© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Γ. Μαγριπλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Γ. Μαγριπλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Λόγος για το «ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ» (βιβλίο νανοδιηγημάτων) του Παναγιώτη Καποδίστρια και σκέψεις περί Διηγήματος

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ, Δρ Κοινωνιολογίας  και συγγραφέας

 Tempo24 

Θεωρώ ότι ζούμε σε μια εποχή που έχει κοπάσει η υπερπαραγωγή βιβλίων και ειδικά στο κομμάτι του ελληνικού  διηγήματος.

Θέλεις το υψηλό κόστος της έκδοσης; Θέλεις η αίσθηση  ότι υπέρλαμπρο αστέρι δεν γίνεται εύκολα κάποιος; Θέλεις η συνειδητοποίηση πως κέρδος από την συγγραφή δεν είχαν παρά ελάχιστοι κορυφαίοι του είδους, σε μια χώρα με περιορισμένο αναγνωστικό κοινό και μια γλώσσα  που, παρά την σημαντικότητά της, δεν ξεφεύγει του χαρακτηρισμού μειονοτικής, σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό;  Όπως και να έχει, λιγότερες εκδόσεις και κατά συνέπεια  λιγότερες προτάσεις γίνονται στο επίπεδο των αξιόλογων πονημάτων, που δεν σημαίνει και απαραίτητα ευπώλητων, μια και η παθογένεια του εύκολου κέρδους  ακόμη τυραννά τις όποιες επιλογές των λίγων εκδοτικών οίκων που συνεχίζουν να τυπώνουν, αλλά και  ορίζει την κοινή γνώμη, που  χειραγωγείται από τα επικοινωνιακά μέσα.  

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: ΑΦΑΙΡΕΤΙΚΟ [Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2019]


1. 
Φεγγάρι σε σύνοδο,
μάτι θλιμμένο, 
σε κατάμαυρο χώρισμα,
της εδώ παρουσίας
και του μέλλοντός μας.  


2. 
Ερωτικός...
μα πώς ο πόθος γίνεται πάθος,
εικόνα σε πρόσωπο;


3. 
Αφαιρώντας τις λέξεις
παραμένει το φως.
Και εσύ ποιητή, πώς το αντέχεις;

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: ΕΠΙΚΑΙΡΟΓΡΑΦΗΜΑ (Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2013)


Ο χαρταετός
αφημένος στο δένδρο
ονείρου πτώση.
Πώς να ανέβω εκεί πάνω;
Πώς να σώσω την πτήση;
Τα παιδικά μου χρόνια
ξεθωριάζουν στο φως
κι εγώ,
σαν μαύρο της βροχής σύννεφο,
ρέω στη γη.

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Έργο Σπύρου Βασιλείου]

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΦΟΥΣΚΕΣ (νέο διήγημα)


Δύο μέρες είχα να φάω και άλλες τόσες να κοιμηθώ. Στην πολυθρόνα με μια τάβλα καθισμένη στα χέρια της και μένα να σκέφτομαι την τελευταία πρόταση. Δεν έβγαινε με τίποτα. Όλα έδειχναν σκοτεινά και έτοιμα για καταιγίδα. Φοβήθηκα μην πέσει κεραυνός στο κεφάλι μου. Με κόπο σήκωσα τα μάτια πάνω από τα βιβλία, εκεί που φύτρωναν οι βιόλες στον τοίχο. Όμορφος πίνακας. Σαν μια κουρτίνα άνοιξε ολόκληρος κόσμος. Είχα τελειώσει. Έγραψα την τελευταία πρόταση, μάζεψα τα βιβλία, έκλεισα το στυλό και σηκώθηκα. Στον φούρνο αχάραγο με κοίταξαν περίεργα. Αγόρασα γάλα, ψωμί αχνιστό και κάμποσα άλλα. Έφαγα, κοιμήθηκα ώρες και ύστερα τηλεφώνησα στον Παντελή.

- Τέλειωσα, του ανακοίνωσα.

Την επομένη πήγα ταξίδι στον Όσιο Λουκά και, πάνω στη μετάβαση από το απόλυτα λογικό στο παράδοξο, λογοδόθηκα.

Κάναμε όνειρα και κείνα μας φέρθηκαν άριστα. Ευοδώθηκαν. Με βαλίτσες πολλές, στριμωγμένες σε ένα παλιό αυτοκίνητο, τραβήξαμε για την επαρχία. Εναλλακτικός τρόπος ζωής. Στον ελαιώνα δίπλα στη θάλασσα. Οι ντόπιοι μας έβλεπαν παράξενα. Τους είχαν πείσει ότι είναι πινέζα στο χάρτη και κομπάρσοι σε ελεεινό ριάλιτι. Όλοι ονειρεύονταν να φύγουν στην πόλη και μείς χαλάσαμε την σούπα.

- Οι μύγες τον Αύγουστο είναι παχιές, τους εξήγησα και άρχισα να φυτεύω λάχανα για το χειμώνα.

Αρχές του Οκτώβρη έπιασα δουλειά σε ένα επαρχιακό Τ.Ε.Ι. Τραγωδία. Οι μόνιμοι με κοίταζαν με μάτι τσακίρικο και την αρχοντιά του βοσκού πριν το άρμεγμα.

- Τίνος είσαι εσύ;

- Πού μένεις;

- Πώς ήρθες εδώ;

Στην αρχή νόμιζα πως ρώταγαν στοιχεία ταυτότητας, μα σύντομα συνειδητοποίησα πως εννοούσαν το μέσον. Ευχές του τοπικού κομματάρχη δεν είχα και έτσι εντάχθηκα στην ομάδα των συνεργατών. Ο προϊστάμενος με απομόνωσε και με ρώτησε όλο εμπιστευτικότητα:

- Το διδακτορικό ισχύει, αλήθεια;

Το είδα χαρωπά, μα δεν άντεξα.

- Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, μετατιθέμενος σε ακριτική μονάδα, με διοικητή μόνιμο λοχία, του απάντησα. Τι το 'θελα;

- Πετάει ο γάιδαρος, μου αντέτεινε με σοβαρότητα. Το ζήτημα είχε απασχολήσει ιδιαίτερα το ίδρυμα. Και, αφού δεν απάντησα, καταδικάστηκα σε εξόντωση.

- Στη γαλέρα, μου φώναξε και έπιασα το κουπί. Στο σωσίβιο έγραφε «Επιστημονικό προλεταριάτο». Στην αρχή φώναζα για το συσσίτιο, μα σύντομα είδα πως δεν με συνέφερε.

- Μαστίγιο, ούρλιαζε ο πρόεδρος, Καρότο, ο κολλητός του. Άντε να αποδείξεις πως δεν είσαι λαγός. Το γύρισα.

- Ευχαριστώ, υπόχρεος, τους έλεγα όταν έπαιρνα τα χρεωστούμενα.

- Γουρνοπούλα κερνάς; μου έλεγαν γελώντας και πετούσαν το τσέκι στο πάτωμα. Μέχρι να το πιάσω, ένας γιάπης ταμίας της τράπεζας το βούταγε.

- Είναι οι δόσεις του δανείου σας, μου έλεγε ευγενικά. Κάτι πήγαινα να ψελλίσω, αλλά οι μόνιμοι με επανέφεραν στην θέση μου και μάλιστα όλο και πιο πίσω στην σειρά των κουπιών.

- Αν είσαι φρόνιμος ανεβαίνεις μια μέρα στο κατάστρωμα, μου εκμυστηρεύτηκε ένας συνάδελφος που έγινε τυμπανιστής. Ανήκε πλέον στην ανώτερη κατηγορία ανθρώπων και κανόνιζε την τύχη και το μέλλον μας. Άρχισα να ελπίζω, μα όταν τον είδα να βαράει ρυθμό ανακάλυψα την επιείκεια για τους προηγούμενους.

- Όποιος ανεβαίνει στο κατάστρωμα γίνεται ίδιος, του φώναξα μια μέρα. Δεν πολυκατάλαβε ποιος τόλμησε και άρπαξε τον βούρδουλα. Δεν με ξεχώρισε. Τις φάγαμε καλά και έπειτα μας λυπήθηκε. Με τράβηξε για λίγο παράμερα και κάτι μου έλεγε για paper. Πέρασε και ο λοχίας ο μόνιμος. Του βάρεσε προσοχή και έσκυψε λίγο περισσότερο για να τον ευχαριστήσει. Αυτός γέλασε και του υποσχέθηκε προαγωγή.

- Στο τιμόνι. Εκεί θα με πάνε, μου δήλωσε χαρούμενος.

- Το αξίζεις, του είπα και γύρισα στο κουπί, με την αίσθηση ότι οι δεσμοφύλακες πιστεύουν ότι είναι απέθαντοι.

Έτσι όμως έκανα τα μάτια και ο χρόνος κύλησε. Ήρθαν παιδιά, διορίστηκε η γυναίκα μου, φύτεψα ακόμα και ντομάτες τον Γενάρη. Στην γαλέρα πάντα, μα ο λοχίας έγινε σκόνη στο βάθος της εικόνας, ο άγιος προϊστάμενος αναλήφθηκε στην πρωτεύουσα και ο νέος δρόμος παραδόθηκε. Το ταξίδι έγινε καλύτερο και πιο ασφαλές.

Ακόμη μένω στους κήπους. Φροντίζω τη γη και τους ανθρώπους μου, γράφω και διαβάζω από καθήκον και κάνω ταξίδια εντός του Μορέα για δύναμη. Κοιτώ το χθες και θυμάμαι την κουρτίνα, πετώ στον ύπνο μου και σκέφτομαι ν' αλλάξω τον κόσμο. Κάθε φορά όμως με πιάνουν τα κλάματα.

- Βροχή, σκέφτομαι και ψάχνω για το ουράνιο τόξο. Υποσχέσεις. Ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Πράσινα άλογα που τρώνε σανό εισαγωγής και μιλάνε τη γλώσσα βαρβάρων. Ξεπούλημα. Ο ένας μετά τον άλλο πορνεύει για βιοπορισμό. Οι αρχοντοχωριάτες επανιδρύουν το κράτος. Πουλάνε ενοχές και όποιος τσιμπήσει. Δεν τους χρωστώ.

- Σας ξέφυγα λύκοι, σας ξέφυγα…,γελάω.

Δεν με ακούν. Μιλάω ακόμη σε μια γλώσσα μειονοτική, που δεν πουλά και μόνο ποίηση ξέρει να χτίζει. Αν και κάποτε μιλούσαν την διάλεκτο. Την ξέχασαν όμως αλλάζοντας την ουσία των λέξεων. Δεν τους χρειάζεται. Υπάλληλοι σε ξένες τράπεζες με αίσθηση ηλιθίων μπροστά σε μπακλαβά που απλά πρέπει να παραδώσουν. Εμένα μου αρέσουν τα μέλια και οι αισθήσεις. Εκτός εποχής.

Μας πήραν χαράματα, μας φόρτωσαν όλους σε φορτηγά και μας πήγαιναν ώρες. Τα παιδιά έκλαιγαν και πολλοί λιποθύμησαν όρθιοι. Ευτυχώς, έβρεξε και ήπιαμε νερό. Προς το δειλινό, κάπου έκαναν στάση. Μας πέταξαν ψωμιά και σακούλες για την ανάγκη μας. Σιγή. Η νύχτα ήρθε και άνοιξαν τις καρότσες. Βγήκαμε σ' ένα λασπωμένο τοπίο. Μας έβαλαν στην σειρά και άρχισαν προσκλητήριο.

- Καβάφης, Καρυωτάκης, Παπαδιαμάντης, Ελύτης, Σεφέρης, Βάρναλης, Ρίτσος, Σινόπουλος, Παυλόπουλος, Χιόνης, παπα-Καποδίστριας, ονόματα και επίθετα ελληνικά.

Κοιταζόμαστε χωρίς να μιλάμε. Ο επικεφαλής μας έβγαλε λόγο. Έπρεπε να δώσουμε πίσω τα δανεικά και μέχρι τότε απαγορεύονταν κάθε ανθρώπινη αίσθηση, κάθε σκέψη, κάθε λόγος και λόγια μειονοτικά. Η εργασία γεννά το χρήμα και κείνο ελευθερώνει.


- Ποια δανεικά; σκέφτηκα. Εμένα με πληρώνουν κάθε οχτάμηνο και ζω στο πατρικό μαζί με τους προγόνους μου. Με σύμβαση είμαι και παρακαλώ για ν’ έχω δουλειά. Ρώτησα και την γυναίκα μου χαμηλόφωνα μπας και χρωστάμε κάπου και μας διέφυγε. Μα και αυτή με διαβεβαίωσε ότι δεν είναι δυνατόν.

- Μάλλον λάθος κάνουνε, είπα και περίμενα την συνέχεια.

Στο τέλος ακούστηκε το ερώτημα:

- Υπάρχει κανείς που να διαφωνεί;

Είχα φαγούρα ακριβώς κάτω από την κοιλιά μου. Ξύστηκα και χάλασα έτσι την εικόνα. Παράξενο. Το ίδιο έκαναν και κάμποσοι άλλοι. Άρχισαν να ουρλιάζουν οι υπεύθυνοι. Τα παιδιά με ρώτησαν τι λένε.

- Τίποτα για φαγωμένα και αφοδεμένα, τους είπα. Κινήθηκαν απειλητικά. Ο Κολοκοτρώνης, Μοραΐτης, περήφανος και αθυρόστομος τούς εμήνυσε: κλάστε μας τ' αρχίδια και κείνοι έπεσαν καταπάνω μας.

Μ' έπιασε κρύος ιδρώτας, «τα παιδιά - τα παιδιά», φώναξα στην Διονυσία και κοίταξα το θάνατο. Έρχονταν πάνοπλοι και αγριεμένοι με κάτι φάτσες ακαδημαϊκές, ατάραχες, πρασινομπλέ και ύφος νικητή. Άκουγες το ποδοβολητό τους και νόμιζες ότι η γη τρέμει. Σήκωσα το χέρι ψηλά και τ’ άφησα να πέσει στον πρώτο. Πλουφ απλά πλουφ και ύστερα ο δεύτερος και ο τρίτος και άλλοι και όλοι φούσκες… απλά φούσκες, όπως και η εποχή.


[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: Ζωγραφική τής Χαράς Ευθυμιοπούλου]

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: Ή ΟΛΟΙ Ή ΚΑΝΕΙΣ (νέο, ανέκδοτο διήγημα)


- Καλώς τον.
- Θα με κουρέψεις;
- Να φέρω το κράνος;
- Μπα, λίγο τις άκρες.
Τίναξε την πετσέτα. Την άπλωσε σαν αγκαλιά γύρω μου και τυλίχτηκα στην λεβάντα. Πήρε το μπουκάλι που ραντίζουν τα λουλούδια και έριξε στα μαλλιά μου. Αισθάνθηκα δροσιά και πάνω που ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, πήρε την τσατσάρα και άρχισε να οργώνει το έδαφος. Τα πήρε από εδώ, τα πήρε από εκεί και μια χωρίστρα καταμεσής του εγκεφάλου μου, δέσποζε στον απέναντι καθρέφτη. Σκέτος ζαχαρωμένος λουκουμάς, ανίσχυρος στα μαγικά χέρια του Θύμιου.
- Λοιπόν, πώς πάμε;
- Άριστα! απάντησα και κόντεψα να το πιστέψω.
- Δεν μας αγγίζει τίποτα…, πρόσθεσε.
- Φυσικά. Άνεργος και απόλυτα απελπισμένος. Τόσο που ο κύκλος αγγίζει τα άκρα. Σωστό μηδενικό και μάλιστα σε κατηφόρα στεφάνης. Ακούς τον ήχο;
- Τι λέει ο ποιητής!…
- Για να έρθω εδώ, έσπασα τον κουμπαρά των παιδιών…
- Τόσο πολύ… Και το σπίτι;
- Χρωστάω κάμποσες δόσεις που σημαίνει είμαι φιλοξενούμενος της τράπεζας. Δεν πάνε να λένε … άριστη φιλοξενία.
- Σε έχουν πρήξει στα τηλέφωνα;
- Να δούνε τι κάνω οι άνθρωποι.
- Ψάχνεις για δουλειά;
- Κοιτάζω σε πρεσβείες και προξενεία.
- Και τα παιδιά;
- Πρώτα θα πάω εγώ και ύστερα γυναίκα και τέκνα.
- Όπου γη και  πατρίς.
- Ναι, αρκεί να υπάρχουν σουβλάκια με γύρο.
- Κάνε τον σταυρό σου, όλα θα πάνε καλά.
Έβαλα τα γέλια, μέχρι που κινδύνεψε να χαλάσει η χωρίστρα. Ο Θύμιος μού έπιασε το κεφάλι και το γύρισε στην σωστή θέση. Ένοιωσα ότι θα με χαστούκιζε για παιδαγωγικούς σκοπούς αλλά επί ματαίω. Αμετανόητος άθεος και μάλιστα σε κρίση. Το ήξερε.
- Κάπου πιστεύεις κι εσύ, μου είπε.
- Στον Ερμή, που ως προστάτης των ταξιδιωτών, θα μου χαρίσει εισιτήριο για την Αυστραλία. Θέλω να δω τα κοάλα.
- Υπέροχα. Τα κοιτούσα στην τηλεόραση. Κάθονται όλη μέρα στον ευκάλυπτο και τρώνε ειρηνικά.  Ούτε σκοτούρες ούτε άγχη. Διδάξου, λοιπόν.
- Θύμιο, αδυνατώ να μαστουριάζω. Πρέπει να πάρω γάλα στα παιδιά και το ψωμί να είναι στο τραπέζι.
- Δεν λέω αυτό. Να έχεις πίστη και να ελπίζεις. Άλλωστε, ο Ερμής ήταν αγγελιοφόρος των Θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός.
- Ναι προστάτευε και τους ληστές… Τον είχε στο πέτο ο γείτονας με τις επιδοτήσεις.
Ο Θύμιος έκανε τον σταυρό του. Έριξε ένα «ευλόγησον» και συνέχισε να πασπατεύει το κρανίο μου. Κοίταξα έξω. Μια κυρία έψαχνε στα σκουπίδια. Πανέμορφη και τυχερή. Έβγαλε μια σακούλα. Την άνοιξε και πρόβαλε ένα κουτί από πίτσα. Αποκάλυψη. Είχε ένα ακέραιο κομμάτι με μπέικον. Το ευχαριστήθηκε κοιτώντας με από το τζάμι. Της γέλασα. Μου έγνεψε και έφυγε για τον επόμενο κάδο. Δεν είχα πια οπτική επαφή. Ακούστηκε το τρόλεϊ και ύστερα παύση. Ο κουρέας μού χάιδευε την κεφαλή και, πάνω που θα έφευγα στον κόσμο του ύπνου, ακούστηκε ψαλμωδία από το ραδιόφωνο.
- Τι βάζεις εκεί;
- Ψαλμωδίες.
- Αμετανόητος είσαι. Βάλε καμιά πενιά…
- Αυτό έκανα. Χαλάρωσε και απόλαυσε! Καταβασίες από μεγάλο μαΐστρο!
Τι να έκανα, υπέστην την ηχητική δοκιμασία. Ομολογώ ότι ταίριαζε με το ψαλίδι και μάλλον αμφότεροι κοιτούσαμε το σύνθημα στον απέναντι τοίχο: «Καλύτερα αντάρτης, παρά μετανάστης».
- Το βλέπεις; τον ρώτησα.
- Ναι, κι έχει απόλυτο δίκιο…
- Τι; Να πάρουμε τα όπλα;
- Πνευματικά. Να γίνουμε επαναστάτες, δηλαδή ν’ αλλάξουμε σύσσωμοι.
- Εσύ και ο Γκάντι…
Ακολούθησε το ταλκ, το τίναγμα της πετσέτας, σκούπισμα της χαμένης μου δύναμης και ένα «με τις υγείες σας».
Ευχαρίστησα, έδωσα ψιλά να βοηθήσω τις συναλλαγές και, προτού φύγω, τον πιλάτεψα:
- Έκλεισες θέση, Θύμιο. Άντε καλό παράδεισο!
- Μην με καταριέσαι, απάντησε αυτός κι έμεινα κάγκελο.
- Σε καταριέμαι;
- Βεβαίως.
- Γιατί;
- Όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι οι αγαπητοί, θα πάνε κόλαση. Εκεί θα είναι και η γυναίκα μου και μάλλον ο γιος μου. Είναι λοιπόν απίθανο να επιλέξω παράδεισο. Άσε, που μόνος στα όμορφα, δεν το αντέχω.
Τον κοίταγα άναυδος.
- Και τόσες νηστείες και προσευχές; ψέλλισα με πίκρα.
- Ή όλοι ή κανείς, μου είπε αυτός και κοίταξε τον άγιο Ηλία τον Αρδούνη.
- Έτσι δεν είναι; τον ρώτησε.
Η εικόνα έμεινε ίδια και αμίλητη. Φεύγοντας, έριξα  ένα κοφτό βλέφαρο στο κουτί με την πίτσα.
«Λες να είχε μείνει κανένα κομμάτι;», αναρωτήθηκα. 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ ΘΟΔΩΡΑΚΗ; (νέο διήγημα)


Πάνω που μάδαγα την μαργαρίτα και δεν μου έβγαινε, άρχισα ν’ απελπίζομαι. Σηκώθηκα, πήρα την κατηφόρα και έφτασα πρώτος στην πλατεία. Αμέσως μετά με ακολούθησε ο ίσκιος μου. Φλαπ! κολλήσαμε πριν το περίπτερο και αποφασίσαμε να σταθούμε μπροστά στις φυλλάδες.

Ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή. Κέρινο ομοίωμα στο Μουσείο Βρέλλη.
Μνημόνιο ή καταγγελία; Δεν υπήρχε λουλούδι για δείγμα και έτσι το τσίπουρο ήταν βάλσαμο. Μετά το τρίτο άρχισαν οι έντονες συζητήσεις και στο πέμπτο έγιναν ακόμη πιο προσωπικές. Αγαπηθήκαμε. Ο Ευρωπαίος με τον Έλληνα και ο δεξιός με τον αριστερό ψάλτη. Κάτι τα κεφτεδάκια, κάτι η σαρδέλα η παστή, όλα καλά και ύστερα από την επικοινωνία, βρέθηκα σπίτι μεσημέρι και με καυτό ήλιο στο πρόσωπο. Χάθηκα λοιπόν για κάμποσο και εκεί που άκουγα νερά να κελαρύζουν και κότσυφες να λαλούν, είδα τον καπετάνιο αρματωμένο και πίσω του ασκέρι ολόκληρο.

- Πού πάτε παλικάρια;

- Πάμε για να πατήσουμε την Τριπολιτσά, μου είπαν με μία φωνή.

Δεν ήταν μακριά. Φόρεσα σαγιονάρες, πήρα και μια αξίνα στον ώμο και κίνησα. Πηγαίναμε λοιπόν δρόμο πολύ και κάποτε κάτσαμε σε ένα κορφοβούνι. Τι θέα! Κάμποι και βουνά και στο βάθος το μπλε της θάλασσας!

- Έχει κύμα, μου είπε ο διπλανός μου. Κοίτα τα προβατάκια στο πέλαγο. Έρχονται από την δύση.

Τα είδα και έγνεψα με κατάφαση. Σκέφτηκα τους ναυτικούς και τις βαρκούλες, μα προτού αρχίσω να πέφτω στη διάθεση, άκουσα την προσταγή και συνέχισα πορευόμενος ανατολικά. Λίγο πριν φτάσουμε στην πόλη, μας μοίρασαν  σάντουιτς και αναψυκτικά. Φάγαμε στο πόδι και τούτο μου δημιούργησε πονόκοιλο. Με μία-δύο στροφές όμως επέρασε. Στην τρίτη ησύχασα και έτσι δεν ολοκληρώθηκε ο καλαματιανός που έσυραν οι συμπολεμιστές μου.

Στην συνέχεια, με απόλυτη ησυχία και περίσκεψη, οδηγηθήκαμε στα ταμπούρια. Έπεσε νύχτα. Ανάψαμε φωτιές και άρχισαν τα τραγούδια και τα ψησίματα. Πείναγα. Τα κρεατοσφαιρίδια και η σαρδέλα του μεσημεριού δεν είχαν αποτέλεσμα. Κοίταγα το αρνί στη σούβλα και από τη σιελόρροια άρχισα να ψάχνω για μπροστέλα. Άκαρπο. Πουθενά. Να σηκωθώ να ανοίξω το ντουλάπι˙ αυτό κι αν ήταν καταστροφή. Θα μ’ έβλεπαν οι οχτροί κι επιπλέον θα ξαναγύριζα με την επιστροφή μου στο συγκεκριμένο επεισόδιο; Αψήφησα το βρέξιμο και συνέχισα να είμαι μάχιμος.  Πήρα ένα μπούτι και άρχισα να μασουλάω λαίμαργα. Έφαγα, έφαγα μέχρι σκασμού και ύστερα κάθισα να χωνέψω. Ο καπετάνιος, από παρέα σε παρέα και από σούβλα σε σούβλα, έδειχνε οικοδεσπότης στο πάρτι και χαρούμενος. Μόλις ζύγωσε κοντά μου πήρα το θάρρος και τον ρώτησα:

- Τι βλέπεις Θοδωράκη;

Με μάτια να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι και κείνη την περικεφαλαία, που θύμιζε αρχαίο, μου έριξε ματιά και μου έδωσε γουλιά από το μπρίκι του. Θεσπέσιο, μα λίγο ξινό. Δεν πήρα πάνω από γουλιά γιατί φοβήθηκα την αναρρόφηση.

- Πιες σαν να είναι τελευταία φορά , μου είπε.

- Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, του απάντησα και κείνος γέλασε.

- Θα σε δω το πρωί, λάλησε και άφησε την αύρα πίσω του.

Αυτή μου χάιδεψε το πρόσωπο και σκέφτηκα πως έπρεπε να κλείσω το τζάμι. Πού να σηκώνομαι όμως; Καλοκαιράκι πια, δικαιολογείται. Γύρισα πλευρό και τότε βρέθηκα με τον Νικηταρά κατάφατσα. Παλικάρι. Κράταγε ένα τσιμπούκι τεράστιο και κοίταγε πέρα μακριά τα φώτα.

- Θα νικήσουμε αύριο κι εκείνη η πόλη θα γίνει δική μας, του είπα με στόμφο.

- Ναι και ύστερα θα πάμε για σουβλάκια στους Μύλους, μου τόνισε.

Άρχισε να έχει κατεβατό. Κουλουριάστηκα και προσπάθησα ν’ αποφύγω το κρύο. Στην απελπισία εμφανίστηκε η γυναίκα μου. Είχε έρθει με κάμποσες άλλες με μουλάρια φορτωμένα με παντανίες. Μου έριξε μια και ένοιωσα καλύτερα.

- Φύγε, τής είπα με τρόπο. Εδώ θα γίνει πόλεμος. Πάρε και τα παιδιά μαζί σου.

Μου έδειξε ένα ομαδικό διαβατήριο και ένα μασούρι με δολάρια.

- Θα πάμε στη θεία στην Αυστραλία μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Ησύχασα. Θα έχουνε μέλλον. Με το που έφυγε, έπεσα σε σκέψεις. Όλα γύρω από τον θάνατο. Λίγο προτού χαράξει είχα τη λύση. Ανέβηκα πάνω στο βράχο και φώναξα:

- Με ακούτε ρε ξένοι;

- Σε ακούμε, μου απάντησαν από απέναντι. Τι αποφάσισες ρε; Θα έρθεις σαν φίλος στα κάτεργα;

Τα έχασα. Τέτοια ανταπόκριση άμεση;

- Τι κράζεις μωρέ; μου λέει ο καπετάνιος. Κι εκεί να πας κι εδώ να κάτσεις, ο χάρος στην έχει φυλαγμένη…

Το ‘ξερα. Δεν την γλυτώνω. Τι το ‘θελα τόσο πιοτό και τόσο φαί; Αφού δεν το σηκώνει η φύση μου. Βόγκηξα. Έκανα ένα βήμα μπρος και δύο πίσω. Έπεσα πάνω στον ίσκιο μου και κείνος εφώναξε:

- Διάλεξε ρε, τις αλυσίδες στα πόδια ή το σπαθί στο χέρι;

Το σήκωσα και ανέμισα ελεύθερος ελπίδες. Χυθήκαν αυτές και έγιναν άνεμος. Η πόλη επάρθη και εγώ σηκώθηκα με το τσαπί στο χέρι. Δεν είχα άλλα περιθώρια. Έπρεπε να φυτέψω, για να έχουμε να φάμε. Ο ιδρώτας μου πήρε άρωμα από την γη κι εκείνη μου υποσχέθηκε να βλαστήσει.    

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Δημήτρης Γ. Μαγριπλής: ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΠΙΑΝΩ ΔΟΥΛΕΙΑ (νέο διήγημα)


Ψάχτηκα, δεν είχα δεκάρα. Ούτε για ψωμί. Έκανα μια-δύο βόλτες στην πλατεία και πάνω που είχα απελπιστεί είδα τον υπάλληλο να βγάζει μια σακούλα τεράστια. Τον πήρα από πίσω. Στον παρακείμενο κάδο άνοιξε το καπάκι και ψύχραιμα έδωσε μια και έδιωξε από τα χέρια του το βάρος. Δεν δίστασα ούτε στιγμή. Όρμισα. Ευτυχώς ήμουν ο πρώτος. Έβγαλα έξω το σάκο και άρχισα να ξεσκίζω το περιτύλιγμα. Βρήκα από όλα. Ψωμί – γάλα – παξιμάδια ακόμη κι ένα κομμάτι τυρί. Τα έβαλα βιαστικά μέσα στο καρότσι και χωρίς άγχος συνέχισα τα ψώνια μου. Πέρασα φορτωμένος τον κεντρικό δρόμο και ένα στενό παρακάτω έστριψα. Στη Λαϊκή το παζάρι τελείωνε. Πήγα στον πάγκο του Λώλου. Μου είχε φυλάξει χόρτα και ένα μαρούλι. Μάζεψα ακόμη και φράουλες, ντομάτες για πελτέ και κάμποσες πατάτες που είχαν κυλήσει πάνω στο ρείθρο. Παρά τρίχα να γυρίσω και με κρέας αλλά το άτιμο μου ξέφυγε την τελευταία στιγμή. Χώθηκε στον υπόνομο και μην το είδατε. Ατυχία. Τέτοιες στιγμές θα ήθελα να είμαι γάτα. Με νύχια τεράστια και διάθεση αρπακτικού. Να τρώω και να λιάζομαι. Να κινούμε μόνο για αναπαραγωγή και να τρίβομαι όπου γουστάρω. Ας είναι, πρέπει να δεχθώ την μοίρα μου. Τράβηξα το καρότσι με δύναμη. Στην ανηφόρα έκανα κάμποσες στάσεις και ευτυχώς στην είσοδο συνέπεσα με τον κύριο Αριστείδη. Με βοήθησε να μπάσω τα ψώνια και μου έδωσε προτεραιότητα στο ασανσέρ. Ευχαρίστησα.
- Να σας δούμε το βραδάκι στο σπίτι. Θα έχουμε και κάτι να τσιμπήσουμε…
- Φυσικά, τον διαβεβαίωσα και πάτησα πέμπτο.
Βγήκα και άνοιξα την πόρτα. Πάλι γράμματα. Τέτοια αλληλογραφία δεν είχα ποτέ. Με έπιασε συγκίνηση. Όλα από Τράπεζες. Τι ενδιαφέρον… Αγαπητέ κύριε και αξιότιμε κύριε…Στο τραπέζι της κουζίνας τα κατέταξα στις στοίβες και άρχισα να μαγειρεύω. Πατάτες καπαμά. Μύρισε όλη η πολυκατοικία. Πάνω που έστρωσα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ανατρίχιασα. Είχα μέρες να ακούσω το κουδούνισμα και να κάνω μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ήταν αυτή.
- Μίλα μου για σένα, της είπα.
Αυτή επέμεινε σε μια αδικαιολόγητη τυπικότητα και με ρώτησε «πότε».
- Όποτε νομίζεις ότι είσαι έτοιμη, της απάντησα και την φαντάστηκα κόκκινη σαν τομάτα. Στον επόμενο τόνο το ακουστικό βουβάθηκε. Μετά από λίγο έκλεισα, δεν ήθελα να την πιέσω.
Το μεσημέρι κοιμήθηκα. Φταίει το σκόρδο. Βάζω παντού. Άνοιξα το παράθυρο να αεριστεί το δωμάτιο και πήγα να κάνω το μπάνιο μου. Άφησα να τρέξει το ζεστό και δόξασα τον κύριο Αριστείδη. Είχε πληρώσει το ηλεκτρικό. Τι καλοσύνη! Όταν τον ευχαρίστησα με κοίταξε με συστολή και μου έδειξε μια φωτογραφία.
- Καλέ, τι άντρας! Τι χωρίστρα, τι αποφασιστικότητα στο μάτι πίσω από το γυαλί… τσολιάς!
- Πατριώτης! μου τόνισε με θαυμασμό. Και φιλάνθρωπος! Θα έρθει από το σπίτι. Να τον γνωρίσετε. Ίσως έχει και κάποια δουλειά…
Ένοιωθα σαν έφηβος σε πρώτο ραντεβού. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και το κάτουρο έτρεχε στάλα-στάλα λόγω προστάτη! Έτοιμος! Φρέσκος και γεμάτος ζωντάνια!
Κατέβηκα στον τρίτο. Ήταν και οι κύριοι από τον τέταρτο. Κοινή η εκδήλωση, αν και παρατήρησα ότι προέκριναν άλλο τσολιά. Ολίγον ευτραφή. Λεπτομέρειες. Με διαβεβαίωσαν ότι θα περιορίζετο ως παρατρεχάμενος του αρωγού μου. Τον ονόμασα Τσολιά Β΄. Χτύπησα το κουδούνι. Μια δεσποινίδα μου άνοιξε. Με καλωσόρισε και μου έδειξε το σαλόνι. Έκατσα δίπλα στο τραπεζάκι με τα μεζεδάκια. Πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων. Και αστείρευτα. Πάνω που νόμιζες τελείωσαν, νάσου και άλλα. Στο τέλος είχε και γλυκά. Ταρτάκια με εξωτικά φρούτα πάνω στην κρέμα. Ο τσολιάς ήρθε καθυστερημένος. Δεν μπορούσα άλλο να φάω, είχα πρηστεί. Το έριξα λοιπόν στο αναψυκτικό και κάθε τόσο νόμιζα ότι θα εκραγώ. Τι όμορφα που μίλαγε. Με μάγεψε. Επιτέλους, κατάλαβα. Όλα έγιναν για το καλό μας. Από εδώ και πέρα άρχιζε η ανάκαμψη. Τον άλλο χρόνο η ανάπτυξη και τον επόμενο η απογείωση. Ήταν θέμα προτεραιότητας. Έπρεπε να κλείσουμε θέση και αυτό έκανα. Πρώτος στην λίστα. Έδωσα στοιχεία στον τσολιά Β’ και αυτός με χαμόγελο μου είπε να τους πάρω τηλέφωνο μετά τις εκλογές.  Πήρα το έντυπο με την φωτογραφία του δικού μου ανθρώπου και αφού φίλησα σταυρωτά τον οικοδεσπότη, ανέβηκα για ύπνο. Άνοιξα την τηλεόραση και συντονίστηκα σε μια προεκλογική συζήτηση. Χάος... Δεν ήξεραν τι έλεγαν... Είμαστε για περιπέτειες; Μια γουλίτσα μού θύμισε την αλήθεια. Έκλεισα τα αυτιά μου στους ανεγκέφαλους. Είχα καταλήξει. «Το τσαρούχι στη Βουλή», ψιθύρισα και άφησα τα μάτια μου να κλείσουν.
Τις επόμενες μέρες κατέβηκα και στους άλλους ορόφους. Καλά ήταν, μα ούτε καναπεδάκια ούτε αναψυκτικά, ούτε και δεσποινίδες με χαμόγελα. Τι να εμπιστευτώ; Η περίπτωσή μου ζητούσε άμεση λύση. Ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος ήταν λόγια περί ανεξαρτησίας και ελευθερίας. «Η πολυκατοικία ανήκει στο τετράγωνο», τους είπα και έφυγα. Το είχα εμπεδώσει. Κάθε που πλήρωνε ο κύριος Αριστείδης τους λογαριασμούς μου, με έβαζε να το φωνάζω. Με είχε διαβεβαιώσει ότι, αν φεύγαμε  από το τετράγωνο, τότε πως θα πλήρωνε τα χρέη μου; Στο υπόγειο το πάρτι ήταν ρεφενέ. Δεν κάθισα, τρόμαξα από τις φάτσες. Αξύριστοι και να μυρίζει το χνότο τους. Έγινε και μια μάζωξη έξω από την πολυκατοικία. Αίσχος. Γέμισε ο δρόμος φρικιά και πάνω στο κέφι έκλεισαν και το δρόμο. Ο κύριος Αριστείδης και οι κύριοι του τέταρτου φώναξαν την αστυνομία. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί κανείς από το θόρυβο. Τους έκαναν με τα κρεμμυδάκια. Αντιθέτως δεν έκαναν το ίδιο όταν μαζεύτηκαν κάτι μπρατσωμένοι με σύμβολα της μινωικής εποχής. Βγήκαν στα παράθυρα και τους χαμογέλαγαν. Μερικοί τους ήταν γνωστοί. Περιποιημένα παιδιά. Με ονόματα πρώην υπουργών και ελληνοπρέπεια. Εγώ δεν βγήκα καθόλου. Φοβήθηκα μη με σκοτώσουν.   Έμοιαζα με Πακιστανό και αυτοί είχαν ευαισθησία στο χρώμα.
Την Κυριακή φόρεσα το μπλε κουστούμι. Έβαλα και μια πράσινη γραβάτα και έτοιμος κατηφόρισα για το εκλογικό κέντρο. Από τους πρώτους. Έδωσα ταυτότητα και περίμενα. Στην τσέπη είχα έτοιμο το ψηφοδέλτιο και μάλιστα μονοσταυρία. Τον προστάτη μου. Το χάιδεψα και μπήκα στο παραβάν. Έκλεισα την κουρτίνα και έβαλα την υποχρέωση μέσα στο φάκελο. Περίμενα λίγο μήπως και ήθελε κάποιος να με πάρει φωτογραφία. Ο δικαστικός μου φώναξε συντομεύεται και έτσι χάθηκε όλη η φαντασίωση. Βγήκα στο δρόμο. Ο κύριος Αριστείδης μου έγνεψε και του έκλεισα το μάτι.
- Από αύριο να έρθεις, να πάρουμε τηλέφωνο.
Ο άνθρωπος με έσκισε. Θα το κάνω, του έδειξα με τρόπο. Ανηφόρισα το στενό. Έξω από το φούρνο, σταμάτησα. Τι βιτρίνα! Έμεινα κάμποσο. Ξάφνου έσφιξα τη ζώνη μου και έτρεξα σπίτι. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Την Τρίτη έπιανα δουλειά. 

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ [Συμμετοχή στον Μαραθώνιο Ποίησης 2012]



Ο ποιητής 
φωνή απόκοσμη
δανείζεται το χρόνο μας 
και μαρτυρεί:

«Ανάμεσα στ' άστρα 
άφησα πάθος και νου να φύγουν μαζί.
Τους φώναξα: γυρίστε πίσω…
και στη συνάντηση 
νοιώσαμε πάλι το βάρος της γης».

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΚΟΙΤΑ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ (νέο διήγημα)

Έργο Giannis Kounellis
Όλα ξεκίνησαν με δέος. Τους κοιτούσα που έκριναν και αποφάσιζαν. Κάθονταν μπροστά στα τερματικά και με μία μόνο κίνηση του χεριού τους εξαφάνιζαν επιχειρήσεις, κεφάλαια, ακόμη και κράτη.  Πανίσχυροι. Παρατηρούσα με πόση ευκολία αποφάσιζαν και με τι διάθεση έκαναν πράξη το λόγο τους. «Αγοράζω και πουλώ», φώναζαν και ύστερα ακολουθούσε ένας χαμός, μια βουή και στο τέλος καμπανάκι. Έπειτα κάτι είχε πάλι χαθεί. Κατόπιν έκλειναν τα τερματικά, άφηναν την αίθουσα και πήγαιναν για χαλάρωση. Τους άνοιγα την πόρτα, έμπαιναν μέσα στη λιμουζίνα και με χαμόγελο μου έδιναν εντολές. Συνήθως ακριβά εστιατόρια. Τι κλάση! Άρχοντες. Περίμενα πάντα απ’ έξω. Έπιανα κουβέντα με τους άλλους οδηγούς και κάποτε - κάποτε μας έφερναν πιάτο με ορεκτικά. Υπέροχες γεύσεις. Φουαγκρά, χαβιάρι, σολομό, ψωμάκια με μπρικ. Τρώγαμε και ρευόμασταν το όνειρο. Πού και πού αφήναμε αρωματικά αέρια κοιτώντας την πόλη από ψηλά. Φώτα νέον και σειρήνες στη διαπασών. Μια κραυγή και ύστερα άλλη. Προσπαθούσα να μαντέψω το φύλο, τη φυλή, το θρόισμα της ζωής που χάνεται πίσω από το χρόνο. Μάταια. Ποτέ δεν έπεσα μέσα. Κάποιος ανώνυμος, κάτω στα φώτα, σημάδευε την ευτυχία με αίμα. Μόνο για λίγο. Ύστερα ο πίνακας πάλι λευκός και η συνέχεια ασθμαίνοντας στο χώρο εναπόθεσης απορριμμάτων. Ο κάδος αδειάζει και η επόμενη μέρα καρμπόν. Αγοραπωλησίες, βουή, χλιδή και γυάλισμα στη λίμο. Ψωμάκια πασαλειμμένα στο βούτυρο, απελπισμένα κορμιά στη λίμνη του νέον, αίμα στο λευκό και επιστροφή στην έπαυλη.
Ανοίγω την πόρτα, κατεβαίνει ο μύθος και χάνεται μέσα στο σπίτι. Φεύγω, ανοίγω το ραδιόφωνο και στρίβω αριστερά στη λεωφόρο. Με κοιτούν και κοιτώ. Κόσμος στον κόσμο. Στην έξοδο περνώ κάτω από την γέφυρα. Πουτάνες και άστεγοι, χαμίνια και φωτιές δίπλα σε κάδους. Κάποιος κινείται πάνω στην άσφαλτο. Φοβάμαι και πατάω το γκάζι. Χάνομαι πίσω από βρισιές και μπουκάλια που πέφτουν με κρότο. Νυστάζω. Στο λάρυγγα ανεβαίνει το ψάρι. «Βαρύ, πώς το αντέχουν;»
Κάθομαι μες στο σκοτάδι. Ανάβω τσιγάρο και αρχίζω να βήχω. Ανοίγω μια μπύρα και πίνω γουλιές. Χτυπά το τηλέφωνο.
- Να έρθω; με ρωτά. Δεν  απαντώ. Κλείνω και περιμένω. Μετά από λίγο ανοίγω και μπαίνει. Τι όμορφη.
 - Πού ήσουνα σήμερα;
- Ξέρεις. Στο ναό και ύστερα πάλι στο δρόμο.
- Μαζί με τους θεούς;
- Πάντα αυτό κάνω. Ακολουθώ τα βήματά τους.
- Έχεις ξεφύγει. Τι τους πιστεύεις;
- Απλά πειθαρχώ.
- Φοβάσαι  να ζήσεις.
- Και συ τι προτείνεις; Το χάος; της λέω και μπαίνω στο μπάνιο. Γελά και το παίζει πως είναι η έξυπνη. Βάζει καφέ και κοιτάει στο τζάμι.
- Κοίτα τα αστέρια.
Πάω κοντά και βλέπω πάλι τα σύννεφα. Πηχτά και μαύρα ταξιδεύουν στη νύχτα.
- Πού τα δες ;
- Στα μάτια σου, μου απαντά και πιάνει το χέρι μου. Τραβιέμαι στον πάγκο. Δεν έχω το κέφι.
- Άρρωστη. Αυτό είσαι, τρελή.
Καμώνεται πως πειράχτηκε και αφήνει ένα «γιατί;».
- Γιατί δεν το βλέπεις. Είναι ανίκητοι  και αξίζουν λατρεία, της λέω με έμφαση.
Με κοιτά σιωπηλή.
- Κρέμασμα θέλουν, μου λέει στο τέλος.
- Πάρε σκοινί και βγες μόνη στο δρόμο.
- Το κάνω. Μου δείχνει το έντυπο. «Διαδήλωση».
- Μούφες. Και τι θα κερδίσεις;
- Αξιοπρέπεια.
- Παραμύθια, στους κάδους σε βλέπω και μάλιστα μέσα. Να, πάρε.
Της δίνω το αδιάβροχο και ύστερα γάντια μιας χρήσης.
- Κοίτα τα αστέρια, μου λέει ξανά.
Την κοιτώ με αηδία.
- Να πλένεις τα δόντια σου, μυρίζει το χνώτο.
Ανοίγει και φεύγει χτυπώντας την πόρτα.
Ξεμπέρδεψα. Απερίσπαστος κοιτώ την ομίχλη. Σκοτάδι βαρύ. Αύριο θα πρέπει να σηκωθώ αχάραγο. Να πλύνω το αμάξι και ύστερα να πάω στη βίλλα. Να πάρω το αφεντικό και να τον πάω στο χρηματιστήριο. Μπαίνω στο μπάνιο. Βούλωσε πάλι. Σκύβω, κοιτώ το σιφόνι. Γεμάτο σκατά. Βάζω μέσα τα χέρια και χάνομαι. Ξάφνου με παίρνει ο βόθρος. Ένα ποντίκι με σηκώνει στον ώμο του. Βγαίνω από τον εφιάλτη. Πετάγομαι, είναι ώρα να φύγω.
Το  καμπανάκι χτυπά. Ο κύριος δούλεψε και τώρα πεινά. Περιμένω σε στάση προσοχής. Υποκλίνομαι, ανοίγω την πόρτα.
- Ξέρεις…
Ξέρω και χάνομαι. Πατάω το γκάζι και κει που πετώ προσγειώνομαι πάνω σε κόσμο.
- Πορεία, του λέω, τι κάνουμε;
- Μην στρίβεις, ευθεία.
 Το σκέφτομαι, κάνω να κόψω, αλλά πιο πολύ φοβάμαι αυτόν. Πέφτω επάνω τους και ακούω τα κόκαλα. Εκείνο το βράδυ μας φέρανε ψάρι ξανά.
- Κηδεία έχουμε; Τολμώ να ρωτήσω.
Η πόλη παντού φωτιές και εκρήξεις. Μόνος κοιτούσα τα αστέρια που έτρεμαν πίσω από την κραυγή της.   

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ (νέο διήγημα)

Kukl sad by Aram Vardazaryan, 2011
Παλεύω να γράψω για μια σταγόνα που ρέει πάνω σε ένα πράσινο φύλλο. Μια κρυστάλλινη νερένια μπάλα που με ρυθμούς σαλιγκαριού φτάνει στα άκρα. Ζυγίζεται μπροστά – πίσω, γεμίζει και υποχωρεί. Μετά από κάμποσες ταλαντεύσεις το αποφασίζει. Κάνει λοιπόν την απόπειρα. Βουτά στο κενό.

Αμέσως γυρίζω κανάλι. Τι σκέψεις κάνω; αναρωτιέμαι. Εδώ η εθνική οικονομία καταρρέει κι εγώ ονειρεύομαι κρυστάλλινες μπάλες; Μάλλον το δελτίο ειδήσεων στο κρατικό κανάλι φταίει, λέω και ησυχάζω. Συγχρονίζομαι αμέσως με ζωντανές αμερόληπτες ιδιωτικές ειδήσεις και ξαναγυρίζω το μυαλό μου στον δείκτη του χρηματιστηρίου αξιών. Κατρακύλα. Με πιάνει κρύος ιδρώτας, μα θυμήθηκα πως μόνο χρωστώ.

H στάλα συνεχίζει να ταξιδεύει κατακόρυφα. Αθόρυβα, απροειδοποίητα και ξαφνικά σημαδεύει ευθεία στη γη. Ο χρόνος παγώνει και ο άνεμος την παίρνει στη ράχη του. Καμπύλη και πάλι ψηλά.

Σηκώνομαι να φτιάξω ρόφημα. Πιάνω το μπρίκι και ανοίγω τη βρύση. Χείμαρρος. Και κείνη η στάλα…

Πάνω από πόλεις, πάνω από χωριά, πάνω από τα δένδρα του δάσους. Στο σύννεφο σμίγει με κάμποσες άλλες. Το φορτίο βαρύ και η νεφέλη το αφήνει να ρεύσει. Αγγίζει ξανά μια πράσινη χούφτα. Ισορροπεί πάνω στο νεύρο και αφήνεται στην έκπληξη. Ο λίβας την βλέπει και οργίζεται. Τινάζει τα φύλλα και παίρνει μαζί του την κόρη του. Την κλίνει στη σκόνη και αυτή ερωτεύεται. Σκόνη και στάλα ποτίζει τη πλάση. Χωρίς ενδοιασμούς προσγειώνεται και μετά από επίπεδη πρόσκρουση γεννάει μικρές εικόνες της. Η κάθε μια αφήνει τη στάμπα της και ύστερα απελευθερωμένες ενώνονται πάλι. Μια σταγόνα που ταλανίζεται στο άκρο του φύλλου.
 
Κάθομαι πάλι. Πέφτω επάνω στο αγαπημένο μου τηλεπαιχνίδι. Ένα παιδί παραδέχεται ότι έκλεβε τη μάνα του. Εκείνη χαίρεται για τη δημοσιότητα του κανακάρη της και αυτός ομολογεί το πάθος του τζόγου. Το ακροατήριο τον επικροτεί και όλα δείχνουν ότι θα πάρει το έπαθλο. Μουσικούλα και μετά ο παρουσιαστής διατυπώνει την πιο κρίσιμη ερώτηση: «Έχεις ποτέ κοιμηθεί με την γυναίκα του καλύτερού σου φίλου»;

Αλλάζω κανάλι και κοιτώ τις φωτιές στην μακρινή ήπειρο. Τα κάψανε όλα. Δένδρα, φυτά κάθε λογής, σπίτια, ανθρώπους, ένα κοάλα πασχίζει να καταλάβει τι έγινε. Προτιμά στο τέλος τη φυλακή παρά το σκηνικό της αποκάλυψης. Οικειοθελώς δέχεται την στοργική αγκαλιά του δεσμοφύλακά του.
Η στάλα έχει τη δική της μαγεία…

Ο πρόσκαιρος ήλιος την κάνει καθρέφτη. Ξαφνιάζεται το πουλί και πετάει απότομα. Την παίρνει στα πούπουλα και την αφήνει να γλιστρήσει στο λουλούδι. Σταγόνες στο κόκκινο. «Για δες!» λέει ο άνθρωπος και κόβει το άνθος. Τινάζει τη δροσιά του απότομα. Η στάλα υψώνεται και ύστερα την υποδέχονται του πεύκου οι κλώνοι. Από κλαδί σε κλαδί και από βελόνα σε βελόνα κοντεύει στο έδαφος. Τώρα πια θα χαθεί.

Χάθηκε η πόλη ολόκληρη από τις βόμβες. Παιδιά που τρέχουν κλαίγοντας. Μάνες που αλαλάζουν, κάποιοι άντρες που ορκίζονται εκδίκηση, φωνές, ουρλιαχτά και αλλόφρονες φαντάροι με συσκευές φλογοβόλων στην πλάτη τους. Ένα καράβι βουλιάζει αναφανδόν και μια κοπέλα εκλιπαρεί τον σύζυγό της να γυρίσει στο σπίτι για να την δέρνει και μετά να της κάνει έρωτα. Αναζητείται ένα παιδί. Χάθηκε νύχτα από το χέρι της μάνας του.

Αγρότες κλείνουν τα σύνορα. Στα Τέμπη γίνεται επανάσταση. Τουλάχιστον μέχρι την Πέμπτη. Μετά θα συνεδριάσουν οι εκπρόσωποι και θα δουν. Να βάλω ξυπνητήρι για το πρωί. Τελικά μάλλον ονειρεύομαι μπροστά σε μια προσφορά της τηλεαγοράς.

Ονειρεύομαι να περιγράψω μια σταγόνα που χάνεται πάνω στην άνυνδρη γη. Που τρυπώνει στις ρυτίδες της και κλείνεται στα μυστικά του κάτω κόσμου. Που ακολουθεί τα μονοπάτια των σκιών και δροσίζει πληγωμένους αφανείς. Γλιστρά στα ξεραμένα χείλη τους και δίνει αυτό που επιθυμούν οι κολασμένοι. Εκεί που η ζωή μοιάζει με σταγόνα στο χρόνο και οι ανάσες ξερνούν φωτιά και χολή. Στον στερεμένο ποταμό είναι ενθύμηση και στα βουβά πρόσωπα ήχος. «Ακούς πώς κυλά;» Από στιγμή σε στιγμή και από αγωνία σε αγωνία. Γίνεται ιδρώτας πάνω σε πτώματα. Γίνεται δάκρυ και αναβλύζει στα μάτια μου.

Ξυπνώ και ξέρω ότι ονειρεύτηκα. Ντρέπομαι λίγο. Να κοιμάμαι μπροστά στο δέκτη; Τόσο πολύ μεγάλωσα; Θα έχει κάποια ταινία. Αρχίζω να ψάχνω. Μετά τα μεσάνυχτα πάντοτε βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον.

Αφιερώνω τη ματιά μου στο έργο. Όμορφα πλάνα. Σε ένα ήσυχο δάσος κυλά το ποτάμι. Κάποιος ψαρεύει πέστροφες. Πετά το καλάμι και περιμένει. Κάτι τσιμπά. Το τραβά και ένας εξωγήινος εμφανίζεται και του παίρνει τη ζωή. Τρομοκρατήθηκα και πρόλαβα να κλείσω το κουτί.

«Τι σκατά», λέω.

Το δάκρυ τρέχει στο πρόσωπο. Το κλείνω στην χούφτα μου και κείνο κυλά προς τα δάχτυλα. Στις άκρες γυρνά πάλι πίσω, επάνω στη γραμμή της ζωής. 
----------------------------------------------
Ο Δ. Γ. Μαγριπλής είναι διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και πρωτοεμφανίστηκε στην λογοτεχνία με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης και τα «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή: «Στα τέταρτα του χρόνου» στο «Χρώμα και λόγος», Επί- γνωση / Αν. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με την εικαστικό Α. Κοκονάκη. Το 2011 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο: «Κρυφές Ενοχές», στην σειρά Επί- γνωση, του εκδοτικού οίκου Αν. Σταμούλη, στην Θεσσαλονίκη. Το 2012 αναμένεται να κυκλοφορήσει η νέα συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο: «Η μετάλλαξη της γυναίκας μου», από εκδοτικό οίκο της Αθήνας. Τα βιβλία του κυκλοφορούν διαδικτυακά, σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ - ΤΙΡΑΝΑ ΑΝΑΧΩΡΕΙ (νέο διήγημα)

Τι νύχτα και αυτή!... Ατελείωτη. Να βρέχει και από πάνω να γυρίζουν στην σκεπή τα ποντίκια με θόρυβο. Χάος. Είχαν ρεβεγιόν. Κάποτε με πήρε ο ύπνος. Βαρύς και παγωμένος όπως ο καιρός.
Λίγο πριν να φωτίσει, σηκώθηκα. Ετοιμάστηκα και κίνησα για την πόλη. Σύννεφα μαύρα. Στους κάδους φιγούρες πολύχρωμες να ψάχνουν. Χαιρέτισα τα δύο κορίτσια. Ρουμάνες. Ύστερα μπήκα. Φώτα, κεριά και λιβάνια. Πρώτο στασίδι. Από μικρός μού άρεσε πάντα να βλέπω. Απέναντί μου μια εικόνα της Γέννησης και πάνω Θεός άναρχος. Ξάφνου καταβέβηκε. Χαρά. Ύστερα ευχές, φιλιά και χρόνια πολλά. Βγήκα πάλι στο κρύο. Ψιλόβρεχε. Έβαλα μπρος και άνοιξα το ραδιόφωνο. Πάλι τα ίδια. Τα θαύματα φέτος έχουν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα. Όλα κλειστά και μόνος κοιτώ το σκυλί που γαβγίζει. Στο νου μου σφηνωμένο το κήρυγμα. Πάντα επίκαιρο:
«Για λόγους ευπρέπειας και κοσμιότητας, εφέτος στα Θεοφάνια απαιτείται προσωπική αίτηση για συμμετοχή. Προσοχή! Όποιος βούλεται να βουτήξει, θα πρέπει να προμηθευτεί σχετική μπλούζα από τα γραφεία της Μητροπόλεως…»
Θα έχουν άραγε σε μεγάλα μεγέθη; Πρέπει να σπεύσω.
Στην πλατεία, δύο μαλώνουν. Κάτι κρατάει ο ένας και ο ψηλός πιο δυνατός, του το παίρνει και τρέχει. Κατεβαίνω να δω.
- Χρόνια πολλά, φωνάζει ο φίλος.
- Πού πας; τον ρωτώ.
- Περιστατικό. Βαρύ έμφραγμα, την βγάζει δεν την βγάζει, μου απαντά ο διασώστης.
Απομακρύνομαι με σκέψεις. Πιάνω το σφυγμό μου. Χτυπά ακόμη. Ησυχάζω. Κοιτάζω στο βάθος. Η θάλασσα μοιάζει με παγοδρόμιο. Να έχει ακόμη ψάρια; Τις προάλλες κοπάδια οι γλάροι. Βουτούσαν κάθετα και έτρωγαν μέχρι σκασμού. Δεν άφησαν τίποτα. Άδειασε. Ο ψαράς, γελώντας στην αγορά, φώναζε για γλαρόσουπα. Ο ελαιοτριβάς, ήταν φίλος του Δήμαρχου. Μας έπεισαν όλοι μαζί.
«Δεν είναι τίποτα, η θάλασσα είναι καταβόθρα».
Επρόκειτο για επίσημη ανακοίνωση. Μπορούσαμε να ρυπαίνουμε ανεξέλεγκτα.
Στα γραφεία της Μητροπόλεως δήλωσα συμμετοχή.
- Μέγεθος;
- Το μεγαλύτερο. Ήμουν υπέρβαρος.
Πήρα την μπλούζα και κίνησα για το σπίτι. Τον βρήκα απέξω να με περιμένει.
- Να βρούμε μια λύση, μου είπε ο τοκογλύφος.
- Να βρούμε, αντέτεινα, αλαφρωμένος και περισπούδαστος.
- Ωραία… Τι λες για τρία χρόνια ζόρι και ύστερα χαλαρά;
- Όμορφα, απάντησα και δώσαμε χέρια.
Από την επομένη άρχισα τις περικοπές. Μόνο τα γουρούνια διαμαρτυρηθήκαν. «Αχάριστα ζώα» σκέφτηκα και συνέχισα απερίσπαστα την εφαρμογή του προγράμματος. Στο τέλος του μήνα όλοι είχαμε χάσει τα περιττά. Κότες, χήνες, σκυλιά και γουρούνια στην καλύτερη φόρμα. Παιδιά, γατιά και κατσίκια σε πλήρη απόδοση. Με λιγότερο φαΐ και ισολογισμό θετικό.
- Πρέπει να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο, μου συνέστησε.
Τα έχασα.
- Πόσο ακόμη;
- Τις χήνες τι τις θέλεις; μου απάντησε με χαμόγελο.
Τις έσφαξα και έφτιασα στιφάδο. Κρεμμύδια δικά μας και σάλτσα από τα βάζα της γιαγιάς. Στο γεύμα κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού.
- Τι βλέπεις;
- Πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο, μου ξανάπε μπουκωμένος.
Τα γουρούνια τα έκανα παστό. Το περισσότερο το πήρε. Φάγαμε όμως και εμείς την μερίδα μας. Ακολούθησαν οι κότες, οι κατσίκες και, πάνω που θα καθάριζα και τα σκυλιά, μου ανακοίνωσε ότι δεν βλέπει αποτέλεσμα.
Έβγαλα στο σφυρί την αποθήκη. Ύστερα κάτι ελιές και στο τέλος περίμενα εντολές.
- Πρέπει να δεις σοβαρά την προσπάθεια...
Κοίταξα τα παιδιά. Είχαν γίνει πετσί και κόκαλο. Φόρεσα την μπλούζα και ετοιμάστηκα για το λιμάνι. Καθόταν δίπλα στον εκπρόσωπο της Περιφέρειας. Η μπάντα παιάνιζε και οι εκκλησιαστικές αρχές κατηφόριζαν με τα εξαπτέρυγα. Πάνω που θα βουτούσαμε, ακούστηκε φωνή Κυρίου.
- Η δεσποινίς με το μπλουζάκι – φόρεμα να βγει από την σειρά.
- Φταίει το μέγεθος, φώναζα, μα κανείς δεν μου έδινε σημασία. Είχα αποστεωθεί και με το μακρύ μαλλί έμοιαζα πράγματι. Αποχώρησα συνοφρυωμένος.
Την επομένη με επισκέφτηκε.
- Πρέπει να είσαι συνεπής με το πρόγραμμα, μου συνέστησε με ύφος σοβαρό.
Μου είχε μείνει το σπίτι. Του έδωσα τα κλειδιά και βγήκα στο δρόμο. Τα παιδιά ευτυχώς τα είχα στείλει στον θείο. Γιατρός στην πρωτεύουσα. Κάτι θα έτρωγαν. Στο σταθμό συνάντησα και τον γείτονα.
- Και συ στο πρόγραμμα ; ρώτησα.
Δεν μου απάντησε. Μπήκαμε σε σειρά. Σε λίγο ακούσαμε στα μεγάφωνα: «Το λεωφορείο Κυπαρισσία – Τίρανα αναχωρεί».
- Θα μας περιμένει ο Τζόι, ψιθύρισε ο γείτονας. Τον είχε χρόνια στα χωράφια. Έχει μια στάνη να βολευτούμε, μέχρι να βρούμε δουλειά. 
Related Posts with Thumbnails