© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργης Παυλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργης Παυλόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Γιώργη Παυλόπουλου, [ΜΙΚΡΗ ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ]


ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.

Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.

Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
τι απογίναν οι μαστόροι.


ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη

Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Διηδάμεια
κατέβαινε απ' το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Η ομορφιά της ήταν για πάντα
σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί
σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.
Ερχόταν πίσω της αθόρυβα
τής άρπαζε τη μέση και το στήθος
και μαγκώνοντας τα λαγόνια της
με το ένα του πόδι
έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα
στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε
κάθε φορά που της ριχνόταν.
Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.
Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας
με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του
και καθώς χανόταν όλη
μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του
την πόναγε κάπου εκεί
γλυκά στο κόκαλο
και τον ονειρευόταν παραδομένη
ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του
να τη λαξεύει ακόμη.


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.


[Από την ποιητική συλλογή "Τ' αντικλείδια", εκδ. στιγμή 1988]



ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

Στην Ανθή

Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;

Μπορώ της λέω

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;

Αυτό κι αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.


ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ

Μια Κυριακή απόγιομα
ένας νεκρός φαντάρος
μπήκε στον κινηματογράφο
πέντε μ’ εφτά.

Κάθησε μόνος σε μιαν άκρη
στο πίσω μέρος του εξώστη
χωρίς κανένας να τον βλέπει
κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.

Το έργο ήταν αισθηματικό
κάποτε το’ χε ξαναδεί
μαζί μ’ ένα κορίτσι
πάνε σαράντα χρόνια.

Μια Κυριακή απόγιομα
πέντε μ’ εφτά
πριν φύγει για το μέτωπο.


Η ΜΝΗΜΗ

Η μνήμη πεταλούδα
πάνω στον καθρέφτη
δεν ξέρει αν κοιτάζει
το είδωλό της ή μιαν άλλη
όμοια πεταλούδα.


ΟΙ ΑΓΡΑΦΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Τα λόγια που έλεγε
στις ωραίες γυναίκες
έμοιαζαν με ποιήματα
που δεν τα έγραψε ποτέ.

Οι άγραφοι στίχοι του
σπανίως τις άγγιζαν.

Μα σαν περάσουν τα χρόνια
θα τους θυμηθούν - το ήξερε
και γριούλες πια
θα λένε πως κάποτε
υπήρξαν κι αυτές ωραίες.


Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ένας ταξιδιώτης
αποκοιμιέται πάνω στ' άλογό του
και βλέπει στ' όνειρό του
πως τάχα το ταξίδι του
είναι ένα όνειρο
που το βλέπει κοιμισμένος
πάνω στ' άλογό του.


ΣΤΙΧΟΣ ΕΝΥΠΝΙΟΣ

Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα
τίποτε όμως δεν θυμόμουν
εκτός από ένα στίχο μονάχα:
Ονειρεύτηκα πως έγραψα κάποτε ποιήματα.

[Από την ποιητική συλλογή "Λίγος άμμος", εκδ. Νεφέλη 1997]



ΤΟ ΔΙΑΦΑΝΟ ΜΕΤΑΞΙ

Από το ένα μέρος οι δυό μας
να έχουμε δοθεί σαν άλλοτε στον έρωτα.
Κι από το άλλο μέρος οι δυό μας πάλι
ασάλευτοι τώρα να κοιτάζουμε.
Κοιτάζαμε τα διψασμένα σώματα
πού ήμαστε κάποτε
κοιτάζαμε την ηδονή τους καί ποθούσαμε
και λιώναμε να σμίξουμε μαζί τους.
Όμως ανάμεσά μας ένα μετάξι διάφανο
σχεδόν αόρατο μας χώριζε για πάντα.
Γύρισε τότε και μου έδωσε με δάκρυα στα μάτια
ένα φιλί που έκοβε τα χείλια σαν μαχαίρι.
Το πήρα και αρχίζοντας να σχίζω τον αέρα
μας φάνηκε τάχα πως περάσαμε
και πέσαμε στην αγκαλιά τους
και σμίξαμε τους άλλους εαυτούς μας.

Κι Εκείνη επήγε μέ τον Άλλο
κι εγώ επήγα με την Άλλη.


Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ


Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.

Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.

Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.

Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.

Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.

Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.

Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.

Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.

Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.

Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.

Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.

Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.

Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.

Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.

[Από την ποιητική συλλογή "Που είναι τα πουλιά;", εκδ. Kέδρος 2004. Από την ίδια συλλογή προέρχεται και το χειρόγραφο του Ποιητή στην αρχή της εδώ ανάρτησης.]

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

Διονύση Σέρρα, ΘΥΜΗΣΗ


Στον φιλικό "εγκάτοικο" του Πύργου
Γιώργη Παυλόπουλο (1924-26.11.2008)


Τώρα

διαβαίνοντας σ' αυγής σιωπή
τις πύλες της σκιάς ή της Αλήθειας

μη λησμονείς
(με φίλους άκακους ή κι άδικους μαζί)
το φως χυτό
απ' τα κλειδιά και τ' αντικλείδια σου

όπως εδώ
(για τις παγίδες μας)
σαν φύλακας καλός
απλά να μάς θυμίζεις -

Αλλιώς

με πινελιές εφτάχρωμες
ανείδωτα ζωγράφιζε
της Ηδονής τα σωθικά

ή της Αγάπης το λιτό
κι ατέλειωτο τοπίο -

αυτό
που τόσο σ' άρεσε (ισόβια)
με συλ-
λαβές της αντοχής

σαν όνειρο ζωής να εικονίζεις.


Ζάκυνθος, 28.11-9.12.2008

[Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 131, Κέρκυρα Απρίλιος-Ιούνιος 2009, σ. 61]

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Γιώργη Παυλόπουλου, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ; [8 ποιήματα]

[Οκτώ ποιήματα από την ποιητική συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου, Πού είναι τα πουλιά; εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2004]
Η ΛΕΞΗ

Τυφλός από χρόνια
πάλευε μ' ενα μαύρο κάρβουνο
να γράψει μια λέξη
πάνω στο απόλυτο σκοτάδι.

Καμιά γραφή και καμιά φωνή
δε θα μπορούσε ν' αποδώσει
το φριχτό νόημά της.

Δε βρισκόταν σε κανένα λεξικό.

Στ' όνειρό του την έβλεπε
αχνά χαραγμένη
μέσα σε σπήλαιο ανερεύνητο
και φοβόταν πως οι άνθρωποι
κάποτε θα την ανακαλύψουν.

Ο ίδιος ουδέποτε τόλμησε να την προφέρει.
Μήτε ήξερε γιατί βασανιζόταν
να γράψει αυτή τη λέξη.


Η ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ Η ΚΑΜΑΡΗ

Η πλάτη μιας γυναίκας
η ωραία πλάτη μιας όμορφης γυναίκας
η μισοφωτισμένη πλάτη
μιας γυμνής γυναίκας στον καθρέφτη.
Το πρόσωπό της ακαθόριστο προς εμένα
και στο σκοτάδι του καθρέφτη
η νύχτα και η κάμαρη.


ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

Η σκάλα που ανεβήκαμε μια νύχτα στο σκοτάδι
ο έρημος διάδρομος κι η σιωπή
το άγνωστο διαμέρισμα που μπαίναμε πρώτη φορά
- μάς είχαν δώσει το κλειδί -
κι ο έρωτας κρυφά για λίγες ώρες.

Μετά από τόσα χρόνια, τόσες κατεδαφίσεις
ακόμη ψάχνω να βρω
πού ήταν εκείνο το σπίτι.


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Άξαφνα είδε στον ουρανό
μια μεγάλη μαύρη ακρίδα
να χώνεται γρήγορα
στην καρδιά του ήλιου
κι η Γη σκοτείνιασε.


ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;

Στον Μιχάλη Πιερή

Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια
συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια και σβουρίτζια και σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

Πού είναι τα παπιά;

Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;

Πού είναι ο Μολοχτός κι' ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι ο Καλαμοκανάς;

Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι' οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναιο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;


Η ΓΚΡΙΖΑ ΜΠΛΟΥΖΑ

Η γκρίζα μπλούζα που μού χάρισαν
που μού την έφεραν από την Πράγα
έχει μια στάμπα στο στήθος
γράφει τ' όνομά σου, Φραντς Κάφκα.
Μια μπλούζα της αράδας
για κουλτουριάρηδες τουρίστες.
Όμως μ' αρέσει κάποτε να τη φορώ κατάσαρκα
σαν είμαι μόνος.
Είναι το γκρίζο που μού πάει.
Γκρίζο της θλίψης και της ερημιάς
που τόσο ένιωθες Εσύ.


ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Σαν να ήταν στ' όνειρό του
όταν ήτανε παιδί
"Τό βρες τ' άλογο" του λέγαν
οι μεγάλοι κι οι μικροί.
Τ' άλογό του, τ' άλογό του
που ακόμη το γυρεύει
σαν να ήταν στ' όνειρό του.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Αυτός που γράφει το ποίημα
κι εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.

Μέσα στο ποίημα βέβαια
έχουν χαθεί κι οι τρεις.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Γιώργη Παυλόπουλου, ΤΡΙΑΝΤΑΤΡΙΑ ΧΑΪΚΟΥ


«Αν πράγματι με θες, θα μ΄ έχεις»


1

Κρυφό μου σώμα
τα μυστικά σου μόνος
εγώ τα ξέρω.


2

Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά.


3

Πάλι το δρόμο
γυμνή στο παράθυρο
κρυφοκοιτάζει.


4

Κάπου στ΄ όνειρο
σ΄ άκουγα πουλάρι μου
να χλιμιντρίζεις.


5

Στις τρεις τη νύχτα
το γκαρσόνι μάς πήρε
τα δυο ποτήρια.


6

Πάνω στ' αμόνι
μενεξές το σίδερο
του μπαλκονιού της.


7

Δυο μάτια σπαθιά
σκίζαν τα βλέφαρά του
κι έμενε γυμνή.


8

Τρεις φίλοι παίζαν
στα ζάρια το φιλί της.
Κι άλλος το πήρε.


9

Κούμαρο μέλι
κι ο κότσυφας άπληστος
ο κερομύτης.


10

Όταν κοιτάζει
στου πηγαδιού το βάθος
βλέπει τον τράγο.


11

Δες! Δυο κουνούπια
στο καψούλι της βόμπας
κάνουν έρωτα.


12

Πέθαινα λέει
και πάνω στο σώμα μου
έφεγγε η αυλή.


13

Να θέλω κι άλλο
κι άλλο ακόμη. Κι εσύ
να μη μου δίνεις.


14

Μέρα και νύχτα
με σκοινί αόρατο
κάποιος μας δένει.


15

Σπουργίτης φονιάς
σκοτώνει τον τζίτζιρα
κι αυτός τραγουδάει.


16

Σταυροί στην πλαγιά
κι η θάλασσα πιο κάτω
λάμπει στον ήλιο.


17

Άκουγα κουπιά
χωρίς να βλέπω βάρκα
μέσα στο πούσι.


18

Θάλασσα χλωμή.
Με την ψόφια ουρά της
παίζουν τα παιδιά.


19

Βαθιά στη λάσπη
αυλακιές από ρόδες
και φύλλα ξερά.


20

Πίσω απ΄ τα βουνά
κάποιοι βγαίνουν τα βράδια
και μας κοιτάζουν.


21

Στον Ν.Δ.Τ.

Άχνα δε βγάζω
θαλασσινό μου αηδόνι
να σε ακούω.


22

Μικρό καράβι
στο μπουκάλι κλεισμένο
πού αρμενίζεις;


23

Νεκρός κι ο Έκτωρ.
Τρομάζει τον Όμηρο
η αναίρεσή του.


24

Ουρά παγωνιού
σε πισινό μαϊμούς
τούτος ο κόσμος.


25

Ώχου κι απόψε
δε γλιτώνεις το ξύλο
Καραγκιόζη μου.


26

Είναι οι λέξεις
στο ψ της Ιλιάδας
ή τα τσεκούρια;


27

Είπε ο Ζήνων:
«Ουκ άρα έστιν ο τόπος».
Λες να ΄ναι αλήθεια;


28

Γελάει ο λύκος.
Κάτι τού ψιθύρισε
στ΄ αυτί το αρνάκι.


29

Άνθη μυγδαλιάς
πέφτουνε στον ύπνο μου.
Ποια με φίλησε;


30

Φτωχό κόκαλο
στην άμμο της ερήμου
με τόσο ύφος.


31

Το ένα σου μάτι
στο ποίημα˙ και τ΄ άλλο
να σε δικάζει.


32

Ακίνητοι. Σαν
να φωτογραφήθηκε
η Γη για πάντα.


33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ΄ ένα ποίημα.
Related Posts with Thumbnails