© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης Καψάσκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης Καψάσκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Η παρουσίαση του βιβλίου του Louis Coutelle για τον Διονύσιο Σολωμό


Η παρουσίαση της σημαντικής και καλοτυπωμένης μελέτης του «Louis Coutelle: Για την ποιητική διαμόρφωση του Διονυσίου Σολωμού (1815-1833)», σε μετάφραση του Σωκράτη Καψάσκη και επιμέλεια του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη, η οποία κυκλοφόρησε από το Μουσείο Μπενάκη, έλαβε χώρα την Τετάρτη 3 Νοεμβρίου, στο αίθριο του ιδρύματος, με ομιλητές τον Αλέξη Πολίτη καθηγητή της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και την Κατερίνα Τικτοπούλου επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Χαιρετισμό απηύθυναν ο Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβοριάς και ο υπεύθυνος της έκδοσης αυτής Δημήτρης Αρβανιτάκης, ενώ παρέστη και ο συγγραφέας Louis Coutelle.

Ακολουθεί ο χαιρετισμός του υπεύθυνου εκδόσεων του Μουσείου Μπενάκη Δημήτρη Αρβανιτάκη, χάρη στον οποίο εκδόθηκε ξανά το σπουδαίο αυτό βιβλίο για τις σολωμικές σπουδές και μελέτες.

Η ομιλία του Δημήτρη Αρβανιτάκη

Σκεφτόμενος χτες και σήμερα ότι θα πρέπει με δύο λόγια να προλογίσω τη σημερινή μας συνάντηση, στο μυαλό μου συνέχεια στριφογύριζε ο πολύ γνωστός σε όλους μας, αλλά καθόλου παλιωμένος, μου φαίνεται, στίχος του Χαίλντερλιν: «Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε δίσεκτους καιρούς;» Ένας στίχος παντοτινά ορφανός, ένας στίχος ανεπίκαιρος, όπως θα έλεγε ο Νίτσε.

Γιατί αυτό; Γιατί μέσα στη δίνη των όσων τραγικών, των όσων κωμικών ή εξοργιστικών μάς τριγυρίζουν, εμείς μαζευόμαστε απόψε εδώ για να μιλήσουμε για έναν ποιητή˙ εκείνον που από χρόνια πολλά έχουμε εγκαταστήσει στο ολισθηρό βάθρο του «εθνικού ποιητή». Καθένας από μας κουβαλάει, και εδώ και αλλού, το βάρος της δικής του συνείδησης και της δικής του ευθύνης. Καθένας από μας, μπορεί, και εδώ και αλλού, να σχολιάζει μονάχος του το δύσχρηστο αυτό ερώτημα. Δίσεκτοι – ξεδίσεκτοι, λοιπόν, οι καιροί, το ερώτημα θα παραμένει. Και τη δική του απάντηση στο ερώτημα αν – και σε τι – και πότε – χρειάζονται οι ποιητές, την έδωσε ο καθένας από μας, μόλις τώρα, αυθόρμητα, μέσα στη σιωπή του δικού του μυαλού˙ και είναι εκείνη που του ταιριάζει.

Είπα ότι μαζευτήκαμε εδώ για να μιλήσουμε για έναν ποιητή. Να το πω καλύτερα τώρα: μαζευτήκαμε εδώ για να καλωσορίσουμε στην ελληνική γλώσσα ένα από τα κορυφαία έργα της σολωμικής – αλλά όχι μόνο – βιβλιογραφίας˙ ένα έργο, με άλλα λόγια, που τιμάει, μέσα στους ορίζοντες που επιτρέπουν η επιστημονική ηθική και δεοντολογία, το έργο του Διονυσίου Σολωμού. Στην ψυχή αυτού του βιβλίου φυσικά δεν θα μπω τώρα εγώ. Έχουμε μαζί μας δύο καθόλα αρμόδιους επιστήμονες, οπωσδήποτε αρμοδιότερους από μένα, οι οποίοι με υποχρεωτική ευχαρίστηση ανταποκρίθηκαν πρόθυμα στην πρόσκλησή μας να αναλάβουν το χρέος αυτό απέναντί σας˙ και τους ευχαριστούμε γι’ αυτό.

Αλλά, πριν τους παραδώσω τον λόγο, θα μου επιτρέψετε μία μονάχα σκέψη, η οποία και θα δικαιολογήσει εκείνο που λίγο πριν είπα: ότι αυτό το τόσο εξειδικευμένο βιβλίο ξεπερνάει τα όρια της ειδικής σολωμικής βιβλιογραφίας. Στα λίγα λόγια που είχα την ευκαιρία να σημειώσω προλογίζοντας την ελληνική έκδοση, θέλησα να πω ότι για τον αναγνώστη του αυτό το βιβλίο μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει και έναν λόγο περί μεθόδου – για να καταφύγω σε έναν κοινό τόπο του μυαλού μας. Εννοώ δηλαδή, και αυτό το γνωρίζουν σίγουρα όσοι είχαν μέχρι σήμερα την ευκαιρία να το διαβάσουν, ότι λειτουργεί και σε ένα άλλο επίπεδο, πέραν του τεκμηριωτικού και του ερμηνευτικού. Πίσω από τις προσεκτικές ιχνηλατήσεις, πίσω από τις σχεδόν πάντα εξαντλητικές αναζητήσεις της έρευνας, πίσω από τις συνδυαστικές, κάποτε εξοντωτικές, διαδρομές του Louis Coutelle, αναδύεται σταθερά και απαρέγκλιτα ένα μάθημα για τη μέθοδο. Και αυτό, με δύο λόγια, είναι: ο λογοτέχνης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται από την έρευνα ως ένα ον εξαρχής μνημειωμένο, ως εκείνο δηλαδή που οι εκ των υστέρων ερμηνείες συχνά βολεύονται να φιλοτεχνούν: ο δημιουργός ακολουθεί τη διαδρομή του -ακόμα καλύτερα, ακολουθεί πολλές διαδρομές, προτού συγκροτήσει την κοίτη του δικού του ποταμού. Κι αυτό ισχύει τόσο για τους μικρούς όσο και για τους μεγάλους δημιουργούς, ανεξαιρέτως˙ ο λογοτέχνης ζει και αυτός μέσα στην εποχή του, μέσα στις δυνατότητες που εκείνη του επιτρέπει (ακόμα και οι ανατροπές και οι υπερβάσεις είναι ιστορικές δυνατότητες)˙ ο λογοτέχνης είναι αναμφισβήτητα παιδί των μαθημάτων που έλαβε, ακόμα κι όταν τα υπερβαίνει, είναι παιδί των δικών του πνευματικών οριζόντων, οι οποίοι έχουν τη μόνιμη εξωφρενική παραξενιά να μην ταυτίζονται ποτέ με εκείνους των κατοπινών μελετητών – και άρα το λογοτεχνικό έργο δεν ζει στο πουθενά: γεννιέται από συντεταγμένες που χρειάζεται να κατανοηθούν.

Ο Σολωμός ο ίδιος σε μία φράση που του αποδίδεται και που δεν κουραζόμαστε πάντα για να καταλάβουμε τι σημαίνει, κάτι μας είπε για το τι αρμόζει στον νου και το τι αρμόζει στην ψυχή, όταν βρίσκονται μπροστά στην πραγματικότητα – και στην πραγματικότητα του έργου τέχνης.

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς σ’ αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι η ώρα. Κρατώ μονάχα αυτό. Ότι ετούτο το ογκώδες βιβλίο, δίχως σε κανένα σημείο να θεωρητικολογεί, μας δίνει ένα μάθημα ιστορίας, ένα μάθημα επιστημονικής μεθόδου. Μάθημα χρήσιμο την εποχή που πρωτοείδε το φως, από τις εκδόσεις «Ερμής», το 1977, αλλά εξίσου σπαρταριστό, ερεθιστικό και χρήσιμο σήμερα. Έχω τη βεβαιότητα ότι, τριάντα τρία χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, καθόλου δεν έχει παλιώσει.

Για πολλά χρόνια αναρωτιόμουν γιατί αυτό το βιβλίο έμενε αμετάφραστο στη γλώσσα μας. Κτήμα οπωσδήποτε των ειδικών, έμενε ωστόσο ερμητικά κλειστό για τον υπόλοιπο ενδιαφερόμενο κόσμο, όποιος και όσος είναι αυτός. Αναρωτιόμουν ακόμα, ως μη ειδικός, αν έκαμε καν τη διαδρομή που του άρμοζε στην ειδική σολωμική βιβλιογραφία, αν γέννησε τα παιδιά που μπορούσε να γεννήσει. Απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν βρήκα και δεν έχω ούτε τώρα και ίσως οι πειστικές απαντήσεις να είναι περισσότερες από μία. Θεωρήσαμε πάντως ως καλύτερη απάντηση το εγχείρημα της έκδοσης και είμαι περισσότερο κι από ικανοποιημένος που το Μουσείο Μπενάκη μπόρεσε να την εντάξει στο εκδοτικό του πρόγραμμα και να την προσφέρει σήμερα σε όλους εμάς, δείχνοντας και με τον τρόπο αυτόν κάτι από εκείνα που αυτό το Ίδρυμα θεωρεί ότι εντάσσονται στην αποστολή του.

Γνωρίζοντας ότι ο Σωκράτης Καψάσκης, ένας συνειδητός και καλός εργάτης των σολωμικών σπουδών, είχε επιχειρήσει χρόνια πριν να μεταφράσει το γαλλικό κείμενο, του προτείναμε την έκδοση αυτή. Ο Καψάσκης, που πια δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, δέχτηκε με φανερή ικανοποίηση, συμβουλεύοντάς μας ωστόσο να γίνει εξαρχής ο κοπιαστικός έλεγχος της μετάφρασης, να διορθωθούν όσες ατέλειες και να συμπληρωθούν όσες ελλείψεις υπήρχαν. Τον έλεγχο της μετάφρασης ανέλαβε η Ανδριάνα Χαχλά, με την αμέριστη βοήθεια του συγγραφέα. Η Αφροδίτη Αθανασοπούλου ανέλαβε τη μετάφραση των πάρα πολλών ιταλικών και λατινικών παραθεμάτων, ενώ με τη γνώση της στα σολωμικά θέματα, βοήθησε με πολλούς τρόπους τη διαδικασία. Ταυτόχρονα, ελέγχθηκε η πιστότητα όλων των ελληνικών και των ξενόγλωσσων κειμένων, συμπληρώθηκε η βιβλιογραφία και έγινε ένα αναλυτικό και νομίζω χρηστικό ευρετήριο. Για την τυπογραφική επιμέλεια βοηθό μας είχαμε τη συμπαράσταση και την εμπειρία του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Θέλω και απόψε να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες σε όλους τους παραπάνω, αλλά και σε όσους άλλους βοήθησαν την προσπάθειά μας, όπως επίσης και στις εκδόσεις «Ερμής», που πρόθυμα μας παραχώρησαν την άδεια της έκδοσης της ελληνικής μετάφρασης.

Ξεχνάω κάποιον; Μα φυσικά τον ίδιο τον συγγραφέα, τον Louis Coutelle, τον οποίον είχα την τύχη να γνωρίσω μέσα από την πολύ κοπιαστική, αλλά ευχάριστη αυτή περιπέτεια. Με χιούμορ, με υπομονή και ειλικρινή διάθεση συνεργασίας συμπαραστάθηκε στην προσπάθειά μας, πότε εξ αποστάσεως και πότε από κοντά, αλλά πάντα με τρόπο υπερθετικό. Θέλω να τον ευχαριστήσω πραγματικά, ελπίζοντας ότι το αποτέλεσμα δεν αδικεί τον δικό του κόπο.

Δεν θα σας κουράσω άλλο.

Να σας ευχαριστήσω πραγματικά που επιλέξατε να είσαστε απόψε μαζί μας, να ευχαριστήσω τον Louis Coutelle, που μας έκαμε την τιμή να ταξιδέψει για να είναι σήμερα εδώ και βεβαίως τους φίλους ομιλητές, στους οποίους και σας παραδίδω.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Νίκου Ι. Χουρδάκη, ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΨΑΣΚΗ

[Συμπληρώθηκε κιόλας ένας χρόνος από την αιώνια «φυγή» του εκλεκτού και βραβευμένου Ζακυνθινού συγγραφέα, ποιητή, πεζογράφου και μεταφραστή ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΨΑΣΚΗ (19.2.1928-28.8.2007).
Τιμώντας τη μνήμη του και την πνευματική του προσφορά, αναδημοσιεύουμε το εξαιρετικό κείμενο (δοκίμιο), που έγραψε γι’ αυτόν ο λογοτέχνης και κριτικός Νίκος Ι. Χουρδάκης και το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στο γνωστό αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 38, Απρίλης 2008, σ. 52-53].


Ο Σωκράτης Καψάσκης υπήρξε πνευματικός άνδρας της μείζονος προσπάθειας και των σπουδαίων έργων. Ανυπέρβλητος μεταφραστής του αριστουργήματος του Τζέημς Τζόυς «Οδυσσέας», αλλά και εξαιρετικός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και ποιητής. Λιγότερο γνωστός είναι ως ποιητής γιατί δεν έλαχε, ενόσω ζούσε, να συμπεριληφθεί στις καθιερωμένες ανθολογίες της γενιάς του, της περίφημης πρώτης μεταπολεμικής. Αλλά και οι συλλογές του δεν έτυχαν κριτικού σχολιασμού, καθώς, για πολλά χρόνια, θεωρήθηκε περισσότερο ως άνθρωπος του κινηματογράφου, παρά των γραμμάτων. Επίσης, ως ποιητής υπήρξε ολιγογράφος, με μεγάλα διαστήματα εκδοτικής απουσίας. Σήμερα, όμως, που διαθέτουμε σ’ επιτομή το έργο του (βλ. Διαδρομή, Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 2003), μπορούμε να πούμε πως ό,τι έγραψε είναι σημαντικό.
Αρχικά στην πρώτη του συλλογή Αισθήσεις, ([Ιδιωτική έκδοση], Αθήνα 1953), διακόνησε τη δραματική αφηγηματική ποίηση, συνομιλώντας άμεσα, τότε, με την ποίηση του στενού φίλου του Τάκη Σινόπουλου (1917-1981), που δύο χρόνια νωρίτερα είχε εκδώσει το Μεταίχμιο.
Η συλλογή, που περιέχει 15 ποιήματα, είμαι μέσα στο πνεύμα της ποιητικής του Σεφέρη. Όμως, ο Καψάσκης, αυτό το πνεύμα το ενέταξε, χωρίς τους μιμητισμούς των πρωτάρηδων ήταν, τότε, 25 ετών, στην οικονομία της δικής του ευαισθησίας και το περιστοίχισε με τους δικούς τους βαθυνούστατους προβληματισμούς. Αυτοί εκφράστηκαν με διακεκριμένους στίχους για τη μοίρα του σώματος στη ροή του χρόνου και την αναπότρεπτη φθορά του· σε εναγώνιες ενύπνιες παρεκβάσεις και παθιασμένες ερωτικές ή αισθησιακές αναζητήσεις.
Στη συλλογή, αν και απουσιάζει η ευθεία αναφορά στα τεκταινόμενα της εποχής, δεν απουσιάζει καθόλου η εσωτερική οδύνη που αυτά προξενούσαν. Νιώθουμε τη βασανιστική προσπάθεια του ποιητή ν’ αντέξει, χρησιμοποιώντας μια δική του τεχνοτροπία συμβολισμών, όλα όσα έχουν συμβεί (πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος) και όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν (ήττα κομμουνιστών, διώξεις, στρατοδικεία, εξορίες, εκτελέσεις): Μπορεί καλύτερα να τους θυμάται ο ταχυδρόμος / εδώ που τ’ όνειρό τους δε θα εξηγηθεί/ μες στο ενδεχόμενο της άλλης μέρας,/ εδώ που πλάγιασαν χαμηλότερα από το επίπεδο / του πειρασμού της πράξης και της μετάνοιας / σ’ ένα κενό δίχως θερμοκρασία και βάρος / δίχως διαστάσεις, αδιάφοροι.// Μα δεν τους φθάνει μήτε μήνυμα μήτε γραφή.// Γι’ αυτό κι ο φίλος που χαμογελάει μες στην εσπέρα,/ την ώρα που με οξύτητα κατηγορεί το παρελθόν η μνήμη του, (…) περνάει πονετικός κι αφήνει εκεί τα δώρα τα ευτελή / χρυσό, πετράδια, ασπρόπετρες και/ τραπουλόχαρτα («Ανώνυμο»). Αλλά σημαντικά ποιήματα αυτής της συλλογής, που αντέχουν τη δοκιμασία του χρόνου: ο «Δημήτρης», ο «Ακταίων», «Η καλλονή και ο χρόνος», το «Τοπίο», η «Περιπλάνηση», ο «Έρωτας».
Στη δεύτερη συλλογή του Εφημερίδα ([Ιδιωτική έκδοση], Αθήνα 1955, ο Καψάσκης επιχειρεί και πετυχαίνει κάτι σχεδόν μοναδικό, τουλάχιστον θεματικά, στη μεταπολεμική ποίηση. Εμπνέεται από τις εφημερίδες και εκδίδει τη συλλογή του ωσάν να είναι ένας ιδιότυπος εκδότης – δημοσιογράφος. Περιέχει 18 ποιήματα.
Τεχνοτροπικά επιχειρεί και πετυχαίνει μία σημαντική μετατόπιση από το δραματικό στον ειρωνικό λόγο, τον οποίο φορμάρει σε ορισμένα σημεία υπό το πνεύμα της καβαφικής παράδοσης και σε άλλα υπό το πνεύμα της παράδοσης του ευρωπαϊκού μοντερνισμού (κυρίως Τζόυς, Έλιοτ και Μπρεχτ) και τον εξελίσσει σε μια νέα διάσταση, που όταν μελετηθεί θα μας κάνει ν’ αναθεωρήσουμε κάποια ζητήματα, σε σχέση με την τροπική εξέλιξη του ποιητικού λόγου της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.
Στη συλλογή, όπως είπαμε, αποφεύγει τις δραματικές διατυπώσεις και γίνεται ένας αποστασιοποιημένος (entfremden/Entfremdung) κυριολεκτικός καταγραφέας του ψυχροπολεμικού γίγνεσθαι, όπως π.χ. στα ποιήματα: «ΟΗΕ», «Συνέντευξη με ένα πρόσωπο σημαντικό», «Προετοιμασία πολέμου», «Επιστροφή απ’ τον πόλεμο» καθώς και γεγονότων της καθημερινότητας στην ελληνική ή διεθνή κοινωνία της δεκαετίας του ’50, όπως π.χ. στο εξαιρετικό σπονδυλωτό ποίημα «Εικοσιτετράωρο», απ’ όπου και το «Απωλέσθη κύων»: Πρωί πρωί στην εφημερίδα τραγικό το γεγονός / του αεροπορικού δυστυχήματος. Τριάντα δύο νεκροί./ Το τσάι το ξέχασα πάνω στο δίσκο, κρύωσε/ μου θύμισε την κλινική του Sir Edwards, φυματιολόγου/ Σκωτία, 1913, μήνας Μάιος. / Πέρα μακριά το τραίνο κοίταζα από τη βεράντα. // Στην τέταρτη σελίδα / βρήκα την είδηση για τη μικρή μου Lucky. / Ανάξιο το ποσό της αμοιβής, τελείως ασήμαντο / και τα γράμματα μικρά και πλάγια/ όπως στη γραφή της Βιβλικής Εταιρείας, έκδοση Λονδίνου./ Μόνο που εκεί δίνει άλλο τόνο το χρυσό σιρίτι/ στο περίγραμμα της σελίδας.// Χτύπησα το κουδούνι κι ειδοποίησα θα μείνω σπίτι σήμερα, νιώθω κάπως αδιάθετη / και κοίταζα την ακακία έξω από το παράθυρο / και κοίταζα το τηλέφωνο.
Ο Καψάσκης στη συλλογή κάνει υψηλού επιπέδου «ειρωνεία των καταστάσεων», χωρίς να εμπλέκει το δικό του υποκείμενο μέσα σ’ αυτές, τηρώντας αναλογικά την ίδια στάση μ’ έναν δημοσιογράφο, που καταστατικά καταγράφει ή σχολιάζει τα γεγονότα χωρίς, βέβαια να τα προξενεί ή να εμπλέκει το δικό του υποκείμενο μέσα σ’ αυτά.
Έτσι, δε χρησιμοποιεί τη δοκιμασμένη, από άλλους ποιητές της γενιάς του, «ειρωνεία του λόγου», που από τη φύση της καθιστά τον είρωνα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: Ποιος λέει τι, γιατί, πότε, που και πόσο έξυπνα το λέει, όπως για παράδειγμα συμβαίνει, με ποιήματα ή συλλογές, εκείνης πάνω κάτω εποχής, των Μιχάλη Κατσαρού, Άρη Αλεξάνδρου, Δημήτρη Δούκαρη ή του κατά τι νεότερου Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Στην τρίτη του συλλογή, μετά από απουσία 23 ετών, Το καλοκαίρι του σώματος (Κέδρος, Αθήνα 1978), αναδημοσιεύει τις δύο προηγούμενες καθώς και μια ομότιλη ενότητα με άλλα 9 ποιήματα. Εμφανίζεται καταλυτικά εσωτερικός και αισθητικά λιτός. Εδώ, αν και κάνει μια πολυθεματική ποίηση, μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει ουσιαστικά υπαρξιακή. Νιώθει κανείς μια θλίψη για τη ζωή του υποκειμένου καθώς κινείται μέσα σε «άδειες κάμαρες», ζώντας εσωτερικά σε αντίστιξη το ελληνικό καλοκαίρι.
Στη συλλογή παρότι ανακυκλώνει παλιές εμμονές (με τη δημιουργική πάντα έννοια), όπως αυτήν για τη «μοίρα» του σώματος, ένεκα της ουσιαστικοποιημένης γλώσσας που χρησιμοποιεί πια, δίνει άλλες διαστάσεις στα ίδια θέματα καθώς η ποιητική συνείδηση αναδεικνύεται πολυπρισματική. Όπως γράφει: «Το καλό και το κακό το συναντάς/ όσο φωτίζονται περισσότερο».
Σημαντικό ποίημα αυτής της συλλογής είναι: «Οι Ήρωες» (βλ. Ανθολόγηση), το οποίο είναι, ίσως, και το γνωστότερο απ’ όσα έγραψε ο ποιητής καθώς, τα τελευταία χρόνια, το βρίσκει κανείς καταχωρημένο σε κάποια sites στο διαδίκτυο. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», (τ. 55-56, Ιούλιος – Αύγουστος 1959).
Ύστερα από απουσία, πάλι, περίπου 7 ετών, στο περιοδικό «η λέξη» (τ. 41, Γενάρης ’85) δημοσιεύει την ενότητα "ΙΙ μικρά ποιήματα", που συνεχίζουν ακόμα πιο εμπεριστατωμένη την αισθητική της ενότητας Το καλοκαίρι του σώματος, αλλά στο επίπεδο της διάθεσης προσθέτει μια διάσταση αναγγελίας για την κατολίσθηση της ζωής, Γίνεται «άγγελος κακών επών», που σήμερα πια αποτελούν επιβεβαιωμένη καθημερινότητα. Εδώ η πρότερη λύπη του μπορούμε να πούμε ότι εξελίσσεται σε κατάθλιψη: Πρώτα σκοτώσαμε την επανάσταση / ύστερα μαγαρίσαμε τον έρωτα / και τελικά ξεκινάμε το σώμα μας // Έργο κουραστικό και δύσκολο που τα παιδιά μας / με τη σειρά τους προσπαθώντας να τα καταφέρουν / δεν βρήκανε καιρό για να μας θυμηθούνε.
Τρία χρόνια αργότερα ο Σωκράτης Καψάσκης θα δημοσιεύσει τη μείζονα συλλογή του: Η Σκάλα, (Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1988). Πρόκειται για την ποιητική αφήγηση ενός ονείρου, στο οποίο ο ονειρευτής βλέπει πως κατεβαίνει μια σκάλα μαζί με αμέτρητους άλλους ανθρώπους. Η αφήγηση κλιμακώνεται με περιγραφές, αναφορές διαθέσεων, εικόνες και σκέψεις του ονειρευτή, που αποτελεί και το ποιητικό υποκείμενο.
Η εξαιρετική αφήγηση καθιστά τη συλλογή ένα ξεχωριστό παράδειγμα χρήσης της ελληνικής γλώσσας στην ποίηση. Ταυτόχρονα συμβολοποιεί με ουσιαστικούς όρους την καθολική περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης σαν περιπέτεια καθόδου.
Η χρήση του συμβόλου σκάλα δημιουργεί πλήθος συσχετισμών με βιβλικές / θρησκευτικές, λογοτεχνικές, φιλοσοφικές και κινηματογραφικές αφηγήσεις, ενώ παράλληλα δίνει νόημα στην κοινότατη εμπειρία όλων μας, να ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες στη διάρκεια του καθημερινού βίου μας.
Η σκάλα αποτελεί φορέα συμβολισμού, πολύ πλούσιο, που δε χάνει καθόλου τη συνοχή του καθώς απεικονίζει, με μια υλική αναπαράσταση, τη ρήξη επιπέδου, που καθιστά εφικτό το πέρασμα από έναν τρόπο ύπαρξης σε κάποιον άλλο ή με άλλα λόγια, καθιστά εφικτή την επικοινωνία ανάμεσα στον Ουρανό, τη Γη και τον Άδη.
Σ’ αυτή τη συλλογή ο Καψάσκης θέτει σε δοκιμασία μαζί με τον εαυτό του και όλους εμάς και πετυχαίνει να φτιάξει μια από τις σημαντικότερες συλλογές που δημοσιεύτηκαν στη χώρα μας από το 1967 ως το τέλος του 20ού αιώνα. Καθώς τα βήματά μου με κατέβαζαν, μ’ εκείνο το φοβερό τρόμο που κατέχει το στρατοκόπο που νυχτώθηκε σε ώρα κεραυνού στην ανοιχτή πεδιάδα και στρέφει φυλακτικά λίγο το πρόσωπο ψηλά, αλλά ταυτόχρονα σκύβει το σώμα του κατά τη γη και καμπουριάζει, μου άρεσε να σκέφτομαι πως με κάποιο τρόπο έβρισκα τη δύναμη, σαν ασκητής ή σαν άγιος, να βγω έξω από το σώμα μου που ολοένα κατέβαινε και να υψωθώ πάνω από αυτή τη στριφογυριστή σκάλα, ψηλά, πολύ ψηλά, πολύ ψηλά, κερδίζοντας μια τέλεια εποπτεία του χώρου, χιλιόμετρα πολύ να ξετυλίγεται αυτή η γραμμή σαν αίμα, μιλιούνια ανθρώπων κατεβαίνοντας αμέτρητα, ψάχνοντας με τα μάτια του, όχι με πρόθεση μετρήματος, αλλά και για ν’ αντικρύσει κάποτε το βλέμμα μου το τέλος της γραμμής, που τόσο πολύ όλοι μας επιθυμούσαμε να φτάσουμε. Γιατί τελικά αυτό που λογαριάζαμε δεν ήταν η κούραση και ο καιρός, αλλά η οριστική απάντηση στο ερώτημα που μας έκαιγε, ποιο τοπίο θα ανοιγότανε μπροστά στα μάτια μας, πίσω από την τεράστια θύρα.
Ο Σωκράτης Καψάσκης έκλεισε την ποιητική του διαδρομή με τον Ύμνο στο Διονύσιο Σολωμό, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επτανησιακά Φύλλα», (τ. ΙΖ-3, Ζάκυνθος Καλοκαίρι 1996).
Το δοξαστικό αυτό ποίημα που είναι, ίσως, το καλύτερο που γράφτηκε ποτέ για το μεγάλο ποιητή, αποτελεί, αφ’ ενός, απότοκο του θαυμασμού του Καψάσκη για τον Σολωμό όχι μόνο ως ομοπάτριο ποιητή, αλλά και ως άνθρωπο και, αφ’ ετέρου, ένα είδος ποιητικής μεταγραφής των σημαντικών ιστοριοδιφικών ερευνών του γι’ αυτόν. Πάντως, κάποιες αποστροφές του Ύμνου δικαιωματικά περιλαμβάνουν και χαρακτηρίζουν τον γράψαντα αυτόν: (…) επειδή η σημασία δεν έγκειται στο τελικό αποτέλεσμα / μήτε σε αμφίβολες καταγραφές των εφησυχασμένων, / αλλά στη σταθερή συνέχιση της έντιμης προσπάθειας / και στην πεισματική εμμονή για ν’ αρθρωθεί το άναρθρο,// επειδή και εμείς του ίδιου αυτού δρόμου ψάχνοντας τη διαδρομή / και μιαν εξήγηση ζητώντας της δικής μας της αποτυχίας, / τολμήσαμε μια κριτική και μια ανάλυση σεμνή των λόγων που σταθήκανε / τα αίτια της εκκίνησης και της παραμονής σου,/ για όλα αυτά αναφωνούμε / Άξιος, (…)
Ναι, άξιος ποιητής και σεμνός και άνδρας πραγματικός υπήρξε ο Σωκράτης Καψάσκης στην επίγεια διαδρομή του!
Από τα δημοσιεύματα για το έργο του Σωκράτη Καψάσκη προτείνουμε το: Αφιέρωμα στο Σωκράτη Καψάσκη, περ. «Επτανησιακά φύλλα», Ζάκυνθος, Χειμώνας 2003, που κυκλοφόρησε με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από την εμφάνιση του Σ. Καψάσκη στα ελληνικά γράμματα. Ο Διονύσης Σέρρας, εκδότης του περιοδικού, δημοσιεύει μεταξύ πολλών άλλων αξιόλογων συνεργασιών, μια πολύτιμη βιβλιογραφία του τιμώμενου, όπως και ένα εμπεριστατωμένο βιογραφικό τα οποία θα μπορούσαν να συμβουλευθούν οι περαιτέρω ενδιαφερόμενοι αναγνώστες του «Μανδραγόρα».

Πηγή: Εφημερίδα Ημέρα τση Ζάκυθος, http://www.imerazante.gr/

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Σωκράτη Καψάσκη, ΕΝΤΕΚΑ ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


[Από τη συγκεντρωτική έκδοση του Σωκράτη Καψάσκη, Διαδρομή, εκδ. Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 2002, σ. 89-101]

I
Όνειρό μου απροστάτευτο μέσα σε κίνδυνο
σαν οξύ που καθαρίζει τα μέταλλα σε περιβάλλει το φως
και σαν οξύ τον όγκο σου εξαφανίζει.

Είμαι όλος σκοτεινιά στις δίπλες του σώματος
στις δίπλες των σπλάχνων μου αναγγέλλονται
όσα το δέρμα και τα δάχτυλά μου αισθάνονται.

Γι' αυτό και ό,τι από μέσα μου ζητάει να βγει το αγαπώ
στο φως το εμπιστεύομαι αυτό το καλύτερο
και στο φως αυτό το πολύτιμο το ενταφιάζω.

Σα χελιδόνια που πρωτοβλέπει τα μικρά της να φτερουγίζουν
έτσι πικρά βλέπω τα όνειρά μου να υψώνονται
με τέτοια οδύνη να απομακρύνονται μέσα στο φως.

Όνειρό μου ανυπεράσπιστο επάνω στα ύψη σου
ουρανέ μου ολοσκότεινε που πορεύομαι μέσα σου
όπως το ψάρι ανοίγει μέσα στο νερό το δρόμο του.

ΙΙ
Με πάνε σαν ποτάμι τα αισθήματα
στόματα ανοίγουνε και μου μιλούν χωρίς να αισθάνομαι
αυτή την τραγική φωνή που απελπισμένη χάνεται
χωρίς να ελπίζει να ακουστεί.
Πονάει το σώμα μου σαν της ετοιμόγενης
που κακιά γέννα προμηνάει το απόγευμα
και όλο βυθίζομαι στο σώμα μου και δεν μπορώ
ν' ακούσω τις φωνές σας, φίλοι.

ΙΙΙ
Σπαταλημένο καλοκαίρι,
πρόσωπο που γέρασε
στη μέση ενός κύκλου από καθρέφτες
καθώς χαμήλωνε το φως.

IV
Δόντια του λύκου
δέρμα του σκατζόχοιρου.
Ένας υγρός χειμώνας
κι ένα καλοκαίρι ατέλειωτο.

Άφησα το κορμί μου να επιπλέει στην ακρογιαλιά.
Μπορείς να το δεις να βουλιάζει
χωρίς σημασία.
Ο αγέρας από την πεδιάδα
τό 'σπρωξε μακρυά.
Θα το βρούνε κάποτε
γύρω από τα νέα δελφίνια
και τις γέρικες φώκιες.

Δεν έμεινε τίποτα
και όσα η άνοιξη μού υποσχέθηκε πέρασαν
στη σκοτεινή πλευρά της μνήμης.

V
Εφτά τα θαύματα και δεν σε βρήκα εκεί
μήτε στις δυο χαρές μου, σιωπή και μουσική.

VI
Ο πρωινός άνεμος ρυτίδωσε το βλέμμα μου.

Οι ελιές με κοίταξαν κατάφατσα
καθώς μέσα στο εκτυφλωτικό φως
τα πρόσωπα του ονείρου μου
έστριψαν τις ράχες τους και χάθηκαν
πίσω από τα λιόδεντρα.

Το σώμα μου άρχισε να ανεβαίνει με το φως
βουίζοντας σαν ένα μελίσσι
αφήνοντάς με μόνο εδώ
πλάι στο άδειο φλυτζάνι του καφέ.

VII
Κι είπα μη βιάζεσαι
θαρθεί ο καιρός
θα κλείσει ο κύκλος κάποτε
μέσα απ' το σώμα σου πληθαίνουνε τα σήματα.

Γιατί το σώμα μας ξερόκλαδο είναι της φωτιάς
μα πρώτα πρέπει να στεγνώσουν οι χυμοί
σιγά-σιγά.

Μην το ξεχνάς λοιπόν
μετά το μπάνιο εδώ στου πεύκου τη σκιά
καθώς το σώμα σου δροσίζει ο θαλασσινός αέρας
μην το ξεχνάς
αυτός ο δροσερός αέρας σε ξεραίνει
σε ετοιμάζει για τη φωτιά.

VIII
Πρώτα σκοτώσαμε την επανάσταση
ύστερα μαγαρίσαμε τον έρωτα
και τελικά ξεκάναμε το σώμα μας.

Έργο κουραστικό και δύσκολο που τα παιδιά μας
με τη σειρά τους προσπαθώντας να το καταφέρουν
δεν βρήκανε καιρό για να μάς θυμηθούνε.

IX
Κάθε μέρα το σώμα μου υφίσταται
τις συνέπειες των πράξεων της αριθμητικής
αφαιρείται
προστίθεται
διαιρείται
πολλαπλασιάζεται
μέχρι τη μέρα που θα μηδενιστεί.
Τόσο δύσκολο να φροντίζω αυτό το υπόλοιπο
κάθε μέρα πιο άχρηστο και βαρύτερο.

X
Μήτε επιστρέφουν μήτε συνεχίζονται
αυτά τα ατέλειωτα καλοκαίρια.

Όμως εγώ
θα προσπαθήσω να κρατηθώ
από πράγματα που μου ήταν άλλοτε αδιάφορα.

Αυτά που αγάπησα
σιγά-σιγά τρίφτηκαν από την αγάπη μου
δεν με κρατάνε πια καθώς βυθίζομαι
καθώς ψάχνω να κρυφτώ μέσα στο σώμα μου
που ολοένα βουλιάζει.

Θα προσπαθήσω να κρατηθώ από τη βεβαιότητα του θανάτου μου
έτσι απλά όπως κοιτάζω την αθόρυβη βροχή
πίσω από τα κλεισμένα τζάμια.

ΧΙ
Του φτωχού το ψωμί
γλίστρησε χάμω στο χώμα.
Του τυφλού η υπομονή
δεν εξαντλήθηκε ακόμα.

Της ορφανής το πανί
σκίστηκε δίχως ήχο.
Του φυλακισμένου η φωνή
τρίφτηκε πάνω στον τοίχο.

Πεινάω διψάω πονάω
δε θέλω στο γιατρό να πάω.
Πεινάω διψάω πονάω
θέλω στη μάνα μου να πάω.
Related Posts with Thumbnails