© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Κλάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Κλάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

Η Ζακυνθινή Ψαλτική Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας (προέλευση, μουσικά χειρόγραφα, σχόλια)

Εισήγηση του ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΛΑΔΗ σε επτανησιακό συνέδριο στην Κεφαλονιά, 11.11.2024 

Σεβασμιότατε Μητροπολίτα κ.κ. Δημήτριε, Αξιότιμοι σύνεδροι, Κυρίες και Κύριοι

Σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή να συμμετάσχω στο εν λόγω συνέδριο, εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες και είμαι βέβαιος ότι οι σημερινές συζητήσεις θα μας επιτρέψουν να εξερευνήσουμε βαθύτερα αυτό το μουσικό ιδίωμα.

Στο συνέδριο συμμετέχω ως καθηγητής μουσικής και ερευνητής του ζακυνθινού εκκλησιαστικού μέλους, με σκοπό να σας παρουσιάσω την πορεία της Ζακυνθινής Ψαλτικής από τα πρώτα χρόνια της μέχρι τη ψηφιοποίησή της και μέσω αυτής, την διάσωσή της.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Αντώνη Κλάδη: ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ

Η εκκλησιαστική, ορθόδοξη υμνογραφία, που αντλεί στοιχεία από τη μουσική της αρχαίας Ελλάδας και συνέχειά της αποτελεί η εκκλησιαστική βυζαντινή, έχει τις απαρχές της στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, χρόνια ζυμώσεων κατά τα οποία η νέα θρησκεία είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εχθρούς. Ποιοι και πόσοι είναι οι πρώτοι υμνογράφοι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε, αφού οι ύμνοι περνούσαν τους αιώνες από στόμα σε στόμα κι αυτό δυσκόλευε τη συνέχιση της φήμης του επώνυμου υμνογράφου. Βέβαιο είναι ωστόσο ότι οι πιο σημαντικοί υμνογράφοι έγραφαν στην ελληνική γλώσσα και σε αυτή μας κληροδότησαν τα εξαίσια δείγματα της ποιητικής τους τέχνης (1).

Οι αιρέσεις συντάραζαν το ιερό σώμα κι αιρετικοί ανέβαιναν ακόμη και στον πατριαρχικό θρόνο. Η Εκκλησία προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ζητήματα αυτά συγκαλούσε τις Ιερές Συνόδους, στις οποίες λάμβαναν μέρος σπουδαίοι ιεράρχες. Εκτός όμως από τις συνόδους για να εξουδετερωθούν οι αιρετικοί, οι ορθόδοξοι, κυρίως οι κληρικοί, σπουδασμένοι αλλά και εμπνευσμένοι, συνέθεταν ύμνους σύμφωνους προς το λατρευτικό πνεύμα, που αυτό καθόριζαν οι Σύνοδοι και αυτό επικράτησε και έφτασε ως τα δικά μας χρόνια και προχωρεί πέρα από αυτά.

Μεγάλοι υμνογράφοι παρουσιάστηκαν από τον 4΄αιώνα (2). Ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Μέγας Αθανάσιος (Περί Ψαλμών), ο Εφραίμ ο Σύρος, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Ρωμανός ο Μελωδός (υπήρξε ο περιφημότερος ποιητής κοντακίων, έγραψε περίπου χίλια κοντάκια), ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ανδρέας Κρήτης (Μεγάλος Κανόνας), ο Θεόδωρος Στουδίτης, ο Κοσμάς ο Μελωδός είναι κάποιοι από τους πιο σημαντικούς. Εξέχουσα θέση κατέχουν χρονολογικά ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Ιωάννης Κουκουζέλης και ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, οι οποίοι συνέβαλαν με το έργο τους στη διαμόρφωση της Βυζαντινής σημειογραφίας.

Το 1814 επινοήθηκε το σημερινό σύστημα γραφής (Νέα Μέθοδος) από τους τρεις δασκάλους, Χρύσανθο, Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα και Γρηγόριο Πρωτοψάλτη, οι οποίοι καθιέρωσαν τους φθόγγους της Βυζαντινής Μουσικής από τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου (πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω, νΗ).

Ο λόγος του ύμνου και το μουσικό ένδυμά του, ο υπέροχος αυτός διφυής φορέας και εκφραστής της ορθόδοξης πίστης αποτελεί το βασικότερο μέσο της εκκλησιαστικής μας λατρείας. Και τούτο γιατί με τη συντομία, την περιεκτικότητα και τη μουσική τους επένδυση οι ύμνοι είναι οι κοινές προσευχές, το εντρύφημα των πιστών, το προσφορότερο μέσο για τη μυσταγωγία του σώματος-συνάξεως. Αρκεί να θυμηθούμε τα τροπάρια της Μ. Εβδομάδας και της νεκρώσιμης ακολουθίας για να καταλάβουμε τι νιώθουν οι πιστοί στο άκουσμά τους. Δεν πλουτίζουν μόνο συναισθήματα οι ύμνοι, παράλληλα μορφώνουν και διδάσκουν. Η γλώσσα τους βέβαια ξενίζει κάπως, αλλά παρόλη τη δυσκολία της δεν είναι εμπόδιο στην κατανόηση των τροπαρίων, επειδή αυτά μιλούν στην καρδιά∙ οι αγράμματοι, αλλά πιστοί άνθρωποι, καταλαβαίνουν το νόημά τους. Ωραία παρατηρήθηκε: «Οι ιεροί ύμνοι είναι σύμβολα και τα σύμβολα λέγουν πολύ περισσότερα από όσα μπορεί λογικά να συλλάβει ο νους και λεκτικά να λαλήσει το στόμα» (3).

Η Βυζαντινή μουσική ίσως είναι μονότονη για όποιον είναι μονότονο το Ευαγγέλιο, άτεχνη για όποιον είναι άτεχνο το Ευαγγέλιο, απλοϊκή για όποιον είναι απλοϊκό το Ευαγγέλιο, παλιωμένη για όποιον είναι παλιωμένο το Ευαγγέλιο. Αλλά είναι χαρμόσυνη για όποιον είναι χαρμόσυνο το Ευαγγέλιο, ειρηνική για όποιον νιώθει την ειρήνη του Χριστού. Επίσης δεν είναι μουσική ακροάματος∙ η μουσική με άλλα λόγια δεν συνοδεύει το λόγο για να τέρψει την ακοή των ακροατών αλλά για να τον τονίσει. Όπως παρατηρεί και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος «ουκ έστι θέατρον η Εκκλησία, ίνα προς τέρψιν ακούωμεν».

Θα ολοκληρώσουμε αυτή τη σύντομη αναφορά στους Υμνογράφους της Εκκλησίας μας με την Κασσιανή, καθώς αυτή θεωρείται κορυφαία υμνογράφος, που μετασκεύασε σε «τραγούδι» του εκκλησιαστικού σώματος και «Θεο-λογία» την πνευματική-καρδιακή εμπειρία της. Έζησε τον 9ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και ονομαζότανε Κασσία, Ικασία ή Εικασία. Η μόρφωση και η ομορφιά της ήταν πολύ μεγάλη και θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη για να γίνει σύζυγος του διαδόχου του θρόνου, του Θεοφίλου. Ο εγωιστής όμως Θεόφιλος δε θέλησε να έχει σύζυγο πιο μορφωμένη από αυτόν, γι΄ αυτό και απέρριψε την ιδέα του γάμου του με αυτήν.

Μετά το γεγονός αυτό, η Κασσιανή ίδρυσε μοναστήρι (4) κι έζησε εκεί καλλιεργώντας την ποίηση. Συνέθεσε ποιήματα κοσμικά, επιγράμματα, ιάμβους αλλά ασχολήθηκε και με την υμνογραφία, όπου ξεχώρισε. Ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Κ. Krumbacher (1856-1909), αναφερόμενος στην ποιήτρια Κασσιανή, γράφει: «…η Κασσιανή αποτελεί παράδοξον φαινόμενον εν τω γενικώ ποητικώ συναγωνισμώ. Την ποίησή της διακρίνει ευγένεια ύφους και γλυκύτης μέλους ακορέστου». Κατά τη γνώμη του δε «η Κασσιανή είναι η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια». Το σημαντικότερο από τα υμνογραφικά της έργα είναι το Δοξαστικό του Όρθρου της Μ. Τετάρτης «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις…» (5).

Η παράδοση λέει ότι όταν αργότερα ο αυτοκράτορας Θεόφιλος επισκέφθηκε το μοναστήρι, όπου μόναζε η Κασσιανή, μη βλέποντάς την ανάμεσα σε όσες τον υποδέχτηκαν, γυρνούσε ψάχνοντας τα κελιά, για να την συναντήσει. Ο κρότος των βημάτων που πλησίαζαν έκανε την Κασσιανή να κρυφτεί, αφήνοντας πάνω στο γραφείο της μισογραμμένο το Δοξαστικό της «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις» στην περίοδο: «κρότον τοις ωσίν ηχηθείσαν». Ο Θεόφιλος εννοώντας το νόημα των στίχων πρόσθεσε εκεί τις λέξεις «τω φόβω εκρύβη». Η ποιήτρια, αργότερα, δεν διέγραψε τις λέξεις αλλά ευφυώς συμπλήρωσε το τροπάριο ως εξής: «Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».

Η Κασσιανή, έχοντας συνείδηση της αμαρτίας της, την περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια και με ιδιαίτερη λογοτεχνική ευαισθησία: την παρομοιάζει με το πυκνό σκοτάδι, που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να διακρίνει την πορεία του αφού δεν υπάρχει ούτε το αμυδρό φως της σελήνης («ασέληνη νύκτα»). Τη χαρακτηρίζει σαν «ασυγκράτητη ηδονή» και σαν «έρωτα», θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη δυσκολία του ανθρώπου να απαλλαγεί από αυτήν. Στην πάλη εναντίον της αμαρτίας, μοναδικό όπλο του ανθρώπου είναι αυτό που η Κασσιανή περιγράφει σαν «πηγή των δακρύων» και «στεναγμούς της καρδιάς». Είναι αξιοσημείωτο ότι η Κασσιανή φτάνει σε τέτοιο σημείο συνειδητοποίησης της αμαρτωλότητάς της, ώστε παρομοιάζει την κατάστασή της με την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Κυρίου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Μπροστά στη συνείδηση της αμαρτίας και στο ψυχικό βάρος που αυτή συνεπάγεται, μόνο η άπειρη ευσπλαχνία του Θεού μπορεί να δώσει την ελπίδα.

Ο παραλληλισμός της αμαρτωλότητας της Κασσιανής με την αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού είναι η αιτία που ο συγκεκριμένος ύμνος ψάλλεται το βράδυ της Μ. Τρίτης (Όρθρος της Μ. Τετάρτης). Το γεγονός αυτό με την αμαρτωλή γυναίκα έγινε λίγο πριν από το Πάθος του Κυρίου, γι΄ αυτό ορίστηκε η ανάμνησή του κατά τη Μ. Τετάρτη. Τα λόγια της Κασσιανής μάς θυμίζουν τη γυναίκα εκείνη που με την πράξη της ομολόγησε την αμαρτωλότητά της και ζήτησε τη συγχώρηση των αμαρτιών της. Ο ύμνος όμως της Κασσιανής έχει αναφορές και στον ενταφιασμό του Κυρίου. Πρόκειται για το σημείο εκείνο, όπου η ποιήτρια εκφράζει την επιθυμία να προσέλθει ως Μυροφόρα, θέλοντας έτσι να τονίσει το συναίσθημα μετανοίας που την διακατέχει. Η αναφορά του ύμνου στον ενταφιασμό αποτελεί μια εισαγωγή στο Πάθος του Κυρίου∙ επομένως, για έναν ακόμα λόγο η θέση του ύμνου κατά τη Μ. Τετάρτη είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Στην ανάλυση του ύμνου έχει υποστηριχθεί ότι η πόρνη ταυτίζεται με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, χωρίς ωστόσο η άποψη αυτή να αποδεικνύεται. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε κυρίως από δυτικούς, ίσως διότι η Μαρία η Μαγδαληνή είναι η πιο γνωστή από τις γυναίκες που αναφέρει η Αγία Γραφή. Στο ποίημα δεν αναφέρεται πουθενά όνομα γυναίκας και στα Ευαγγέλια πουθενά δεν γράφεται ότι η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν πόρνη. Την πληροφορία για την αμαρτωλή γυναίκα την παίρνουμε από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (7.36-50), που μας δίνει την ωραιότερη περιγραφή της σκηνής. Με εξαιρετικό λυρισμό, από τον οποίο εμπνέεται και η Κασσιανή, ο ευαγγελιστής περιγράφει τη σκηνή της μετάνοιας της πόρνης.

Οι υμνωδοί της εκκλησίας προβάλλουν την μετάνοια της πόρνης ως δείγμα ελπίδος και κατά αντιδιαστολή την προδοσία του Ιούδα ως δείγμα πορνείας της ψυχής. Η πόρνη μετανοεί και απομακρύνεται από το εμπόριο του σώματός της, την ίδια στιγμή ο μαθητής εκπορνεύει την πνευματική του οντότητα με την έμμισθη προδοσία του.

Τα στιχηρά που ψάλλονται το βράδυ της Μ. Τρίτης και αναφέρονται στην αμαρτωλή του Ευαγγελίου είναι επίσης έργο της Κασσιανής. «Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον… Ω της Ιούδα αθλιότητος… Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη…» Σε όλα τα ιδιόμελα και στιχηρά, που υπερβαίνουν τα 40, διακρίνει κανείς την έξαρση, το βάθος αισθήματος, τη μεγάλη ανεξαρτησία και ευσέβεια, όλα χαρακτηριστικά της μεγάλης ποιητικής της πνοής.

Εκτός από καθαρά θρησκευτική ποίηση η Κασσιανή ασχολήθηκε και με ποιήματα ποικίλου περιεχομένου. Συνέγραψε ακόμη πολλά γνωμικά και επιγράμματα. Σε 32 στίχους πραγματεύεται θαυμάσια το μεγάλο και σοβαρό θέμα της φιλίας. «Ει θέλεις πάντως και φιλείν και φιλείσθαι, των ψιθυριστών και φθονερών απέχου». Στους δύο αυτούς στίχους ο λεπτός νους της Κασσιανής περιέκλεισε ολόκληρη φιλοσοφία. Και παρακάτω σημειώνει: «Φρόνιμον φίλον, ως χρυσόν, κόλπω βάλλε τον δι΄ αύγε μωρόν φεύγε καθάπερ όφιν». Δηλαδή, τον φρόνιμο φίλον να βάλεις στο πλευρό σου, όπως θα ήθελες να έχεις και τον χρυσό. Τον ανόητο όμως να τον αποφεύγεις όπως και το φίδι. Η Κασσιανή εκτός από το σοφό επίγραμμα «περί φιλίας» έγραψε και άλλα βαθυστόχαστα επιγράμματα που αναφέρονται στον χαρακτήρα του ανθρώπου, στη γυναίκα, στην ευτυχία, στην χάρη, στο κάλλος, στο ήθος, στους τρόπους της αληθινής ζωής, που οδηγούν με τον κόσμο της αρμονίας στην αληθινή μακαριότητα.

Σπουδαίοι μουσουργοί έχουν κάνει υπέροχες συνθέσεις στο τροπάριο της Κασσιανής. Στη Βυζαντινή μουσική ο Πέτρος Λαμπαδάριος, ο Κων. Πρίγγος, ο Ιωάννης Σακελλαρίδης και άλλοι. Στην ευρωπαϊκή μουσική ο Ν. Μάτζαρος, ο Θ. Πολυκράτης, ο Γ. Τριάντης, ο Γ. Καζάσογλου, ο Μ. Θεοδωράκης, ο Β. Καρποδίνης, ο Κ. Κλάβας και πολλοί άλλοι. Ο Γ. Σκλάβος συνέθεσε όπερα (1936) εμπνευσμένη από το τροπάριο της Κασσιανής σε λιμπρέτο του Σ. Σπεράντσα. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος συνέθεσε τη μουσική στο ποίημα «Η Κασσιανή» του Κωστή Παλαμά (6).

Η εκκλησιαστική υμνολογία γενικότερα δεν άφησε ανεπηρέαστους και λογοτέχνες, όπως τους Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Αλεξ. Μωραΐτιδη, Φώτη Κόντογλου, και Γ. Βιζυηνό, καθώς και τους νεοέλληνες ποιητές Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Βάρναλη, Σικελιανό, Σεφέρη και Ελύτη, που χρησιμοποίησαν ή μετέπλασαν στίχους από τις ακολουθίες της εκκλησίας. Οι στίχοι, οι εμπνευσμένοι από την Υμνογραφία της Εκκλησίας, με την προέκταση που παίρνουν κάθε φορά στον σύγχρονό μας στίχο, υψώνουν τον τωρινό ποιητή, σαν τον υμνωδό, σε εκφραστή της κοινής προσευχής των ανθρώπων.

Ας ευχηθούμε ο καθένας από μας είτε ακούγοντας τους στίχους των υμνωδών είτε διαβάζοντας τους στίχους των ποιητών μας να συναισθανθεί τα Θεία Πάθη και να φτάσει με κατάνυξη στην Αγία Ανάσταση.

Ζάκυνθος, Μάρτιος 2010

Σημειώσεις:

1. Ο Χριστός κάλεσε όλα τα έθνη. Μα πρώτα απ όλα κάλεσε τους Έλληνες, που είχανε περάσει από κάθε ανθρώπινη σοφία και τέχνη. Τους καθάρισε από τον ρύπον της αμαρτίας, «ερράντισεν αυτούς υσσώπω και εκαθάρισε», και τους κατέστησεν «υπηρέτας του λόγου του». Κι απ΄ αυτή τη μεταμόρφωση αλλάξανε και οι τέχνες, κι΄ αντί το σαρκικό κάλλος εκφράσανε το κάλλος το πνευματικό, κι΄ αντί την τέρψιν, φέρανε την «κατάνυξιν».
2. Μέχρι το 1000 (περίπου), μελωδός ήταν ο ίδιος ο υμνογράφος.
3. Με το να μην είναι σε θέση να νιώσει καθένας την δική μας εκκλησιαστική τέχνη, δεν θα πει πως αυτή είναι μόνο για λίγους που αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Ίσα-ίσα είναι για κάθε ανθρώπινη καρδιά, αλλά αυτή η καρδιά είναι ανάγκη να έχει αληθινό πνευματικό βάθος. Να μην νιώθει ενθουσιασμό, αλλά κατάνυξη, όχι τέρψη αλλά λύτρωση. Γι΄ αυτό έγραψε ο Ντοστογέφσκυ : «Μόνο μια Ορθόδοξη καρδιά μπορεί να νιώσει τα βαθιά μυστήρια».
4. Δεν την οδήγησε στο Μοναστήρι η αμαρτωλή της ζωή, γιατί ποτέ της δεν υπήρξε αμαρτωλή.
5. Μετάφραση: Κύριε, η γυναίκα που περιέπεσε σε πολλές αμαρτίες, επειδή κατάλαβε ότι είσαι Θεός, αναλαμβάνει έργο μυροφόρου και με θρήνο σου φέρνει μύρα (για να σε αλείψει) πριν ακόμα ενταφιαστείς. Και λέγει: Αλίμονο σε μένα, διότι ζω μέσα σε μια νύχτα, σε μια αχαλίνωτη, φοβερή και σκοτεινή τάση για ακολασία, σ΄ έναν έρωτα της αμαρτίας. Δέξου τα πολλά μου δάκρυα, εσύ που μεταβάλλεις σε σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε μπροστά στους στεναγμούς της καρδιάς μου, εσύ που χαμήλωσες τους ουρανούς με την απερίγραπτη ενανθρώπησή σου. Θα φιλήσω τα αμόλυντα πόδια σου, θα τα σκουπίσω με τις πλεξίδες της κεφαλής μου αυτά τα πόδια, που τον ήχο τους άκουσε η Εύα εκείνο το δειλινό στον παράδεισο και κρύφτηκε. Τα πλήθη των αμαρτιών μου και τα απύθμενα βάθη των κρίσεών σου ποιος θα μπορέσει να εξερευνήσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μην παραβλέψεις εμένα τη δούλη σου, εσύ που έχεις την άπειρη ευσπλαχνία.
6. Η Κασσιανή, Κ. Παλαμά

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα, ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά
μέσ΄ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού Σε κρύψ΄ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ΄ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
Σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γύρε σ' εμέ. Η ψυχή πώς πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ΄ άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά
μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω,
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ΄ άκουσεν η Εύα μέσ΄ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν΄ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ΄, οι αμαρτίες μου λαός,
Τα αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση



Βιβλιογραφία

* Δετοράκη Θεοχάρη, Βυζαντινή Υμνογραφία [πανεπιστημιακές παραδόσεις], Ηράκλειο 1997.
* Η Μουσική Μέσα από την Ιστορία της, Σχολικό Βιβλίο της Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΒΔ 1990
* Καβαρνού Κωνσταντίνου, Η Ιερά βυζαντινή τέχνη, εκδοτικός οίκος «Αστήρ» Αλ. κ΄ Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1996
* π. Μεταλληνού Γεωργίου, «Η υμνογραφία της Μεγάλης Εβδομάδας», άρθρο στην εφημερίδα Παρόν της Κυριακής 12-4-2009.
* Ξύδη Θεόδωρου, Βυζαντινή Υμνογραφία, εκδόσεις «Νικόδημος» 1978
* Ορθόδοξη πίστη και λατρεία, Σχολικό βιβλίο Α΄ Λυκείου, ΟΕΒΔ 2000
* Παρθενίου Αρχιμανδρίτη, «Οσία Κασσιανή (Βυζαντινή αρχόντισσα και υμνογράφος)» στο www.imodigitrias.gr.
* Πολιτάρχη Γ.Μ, Υμνογράφοι και μελωδοί, εκδ. «Το ελληνικό βιβλίο». Στάθη Θ. Γρ., Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσικολογία, Αθήνα 1999
* Τρίτου Μιχάλη, «Η Κασσιανή και το τροπάριό της», Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Πρωινός Λόγος.
* Τσιρώνη Νίκης, Εισαγωγή από την έκδοση ΚΑΣΣΙΑΝΗ η Υμνωδός, εκδόσεις του Φοίνικα, Αθήνα 2002.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Η νύχτα των θαυμάτων. Μια προσέγγιση της Υμνολογίας των Χριστουγέννων

Άρθρο του Αντώνη Κλάδη

"Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επι γης, υψώθητε ..."

«Μυστήριον ξένον» χαρακτηρίζει ο υμνωδός τη γέννηση του Θεανθρώπου. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από την πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια το μυστήριο της συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, το οποίο συντελέστηκε με τη βοήθεια της Θεοτόκου, που «εχώρεσεν σαρκί, τον Αχώρητον παντί» για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη Του προς εμάς…

Η Αγία Γέννηση του Ιησού εγκαθίδρυσε την αιώνια και άφθαρτη βασιλεία του Κυρίου, που δεν είναι παρά βασιλεία αγάπης στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Χριστός γεννήθηκε μέσα σε μια φάτνη ανάμεσα σε ταπεινούς βοσκούς και ζώα. Την απλότητα και την ταπεινότητα του Θεανθρώπου είχε προφητέψει ο προφήτης Γεδεών λέγοντας ο Χριστός θα κατέβαινε, όπως κατεβαίνει η δροσιά απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού,
«ως υετός επί πόκον».

Με την ίδια γλαφυρότητα και ασύγκριτη εκφραστικότητα και ποιητικότητα αποδίδουν οι υμνωδοί το θαύμα της γεννήσεως του Χριστού. Το ιστορικό πλαίσιο, τις συνθήκες της γεννήσεως τις πληροφορούμαστε από τη Μεγάλη Βυζαντινή ποιήτρια Κασσιανή στο καταπληκτικό δοξαστικό που ψάλλεται στον εσπερινό, «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο. Και σου ενανθρωπήσαντος εκ της αγνής, η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται. Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον αι πόλεις γεγένηνται. Και εις μίαν Δεσποτείαν Θεότητος τα έθνη επίστευσαν» και στο οποίο γίνεται σύγκριση της εγκόσμιας βασιλείας με τη βασιλεία του Ενανθρωπήσαντος Θεού.

Στην ακολουθία του Όρθρου αξίζει να σταθούμε στα τρία γνωστά καθίσματα. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός…» μάς παρακινεί ο ιερός Υμνωδός. Μας προτρέπει δηλαδή να δούμε και να συλλάβουμε το γεγονός ότι ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους, μέσα σε μια σπηλιά, μέσα στο παχνί που τρώγανε τα ζώα. Με άλλα λόγια μας καλεί να εννοήσουμε ότι η βασιλεία η αιώνια, η άφθαρτη, η βασιλεία του Χριστού, η βασιλεία της αγάπης ιδρύθηκε με την Αγία Γέννηση του Κυρίου μέσα στην ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ. Εξίσου υψηλής θεολογικής και ποιητικής αξίας είναι και τα τροπάρια «Τι θαυμάζεις Μαριάμ…» και
«Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί…»

Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα δύο θαυμαστής τέχνης ποιήματά τους «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» και «Έσωσε λαόν, θαυματουργών δεσπότης…» περιγράφουν με μοναδικό τρόπο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία και τη λύτρωση.

Ιδιαίτερα γνωστό και αγαπητό στους πιστούς είναι το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού «Η παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Βλέπουμε ότι η εκκλησία μας μάς προτρέπει να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού ως συνεχές παρόν. Για τον Χριστιανό ο Χριστός γεννιέται μυστικά εντός του κατ΄ έτος αρκεί να είναι έτοιμος να Τον κλείσει στην καρδιά του και να την μετατρέψει σε φάτνη και λίκνο της αιώνιας ζωής. Στην Θ΄ Ωδή ακούμε το καταπληκτικό «Μεγάλυνον ψυχή μου… Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξο…», το οποίο εκφράζει το δέος των πιστών μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Εξάλλου κατά τον Ιερό Χρυσόστομο η εορτή των Χριστουγέννων δικαιούται να έχει την «προεδρία», αφού
«το μεγαλύτερο και ύψιστο μυστήριο και παράδοξο είναι το γεγονός ότι ο Υιός και Άσαρκος λόγος του Θεού έλαβε θνητό, ανθρώπινο σώμα».

Στους «Αίνους» θα ακούσουμε να ψάλλεται «ευφραίνεσθε Δίκαιοι, ουρανοί αγαλλιάσθε, σκιρτήσατε τα όρη, Χριστού γεννηθέντος, Παρθένος καθέζεται, τα Χερουβίμ μιμουμένη, βαστάζουσα εν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα». Εδώ ο Υμνωδός καλεί τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στο χαρμόσυνο γεγονός της γεννήσεως. Ο Χριστός που ήταν επουράνιος και κατόπιν με τη σάρκωση έγινε επίγειος προσφέρει σε όλους τους πιστούς την ελπίδα της σωτηρίας…

Στο άλλο ιδιόμελο των Αίνων διαβάζουμε «Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σάρξ εγένετο και η Παρθένος έτεκε, θεόν ενανθρωπήσαντα. Αστήρ μηνύει, Μάγοι προσκυνούσιν, Ποιμένες θαυμάζουσι και η κτίσις αγάλλεται». Ο Πατέρας αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή της σαρκώσεως του Υιού του, μέσω της Παρθένου. Το αστέρι σκορπά το χαρμόσυνο φως που οδηγεί τους μάγους στην φάτνη της Βηθλεέμ, οι βοσκοί απορούν με το θαυμαστό γεγονός. Όλη η πλάση συμμετέχει στη χαρά της Γεννήσεως.

Τέλος αξίζει να σταθούμε στο θεοτοκίο «Σήμερον ο Χριστός, εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου…», που σημειωτέον στη Ζάκυνθο συνηθίζεται να το ψάλλουν μπροστά από την εικόνα της Γεννήσεως, όπως το «Σήμερον κρεμάται» της Μ. Παρασκευής. Για άλλη μια φορά βλέπουμε την Εκκλησία δια στόματος του Υμνωδού να καλεί τους πιστούς να βιώσουν τη γέννηση του Θεανθρώπου ως μια ζώσα πραγματικότητα του σήμερα. Με ενεστωτικές φράσεις σαν αυτή αλλά και άλλες, όπως «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου» και «Χριστός γεννάται δοξάσατε…» καταλύονται τα χρονικά και τοπικά όρια της ιστορικής πραγματικότητας και εισερχόμαστε στην αιώνια ώρα, στο αιώνιο παρόν του Θεού.

Είναι λοιπόν φανερό ότι το μοναδικό, απρόσιτο και άφατο μυστήριο των Χριστουγέννων υμνήθηκε μοναδικά και ανεπανάληπτα από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η υψηλή ποιητικότητα της Υμνολογίας της εορτής μάς βοηθά να συλλάβουμε το μήνυμά της που δεν είναι άλλο από την ελπίδα της σωτηρίας που ανέτειλε με τη γέννηση του Θεανθρώπου.

«Και να, έρχεται ο θεός και φορά την ανθρώπινη σάρκα, μπαίνει δηλαδή μέσα στον ποταμό της ιστορίας και γίνεται άνθρωπος που πεινά, που διψά, που κρυώνει για να καταργήσει από μέσα μας το βάρος της ενοχής και να μας συμφιλιώσει πάλι με τον ουρανό. Ως την αποψινή νύχτα των θαυμάτων, οι άνθρωποι πέθαιναν. Τώρα πια, δεν θα πεθαίνουν, θα κοιμούνται ξαναγυρνώντας στο χώμα από όπου βγήκαν, για να αναστηθούν μια μέρα και να χαρούν τη χαρά της αθανασίας»…
(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Χρόνια Πολλά σε όλους.

Δεκέμβρης 2009


Βιβλιογραφία
* π. Αναγνωστόπουλου Στέφ., «Χριστούγεννα με Χριστό», ομιλία.
* Κόντογλου Φώτη,
«Η Γέννηση του Χριστού, το Μέγα Μυστήριο».
* π. Κυριακόπουλου Χρίστου, «Χριστός γεννάται δοξάσατε», Σκέψεις μπροστά στη φάτνη.
* Ρουμπέση Γεωργίου,
«Ερμηνευτική απόδοση ύμνων των Χριστουγέννων».
* Σιδηρά Ιωάννη,
«Θεολογική Χριστολογία και Χριστούγεννα».
* Σκόντζου Λάμπρου,
«Ο Υμνογραφικός πλούτος της εορτής των Χριστουγέννων».

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

Περί Εκκλησιαστικής Μουσικής

Άρθρο του Αντώνη Κλάδη, Μουσικού

«Η βυζαντινή μουσική είναι τόσον ελληνική, όσον πρέπει να είναι. Είναι η μόνη γνήσια και η μόνη υπάρχουσα. Και δι' ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων ».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία έχει ως κύριο σκοπό να υπηρετεί αποκλειστικά τις λατρευτικές της ανάγκες και λέγεται Βυζαντινή, διότι αναπτύχθηκε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού.

Λέγοντας Βυζαντινή Μουσική στα Επτάνησα εννοούμε τις απλοποιήσεις και τις διασκευές του Ιωάννη Σακελλαρίδη (1853-1938), ο οποίος εισήγαγε δυτικίζουσες και λαϊκότροπες «θέσεις» δηλαδή μελωδικές φόρμες. Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση που δόθηκε στην εκκλησιαστική μουσική από τον Ι. Σακελλαρίδη εδραιώθηκε στα Επτάνησα και παραμέρισε σε κάποιο βαθμό την τοπική εκκλησιαστική μουσική παράδοση. Φυσικά η αξία και η προσφορά του Ι. Σακελλαρίδη στην Εκκλησιαστική Μουσική είναι μεγάλη. Σχετικά δε με την ικανότητά του ως ψάλτη, υπάρχει η μαρτυρία του μακαριστού γέροντος Θεόκτιστου Αλεξόπουλου (1907-2007) της Ι. Μ. Προδρόμου Δημητσάνας, που έλεγε πως, όταν άκουσε τον Σακελλαρίδη να ψάλει, «ήταν σαν να άκουγε αγγέλους».

Η εκκλησιαστική μουσική αυτή, όπως και κάθε άλλη τέχνη, εμφανίστηκε στην αρχή ατελής, εξελίχτηκε όμως και αναπτύχθηκε δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμερα. Τον Δ΄ αιώνα, εποχή των μεγάλων πατέρων Βασιλείου και Χρυσοστόμου, γίνονται οι τελικές διαρρυθμίσεις των τύπων της Θείας Λειτουργίας. Ο ιερός Χρυσόστομος θέλοντας να παραστήσει ότι η βάση για την υμνωδία της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης υπήρξε ο Ιησούς Χριστός, λέγει «Ο Σωτήρ ύμνησεν όπως και ημείς υμνώμεν ομοίως».

Η Βυζαντινή Μουσική της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι εκκλησιαστική – λατρευτική τέχνη. Για το λόγο αυτό ορθά ονομάζεται στη χειρόγραφη μουσική παράδοση Ψαλτική Τέχνη. Η Ψαλτική όμως, εκτός από τέχνη, είναι και επιστήμη. Ως τέχνη αποτελεί έκφραση του πνεύματος και της ψυχής, ενώ ως επιστήμη διαθέτει τεχνική και συστατικά στοιχεία που μπορεί κανείς να αναλύσει και να εξετάσει.

Δεν είναι επάγγελμα, αλλά λειτούργημα και αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν καλά όλοι όσοι ψάλλουν, πως το έργο του Ιεροψάλτη είναι η απόδοση των ιερών ύμνων, όπως μας τους παρέδωσαν οι θεόπνευστοι υμνογράφοι της εκκλησίας μας, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ρωμανός ο Μελωδός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ιωάννης ο Κουκουζέλης, ο οποίος θεωρείται η μεγαλύτερη μορφή έπειτα από τον Ι. Δαμασκηνό και πολλοί άλλοι. Γι' αυτό το λόγο χρειάζεται τόσο η γνώση της μουσικής αυτής καθ' εαυτής και της υμνολογίας, όσο και της λειτουργικής πράξης. Ο ιεροψάλτης οφείλει δηλαδή να γνωρίζει, εκτός από τη βυζαντινή μουσική, και τους ειδικούς Ιερούς Κανόνες της θείας λατρείας, το χώρο της λατρείας, τον ιερό ναό και όσα τελούνται σ΄ αυτόν καθώς και όλους τους συμβολισμούς τους.

Το τυπικό της Εκκλησίας περί ψαλτών, στο προλογικό σημείωμά του, αναφέρει ότι πρέπει να ψάλλουν «οι μουσικής έμπειροι και της Εκκλησιαστικής τάξεως γνώσται» (ΙΕ΄ Κανών της εν Λαοδικεία τοπικής Συνόδου), τότε επικρατεί «ευταξία και συγκίνησις», ενώ όταν την ψαλμωδία αναλαμβάνει ο «τυχών αμαθής και άμουσος», τότε η «αταξία και η χασμωδία» προκαλούν την εύλογη δυσφορία και τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του Εκκλησιάσματος. (Γ. Αγγελινάρας). Ασφαλώς, η καλλιφωνία και η ορθοφωνία αποτελούν πολύ σημαντικά προσόντα για έναν καλό ιεροψάλτη. Και η ίδια η Εκκλησία με Κανόνες [1] αποδοκιμάζει τις άτακτες κραυγές και τις επιτεταμένες καλλιφωνίες των ψαλτών και συνιστά την απέριττη φωνή και την μετά προσοχής και κατανύξεως ψαλμωδία.

Στη θεία λατρεία δεν έχουν θέση τα εξεζητημένα και επίπλαστα φωνητικά τεχνάσματα, οι χορευτικοί ρυθμοί, τα λικνίσματα τσακίσματα, ο αυτοθαυμασμός και η ματαιοδοξία.

Μέσα στην απλότητα ενυπάρχει η μεγαλοπρέπεια, η υποβλητική σεμνότητα, η συγκρατημένη πανηγυρική και δοξολογική διάθεση. Δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι από τα κύρια χαρακτηριστικά της βυζαντινής μελουργίας είναι η πνευματικότητα και η απόρριψη του περιττού. Και ο ιεροψάλτης δεν πρέπει να λησμονεί ότι η μουσική στη λατρεία της ορθόδοξης εκκλησίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, τέχνη για την τέχνη αλλά μέσο για την κατάνυξη των ψυχών και την επικοινωνία τους με το θεό.

Η Εκκλησιαστική Μουσική υπηρετεί τον λόγο, γι' αυτό είναι φωνητική και δεν συνοδεύεται από μουσικά όργανα, επειδή η παρουσία τους δεν συμβιβάζεται με το πνεύμα της χριστιανικής λατρείας, άλλωστε η χρήση της οργανικής μουσικής στη λατρεία είχε απαγορευτεί με Αποστολικές διατάξεις. Έτσι προέχει ο λόγος και με την απλότητα και την ιεροπρέπεια της μουσικής δημιουργείται κλίμα κατανυκτικό, μέσα στο οποίο οι ύμνοι εκπληρώνουν το θεολογικό τους και διδακτικό τους σκοπό. Γι΄ αυτό και η ψαλμωδία δεν πρέπει μόνο να έχει ένα ωραίο άκουσμα, όπως συμβαίνει με κάποιο τραγούδι αλλά να κινεί όλες τις πνευματικές λειτουργίες, να γαληνεύει και να καταπραΰνει την ψυχή του πιστού [2].

Και ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι με την ψαλμωδία «δεν επιδιώκουμε την ευφωνία, αλλά αποδεικνύουμε την αρμονική διάθεση των ψυχικών μας λογισμών. Η ψυχή προτρέπεται να περάσει από την ανισότητα στη ισότητα για να φτάσει στη φυσική της κατάσταση. Λησμονεί τις ηδονές, σκέπτεται μόνο το αγαθό.» [3]

Το εκκλησιαστικό μέλος πρέπει να απέχει από τους κοσμικούς νεωτερισμούς, να βοηθά την κατάνυξη της καρδιάς, να είναι στόλισμα της λατρείας. Οφείλει να συμβάλει μέσω της ψαλμωδίας στην προσευχητική κοινωνία και αναφορά του πιστού προς τον τριαδικό Θεό.

Η Εκκλησιαστική Μουσική είναι αναπόσπαστο στοιχείο της παράδοσης και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έχουμε χρέος να τη διασώσουμε, πολύ δε περισσότερο που την παραλάβαμε από Άγιους Πατέρες που έζησαν βιωματικά και εξ εμπειρίας τη σχέση τους με το Θεό. «Μάθε ψάλλειν και ὃψει τοῦ πράγματος τήν ἡδονήν οι ψάλλοντες γάρ πνεύματος πληροῦνται ἁγίου» (Ιωάννης Χρυσόστομος).
Ζάκυνθος, Ιούλιος 2009


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Κανών ΟΕ΄ της εν Τρούλλω Οικ. Συνόδου: «Τους επί τω ψάλλειν εν ταις εκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι, και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι, μήτε τι επιλέγειν των μη τη εκκλησία αρμοδίων τε και οικείων, αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως τας ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω θεώ».
2. Ο Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος, στο βιβλίο του « Η βυζαντινή μουσική», Κοζάνη 1969, σ.3, σημειώνει ότι με τον όρο Ψαλμῳδία «ἐκφράζεται τὸ περιεχόμενο καὶ ὁ χαρακτῆρας τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ᾄσματος καὶ διαστέλλεται τοῦτο ἀπὸ κάθε ἄλλη θρησκευτικὴ μουσική. Ἡ ὀρθόδοξος ψαλμῳδία εἶναι αὐστηρὰ ἐκκλησιαστικὸ μέλος (ποίηση καὶ μουσική) ἱερατικοῦ καὶ λειτουργικοῦ χαρακτῆρος.»
3. Η Μουσική μέσα από την Ιστορία της, Σχολικό Βιβλίο της Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 2006


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

* Αγγελινάρας Γεώργιος, «Άκουσμα και λάλημα τερπνόν» στο μουσικοφιλολογικό έργο «Ο Γλυκασμός των αγγέλων», Έκδοση Χορωδία και ορχήστρα Νέων «Άνθη της Πέτρας», Άγιος Νικόλαος Κρήτης 2000.
* Καραγκούνης Κωνσταντίνος, «Ζητήματα θεολογίας της ψαλτικής τέχνης», Βόλος 2005
* π. Κυριακόπουλος Χρίστος, «Η παρουσία του ιεροψάλτη στα τελούμενα εντός του ιερού ναού», εισήγηση στο σύλλογο Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Κυριακή 29 Απριλίου 2001.
* Κωνσταντίνου Γεώργιος «Θεωρία και πράξη της εκκλησιαστικής μουσικής», Αθήνα 2003.
* Μακρής Ευστάθιος, «Η παραδοσιακή εκκλησιαστική μουσική των Επτανήσων. Συνολική ιστορική προσέγγιση», άρθρο στο Μουσικολογικό περιοδικό «μουσικός λόγος», χειμώνας 2009, τεύχος 8.
* Παϊβανάς Αθανάσιος, «Η ψαλτική Τέχνη συστατικό της Ορθόδοξης Λατρείας και Κατήχησης», Πεύκη 2004
* Στάθης Θ. Γρ. «Οι αναγραμματισμοί και τα μαθήματα της βυζαντινής μελοποιΐας», Αθήνα 1994.
Related Posts with Thumbnails