© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ


Είμαι συγγραφέας και υποθέτω πως αυτή την ιστορία την έχω επινοήσει. Γράφω «υποθέτω», μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως την έχω επινοήσει, κι όμως θέλω να πιστεύω ότι πρέπει να έχει συμβεί κάπου, κάποτε· ότι πρέπει να έχει συμβεί μια παραμονή Χριστουγέννων, σε κάποια μεγάλη πόλη, μέσα στο κρύο και την παγωνιά.

Βλέπω μπροστά μου ένα αγόρι, ένα μικρό αγοράκι, έξι χρονών ή και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε εκείνο το πρωί σ’ ένα παγωμένο, υγρό υπόγειο. Φορούσε ένα ρούχο σαν κοντή νυχτικιά και έτρεμε από το κρύο. Η αναπνοή του έβγαινε από το στόμα του σαν σύννεφο άσπρου ατμού·καθισμένο σ’ ένα κασόνι στη γωνιά, περνούσε την ώρα του χαζεύοντας τον αχνό, που ανέβαινε προς το ταβάνι και σιγά σιγά διαλυόταν. Όμως πεινούσε φοβερά. Εκείνο το πρωινό έφτασε πολλές φορές ως το σανιδένιο κρεβάτι, όπου κειτόταν η άρρωστη μάνα του πάνω σ’ ένα στρώμα λεπτό σαν τηγανίτα, μ’ ένα μάτσο άχυρα για προσκεφάλι. Πώς είχε βρεθεί εκεί; Πρέπει να είχε έρθει με το παιδί της από κάποια άλλη πόλη και ξαφνικά ν’ αρρώστησε. Πριν από δυο μέρες, είχαν οδηγήσει στο τμήμα τη σπιτονοικοκυρά που είχε μοιράσει το υπόγειο στα τέσσερα και νοίκιαζε τις γωνίες πλησίαζαν οι γιορτές και οι νοικάρηδες είχαν πάρει τους δρόμους·ο μόνος που είχε ξεμείνει, είχε προλάβει να γίνει σκνίπα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα εδώ και είκοσι τέσσερις ώρες ήταν αναίσθητος από το μεθύσι. Σε μιαν άλλη γωνιά, μια άθλια γριά, γύρω στα ογδόντα, που κάποτε ήτανε νταντά ενός παιδιού αλλά τώρα την είχαν παρατήσει να πεθάνει αβοήθητη, αναστέναζε και βογκούσε από τους ρευματισμούς, βρίζοντας και αποπαίρνοντας το παιδί, κάνοντάς το να φοβάται να την πλησιάσει. Το παιδί είχε ανακουφίσει τη δίψα του με λίγο νερό που είχε ξεμείνει σε μια κανάτα·όσο κι αν έψαξε, όμως, δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα ξεροκόμματο και πολλές φορές έφτασε ως το κρεβάτι της μητέρας του, με σκοπό να την ξυπνήσει. Στο τέλος, άρχισε να φοβάται μέσα στο σκοτάδι·είχε βραδιάσει από ώρα, αλλά ούτε ένα φως δεν είχε ανάψει. Άγγιξε το πρόσωπο της μητέρας του και είδε με έκπληξη πως έμεινε εντελώς ακίνητη και πως ήταν παγωμένη σαν τον τοίχο. «Κάνει πολύ κρύο εδώ», σκέφτηκε. Έμεινε έτσι για λίγο, με τα χέρια ακουμπισμένα στους ώμους της νεκρής γυναίκας, μετά χουχούλιασε τα δάχτυλά του για να τα ζεστάνει κι ύστερα έψαξε στα τυφλά πάνω στο κρεβάτι για το κασκέτο του και βγήκε απ’ το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν το μεγάλο σκυλί που ούρλιαζε όλη μέρα έξω από την πόρτα του γείτονα, στο ισόγειο. Αλλά το σκυλί δεν ήταν τώρα εκεί και το παιδί βγήκε στον δρόμο.

Κύριε ελέησον, τι πόλη! Ποτέ του δεν είχε δει κάτι τέτοιο. Στην πόλη απ’ όπου είχε έρθει, το σκοτάδι ήταν τόσο μαύρο τη νύχτα! Υπήρχε μόνο ένα φανάρι για όλο το σοκάκι·στα μικρά, χαμηλά, ξύλινα σπίτια τα παραθυρόφυλλα ήταν σφαλιστά· κανένας δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο· μόλις σουρούπωνε, όλοι κλείνονταν στα σπίτια τους και δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο τα ουρλιαχτά των σκύλων, εκατοντάδων, χιλιάδων σκύλων που γάβγιζαν και αλυχτούσαν όλη νύχτα. Αλλά εκεί ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν φαγητό, ενώ εδώ - αχ, μανούλα μου, να είχε κάτι να φάει! Και τι φασαρία και οχλοβοή εδώ, τι φώτα και τι κόσμος, άλογα και αμάξια και τι κρύο... Οι παγωμένες ανάσες σχημάτιζαν συννεφάκια πάνω απ’ τ’ άλογα, πάνω απ’ τα στόματά τους που άχνιζαν· οι οπλές τους κροτάλιζαν στο χιονισμένο πλακόστρωτο κι όλα τους κάλπαζαν τόσο, και - αχ, μανούλα μου, πόσο λαχταρούσε μια μπουκιά φαΐ και πόσο δυστυχισμένος αισθάνθηκε ξαφνικά! Ένας αστυφύλακας πέρασε, στρίβοντας απότομα για ν’ αποφύγει το παιδί.

Να κι ένας άλλος δρόμος - ω, τι φαρδύς που ήταν, εδώ σίγουρα δεν θα τη γλίτωνε, θα τον ποδοπατούσαν. Πώς φώναζαν όλοι, πώς έτρεχαν πάνω κάτω, και το φως, το φως!... Και τι ήταν αυτό; Ένα πελώριο παράθυρο και πίσω από το τζάμι ένα δέντρο που υψωνόταν ίσαμε το ταβάνι, ήταν ένα έλατο και πάνω του κρέμονταν τόσα φώτα, χρυσόχαρτα και μήλα και κουκλίτσες κι αλογάκια·και μέσα στο δωμάτιο παιδιά, καθαρά και ντυμένα με τα καλά τους, έτρεχαν παντού. Κι ύστερα, ένα μικρό κοριτσάκι άρχισε να χορεύει μ’ ένα αγόρι, τι όμορφο κοριτσάκι! Κι έφτανε στ’ αυτιά του η μουσική μέσα απ’ το τζάμι. Το παιδί κοίταξε και θαύμασε και γέλασε, μ’ όλο που τα ποδαράκια του είχαν μουδιάσει από το κρύο και τα δάχτυλά του είχαν μελανιάσει και ξυλιάσει και το πονούσαν, όποτε έκανε να τα κουνήσει. Και ξαφνικά το παιδί θυμήθηκε πόσο το πονούσαν τα χέρια και τα πόδια του κι άρχισε να κλαίει και να τρέχει· και πάλι πίσω από ένα τζάμι είδε ένα άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο και σ’ ένα τραπέζι λιχουδιές κάθε λογής - αμυγδαλόψωμα, κόκκινα κουλουράκια και κίτρινα κουλουράκια και τρεις όμορφες νεαρές κυρίες κάθονταν εκεί κι έδιναν τα γλυκά σ’ όποιον ερχόταν κοντά τους και η πόρτα άνοιγε κάθε τόσο και πλήθος κύριοι και κυρίες έμπαιναν από το δρόμο. Το παιδί τρύπωσε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Α, πώς του φώναξαν και το έδιωξαν ανεμίζοντας τα χέρια τους! Μια κυρία όρμησε πάνω του και γλιστρώντας ένα καπίκι στη χούφτα του, άνοιξε την πόρτα και το έβγαλε στο δρόμο. Πόσο φοβήθηκε! Και το καπίκι έπεσε και κατρακύλησε κουδουνίζοντας στα σκαλιά·δεν μπορούσε να λυγίσει τα μελανιασμένα του δάχτυλα για να το κρατήσει σφιχτά.

Το παιδί έφυγε τρέχοντας, χωρίς να ξέρει πού πήγαινε. Ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα, αλλά φοβόταν κι έτρεχε όλο και πιο μακριά, χουχουλίζοντας τα δάχτυλά του. Και ήταν δυστυχισμένο γιατί αισθανόταν τόσο μόνο κι έρημο και, ξαφνικά, Κύριε ελέησον - τι ήταν αυτό πάλι; Πλήθος άνθρωποι στέκονταν ακίνητοι, θαυμάζοντας. Πίσω από μια βιτρίνα ήταν τρεις κουκλίτσες, ντυμένες με κόκκινα και πράσινα φορέματα κι έμοιαζαν τόσο, μα τόσο αληθινές! Η μία ήταν ένας μικρός γεράκος, που καθόταν κι έπαιζε ένα μεγάλο βιολί και δύο άλλοι στέκονταν κοντά του κι έπαιζαν μικρά βιολιά και κουνούσαν ρυθμικά τα κεφάλια τους και κοίταζε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιόνταν, μιλούσαν μεταξύ τους, μιλούσαν στ’ αλήθεια, μόνο που τα λόγια τους δεν ακούγονταν μέσα από το τζάμι. Και στην αρχή το παιδί νόμισε πως ήταν άνθρωποι ζωντανοί, κι όταν κατάλαβε πως ήταν κούκλες, γέλασε. Δεν είχε δει ποτέ του τέτοιες κούκλες, και δεν φανταζόταν πως υπήρχαν! Και ήθελε να κλάψει, αλλά χαιρόταν, χαιρόταν με τις κούκλες. Σε μια στιγμή ένιωσε πως κάποιος πίσω του είχε γραπώσει τη μπλούζα του: ένα απαίσιο μεγάλο αγόρι στεκόταν πλάι του και ξαφνικά τον χτύπησε στο κεφάλι, άρπαξε το κασκέτο του και τον έριξε κάτω. Το παιδί έπεσε στο σώμα ακούστηκε μια φωνή που έκανε το αίμα του να παγώσει, πήδησε πάνω κι άρχισε να τρέχει. Έτρεχε και χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, βρέθηκε στην αυλόπορτα κάποιου σπιτιού και κούρνιασε πίσω από μια στοίβα ξύλα: «Δεν θα με βρουν εδώ, έτσι κι αλλιώς είναι σκοτάδι!»

Έμεινε εκεί, κουβαριασμένο και ξέπνοο από τον τρόμο και, στη στιγμή, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε τόσο ευτυχισμένο: τα χέρια και τα πόδια του δεν πονούσαν πια κι είχαν ζεσταθεί τόσο, σαν να’ χε χωθεί μέσα σε φούρνο·μετά τον διαπέρασε ένα ρίγος κι άνοιξε τα μάτια του, γιατί πρέπει να είχε αποκοιμηθεί για λίγο. Τι όμορφα που ήταν να κοιμάσαι εδώ! «Θα καθίσω εδώ λιγάκι και μετά θα πάω πάλι στις κούκλες» είπε το παιδί και χαμογέλασε μόλις τις σκέφτηκε. «Τόσο, μα τόσο ζωντανές!...» Και ξαφνικά, άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει. «Μανούλα, με πήρε ο ύπνος·τι όμορφα που είναι να κοιμάσαι εδώ!»

«Έλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου, μικρούλη μου», του ψιθύρισε μια απαλή φωνή

Νόμισε πως ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν εκείνη. Ποιος τον φώναζε δεν μπορούσε να δει, αλλά κάποιος έσκυψε και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι·κι άπλωσε τα χέρια του σ’ αυτόν και ξαφνικά - ω, τι λαμπρό φως! Ω, τι χριστουγεννιάτικο δέντρο! Κι όμως, δεν ήταν έλατο, δεν είχε ξαναδεί δέντρο σαν κι αυτό! Πού βρισκόταν τώρα; Όλα έλαμπαν και άστραφταν και παντού γύρω του ήταν κούκλες, όμως όχι, δεν ήταν κούκλες, ήταν αγοράκια και κοριτσάκια, μόνο πιο λαμπερά κι αστραφτερά από τα κανονικά. Ήρθαν κοντά του πετώντας, κι όλα τον φίλησαν, τον πήραν μαζί τους και πετούσε κι ο ίδιος και είδε πως η μητέρα του τον κοίταζε και γελούσε χαρούμενα. «Μανούλα, μανούλα· α, πόσο όμορφα είναι εδώ, Μανούλα!» Και πάλι φίλησε τα παιδιά και ήθελε να τους πει αμέσως για κείνες τις κούκλες στη βιτρίνα. «Αγόρια, πώς σας λένε; Πώς σας λένε κοριτσάκια;» ρώτησε, γελώντας και θαυμάζοντάς τα.

«Είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού», απάντησαν. «Ο Χριστός έχει πάντα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθε τέτοια μέρα, για τα μικρά παιδιά που δεν έχουν δικό τους...» Και κατάλαβε πως όλα εκείνα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδιά όπως κι εκείνος·πως άλλα, νεογέννητα ακόμη, είχαν παγώσει μέσα στα καλάθια που είχαν παρατήσει οι γονείς τους έξω απ’ τις πόρτες των πλουσίων της Πετρούπολης, άλλα τα είχαν στραγγαλίσει άκαρδες μαμές, άλλα είχαν σβήσει κρεμασμένα στα στήθη μητέρων που λιμοκτονούσαν (στο λιμό της Σαμάρα), άλλα είχαν πεθάνει από ασφυξία μέσα σε αποπνικτικά βαγόνια της τρίτης θέσης κι όμως, ήταν όλα εδώ, ήταν όλα σαν άγγελοι γύρω από τον Χριστό κι Εκείνος βρισκόταν ανάμεσά τους κι άπλωνε τα χέρια Του να τ’ αγγίξει και ευλογούσε - και αυτά και τις αμαρτωλές μητέρες τους... Και οι μητέρες αυτών των παιδιών στέκονταν σε μιαν άκρη κλαίγοντας η κάθε μια γνώριζε το δικό της παιδί. Και τα παιδιά πέταξαν προς το μέρος τους και τις φίλησαν και τους σκούπισαν τα δάκρυα με τα τρυφερά χεράκια τους και τις ικέτεψαν να πάψουν να κλαίνε, γιατί όλα τους ήταν τόσο ευτυχισμένα.

Κι όταν ξημέρωσε, ο κηπουρός βρήκε το μικρό νεκρό κορμάκι του παγωμένου παιδιού πάνω στα ξύλα, έψαξαν για τη μητέρα του... εκείνη είχε πεθάνει πριν από το παιδί. Και συναντήθηκαν μπροστά στον Κύριο, στους ουρανούς.

Γιατί επινόησα μια τέτοια ιστορία, τόσο αλλιώτικη απ’ όσα μπορεί να συναντήσει κανείς σ’ ένα ημερολόγιο και μάλιστα συγγραφέα; Και σας είχα υποσχεθεί δύο ιστορίες! Αλλά τι να γίνει; Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά μπορεί να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια - δηλαδή όσα έγιναν στο υπόγειο και πλάι στα ξύλα, όσο για τα άλλα, όρκο δεν παίρνω.

(Από το «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1880-1881)

ΣΣ: Καλά Χριστούγεννα με ένα διήγημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που προέρχεται από τον τόμο «Χριστουγεννιάτικες ιστορίες», εκδόσεις Ερατώ 2001. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Νάνι Μπαλεστρίνι (+20.5.2019): FURIOSI (ενδεικτικό απόσπασμα από το έργο του)


Όταν φτάσαμε ολόκληρο το λιμάνι ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση κιγκλιδώματα αστυνομία καραμπινιέροι παντού κατεβαίνουμε μας ρίχνουν μερικές πέτρες προσποιούμαστε ότι τους κάνουμε ντου εκείνοι το βάζουν στα πόδια ύστερα μας ανεβάζουν στο πλοίο πηγαίνουμε στη γέφυρα κι από κει βλέπαμε ολόκληρο το Κάλιαρι από ψηλά φωτισμένο και βλέπαμε όλα τα δρομάκια που οδηγούσαν στην παραλία μέχρι κάτω στο λιμάνι γεμάτα από αυτές τις ομάδες οπαδών της Κάλιαρι που κατηφόριζαν που ξεκινούσαν κατά ομάδες με τις πέτρες ενάντια στους καραμπινιέρους ουρλιάζοντας οι καραμπινιέροι τους επιτίθονταν και κάθε τόσο έπιαναν κάποιον και του έριχναν το ξύλο της αρκούδας εμείς χαλαροί εκεί πάνω στο καράβι ύστερα το καράβι σαλπάρει ρίχνουμε μια κόκκινη φωτοβολίδα εκεί ψηλά στον ουρανό πάνω από το Κάλιαρι και ύστερα ξαφνικά από τη γέφυρα της πρύμνης αφήσαμε να ξετυλιχτεί το πανό τους που έγραφε I FURIOSI το ανοίξαμε γυρισμένο ανάποδα στην πλώρη του πλοίου και ενώ το πλοίο απομακρύνονταν σιγά σιγά από το λιμάνι υψώθηκε ένα μανιασμένο ουρλιαχτό αααα που υψώνονταν από ολόκληρο το Κάλιαρι και εμείς αρχίσαμε να τραγουδάμε όλοι μαζί «Δεν υπάρχουν πια δεν υπάρχουν πια οι Furiosi δεν υπάρχουν πια».

[Οι περιπέτειες μιας παρέας οπαδών της Μίλαν τη δεκαετία του 80 υπό το ιδιαίτερο γλωσσικό ύφος του Μπαλεστρίνι Νάνι]

Μετάφραση: Αχιλλέας Καλαμάρας 
Έτος Έκδοσης: 2012 
Έτος Β Έκδοσης: 2018

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Λέων Τολστόι: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ (διήγημα)

Ταξίδευε ὁ Δεσπότης ἀπό τόν Ἀρχάγγελο γιά τό Σολόβσκι. Μέ τό ἴδιο καράβι ταξίδευαν καί προσκυνητές. Ὁ καιρός ἦταν θαυμάσιος, φύλλο δέν τρεμοσάλευε. Οἱ προσκυνητές ἀπολάμβαναν τό ταξίδι ἄλλοι κολατσίζοντας, ἄλλοι σιγοτραγουδῶντας, κάποιοι ξαπλωμένοι στήν κουβέρτα τοῦ πλοίου. Κάμποσοι συζητοῦσαν μαζεμένοι σέ συντροφιές. Ἔτσι συλλογίστηκε κι ὁ Δεσπότης νά βγεῖ λίγο νά ἀνασάνει καί νά χαρεῖ τό ὡραῖο ταξίδι. Πλησίασε στήν κουπαστή γιά νά παρακολουθήσει τήν κουβέντα τῆς συντροφιᾶς. Εἶναι περίεργος νά καταλάβει τί λέει ἐκεῖνος ὁ χωρικός μέ τό μαῦρο σκοῦφο πού ὅλο δείχνει μέ τό δεξί του χέρι κι οἱ ἄλλοι τόν ἀκοῦνε μέ προσήλωση καί τόσο ἐνδιαφέρον. Κοίταξε κι ὁ Δεσπότης πρός τήν ἴδια κατεύθυνση πού ἔστρεφαν νά δοῦν κι οἱ ἄλλοι μά δέν ἔβλεπε παρά μονάχα μιά ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα πού ἄστραφτε κάτω ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου. Ὅταν ὁ χωρικός πρόσεξε πώς κοίταζε ὁ Δεσπότης, σά νά ντράπηκε λίγο καί σταμάτησε τήν κουβέντα του, βγάζοντας τοn σκοῦφο καί χαιρετῶντας μέ σεβασμό. Τότε πρόσεξαν κι οἱ ἄλλοι τῆς συντροφιᾶς τό σεβάσμιο πρόσωπο καί χαιρέτησαν βγάζοντας τούς σκούφους τους. 
   ーΜήν ἀσχολεῖσθε, παιδιά μου, εἶπε ὁ Δεσπότης. Στάθηκα κι ἐγώ νά ἀκούσω τί τούς διηγεῖσαι ἐσύ, καλέ μου ἄνθρωπε. 
   Ἕνας ἐμπορευόμενος, ὁ λιγότερο ντροπαλός μουρμούρισε: 
   ーΜᾶς διηγεῖται ὁ ψαρᾶς γιά μιά περιπέτεια πού εἶχε σέ ἕνα νησάκι ὁπού ζοῦνε τρεῖς Γέροντες μακρυά ἀπό τόν κόσμο. 
   ーΑὐτό μέ ἐνδιαφέρει. Γιά νά ἀκούσω κι ἐγώ! εἶπε ὁ Δεσπότης. Πλησίασε περισσότερο στήν παρέα καί κάθισε πάνω σέ μιά παλιά κάσα πού βρέθηκε κοντά του. 
Κι ὁ ψαρᾶς, ἄρχισε νά λέει: 
   ーΣτό νησάκι πού διακρίνετε – κι ἔδειξε κατευθεῖαν μπροστά του – ζοῦνε τρεῖς Γέροντες πού μονάζουν γιά νά σώσουν τήν ψυχή τους. 
   ーΠοῦ εἶναι τό νησάκι αὐτό; ρώτησε. 
   ーἈκολουθῆστε μέ τό μάτι τή γραμμή ἀπό τό χέρι μου πρός ἐκεῖνο τό συννεφάκι. Φαίνεται σά μιά λουρίδα. 
Κοίταξε προσεχτικά, μέ προσήλωση. Ὁ Δεσπότης, ξανακοίταξε. Ὁ ἥλιος τοῦ σφάλιζε μέ τίς ἀχτῖνες του τά μάτια. Δέν μποροῦσε νά ξεχωρίσει τίποτα. 
   ーΔέν βλέπω! τούς λέει. Πές μου, λοιπόν, τί εἴδους ἄνθρωποι εἶναι αὐτά τά γεροντάκια πού ζοῦν στό νησάκι; 
   ーἌνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι ἄνθρωποι! ἀποκρίθηκε ὁ χωρικός. Πρίν χρόνια εἶχα ἀκούσει γι΄ αὐτούς μά ποτέ δέν ἔτυχε νά τούς δῶ. Ὥσπου, πρόπερσι τό καλοκαίρι τούς εἶδα μέ τά μάτια μου κι ἔζησα κοντά τους. Κι ὁ ψαρᾶς διηγήθηκε τό ναυάγιό του καί πῶς καί τί ἔγινε σάν βρέθηκε κοντά τους: 
   Ἔφτασε στή στεριά τό πρωῒ κι ἄρχισε νά περπατάει σά χαμένος ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Σέ λίγο βρῆκε μιά καλύβα καί κοντά της στεκόταν ἕνας γεροντάκος. Τότε βγῆκαν κι ἄλλοι δύο. 
   ーΘυμᾶμαι πώς μέ περιποιήθηκαν καί μοῦ στέγνωσαν τά ροῦχα. Μοῦ γύρισαν τή βάρκα καί τήν διόρθωσαν. 
   ーΚαί πῶς ἦταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; ρώτησε πάλι ὁ Δεσπότης. 
   ーΜά, πῶς νά σᾶς πῶ; Ὁ πιό γέρος ἦταν κι ὁ πιό κοντός. Φοροῦσε ἕνα παλιό ξεβαμμένο ράσο. Θἆχε περάσει τούς ἑκατό χρόνους. Τά μαλλιά του, τά γένια του, πρασίνιζαν ἀπό τήν πολυκαιρία ἀλλά ἦταν ἀγαθός καί καλόκαρδος, γελαστός σάν ἄγγελος. Ἄν σᾶς πῶ γιά τόν δεύτερο, τόν ψηλότερο ...ξέρω κι ἐγώ; Πολύ γέρος ἦταν κι αὐτός, ἄσπρα γένια καί μαλλιά, σκισμένο τό καφτάνι του, μά δυνατός, πολύ δυνατός. 
    Ἀκοῦστε τί θαυμαστό: χωρίς κόπο καί βοήθεια γύρισε ἀνάποδα τή βάρκα μου μέ τό χαμόγελο στά χείλη. 
   Ὅσο γιά τόν τρίτο, ἦταν μεγαλόσωμος, ἀδύνατος, μέ γένια πού ποτάμιζαν ὥς τά γόνατα, ἄσπρα σά τό χιόνι, ἀλλά ἐτοῦτος ἦταν σκυθρωπός μέ παχειά σμιχτά φρύδια πού κρέμονταν πάνω ἀπό τά μάτια του, σχεδόν γυμνός μέ ἕνα ροῦχο κουρελιασμένο πού τοῦ κρεμόταν ἀπό τήν μέση. 
   ーΚαί σάν τί νά σοῦ ἔλεγαν, καλέ μου ψαρά, αὐτοί οἱ Γέροντες; ρώτησε ὁ Δεσπότης. 
   ーΜά ...δέν εἶχαν ὄρεξη γιά κουβέντα. Ὅ,τι ἔκαναν, τό ἔκαναν σχεδόν βουβοί καί μέ τό βλέμμα καταλάβαινε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ἐγώ πού εἶμαι περίερ-γος, ρώτησα τόν ψηλότερο ἄν ζοῦσαν ἀπό χρόνια στό νησάκι. Κάτι μοῦ φάνηκε πώς ἀποκρίθηκε θυμωμένα, μουρμουρίζοντας. Μά τότε εἶδα τόν γεροντότερο νά τοῦ ἀγγίζει τό χέρι, νά τοῦ χαμογελᾶ, καί ξαφνικά ἄκουσα τόν πρῶτο νά λέει «συγχώρα μας!’»
Ὅσο κρατοῦσε ἡ κουβέντα τοῦ ψαρά, τό καράβι ὅλο καί πλησίαζε στό νησί. 
   ーΝά πού φαίνεται πιά! εἶπε ξαφνικά ὁ ἔμπορος δείχνοντας στόν ὀρίζοντα. Κάνετε τόν κόπο νά κοιτάξετε προσεχτικά!
   ーΚάτι διακρίνω στό βάθος σά μιά σκούρα λουρίδα, εἶπε ὁ Δεσπότης. Λέτε νά εἶναι τό νησί; 
Καί προχώρησε πρός τήν πρύμνη ὅπου βρισκόταν ὁ πηδαλιοῦχος. 
   ーἜ, καλό μου παιδί, τί λές; Μήπως ἐκεῖνο τό σκοῦρο στίγμα εἶναι τό νησάκι τῶν Γερόντων πού λέει ὁ ψαράς; Ἄκουσες τίποτα ἐσύ γι αὐτήν τήν ἱστορία; 
   ーΠολλά λένε οἱ ἄνθρωποι. Ποῦ νά ξέρω ἄν ἀληθεύουν. Πολλές φορές λένε κι ἀνοησίες. 
   ーΘά ἤθελα νά πάω στό νησί, νά βεβαιωθῶ, εἶπε ὁ Δεσπότης. Νά ἰδῶ τούς Γέροντες, νά τούς μιλήσω. Πῶς μπορεῖ νά γίνει; 
   ーὉλόκληρο καράβι δέ μπορεῖ, Δέσποτα, νά πάει ἐκεῖ, ἀποκρίθηκε ὁ πηδαλιοῦχος. Μπορεῖτε ὅμως νά πᾶτε μέ τή βάρκα πού εἶναι δυνατό νά πλευρίσει. Ἄς ρωτήσουμε τόν καπετάνιο. 
Φώναξαν στή γέφυρα τόν καπετάνιο κι ὅλοι μαζί ἄρχισαν νά τόν παρακαλοῦν νά πᾶνε ὥς ἐκεῖ ὅπου ἁγιάζουν οἱ Γέροντες. Ἐκεῖνος ἀπόμενε δισταχτικός. 
   ーΜποροῦμε νά πᾶμε, εἶπε, ἀλλά χρειάζεται χρόνος, σεβαστέ μου. Τολμῶ νά σᾶς βεβαιώσω πώς δέν ἀξίζει νά τούς δεῖτε. Ἄκουσα νά λένε πώς κάποιοι κουτοί γέροι ζοῦν ἐκεῖ καί τίποτα δέν καταλαβαίνουν, καί τίποτα δέν μποροῦν νά ποῦν. Εἶναι μουγγοί σάν τά θαλασσινά ψάρια. 
   ーἘπιμένω! εἶπε ὁ Δεσπότης. Θά σᾶς ἀμείψω γιά τόν κόπο σας.
Δέν γινόταν ἀλλιώτικα. Οἱ ναυτικοί ὑπάκουσαν στήν ἐπιθυμία τοῦ Δεσπότη, ἔστρεψαν τό τιμόνι, ἄλλαξαν πορεία, ἔσιαξαν τά πανιά κι ἔβαλαν πλώρη γιά τό νησάκι. Ἔβγαλαν στήν κουβέρτα τοῦ καραβιοῦ μιά καρέκλα γιά νά καθίσει ὁ γέροντας. Οἱ ταξιδιῶτες μαζεύτηκαν τριγύρω του κι ὅλοι μαζί κοίταζαν πέρα. Ὅσοι εἶχαν μάτια γερά διέκριναν πιά τό νησί, μιά καπνοδόχο, μιά καλύβα... Ἔδειχναν:
   ー«Νάτοι, νάτοι!»
Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶδε κιόλας τούς τρεῖς Γέροντες. Γύρισε κι ὁ καπετάνιος τό κυάλι:
   ーΚοίταξε, λέει τοῦ Δεσπότη. Σά νά βλέπω στή στεριά, δεξιώτερα ἀπό τήν μεγάλη ἐκείνη πέτρα, τρεῖς ἀνθρώπους νά στέκονται. 
Κοίταξε κι ὁ Δεσπότης: 
   ーΠραγματικά, ψιθύρισε, σά νά στέκονται τρεῖς, ἕνας ψηλός, ἄλλος πιό κοντός κι ὁ τρίτος πολύ κοντός. Στέκονται στήν ἄκρη καί σά νά κρατιοῦνται ἀπό τό χέρι. 
Ὁ καπετάνιος πλησίασε στό Δεσπότη: 
   ーΘά σταματήσει τό πλοῖο. Μπεῖτε ἄν θέλετε σέ μιά βάρκα καί πηγαίνετε. Ἐμεῖς θά ρίξουμε ἄγκυρα καί θά σᾶς περιμένουμε. 
Τό πλοῖο σταμάτησε, κατέβασαν τή βάρκα, πήδησαν μέσα οἱ κωπηλάτες, κατέβηκε ἀπό μιά σκαλίτσα κι ὁ Δεσπότης, κάθισε στήν πρύμνη κι ἡ βάρκα ξεκίνησε γιά τό νησί. 
   Πλησίασαν στή στεριά καί τότε εἶδαν μπροστά τους νά στέκονται οἱ τρεῖς γέροντες πού τούς εἶχε πεῖ ὁ ψαράς. Βγαίνει πρῶτος ὁ Δεσπότης ἀπό τή βάρκα, πηδοῦν κι οἱ ἄλλοι. Προσκυνοῦν οἱ τρεῖς γέροντες. Τούς εὐλογεῖ ὁ Δεσπότης, ξανασκύβουν ἐκεῖνοι τό κεφάλι τους μέ ἄπειρο σέβας καί κατάνυξη κι ὁ Δεσπότης ἀρχίζει νά λέει: 
   ーἘσεῖς ἐδῶ, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, ἤρθατε καί ζεῖτε μόνοι σας, μακρυά ἀπό τούς ἄλλους, γιά νά σώσετε τήν ψυχή σας καί νά μπορεῖτε νά προσεύχεσθε στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό γιά τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἐμένα μέ στέλνει Ἐκεῖνος ἐδῶ, γιατί εἶναι Πανάγαθος, γιά νά διδάξω τό ποίμνιό Του καί νά σᾶς φωτίσω. 
   Τά γεροντάκια κοιτᾶνε τό ἕνα τό ἄλλο καί χαμογελοῦν. 
   ーΠέστε μου πῶς σώζεστε καί πῶς ὑπηρετεῖτε τόν Θεό; ρωτᾶ ὁ Δεσπότης. 
Χαμογελοῦν ξανά οἱ γέροντες καί ὁ γεροντότερος ἀνάμεσά τους ἀποκρίνεται: δέν ξέρουμε νά ὑπηρετοῦμε τόν Θεό. Μόνο τόν ἑαυτό μας ὑπηρετοῦμε, τόν ἑαυτό μας τρέφουμε. 
   ーΠῶς λοιπόν προσεύχεσθε; ρώτησε πάλι ὁ Δεσπότης. 
   ーἜτσι προσευχόμαστε, ἀποκρίθηκε ὁ γεροντότερος: «Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρεσέ μας».
   Μόλις πρόφερε τά λόγια αὐτά, γύρισαν κι οἱ ἄλλοι δύο πρός τό μέρος του καί ἐπανέλαβαν: ‘
   ー«Τρεῖς ἐσεῖς, τρεῖς ἐμεῖς, συγχώρα μας!’’
   Γέλασε ὁ Δεσπότης. 
   ーΑὐτή εἶναι ἡ προσευχή γιά τήν Ἀγία Τριάδα, ἀλλά δέν εἶναι σωστή! εἶπε. Σᾶς ἀγάπησε ἡ καρδιά μου, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Βλέπω πώς θέλετε νά Τοῦ ἀρέσετε ἀλλά δέν ξέρετε πῶς νά Τόν ὑπηρετήσετε. Δέν πρέπει νά προσεύχεσθε κατ αὐτόν τόν τρόπο. Ἀκοῦστε πῶς ὅρισε ὁ Θεός στό Εὐαγγέλιό Του νά προσευχόμαστε. 
   Κι ἄρχισε νά τούς διηγεῖται καί νά τούς ἐξηγεῖ πῶς ὁ Θεός παρουσιάστηκε στούς ἀνθρώπους, τούς μίλησε γιά τόν Θεό - Πατέρα, τόν Θεό - Ὑιό καί τόν Θεό - Ἅγιο πνεῦμα καί τούς εἶπε: Ὁ Θεός -Ὑιός κατέβηκε στή γῆ γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους κι ἔτσι δίδαξε σέ ὅλους πῶς νά προσεύχονται. Ἀκοῦστε με καί ἐπαναλάβετε ὕστερα ἀπό μένα. 
Καί εἶπε τό «Πάτερ ἡμῶν». 
   Οἱ γέροντες τό ἐπαναλάβαιναν, κι αὐτό, ὤσπου ἔδυσε ὁ ἥλιος. Ἐκεῖνοι ἔβαζαν ὅλη τους τή θέληση καί τή δύναμη νά τά λένε σωστά καί ὁ Δεσπότης δέν παραιτοῦνταν ἀπό τήν προσπάθειά του, ὤσπου νά ἀκούσει νά λένε σωστά, ἄψογα τήν προσευχή. Ἔτσι τήν εἶπαν καί τήν ξαναεῖπαν χίλιες φορές. 
   Ὅταν βράδιασε καί πρόβαλε τό φεγγάρι πάνω ἀπό τό πέλαγος, ὁ Δεσπότης ἑτοιμάστηκε κι ἀφοῦ ξαναευλόγησε τούς γέροντες καί τούς ἔδωσε τήν συμβουλή του πῶς νά προσεύχονται, ἔφυγε γιά τό καράβι. Μόλις πάτησε τό πόδι του στήν κουβέρτα, σήκωσαν πανιά κι ἄγκυρα καί ξεκίνησαν. 
   Ὁ Δεσπότης κάθισε στήν πρύμνη κι ἀγνάντευε τό νησάκι, ἔβλεπε ἀμυδρά τίς τρεῖς σιλουέτες πού σιγά - σιγά χάθηκαν. Χάθηκε καί τό νησάκι. Ἔπε-σαν οἱ προσκυνητές νά κοιμηθοῦν, ὅλα σώπασαν πάνω στό καράβι, μά ὁ Δεσπότης δέν εἶχε ὄρεξη γιά ὕπνο. Σκέφτονταν τούς καλούς ἀνθρώπους τοῦ νησιοῦ. Θυμόταν πόση χαρά ἔδειχναν ὅταν τούς ἔμαθε νά προσεύχονται σωστά. 
   Ἔτσι κάθονταν κι αὐτά σκέφτονταν κοιτάζοντας τή θάλασσα ἐκεῖ πού εἶχε κρυφτεῖ τό νησί. Ξαφνικά, κάποιο φῶς ἄρχισε νά ἀναπηδᾶ ἐδῶ κι ἐκεῖ ἀπό τά κύματα. Πάνω στή φωτεινή γραμμή τοῦ φεγγαριοῦ κάτι γυαλίζει. Νά εἶναι πουλί; Νά εἶναι βάρκα μέ πανί αὐτό πού ἀσπρίζει; 
   ーΒάρκα μέ πανί θά εἶναι, εἶπε ὁ Δεσπότης προσηλωμένος. Θά μᾶς κυνηγάει ἀλλά σάν πολύ γρήγορα τρέχει. 
Ξανασκέφτεται: 
   ーΠουλί θά εἶναι. Βάρκα ὄχι, δέν εἶναι. Μήπως εἶναι ψάρι. Μοιάζει γιά ἄνθρωπος, μά πολύ μεγάλος εἶναι... Κι ἔπειτα, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά περπατήσει πάνω στή θάλασσα;’’
Σηκώθηκε ὁ Δεσπότης, πλησίασε στήν κουπαστή, ἔσκυψε καί λέει στόν ἑαυτό του: 
   ーΤί νἆναι αὐτό; Τί εἶναι, ἀδερφούλη μου; Τά τρία γεροντάκια τρέχουν πάνω στή θάλασσα, ἀσπρίζουν καί γυαλίζουν τά ἄσπρα τους γένια, τό καράβι σά νά κοντοστέκεται, κι αὐτά, ὅλο καί πλησιάζουν. 
   Ὁ τιμονιέρης τούς βλέπει, ξαφνιάζεται, ἀφήνει τό τιμόνι, μπήγει φωνή δυνατή: 
   ーΘεέ μου! Οἱ γέροντες πάνω στή θάλασσα τρέχουν πίσω μας σά νἆναι στή στεριά!
   Οἱ ἐπιβάτες ἄκουσαν τίς φωνές του, πετάχτηκαν ἀπό τά στρώματα, τρέξανε στή γέφυρα νά ἰδοῦν τί συμβαίνει. Βλέπουν τούς τρεῖς γέροντες νά κρατιοῦνται ἀπό τό χέρι καί νά τρέχουν πάνω στά κύματα χωρίς κἄν νά κινοῦνται καί μονάχα ὁ ἀκρινός κάτι νά γνέφει μέ τό χέρι σάν νά τούς λέει «σταθεῖτε». 
   Δέν πρόλαβε τό καράβι νά σταματήσει καί οἱ τρεῖς γέροντες ἦρθαν πλάϊ, σήκωσαν τό κεφάλι καί εἶπαν μέ μιά φωνή στό Δεσπότη: 
   ーΞεχάσαμε, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, τί μᾶς δίδαξες. Ὅσο ἐπαναλαβαίναμε τήν προσευχή, τή θυμόμασταν. Τήν ἀφήσαμε γιά λίγο, μᾶς ξέφυγε μιά λέξη καί τότε ὅλα ξηλώθηκαν, τήν ξεχάσαμε. Τίποτε πιά δέν θυμόμαστε. Μάθε την μας πάλι. 
   Σταυροκοπήθηκε ὁ Δεσπότης, κοίταξε τούς γέροντες, καί εἶπε: 
   ーἈρκεῖ. Εἰσακούεται ἀπό τόν Θεό κι ἡ δική σας προσευχή, γέροντες. Δέν εἶμαι ἐγώ ἄξιος νά σᾶς διδάξω.    Προσευχηθεῖτε καί γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς. 
   Κι ἔσκυψε στά πόδια τῶν γερόντων κι ἐκεῖνος. Ἔφυγαν περπατῶντας πάνω στή θάλασσα. Ὥς τό χάραμα, ὁ δρόμος τους φεγγοβολοῦσε.

Related Posts with Thumbnails