Στα είκοσι είσαι
ακόμα αθάνατος
κι αν έχεις βρει
κιόλας τον έρωτα
αυτό σε κάνει ασφαλώς
να νιώθεις
πως είσαι είκοσι φορές αθάνατος.
e-library
Στα είκοσι είσαι
ακόμα αθάνατος
κι αν έχεις βρει
κιόλας τον έρωτα
αυτό σε κάνει ασφαλώς
να νιώθεις
πως είσαι είκοσι φορές αθάνατος.
Το βιβλίο «Ο ανοικτός Θεός κι η άνοιξη του Ανθρώπου» του π. Γεωργίου Λέκκα αποτελεί μια φωτεινή πνευματική πρόταση για τον τρόπο με τον οποίον ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει εν Χριστώ, μέσα στον κόσμο, μαζί με τον Άλλο. Ο λόγος του συγγραφέα κινείται απαλά, με θεολογική καθαρότητα και υπαρξιακή ευαισθησία, χωρίς ρητορείες, χωρίς περιττά σχήματα. Κάθε κεφάλαιο αποτελεί καρπό προσευχής, καρπό βίωσης της Εκκλησίας, καρπό μελέτης των ευαγγελικών αναγνωσμάτων που σηματοδοτούν την πορεία του εκκλησιαστικού έτους. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έννοια του ανοίγματος: άνοιγμα καρδιάς, άνοιγμα ύπαρξης, άνοιγμα προς τον Θεό, άνοιγμα προς τον πλησίον. Το άνοιγμα αυτό μετατρέπει τη ζωή σε χώρο θείας Παρουσίας, σε πεδίο σχέσης, σε τόπο μεταμόρφωσης.
Ράβε, ξήλωνε
είναι η ζωή μας -
κι όσο
περισσότερα της προσθέτεις
τόσο πιο επώδυνη κάνεις την αποψίλωσή της -
Κυκλοφορήθηκε το δέκατο πέμπτο τεύχος της εξαμηνιαίας επιστημονικής περιοδικής έκδοσης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου «Αχιλλίου Πόλις» αφιερωμένο στην μαρτυρία της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη και στον κόσμο.
π. Γεώργιος Λέκκας
33 ποιήματα γιὰ τὴν Ἑλένη
καλλιτεχνικὴ φωτογραφία:
Ἀγγελικὴ Σβορώνου
Ἐκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ, 2025. σελ. 80
Στὴ μνήμη τοῦ Valeriu Purdea
Πόσοι ἀπὸ ἐσᾶς, μεγάλοι ἐπίγονοι,
εἶστε διατεθειμένοι νὰ δώσετε τὴ ζωή σας
γιὰ τὸ πιὸ ἱερὸ μυστήριο;
Ἕνα haiku
Ἡ Ζωοδόχος
Πηγὴ ὑποδέχτηκε
τὸν Θεοφάνη.
Ὁ μοναχὸς καὶ διακεκριμένος ἁγιογράφος π. Θεοφάνης (κατὰ κόσμον Βαλέριος) ἐκοιμήθη στὶς 17/4/2026 (ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς).
Ἀντώνης Φουντῆς
18/4/2026
(Ἡμέρα τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας).
6/4/1986 – 6/4/2026
Ποιητικὸ Μνημόσυνο
Haiku
στὴ μνήμη τοῦ Π. Νέλλα
Σαράντα χρόνια
χωρὶς τὸν Παναγιώτη,
μὰ ζεῖ στὶς καρδιές.
Ἀντώνης Φουντῆς, 5 Ἀπριλίου 2026.
Τόσες χιλιάδες
χρόνια στη Γη κι ακόμα δεν μάθαμε
να περπατάμε σ’
αυτήν αβαρείς
όπως η σκιά μας
πάνω στους αμμόλοφους.
Να ’μασταν σαν
τις ρίζες από τα καλάμια που τους συγκρατούν
κι όχι τα βάναυσα βήματα που τους γκρεμίζουν.
Έμμετροι
στίχοι
«ΑΛΗΘΩΣ»!
Φιλική
αντιπροσφορά
Κι αν, ίσως, ο Πολιτισμός
πάει αλλού, πιο κάτω,
μένει ψηλά, πιο σταθερός,
στου Τζάντε το Μπανάτο.
Ρηχή, χρυσή μου
θάλασσα, μικρά έφιππα κύματα είναι τα δώρα σου
που καταφτάνουν στην ακτή με το ιεροτελεστικό ποδοβολητό τους.
Tο 14ο τεύχος του περιοδικού ΑΧΙΛΛΙΟΥ ΠΟΛΙΣ, της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, που κυκλοφορήθηκε αυτές τις ημέρες είναι αφιερωμένο στη βία, το δύσκολο φαινόμενο της εποχής μας, ενώ είναι και πάλι πολύ πλούσια και η υπόλοιπη ύλη του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ:
Ώσπου να γυρίσω
είχαν υποχωρήσει τα νερά.
Θά ’χανε ήδη
πλημμυρίσει άλλες ακτές
καθώς τίποτα δεν
χάνεται οριστικά
σ’ αυτόν τον κόσμο ζώντων και κεκοιμημένων.
Τὰ λόγια μου χτυποῦν στὸ χαλασμένο, παλιὸ
πληκτρολόγιο,
στὰ μάτια ἐκείνων ποὺ κοιτοῦν τὴν ποίησή μου
μὲ τὸν μεγεθυντικὸ φακὸ τῆς γιαγιᾶς.
Ἔκρυψα τὴν εὐτυχία μου στὶς παλάμες σου
καὶ τώρα ἀναζητῶ τὴ μοῖρα τῆς ἀγάπης μας
σὲ κρυστάλλινες δακτυλῆθρες…
Ἡ ἀγάπη μου πέθανε ἐδῶ καὶ καιρό.
Τὰ δάχτυλά μου δὲν ξέρουν πιὰ
ν’ ἀναζητοῦν τὸ νόημα τῆς ζωῆς
μέσα ἀπὸ ἄνθη κι ἀναστεναγμούς.
Τώρα εἶμαι μόνο ἐγὼ κι ὁ ἑαυτός μου.
Μόνο ἐγώ.
Adriana Maria Butnariu, 25 Μαΐου 2006.
Ἄνθρωπον ζητῶ…[1] στίς λεωφόρους τοῦ διαδικτύου. Σχέσεις καί ἐξαρτήσεις στήν ψηφιακή ἐποχή
Μὲ τὴ χθεσινοβραδινὴ βροχή,
ἔλαβα τὸ μήνυμά σου.
Καὶ ἦρθα ἔτσι ὅπως μὲ ξέρεις:
μὲ τὸ μέτωπο γεμᾶτο σκέψεις,
μὲ τὰ χέρια νὰ μυρίζουν γιασεμί…
Ἔχω μέρες ποὺ περνῶ ὧρες στὴν ἀκροθαλασσιὰ
κι ἀκούω τὰ κύματα καὶ τὸν κρύο ἄνεμο
νὰ γλιστράει πάνω στὴν ἄμμο,
τὴ λεπτή, τὴ βρόμικη, γεμάτη φύκια καὶ σκουπίδια -
παροδικὰ ναυάγια, συλλεγμένα ἀπ’ τὴ θάλασσα…
Μπλὲ σκιὲς χάνονται στὸ ψυχρὸ σούρουπο
καὶ σταγόνες βροχῆς, κρύες καὶ βαριές, πέφτουν
πάνω μας
σὰν σὲ γυάλινους βράχους,
διάφανους καὶ σιωπηλούς…
Ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ μιὰ ὑπερβολικὴ δόση ἀγάπης,
μὰ νὰ εἶναι ἀληθινή·
ὄχι σὰν αὐτὴ μὲ barcode καὶ ἡμερομηνία λήξης!
Ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ ἀγάπη·
ἀπὸ μιὰ αἴσθηση ποὺ νὰ μὲ βεβαιώνει
γιὰ μιὰ ἐλάχιστη σταθερότητα
σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο,
τὸν τόσο ἀπατηλὸ καὶ φευγαλέο…
Κοιτάζομαι στὸν καθρέφτη τῶν γκρίζων σύννεφων
καὶ δὲν ξέρω ποιός μοῦ δάνεισε αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ τὶς σκέψεις:
Περιπλανιέμαι ξανὰ σ’ ἕναν ἄγνωστο δρόμο,
ψάχνοντας βιαστικὰ τὴ σκιά μου,
ριγμένη τυχαία στὰ βρόμικα καὶ σκοτεινὰ
πεζοδρόμια:
εἶναι ἐδῶ!
Τὶ θέλεις ἀπὸ μένα;
Τὴ βροχὴ τῶν σκέψεών μου πάνω σου
ἢ τὸ γλυκὸ κλᾶμα τοῦ δειλινοῦ
ἀπ’ τοὺς σβησμένους πολυελαίους τῆς ἀγάπης;
Ξυπνήσαμε ἕνα κρύο φθινοπωρινὸ πρωινὸ στὸ χεῖλος τῆς
ἀγάπης
κι ἀπὸ ὑπερβολικὴ διαύγεια, γλιστρήσαμε στὴν ἀχρονία
τῆς ἀναμονῆς
καὶ τῆς γεωμετρίας στὸν χῶρο·
κατὰ λάθος, εἶχα πάρει μαζί μου καὶ τὸ εἰσιτήριο
τοῦ τρένου
μὲ τὸ ὁποῖο εἶχα ὑπολογίσει, θυμᾶσαι;…
Ὁ ὕπνος γδύθηκε ἀπὸ πάνω μου…
Ξύπνησα ἀπὸ σένα
κι ἔτρεξα μὲ ἀνυπομονησία στὰ ὄνειρά σου…
Κρυώνω
καὶ θὰ ἤθελα νὰ μποροῦσα
νὰ ἐπιστρέψω ξανὰ σ’ ἐμᾶς.
Ποῦ φεύγει ὁ χρόνος ὅταν εἶσαι μαζί μου;
Ποῦ χανόμαστε ὅταν εἴμαστε μαζί;
Ἀρχίζω νὰ καταλαβαίνω γιατὶ κλαῖνε τὰ χορταράκια τὸ
πρωὶ
κάτω ἀπ’ τὰ γυμνὰ ἀπὸ σένα βήματά μου…
Λὲς λόγια χωρὶς νόημα…
Κυνηγᾶς ψευδαισθήσεις
μὲ τὴ δίψα ἑνὸς μπουμπουκιοῦ
ποὺ λαχταρᾶ τὸ φιλὶ τῆς ἄνοιξης
τὴν σιωπηλὴ ὥρα τῆς ἀποσύνθεσης·
Ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ πλήξη,
μεταφρασμένες ἀπὸ μιὰ παρεξηγημένη γλωσσικὴ οἰκονομία,
λέξεις συνωστίζονται ἀτάκτως στὸ ράφι τοῦ βιβλιοπωλείου!
Κοίτα τὸν οὐρανό:
εἶναι μαῦρος καὶ θλιμμένος!
Τ’ ἀστέρια ἔχουν σβήσει
καὶ τὸ φεγγάρι ἔχει ἀποκοιμηθεῖ
κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ὁλικῆς ἔκλειψης!
Βροχή...Ἡ ἀγάπη χάνεται σὲ μεγάλες,κρύες σταγόνεςκι ἀποσταλάζει στὸν οὐρανό,ἀνατρεπόμενη στὸ ἔδαφος!
σ’ όλους αυτούς που ξέρουν
Αν όπως λένε ο
χρόνος επουλώνει τις πληγές
τότε γιατί εγώ
πονώ σαν να ’φυγες εχτές
κι έχω πάντα το
ίδιο φρέσκια στ’ ακροδάχτυλα
την αίσθηση απ’ το δέρμα του κορμιού σου;