© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ρίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Γιάννη Ρίτσου: Αρχαίο θέατρο

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το «αρχαίο θέατρο» λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς  και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη Ελλάδα. Η περίοδος 1956-1966 για τον Γιάννη Ρίτσο είναι κυρίως  η εποχή της Τέταρτης διάστασης. Ο  ποιητής σαν ηθοποιός βυθίζεται στο χρόνο και ασκεί κριτική σε όλους, σε όλα και στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι,  επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα και σε μια απόπειρα να φέρει το παρελθόν στο παρόν και να  καταργήσει τον ενδιάμεσο χρόνο, αναπαριστά την ιστορική συνέχεια..

 Ένα νέος που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρχαίο θέατρο, είναι ένα θέμα προσφιλές σε ποιητές και σε άλλων τεχνών καλλιτέχνες. Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι μια ρομαντική  σκηνή, που όμως λαμβάνει χώρα μεσημέρι (όχι νύχτα με φεγγάρι), με τον ήλιο, σαν φυσικό προβολέα  και καθρέφτη αιωνιότητας, μέσα στο θέατρο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ρίτσος δούλεψε ως ηθοποιός και ότι έγραψε ποιητικά κείμενα κατάλληλα να παρασταθούν θεατρικά. Το σκηνικό του «έργου» του λοιπόν είναι έτοιμο· του το παρέχει το αρχαίο θέατρο. Ο ηθοποιός είναι κι αυτός εκεί· ο «νέος Έλληνας», που είναι «ωραίος, όπως «εκείνοι», οι αρχαίοι, έτσι όπως μας τους έχει παραδώσει η αρχαία γλυπτική. Δεν διαφεύγει από το μάτι του ποιητή η ομορφιά, ιδεώδες του αρχαίου Έλληνα και έργο τέχνης του γλύπτη. Ο Ρίτσος μοιάζει να προεκτείνει τη ματιά του γλύπτη στη σύγχρονη εποχή σαν να επιδιώκει να δει στους σύγχρονους άντρες να ζωντανεύουν τα αγάλματα.
          Όλα είναι έτοιμα για την παράσταση και για το θαύμα.  Ο τόπος και ο χρόνος. Ο αφηγητής ποιητής,  ο θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του και η υπόθεση του έργου που είναι η «κραυγή» και η ηχώ της. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο γραμμένο με μια ιερατικότητα για να «μεταφέρει» τον αναγνώστη στην κατάλληλη περίσταση και να ακούσει κι εκείνος την «κραυγή».

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει στην επιμελημένη στίξη του ποιήματος την διακριτική καθοδήγηση του ποιητή στην απαγγελία. Ο ηθοποιός ελέγχει κατάλληλα τις αναπνοές του και ο Ρίτσος αυτό το ξέρει καλά.  Και αυτή η ελεγχόμενη ανάσα είναι που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον προετοιμαζόμενο «θαύμα». Πρέπει και αυτός να ακούσει την «κραυγή».
          Στην καρδιά του ποιήματος, μια παρένθεση δίνει οδηγίες, όπως ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό. Πρέπει να ακουστεί η «κραυγή» όχι αυτή που έβγαλε ο νέος αλλά εκείνη που έβγαλαν οι αιώνες, εκείνη που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής τη  ονομάζει «ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου» Κι εδώ, με μεγάλη μαεστρία ο ποιητής μας μεταφέρει το άκουσμα εξελισσόμενο από στίχο σε στίχο –κραυγή, ηχώ, ιαχή- σαν να επιδιώκει με αυτή την λεκτική μετατόπιση, από τη μια λέξη στην επόμενη, να δείξει το θρίαμβο του διθυράμβου. Και έχει σημασία αυτή η παρατήρηση γιατί η κραυγή ήρθε από τα βουνά·  είναι «ιαχή του διθυράμβου» που διέσχισε τους αιώνες,  για να «ανταποκριθεί» στο κάλεσμα και να δώσει το «παρών» στην νέα Ελλάδα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι δυο Ελλάδες, καταργώντας την απόσταση, γίνονται μία και συνεχής.
          Μπορεί να καταδίκασε με το χρησμό της η Πυθία τον αρχαίο κόσμο- «ουκέτι Φοίβος  έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην απέσβετο και λάλον ύδωρ»- και αργότερα και ο Καρυωτάκης πικραμένος παρατηρούσε την απέραντη σιγή των Φαιδριάδων :

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
5Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 Τρεις ποιητές συναντώνται σε παρόμοιο τόπο, ο ένας έρχεται από πολύ μακριά, ο Αισχύλος. Οι άλλοι δύο σχεδόν συνομήλικοι, με διαφορετική αίσθηση  αυτής της ελληνικής συνέχειας. Το ποίημα του Καρυωτάκη έχει τον σκεπτικισμό του. Μοιάζει να συνεχίζει τον απέλπιδα  χρησμό. Ωστόσο, εκείνος ο «αετός», του Δία, βεβαίως, «έσχισε τον αιθέρα», σαν μια διάψευση των λόγων. Σαν ο ποιητής να λέει άλλα και να εύχεται άλλα.
          Το αρχαίο θέατρο είναι ο καλύτερος τόπος για να διερευνηθεί κάτι τέτοιο, αφού εκεί μέσα ακούστηκε η φωνή των ποιητών, παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται. Εκεί μέσα, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία παράσταση. Έχει σημασία ότι τα δρώμενα του ποιήματος συμβαίνουν «κατά το μεσημέρι», όταν δηλαδή ο ήλιος, το σύμβολο της  αιωνιότητας, μεσουρανεί. Και ο χρόνος μεσουρανεί και η Ελλάδα, δεν είναι παρελθόν, αλλά μεσουρανεί επίσης.
          Ατού μεγάλο για να ακουστεί η «κραυγή» του αρχαίου κόσμου είναι η ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ανταποκρίνεται θετικά σε  κάθε πειραματισμό. Η έκπληξη όμως είναι ότι η «κραυγή» έχει απάντηση· έρχεται από τα γύρω βουνά, τα οποία είναι προγενέστερα  του αρχαίου κόσμου. Είναι αυτά που στέλνουν πίσω την αφομοιωμένη στα πέτρινα σπλάχνα τους ηχώ του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για κραυγή των βουνών. Αυτή η φαινομενικά αναίτια «απλή κραυγή» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση και αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο ποιητής. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε, για να μεταφέρει το μήνυμα, εν αγνοία του: «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη.

Γνωρίζοντας πάντα ότι τίποτα σε ένα έργο τέχνης δεν μπαίνει τυχαία, τίποτα και στο  ποίημα δεν είναι τυχαίο. Ο ρόλος της κάθε λέξης  είναι καλά μελετημένος, ζυγισμένος και υπολογισμένος. Η παρένθεση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο.  Ο ποιητής διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για κραυγή θαυμασμού. Το «θαυμασμό δεν τον ένιωσε διόλου». Ο νέος έχει τη συμπεριφορά του «τουρίστα» που βλέπει αλλά δεν νοιώθει. Είναι εξοικειωμένος με τα αρχαία μνημεία, ώστε να μην του κάνουν εντύπωση. Από την άλλη, πάλι, ο λόγος για τον «θαυμασμό» πάντα,  «κι αν τον ένιωθε σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε», πράγμα που παραπέμπει σε έναν ορθολογιστικό έλεγχο του αυθορμητισμού, ή ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος. Ορθολογισμός σημαίνει απομυθοποίηση. Ο νέος κραύγασε έτσι, για να εκφράσει τη νιότη του ή για να δοκιμάσει την ακουστική του χώρου, όπως οι αδιάφοροι τουρίστες. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Οι παράπλευρες πιθανότητες αποκλείονται. Μένει μόνο η ιαχή του διθυράμβου. Αυτήν ο ποιητής θέλει να αφήσει τελευταία. Την ιαχή του διθυράμβου, του θρησκευτικού τραγουδιού και του χορού του θεού του θεάτρου και της ποίησης,  του Διόνυσου- με κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη ίσως ότι επικοινωνεί με τους προγόνους του και  γίνεται συνέχεια της δικής τους ουσίας. 


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Γιάννη Ρίτσου: [ΔΕΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

Προσέγγιση

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες,
για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ’ το παράθυρο,
όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.


Ο ωραίος δραπέτης

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.


Παραπλανητικό

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας.
Πόσες διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.
Η νύχτα διαστέλλονταν πάνω απ
την πόλη.
Κι εσύ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.


Χώρος απορριμμάτων

Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.


Επιτέλους

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;».
Έτσι πέταξα το ποτήρι απ
το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».


Διείσδυση

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα ΄δες απ’ την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν να περπατάς ξυπόλητος
μη σ’ ακούσουν.


Το αδιάβατο

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν.
Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα μας σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.


Δημόσιο Πάρκο

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι.
Τα γόνατά της λάμπουν ωραία.
Όμως, προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημά σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.


Υαλουργεία

Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,
κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,
τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία
μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,
πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε -είπε-
αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη,
η προδοτική.


Τ’ άσπρα βότσαλα

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο.
Κανένας δε μαντεύει από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν.
Κανένας δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες καταδύσεις τ’ ανέβασες.
Με τι στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων.
Γι’ αυτό λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους
και ποτέ να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Γιάννη Ρίτσου, ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


[Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου, υπό τον τίτλο "Μαρτυρίες", εκδόσεις Κέδρος.
Ευχαριστούμε τη φίλη φιλόλογο Δανάη Ξανθοπούλου, που μάς το υπέδειξε.]

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

الرفيق" يانيس ريتسوس عمره مئة عام" / Γιάννης Ρίτσος: Σύντροφος ηλικίας 100 χρονών

روني بو سابا
Γράφει ο Roni Bou Saba
[από την εφημερίδα Αλ Αχμπάρ (Τα Νέα) του Λιβάνου, εδώ]

Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, και αν δεν μου είχε ζητηθεί στην Πάτρα να μεταφράσω απόσπασμα από τον Επιτάφιο του Ρίτσου, δεν θα είχα ψάξει και μάθει τυχαία ότι έφτασε και επηρέασε τη μοντέρνα αραβική ποίηση. Δεν θα είχα μάθει ότι η ποίηση του μεταφέρθηκε στα αραβικά από ξένες γλώσσες από Άραβες ποιητές! Ίσως, ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές να είχε την τύχη να έχει τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα από τον Άραβα αναγνώστη (ή μήπως η τύχη αυτή να ανήκει στον Καβάφη;).
Αναμφίβολα, η προσωπική επαφή με κάποιους ποιητές, κυρίως, τον Νταρουίς έπαιξε ρόλο σ’ αυτό. Τον βοήθησε να εισχωρήσει στον αραβικό κόσμο ο κομμουνιστικός αγώνας που τον χαρακτήρησε, και ο οποίος του κόστισε τις εξορίες και ό,τι συνακολουθεί από βάσανα και απειλές, μη εξαιρουμένου του κατ’ οίκον περιορισμού. Αυτό τον αγώνα τον μοιράστηκε με μεγάλο μερίδιο της αραβικής νεολαίας, χάρη στη διάδοση της αριστεράς ιδεολογίας στις αραβικές χώρες. Όμως, η προσέγγιση αυτή δεν είχε αίσια συνέχεια καθώς οι Άραβες γενικώς δεν διαβάζουν τη γλώσσα του Ρίτσου, και όποιος την ξέρει, για κάποιο λόγο δεν άφησε μεταφρασμένο μνημείο ποιητικό ή πεζό να το μαρτυρήσει.


Τα υπόλοιπα είναι γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, στοιχεία για τη συγγραφή και τη μετέπειτα εξέλιξη του Επιταφίου.

مئة عام مرّت على ولادة يانّيس ريتسوس. ولو لَم يُطلَب منّي أن أُترجم مقتطَفاً من «مرثيّة»، لما عرفتُ أنّه وصل إلى الشعر العربيّ الحديث وأثّر فيه. ولم أكن لأعلم أنّ شعره نُقِل إلى العربيّة من لغات غير الأصل اليوناني على أيدي شعراء عرب! لعلّه من بين الشعراء اليونانيّين الأوفر حظّاً في الوصول إلى القارئ العربيّ (أم كان الحظّ لكفافيس؟). علاقته الشخصيّة ببعض الشعراء العرب، وخصوصاً محمود درويش، ساعدته على دخول العالم العربيّ. كما أنّ نضاله الشيوعيّ الذي دفع ثمنه النفي والتهديدات، شاركه فيه عدد كبير من الشباب العربيّ، بسبب انتشار الفكر اليساريّ، فسهّلت وحدة الحال في النضال عمليّة التقارب.ريتسوس المولود في أوّل أيّار (مايو) 1909 ارتبط بالطبقة العاملة حاملاً نضالها في شعره حتى وفاته في 11 تشرين الثاني (نوفمبر) من عام 1990. أعماله الأدبيّة كثيرة بين الشعر (60 ديواناً)، والمسرح (4)، وأدب الرحلة (2)، إضافة إلى الترجمات. والمتابعون يعرفون أنّ قصائد كثيرة لُحِّنَت وصارت خبزاً يوميّاً للشعب اليونانيّ الذي لجأ إليها، وخصوصاً أيّام الديكتاتوريّة في الستينيّات. ومن أشهر القصائد الملحّنة «المرثيّة» التي ارتبطت بتظاهرات العمّال وضحايا الحكومات الجائرة. هذه القصيدة ـــــ الديوان كُتبت عام 1936 عندما وقع ريتسوس في 10 أيّار/ مايو على صورة أمّ ترثي ابنها على الصفحة الأولى من الجريدة الرسميّة للحزب الشيوعيّ (ريزوسباستيس). التظاهرة كانت قد بدأت في اليوم السابق واعتُمد لقمعها الشرطة ودبّابات الجيش! هكذا كتب ريتسوس 11 مقطعاً من المرثيّة (أضاف لاحقاً تسعة مقاطع) دفعةً واحدة، وقد أُنهِك بسبب السهر والتأليف. وتُجمع المصادر على أنّه وُجِد صباح 11 أيار وقد بصق دماً (حرفيّاً طبعاً) بسبب التعب. نشرت جريدة «ريزوسباستيس» في عددها الصادر في 12 أيّار/ مايو ثلاثة مقاطع. أمّا ريتسوس فأكمل القصيدة وأصدرها في العام نفسه في كتاب بيع منه عشرة آلاف نسخة! لكن لمّا فرض مِتاكساس الديكتاتوريّة في العامَ نفسه، منعت الرقابة «المرثيّة»، لكنّها كانت قد وصلت متأخّرة، فلم تعثر إلا على 250 نسخة فى إحدى المكتبات فأحرقتها.القصيدة رثاء أمّ لولدها الذي قُتِل وهو يناضل لتحصيل حقوقه، وقد كانت نقطة مفصليّة في مسيرة الشعر اليونانيّ، فقسَمت شعراء الثلاثينيّات إلى كتلتين. وهذا العمل الأدبي جمع الثنائيّ سيفيريس (سفير اليونان في لبنان أوائل الستينيّات) وإيليتيس إلى ريتسوس في ثالوث استثنائي. والأوّلَان حازا لاحقاً «جائزة نوبل»، فيما رُشِّح لها ريتسوس ورحل من دون أن ينالها.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Γιάννη Ρίτσου, [ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ ΜΟΥ ΜΙΣΕΨΕΣ...]


VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.


[Από τη σύνθεση "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ". Βλ. τη συγκεντρωτική έκδοση του Ρίτσου, Ποιήματα (Α' τόμος, 1978, σ. 168]

Κυριακή 2 Μαρτίου 2008

Γιάννη Ρίτσου, Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ


Related Posts with Thumbnails