Στὴ μνήμη τοῦ Valeriu Purdea
Πόσοι ἀπὸ ἐσᾶς, μεγάλοι ἐπίγονοι,
εἶστε διατεθειμένοι νὰ δώσετε τὴ ζωή σας
γιὰ τὸ πιὸ ἱερὸ μυστήριο;
e-library
Στὴ μνήμη τοῦ Valeriu Purdea
Πόσοι ἀπὸ ἐσᾶς, μεγάλοι ἐπίγονοι,
εἶστε διατεθειμένοι νὰ δώσετε τὴ ζωή σας
γιὰ τὸ πιὸ ἱερὸ μυστήριο;
Τὰ λόγια μου χτυποῦν στὸ χαλασμένο, παλιὸ
πληκτρολόγιο,
στὰ μάτια ἐκείνων ποὺ κοιτοῦν τὴν ποίησή μου
μὲ τὸν μεγεθυντικὸ φακὸ τῆς γιαγιᾶς.
Ἔκρυψα τὴν εὐτυχία μου στὶς παλάμες σου
καὶ τώρα ἀναζητῶ τὴ μοῖρα τῆς ἀγάπης μας
σὲ κρυστάλλινες δακτυλῆθρες…
Ἡ ἀγάπη μου πέθανε ἐδῶ καὶ καιρό.
Τὰ δάχτυλά μου δὲν ξέρουν πιὰ
ν’ ἀναζητοῦν τὸ νόημα τῆς ζωῆς
μέσα ἀπὸ ἄνθη κι ἀναστεναγμούς.
Τώρα εἶμαι μόνο ἐγὼ κι ὁ ἑαυτός μου.
Μόνο ἐγώ.
Adriana Maria Butnariu, 25 Μαΐου 2006.
Μὲ τὴ χθεσινοβραδινὴ βροχή,
ἔλαβα τὸ μήνυμά σου.
Καὶ ἦρθα ἔτσι ὅπως μὲ ξέρεις:
μὲ τὸ μέτωπο γεμᾶτο σκέψεις,
μὲ τὰ χέρια νὰ μυρίζουν γιασεμί…
Ἔχω μέρες ποὺ περνῶ ὧρες στὴν ἀκροθαλασσιὰ
κι ἀκούω τὰ κύματα καὶ τὸν κρύο ἄνεμο
νὰ γλιστράει πάνω στὴν ἄμμο,
τὴ λεπτή, τὴ βρόμικη, γεμάτη φύκια καὶ σκουπίδια -
παροδικὰ ναυάγια, συλλεγμένα ἀπ’ τὴ θάλασσα…
Μπλὲ σκιὲς χάνονται στὸ ψυχρὸ σούρουπο
καὶ σταγόνες βροχῆς, κρύες καὶ βαριές, πέφτουν
πάνω μας
σὰν σὲ γυάλινους βράχους,
διάφανους καὶ σιωπηλούς…
Ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ μιὰ ὑπερβολικὴ δόση ἀγάπης,
μὰ νὰ εἶναι ἀληθινή·
ὄχι σὰν αὐτὴ μὲ barcode καὶ ἡμερομηνία λήξης!
Ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ ἀγάπη·
ἀπὸ μιὰ αἴσθηση ποὺ νὰ μὲ βεβαιώνει
γιὰ μιὰ ἐλάχιστη σταθερότητα
σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο,
τὸν τόσο ἀπατηλὸ καὶ φευγαλέο…
Κοιτάζομαι στὸν καθρέφτη τῶν γκρίζων σύννεφων
καὶ δὲν ξέρω ποιός μοῦ δάνεισε αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ τὶς σκέψεις:
Περιπλανιέμαι ξανὰ σ’ ἕναν ἄγνωστο δρόμο,
ψάχνοντας βιαστικὰ τὴ σκιά μου,
ριγμένη τυχαία στὰ βρόμικα καὶ σκοτεινὰ
πεζοδρόμια:
εἶναι ἐδῶ!
Τὶ θέλεις ἀπὸ μένα;
Τὴ βροχὴ τῶν σκέψεών μου πάνω σου
ἢ τὸ γλυκὸ κλᾶμα τοῦ δειλινοῦ
ἀπ’ τοὺς σβησμένους πολυελαίους τῆς ἀγάπης;
Ξυπνήσαμε ἕνα κρύο φθινοπωρινὸ πρωινὸ στὸ χεῖλος τῆς
ἀγάπης
κι ἀπὸ ὑπερβολικὴ διαύγεια, γλιστρήσαμε στὴν ἀχρονία
τῆς ἀναμονῆς
καὶ τῆς γεωμετρίας στὸν χῶρο·
κατὰ λάθος, εἶχα πάρει μαζί μου καὶ τὸ εἰσιτήριο
τοῦ τρένου
μὲ τὸ ὁποῖο εἶχα ὑπολογίσει, θυμᾶσαι;…
Ὁ ὕπνος γδύθηκε ἀπὸ πάνω μου…
Ξύπνησα ἀπὸ σένα
κι ἔτρεξα μὲ ἀνυπομονησία στὰ ὄνειρά σου…
Κρυώνω
καὶ θὰ ἤθελα νὰ μποροῦσα
νὰ ἐπιστρέψω ξανὰ σ’ ἐμᾶς.