. Ganičev, Admiral akov, flotovodec svjatoj (Ο ναύαρχος Ουσακώφ, στόλαρχος και άγιος), εκδ. ΙΤΡΚ, Μόσχα 2008. O. A. Kazakov, Svjatoj flotovodec Rossii. Žizn’ Dejanijascvjatogo pravednogo voina Feodora akova, admiral nepobedimogo (Ο άγιος ρώσος στόλαρχος. Βίος και Πολιτεία του αγίου δικαίου στρατιώτη Θεοδώρου Ουσακώφ, αήττητου ναυάρχου), εκδ. Satis’ Deržava, Αγία Πετρούπολη 2007.
[4] Βλ. J. P. Bellaire, Précis des opérations générales de la division française du Levant, Paris 1805, σσ. 285-360. Γ. Ε. Μαυρογιάννης, Ἱστορία τῶν Ἰονίων νήσων, τ. 1, ἐν Ἀθήναις 1889. Ν. Μοσχονᾶς, «Τὰ Ἰόνια νησιά κατὰ τὴν περίοδο 1797-1821», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους 11 (1975) 382-402. Α. Χ. Τσίτσα, Το Diario τῆς πολιορκίας τῆς Κερκύρας ἀπό τούς Ρωσότουρκους (1798-1799) γραμμένο ἀπό τόν Πέτρο Βούλγαρη, Κέρκυρα 1989. Π. Χιώτης, Σειρᾶς ἱστορικῶν ἀπομνημονευμάτων, τ. 3, Κέρκυρα 1863, σσ. 657-777. N. V. Novikov, «Sozdanie flota na Černom More. Vtoraja turečkaja vojna» (Η ναυπήγηση του στόλου στη Μαύρη Θάλασσα. Β΄ Τουρκικός Πόλεμος), Istorijarossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 162-183. N. D. Kallistovyj, «Flot v carstvovanie imperatora Pavla I» (Ο στόλος κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Παύλου Α΄), Istorija rossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 208-246. N. D. Kallistovyj, «Flot v carstvovanie imperatora Aleksandra I» (Ο στόλος κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α΄), Istorija rossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 247-321.
[5] Σπ. Κ. Παπαγεωργίου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κερκύρας, ἐν Κερκύρ 1920, σσ. 118-130. Α. Χ. Τσίτσα, Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου στὴν Κέρκυρα, Κέρκυρα 1987. Π. Χιώτης, Ἱστορικά ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, τ. 6, ἐν Ζακύνθῳ 1887, σσ. 169-171.
[6] Βλ. Ευτυχία Κοσμάτου, «Η τύχη των βενετικών ηπειρωτικών κτήσεων»,Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807): τα μείζονα ιστορικά ζητήματα. Πρακτικά Διήμερης Συνάντησης. Κέρκυρα, 18–19 Νοεμβρίου 2000, σσ. 61-73. Μ. Γ. Λυκίσσα, Ἡ Κέρκυρα στους ἀγῶνες κατά τῶν Τούρκων, Άθήνα 1982, σ. 24. Α. Χ. Τσίτσας, «Ὁ ναός τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος κάτω ἀπό τήν τσαρική προστασία», Σύμμικτα Κερκυραϊκά, Κέρκυρα 1982, σσ. 5-14.
[7] «Opredelenie Svjašennogo Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh» (Απόφαση της Αγίας Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 10 (2004) 17 και «Opredelenija Svjašennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου) Žurnal Moskovskoj Patriarhii 4 (2004) 18.
[8] Βλ. Ν. Παπαχρήστου, «Ελληνορωσικό θρίλερ με τον άγιο Ουσάκοφ», Καθημερινή, 30. 9. 2007, σ. 37.
[9] Ιδιαίτερα για την Εκκλησία της Ελλάδος βλ. Βλ. Ἰω. Φειδᾶς, Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Καταστατικὴ Νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 583-584.
[10] Σχετικά με το ζήτημα της ανακηρύξεως αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία βλ. Ἁμ. Σ. Ἀλιβιζάτος, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 19 (1941-1948) 18-52. Ἀνώνυμος, «Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ»,Ὀρθοδοξία 65 (1931) 281-287. Ἀλ. Σ. Κορακίδης, Ἁγιότητα καί Μαρτύριο- Ἁγιολογίατῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2000. Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Δέρκων, «Ἡ Ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», Ἐπιστημονική Παρουσία Ἑστίας ΘεολόγωνΧάλκης Α΄ (1987) 225-232. Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Σερρῶν, «Περὶ Ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 27 (1956) 611-615. Γ. Δ. Μεταλληνός, «Ἁγιότης μαρτυρουμένη», Λόγος ὡς ἀντίλογος. Θεολογικά δοκίμια, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 19982. σσ. 49-60. Ἀντ. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία. Θέματα γενικά, εἰδικά καιἙορτολογίου Ι, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1996. Ἀντ. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία. Θέματα γενικά, εἰδικά καί Ἑορτολογίου ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1997. Παπαδόπουλος Στ. Γ., Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1990. Π. Πάσχος, Ἅγιοι, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, [Ὑμναγιολογικά Κείμενα καὶ Μελέτες-2], ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 19972. Κ. Μ. Ράλλης, «Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον», Ἑκατονταετηρὶς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 1837-1937 (1938) 305-316. Δ. Γ. Τσάμης, Ἁγιολογία τῆςὈρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999. Γ. Τσέτσης, Ἡ ἔνταξις τῶν ἁγίων στό Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1991. P. Evdokimov, «La sainteté dans la tradition de l’ Eglise Orthodoxe», Contacts 73-74 (1971) 121-190. G. P. Zacharias, «La sainteté selon la tradition Orthodoxe», Contacts 37 (1962) 159-179.
[11] Βλ. Αντίστοιχα «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 6(1988)9-12. «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 1(1990)10-12. «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 6(1990)5-7. «Bishop’s Council of the Russian Ortodox Church»,Journal of the Moscow Patriarchate 4(1992)2-4. «Opredelenie Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh (29 nojabrja-2 dekabrja 1994 goda)» [Απόφαση της Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων αγίων (29 Νοεμβρίου-2 Δεκεμβρίου 1994)], Kanonizacija svjatyh v XX veke, Komissija Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po kanonizacii svjatyh, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999σ. 163. «Opredelenie Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi ot 18-22 fevralja 1997 goda po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh» (Απόφαση της Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της 18-22 Φεβρουαρίου 1997 κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων), Kanonizacija svjatyh v XX veke, Komissija Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po kanonizacii svjatyh, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σ. 214. «Dejanie Jubilejnogo Osvjaščennogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi o sobornom proslavlenii novomučenikov i ispovednikov Rossijskih XX veka» (Πράξη της Ιεράς Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας περί της αναγνωρίσεως της Συνάξεως των Ρώσων Νεομαρτύρων και Ομολογητών του 20ούαιώνα), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., Niznij-Novgorod 2001, σσ. 108-132).
[12] Για τη διαδικασία των πρόσφατων αναγνωρίσεων αγίων στη Ρωσική Εκκλησία βλ. «O kanonizacii svjatyh v Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi. Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija na Osvjaščennom Pomestnom Sobore Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, posvjaščennom 1000-letiju Krešenija Rusi. Trojce-Sergieva Lavra 6-9 ijunja 1988 goda» (Περί ανακηρύξεως αγίων στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου ενώπιον της Ιεράς Τοπικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερωμένης στη χιλιετία από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας. Λαύρα του Αγίου Σεργίου 6-9 Ιουνίου 1988), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 21-73. Juvénal, Métropolite de Kroutitsy et de Kolomna, «La Canonisation des Saints dans l’ Eglise Orthodoxe Russe», Messager de l’ Exarchat du Patriarche Russe en Europe Occidentale117 (1989) 9-29. «Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija, Predsedatelja Komissii po kanonizacii svjatyh, o Kanonizacii Svjatyh, pročitannyj 9 oktjabrja 1989 goda na Osvjaščennom Arhierejskom Sobore Russkoj Pravoslanoj Cerkvi g. Moskva, Svjato-Danilov monastyr’, 7-14 oktjabrja 1989 goda» (Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου, προέδρου της Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων, «Περί ανακηρύξεως αγίων», ανακοινωθείσα την 9η Οκτωβρίου 1989 στην Ιερά Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μόσχα, Μονή του Αγίου Δανιήλ, 7-14 Οκτωβρίου 1989), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 83-90. «Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija, Predsedatelja Komissii po kanonizacii svjatyh, Ob otnošenii Cerkvi k podvigu mučeničestva, predstavlennyj na zacedanii Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslanoj Cerkvi, 25 marta 1991 goda» (Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου, προέδρου της Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων, «Περί της σχέσεως της Εκκλησίας με τον άθλο του Μαρτυρίου, ανακοινωθείσα στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, 25 Μαρτίου 1991), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 96-126.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Μανόλη Γ. Σέργη: ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ «ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΥ» ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΛΑΚΗ (1823-1898)


[Από τον Τιμητικό Τόμο "Φιόρα τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Συνετό", Ζάκυνθος 2009, σ. 865-888]

Βιογραφικά

Ο Σπυρίδων Μαλάκης (εφεξής: Σ.Μ.) γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλληνίας (κατά πάσαν πιθανότητα) το 1823. Ο ίδιος αναφέρει ότι στις 18 Οκτωβρίου 1842, χρονολογία-σταθμό για τον εκκλησιαστικό βίο του νησιού του[1], «ήγε το 19ο της εφήβου ακμαίας ηλικίας» του[2]. Σε άλλο σημείο του ίδιου πονήματός του δηλώνει «εννεαετής την ηλικίαν», όταν το 1831 ο Ιω. Μεταξάς, επί τη αναγγελία της δολοφονίας του κυβερνήτη Καποδίστρια, απήγγειλε εις επήκοον πολλών ομοφρονούντων του αντικαποδιστριακών και του (νεαρού τότε) Μαλάκη τον «Μονόλογο ενός των δύο τυραννοκτόνων Μαυρομιχαλαίων»[3] του Αλ. Σούτσου.

Το 1863, σε ηλικία 40 ετών, ωριμότερος ποιητικά, κρίνων εαυτόν και το μέχρι τότε ποιητικό του έργο, δηλώνει στον Πρόλογο του στιχουργήματός του Οι τάφοι της Αργολίδος (βλ. γι’ αυτό παρακάτω αναλυτικά) «… άμοιρος τακτικής παιδεύσεως, μόλις την σειράν της αλληλοδιδακτικής μεθόδου διέτριψα εις την μικράν κοινωνίαν όπου εγεννήθην. Η ‘‘ΑΝΑΓΚΗ’’ μοι προσέφερεν, αντί της λύρας του Απόλλωνος και της Τερψιχόρης, τον Πρίωνα του Δαιδάλου…», και προειδοποιεί το κοινό ότι δεν πρέπει να αναμένει απ’ αυτόν «ούτε την υψηπέτη και δαιμόνιον φαντασίαν του Σολωμού, ούτε το Ανακρεόντιον του Αθ. Χριστοπούλου, ούτε το βροντώδες και εύηχον του Αριστ. Βαλαωρίτου, ούτε το θελκτικόν και γλυκύ του Ιωάννου Βιλαρά, ούτε το αφελές και μελίρρυτον του Ζαλοκώστου», αλλά να είναι απέναντί του «ανεκτικόν, επιεικές και συμπαθητικόν»[4].

Άσκησε από νεαρή ηλικία με επιτυχία τη λεπτουργική τέχνη. Άνδρας φιλοπρόοδος, επαναστάτης το φρόνημα, αναμείχθηκε ενωρίς στα του ριζοσπαστισμού της πατρίδος του. Για την επαναστατική του δράση, αλλά και για την πολεμική του κατά της αγγλικής κυριαρχίας - μέσω της καυστικής ποιήσεώς του, όπως αναλύω διεξοδικά παρακάτω - υπέστη πολλές διώξεις[5]. Συγκεκριμένα, το 1850, όταν δημοσίευσε το στιχούργημά του Αι ημέραι του Στρατοδικείου. Αναμνήσεις των μαρτυρίων των Κεφαλλήνων συνταχθείσα κατά τους μήνας Δεκέμβριον και Ιανουάριον του 1849 και 1850 συνελήφθη και εφυλακίσθη επί 18μηνο στις φυλακές της Κέρκυρας. Την ίδια ακριβώς τύχη είχε όταν κυκλοφορήθηκε το αντιστασιακό του στιχούργημα Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851[6]. Έλαβε επίσης ενεργό μέρος στην αντιοθωνική εξέγερση του 1862 και τραυματίστηκε σε κάποια μάχη, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στις παρακάτω στροφές από την Πρωτομαγιά του, του 1864:

(…)
Εις τα τερπνά του Κηφισού πάμε περιβολάκια
Οπ’ έχουνε πυκναίς ισκαίς,
Που πέφτουν φύλλ’ από μοσκαίς
Κι’ από τριανταφυλλάκια.

Εκεί θα γιατρευθ’ η πληγή οπού ’ς την Αργολίδα
Έλαβα ’ς την αδελφική
Σύγκρουσι τη θανατική,
Φως μου, για την πατρίδα[7].

Εξελέγη μέλος του υπέρ της Ιταλίας κομιτάτου και εστάλη στην Ιταλία για να κομίσει προς τον Γαριβάλδι και τον Βίκτωρα Εμμανουήλ επιστολές, όπως φαίνεται από το κεφάλαιο «Η κατά τον Μάιον του έτους 1862 αποστολή μου εις Ιταλίαν και τα προκαλέσαντα αυτήν αίτια», που καταχωρίζει στα Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας[8]. Εδημοσίευσε μάλιστα εκείνη την περίοδο και Ωδή εις την Ιταλίαν…, ενθουσιασμένος από τον ιταλικό αγώνα και τα αποτελέσματά του[9]. Το 1859 εγκατεστάθη μονίμως στην Αθήνα, όπου εγνώρισε εκ του σύνεγγυς τον Αλέξανδρο Σούτσο, η επίδραση του οποίου στο έργο του είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη[10]. Την πρώτη περίοδο της Αθηναϊκής Σχολής (1830-1850), αλλά και τους πρώτους της δεύτερης (1850-1880) οι αδελφοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσοι μεσουρανούν στο ποιητικό στερέωμα του Βασιλείου, γίνονται ο «ποιητικός κανόνας», επιβάλλουν σε πολλούς λογίους το προσωπικό τους ύφος. Σημειώνει ο Παλαμάς: «Δεν υπάρχει ποιητής πλην του Σολωμού και των εκ του Σολωμού, εις το άσμα του οποίου δεν ευρίσκεται αμυδρότερον ή ζωηρότερον, μία κάποια απήχησις και ανάπλασις της ποιήσεως, καθώς την ηθέλησεν ο Σούτσος. Οι επισημότεροι των εν Αθήναις και Βυζαντίω σουτσίζουν, ποίος πολύ, ποίος ολίγον»[11]. Για τον Σ.Μ. ο Αλέξανδρος Σούτσος ήταν ο επαναστάτης ποιητής, ο ασυμβίβαστος, ο καταδιωγμένος για τις ιδέες του και τους αγώνες του, αφού όντως ο φαναριώτης ποιητής είχε ενεργό πολιτική δράση, με κορυφαίες ίσως στιγμές της αυτές του 1843, τη δράση του κατά την περίοδο της διαμάχης περί αυτοχθονιστών-ετεροχθονιστών[12], τις διώξεις του, τις εναντίον του οχλοκρατικές εκδηλώσεις, την καύση των ποιημάτων του, κ.λπ.[13], για τα οποία έγινε υπόδειγμα δυναμικής παρέμβασης λογίου στην πολιτική ζωή.
Ο Σ. Μ. απεβίωσε στην Αθήνα το 1898[14]. 

Στην παρούσα εργασία επικεντρώνω την ανάλυσή μου στο ποιητικό του έργο. Ως εκ τούτου δεν θα ασχοληθώ με το πεζογραφικό ή το δημοσιογραφικό του αντίστοιχο, άρα, ευρίσκεται εκτός ενδιαφερόντων μου (1) το «ήκιστα σοβαρόν ως ιστορικόν»[15] έργο του Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ή Ιστορικόν επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινων προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας (Εν Αθήναις 1895), έργο το οποίο, παρά την αλήθεια της κριτικής του Ηλία Τσιτσέλη, συμβάλλει με τον τρόπο του στην βαθύτερη μελέτη και ανάλυση της κρίσιμης περιόδου της νεότερης επτανησιακής ιστορίας στην οποία αναφέρεται, (2) Ο κατήγορος του Κεραυνού ενώπιον των ορκωτών έτει 1859 (πόνημα που δεν μπόρεσα να ανακαλύψω), και (3) Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός και συντροφία ή Τα διπρόσωπα σκαλτσουνόξυλα και οι δεκακαλπίται (εν Αθήναις 1865)[16]. Σ’ αυτό, καταφέρεται (σε πολύ δηκτικό ύφος) κατά του Ηλία Ζερβού, άλλων παλαιών συναγωνιστών του[17] και κατά των δεκακαλπιτών[18] (όσων δηλ. το 1832 υπερψήφισαν τους 10 κυβερνητικούς υποψηφίους). Ο Ηλίας Ζερβός, κατά τον Σ.Μ., αμαύρωσε το ένδοξο παρελθόν του με τη στάση του στην έξωση του Όθωνα και την ανάληψη πολιτικών θέσεων μετά το 1864 (διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας, «δεχθείς θέσιν κηφήνος» και παραμένων «ιχθύς άφωνος»), αλλά και για κάποιες πρό της Ενώσεως πράξεις και σκέψεις του. Ως λαογράφος που θέλγεται από τις λαϊκές επινοήσεις και το υψιπετές της λαϊκής φαντασίας, μένω για λίγο στους λαογραφικότατους χαρακτηρισμούς «Κόκορος της Υπαπαντής» και «διπρόσωπα σκαλτσουνόξυλα», τους οποίους εφηύρε, όπως μας πληροφορεί ο Σ.Μ., ο φίλος του και συναγωνιστής του Χ. Λιβαθυνόπουλος. Αμφότεροι οι χαρακτηρισμοί δηλώνουν το ευμετάβολο του χαρακτήρα του προσώπου στα οποίο απευθύνονται, του «ανεμοδούρα». Ο ανεμοδείκτης του κωδωνοστασίου της Υπαπαντής στο Αργοστόλι ήταν σε σχήμα πετεινού και περιστρεφόταν φυσικά κατά την εκάστοτε φορά του ανέμου. Τα σκαλτσουνόξυλα είναι οι αργυρές ηλακάτες, οι οποίες «εις σχήμα όφεως σχηματισμέναι, έχουσι δύο πρόσωπα, και εις το κέντρον της κεφαλής οπήν, όπου εισέρχεται μακρά βελόνη· θέτουσιν αυτάς αι γυναίκες επί της οσφύος και πλέκωσιν κνημίδας και άλλα». Τον δεύτερο χαρακτηρισμό απέδιδε ο Λιβαθυνόπουλος σε εκείνους που εισέρχονταν στις τάξεις του Ριζοσπαστισμού και προσδοκούσαν θέσεις και επαγγέλματα, αλλά όταν διεπίστωναν ότι μόνον αγώνες και μαρτύρια προσέφερε, έφευγαν δρομαίοι[19]. Διαχρονικό το φαινόμενο…

Το ειδικό βάρος της ποίησης κατά τον 19ο αιώνα

Ο Σ.Μ. ήταν μια από τις εκατοντάδες περιπτώσεις Ελλήνων ποιητών του 19ου αι.[20]· ο Π. Βράιλας Αρμένης είχε χαρακτηρίσει τον ελληνικό λαό «ποιητικώτατον λαόν της οικουμένης»[21], ο δε Ν. Γ. Πολίτης (o «ο πατέρας» της ελληνικής Λαογραφίας) στην πολύκροτη συνέντευξή του στην εφημερίδα Αθήναι του Γ. Πωπ (22 Φεβρ. 1919)[22], αναφέρει ότι το 1870 σε μια πρόχειρη στατιστική του εσημείωσε περί τους 3000 ποιητές. Ο κάθε λόγιος, ο κάθε απλός λαϊκός άνθρωπος που είχε το χάρισμα της ρίμας, ο κάθε χαρισματικός ριμαδόρος δημοτικιστής (η ποίηση ήταν ο μόνος χώρος όπου οι γλωσσαμύντορες αναγνώριζαν ή επέτρεπαν τη συνύπαρξη της δημοτικής και της λόγιας) ή ο θελγόμενος από τα κάλλη της καθαρεύουσας αυτοχρηζόταν ποιητής. Η ποίηση για τα άτομα αυτά αποτελούσε μέσο κοινωνικοποίησης, αφού μέσω αυτής ο ποιητής εύρισκε ευκαιρία να ενωθεί με το εθνικό σώμα, να συμβάλει με τον τρόπο του στην πρόοδό του[23]. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό της έλαβε  χαρακτήρα πατριωτικό, εθνικό, ο κάθε επίδοξος ποιητής επιθυμούσε να καταθέσει τη δική του συνεισφορά στον αγώνα για την εξάπλωση και την ενίσχυση της Εθνικής Ιδέας, αλλά και στην προσπάθεια να αναγνωρίσει και να θαυμάσει η πάντοτε κρίνουσα και εποπτεύουσα Ευρώπη το ποιητικό τάλαντο του ελληνικού λαού. Ο ποιητής, από τη δεκαετία του 1850 μέχρι το 1880, είναι κεντρικό πρόσωπο στο ελληνικό Βασίλειο, έχει πολιτική τοποθέτηση μέσα στην ελληνική κοινωνία[24], έχει κοινωνική και πολιτική συνείδηση, τον εμπνέει το πατριωτικό συναίσθημα, η αρχή του νέου λυρισμού δηλαδή, η πηγή του ρομαντισμού αλλιώς. Όλοι τους ήταν κατ’ ουσίαν «παιδιά του μεγάλου Αγώνα», έβγαιναν από τις φωτιές του, κουβαλούσαν τις απογοητεύσεις του, τους ενέπνεαν οι επιτυχίες του, οι μελλοντικές δράσεις για την πραγμάτωση του Μεγάλου Ιδανικού. Σε μια εποχή με ρευστή την κοινωνική δομή, με τις «τάξεις» ή τις κοινωνικές ομάδες αδιαμόρφωτες και συμφυρόμενες, οι ρόλοι λογίων, ψευτολογίων, πολιτικών, δημοσιογράφων, εθνοπατέρων συμφύρονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν.
Η ποίηση (θεωρείται πως) ενέχει στοιχεία μυστικισμού, αναφέρεται σε κάτι ανώτερο και Υπερβατικό, κι αυτό  καθιστά τον ποιητή ιεροφάντη, μυσταγωγό, όργανο της Θείας Προνοίας, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη προτίμηση των θεραπόντων της προς αυτήν. Θα ήταν ίσως υπερβολή να εικάσω ότι ο ποιητής μας είχε εντρυφήσει σε κείμενα του συμπατριώτη του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, για τον οποίο η ποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ιστορικό και το θρησκευτικό γεγονός, με τον λαό[25].
Η περίπτωση των Επτανήσων ήταν ξεχωριστή. Ο Σ.Μ., ως ριζοσπάστης[26], βιώνει τα γεγονότα, ζει τον επαναστατικό ίλιγγό τους, μάχεται με «ιερή μανία» για την ανεξαρτησία και την Ένωση, για τη δική του Μ. Ιδέα σε τοπικό επίπεδο, αλλά και σε ευρύτερο πανεθνικό. Υπενθυμίζω αυτό που τονίζει ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, ο ηγέτης των ριζοσπαστών και θεωρητικός του κινήματός τους, στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος (19 Φεβρουαρίου 1849), το οποίο συναντάμε σε δεκάδες παραπομπές: «… Θέλομεν τω όντι να γίνωμεν και ουχί να λεγώμεθα απλώς Έλληνες. Θέλομεν να ενωθώμεν εις έν έθνος, αληθώς ελεύθερον και ανεξάρτητον, μεθ’ όλης της ελληνικής φυλής». Τα ιόνια νησιά θα αποτελέσουν, λόγω του ιστορικού τους παρελθόντος, χώρο συνάντησης των δυτικών και των ανατολικών ρευμάτων, γι’ αυτό εκεί θα διεξάγεται επί δεκαετίες ένας σκληρός αγώνας για τη διατήρηση της ιδιοπροσωπίας του ελληνισμού, αλλά και ένας αντίστοιχος κοινωνικός, λόγω των κοινωνικών αντιπαραθέσεων που εισήγαγε σ’ αυτά ο βενετικός φεουδαρχισμός. Εδώ ο εθνικός και ο κοινωνικός αγώνας θα διαπλέκονται αξεδιάλυτα. Οι ρίζες του επτανησιακού (και του κεφαλλονίτικου ειδικότερα) ριζοσπαστισμού τον 19ο αιώνα βρίσκονται σ’ αυτές τις ιστορικές αιτίες. Είναι αξιοθαύμαστες οι ιδεολογικές ζυμώσεις, υπό την επίδραση τόσων πολλών - και παράταιρων μεταξύ τους - παραγόντων: του Διαφωτισμού, των μηνυμάτων από τα φιλελεύθερα εθνικοκοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, των διακηρύξεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου και των εθνοτήτων, του ευρωπαϊκού 1848[27], της ιταλικής ενοποίησης[28], του ρομαντισμού, της Μ. Ιδέας, του αλυτρωτισμού, της Ορθοδοξίας, κ.λπ.
Ο Σ.Μ., ένας λαϊκός άνθρωπος με συνείδηση της κοινωνικής του τάξης («Συμπολίται! Αποτεινόμενος (…) εις την εργατικήν τάξιν εις την οποίαν ανήκω…»[29], γράφει σε επιστολή του) από αυτόκλητος ποιητής του επαναστατημένου επτανησιακού λαού, αποβαίνει τελικά ο εκφραστής του, γίνεται «οργανικός διανοούμενός» του, χωρίς φαντάζομαι να έχει μελετήσει μανιφέστα και επαναστατικές διακηρύξεις: «και του έθνους μου όλου ψάλτης ενθουσιασμένος / Εις την νίκην να το φέρω και να του εμπνέω μένος!», γράφει σε επαναστατικό στιχούργημά του (βλ. παρακάτω περισσότερους στίχους του ίδιου πονήματος). Πολλοί διερωτώνται σήμερα για την κοινωνική λειτουργικότητα της ποίησης, αν αυτή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και εκφράζουν απαισιόδοξες εκτιμήσεις. Οι μετά το 1848 συνθήκες που επικρατούν στα Επτάνησα δημιουργούν καταστάσεις για μια δυναμική λειτουργία της ποιητικής τέχνης. Οι στίχοι του ποιητή ξεφεύγουν από τον στενό περίγυρο της παραγωγής τους και γίνονται κοινό κτήμα, που συναγείρει φρονήματα, μετατρέπονται σε επαναστατική δράση. Ο Ν. Τζανής Μεταξάς (1825-1907), ο ριζοσπάστης μουσουργός, ο κορυφαίος ίσως βάρδος του ριζοσπαστισμού, έγραψε τα επαναστατικά του θούρια πάνω σε στίχους ομοϊδεατών του ποιητών (Γεράσιμου Μαυρογιάννη, Παναγιώτη Πανά[30]) και φυσικά του Σ.Μ. Τα τραγουδούσαν στους χώρους που συναθροίζονταν, στις λέσχες τους (στο «Αναγνωστήριο Κοραής» και το «Δημοτικό Κατάστημα» στο Αργοστόλι ή στην «Ομόνοια» στο Ληξούρι), όπου άνδρες κάθε κοινωνικού στρώματος και ιερείς συζητούσαν τα ζητήματα του αγώνα τους, διάβαζαν τις επτανησιακές[31] και τις ξένες εφημερίδες, τραγουδούσαν, εδώ εξ άλλου συνελήφθη η ιδέα της Ενώσεως, κ.λπ. Παρενθετικά ας αναφερθεί ότι μέλη του «Δημοτικού Καταστήματος» ήταν (μεταξύ άλλων) ο λαϊκός μας ποιητής, και οι Μαρίνος Λιβιεράτος, Παναγής Κουρκουμέλης, Ιωσήφ Μομφεράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Ανδρέας Λιβαδάς, κ.ά., εξέχοντα δηλαδή μέλη του επτανησιακού ριζοσπαστισμού.
Η αγωνιστική ποίησή του έγινε σημείο αναφοράς. Κάποιοι στίχοι του από το Αι ημέραι του Στρατοδικείου είχαν γραφεί κάτω από εικόνες-αφίσες ανθρώπων συμβόλων του αγώνα τους, όπως φαίνεται σε έκθεση του υποπρόξενου Ιω. Μήλιου εκείνης της περιόδου, όταν ο άγγλος αρμοστής Henry George Ward (Ουάρδος), ο πιο φοβερός διώκτης του ελληνισμού των νησιών εκείνης της περιόδου, επεχείρησε περιοδεία στην Κεφαλληνία μετά από την αιματηρή κατάπνιξη προηγηθείσης λαϊκής επανάστασης[32]: «… Την αυτήν της αφίξεώς του ημέραν ευρέθησαν εις διαφόρους εν Ληξουρίω οικίας τοιχοκολλημέναι τιναί εικώναι παριστάνουσαι τον προ δύο ετών απαγχονισθέντα ιερέα Νοδάρον, επονωμασθέντα «Παπά Ληστήν» υπό των οποίων ήσαν γεγραμμένοι μερικοί στίχοι εκ του ποιηματίου επιγραφομένου ‘‘Αι ημέραι του στρατοδικείου’’ καταχωρημένου εις την εφημερίδα ο Φιλελεύθερος υπ’ αριθ. 11»[33]. Ο παπά-Ληστής δεν είναι φυσικά άλλος από τον ηρωικό ιερέα Γρηγόριο Νοδάρο Ζαπάντη[34], μάρτυρα της επανάστασης και θύμα (απαγχονίστηκε) του Ward. Επισημαίνω και πάλι ότι η εξέγερση στρεφόταν κατά των Άγγλων, αλλά και κατά των αρχόντων, ορισμένοι από τους οποίους εφονεύθηκαν από το εξεγερμένο πλήθος, και δικαίως η εξέγερση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Κομμούνα της Κεφαλληνίας», κατ’ αντιστοιχίαν της παρισινής. Ιδού μερικοί στίχοι από άλλο στιχούργημα του Σ.Μ., Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851, εμπνευσμένο από αυτήν την προκλητική επίσκεψη. Επισημαίνω (επ’ ευκαιρία) κάποια γενικά χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου του: το αφηγηματικό / δημοσιογραφικό ύφος της γραφής του, τη χρήση συνεχών ερωταποκρίσεων που δίδουν διαλογικό τόνο στην ποίησή του, την ποιητική εξιστόρηση της καθημερινότητας τελικά (που όμως οι συνθήκες την έκαναν ιστορική), τον έντονο διδακτισμό που μεταβάλλει ενίοτε το έργο του σε μια ατέλειωτη (αλλά ειλικρινή) πατριωτική ρητορεία, το ποικιλόμορφο γλωσσικό ύφος του (βλ. αναλυτικότερα παρακάτω), κ.λπ.:

Αθλιέστατε Ουάρδε! Πού απερισκέπτως τρέχεις;
Πού προμελετάς να έλθης; Ω! αιδώ πλέον δεν έχεις
Πύργος δι’ εσέ υψώθη κ’ έγεινεν ουρανομήκης,
Των θυμάτων σου το αίμα! Λοιπόν στέκε μετά φρίκης!
Πόρρωθεν ας με κυττάζουν, βδελυρέ, οι οφθαλμοί σου.
Θρήνει! Ως Αδάμ εθρήνει άντικρυ του παραδείσου!
Αιμοβόρε, μη τολμήσης,
Την αιμοβραγμένην γην μου ποσώς πλέον να πατήσης[35].

Παραμονές εκλογών στα Επτάνησα, την 1η Ιανουαρίου 1852, παρεμβαίνει ως διαμορφωτής της «κοινής γνώμης» με προσωπική επιστολή – στιχούργημα, με μια επαναστατική προκήρυξη με άλλα λόγια, προς τον λαό των νήσων, μέσα από τα σίδερα της φυλακής του, προτάσσοντας σ’ αυτήν ένα παλαιότερο δικό του καθαρευουσιάνικο απόφθεγμα, που είχε γίνει ήδη κτήμα του λαού και θούριός του, το «Κι αν ’ς τας φυλακάς με ρίψης / ή σκοπέλων ερημίας, / και εκείθεν θα φωνάζω/ τας αισχράς σου ανομίας». Ο Σ.Μ. μπορεί να απευθύνεται ως ηγέτης στο λαό, τον επικαλείται πολλές φορές στην πρώτη στροφή των ποιημάτων του. Ιδού μερικοί ενδεικτικοί στίχοι:

ΛΑΕ!
Εις θαλάσσας απεράντους απ’ αγρίας τρικυμίας
Κλυδωνίζεται το σκάφος της μικρής σου πολιτείας.
Αν επιθυμής να φθάσης εις σωτήριον λιμένα
Κι’ ακινδύνως ν’ αποφύγης τον θαλάσσιον πυθμένα,
Έκλεξον πιστά σου τέκνα, κωπηλάτας και ναυάρχους.
(…)
Η πατρίς, ΛΑΕ! σε κράζει, θεατής απλούς μη μείνης
Σ’ όσα κατά σου τεκταίνουν ο Ουάρδος και Σπαρτζίνης·
Άνδρας δεδοκιμασμένους έκλεξον ως παραστάτας
Έκλεξε τους ατρομήτους και ακάμπτους ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΑΣ.
(…)
Βλέπεις, ω ΛΑΕ! αρκούντως τι ανδράποδα προτείνει
Ως πιστούς σου παραστάτας η φατρία του Σπαρτζίνη·
Των πατέρων των αι πράξεις είναι τα προγράμματά των,
Ούτοι θα τας τελειώσουν ως κληροδοτήματά των[36].

Ακόμη κι όταν έγιναν κάποιες κινήσεις για να δοθεί αμνηστία στους επαναστάτες των Σεπτεμβριανών («της Επαναστάσεως του Σταυρού», όπως είναι αλλιώς γνωστή, 14–25 Σεπτ. 1848) ο ανυποχώρητος Σ.Μ. απαντά αγέρωχα στον Ουάρδο και στη χώρα που εκπροσωπεί. Για άλλη μια φορά ο ποιητής προβάλλει εκπρόσωπος του έθνους του, ψάλτης του ιερού του αγώνα, εμπνευστής του:

Ήθελα τον κάλαμόν μου εις κλαυθούς να μην αμβλύνω
Αλλά ψάλλων διθυράμβους, δάκρυα χαράς να χύνω
Και του έθνους μου όλου ψάλτης ενθουσιασμένος
Εις την νίκην να το φέρω και να του εμπνέω μένος!
Ω δεν ήθελα να χύνω δουλικούς τοιούτους ήχους.
Αλλά φευ! Ισχύς και δόξα, σήμερον το παν εχάθη
Στεναγμούς μόνον ακούω, εις των φυλακών τα βάθη.
Μήπως; Δι’ εμέ, εις οίκτον προσπαθώ να σε κινήσω;
Τι συ δύνασαι να δώσης κι εγώ να απαιτήσω;
Μήπως ήρθες έμπροσθέν μου και τον ήλιόν μου κρύπτης;
Ω επάνω μου, Ουάρδε, μηδεμίαν σκιάν ρίπτεις,
Της πατρίδος σου φθονούμεν μόνον την ελευθερίαν.
Δι’ αυτό ακούεις χείλη να λαλώσι με πικρίαν.
Αλλά φευ! Ελευθερία δ’ ημάς παντού εχάθη,
Στεναγμούς μόνον ακούω εις των φυλακών τα βάθη.
Απορείς ίσως Αγγλία, πώς μ’ αλυσοδέτους χείρας
Ήρθαμε των φυλακών μας να συντρίψωμεν τας θύρας.
Πλην γνωρίζεις ποία ήτο η πατρίς όπου ποθούμε
(…)[37].

Προσωπική έκκληση προς τον κεφαλληνιακό λαό πραγματοποιεί και μετά το 1864, προ επικειμένων εκλογών, και του υποδεικνύει τους υποψηφίους που πρέπει να καταψηφίσει ή να υπερψηφίσει. Η πρώτη σελίδα του πονήματός του Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός… απευθύνεται Προς τον εργατικόν της Κεφαλληνίας ΛΑΟΝ  και συνεχίζει:

Μη δελεασθής με λόγους
Ούτε φόβου ούτε πλάνης,
Μήπως, λέγω, τας προτέρας
Του προσώπου σου μαράνης
Ανθηράς δαφνομυρσίνας·
Μη τους μαργαρίτας δώσης
Εις τους χοίρους ή τους κύνας[38].

Φυσικά είναι δεινός κατήγορος των συνεργατών της Προστασίας Κεφαλληνίων:

Ατυχή Λαέ!, ως πότε,
Παρασίτους και προδότας και κηφήνας θα μισθόνης;[39],

ή διασύρει τους συμπατριώτες του δημοσίους υπαλλήλους που υπηρετούν την Προστασία και αναμένουν κάθε τέλος του μήνα τον μισθό τους, παραβλέποντες το προς την πατρίδα χρέος τους. Στους επόμενους στίχους μιλά ένας απ’ αυτούς[40]

Έπειτ’ από δέκα χρόνους, οπ’ εδούλευα για θέσι
Επιτέλους ήλθ’  η ώρα ως εξ ουρανού να πέση.
Πόσα προσκυνώ! Και πόσες μεσιτείες, κολακείες!
Έως ότου να ’πετύχω, πόσες γονατοκλισίες!
Από τότε, ’σαν μυρμήγκι, παραδάκια συμμαζώνω,
Και ’σαν φούσκα την κοιλιά μου με κανίσκια την ξεντώνω.
Κι ας μιλούν’ οι βουρλισμένοι,
Θεόν άλλον δεν γνωρίζω παρά την παραδαρμένη![41].

Αλλά και το ελλαδικό Βασίλειο, στο οποίο ο ανώνυμος αγωνιστής του εθνικού Αγώνα

απόθαν’ άπορος! Πτωχός!
Και παραγκωνισμένος!
Τέτοιος του κόσμου ο τροχός!
Κι’ αυτά παθαίνει δυστυχώς
Οπ’ αγαπά το Γένος!
‘Σ την ψάθα οι αγωνισταί
Κ’ οι τίμιοι πεθαίνουν!
Οι κόλακες, κ’ εγωισταί
Και οι του Γένους υβρισταί
Τιμαίς απολαβαίνουν!....[42],

δεν ξέφυγε από την κριτική του. Η σάτιρά του στηρίζεται στην αθηναϊκή σατιρική παράδοση, επειδή αυτή ήταν πιο ζωντανή, άρα, η φωνή της διαμαρτυρίας του μεταβαλλόταν ευκολότερα σε οργισμένη κραυγή. Τα βέλη της αθηναϊκής σάτιρας εύρισκαν ευκολότερα δηλαδή το στόχο τους. 
Η φήμη του ξεπέρασε, όπως φαίνεται, τα τοπικά όρια του νησιού του[43], ο ίδιος μάλιστα αφηγείται ότι κατά την επίσκεψή του στην Ιταλία κάποιος συνταξιδιώτης του τον συνέστησε σε άλλον (ομόφρονα του ποιητή και συναγωνιστή του το 1862) απαγγέλλοντας «μίαν στροφήν, την εξής, εκ των τριών ελεγείων μου ‘‘Προς τους εν Κύθνω πεσόντας’’: Και σταις στεριαίς και στα νησιά, / τ’ αρνί, το μοσχαράκι, δεν θα βρίσκη χλωρασιά/ γιατ’ αίμα πίνει για φροσιά/ τ’ αθώο χορταράκι! [44].

Το γλωσσικό του ύφος

Εισαγωγική παρατήρηση: μετά το 1830, το γλωσσικό ύφος που προκρίθηκε από την ελίτ των ελλαδιτών λογίων ως όργανο «εθνικής έκφρασης» όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων ήταν η καθαρεύουσα. Η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα επέβαλε την εκ των υστέρων εισαγωγή της γλωσσικής ορίζουσας στον εθνικό λόγο, με την επιβολή της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας, η οποία, ως «συνεκτική», επίσημη, ενιαία, τυποποιημένη, αναβαφτίστηκε από τον ελληνικό εθνισμό σε πρωτεύον εθνικό στοιχείο. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα από ανάλογες πρακτικές των εθνικισμών.[45] Η καθαρεύουσα έπρεπε να αποδείξει το ιστορικό βάθος του λαού, την ελληνικότητά του, τον θαυμαστό πολιτισμό του, την ενότητά του, το «κύρος» της θα του προσέδιδε ένα «αδιάψευστο» πιστοποιητικό ελληνικής ιθαγένειας. Όμως, μετά το 1880, με τις απλοποιήσεις της, αυτή η καθαρεύουσα απέκτησε τελικά συμπεριφορά «ζώσης γλώσσας». Γι’ αυτό, συμφωνώ ότι είναι ανιστόρητη η άποψη κάποιων «δημοτικιστών» ότι η καθαρεύουσα «δεν αποτελούσε για ευρείες κοινωνικές ομάδες, κυρίως των αστικών κέντρων, την ομιλουμένη»[46]. Η απήχηση της δημοτικής πληθυσμιακά και κοινωνικά ήταν περιορισμένη. Ο απλός λαός - είναι όντως αξιοπρόσεκτο - προθυμοποιήθηκε από τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου κράτους να μάθει τη γλώσσα των λογίων και της Εξουσίας, έστω λίγες εκφράσεις ή λέξεις της, με κωμικά συνήθως αποτελέσματα· οι στόχοι του ήταν πολλοί, ένας ο κύριος: η εισδοχή του στη νέα πνευματική ελίτ που διαμορφωνόταν και στον κρατικό μηχανισμό. Οι εξελίξεις περί το γλωσσικό στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αι. δεν είναι, λοιπόν, τόσο αναγνωρίσιμες, ίσως γι’ αυτό και δεν χωρούν αφορισμοί και στερεότυπες ιδέες. Θεωρώ πως η «συμβίωση» της απλοποιημένης καθαρεύουσας με τη δημοτική είναι γεγονός αυτήν την περίοδο, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια νέα «κοινή», για μια «καθομιλουμένη της αστικής τάξεως», που δεν περιορίζεται πλέον σε λογίους, δασκάλους, δημοσιογράφους, ποιητές της «Παλαιάς» ή της «Νέας» Αθηναϊκής Σχολής, γραφειοκράτες της εξουσίας[47], αλλά διαχέεται και σε ευρύτερα στρώματα των πόλεων, σ’ αυτά της φαινομενικής κοινωνικής ανόδου. Όσο για τους επιβιώνοντες ακόμη αρχαϊσμούς, περιορίζονται σε φόρμουλες, είναι «συνθήματα αναγνώρισης» που χρησιμοποιούνται ως (αφελή) πειστήρια της (δήθεν) «κοινωνικής αναπροσαρμογής» των χρηστών τους, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Έχει υποστηριχθεί πως ο ποιητής μας γράφει στην καθαρεύουσα. Όπως όμως φάνηκε ήδη από την επιλεκτική παράθεση των στιχουργημάτων του, αυτό δεν είναι ορθό. Γράφει άλλοτε σε λαϊκή γλώσσα, άλλοτε όμως σε μια μεικτή λαϊκή γλώσσα. Όταν λέω «μεικτή λαϊκή γλώσσα» εννοώ ένα γλωσσικό κατασκεύασμα από στοιχεία λαϊκής και της «τεχνητής» καθαρεύουσας. Σε ελάχιστα στιχουργήματά του χρησιμοποιεί αρχαΐζουσα, όσο μπορεί να την κατέχει ένας λαϊκός άνθρωπος του δικού του παιδευτικού διαμετρήματος, η οποία φυσικά είναι νοθευμένη με άλλα ύφη, και καταντά τελικά ένα αλλοπρόσαλλο συνοθύλευμά τους.
Η γλωσσική ιστορία των Επτανήσων όσον αφορά στην γραφομένη και την ομιλουμένη μορφή της, στην καθημερινή χρήση της δηλαδή, νομίζω πως δεν έχει μελετηθεί εις βάθος. Μια τέτοια συνθετική εργασία θα περιελάμβανε συστηματική γλωσσική μελέτη πολλών και παντοίου είδους εγγράφων. Γνωρίζουμε, π.χ., ότι το 1849 καθιερώνεται με νόμο (που ισχύει από το 1852) η ελληνική γλώσσα στην κρατική γραφεικρατία[48]. Οι βουλευτές της Ιονίου Βουλής όμως εξακολουθούν να αγορεύουν «μεταχειριζόμενοι αρχαΐζουσαν διάλεκτον» και προκαλούν τη λαϊκή διαμαρτυρία, και εξαναγκάζονται τελικά να χρησιμοποιούν μια απλούστερη καθαρεύουσα. Κατά την 4η συνέλευση της Η΄ Γερουσίας (7.4.1849) της Βουλής αποφασίστηκε «.. ώστε τα πρακτικά της να γράφωνται εις το εξής όσον δυνατόν εις την κοινώς ομιλουμένην του λαού γλώσσαν»[49].
Ποια ήταν όμως αυτή η πλησιέστερη προς την ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα; Ποιο γλωσσικό ύφος μετέρχονται (ειδικότερα) την περίοδο των Ριζοσπαστών[50] οι κύριοι διαμορφωτές της γλώσσας, η Εξουσία, η Εκπαίδευση και οι λογοτέχνες, οι «κρατικοί γλωσσοπλάστες» δηλαδή; Η γλωσσική παράδοση στα Επτάνησα, και ειδικά από την εποχή των δημοκρατικών Γάλλων κ.ε., όπως την προσέλαβα από τη μελέτη της ιστορίας της Εκπαιδεύσεως και κάποιων εκδεδομένων κειμένων[51], είναι φιλελεύθερη, δεν έχει καμία σχέση –νομίζω- με τον γλωσσικό σαρδαναπαλισμό της Ελλάδας. Στα Επτάνησα γράφεται (τονίζω) και ομιλείται στους δημόσιους χώρους μια στρωτή, λαϊκή καθαρεύουσα, που έχει αποκτήσει ΗΔΗ προ πολλού χρήση ομιλουμένης για μεγάλο μέρος του «αστικού» πληθυσμού. Θεωρώ, π.χ., το γλωσσικό ύφος της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος ως αντιπροσωπευτικό αυτού στο οποίο αναφέρομαι. Και όμως, οι επτανήσιοι ποιητές, λαϊκοί άνθρωποι οι περισσότεροι, αποστέλλουν προς δημοσίευση τις ποιητικές συνθέσεις τους στα επτανησιακά φύλλα (ή τις εκδίδουν οι ίδιοι) σε μια πιο «δυσπρόσιτη» καθαρεύουσα, που αλλοιθωρίζει  κάποτε προς την αρχαΐζουσα. Επαναφέρω αυτά που είπα πρωτύτερα για την ποίηση, για να δικαιολογήσω αυτή νοοτροπία τους, γιατί εδώ η συγκεκριμένη γλωσσική επιλογή τους λειτουργεί ως νοοτροπία: η ποίηση ως μυστηριακή, υπερβατική αξία, πρέπει να ποιείται χρήση ενός άλλου επικοινωνιακού κώδικα, μιας άλλης γλώσσας, ξεχωριστής, μυστηριακής, κατάλληλης και ιδανικής να εκφράσει το εθνικό όραμα που δημιουργείται τη δεδομένη εποχή. Αυτό το όραμα οικοδομείται με τα εργαλεία ενός συγκεκριμένου γλωσσικού ύφους (της καθαρεύουσας), που θεωρείται ομόλογο προς τα εθνικά αιτήματα που πρέπει να εκφραστούν. Γι’ αυτό και οι επτανήσιοι λαϊκοί ποιητές πράττουν αναλόγως: τα μεγάλα οράματα απαιτείται να εκφραστούν μέσω μιας υψηλής αισθητικής γλώσσας. Δεν παραγνωρίζω φυσικά την κοινωνική τους προβολή και ανάδειξη μέσα από τη χρήση «υψηλού και αναγνωρισμένου» γλωσσικού κώδικα, μια τάση για διάκριση, ή μια μορφή της «πολιτιστικής καλής θέλησης» του Μπουρντιέ[52], που κρίνω ότι θα μπορούσε εν μέρει να ερμηνεύσει αυτές τις συμπεριφορές / νοοτροπίες.
Όμως ο Σ.Μ., όπως προανέφερα ήδη για τη σάτιρά του, κατά μεγάλο χρονικό διάστημα της ποιητικής του διαδρομής (από το 1859) έχει στραφεί στον ελλαδικό ποιητικό και κοινωνικό χώρο. Από τον επτανησιακό λαμβάνει μόνο τα ποιητικά ερεθίσματα. Οι τεχνικές και όλα τα λοιπά στοιχεία που συνδημιουργούν το ποιητικό του προϊόν είναι «αθηνοκεντρικά», «σουτσικά», ρομαντικά. Ζει εκ του σύνεγγυς τον ριζοσπαστισμό στα νησιά μέχρι το παραπάνω χρονικό όριο, αλλά και το «εθνικό οίδημα» της δεκαετίας του 1850 και του 1860 στην Αθήνα: συναισθηματική έξαρση, προφητισμό (αγαθαγγελισμό), θρησκευτικό μεσσιανισμό, ιδεολογική (θρησκευτική και πολιτική) σκλήρυνση, καθαρευουσιανισμό, ρομαντισμό της «παλιάς» Αθηναϊκής Σχολής, κ.λπ. Για να καταδειχθεί το μεικτό γλωσσικό του ύφος, σε όσους στίχους του παρέθεσα ήδη ας προστεθούν κι αυτοί (από την ελεγεία στον Σούτσο)

Παρθέναις! Δόστε μου και σεις λεπτόν ή πενταρίτσα,
Χίλια καλά να λάβετε κι’ ολόχρυση Μοιρίτσα.
Παρθέναις μου, σας εύχομαι καθώς επιθυμάτε,
Να πάρετε για ταίρια σας τους νηους οπ’ αγαπάτε[53]

και το ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ στον νεκρό[54], από το οποίο ενδεικτικά παραθέτω δύο στροφές:

Διαβάτα! Βλέπε πού πατείς
Ενώ προσηλωμένος
Των κρύων τάφων θεατής·
Κλαύσον αν ήσαι Ποιητής
Ομογενής ή ξένος.

Ώδε καθεύδει Αοιδός
Τον ύπνον των αιώνων·
Κατέστη άψυχος σποδός
Ο ψάλτης άμα κ’ υμνωδός
Των εθνικών αγώνων[55].


Το ποιητικό του έργο. Κατάταξη

Από άποψη περιεχομένου το ποιητικό έργο του Σ.Μ. μπορεί να διακριθεί σε πέντε ενότητες:
Α. εθνική ποίηση. Εδώ ανήκουν: 1. Οι τάφοι της Αργολίδος, ή Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Του Εξορίστου του Ναυπλίου άσμα πρώτον. Υπό Κεφαλλήνος λεπτουργού (1863)[56], 2. Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας ελεγεία (εν Αθήναις 1862) και άλλα ποιήματα, διάσπαρτα σε πεζά του κείμενα ή σε τοπικές εφημερίδες, όπως, π.χ., το «Τη Τουρκομάχω Κρήτη»:

Θέρισε, Μούσα, κλάδους μυρσίνης
Να στεφανώσης τους νικητάς∙
Τους νικημένους να καταισχύνης,
Τους μισοχρίστους κατακτητάς.
Ναός η Κρήτη ελευθερίας!
Τάφος σαθράς αυτοκρατορίας,
Ιδέ! Τα τέκνα Ιδομενέων
Εν κατά δέκα υπερνικούν,
Τας μαύρας σάρκας δειλών φονέων
Με τας μαχαίρας των πελεκούν[57].

Β. κεφαλληνιακού ενδιαφέροντος, επαναστατικού χαρακτήρα. Εδώ εντάσσω τα: 1. Αι ημέραι του Στρατοδικείου. Αναμνήσεις των μαρτυρίων των Κεφαλλήνων συνταχθείσα κατά τους μήνας Δεκέμβριον και Ιανουάριον του 1849 και 1850 (εν Κεφαλληνία, 1850), 2. Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851, 3. Ωδή εις την απαρχήν της πανελληνίου ενώσεως (εν Βουκουρεστίω, 1865). Σ’ αυτό το στιχούργημα (42 στροφών) παρακινεί το αηδόνι (ένα από τα συνήθη ποιητικά του μοτίβα, το γνωστό πουλί της δημοτικής ποίησης), αφού εγκαταλείψει τον Κηφισό και λουστεί στην Κασταλία βρύση, να διαλαλήσει το μήνυμα της ελευθερίας της Επτανήσου στους αλύτρωτους ακόμη αδελφούς (στην Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Ανατολή, την Αγιά Σοφιά ειδικότερα, την Κύπρο, την Κρήτη, στα Ψαρά, στις Σποράδες) και να τους διαβεβαιώσει ότι σιμώνει η ώρα της δικής τους λευτεριάς. Το προτρέπει τελικά, όταν πραγματώσει αυτόν τον εθνεγερτήριο κύκλο, να επιστρέψει στον Παρθενώνα: Κι εδώ δεήσου του Θεού χρόνια πολλά να ζήσης / Και με φωνή μελωδική / Την ένωσι την ολική / Να μετακυλαϊδήσης.

Γ. διεθνικού επαναστατικού χαρακτήρα, αλλά άμεσα συσχετισμένου με την εθνική υπόθεση, όπως, π.χ., το ποίημά του Ωδή εις την Ιταλίαν κατά την επέτειον εορτήν της νίκης του Σολφερίνου δια των γαλλοϊταλικών όπλων κατά των αυστριακών αετών κατενεχθείσης.

Τον ευγενή σου τράχηλον ωραία Ιταλία
Δεν θλίβει πλέον ο ζυγός κ΄ η ξενική δουλεία
(…)
Κόρη την μοίραν σου φθονώ! Κ’ η δούλη μου μητέρα
Είθε να γίνη καθώς συ μεγάλη κι ελευθέρα!
Μικρόν κ΄η γραί’ Ανατολή τας πέδας θα σπάση
Και τον παντοκοζακισμό πας φόβος καταπαύσει
Και της κλεινής πατρίδος μου αι δούλιαι ημέραι
Εκλείψουσιν ως αστραπαί και τηλεβόλων σφαίραι.
Κι ας μη φοβήτ’ η Δύσις
Μέλλοντα ρωσικόν ζυγόν και σκυθικάς αλύσσεις[58].
(…)
Χείρα θα τείνης αρωγόν στην αδελφήν Ελλάδα;
Κόρη! Ν’ ανεγερθή, ως συ, με αναμμένην δάδα;[59]

Δ. Φιλολογικού ενδιαφέροντος. Το Ελεγείον εις τον εθνικόν ποιητήν Αλέξανδρον Σούτσον (Εν Αθήναις, 1863) και Η καταδίκη του Αλεξάνδρου Σούτσου[60], αμφότερα φόρος τιμής για όσα εκείνος προσέφερε (υπό την μορφή των επιδράσεων στην τέχνη του), αλλά και στο ελληνικό έθνος ολόκληρο:

Για ’κείνον οπ’ εθέρμανε τον νουν της Νεολαίας
Μ’ ελεύθερα φρονήματα και μ’ υψηλάς ιδέας.
Δόστε για τον αθάνατον πατέρα της Σατύρας
Οπούχε τα δοξάρια του ’ς των φυλακών τας θύρας[61].

Στο πρώτο, η Μοίρα μοιρολογεί τον ποιητή του Περιπλανωμένου και παρακαλεί τους διαβάτες, τους φοιτητές, τους νέους ποιητές, τις κοπέλες, να προσφέρουν τον οβολό τους ή να συνεισφέρουν κατά το δυνατόν, για να αγοραστούν τρεις πήχες γης και να ταφεί ο αγωνιστής, ο αντιβασιλικός, ο σατιρικός ποιητής, για να του γίνει μια σεμνή και απέριττη τελετή, για να ανεγερθεί, τέλος, μνημείο του:

Δεν σας ζητώ ν’ ανεγερθή περήφανο μνημείον,
Μια πλάκ’  απλή να του βαλθή εις το Νεκροταφείον.
Και να χαράξωμ’ εις αυτήν με στίχους τόνομά του,
Να μη περν’  αδιάφορο το μάτι του διαβάτου[62].

Στην ίδια κατηγορία εντάσσω τα «Μνήματα», μεταφρασμένα ποιήματα του Φοσκόλου, άγνωστα σε μένα, πιθανότατα ακόμη ανέκδοτα, όπως παρατηρούσε το 1904 ο Τσιτσέλης[63].

Ε. Η Πρωτομαγιά (εν Αθήναις 1864) είναι ένα ερωτικό, ηθοπλαστικό σύνθεμα από 28 τετράστιχες στροφές, παρόμοιο του οποίου δεν γνωρίζω να έχει γράψει ή τυπώσει, γι’ αυτό και επιλέγω να το παρουσιάσω ξεχωριστά. Ένας νεαρός παρακαλεί μια κοπέλα να συνεορτάσουν την Πρωτομαγιά στον ειδυλλιακό και ερωτικό συνάμα χώρο του Κηφισού. Η ηθική και πιστή στις εντολές της μητέρας της νέα αρνείται την πρόσκληση, ο δε νεαρός εκτιμά τη στάση της και τα επιχειρήματά της και αποφαίνεται με την πρώτη επόμενη στροφή. Η β΄ είναι η ανταπάντηση της κοπέλας:

Γι’  αυτά διπλά θα σ’ αγαπώ, χρυσό μου περιστέρι!
Λοιπόν πηγαίνω, κ’ έχε ’γεια,
Δεν πάω ’ς την Πρωτομαγιά,
Μα δόσε μου το χέρι.

- Όχι!... Πήγαινε μάτια μου, ’ς το Μάη, ’ς την ευχή μου,
Και πέρασ’ αύρι’ από ’δω,
Με ρόδα κι’ άνθη να σ’ ιδώ
Για να χαρ’ η ψυχή μου[64].

Μένω λίγο περισσότερο στουςΤάφους της Αργολίδος, επειδή το 1863, δυο χρόνια πριν καθιερωθεί ο Ύμνος  του Σολωμού επισήμως ως Εθνικός[65], ο Σ.Μ. υπέβαλλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό[66] του ίδιου έτους (και εξέδωσε αυτοτελώς αργότερα) το πολύστιχο αυτό ποιητικό του πόνημα.
Στην Αφιέρωσι του εν λόγω πονήματός του το χαρακτηρίζει «καρπόν φυσικόν της ακαλλιεργήτου μούσης» του, εκθέτει τις πρώτες επιτυχίες της «ιεράς και μεγάλης εθνικής αποστολής» τής Εθνοφυλακής, που συνεστήθη μετά το 1862 (συνοψίζεται στο τρίπτυχο «τάξις, ασφάλεια, ομόνοια») και το αφιερώνει σ’ αυτήν[67], θρηνεί για την εμφύλια διαμάχη του Ιουνίου του 1863 (τα «Ιουνιακά», με τους 200 νεκρούς στρατιώτες και πολίτες[68]), χαίρει όμως για την επικείμενη προσάρτηση των Επτανήσων στην μητέρα - πατρίδα («όσον ούπω δε θέλει κυματίσει το ιερόν λάβαρον του φοίνικος των 1821 επί της Ακροπόλεως του Αλκινόου…») και αναμένει να ακούσει τις τυραννοφόνες φωνές των «Ζερβών, Μομφερράτων, Καπελέτων και άλλων ν΄ αντιχήσωσι βροντώδεις από του βήματος της εν Αθήναις Πανελληνίου Εθνοσυνελεύσεως…»[69].
Στο συγκεκριμένο ύμνο περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τα δραματικά γεγονότα της Επαναστάσεως του Ναυπλίου κατά του Όθωνος (αρχή της η 1η Φεβρουαρίου 1862) και της τελικής καταστολής της από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Ο ποιητής του καλεί τους νέους, τους γεροντότερους και τις μητέρες να συνθρηνήσουν για τους νεκρούς της Αργολίδας στις μάχες περί την Αρεία και την Πρόνοια, που έπεσαν για τη λευτεριά, ενάντια στην τυραννική, όπως την αποκαλεί, οθωνική εξουσία. Περιγράφει ομηρικές μάχες μεταξύ των αντιμαχομένων μερών, ανδραγαθίες επώνυμων επαναστατών αξιωματικών και στρατιωτών (Μίχος, Ζυμβρακάκης, Μάνος, Τριτάκης, Κορωναίος, Δυοβουνιώτης, Πραΐδης, Σμολένσκυ, κ.ά.), παρουσιάζει την Πατρίδα να θρηνεί μαζί με άλλα στοιχεία της φύσης τον θάνατο των γενναίων αντιστασιακών, οραματίζεται το μέλλον της Νέας Γενιάς ελεύθερο και ελπιδοφόρο «ζωγραφίζοντας» εικόνες απ΄ αυτό (είναι το μόνο σημείο του που επαινεί ο κρίνων το πόνημα Βερναρδάκης)[70], βάζει τη Δόξα και την Αρετή να στεφανώνουν τους τάφους των πεσόντων, υμνεί την Ελευθερία, την οποία αναγνωρίζει

…….. ανδρειωμένη
από την αρματοσιά,
κι΄ από την αιματωμένη
κόκκινή σου φορεσιά
***
Σε γνωρίζ’ από το αίμα
που ΄ς τα ρούχα πλημμυρεί,
κι΄ από το ταχύ σου βλέμμα
που γοργά παρατηρεί [71],

συνδιαλέγεται μαζί της, χαιρετίζει την κατίσχυσή της (ή τις επαναστάσεις γι’ αυτήν) στην Αμερική, στην Πολωνία  και σ’ άλλες χώρες

΄Σαν του ήλιου η ματιά σου
είναι, κόρη, καυστική,
κι’ απ’ εδώ η δεξιά σου
φτάνει στην Αμερική
***
Κι’ αναγγέλει σωτηρίαν,
Ο δε Λίγκολν καταργεί
μ’ έναν κτύπον την δουλείαν
κι’ ωσάν Γίγας ενεργεί [72],

και κλείνει με την παραίνεσή της προς τον ποιητή να την ψάλει διαρκώς εν όσω ζει:

Και συ ψάλλ’ εν όσω ζήσεις,
Και τη λύρα σου ποτέ,
Όσω ζης μην αμελήσης,
Πάντα ψάλλε με θνητέ!
***
Είπε, και την Θεά είδα
Να πετάξη με φτερά
Έξαφνα, και την Πατρίδα
Να κυττάζη λυπηρά!
***
Έφυγε! ….[73].

Ο ύμνος του είναι ένα μακροσκελέστατο στιχούργημα (226 στροφών), πλήρες πατριωτικού αισθήματος, μέχρις ακροτήτων. Η θεά του, ονόματι «Επανάστασις», τον έχει φαίνεται τυφλώσει, παραβιάζουν το «έρκος των οδόντων» του φωνές μίσους και εκδικήσεως. Διότι δεν ερμηνεύεται αλλιώς το πλήθος των δακρύων που χύνει ο ποιητής επί των πτωμάτων των αγωνιστών της, ενώ για τους δυστυχείς αδελφούς τους που πέθαναν υπακούοντες (αναγκαστικά ή μη) στη φωνή της πειθαρχίας, ως μέλη του εθνικού στρατού, δεν έχει ούτε ένα ποιητικό δάκρυ. Το ίδιο πνεύμα κυριαρχεί και στην Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας Ελεγεία (129 στίχων), που αναφέρεται στον ηρωικό θάνατο των επαναστατών κατά της οθωνικής εξουσίας και ειδικότερα των ηγετών τους Πέτρου Λεωτσάκου, Περικλή Μωραϊτίνη και Αγαμέμνονα Σκαρβέλη, στην Κύθνο, τον Μάρτιο του 1862, κατά τις επαναστατικές συγκρούσεις εκείνων των ημερών[74]. Η Πατρίς καταράται τους φονείς των αγωνιστών (μεταξύ πολλών άλλων) και με τις εξής κατάρες:

Επικατάρατοι φονείς
Η γη να μη σας λύση!
Ποτέ πνευματικός κανείς
Να μη σας λύση της ποινής!
Να μην ιδήτε κρίσι!
***
Και εις αιώνας εκατό
Θα ζη το έγκλημά σας
Εχύσατ’ αίμ’ αγαπητό
Και σαν του Κάιν μισητό
Να μείνη τ’ όνομά σας!

Αλλά ως αγαθή μητέρα, εύχεται να επέλθει λύσις των καταρών της, αν υπάρξει εκ μέρους τους ειλικρινής μεταμέλεια:

Αντί κατάρας την ευχή
Αν μεταμεληθούνε
Ας λάβουνε από ψυχή!
Στη ψυχική μου ταραχή
Ό,τ’ είπα να σβυστούνε![75].

Ο Δημήτριος Βερναρδάκης, όψιμος κλασικιστής, με τη φλόγα των Προλεγομένων του έργου του Μαρία Δοξαπατρή (1858) ακόμη ζωντανή, κριτής στον συγκεκριμένο ποιητικό διαγωνισμό (πρβλ. την έκθεση-μανιφέστο για τον εν λόγω διαγωνισμό), σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι «το ποίημα τούτο εποιήθη κατά ζήλον του Ύμνου της Ελευθερίας του Σολωμού, ον ενθυμίζουσι πλην της εσωτερικής αναπτύξεως και της πορείας των εννοιών και εξωτερικώς ακόμη πολλαί στροφαί, οίον στρ. 127, 130, 137, 138, 139, 142, 173, 189 κ.λπ.»[76].
Ο Σ.Μ., με μικρές παρεκκλίσεις, μιμήθηκε όντως τη στιχουργία και την τεχνική του Σολωμού. Ο ίδιος κριτής τού βρίσκει κάποιο ταλέντο («φαίνεται όμως πεπροικισμένος εκ φύσεως με δόσιν τινά ποιητικού πνεύματος, και πολλαχού η ποίησίς του εμψυχούται και λαμβάνει γοργήν τινα κίνησιν…»), διαφωνεί όμως ριζικά με τη γλώσσα του, αφού στον ύμνο του «αναφαίνονται όλαι της γλώσσης αι ανωμαλίαι, όσαι υπάρχουσι και εν τω πρωτοτύπω, αλλά εις πολύ πλειότερον και χειρότερον βαθμόν»[77]. Αξιοσημείωτη, για άλλους λόγους, είναι η αμέσως επόμενη επισήμανσή του: «Οι Κριταί ουδαμώς είναι διώκται της δημοτικής εν τη ποιήσει γλώσσης, εξ εναντίας και στέργουσι και αποδέχονται αυτήν μετά χαράς, αλλά την δημοτικήν γλώσσαν αυτήν, καθαράν και άμικτον, και γνησίαν, της οποίας ίσως μόνον ο μακαρίτης Ζαλοκώστας κατώρθωσε μέχρι τούδε ν’  ανακαλύψη το μυστήριον, όχι το κράμα εκείνο το κακόζηλον και ανούσιον της κοινής αιολοδωρικής διαλέκτου και της αρχαίας αττικής. Έτι δε μάλλον στέργουσι και αποδέχονται την γλώσσαν ταύτην, όταν επενδύη νοήματα ανάλογα και ομογενή προς την μορφήν ταύτην, όπως και τούτο επέτυχεν ικανώς ο Ζαλοκώστας…»[78]. Η γλώσσα, άλλη μια φορά καθορίζει την ποιητική κριτική, τής (ούτως ή άλλως) «φτωχής» λαϊκής ποίησης του Σ.Μ. εν προκειμένω.

Αντί ενός «επιλόγου συμπερασμάτων»: ο ορθόδοξος χριστιανός, ο «αντιδυτικός»

Προαναφέρθηκε ότι στη σκέψη του ποιητή συνυπάρχουν τα διαφωτιστικά μηνύματα, η «ένθεη μανία» του ρομαντισμού πνεύματος και η θρησκευτική πίστη. Γλώσσα και θρησκεία θεωρούνται στους ριζοσπάστες αποδεικτικά στοιχεία της εθνικής ενότητας, της επτανησιακής ταυτότητας, θεωρούνται συντελεστές της εθνικής ενσωμάτωσης. Η συμβολή του επτανησιακού κλήρου στον αγώνα ήταν τεράστια, η συμμετοχή του στις τάξεις των ριζοσπαστών αναμφισβήτητη. Ένα τέτοιο αμάγαλμα ιδεολογιών, το οποίο συνθέτουν ριζοσπάστες και απόγονοι των Κολλυβάδων (όπως ο Κοσμάς Φλαμιάτος, ο εμπνευστής του κινήματος του Παπουλάκου αργότερα), είναι όντως ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, όχι πάντως άγνωστο στα ελληνικά πράγματα: ο νεότερος λαϊκός μας πολιτισμός έχει κύριο χαρακτηριστικό του τη γόνιμη σύγκραση θεμελιωδών παραμέτρων, ιδεών και προσώπων άκρως αντιθέτων μεταξύ τους. Αυτή είναι η ανυπέρβλητη γοητεία του.
Το γεγονός ότι επί επτά αιώνες περίπου οι επτανήσιοι Έλληνες ανταγωνίζονται την προσπάθεια των Δυτικών κατακτητών να τους επιβάλουν τον καθολικισμό, συνέδεσε ισχυρότερα το απελευθερωτικό κίνημα και τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό με την Ορθοδοξία. Άρα, η διαπάλη των δύο μεγάλων θρησκευτικών κοινοτήτων των Επτανήσων είναι παρούσα και στο έργο του Σ.Μ., και πώς να μην ήταν. Ο παπισμός και ο προτεσταντισμός[79] παραμένουν «δαιμονοποιημένοι» στη λαϊκή συνείδηση, οι ιστορικές συνθήκες των μέσων του 19ου αι., η ιστορική μνήμη, τα αντίστοιχα στερεότυπα και οι διαμορφωμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις τους ως Άλλων ευνοούσαν τέτοιες αντιλήψεις[80]:

Σαν τον δράκοντα συρίζει
Κατ’ αυτού ο Παπισμός
Κ’ εναντίον του μουγκρίζει
Κλήρος και απολυτισμός[81].

Ο Θεός είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας κατά τον Σ.Μ., είναι ο «λόγος» (με την αρχαιοελληνική του σημασία) που την κατευθύνει μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι[82]. Καμιά επαναστατική κίνηση δεν θα ευοδωθεί, κανένα εθνικό όραμα δεν θα πραγματωθεί χωρίς την αρωγή της θείας δυνάμεως. Ο ελληνικός Διαφωτισμός είναι ρομαντικός, επαναστατικός, ανατρεπτικός, αλλά και χριστιανικός. Αν στην Ελλάδα των μέσων του 19ου αι. κ.ε. ο Διαφωτισμός εκπνέει, οι ιστορικές συνθήκες (παρελθόντος και παρόντος) στα Επτάνησα τον ενισχύουν, και μ’ αυτόν θα συνδεθεί και πάλι ο Ελληνισμός στην ύστερη φάση του (1870 κ.ε.) μέσω επτανησίων διανοητών και δημιουργών (Π. Πανάς, Ρ. Χοϊδάς, Μ. Αντύπας, κά.). Ιδού πώς αντιμετωπίζει ο Σ.Μ. την εκλογή του πνευματικού καθοδηγητή του νησιού του, το 1842[83], του Κωνσταντίνου Ιακωβάτου (1795-1868)[84]. Ο ολιγογράμματος ποιητής δίνει με το δικό του τρόπο αυτές τις ιδέες και τα εθνικά αισθήματα, όταν, νεαρός ακόμη, ζει έντονα, ανακατεμένος μέσα στο πλήθος, την «επαναστατική» για κείνον στιγμή της εκλογής του θρησκευτικού του ηγέτη:

Ενώ εις σκέψεις, έκστασιν και θάμβος ευρισκόμην,
Εκ της διαδηλώσεως της λαϊκής εκείνης,
Από χαράν ενδόμυχον κρυφίαν ετερπόμην,
Παλμούς καρδίας αισθανθείς και ψυχικής γαλήνης
(…)
Αλλ’  η πατρίς απέκτησε πνευματικόν πατέρα,
Και νικηφόρος ηρωίς ειν’  η Κεφαλληνία! [85].

Γλώσσα και θρησκεία είναι για τον Σ.Μ. οι πυλώνες του Ελληνισμού, άρα οι στόχοι κάθε εχθρού του. Η κοσμοκράτειρα Αγγλία (για την οποία η κρίση του είναι καταπέλτης),

Κάμινος κακουργημάτων γέγονας κι’ ανθρωποπώλις
Και αιμάτων εμπορεία, η εξώλης και προώλης!
Και λωποδυτών εστία και αρχιληστών η πόλις.
Μάστιξ ει της οικουμένης και χειρίστη της πανώλης[86]

αντί της ελευθερίας, προτιμά να προσφέρει στη μαρτυρική πατρίδα του,

Προγραφάς και εκτοπίσεις
Πρόστιμα, ποινάς βαρβάρους και αδίκους φυλακίσεις,
Αυθαιρέτους εξορίας,
Και καταδρομήν της γλώσσης και αμώμου μας θρησκείας[87].


[1] Βλ. εδώ, παρακάτω, στην ενότητα «Ο ορθόδοξος χριστιανός, ο ‘‘αντιδυτικός’’».
[2] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ή Ιστορικόν επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινων προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας, Εν Αθήναις 1895, 69.
[3] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 174.
[4] Οι τάφοι της Αργολίδος, ή Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Του Εξορίστου του Ναυπλίου άσμα πρώτον. Υπό Κεφαλλήνος λεπτουργού, Εν Αθήναις 1863, ιγ΄-ιδ΄.
[5] Πληρέστερο βιο-εργογραφικό του βλ. στον Ηλία Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά σύμμεικτα. Συμβολαί εις την ιστορίαν και λαογραφίαν της νήσου Κεφαλληνίας, τ. Α΄. Εν Αθήναις 1904, 374-377.
[6] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, Σύγχρονες Εκδόσεις Κορυφή Α.Ε., Αθήνα 1996, 127.
[7] Στη σελ. 5.
[8] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 317 κ.ε.
[9] Βλ. εδώ παρακάτω αναλυτικότερα.
[10] Βλ. αναλυτικά στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 173-179.
[11] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 82.
[12] Βλ. για το θέμα Ιω. Δημάκης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Θεμέλιο, Αθήνα 1991.
[13] Βλ. περισσότερα στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 47 κ.ε.
[14] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 127. – Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, «Γ. Μαυρογιάννης – Σπ. Μαλάκης – Π. Πανάς: χαρακτηριστικές επιρροές στο ποιητικό τους έργο», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986, τ. 4, Αργοστόλι 1991, 288.
[15] Κριτική του βλ. στον Ηλ. Τσιτσέλη, ό.π., 377.
[16] Στο εξώφυλλό του αναφέρεται ότι τυπώθηκε «δαπάνη των εν Αθήναις παρεπιδημούντων εργατικών Καφαλλήνων και της Αθηναϊκής Νεολαίας, όπως διανεμηθή δωρεάν».
[17] Μεταξύ τους και το «αγλάισμα τούτο της Κεφαλληνιακής ποιήσεως» (σελ. 19-20), ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης, για τον οποίο βλ. και σε άλλο σημείο αυτής της εργασίας.
[18] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός…., στην υποσημ. της σελ. 8.
[19] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός….,  16.
[20] Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880,  Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων, Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 14, Αθήνα 1998², 112 κ.ε.
[21] Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, 112.
[22] Βλ. σχόλια και αντιδράσεις γι’ αυτήν στους Γ. Αποστολάκη, Τα δημοτικά τραγούδια. Μέρος Α΄: Οι συλλογές. Αθήνα 1929, 320-322. - Μ. Μερακλής, «Για την ελληνική λαογραφία», στο βιβλίο του Θέματα Λαογραφίας, Καστανιώτης, Αθήνα 1999, 11 κ.ε. - Π. Μουλλάς, Ο λόγος της απουσίας. Δοκίμιο για την επιστολογραφία με σαράντα ανέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (1908-1910), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, 399-400. – κ.ά.
[23] Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια…, ό.π., 115-116.
[24] Κ.Θ. Δημαράς, Ελληνικός ρωμαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1994, 187.
[25] Σπ. Ζαμπέλιος, Πόθεν η κοινή λέξη τραγουδώ; Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως, Εν Αθήναις 1859, 10, 21.
[26] Η βιβλιογραφία για τον ριζοσπαστισμό στα Επτάνησα (1848-1864) είναι τεράστια. Βλ. ενδεικτικά την τελευταία χρονικά έκδοση του Γ. Αλισανδράτου, Κείμενα για τον επτανησιακό ριζοσπαστισμό, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2008.
[27] Για τον αντίχτυπό του στην Ελλάδα βλ. ενδεικτικά Ελένη Μπελιά, «Η ιδεολογία της επτανησιακής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ. 2, Αργοστόλι 1989, 271, υποσημ. 23.
[28] Αντ. Λιάκος, Η ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, 1859-1862, Αθήνα 1985.
[29] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός….,  12.
[30] Βλ. γι’ αυτούς πρόχειρα Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, ό.π., όπου και άλλη σχετική βιβλιογραφία στις παραπομπές της συγγραφέως.
[31] Βλ. το αφιέρωμα του περιοδ. Επτανησιακά Φύλλα, τχ. 5 (1964) στον τύπο της εποχής που μας ενδιαφέρει εδώ.
[32] Από την πληθώρα της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. ενδεικτικά Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, Αθήνα 1980.
[33] Σπ. Λουκάτος, «Εκθέσεις Ελλήνων προξένων στα Επτάνησα κατά την περίοδο της Θ΄ Ιονίου Βουλής (1850-1851)», Κεφαλληνιακά Χρονικά 2 (1977), 41.
[34] Βλ., ειδικότερα, Ν. Τζουγανάτος, «Η επανάσταση της Σκάλας (16.8.1849) και ο παπα-Ληστής», Κεφαλληνιακά Χρονικά 1 (1976), 64-94. Την ηρωική του δράση περιγράφει και ο Σ.Μ. στο Αι ημέραι του στρατοδικείου, σελ. 7, 10 κ.α.
[35] Η πρώτη στροφή του ποιήματος, όπως πρωτοδημοσιεύτηκε το 1851 στην εφημ. Αναγέννησι, φ. 52 (7.9.1851), 4. Βλ. και Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 301. Ολόκληρο το ποίημα στις σελ. 301-305. Αναλόγου περιεχομένου στιχουργήματα εστάλησαν κι  άλλα πολλά στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Βλ., π.χ., στο φ. 12 (19.81850), 4, ένα του Ι. Σταματέλου, ή στην εφημ. Αναγέννησι.
[36] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 87-91. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Παράρτημα 53 της εφημ. Χωρικός, στις 16.1.1852.
[37] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 94.
[38] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός…., 7.
[39] Στο Αι ημέραι του στρατοδικείου, 11.
[40] Οι στίχοι είναι επηρεασμένοι από τον «Υπουργηματικό του Ιω. Καποδίστρια» του Αλ. Σούτσου.
[41] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 176.
[42] Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας ελεγεία, 31.
[43] Η εφημερίδα Ήλιος του Π. Σούτσου τον υποδέχεται ως «ποητήν δωρήματι του Θεού» το 1859 στην Αθήνα. Βλ. Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, «Γ. Μαυρογιάννης – Σπ. Μαλάκης – Π. Πανάς…», ό.π., 288.
[44] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 364.
[45] Βλ. ενδεικτικά Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Κατάρτι, 1996².
[46] Νάσος Βαγενάς, Η ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία, Στιγμή, Αθήνα 1994, 196-197.
[47] Πρβλ. Β. Πούχνερ, Η γλωσσική σάτιρα στην ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα. Γλωσσοκεντρικές στρατηγικές του γέλιου από τα «Κορακίστικα» ως τον Καραγκιόζη, Πατάκης, Αθήνα 2001, 128.
[48] Ανδρέας Ιδρωμένος, Ο υπέρ της εθνικής αποκαταστάσεως αγών των Επτανησίων, 1815-1864, Εν Κερκύρα 1889, 15. Πρβλ. Κ. Σολδάτος, «Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον», Κερκυραϊκά Χρονικά 13 (1967), 84-104. - Γ. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, Αφοι Τολίδη, Αθήνα 1991, 559 κ.ε.
[49] Κ. Σολδάτος, «Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον», ό.π., 103, 104.
[50] Βλ. ενδεικτικά τις απόψεις τους για το γλωσσικό ύφος που πρέπει να μετέρχονται στο φ. 53 (7.9.1851), 1-3, της εφημερίδας τους Ο Φιλελεύθερος.
[51] Βλ. ενδεικτικά Σπ. Θεοτόκης, «Περί της εκπαιδεύσεως εν Επτανήσω (1453-1864). Ιστορική μελέτη», Κερκυραϊκά Χρονικά 5 (1956), 5-142. Γ. Λεοντσίνης, Ζητήματα…, ό.π., 263 κ.ε., 326 κ.ε., 520 κ.ε., 559 κ.ε.
[52] Για την έννοια βλ. αναλυτικά Pierre Bourdieu, Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, Πατάκης, Αθήνα 2003 (4η έκδοση), 363 κ.ε.
[53] Σελ. 12, της Ελεγείας.
[54] Επτά στροφών, και παρατίθεται μετά το τέλος της Ελεγείας.
[55] Σελ. 13, της Ελεγείας.
[56] Εν Αθήναις, τύποις Ν. Γ. Πάσσαρη και Α. Γ. Καναριώτου, 1863.
[57] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 179.
[58] Η ρωσοφοβία ενοχοποιούσε την Ελλάδα ως ρωσίζουσα, εξ αιτίας του ομοδόξου θρησκεύματος.
[59] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 451-453.
[60] Εφημ. Αναγέννησις, 2. 6. 1859.
[61] Στη σελ. 10 του ποιήματος.
[62] Εις τον θάνατον του Αλεξάνδρου Σούτσου Ελεγείον, 11.
[63] Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., 376.
[64] Πρωτομαγιά, σελ. 6.
[65] Για τις περιπέτειες του Εθνικού Ύμνου περί τα τέλη του 19ου αι. βλ. Μ. Σέργης, «‘‘Ύμνος εκφράζων τα ύψιστα αισθήματα και τας ενθερμοτέρας του Έθνους ευχάς πρέπει και γλώσσης της ευγενεστέρας και υψηλοτέρας να ποιήται χρήσιν’’. ‘‘Περιπέτειες’’ του Εθνικού Ύμνου τον 19ο αιώνα», στον τόμο Στέφανος. Τιμητική προσφορά στον Βάλτερ Πούχνερ, Ergo, Αθήνα 2007, 1089-1106.
[66] Για τους ποιητικούς διαγωνισμούς των ημερών εκείνων βλ. τη δ.δ. του Π. Μουλλά, Les concours poétiques de luniversité d’  Athènes, 1851-1877. Archives Historiques de la Jeunesse Grecque, Secrétariat Général À la Jeunesse, Athènes 1989. – Του ίδιου, «Ποίηση και ιδεολογία. Οι αθηναϊκοί πανεπιστημιακοί διαγωνισμοί (1851-1877)» και «Πανεπιστήμιο Αθηνών: Ποιητικοί διαγωνισμοί και ιδεολογία (1851-1877)», στο βιβλίο του Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Σοκόλης 1993, σελ. 279-290 και 291-330 αντιστοίχως.
[67] Με σεβασμόν «Εις την αγνήν κόρην της Οκτωβριανής Επαναστάσεως την Εθνοφυλακήν, δια τας χρηστάς της πατρίδος ελπίδας…».
[68] Βλ. γι΄ αυτήν την ταραγμένη περίοδο ενδεικτικά στην Ι.Ε.Ε., της Εκδοτικής Αθηνών, τ. 13, 228 κ.ε.
[69] Οι τάφοι της Αργολίδος, ε΄- ιβ΄.
[70] Πανδώρα, ό.π., 109. Παραθέτει μάλιστα τις σχετικές υπ’ αριθμ. 101-114 στροφές.
[71] Σελ. 40.
[72] Σελ. 50.
[73] Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος, σελ. 52-53.
[74] Για τα γεγονότα του Μαρτίου του 1862 βλ. ενδεικτικά στην Ι.Ε.Ε., τ. 13, 194.
[75] Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας Ελεγεία, 37, 40.
[76] Πανδώρα, τ. 14, φυλλάδιον 317 (1. 6. 1863), 109.
[77] Πανδώρα, ό.π., 110.
[78] Πανδώρα, ό.π., 110.
[79] Γ. Μεταλληνός, «Η αγγλική προστασία και οι ‘‘Greek Protestants’’ της Ζακύνθου. (Ένα επεισόδιο του Ριζοσπαστικού Αγώνα)», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ. 2, Αργοστόλι 1989, 189-218.
[80] Συγκεντρωτική βιβλιογραφία επί του θέματος βλ. στο Ν. Καρπούζης, «Ορθόδοξοι και Καθολικοί στη σύγχρονη κοινωνία του Αργοστολίου Κεφαλληνίας», στον τόμο Μ. Βαρβούνης – Π. Τζουμέρκας (επιμ.), Αλεξανδρινός αμητός. Αφιέρωμα στη μνήμη του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Πατριαρχική Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 2008, 193 κ.ε.
[81] Στο Οι τάφοι της Αργολίδος…, 48. Βασίζεται σε αντίστοιχη στροφή από τον Περιπλανώμενο του Σούτσου. Πρβλ. Γιάννη Λέφα, ό.π., 178.
[82] Πρβλ. αυτήν την διαχρονική θεώρηση στο Μ. Σέργης, Εκκλησιαστικός λόγος και λαϊκός πολιτισμός τον 16ο αιώνα. Η περίπτωση του Παχωμίου Ρουσάνου, Εκδοτικός Οίκος Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008, 39 κ.ε., 53 κ.ε.
[83] Βλ. ενδεικτικά Σπ. Λουκάτος, «Οι αγώνες και αι θυσίαι τού υπό αγγλικήν δεσποτείαν επτανησίου κλήρου…», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος 17 (1963-64), 282 κ.ε.
[84] Δίδαξε στο Φλαγγινιανό Γυμνάσιο της Βενετίας, χρημάτισε πρύτανης της Ιονίου Ακαδημίας, παύτηκε και εξορίστηκε από τους Άγγλους ως ύποπτος για τη συμμετοχή του στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία. Η ανακήρυξή του σε μητροπολίτη Κεφαλληνίας ακυρώθηκε από την αγγλική εξουσία το 1842. Στη συνέχεια διατέλεσε επί 20ετία σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Παρενθετικά να υπενθυμίσω ότι όλοι οι αδελφοί Τυπάλδοι-Ιακωβάτοι (ειδικά οι τρεις νεότεροι) υπήρξαν πολιτικοί του ριζοσπαστικού κόμματος. Γεννημένοι στο κλίμα της Ιονίου Πολιτείας που προανέφερα, στους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες των ριζοσπαστών, κατανοούσαν τη σημασία που είχε για τον ελληνισμό η ενιαία εκκλησιαστική έκφραση, γι’ αυτό και αργότερα υποστήριξαν την υπαγωγή των Επτανήσων και της Ελλάδας στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
[85] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 69.
[86]  Από το Αι ημέραι του Στρατοδικείου…. Πρβλ. Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 524. Ολόκληρο το ποίημα στις σελ. 501-524.
[87] Αι ημέραι του στρατοδικείου, σελ. 2.
Related Posts with Thumbnails