© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διανόηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου: ΝΕΟΝΑΖΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

[Ομιλία, η οποία εκφωνήθηκε την Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου το βράδυ, στην Αθήνα, στο κατάμεστο από κόσμο Αμφιθέατρο Παπαρρηγοπούλου, στην Νομική Σχολή, σε εκδήλωση που διοργάνωσαν από κοινού το Ίδρυμα "Άρτος Ζωής" και το Π.Μ.Σ. Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Ε.Κ.Π.Α.] 

Ευχαριστώ την Οργανωτική Επιτροπή της εκδηλώσεως αυτής, που μου πρότεινε να εκθέσω μπροστά σας λίγες απλές σκέψεις, αλλά πρέπει να εξομολογηθώ πως όταν, ενώ είχα αποδεχτεί, είδα τον τίτλο που της δόθηκε, το μετάνοιωσα· πολύ σκληρό μου φάνηκε το "και" στον τίτλο. 

Μιά και δεν μπορούσα να ανακαλέσω, εξηγούμαι.

Όλοι ξέρουμε τί εννοούμε, όμως θα μου επιτρέψετε να επιμείνω, πως η Ορθόδοξη Εκκλησία όταν ορθοτομεί δεν αντίκειται, αλλά αισθάνεται ένοχη (αλλοίμονό της αν δεν αισθανόταν), για κάθε εκτροπή ή ξαστοχία· καθώς και υπεύθυνη ακόμα και για την λάσπη με την οποία γράφεται η ανθρώπινη ιστορία.

Εσείς το λέτε, ότι το πρόβλημα της κρίσης που βιώνουμε δεν είναι οικονομικό αλλά πνευματικό και αξιακό, οπότε, αν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θεωρούμε ότι μας αναλογεί τέτοιος ρόλος στην Ελληνική κοινωνία, τότε είμαστε σοβαρά υπεύθυνοι για την κρίση αυτή.

Εξάλλου, στη θεολογική μας γλώσσα, "ειρήνη" δεν είναι η απουσία του πολέμου, αλλά είναι η παρουσία του Θεού.

Να θυμηθούμε ότι, εδώ και 30 χρόνια στον τόπο μας κινήθηκε μια οργανωμένη εκστρατεία κατεδάφισης όλων ανεξαιρέτως των εξαγώγιμων παραδοσιακών αξιών, που μέχρι τότε είχαν καταστήσει τον πολιτισμό μας σταθμό στην παγκόσμια ιστορία. Κάποιοι απρόσεκτα ή εσκεμμένα "όρμησαν εκεί που οι άγγελοι φοβούνται να κυττάξουν".

Και βέβαια, "όπου δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται". Ο λαός μας που κλήθηκε από Σειρήνες να εκλάβει την "ελευθερία" ως αποδέσμευση, στο τέλος κατάντησε ασύνδετος και αλλοπρόσαλλος, με αποτέλεσμα τώρα να τρώγεται εύκολα από Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες.

Ήταν η εποχή, που αν μιλούσες για θρησκεία, σε αποκαλούσαν θρησκόληπτο, για πατρίδα, εθνικιστή· για στρατό, μιλιταριστή· για παραδοσιακή οικογένεια, αναχρονιστικό· για πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια, χουντικό! Αν τολμούσες, απλά, να διερωτηθείς "πόσους αλλοδαπούς χωράει η Χώρα μας;" σου εξαπέλυαν μομφή για ξενοφοβία, ρατσισμό, φονταμενταλισμό!

Ήταν η εποχή, που όλος κι όλος ο προσανατολισμός της Χώρας μας ήταν η ΟΝΕ και η Οικον. Σύγκλιση.

Θα μπορούσα να σχολιάσω την κατάσταση εκείνη  με τα λόγια παλαιού μητροπολίτου: "Ὅταν οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ποιμένες σέβονται τὸ Θεὸ καὶ ἀγαποῦν τὸ λαό, τότε ὁ λαὸς παιδαγωγεῖται, δὲν φανατίζεται μεταπίπτων εἰς ὄχλον· τρέφεται καὶ εὐημερεῖ, δὲν διαβουκολεῖται· διοικεῖται καὶ ποιμαίνεται, δὲν φενακίζεται" (μητροπ. Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός).

Όμως, φτάνουν οι διαπιστώσεις! Η μιζέρια δεν είναι αξιοπρεπής στάση. Δεν είναι δουλειά δική μας η απόδοση ευθυνών, είναι δουλειά αλλωνών που θα δικαστούν από αγέννητους και νεκρούς, αν η ατιμωρησία, η ανοχή, η επιείκεια που θα δείξουν, κατασταθούν πιο σκανδαλώδη από το έγκλημα που διεπράχθη.

Σήμερα πια, το δεδομένο είναι ότι ο λαός μας περπατάει σε τεντωμένο σχοινί. Οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι και στραπατσαρισμένοι, βλέπουν ανατρεπόμενα τα προγράμματά τους, οι οικογενειάρχες χάνουν τη γη κάτω απ' τα πόδια τους και δεν μπορούν να σχεδιάσουν ούτε το εγγύς μέλλον των παιδιών τους. Η αλήθεια είναι ότι  «πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες...» (Ιακ.3,2), όμως, βαρύτερα ευθύνεται το ιερατείο του Πολιτεύματος, που είναι ο πολιτικός μας κόσμος. Τώρα πια, το πολιτικό σύστημα είναι στριμωγμένο στη γωνία, πεθαίνει αμετανόητο χωρίς να έχει ζητήσει συγγνώμη και με την τελευταία πνοή που του απομένει, ψελλίζει ψέματα πως οσονούπω όλα θα διορθωθούν και θα ξαναγυρίσουμε στην προτεραία κραιπάλη.

Πολλοί λένε· "να βοηθήσει η Εκκλησία ώστε να αποφευχθούν οι κοινωνικές εκρήξεις"! Κι εμείς, αντί να καλέσουμε το λαό σε συναίσθηση των λαθών και σε μετάνοια, αντί να του δώσουμε θάρρος, ελπίδα, υπομονή, νέο όραμα, του δίνουμε... συσσίτια! Αντί δηλ. να του δώσουμε τροφή του δίνουμε πέτρες (για να μας πετροβολήσει μ' αυτές αύριο)!

Έτσι ο λαός μας, φοβάται να δει την ευθύνη του στο χθες και την εξορκίζει, ενεργεί απάνθρωπα σπασμωδικά σήμερα και δειλιάζει να σχεδιάσει ψύχραιμα το αύριο.

Όμως, αυτά δεν είναι πρόταση. Δεν είναι λύση να κλαίμε πάνω στα συντρίμμια των επιλογών μας και εκεί να εξαντλούμε μέχρι θανάτου κάθε ικμάδα μας.

Αφού, λοιπόν, πιό χαμηλά να πάμε δεν έχει, αφού πιό κάτω να πέσουμε δεν γίνεται, άρα, μόνο να σηκωθούμε, μπορούμε· μόνο να ανεβούμε γίνεται. Όμως, χρειάζεται αποφασιστικότητα και τόλμη.

Εκείνο, νομίζω, που θα μπορούσε να προταθεί σαν μοναδική εθνική λύση είναι η επιστροφή σε δικά μας δοκιμασμένα ανθεκτικά πράγματα. Κι αυτά είναι δύο: το αρχαίο ελληνικό πνεύμα στην κλασσική του άποψη και το ευαγγελικό χριστιανικό μήνυμα στην Ορθόδοξη επεξεργασία του.

Θεωρώ ότι είναι καιρός πλέον, να αξιοποιήσουμε τα παραπάνω ως "μάννα" για να ταΐσουμε μ' αυτά τον πεινασμένο λαό μας, που μέχρι τώρα χόρταινε με ξυλοκέρατα.

Όμως, εδώ χρειάζεται προσοχή· "είναι ευκολότερο να μιλάς για αξίες, παρά να ζεις με αυτές" (Adlai Stevenson), επειδή "τις αξίες, πάντοτε, υπάρχουν αυτοί που τις υπηρετούν κι αυτοί που τις εκμεταλλεύονται" (Ναπολέων).

Όταν επί πλέον, αυτές οι αξίες ποντάρουν στη θρησκευτική εμπειρία των ανθρώπων, τότε χρειάζεται πολύ περισσότερη προσοχή και καλή μνήμη για να μας θυμίζει ότι "ποτέ θρησκεία δεν προδόθηκε τόσο, όσο ο Χριστιανισμός από τους Χριστιανούς" (Andre Gide).

Ειδικώτερα την Ορθόδοξη Χριστιανική μας Πίστη, είναι καλύτερα να την πολεμά κανείς παρά να την εξευτελίζει με τον τρόπο που την υπερασπίζεται ή για τον λόγο που την μεταχειρίζεται.

Ο Μεγ. Βασίλειος έγραφε: "με τα ελαττώματα που έχουμε δεν ευτελιζόμαστε τόσο, όσο με τις αρετές που υποκρινόμαστε ότι έχουμε".

Από τότε που ο αρχαίος σοφός έλεγε "πονηρόν μισώ, χρηστόν εάν είπη λόγον" (Μένανδρος), είμαστε βέβαιοι ότι "το μίσος οδηγεί στο σβήσιμο των αξιών" (Jose Ortega Y Gassat), ακόμα κι όταν αυτές περιγράφονται  με "υψηλά λόγια που μοιάζουν με τα κυπαρίσσια, ενώ είναι μεγάλα δεν έχουν καρπούς" (ο Φωκίων στον Λεωσθένη που έσυρε την Αθήνα στον λαμιακό πόλεμο).

Η Ορθόδοξη Χριστιανική μας Πίστη, λοιπόν, είναι η καλύτερη αρματωσιά, αλλά ο χειρότερος μανδύας.

Επίσκοπος σε μιά πόλη της Καμπανίας του ε' αιώνα ο Παυλίνος, πουλήθηκε σκλάβος στον γαμπρό του ηγεμόνα των Βανδάλων στην Αφρική, προκειμένου με τα χρήματα της πώλησής του να εξαγορασθεί το παιδί μιας φτωχής χήρας. Ύστερα από καιρό, ο ηγεμόνας εκτιμώντας την ανωτερότητα της συμπεριφοράς του άγνωστου σκλάβου του, ζήτησε επίμονα απ' εκείνον να του φανερώσει την ταυτότητά του. Ο Παυλίνος αποκάλυψε ότι ήταν επίσκοπος των Χριστιανών στην Καμπανία και για να αποδεχτεί την ελευθερία, που αμέσως του χάρισε ο ηγεμόνας, ζήτησε να απελευθερωθούν μαζύ του όλοι οι συμπατριώτες του.

Τελικά, για την Πίστη μας, δεν υπάρχουν εξ αντικειμένου αξίες αλλά καθίστανται αξίες ανάλογα με το πόσο υπηρετούν τον άνθρωπο, όπως τον περιγράφει ο ποιητής: "...τον καθημερινό άνθρωπο ...που του 'δωσα νερό και του 'δειξα το δρόμο, που δεν έχει στη γη ούτε ένα δωμάτιο δύο επί δύο και  μπορεί να μην τον χωράει ολόκληρο το σύμπαν" (Νικηφ. Βρεττάκος).


Αυτός "ο άνθρωπος δεν είναι ο άγριος του Ρουσσώ, ούτε ο διεφθαρμένος του Ροσφουκώ. Είναι βίαιος όταν καταπιέζεται και γλυκύς όταν είναι ελεύθερος".

Με όρους πνευματικότητος, "ο άνθρωπος είναι η νοσταλγία του άπειρου σε ένα όν πεπερασμένο". Ακόμη από τον Σενέκα "homo, sancta homini" (o άνθρωπος είναι πράγμα ιερό για τον άνθρωπο), μέχρι τον λόγιο αγιορείτη μοναχό που γράφει: "όταν κλαίει ένα βρέφος, η γη γονατίζει συγκεκινημένη να ακροασθεί. Κλαίει ο κύριός της" (Θεόκλητος Διονυσιάτης).

Οπότε για μας τους χριστιανούς κάθε αδικία που διαπράττεται σε βάρος του ανθρώπου, είναι υποχρέωσή μας να αποδοκιμάζεται. "Στόμα που μένει κλειστό μπροστά στην αδικία είναι ανάξιο να σταθεί ανοιχτό μπροστά στη θεία Κοινωνία".

Αν με ρωτήσει κάποιος· "...και τον αντίπαλό μου;" Σ' αυτόν, εκτός από τις γνωστές πανανθρώπινες παραβολές που αναφέρει ο Χριστός, θα θυμίσω, τουλάχιστον, αυτό που έλεγε ο στρατηγός De Gaulle: "κι αν δεν μπορώ να υποφέρω τους αντιπάλους μου, όμως τους σέβομαι". Τελικά, "όσο άθλιος κι αν είναι ένας άνθρωπος, μένει πάντα ο συνάνθρωπός μας".

Κάτι ακόμα: είναι σημαντικό μερικές φορές να αμφισβητούμε την ορθή μας κρίση. Από τα πράγματα που έβλαψαν τους ανθρώπους όχι λίγο, ήταν η αδυναμία μας να δεχθούμε σαν λαθεμένες κάποιες αντιλήψεις, όταν αυτές είχαν το προνόμιο να είναι ...δικές μας. "Αν διαρκώς κρίνουμε τους άλλους, δεν θα μας μείνει καιρός να τους αγαπήσουμε" (μητέρα Τερέζα). "Το γεγονός ότι κρίνουμε και δικάζουμε, σημαίνει ολοφάνερα πως δεν καταλαβαίνουμε. Αν καταλαβαίναμε, δεν θα μπορούσαμε πια να δικάσουμε" (Μαλρώ).

Κάποτε  κι ο Θεός μας κρίθηκε και καταδικάστηκε επάνω στο Γολγοθά. Κι ενώ ο κόσμος τριγύρω έλεγε διάφορα, επάνω στο Σταυρό, ο ίδιος ο Θεός, ενάντια στο Θεό, πήρε το μέρος του ανθρώπου.

Άρα λοιπόν, όταν αγαπάμε συγχωρούμε ακόμα και τα ελαττώματα των άλλων, όταν δεν αγαπάμε, δεν συγχωρούμε ούτε τα προτερήματα.

Η διαχείριση των προθέσεων και των διαθέσεών μας θέλει υπευθυνότητα. "Οι σκέψεις μας γίνονται λόγια, τα λόγια πράξεις, οι πράξεις συνήθειες, οι συνήθειές μας γίνονται ο χαρακτήρας μας και ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας" (Φρανκ Άουτλω).

Καμμιά φορά, "πονούν λιγότερο οι οξείες σφαίρες από τις οξείες φράσεις" (Bismarck), και ποτέ κόμπος δεν λύνεται με το τέντωμα των άκρων.

Λέμε ότι η αναγκαιότητα σκλήρυνε την ελλαδική κοινωνία. Δεν είν' έτσι, αλλά ακόμη κι αν ήταν, ας μην ξεχνάμε ότι "η αναγκαιότητα είναι το επιχείρημα των δούλων, είναι και το πρόσχημα των δικτατόρων (William Pitt).

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος διεκήρυξε ότι "αυτός που θυσιάζει την ελευθερία για την ασφάλεια, δεν αξίζει τίποτε από τα δύο".

Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα υφίστανται τέτοια διλήμματα, όμως η Δημοκρατία είναι εύθραυστο καθεστώς. Δεν είναι μόνο τρόπος ζωής "είναι βίωμα, ή να το πω καλύτερα, είναι κατάσταση πνεύματος" (Μαντές Φρανς).

Όταν η Marie Jeanne Roland, ανεβαίνοντας στην λαιμητόμο (στις 8/11/1793) ατένισε ένα άγαλμα της Ελευθερίας, φώναξε: "...πόσα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στ' όνομά σου!" 

Εάν δεν προσέξουμε η libido dominandi (λαγνεία της δύναμης) θα μας καταστρέψει, πρώτα πνευματικά κι έπειτα κοινωνικά και εθνικά.

Η λέξη επανάσταση έχει μέσα της τη λέξη ανάσταση, δηλ. προϋποθέτει θάνατο! Οι επαναστάσεις  "ξεκινούν να καταργήσουν τις τάξεις, όμως, συνήθως τις αντικαθιστούν με μιά σκληρότερη ιεραρχία" (Ιονέσκο) και τελικά "καταλήγουν να ενισχύσουν το Κράτος" (Καμύ).

Οπότε δικαίωμα καταπίεσης δεν έχει κανένας, δικαίωμα άμυνας έχουν όλοι.

Ένα είναι βέβαιο, το κακό που κάνουμε στους άλλους, ποτέ δεν θα μας ωφελήσει.

Μ' αυτήν την τεράστια ευθύνη είμαστε επιφορτισμένοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ' αυτήν αν θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί. Χριστιανός είναι ένας άνθρωπος στον οποίο ο Θεός εμπιστεύθηκε τους άλλους ανθρώπους.  "Κανείς δεν έχει δικαίωμα να είναι ευτυχισμένος από μόνος του" (Ραούλ Φολερώ). Γι' αυτό, "όταν δεν μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο αυτό Παράδεισο, τότε οφείλουμε, τουλάχιστον, να τον εμποδίσουμε να γίνει Κόλαση" (Ολ. Κλεμάν).

Κόλαση δεν είναι μόνο το μίσος. "Το μίσος οι άνθρωποι, κάποτε, το συγχωρούν, δεν συγχωρούν ποτέ την περιφρόνηση" (Νερβάλ).

Έτσι ξέρει η Εκκλησία κι έτσι οφείλει να διδάσκει. Επειδή η Εκκλησία είναι η πιο ευεργετημένη του Θεού, αφού ο Χριστός δημιούργησε τον κόσμο με το λόγο του, τον άνθρωπο με τα χέρια του και την Εκκλησία με το αίμα Του (Παν.Τρεμπέλας).

Ο γάλλος υπαρξιστής (Ζαν Πωλ Σάρτρ) έλεγε: "οι άλλοι άνθρωποι είναι η κόλασή μου", ενώ ο ρώσσος ασκητής (Σεραφείμ του Σάρωφ) χαιρετούσε τον καθένα περαστικό με τα λόγια: "Χαρά μου, Χριστός Ανέστη"!

Τελικά, στην Ορθοδοξία, γνωρίζουμε το Θεό όχι κατανοώντας μια έννοια, αλλά καλλιεργώντας μιά σχέση, πρώτα με τους ανθρώπους κι έπειτα με το Θεό.

Ποιούς θέλω να περιγράψω με τις παραπάνω κομψές επισημάνσεις; Τον πολιτικό, που δεν λέει την μακρόβια αλήθεια, όταν αυτή του κοστίζει την «ἐπὶ θύραις» εκλογή. Τον συνδικαλιστή, που ασύνετα πριονίζει το εργασιακό κλαδί επάνω στο οποίο κάθεται. Τον δημόσιο υπάλληλο, που τα παράνομα εισοδήματά του αυξάνουν αντιστρόφως ανάλογα με την υπόληψή του. Τον καθένα μας, όταν καλούμεθα να αποφασίσουμε το μεγάλο "ναι" ή το μεγάλο "όχι" και να υπηρετήσουμε το δίκαιο, το τίμιο, το αληθινό, το ευαγγελικό. Αν ο καθένας μας δεν διορθωθεί, ένα μέρος της κοινωνίας μας θα ξεπέφτει χαμηλά σε νεο-ναζιστικές συμπεριφορές. Αν δεν παλινορθώσουμε τις ευαγγελικές αρετές, ένα μέρος του λαού μας θα καταντήσει πίσω στον παγανισμό.

Ο γερμανός διοικητής, δείχνοντας τον πίνακα της Γουέρνικα, ρώτησε τον Πάμπλο Πικάσσο: -Κύριε, εσείς το κάνατε αυτό; Κι εκείνος απάντησε: -Όχι, Κύριε, εσείς το κάνατε"!

Λέει ο Ιω. Χρυσόστομος: "λυπάμαι αν για κάποιους είναι δηκτικά τα λόγια μου, όμως, αυτό επιδιώκω· καλύτερα να πονέσουν από τα σκληρά μου λόγια παρά από τις κακές τους πράξεις".

Επανέρχομαι για να τελειώσω.

Το έλλειμμα της πραγματικής Ελληνικής Παιδείας και το έλλειμμα της γνήσιας Ορθόδοξης Χριστιανικής Αγωγής πρέπει να σταματήσει να καταβαραθρώνει τις ψυχές των Ελλήνων.

"Η Παιδεία κάνει το λαό εύκολο να τον οδηγήσεις, αλλά δύσκολο να τον παρασύρεις· εύκολο να τον κυβερνήσεις, αλλά δύσκολο να τον υποδουλώσεις" (λόρδος Brougham, αντικαγκελάριος της Αγγλίας, Λόγος στη Βουλή των Κοινοτήτων 29-1-1828).

Κάποιος ανόητος αθηναίος κορόιδευε μια μέρα τον Ανάχαρσι, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητος, επειδή ήταν "βάρβαρος". Ο Ανάχαρσις, που πράγματι ήταν Σκύθης, απάντησε ατάραχος: "φίλε μου, είναι καλύτερα να συστέλλεται κάποιος για την πατρίδα του παρά να ντρέπεται η πατρίδα του γι' αυτόν".

Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, κάθε αλαζονεία (προσθέτω και την εθνική, ακόμα και την θρησκευτική) την θεωρεί ασύγγνωστη αμαρτία, μολυσματική, χειρότερη από την πορνεία και την μοιχεία. Την αποκαλεί "...διαστροφὴ ψυχῆς καὶ νόσο χαλεπωτάτη, οὐδαμόθεν τικτομένη ἢ ἐξ ἀνοίας" και καταλήγει "οὐδὲν γὰρ ἀνοητότερον ἀλαζόνος ἀνθρώπου".

Το άλυτο πρόβλημα δεν είναι οι ξένοι στην πατρίδα μας. Είναι οι ντόπιοι, όταν είναι αποξενωμένοι από το Χριστό.

Είμαστε ως Χώρα, σε οριακό ιστορικό σημείο. Νέος από αριστοκρατική οικογένεια, αλλά άσωτος και μωρός, περιφρονούσε τον συνομιλητή του Κλεάνθη για την άσημη καταγωγή του. Ο μετέπειτα φιλόσοφος του απάντησε: "νεαρέ, μ' εμένα θα αρχίσει η δόξα της γενιάς μου, μ' εσένα θα τελειώσει".

Οι Έλληνες έχουμε αρχοντική πολιτιστική καταγωγή, έχουμε και πλούσια χριστιανική ευαγγελική αγωγή. Αυτά είναι μόνο ευθύνη, τίποτε άλλο. Ας μην ψάχνουμε φίλους, κανείς δεν μας χρωστάει. Ας μην σκιαμαχούμε με εχθρούς, κανείς δεν έχει λόγο να μας βλάψει. Ας μην μονομαχούμε με πολιτιστικά, κοινωνικά, πνευματικά κατωτέρους μας κι ας προσφέρουμε την φιλοξενία μας και στους εχθρούς μας, όπως το δένδρο δεν αρνείται τη σκιά του στον ξυλοκόπο.

Αρκεί όλους, φίλους και μη, να τους προσκαλούμε σε μια ανώτερη πολιτιστική βιοτή και τότε θα υποβάλλονται σ' αυτήν.

Το ερώτημα είναι· την έχουμε;

Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, όταν στα 306 κατέλαβε τα Μέγαρα, έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να μην θίξουν σε τίποτε τον σοφό Στίλπωνα. Όταν τον συνάντησε, τον ρώτησε με ενδιαφέρον, μη τυχόν κάποιος στρατιώτης λεηλάτησε τα πράγματά του. Και ο σοφός απάντησε: «οὐδένα εἶδον τἀμὰ φέροντα. Ἔχομεν τι τοιοῦτον ἐν ἑαυτοῖς, οἷον κ' οὔτε φέροιεν Ἀχαιοί, οὔτ' ἂν ἄγοιεν· πόλεμος γὰρ οὐ λαφυραγωγεῖ ἀρετήν».

Ξαναρωτώ: την έχουμε; Μπορούμε να την επανακτήσουμε; Αυτό, νομίζω, είναι το ερώτημα, που όσο κι αν πονάει, οφείλουμε να το απαντήσουμε.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Declaration of the basic principles of the Bioethics based on the Orthodox Tradition (2002) / Euthanasia: Motions on the general principles (2003)



Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου: ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

[Λόγος κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Κέρκυρα, 20 Μαρτίου 2007]

Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος εἶχαν διατυπωθεῖ πολλές προβλέψεις ὅτι ἡ θρησκεία σύντομα θά ἔσβηνε στήν Εὐρώπη. Στό ξεκίνημα ὅμως τοῦ 21ου αἰῶνος, παράλληλα μέ τήν ἐκκοσμίκευση καί τή θρησκευτική ἀδιαφορία, παρατηρεῖται σέ παγκόσμια κλίμακα μιά ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τό Ὑπερβατικό, γιά τό Θεῖο. Μιά μεταφυσική ἀναζήτηση μέ μεγάλη ρευστότητα. Ὁρισμένοι ζητοῦν νά τήν ἱκανοποιήσουν μέ θρησκευτικές ἀντιλήψεις ἰνδικῆς προελεύσεως (ἰνδουϊστικές ἤ βουδδιστικές σχολές κ.λπ.). Ἔτσι, συχνά προσφέρονται στό ἀνυποψίαστο κοινό μεταλλαγμένα προϊόντα διαφόρων θρησκευτικῶν θεωριῶν ποικίλης προελεύσεως, πού προτείνουν μιά ἀόριστη πνευματικότητα ἡ ὁποία τελικά ὁδηγεῖ σέ ἕνα ἀπροσδιόριστο κενό.

Σέ μεγαλύτερο ὅμως βαθμό, τό κοινό τῆς Εὐρώπης ἐπηρεάζεται τελευταίως ἀπό περίεργες μεταφυσικές ἰδέες. Χαρακτηριστικά τήν ἀποκαλύπτουν τά μπέστ σέλλερ τῆς παιδικῆς λογοτεχνίας. Γιά τά παιδιά τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ἕνας ἀπό τούς πιό ἀγαπημένους ἥρωες ἦταν ὁ Oliver Twist τοῦ Dickens. Στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰῶνος, τή θέση του ἔχει πάρει ὁ Χάρυ Πότερ τῆς G. K. Rowling. Στήν ἱστορία τοῦ Oliver Twist, τό Καλό καί τό Κακό προσδιορίζονται σέ μεγάλο βαθμό μέ κοινωνικούς ὅρους. Στίς περιπέτειες τοῦ Χάρυ Πότερ, αὐτά ἀνήκουν στή σφαίρα τῆς μεταφυσικῆς καί ἐκπορεύονται ἀπό τή μοίρα. Στήν πρώτη περίπτωση, ἡ τραγικότητα τῆς ζωῆς μεταμορφώνεται μέ τήν παρέμβαση ἑνός εὐγενοῦς διανοουμένου. Ἀντίθετα, ὁ ἥρωας τῶν σημερινῶν παιδιῶν βρίσκει καταφύγιο στόν σκοτεινό κόσμο τῆς φαντασίας, διότι τό ὁρατό περιβάλλον τοῦ εἶναι ἐχθρικό. Τό μαγικό ραβδί στό χέρι του ἀλλάζει τήν εἰκόνα τοῦ κόσμου. Πρόθεσή του εἶναι νά ὁρίσει τό περιβάλλον του χρησιμοποιώντας μεταφυσικές ἀόρατες δυνάμεις τοῦ σύμπαντος.

Ἡ ἐκπληκτική ἐπιτυχία τοῦ βιβλίου στό εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό σέ πάρα πολλές χῶρες φανερώνει τήν ἰδιαίτερη γοητεία πού ἀσκεῖ σήμερα ἡ φυγή στό φανταστικό, σέ κόσμους μαγικούς. Συγχρόνως ὅμως φανερώνει τό ἐνδιαφέρον γιά μιά περιοχή, πού ὑπερβαίνει τήν κλασική λογική στήν ὁποία στηρίχθηκε ὁ Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός, δίνοντας ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στή κριτική λειτουργία τοῦ ὀρθοῦ λόγου σέ ὅλα τά ἐπίπεδα.

Τά θρησκευτικά ἐνδιαφέροντα καί οἱ κοινότητες πού τά ἐκπροσωποῦν ἐξακολουθοῦν νά διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στή σύγχρονη Εὐρώπη, ἡ ὁποία παρουσιάζει σήμερα μιά γενικότερη πολυμορφία. Ὅπως ἐπισήμανε ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς στό βιβλίο του Ἐλεύθερο πνεῦμα, “Ἡ Εὐρώπη εἶναι ἕνα σύμπλεγμα ἀπό ἄπειρες ἀντιθέσεις. Διαφορετικές καί πολύ συχνά ἀντίθετες ψυχικές διαθέσεις γεννιοῦνται στόν Βορρᾶ καί τή Μεσημβρία, στή Δύση καί τήν Ἀνατολή. … Τό εὐρωπαϊκό πνεῦμα προϋποθέτει τήν κατανόηση τῆς ἁρμονίας τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συνόλου. … Ἡ μεγάλη ἀξία αὐτοῦ τοῦ συνόλου εἶναι ὅτι κατόρθωσε νά ἑνώσει σέ μιά ἀνώτερη σύνθεση τίς ἀντιθέσεις πού τό ἀποτελοῦν” i. Οἱ ἀντιθέσεις στήν Εὐρώπη συνυφαίνονται μέ τίς μεταφυσικές πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν της, τίς ἀρχές καί παραδόσεις πού ἔχουν οἱ διάφορες θρησκευτικές κοινότητες.

Α΄
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ

1. Κατά πλειοψηφία, οἱ Εὐρωπαῖοι εἶναι, ὡς γνωστόν, χριστιανοί. Εἶναι ὅμως ἀπό αἰῶνες διηρημένοι σέ διάφορες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες. Ὑπενθυμίζω λιτά ὅτι ξεχωρίζουν τρία σύνολα: Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, πού ἀποτελοῦν τό πιό συσπειρωμένο συγκρότημα∙ οἱ Ὀρθόδοξοι, ὀργανωμένοι σέ Αὐτοκέφαλες τοπικές Ἐκκλησίες∙ καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι, διαφοροποιημένοι σέ μεγαλύτερες ἤ μικρότερες ὁμάδες. Ὅλες οἱ χριστιανικές κοινότητες διακρίνονται γιά μιά ἔντονη ἱστορική αὐτοσυνειδησία.

Ὁ βασικός ὅρος στίς εὐρωπαϊκές γλῶσσες γιά τή θρησκεία εἶναι religion (Religion, religione). Σύμφωνα μέ τήν πιθανότερη ὑπόθεση, ἡ λέξη δηλώνει ἀφ’ ἑνός τόν δεσμό μέ τό Θεῖο καί ἀφ’ ἑτέρου τόν δεσμό ὁ ὁποῖος ἑνώνει τούς ἀνθρώπους πού συμμερίζονται κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ὁ ὅρος ὑπαινίσσεται ταυτόχρονα διαχωρισμό ἀπό κάτι ἀλλά καί ἑνότητα τῶν μελῶν μιᾶς συγκεκριμένης κοινότητος ii.

Τό δεύτερο χαρακτηριστικό, ἡ ὀργανωμένη κοινότητα ἐπί τῇ βάσει θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων, θά ἔλεγα, ἡ ὁριζόντια διάσταση, εἶναι προφανής. Ἡ κάθετη ὅμως διάσταση, ἡ σχέση μέ τόν Θεό, ἡ πίστη, παρουσιάζεται συνήθως ἐξασθενημένη. Ὅσο καί ἄν ὁρισμένοι ἀνεπίγνωστα τά συγχέουν, τυπική ὁμολογιακή ταυτότητα καί αὐθεντική πίστη δέν ταυτίζονται. Πολλοί δηλώνουν Καθολικοί, Ὀρθόδοξοι, Λουθηρανοί κ.τ.λ., ἐνῶ συγχρόνως προσθέτουν ὅτι δέν πιστεύουν σέ Θεό∙ π.χ. ἐπίσημη στατιστική στή Σουηδία ἀναγράφει ὅτι οἱ χριστιανοί ἀποτελοῦν τό 91% iii, ἐνῶ παλαιότερη ἔρευνα, τοῦ 1990, ὑπολογίζει τό ποσοστό ὅσων πιστεύουν σέ Θεό στό 45% iv. Βεβαίως, οἱ στατιστικές γύρω ἀπό θρησκευτικά θέματα εἶναι πολύ σχετικές.

2. Ἀναμφισβήτητο πάντως παραμένει τό γεγονός ὅτι ἡ χριστιανική πίστη σέ πολλές ἐκ παραδόσεως χριστιανικές κοινωνίες ἔχει διαβρωθεῖ ἀπό τήν ἀντιθρησκευτική προπαγάνδα καί γενικά τήν ἐκκοσμίκευση πού ἔφερε ἡ Νεωτερικότητα. Σύμφωνα μέ στατιστική τοῦ 1990, σέ 15 χῶρες τῆς Εὐρώπης κατά μέσον ὅρο τό 70% δηλώνουν ὅτι πιστεύουν στόν Θεό, ἀλλά μόνο τό 61% ὅτι πιστεύουν σέ ψυχή, τό 43% σέ ζωή μετά θάνατο, τό 33% σέ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἐνῶ τό 40% δέν ἐκκλησιάζονται ποτέ v. Χῶρες πού ὑπέστησαν τή συστηματική ἀθεϊστική ἐκπαίδευση στό παλαιό ἀνατολικό μπλόκ ἐμφανίζουν μεγαλύτερη κάμψη πίστεως. Π.χ. στήν Τσεχία, μόνο τό 33% αὐτοπροσδιορίζονται χριστιανοί vi, ἐνῶ στήν Ἀνατ. Γερμανία τό ποσοστό εἶναι ἀκόμη μικρότερο.

Ἡ ἐκκοσμίκευση στήν Εὐρώπη (σεκουλαρισμός, secularization) δέν εἶναι ὁμοιογενής. Εὔκολα διακρίνονται τρεῖς μορφές: α) Ἡ ἁπλή θρησκευτική ἀδιαφορία. β) Ἡ ἀντιπάθεια καί ἀντίθεση πρός τή χριστιανική πίστη. γ) Ὁ μαχητικός σεκουλαρισμός, πού ζητεῖ νά ἐπιβάλει τίς ἀπόψεις του, νά ἐξοβελίσει τή θρησκεία ἀπό τήν κοινωνική ζωή, νά τήν περιορίσει σέ ἰδιωτική ὑπόθεση. Μέ ἄλλα ἐπιχειρήματα ζητεῖ νά προωθήσει τό παλαιό σοβιετικό πρότυπο γιά τόν περιορισμό τῆς θρησκείας vii. Στή γνωστή διαδικασία τῆς συντάξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος;, οἱ φονταμεταλιστές τῆς laicité εἶχαν ἀποφασιστική ἐπιρροή.

3. Στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰῶνος, μέ ἐντυπωσιακότερο τρόπο πρόβαλε στήν Εὐρώπη ἡ δυναμική τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ παρουσία του βέβαια δέν εἶναι κάτι νέο στήν ἤπειρό μας. Ἱστορικά ἔχουν ὑπάρξει διάφορες φάσεις: συγκρούσεως μέ τόν Χριστιανισμό, ἀνοχῆς, συνυπάρξεως. Μουσουλμανικές κοινότητες ὑπάρχουν ἀπό αἰῶνες ὄχι μόνο στά Βαλκάνια ἀλλά καί στή Δυτ. Εὐρώπη. Ὁ μεγαλύτερος ἀριθμός τους στήν ἐποχή μας προέρχεται ἀπό μετανάστες, συνήθως παλαιῶν εὐρωπαϊκῶν ἀποικιῶν. Ὑπολογίζονται σέ περίπου 4 ἑκατομμύρια στή Γαλλία, 2.5 στή Γερμανία, 2 στή Μ. Βρεττανία, μισό ἑκατομμύριο στήν Ὁλλανδία καί ἄλλο τόσο στήν Ἰταλία, 300 χιλιάδες στό Βέλγιο, κ.λπ. viii

Τόν τελευταῖο καιρό, ἰδίως μετά τήν 11η Σεπτεμβρίου 2001, βλέπουμε νά διαμορφώνονται δύο ροπές. Ἀφ’ ἑνός μέν, στίς τάξεις νεαρῶν μουσουλμάνων, μιά στροφή στό ἀκραῖο μαχητικό Ἰσλάμ (ραντικαλισμός), καί σύμπραξη μέ ἰσλαμιστές ἄλλων ἠπείρων σέ τρομοκρατικές ἐνέργειες, ὅπως στό Λονδίνο καί τή Μαδρίτη∙ ἀφ’ ἑτέρου δέ σέ πολλές δυτικές κοινωνίες ἡ ἰσλαμοφοβία. Μιά ἔρευνα ἀπό τό «Εὐρωπαϊκό Παρατηρητήριο γιά τήν ξενοφοβία καί τόν ρατσισμό», πού εἶναι συμβουλευτικό ὄργανο τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, ἔδειξε ὅτι ἡ ἰσλαμοφοβία στήν Εὐρώπη δυναμώνει. Ὁ ἀριθμός ὅσων διάκεινται ἀρνητικά στούς μουσουλμάνους παρουσίασε αὔξηση κατά 60% σέ ἕνα χρόνο ix. Εὐτυχῶς, δέν λείπουν καί παραδείγματα εἰρηνικῆς συνυπάρξεως μουσουλμάνων καί χριστιανῶν, ὅπως στήν Ἀλβανία καί στήν Ἑλλάδα. Ἐλπίζουμε νά μήν ἀποδειχθοῦν εὔθραυστα.

Ἡ Εὐρώπη βεβαίως, μετέχοντας στά ἀνά τήν ὑφήλιο δρώμενα, φαίνεται ἀποφασισμένη νά ἀντιδράσει δυναμικά. Τό κύριο ὅμως μέλημα γιά τούς Εὐρωπαίους δέν εἶναι απλῶς ἡ καταπολέμηση τῆς ἰσλαμικῆς τρομοκρατίας. Ὅπως καί ἄλλοτε μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά ἐπισημάνω, τό κρίσιμο σημεῖο γιά τήν ἤπειρό μας σήμερα εἶναι ὅτι τό Ἰσλάμ εἰσέρχεται σέ μία Εὐρώπη στήν ὁποία ἡ χριστιανική συνείδηση καί ζωή εἶναι διαβρωμένες ἀπό τήν ἀδιαφορία καί τήν ἐκκοσμίκευση. Μέ λαούς πού λέγονται μέν χριστιανικοί, ἀλλά δέν ἐμπνέονται ἀπό τίς χριστιανικές ἀξίες, δέν ζοῦν τή χριστιανική πίστη. Αὐτό τό ἔλλειμμα πίστεως, μέ τά πολυποίκιλα κενά πού ἀφήνει, μπορεῖ νά στοιχίσει πολλαπλά στή νέα συνύπαρξη, διευκολύνοντας εὐρύτερη ἐπιρροή τοῦ Ἰσλάμ. Ἕνα θρήσκευμα μέ πίστη καί ἐνθουσιασμό διαθέτει σφρίγος ἐπιδράσεως, πράγμα τό ὁποῖο στερεῖται μία χαλαρή θρησκευτική κοινωνία πού στηρίζει τήν ἰσχύ της πρωτίστως στόν τεχνολογικό ἐξοπλισμό.

Τό πιό σημαντικό λοιπόν γιά τήν πνευματική ἀντίσταση καί δημιουργικότητα τῆς Εὐρώπης εἶναι νά ξαναβρεῖ τήν καρδιά της, τή ζωντανή χριστιανική πίστη. Σ’ αὐτό τό σημεῖο, ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μεγάλη καί ἡ συμβολή της ὀφείλει νά εἶναι οὐσιαστική.

Β΄
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

1. Σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων. Δογματικά, οἱ Ὀρθόδοξοι τονίζουμε ὅτι ἀνήκουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», ὅτι εἴμαστε αὐτή ἡ Ἐκκλησία. Ἀσφαλῶς, ἡ εὐχαριστιακή μας συνείδηση καί ἡ ἐπισκοπική ἀποστολική διαδοχή καί δομή ἐξασφαλίζουν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Πρέπει ὅμως νά ὁμολογηθεῖ ὅτι κάθε τόσο ἐμφανίζονται ζητήματα πού τήν πληγώνουν. Κατά καιρούς ἡ κατάσταση ἐπιδεινώνεται, ὄχι λόγω διαφορετικῶν θεολογικῶν τοποθετήσεων ἀλλά ἕνεκα ἄλλων, μή καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν αἰτίων.

Ἀρκετές Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἔζησαν σέ περιβάλλον ὁμοιογενές, ἀποτελώντας τή συντριπτική πλειοψηφία τῆς χώρας (π.χ. Ἑλλάδα, Ρουμανία, Σερβία). Ἐξαίρεση σ’ αὐτό ἀπετέλεσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως –τό ὁποῖο, ὅπως καί τά ἄλλα πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, ζεῖ καί ἀκτινοβολεῖ τήν Ὀρθοδοξία σέ περιβάλλον ἀλλόθρησκο. Μέ τίς τελευταῖες ἐξελίξεις, διάφορες Ὀρθόδοξες ὁμάδες, συνήθως μετανάστες ἀπό τήν Ἀνατολική Εὐρώπη, ἔχουν μετακινηθεῖ σέ εὐρωπαϊκές χῶρες. Ἔτσι, σήμερα πολυάριθμες Ὀρθόδοξες ἐνορίες μοιάζουν μέ νησίδες στό ἀρχιπέλαγος τῆς Εὐρώπης.

Στίς συνθῆκες αὐτές διαμορφώνονται διάφορες τάσεις: Ἡ μία τείνει πρός τήν πλήρη προσαρμογή ἤ καί τήν ἀφομοίωση μέ τήν νοοτροπία τῆς πλειοψηφίας. Ἡ ἄλλη τείνει στή δημιουργία γκέττο, γιά νά περισωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη ταυτότητα. Ἔχουμε εὐτυχῶς καί περιπτώσεις, π.χ. στή Γαλλία, ὅπου ἔχει ἀποφευχθεῖ τόσο τό γκέττο ὅσο καί ἡ ἀφομοίωση.

Καθώς ἡ Εὐρώπη ἐξελίσσεται πολιτικά, διακρίνονται δύο ἰδιαίτερες περιοχές: Ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἀφενός, καί ἀφετέρου, οἱ χῶρες πού ἀκόμη βρίσκονται ἐκτός, μέ κύρια πολιτική ὀντότητα τή Ρωσία. Ἡ Ὀρθοδοξία μπορεῖ νά ἀποτελέσει πνευματική γέφυρα πού νά συνδέει ὁλόκληρη τήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο, ἀξιοποιώντας τόν πλοῦτο τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ πού δημιουργήθηκε τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή. Ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει νά συμβάλει στήν προσπάθεια συνδιαλλαγῆς, στήν ἁρμονική συμβίωση ἡ ὁποία βασίζεται στόν σεβασμό τῶν ἰδιαιτέρων παραδόσεων, σέ μιά ἑνότητα πού στηρίζεται στή συμφιλιωμένη διαφορετικότητα. Βεβαίως, σ’ αὐτή τήν προσπάθεια δέν εἴμαστε μόνοι μας. Ὅλες οἱ χριστιανικές Ἐκκλησίες τῆς Εὐρώπης ὑπογραμμίζουν αὐτό τό χρέος.

Συγχρόνως, οἱ Ὀρθόδοξοι ὀφείλουμε νά ἔχουμε τό θάρρος γιά μιά σοβαρή αὐτοκριτική. Ἡ διαφορά μεταξύ θεωρίας καί πράξεως, τήν ὁποία παρουσιάζουμε, εἶναι ἐνίοτε θεαματική. Ὑπάρχουν πολλές ἀσυνέπειες καί τραυματικές καταστάσεις πού ζητοῦν διορθωτικές κινήσεις. Π.χ., ἡ κατανόηση τῶν σχέσεων Ἔθνους καί Ὀρθοδοξίας, τά ὁποῖα πολλές Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ταυτίζουν. Διάφορα ἐπίσης φολκλορικά στοιχεῖα ἀλλοιώνουν τήν καθαρότητα τῶν παραδόσεων καί τῆς λατρευτικῆς μας ζωῆς – τόσο, πού συχνά νά βλέπουμε μιά «Ὀρθοδοξία μπαρόκ».

Ἕνα ἄλλο λεπτό θέμα εἶναι ἡ ἑρμηνεία καί ἐφαρμογή τῶν Ἱερῶν Κανόνων στή σύγχρονη ζωή. Ὁρισμένοι τούς ἐπικαλοῦνται ὅπως οἱ Ἑβραῖοι τό Ταλμούδ. Οἱ Κανόνες ὅμως δείχνουν κατεύθυνση σκέψεως καί συμπεριφορᾶς. Εἶναι ποιμαντικά μέτρα‐φάρμακα, πού σκοπό ἔχουν τή θεραπεία καί τήν ὀρθή καθοδήγηση τοῦ πάσχοντος ἀνθρώπου. Ἡ δόση ἐντούτοις καί ἡ τελική χρήση τῶν φαρμάκων ἐπαφίεται στόν ἰατρό, τελικά σέ ἕνα ὑπεύθυνο στήν Ἐκκλησία πρόσωπο, στόν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Ὑπάρχουν Κανόνες πού ἤδη στήν πράξη ἔχουν τεθεῖ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση σέ ἀχρηστία∙ π.χ. ἕνας Κανών, ἀπαγορεύει μέ ποινές τό νά συμφάγει Ὀρθόδοξος κληρικός μέ Ρωμαιοκαθολικό.... [«Μεθ’ οἱουδήποτε τῶν ἑτεροδόξων ἡ συνεστίασις γέγονε, μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ ὁ συνεστιασθείς τοῦ ἐγκλήματος ἀπολέλυται», μέ ποινή ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, «ἐν δυσίν ἤ τρισί τεσσαρακοσταῖς»] x. Ἄλλος Κανών γράφει: «ὅτι οὐ δεῖ ὁδοιπορεῖν ἄνευ ἀνάγκης ἤ βίας ἐν Κυριακῇ» xi.

Συχνά ἡ προσοχή πολλῶν ἀποσπᾶται σέ ἐπί μέρους καί παραθεωροῦνται τά βαρύτερα τοῦ νόμου: «ἡ κρίσις καί τό ἔλεος». Εὔκολα ὑμνοῦμε τή χριστιανικῆ ἀγάπη, ἀλλά τήν περιορίζουμε στόν ἑαυτό μας, τό πολύ‐πολύ, στούς δικούς μας, ἀδιαφορώντας γιά τόν ἄλλο, τόν ξένο, τόν διαφορετικό. Ἐκθειάζουμε τή λιτότητα καί τήν ταπείνωση, ἐνῶ κινούμεθα στούς ρυθμούς τῆς ἀνέσεως, τῆς χλιδῆς καί τῆς ἀλαζονείας. «Τί δέ μέ καλεῖτε, Κύριε, Κύριε,», θά μᾶς ἔλεγε καί σήμερα ὁ Χριστός, «καί οὐ ποιεῖτε ἅ λέγω» (Λουκ. 6:46).

2. Οἱ σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους χριστιανούς ἔχουν περάσει ἀπό διάφορες φάσεις. Σήμερα, διακρίνονται δύο τοποθετήσεις: Τήν πρώτη ἐκπροσωπεῖ μία νοοτροπία κλειστή, καχυποψίας γιά τούς ἄλλους, ἡ ὁποία συχνά ἀνατρέχει στό παρελθόν μέ ἀρνητικά ἰδεολογήματα καί ἐπισημαίνει τούς κινδύνους ἀπό τίς ἐπαφές μέ τίς ἄλλες χριστιανικές ὁμολογίες. Τή δεύτερη ἐκφράζουν ὅσοι πιστεύουν στήν προσέγγιση καί συνεργασία τῶν χριστιανῶν. Συνήθως οἱ πρῶτοι θέτουν τό ἐρώτημα: Καί τί ἔχουμε νά πάρουμε ἀπό τή Δύση; Οἱ δεύτεροι τονίζουν ὅτι ἡ ὀρθή τοποθέτηση εἶναι: Τί μποροῦμε ἐμεῖς νά προσφέρουμε; Καί ἀσφαλῶς, πολλά ἔχουμε νά μοιρασθοῦμε ἀπό κοινοῦ. Κάτι αὐτονόητο, πού ὅμως εὔκολα παραθεωροῦν ἀρκετοί Ὀρθόδοξοι, εἶναι ὅτι οἱ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι δέν ἐπέλεξαν, μέ διάθεση νά προσχωρήσουν σέ αἵρεση, τή χριστιανική ὁμολογία στήν ὁποία σήμερα ἀνήκουν, ἀλλά γεννήθηκαν σέ χώρα στήν ὁποία ἐπί αἰῶνες ἡ ὁμολογία αὐτή ἐπικρατεῖ. Π.χ. ὁ Νορβηγός στή Λουθηρανή Ἐκκλησία, ὁ Σκωτσέζος στήν Πρεσβυτεριανή. Πῶς τούς κρίνουμε διότι δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι;

Οἱ ὑπερσυντηρητικοί ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ ἐπαφές μας μέ τούς ἑτεροδόξους ἀπειλοῦν νά ἀλλοτριώσουν τό Ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἦθος καί ὅτι ἡ συμμετοχή μας στήν οἰκουμενική κίνηση – τήν ὁποία ἄκριτα χαρακτηρίζουν ὡς «παναίρεση» – εἶναι προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν δυσκολεύονται μάλιστα νά βάλουν στούς ἀντιφρονοῦντες ἐτικέττες, ὅπως «αἱρετικοί», «οἰκουμενιστές» (ἄγνωστη λέξη στό ἑλληνικό λεξιλόγιο, πού γνωρίζει ἀπό αἰῶνες μόνο τό «οἰκουμένη», «οἰκουμενικός»). Πολλοί ὅμως πιστεύουμε ὅτι εἶναι χρέος μας νά συμμετέχουμε στούς κοινούς προβληματισμούς προσφέροντας τήν Ὀρθόδοξη μαρτυρία xii. Τή γραμμή αὐτή ἔχουν υἱοθετήσει ἀπό ἐτῶν οἱ Σύνοδοι τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ὑπενθυμίζω καί τίς πρόσφατες διακηρύξεις στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Πάπα κ. Βενέδικτο ΙΣΤ΄. xiii.

Τό βασικό ἐρώτημα εἶναι, ποιός τελικά ἀποφασίζει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τό ἑκάστοτε πρακτέο καί γιά τό τί εἶναι αἱρετικό; Ὁ Ἄλφα ἤ ὁ Βήτα εὐσεβής μοναχός ἤ κληρικός; Διότι τάχα αὐτός αὐτεπάγγελτα «ἐκπροσωπεῖ» τόν λαό, χωρίς μάλιστα νά τόν ρωτᾶ; Μήπως ἔτσι κινδυνεύουμε νά διολισθήσουμε σέ ἕνα τύπο «πρεσβυτεριανῆς Ὀρθοδοξίας»; Ἀλλά ἕνα τέτοιο εἶδος δέν τό γνωρίζει ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων ἔχει τήν εὐθύνη νά λαμβάνει ἀποφάσεις στά κρίσιμα θέματα καί νά καθορίζει τήν ἑκάστοτε Ὀρθόδοξη στάση.

Προφανῶς, ὑπάρχουν πολλά προβλήματα θεολογικά, ἐκκλησιολογικά, πρακτικά, τά ὁποῖα χωρίζουν τούς χριστιανούς τῆς Εὐρώπης. Θά χρειασθεῖ ἀσφαλῶς ὑπεύθυνη καί συστηματική συζήτηση ἐπί διαφόρων θεμάτων. Κανείς δέ ἀπό ὅσους μετέχουμε στίς διαχριστιανικές σχέσεις δέν εἶναι διατεθειμένος νά ἀρνηθεῖ τήν Ὀρθόδοξη ταυτότητά του ἤ νά κάνει συμβιβασμούς στήν πίστη του προδίδοντας τήν Ὀρθόδοξη παράδοση. Ἄλλωστε, ἡ οὐσιαστική συμβολή μας δέν εἶναι ὁ συμβιβασμός ἤ ἡ σιωπή, ἀλλά ἡ σοβαρή κριτική σκέψη, ἡ προσφορά τοῦ θησαυροῦ τῆς Ὀρθόδοξης παραδόσεως καί θεολογίας πού συνδέει ὀργανικά τό σήμερα μέ τήν ἀποστολική ἐποχή.

Γενικά, πάντως, θά ἦταν τραγικό, ἐνῶ οἱ πολιτικές, ἐπιστημονικές, πολιτιστικές, οἰκονομικές δυνάμεις προωθοῦν τήν ἑνότητα τῶν πολιτῶν τῆς Εὐρώπης στηρίζοντας ἔτσι τήν εἰρήνη καί τήν ἀσφάλεια τῆς ἠπείρου, οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά ἐπιχειρήσουν νά ὑψώσουν παραπετάσματα ἀνάμεσά τους. Κάτι χειρότερο: Θά ἦταν σκάνδαλο.

3. Τό πρόβλημα τῶν σχέσεων τῶν χριστιανῶν μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκειῶν εἶναι πολύ συνθετότερο. Γενικά παρουσιάζει δύο πλευρές. Ἡ πρώτη εἶναι πρακτική: Ἡ ἀναγκαία συμβίωση μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Σ’ αὐτή τήν περίπτωση πρόκειται γιά ἕνα «διάλογο ζωῆς», ὅπου ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη στάση εἶναι ἡ εἰρηνική συνύπαρξη, ὁ σεβασμός τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί γενικά τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου. Ἀλλά ἀκόμη, ἡ συνεργασία σέ θέματα κοινωνικῆς ἁρμονίας καί προόδου.

Ἡ δεύτερη εἶναι θεωρητική: Ἡ κατανόηση τῶν ἄλλων θρησκειῶν ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς. Ὅπως ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, τοῦ νέου Ἀδάμ, ἔχει παγκόσμιες συνέπειες, τό ἴδιο καί ἡ ζωή τοῦ μυστικοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει παγκόσμια ἐμβέλεια καί ἐνέργεια. Οἱ προσευχές της καί τά ἐνδιαφέροντά της ἀγκαλιάζουν τήν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τή Θεία Εὐχαριστία καί τή δοξολογία της ὑπέρ τῶν πάντων. Ἐνεργεῖ ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἀκτινοβολεῖ τή δόξα τοῦ ζῶντος Κυρίου σέ ὅλη τή κτίση xiv.

Μιά στάση ζωῆς, ἡ ὁποία σέβεται τίς θρησκευτικές ἀρχές καί ἀπόψεις τῶν ἄλλων, δέν σημαίνει συγκρητισμό καί ἀλλοτρίωση τῆς χριστιανικῆς αὐτοσυνειδησίας. Ἀντίθετα, ἀπαιτεῖ οὐσιαστική γνώση τῆς πίστεώς μας μαζί μέ μία συνεχῆ βίωσή της ἐν μετανοίᾳ, ταπεινοσύνῃ καί γνησίᾳ ἀγάπῃ. Τό μήνυμα τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στήν πανηγυρική συλλειτουργία στή Βηθλεέμ στίς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 2000 τόνισε: «Προσβλέπομεν πρός τάς ἄλλας μεγάλας θρησκείας, ἰδίᾳ δέ τάς μονοθεϊστικάς, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ, προτιθέμενοι νά οἰκοδομήσωμεν ἔτι πλέον τάς προϋποθέσεις διαλόγου μετ’ αὐτῶν ἐπί τῷ τέλει τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως ὅλων τῶν λαῶν ... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τήν μισαλοδοξίαν καί καταδικάζει τόν θρησκευτικόν φανατισμόν, ὁποθενδήποτε ἤθελον ἐκδηλωθῆ τοιαῦτα φαινόμενα» xv. Γενικά, ὑποστηρίζει τήν ἁρμονική συνύπαρξη τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί μειονοτήτων καθώς καί τήν ἐλευθερία συνειδήσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί τοῦ κάθε λαοῦ.

Ἰδιαίτερα στίς σχέσεις Χριστιανισμοῦ καί Ἰσλάμ, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε μακραίωνες ἐμπειρίες, οὐσιαστικότερες ἀπό αὐτές τῶν Δυτικῶν. Ἀφενός βαθιά τραυματικές ἀπό τήν πίεσή του, ἀφετέρου ἐμπειρίες εἰρηνικῆς συμβιώσεως. Σήμερα, ἕνα σοβαρό πρόβλημα πού μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό κοινοῦ μέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκευμάτων εἶναι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Τά οἰκολογικά ζητήματα, τά ὁποῖα βρίσκονται πλέον στό κέντρο τοῦ παγκοσμίου ἐνδιαφέροντος, ἀποτελοῦν εὐρύ πεδίο δημιουργικοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου καί συνεργασίας.

Γενικότερα πιστεύω ὅτι ἡ ἐνδεδειγμένη Ὀρθόδοξη στάση στή σύγχρονη πολυθρησκειακή κοινωνία εἶναι τό μαρτυρικό‐ἱεραποστολικό φρόνημα. «Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1:8). «Ἐσχάτου», μέ ὅλες τίς ἔννοιες. Δίνουμε τήν μαρτυρία τῆς πίστεώς μας ὅπου ὁ Θεός ἀνοίγει μιά πόρτα: σέ περιβάλλοντα μή Ὀρθόδοξα, μή χριστιανικά, ἀδιάφορα ἤ ἀθεϊστικά –στήν Εὐρώπη, στήν Ἀφρική, σέ διεθνεῖς ἤ παγκόσμιους ὀργανισμούς. Χωρίς ἀπαίτηση νά γίνουν οἱ θέσεις μας ἀποδεκτές, χωρίς πνεῦμα προσηλυτισμοῦ, χωρίς ὑπεροψία. χωρίς ἀνησυχία ἤ φοβίες. Μέ σεβασμό στήν προσωπική ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Τά ὑπόλοιπα τά κατευθύνει ὁ Θεός. Αὐτή ἡ ἐσωτερική διάθεση μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ἐπικοινωνοῦμε ἄνετα προσφέροντας τήν Ὀρθόδοξη ἐμπειρία πρός κάθε κατεύθυνση∙ καί σ’ αὐτούς πού ἔχουν ἄλλες θρησκευτικές ἤ κοσμοθεωριακές πεποιθήσεις. Ὅ,τι καί νά πιστεύουν ἤ νά μήν πιστεύουν, δέν παύουν νά ἔχουν τήν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τοῦ πλασμένου κατ’ εἰκόνα Θεοῦ.

4. Ἔντονο παρουσιάζεται σήμερα τό ἐνδιαφέρον τῶν πολιτῶν τῆς Εὐρώπης γιά τήν ἀνάπτυξη μιᾶς κοινωνίας δικαιοσύνης καί ἀλληλεγγύης. Στόν κοινωνικό τομέα, οἱ Ὀρθόδοξοι καλούμεθα, σέ συνεργασία μέ ὅλους τούς χριστιανούς τῆς Εὐρώπης, νά συμβάλουμε στή στήριξη καί ἐνδυνάμωση τῶν βασικῶν χριστιανικῶν ἀξιῶν πού διαμόρφωσαν θετικά τόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό: Ἀναφέρω ἁπλῶς μερικές: α) Τονισμός τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὡς θεμέλιο τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. β) Σεβασμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς, φύλου, παιδείας, θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. γ) Σημασία τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας. δ) Εὐθύνη τοῦ κάθε πολίτη γιά τήν πρόοδο τοῦ συνόλου.

Παρά τήν πρόοδο καί τίς πολλές ἐξελίξεις τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ὁρισμένα χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρώπου παραμένουν σταθερά στούς αἰῶνες: Ἡ πλεονεξία, ἡ βία, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ὑποκρισία, ἡ αἴσθηση μοναξιᾶς καί κενοῦ. Ποιός θά μεταφέρει παλμό ζωῆς; Χρειάζεται πίστη καί ἐνθουσιασμός γιά τήν πορεία τῆς Εὐρώπης, πίστη στόν ἄνθρωπο καί τό μέλλον του. Κρυστάλλινη πηγή αὐτοῦ τοῦ εἴδους πίστεως εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ μεγαλειώδης ὅμως συμβολή τῆς χριστιανικῆς πίστεως ὑπῆρξε ‐ καί παραμένει εἰς τό διηνεκές ‐ ἡ ἀρχή τῆς ἀγάπης, μέ τό εὖρος, τό βάθος καί τό ὕψος πού δόθηκε στήν ἔννοιά της. Μέσα σ’ αὐτήν, ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ὁ τονισμός τῆς συγγνώμης. Ἡ δυνατότητα συγχωρήσεως ἐξουδετερώνει ἀντιθέσεις καί πολύμορφες ἔχθρες, γιά νά ὁδηγήσει στήν οὐσιαστική συμφιλίωση ἀτόμων καί λαῶν. Ἡ ἔμπνευση πού προσέφερε ἡ χριστιανική πίστη σέ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους γιά τή βίωση τῆς συγχωρητικότητος καί τῆς ἀγάπης εἶναι ἱστορικά ἀναμφισβήτητη. Χωρίς ἀγάπη, ὁ εὐρωπαϊκός πολιτισμός χάνει τήν πνοή, τή δύναμη καί τήν ὀμορφιά του. Καί ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει νά εἶναι μιά ἀστείρευτη πηγή ἀγάπης.

5. Εἰδικότερα στή σύγχρονη θεολογική ἀναζήτηση, πολύ σημαντικός εἶναι ὁ θεολογικός πλοῦτος τῆς πατερικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Σέ κρίσιμη καμπή τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀντιμετώπιζε κινδύνους, τόσο ἀπό τή μετωπική συνάντηση μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική Φιλοσοφία ὅσο καί ἀπό τή στατική προσκόλληση σέ μιά ἐξωτερική εὐσέβεια καί τυπολατρία, οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον καί τῶν δύο αὐτῶν ἄκρων μέ διορατική σοφία καί μέ ἁγιοπνευματικό θάρρος.

Πέτυχαν νά προχωρήσουν πέρα ἀπό διανοητικά διλήμματα σέ νέες τομές καί διατυπώσεις πού ἀξιοποιοῦσαν ὅ,τι καλύτερο εἶχε νά προσφέρει στήν πορεία τῆς ἀνθρωπότητος ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη συναντώντας τό ἀποφασιστικό νέο τοῦ Εὐαγγελίου, τό ὁποῖο ἄνοιγε καινούργιους ὁρίζοντες στόν νοῦ, τήν καρδιά, τήν ὅλη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ συνδυασμός τῆς ἐσωτερικῆς δυναμικῆς τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος μέ τόν ἀέναο προβληματισμό τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀνθρωπότητος γονιμοποιεῖ ἐκ νέου σέ κάθε ἐποχή τή δημιουργική σκέψη πού ἔχει χαρίσει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο.

Ἡ πατερική θεολογία παραμένει ζωογόνος πηγή γιά τή θεολογία τοῦ σήμερα καί τοῦ αὔριο, ἡ ὁποία, ὅπως ὑπογράμμισε ὁ ρουμάνος θεολόγος π. Δημήτριος Στανιλοάε, “πρέπει νά εἶναι ἀνοικτή στή συνολική ἱστορική καί κοσμική πραγματικότητα, ἀλλά συγχρόνως πρέπει νά εἶναι πνευματική.

Πρέπει νά βοηθήσει ὅλους τούς χριστιανούς νά ἀποκτήσουν μιά νέα πνευματικότητα, ἀνάλογη καί πρός τίς παγκόσμιες διαστάσεις τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας καί πρός τήν παγκόσμια ἀνθρώπινη κοινότητα” xvi.

Ἰδιαίτερα στό λεπτό θέμα τῶν σχέσεων χριστιανικῆς πίστεως καί θετικῶν ἐπιστημῶν, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἀποφύγει νά ἐπιζητεῖ νά κηδεμονεύσει τήν ἐξέλιξη τῆς ἐπιστημονικῆς προσπαθείας, νά σπεύδει νά λαμβάνει θέση γιά κάθε ἐμφανιζόμενο νέο ἐπιστημονικό ἐρώτημα, ὅπως ὑπῆρξαν ἐπιρρεπεῖς ὁρισμένες Ἐκκλησίες στή Δύση. Γιά τήν Ὀρθόδοξη συνείδηση ἡ ἐλευθερία τῆς ἔρευνας ἀποτελεῖ θεόσδοτο δῶρο στόν ἄνθρωπο. Εὐτυχῶς, στήν Ἀνατολική παράδοση ἔχει ἀποφευχθεῖ κατά τό δυνατόν κάθε σύγκρουση μεταξύ ἐπιστήμης καί θεολογίας, λόγω τῆς διπλῆς μεθοδολογίας τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων, ἡ ὁποία θεμελιοῦται στήν ὀντολογική διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου.

Συγχρόνως ὅμως μέ αὐτή τήν κατάφαση, ἡ χριστιανική σκέψη ἐπισημαίνει: πρῶτον, τούς κινδύνους πού κρύβονται πίσω ἀπό ὁρισμένα ἐπιστημονικά ἐπιτεύγματα∙ δεύτερον, τά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως∙ καί τρίτον, τήν ὕπαρξη μιᾶς ἄλλης “γνώσεως”. Ἡ τελευταία δέν ὑπάγεται ἄμεσα στό ἐπιστημονικό πεδίο, ἀποδεικνύεται ὅμως πολλαπλά ἀπαραίτητη γιά τήν ὀρθή ὁριοθέτηση τῆς ἐλευθερίας καί τήν ἀξιοποίηση τῶν καρπῶν τῆς ἐπιστήμης ‐μέ τόν περιορισμό τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, μέ τόν τονισμό τῆς τελικῆς ἑνότητος ἀλήθειας, κάλλους καί ἀγάπης.

Τέλος, ἰδιαίτερη ἀξία στή σύγχρονη εὐρωπαϊκή θρησκευτική ἀναζήτηση, ἔχει, κατά κοινή ὁμολογία, ἡ ἔνταση καί τό εὖρος τοῦ λειτουργικοῦ βιώματος τῆς Ὀρθοδοξίας, καί τοῦ συχνά συνηρτημένου ἀσκητικοῦ ἤθους. Σ’ αὐτό τό τελευταῖο θά προσέθετα τήν ἐπίμονη ἑορταστική ἀναφορά στήν Ἀνάσταση. Ἑνωμένοι ὀργανικά μέ τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος προσέλαβε καί λύτρωσε μέ τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, οἱ πιστοί καλοῦνται νά ἀγκαλιάσουν τούς πάντες καί τά πάντα, μέ ἐλπίδα, χωρίς φόβο. Μέ τέλεια ἀγάπη, ἡ ὁποία “ἔξω βάλλει τόν φόβον” (Α΄ Ἰω. 4:18). Γιά τήν Ὀρθόδοξη συνείδηση ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά κλειστή ἑταιρεία σεσωσμένων, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν ἀποκλειστικά τά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί διεκδικοῦν ἀνέσεις, προνόμια καί κοσμική ἐξουσία. Εἶναι ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα τῶν πιστῶν πού ζεῖ καί γιορτάζει τήν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως, τῆς νίκης πάνω στόν θάνατο. Καί μέ αὐτή τήν ἀλήθεια ζωογονεῖ καί μεταμορφώνει τή ζωή ὅλης τῆς οἰκουμένης ἐν ἐλευθερίᾳ καί ἀγάπῃ.

Ἀγαπητοί μου,
Στίς ἀρχές τοῦ προηγούμενου αἰῶνος, ὁ Oswald Spengler xvii ὑποστήριξε ὅτι ὑπάρχει μιά φυσική ἱστορική ἐξέλιξη τῶν μεγάλων πολιτισμῶν, γέννηση, ἀνάπτυξη, ἀνθοφορία, καρποφορία καί γήρανση, μέ κατάληξη τόν θάνατο. Ἡ ἄποψή του ἦταν ὅτι ὁ Δυτικός πολιτισμός ἔχει φθάσει στήν τελική αὐτή φάση. Ἀντίθετα πρός αὐτή τήν ἄποψη ὀρθώθηκαν πολλές φωνές, μεταξύ τῶν ὁποίων διακρίνεται ἡ θέση τοῦ Arnold Tοynbee xviii. Ὁ τελευταῖος ἐπισημαίνει τή διαφορά μεταξύ ὑλικῆς καί τεχνολογικῆς προόδου ἀφ’ ἑνός, καί τῆς γνησίας προόδου ἀφ’ ἑτέρου, τήν ὁποία ὀνομάζει spiritualisatiοn (“πνευματοποίηση”). Βλέπει τίς ρίζες τῆς κρίσεως τοῦ Δυτικοῦ κόσμου στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό θρησκευτικό βίωμα καί στήν υἱοθέτηση μιᾶς λατρείας τῆς τεχνολογίας, τοῦ ἔθνους, τῆς στρατοκρατίας. Καί ταυτίζει τήν κρίση μέ τήν ἐκκοσμίκευση. Ὡς θεραπευτική ἀγωγή θεωρεῖται ἡ ἐπανενδυνάμωση τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου. Στήν ἀντίληψη περί βιολογικῆς παρακμῆς ἀντιτάσσει τή βουλητική θέση πού βασίζεται στό σφρίγος καί τή ζωτικότητα τῶν δημιουργικῶν μειονοτήτων καί τῶν διακεκριμένων προσωπικοτήτων.

Μιά τέτοια δημιουργική “μειονότητα” καλούμεθα νά ἀποτελέσουμε καί μεῖς. Γιά νά ἀνταποκριθεῖ ὅμως στόν ἱστορικό ρόλο της ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά συμβάλει στήν πνευματική πορεία τῆς Εὐρώπης, θά χρειασθεῖ πρίν ἀπό ὅλα νά εἶναι συνεπής στόν μυστηριακό–σωτηριολογικό της χαρακτήρα. Νά παραμείνει αὐτό πού στήν οὐσία εἶναι: Κιβωτός τῆς ἀλήθειας, τήν ὁποία ἀπεκάλυψε ὁ Τριαδικός Θεός∙ φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χῶρος ὅπου τελεσιουργεῖται ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὑπέρβαση τῆς ὑπαρξιακῆς του ἀγωνίας, ἡ ἕνωσή του μέ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.

Αὐτή τήν Ὀρθοδοξία ὀφείλουμε νά ἐκπροσωποῦμε στήν Εὐρώπη καί σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Ἄς μήν ἀνησυχοῦμε διότι δέν ἀνήκουμε στήν πλειοψηφία. Τό ζητούμενο εἶναι νά γίνουμε ἕνας δημιουργικός πυρήνας πού θά βοηθήσει τήν Εὐρώπη νά ἀνακαλύψει καί νά ἀναπτύξει τά καλύτερα στοιχεῖα τῆς κληρονομιᾶς της καί νά προχωρήσει σέ μία νέα πνευματική ἀκμή.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

i Γ. Θεοτοκᾶς, "Ἐλεύθερο πνεῦμα", Ἑστία, Ἀθήνα 1988, σ. 8‐9.
ii Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), Ἴχνη ἀπό τήν ἀναζήτηση τοῦ Ὑπερβατικοῦ, Ἀκρίτας, Ἀθήνα, 32005, σελ. 28.
iii A Handbook of Churches and Councils, Profiles of Ecumenical Relationships (compiled by H. van Beek), WCC, Geneva 2006, σελ. 455.
iv G. Davie, Religion in Modern Europe. A Memory Mutates, Oxford University Press, Oxford 2000, σελ. 10.
v G. Davie, μν. ἔργ., σελ. 9‐10.
vi A Handbook of Churches and Councils, σελ. 361.
vii I. Alfeyef, Orthodox Witness Today, WCC Geneva 2006. Πρβλ. A. Dierkens (ed.), Pluralisme religieux et laïcité dans l’Union européenne, éd. Université de Bruxelles, Bruxelles 1994.
viii Ἀναστασίου (Γιαννουλάτου), μνημ. ἔργ. σελ. 389.
ix Μ. Δεληθανάση, «Θεριεύει ἡ Ἰσλαμοφοβία στήν Εὐρώπη», Ἐφημ. Καθημερινή, 14.1.2007.
x Νικηφόρου τοῦ Ὁμολογητοῦ (*849), Ἐπιστολή Κανονική ‐ Ἐρώτησις Δ΄. Ἀμ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ Ἱεροί Κανόνες, Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 31996, σελ. 641.
xi Τοῦ αὐτοῦ, Κανόνες Ζ΄, κανών Α΄, ἔνθ’ ἀν. σελ. 628.
xii Βλ. Ἄρθρα διαφόρων, Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Οἰκουμενικός Διάλογος (ἐπιμ. Π. Βασιλειάδη), Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2005.
xiii Ἀντιδράσεις σ’ αὐτές βλ. Ανακοίνωση τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τίς ὡς ἄνω κινήσεις Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Ἐκκλησίας Ἑλλάδος μέ τό Βατικανό. ‐ Ἐφημ. Ἐλεύθερος, 4.1.2007.
xiv Σημειώνω χαρακτηριστικά τά λόγια ἑνός ἀπό τούς διακεκριμένους θεολόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ Καθηγητοῦ καί Ἀκαδημαϊκοῦ Ἰωάννου Καρμίρη σέ μιά ἀπό τίς τελευταῖες του ὁμιλίες στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν («Ἡ παγκοσμιότης τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας»): «Οὐ μόνον οἱ χριστιανοί ἀλλά δύνανται νά γίνωνται καί οἱ μή χριστιανοί, οἱ ἄπιστοι ἤ τά ἔθνη ‘συγκληρονόμα καί σύσσωμα καί συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ’ (Ἐφεσ. 3:6) διά τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν ὁποίαν δύνανται νά ἀνήκωσι ἀοράτως καί οἱ ἐθνικοί, οἱ ἑτερόδοξοι, ἐπί τῇ βάσει καί δυνάμει τῆς ἑαυτῶν πίστεως καί τῆς χορηγουμένης αὐτοῖς δωρεάν ὑπό τοῦ Θεοῦ σωτηρίου χάριτος τῶν ἐχουσῶν οἰονεί ἐκκλησιαστικόν χαρακτῆρα» ‐ I.N. Καρμίρη, «Ἡ παγκοσμιότης τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας», Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔτος 1980, τόμ. 55, Ἀθῆναι 1981, σελ. 261‐289. Τοῦ αὐτοῦ, Ἡ σωτηρία τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας àνθρώπων τοῦ Θεοῦ», Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔτος 1981, τόμ. 56, Ἀθῆναι 1982, σελ. 391‐434.
xv «Μήνυμα ἀγάπης χωρίς διακρίσεις στέλνουν οἱ προκαθήμενοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα», ἐφημ. Καθημερινή 8.1.2000. Ἐλευθεροτυπία 8.1.2000.
xvi D. Staniloae, Theology and the Church, St. Vladimir’s Seminary, Crestwood, New York 1980, σελ. 226.
xvii Der Untergang des Abendlandes, 2 Τόμοι, 1η ἔκδ. Μόναχο 1918‐22.
xviii A Study of History, abridged ed., Oxford 1987.

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Christos Yannaras: [THE RELATIONSHIP BETWEEN ORTHODOXY AND THE WEST, BETWEEN THE ORTHODOX ECCLESIAL TRADITION AND MODERN WESTERN LIFE]

COMMENCEMENT ADDRESS OF DR. CHRISTOS YANNARAS
[Διάλεξη του Δρ Χρήστου Γιανναρά κατά την ανακήρυξή του σε Επίτιμο Διδάκτορα της Ορθόδοξης Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, Βοστόνη 21 Μαΐου 2011] 


Your Eminences Archbishop Demetrios of America and Metropolitan Methodios of  Boston,
Reverend President of Hellenic College and Holy Cross Greek Orthodox School of Theology,
Dear Professors of the School,
Dear Students,
Ladies and Gentlemen.

Please accept my warmest thanks for the honor you are doing me today: the bestowal of an honorary doctorate by the Theological School of Holy Cross. And the honor of your presence at this ceremony.

Today's event has been preceded by a special favor shown to me by the School, for which I am also grateful: the publication by Holy Cross Orthodox Press of four of my books, with two more under production. The launch of a book on the American market is a precious gift to an author: it opens up greater possibilities for his participation in current debates to be judged and evaluated. I am happy to be writing in Greek, a language with striking powers of expression. But it is only by access to an English-speaking readership that I can entertain the hope that my work will be  judged by the most demanding standards.

Academic custom demands that someone honored with a doctorate from an academic institution should set down, as a symbolic response, a brief account of his scholarly contribution, a kind of echo of Cavafy's poem "I Brought to Art." I shall attempt to do this, and try to show how fresh and relevant today is an old and much debated topic: the relationship between Orthodoxy and the West, between the Orthodox ecclesial tradition and modern Western life.

I was set this topic "Orthodoxy and the West" here at the Theological School of Holy Cross forty years ago (the first time I came to America) in 1970. I was then a postgraduate student in Paris, and I was invited to participate in a conference of the Orthodox Theological Society in America. Four decades later, what relevance does that same topic have and what is new about taking it up again?

A timely element is, I believe, the problem of neoconservatism and fundamentalism which currently afflicts the way life is led in most Orthodox churches.

The "Zealots" of Orthodoxy, as our own fundamentalists are called, are as a rule; fanatically anti-Western: they regard the Christian churches and confessions of the West as opponents of the Orthodox camp, as a real threat. They proclaim that the West is steeped in error and at the same time has evil designs on Orthodoxy. Thus for the Zealots any attempt at Orthodox "dialogue" with Western Christians, any participation in the "ecumenical movement" signifies a betrayal of Orthodoxy, a surrender to error, an abandoning of the conviction that the Church is One, Holy, Catholic and Apostolic.

But this Zealotry certainty does not constitute a defence of the decisions of the Councils; it does not derive from a conciliar expression of catholic ecclesial experience. It is an individual choice and conviction, based usually on the opinion of some geron, or elder, also chosen individually, who is lent "objective" authority by his hagiorite, or other, monastic affiliation. The defense of Orthodoxy by the "conservatives" is conducted on the basis of their individual choices and judgements, not on the basis of the Church's conciliar expression. It is therefore a defense that manifestly undermines the coherence of the ecclesial body. It invalidates the conciliar system; it denies the episcopal ministry.

Thus the individualistic character of Zealotry-Fundamentalism and the accompanying idolization of formalism - of "dogmas" and "canons" rendered independent of ecclesial experience - assimilate the "Orthodoxy" of conservative Christians to every other ideological "orthodoxy": to that of conservative Marxists, conservative Freudians, etc. All these "orthodoxies" have the same characteristics in common: They attribute a quality of infallible authority to "sources": to the original formulations of an empirical testimony, or of a hermeneutic theory, or of a proposition concerning regulative principles (of a practical deontology). And they bitterly oppose any deviation from the original formulation because its objectified "truth" can be possessed and offer assurance to the individual, cladding the ego in certainties. The texts of Marx or Freud or the Fathers of the Church become the infallible measure that gauges the correctness of every opinion, view, or proposition - that judges which person individually possesses the truth and which is in error, which person will be saved and which will go to perdition. And the measure of this judqernent is applied authoritatively by the "zealot," the defender of original authenticity.

It is thus perfectly obvious that this understanding of "Orthodoxy" is to be identified with the specific product of the post-Roman West that we call "ideology." In defining ideology, I would say that it is the transformation of experiential knowledge into a certainty that is purely intellectual - or, more generally, the substitution of experiential assurance (which is always verified through the relations of sharing in the experience) by individual (intellectual-psychological) convictions. Ideology replaces the attaining of participation in a shared experience of truth simply with the individual understanding of the formulations of truth or with something inferior to that: blind insistence alone on the letter of the formulations.

The cultural paradigm generated by the post-Roman West, which has now attained global dimensions, is proudly acknowledged to be individualist - to be founded on the absolute priority of the potentialities and needs of the natural individual, on the protection of individual rights. On the basis of this fact one could say that one of the most western manifestations of the West today is the ideological anti-Westernism of the "Orthodox" opponents of the West, the individualism of the "Zealots" of Orthodoxy.

This paradox proves that the issue of relations between Orthodoxy and the West remains extremely topical, since in the extreme case of the fundamentalist "Zealots" the historical challenge that arose for the Church with the arrival of Modernity becomes abundantly clear. The West in Modernity is no longer the portion or party that at the time of the Schism cut itself off from the body of the One Catholic Church.

Now the whole of Christendom is the West, since all of us who bear the name of Christian live integrally and self-evidently within a Western cultural context; we embody the Western mode of life. Our routines, our mental outlook, our reflexes, our prioritization of needs, the way our social institutions are formed and function are all absolutely obedient tothe Western-individualistic not the social-ecclesial model. We live, we think, and we act in the mode fashioned by Augustine, Anselm, Aquinas, and Descartes.

That is why on the level of Modernity, too, our opposition to the West, whatever our defence of ecclesial Orthodoxy, is inescapably fleshness, unrelated to the reality of our common life: an abstract piece of ideology. We recognize differences between Christians but we regard them as "confessional": as by definition ideological. They are discussed by scholarly committees of "specialists" - university professors and bishops (that is, the "professional cadres" of ideology). It has never occurred to us to bring people of experience into ecumenical dialogue, people such as authentic monks and gifted artists.

The incontrovertible fact of the Westernization of Christians in the Modern age leads us to understand that the ecclesial critique of the errors that led the West to break away from the body of the One Catholic Church cannot today (in the nature of things) be anything but self-criticism (that is, repentance - metanoia). There is no entity called the West "confronting" Orthodoxy; the West is "within us" and Orthodoxy is the common nostalgia of all who perceive the falling away of both East and West.

The pioneers of self-criticism, the guides to metanoia, are not those who engage in "dialogue" about "primacy" and "infallibility," or about the puerile doctrine of the Filioque, but those who have boldly attempted to make a painful break with moral error: Nietzsche, Heidegger, and Sartre, and closely related to them in the language of art, Baudelaire, Kafka, Bergman, and Fellini: All those who have proclaimed painfully that the alienating transformation of a relationship with God into ideology and legalism has led to the death of God - the God of individual "convictions" and crutch of egocentric Morality has died: "we are all his murderers" - Wir haben ihn ge late t, wir aile sind seine Marder!

An attempt to express a criticism of the West in the form of Christian self-criticism began with sincerity and with no little risk in the 1960s on two fundamental levels of interconnected topics: On the level of ontology, with a proposition for the formation of a new (and methodologically coherent) hermeneutic of the existential event on the basis of the reality of person and eros. And on the corresponding level of the reconnection of the ecclesial event with the chiefly existential problem, on the basis of the so-called eucharistic ecclesiology.

These two bold undertakings, which even today are still denigrated and ridiculed, are both based on the admission of a pair of propositions: that of the empiricism preserved by the apophaticism of the formulations of knowledge, and also that of the empirical realism of the distinctions between nature (or substance) and person, and between nature and nature's energies. Only by the admission of these propositions can the existential otherness of personal hypostasis be grasped as the empirical reality of freedom.

The ontology of the person and eucharistic ecclesiology implement criticism of the West as Christian self-criticism, because they were both born from a consistent grappling with the impasse to which the West (and now also the East) has been led by intellectualism and legalism - the rendering of Christian "religiosity" independent of the ecclesial event. The ontology of the person could not have emerged if it had not been for the need to confront Heidegger's nihilism - as an attempt to articulate as an experiential counter-proposition a (Christian) metanoia for the (Christian) errors which lead with the utmost consistency to Heidegger - to the plumbing of the depths of existence's absence of "meaning." And eucharistic ecclesiology could not have emerged except as an attempt to shed light on ecclesial catholicity, as the existential wholeness of the kath'ekasto17, the uniqueness of each of us, in the face of the nightmarish manifestations of the totalitarianism of ideologies.

I am grateful to you for honoring this evening an attempt to give a self-critical account of the relationship between Orthodoxy and the West.

Πηγή: Holy Cross
Related Posts with Thumbnails