Μέσα στὸ πολύχρωμο, ἀνοιξιάτικο δειλινὸ ποὺ πλούμιζε τὴ Βαγιανὴ τὴ Γιορτή, ἄρχισε τὸν ἄχραντο τόν βηματισμό Του «ἐρχόμενος πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος» ὁ Νυμφίος. Βάδιζε σιωπηλά, μοναχικά, βασταζόμενος ἀπὸ ἱερατικὰ κι ἀνάξια χέρια, μέσα στὸν ἄδειο τὸ ναὸ ποὺ εὐωδίαζε ἀπὸ τὴ φρεσκοκομμένη βάγια κι ἀπὸ τὶς ποικίλες τὶς ἀνοιξιάτικες μοσχοβολιές, ποὺ τὶς συνόδευε καὶ τὸ μοσχοθυμίαμα.
«ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει»
-
«᾿Απεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ
ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ
καταβαίνει» ...
Πριν από 16 ώρες
