© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέδρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέδρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Μεγάλο Συνέδριο για τον Οδυσσέα Ελύτη στη Θεσσαλονίκη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Οι μεγάλες παρακαταθήκες των λαών είναι ο πολιτισμός τους. Η φήμη τους στον αιώνα. Η διατήρησή τους στην παγκόσμια μνήμη. Οι φάροι που δείχνουν το δρόμο. Αλλά η δημιουργία δεν είναι συλλογική εργασία, όχι πάντα, τουλάχιστον. Γιατί και εκείνα που λέμε πως έγραψε ο λαός, και σ’ εκείνα κάποιος ανώνυμος προικισμένος και ξεχωριστός πρέπει να κρατούσε την μπαγκέτα και να διηύθυνε. Εκείνος, ο κάποτε ξεχωριστός, ήρθαν καιροί που απέκτησε και όνομα και υπογραφή. Φέτος και πάντα και στους μέλλοντες χρόνους, τον λένε Οδυσσέα Ελύτη.
Υπάρχει πάντα η πίστη πως το θαύμα γίνεται μπροστά στα μάτια μας αλλά εμείς «μένουμε ασυρματοφόρα παρατημένα στην έρημο», κρατάμε την αναπνοή μας, πάμε σαν «βόνασοι κερασφόροι», απομυθοποιημένοι και απομυθοποιητές, ντυμένοι όλοι με τις στολές που κάπου σε κάποιο εργαστήριο, άλλοι ετοίμασαν για μας «κομμένες ομοιόμορφα όπως οι ιδέες». Κι όμως πάντα υπάρχει «Κάτι Κάτι άλλο να βρεθεί» που μόνο ο ποιητής με τις αισθήσεις σε υπερδιέγερση, οσφραίνεται, ακούει, γεύεται, πιάνει. Και αυτό συμβαίνει όταν οι ουρανοί είναι ανοιχτοί, γιατί το μήνυμα έρχεται από ψηλά. Και είναι αυτό που ο απλός άνθρωπος λέει «ιδέα», ο ποιητής «έμπνευση», ο θρησκευόμενος «θεία χάρη» και ο εντεταλμένος «χρέος»: «Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος». Και μπορεί εμείς να μην ακούμε εκείνο το μήνυμα ούτε εκείνο το «Χαίρε Κεχαριτωμένε» αλλά ο ποιητής το άκουσε. Μπορεί εμείς να κωφεύουμε στα λόγια του αέρα, των φύλλων ή των κυμάτων, ο ποιητής όμως έχει μια άλλου είδους όραση και ακοή για να τα αντιλαμβάνεται. Και γίνεται Αυτός το μέσον για να προσκτηθούμε κι εμείς το δικό του «κτήμα ες αεί». Ας δίνεται η έμφαση στο έργο, ας είναι ταπεινός ο δημιουργός και προβάλλει την πατρίδα του μέσα από αυτό. Ο άνθρωπος πίσω από το έργο δεν παραβλέπεται.
Τέτοιος άνθρωπος, δημιουργός, ποιητής οραματιστής, πνεύμα που είδε και συνέλαβε τον κόσμο στην ολότητά του, που είδε το επερχόμενο, που μας προειδοποίησε για τη συμφορά μεταμφιεσμένη σε πρόοδο, εξέλιξη και μόδα, που ανέδειξε τη σημασία των απλών πραγμάτων, που είχε όραμα, πίστη στο αγαθό της ζωής και τις δυνάμεις του ανθρώπου, Τέτοιος, είναι ο Οδυσσέας Ελύτης.
Πέρασαν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του. Ας πούμε καλύτερα από τη στιγμή που το σώμα του βρέθηκε στη γη και αφομοιώθηκε από το χώμα που αγάπησε, τον ήλιο και τον αέρα της Αττικής, την συμπερίληψη όλης της ελληνικής γης. Η ψυχή πήγε εκεί που βρίσκονταν πάντα οι άγγελοι, που τραγουδούσαν και μιλούσαν Ελληνικά. Από εκεί, την εξέδρα του ουρανού, σαν από μεσογειακό μπαλκόνι πάνω στη θάλασσα μας παρατηρεί, σαν «άγγελος φωτοσύνθεσης», σαν εκείνους που μας άφησε δείγμα στις συνεικόνες του, για να έχουμε ιδέα του παραδείσου, όπως Εκείνος τον αντιλαμβανόταν. Όμως το πνεύμα του, οι στίχοι, τα λόγια, οι φτερωμένες λέξεις του, είναι εδώ, στη γη μαζί μας, πάντα και παντού. Νέες γενιές ποιητών τον έχουν προσκέφαλο και οι άλλες που θα έρθουν, επίσης. Όχι, δεν τελειώνει ο κόσμος με το θάνατο, «μια μικρή φθινοπωρινή βροχή» είναι μόνο που πέφτει ελεητικά πάνω στο ηλιοψημένο χώμα και σώμα και ψυχή της Ελλάδας και του κόσμου όλου.
Στον Ελύτη, λοιπόν, ήταν αφιερωμένο το πέμπτο Συνέδριο που οργάνωσαν τα Εκπαιδευτήρια Ευάγγελου Μαντουλίδη, στη Θεσσαλονίκη, και το Ζωγράφειο Λύκειο, στην Κωνσταντινούπολη, υπό την αιγίδα του Παναγιώτατου Πατριάρχη μας κ.κ. Βαρθολομαίου. Μονάχη έγνοια και φροντίδα η γλώσσα μας, η γλώσσα του ποιητή που ανέδειξε την Ελλάδα, που έψαλε τα Πάθη της, που είδε πίσω από το μπλε που ξοδεύει ο Θεός για να μην τον βλέπουμε, που άκουσε πέρα από το φράγμα του ήχου των Σειρήνων και ό,τι είδε και άκουσε και ένοιωσε μας το μοίρασε σαν αντίδωρο, σε πολλούς ασημένιους στίχους και ποιήματα, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης και της Ποίησης. Ο Πατριάρχης μας είχε μελετήσει θεόπνευστα το έργο του ποιητή και με την ομιλία του απέδειξε τον πλούτο ενός έργου που έχει χίλιες διαφορετικές αστραψιές για να μας θαμπώσει.
Έπειτα ακολούθησαν τα σχολεία, Ελληνικά και «ξένα», φερμένα από παντού, από την κοντινή μας Κωνσταντινούπολη, από την μακρινή Νέα Υόρκη, και, σχεδόν, από κάθε μέρος της ελληνικής γης. Από κάθε μέρος που είχε τη δυνατότητα να λάβει μέρος. Και ήταν άπειρες οι ομάδες και μέγιστη η απόλαυση από τις ιδέες και τα θαύματα που τα παιδιά και οι επιβλέποντές τους, επιστημονικοί σύμβουλοι, ανέδειξαν, και τα τραγούδια που έπαιξαν και τραγούδησαν, και τις θεατροποιήσεις που έκαναν, και τους τεράστιους μουσικούς κυματισμούς που το Μουσικό Σχολείο του Βόλου με την ορχήστρα του δημιούργησε, και το Σχολείο της Κύπρου μας που τελείωσε με την παράκληση: «Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου», μη λησμονάτε την Κύπρο!, φώναξε ο Γιώργος Γεωργής και συμπαρέσυρε με τη συγκίνησή του πάντες τους συνόντες. Κι εδώ δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε το ρόλο που είχε η Μουσική, του Μίκη Θεοδωράκη κυρίως, ο οποίος, χωρίς να παραβλέπει το λειτουργικό χαρακτήρα του έργου, το μετέτρεψε και θούριο για μια Ελλάδα που ζητά ελπίδα.
Το Συνέδριο για τον Ελύτη συγκέντρωσε επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι γνωρίζουν και έχουν μελετήσει το έργο του, έχουν άποψη επ’ αυτού και με τη φυσική τους παρουσία και ομιλία πρόβαλαν μικρές ψηφίδες στο πολύχρωμο ψηφιδωτό των μελετών και προσεγγίσεων. Και ανάμεσα στους στίχους αυτής της γλώσσας που μας έδωσαν Ελληνική ακούστηκαν παράξενα και «αλλιώς ωραία» τα ποιήματα στη Γαλλική της Κατρίν Βελισσάρις, στην Αγγλική του Πήτερ Μάκριτζ, στην Ιταλική της Πάολα Μινούτσι. Κάθε ήχος και από ένα χελιδόνι για να μας φέρει την άνοιξη μέσα στο χειμώνα που ζούμε αυτόν τον καιρό.
Το Συνέδριο δεν είχε μόνο ομιλίες, απαγγελίες, μουσική, τραγούδια, θεατροποίηση (που εμπνευσμένα επιμελήθηκε η γνωστή ηθοποιός Φιλαρέτη Κομνηνού), έκθεση στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών των εικαστικών του Ελύτη (για τα οποία μας μίλησε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου). Είχε και κινηματογράφο. Κι εδώ θα κάνουμε μια στάση· στον ιστορικό χώρο που γίνεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εκεί, μέσα σ’ αυτόν τον εμβληματικό κινηματογράφο, ο γνωστός σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης, μεταξύ άλλων, είπε την εξής φράση: «Ο ποιητής εμπιστεύτηκε τη φυσική του παρουσία στον κινηματογραφιστή και παραγωγό Σγουράκη». Αυτή η φράση -«εμπιστεύτηκε τη φυσική του παρουσία»- είναι σημαίνουσα και δίνει το μέτρο της διαφοράς, ανάμεσα στους πολλούς που κρατούν στα χέρια τα βιβλία του ποιητή και στον έναν που στάθηκε απέναντί του με την κάμερα για να αποτυπώσει στο σελιλόιντ . το σώμα, το πνεύμα, την εικόνα, τη μορφή, την ιδέα του ποιητή, επειδή Εκείνος του την εμπιστεύτηκε. Ο ίδιος ο Παπαστάθης, με ένα δικό του φιλμ, μας έδειξε πώς αντέδρασε την ημέρα του θανάτου του ποιητή. Άρπαξε χαρτιά, έγραψε στίχους και βγήκε έξω με την κάμερα, σε δρόμους και πλατείες, σε μαγαζιά και καφενεία και μοίραζε τους στίχους και ζητούσε από απλούς ανθρώπους να τους διαβάσουν. Να πώς μπορεί κανείς να εκλάβει τους στίχους του Ελύτη: «Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει». Αυτό έγινε εκείνη την ημέρα. Και ήταν η ίδια η ψυχή του ποιητή γραμμένη στα χαρτιά και στα βιβλία που μας μοιραζόταν δωρεάν και που είκοσι χρόνια μετά, βλέποντας την ταινία, η φτωχή ύπαρξή μας εισέπραττε πάλι τη δωρεά του ποιητή μέσω του κινηματογραφιστή. Και το Συνέδριο τελείωσε με το στρογγυλό τραπέζι, στον Χώρο Τεχνών της Βέροιας, όπου οι μαθητές έθεσαν ερωτήματα σε επιφανείς συνέδρους σχετικά με το έργο του ποιητή.
Εκεί, λοιπόν, ήταν ο τόπος όπου το ποιητικό δράμα μιας άλλης ποικιλίας της ζωής παίχτηκε από ωρίμους και εφήβους, ερήμην της φοβέρας και της κακοκαιριάς του δαίμονα. Γιατί πίσω από το κακό λειτουργούσε ακόμη η πίστη του ποιητή ότι «ευθεία, μπροστά, και τραγουδώντας μόνον… Θα την φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι /Στο φως, στο φως, στο φως». Εκεί, οι άνθρωποι εργάζονταν για να γίνει πιο τρυφερό το γαλάζιο. Για να δείξουν πως αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα χρηματιστήρια του κόσμου, εξακολουθούν να πιστεύουν πως «έχει ο Θεός».
Είκοσι χρόνια πια κάτοικος της Ελλάδας της δεύτερης του απάνω κόσμου, που βγήκε από την πραγματική και χωρίς καμιά στιγμή να λείψει από την άλλη που χάραξε στο χαρτί για να τηνε βλέπει, ο Ελύτης τιμήθηκε στο Συνέδριο αυτό , όπου είχαν τιμηθεί πριν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, λογοτέχνες που με το έργο τους απόδειξαν πως η Ελλάδα «φορτώνει φρέσκο αέρα και από τις δυο μεριές». Τιμήθηκαν εκείνοι κι εμείς μεταλάβαμε από την τιμή τους.
Σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη από την ουσία του ποιητή και τη συναισθηματική αλληλεγγύη των συμμετεχόντων το πράγμα έπαιρνε και μια άλλη, παράπλευρη, αλλά πολύ ουσιαστική, βιοθεωρητική, εκδοχή· αυτήν της ανθρώπινης παρουσίας, της μέθεξης και συναναστροφής με ομοϊδεάτες, συνενόχους της αθωότητάς μας, καθώς θα έλεγε ο ποιητής και Επιβλέπων άγγελος από ψηλά.
Δεν άνθησαν ματαίως όλα αυτά, έχει πει ο Ανδρέας Εμπειρίκος και έχει επαναλάβει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Γιατί το Συνέδριο έκανε ρήγμα στον καιρό και κάπου, ανάμεσα στο πριν και στο μετά, στα τόσα δεινά που μας επεφύλαξε η σύγχρονη ζωή και τα τόσα δυσάρεστα απροσδόκητα, έριξε γαλάζιες σταλαγματιές τις αληθινές μας μέρες, εκείνες που θα μπορούσαμε να τις κατατάξουμε σε μια ουτοπία, όχι τόπου αλλά χρόνου, αν επιτρέπεται η παραδοξολογία.
Το συνέδριο περιελάμβανε και έναν πολύ ωραίο περίπατο στη Βεργίνα, στους βασιλικούς τάφους, εκεί που τα πολύτιμα κομψά στεφάνια των βασιλέων θα τα ζήλευαν οι καλύτεροι κοσμηματοπώλες. Είχε εκκλησιασμό στη Μονή Βλατάδων, όπου όλοι μαζί ψάλαμε «Τη Υπερμάχω», επίσκεψη στον Ι. Ν. Αγ. Νικολάου. Κι ακόμα, πλούσια φιλοξενία, πλούσια όλα τα ελέη του Θεού και των οικοδεσποτών. Υλικά και Πνευματικά αγαθά σε δαψίλεια. Και σε όλα άγγελοι εντεταλμένοι στην υπηρεσία όλων, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, η Οργανωτική Επιτροπή: Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Θοδωρής Γκόνης, Γιάννης Δερμιτζόγλου, Αικατερίνη Μαντουλίδη, Γιώργος Παπαλιάρης, Özcan Şabudak, Νικολέτα Σαρρή, Ελευθερία Στόικου, Ελισσάβετ Τσιρανίδου, Ασπασία Χασιώτη.
Και πέρα στον ορίζοντα η νύμφη του Θερμαϊκού Θεσσαλονίκη και πιο πέρα η Βασιλεύουσα στον Βόσπορο Κωνσταντινούπολη και από ψηλά ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ «Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΦΙΚΤΗ»]

Τίρανα, στις 6-8 Σεπτεμβρίου 2015


Αναστάσιος (Γιαννουλάτος)
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
Επίτιμο Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

    Η πιο τραγική βία σήμερα είναι η κατάχρηση του όρου «ειρήνη» από ανθρώπους που στην πραγματικότητα δεν την πιστεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ο ανθρώπινος πόθος για μία παγκόσμια ειρηνική συνύπαρξη παραμένει σταθερός. Κάθε μία προσπάθεια λοιπόν ανανεώσεως του ενδιαφέροντος για την ειρήνη και εμβαθύνσεως του νοήματός της είναι μια πολύτιμη προσφορά στην πορεία της ανθρωπότητος. Και το Διεθνές Συνέδριό μας, δόξα τῷ Θεῷ, ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

    Αποτελεί ιδιαίτερη χαρά και τιμή για την Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Αλβανίας να είναι συνδιοργανώτρια της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη , με την κοινότητα του Sant’ Egidio και τη Συνέλευση των Καθολικών Επισκόπων της Αλβανίας (Conference of Catholic Bishops of Albania).

    Κατ' αρχήν θα θέλαμε να εκφράσουμε τις εγκάρδιες ευχαριστίες και το θερμό «καλωσόρισμα» προς όλους τούς εκλεκτούς συνέδρους, πού ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας. «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. 4:7) ας γεμίζει τη ζωή καθενός και ας καταυγάζει τις ψυχές μας κατά την περίοδο των εργασιών του παρόντος Συνεδρίου.

    Η Αλβανία, όπως είναι στους περισσοτέρους γνωστό, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος αντιμετώπισε σοβαρές δοκιμασίες και κυρίως ένα μακροχρόνιο αθεϊστικό διωγμό. Από το 1991, όμως, έχει εμπεδωθεί η θρησκευτική ελευθερία και συνάμα καλλιεργείται η ειρηνική συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς επίσης και εκείνων που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκευτική κοινότητα. Οι οδυνηρές αναμνήσεις από τις πολεμικές αιματοχυσίες του προηγουμένου αιώνα, τόσο από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, όσο και από τις αιματηρές συγκρούσεις στο τέλος του στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, συμβάλλουν στο να επιτείνεται ο πόθος για την ειρήνη σε όλες τις διαστάσεις της.

    Ὁ τίτλος του θέματος του Συνεδρίου μας, «Η ειρήνη είναι πάντα εφικτή» (Peace is always possible), φαίνεται δυναμικός και αισιόδοξος. Οι ειδήσεις, όμως, που μεταδίδονται συνεχώς τον τελευταίο καιρό από όλα τα μέσα ενημερώσεως, με τις άγριες συγκρούσεις που προβάλλουν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, έρχονται να σκιάσουν με σύννεφα βαριά την αισιοδοξία μας για τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας ειρήνης. Έτσι προσθέτουν στη διατύπωση του θέματός μας και ένα ερωτηματικό στο τέλος: «Είναι πάντοτε εφικτή η ειρήνη;»(“Is peace always possible?”) Μέσα σε αυτήν την αμφίβολη πραγματικότητα, οι εργασίες της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη ασφαλώς θα αποτελέσουν μια ελπιδοφόρο αναζήτηση, προσφέροντας δημιουργικές προτάσεις στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης.

    Εισαγωγικά, θα ήθελα να επισημάνω εν συντομία πέντε σημεία:

    1. Για να γίνει δυνατό το εκ πρώτης όψεως αδύνατο, η επικράτηση δηλαδή της παγκόσμιας ειρήνης, κεντρικό ρόλο έχουν και οι θρησκευτικές κοινότητες. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις, τις οποίες αντλούν οι οπαδοί τους από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, μπορούν να στηρίζουν ή να υπονομεύουν, σε τοπικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο, την ειρήνη. Απαραίτητο, λοιπόν, προαπαιτούμενο, για να γίνει η ειρήνη δυνατή, είναι η ειρήνη μεταξύ των θρησκειών.

    Το ζήτημα της ειρήνης μεταξύ των θρησκειών, που διαλέγονται με κατανόηση, είναι προφανώς πολύπλοκο και ασφαλώς δεν έχουμε καμία διάθεση συγκρητισμού. Ο αληθινός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας κάθε ανθρώπινου προσώπου και της αξιοπρέπειάς του παραμένει το στέρεο θεμέλιο για ειρηνική συνύπαρξη. Υπάρχουν σπουδαία στοιχεία και ειρηνοφόρες εμπνεύσεις στα κοιτάσματα της διδασκαλίας των μεγάλων θρησκειών, τα οποία οφείλουν να εντοπισθούν με προσοχή, να χρησιμοποιηθούν και να αποβούν παραγωγικά για μία παγκόσμια ειρήνη. Οι ειρηνικές φωνές που βγαίνουν από τους πνεύμονες των παγκοσμίων θρησκειών πρέπει να ενταθούν και επίμονα να προβληθούν, με το κήρυγμα, την κατήχηση, τις διαλέξεις, με κάθε μορφή επικοινωνίας.

    Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν ασφαλώς όλες οι πρωτοβουλίες για διάλογο μεταξύ των θρησκειών και των πολιτισμών. Και είμαστε ευγνώμονες σε όλους εκείνους που αγωνίζονται προς αυτή την κατεύθυνση, όλως ιδιαιτέρως στην Κοινότητα του Sant’ Egidio για τη συστηματική και εμπνευσμένη προσπάθειά της κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

    2. Η θρησκευτική συνείδηση με την ποικιλία των μορφών της έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει με διαφόρους τρόπους στην ανάπτυξη ειρηνοφόρων τάσεων και, γενικότερα, την καλλιέργεια της ειρήνης σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

    Στα περισσότερα θρησκεύματα ευρίσκουμε: Πρώτον μία αναζήτηση για εσωτερική ειρήνη. Δεύτερον χαλίνωση της επιθετικότητας. Τρίτο κοινό χαρακτηριστικό είναι η επιδίωξη ειρηνικών σχέσεων με την ύψιστη Πραγματικότητα, είτε αυτή νοείται απρόσωπη είτε ως προσωπικός Θεός. Τέταρτον έχουν θεσμοθετηθεί από τις θρησκείες αρχές για να διευκολύνουν την ειρηνική συμβίωση μέσα σε κάθε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Και τέλος καταβάλλονται προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρήνης πέρα από τη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα προς την ανθρωπότητα.

    Όλοι όσοι συνειδητά θρεσκεύουμε οφείλουμε να διερευνήσουμε και να προωθήσουμε μία ειρηνική θεολογία και ανθρωπολογία, αντλώντας από τον πλούτο των θρησκευτικών μας διδασκαλιών και από τις καλύτερες σελίδες της ιστορίας των θρησκευτικών μας παραδόσεων. Τονίζοντας συγχρόνως το καθήκον κάθε ανθρώπου να αντιτίθεται στη βία, και εργαζόμενοι για τη συμφιλίωση και τη διαρκή ειρήνη στην υφήλιο. Η νέα γενιά, όλως ιδιαιτέρως, χρειάζεται μία συνειδητή αγωγή ειρήνης, η οποία να τροφοδοτείται και να εμπνέεται από πνευματικές θρησκευτικές πηγές.

    3. Η αναζήτηση της ειρήνης προϋποθέτει σταθερή υπεράσπιση και ενδυνάμωση της δικαιοσύνης. Ανέκαθεν, ιδιαίτερα όμως στην εποχή μας, προβάλλει με εκρηκτικούς τρόπους η σχέση που έχει η ειρήνη με τη δικαιοσύνη. Ο δεσμός αυτός απαντά σε πολλά θρησκεύματα. Ειλικρινής πόθος για την ειρήνη σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, εκφράζεται με την αληθινή επιθυμία και με αγώνα για τη δικαιοσύνη. Ένας άδικος κόσμος δεν μπορεί να είναι ειρηνικός. Σήμερα, ειρήνη και δικαιοσύνη έχουν προσλάβει ένα ακόμη συνώνυμο: ανάπτυξη. Και όλοι μας μπορούμε και οφείλουμε να συμβάλλουμε για την ανάπτυξη των πτωχότερων περιοχών. Η φτώχεια παραμένει ο χειρότερος τύπος βίας. Όταν οι άνθρωποι, κοντά μας ή μακριά μας, στερούνται των στοιχειωδώς αναγκαίων για την επιβίωσή τους, δεν είναι παράξενο να στραφούν προς άλλες κατευθύνσεις και να υιοθετήσουν άλλες ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις για τη επίτευξη μιας δίκαιης κοινωνίας και τη νοηματοδότηση της ζωής και του θανάτου.

    Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με το πρόβλημα της τρομοκρατίας που δεσπόζει τα τελευταία χρόνια, θεωρούμε ότι οι δυτικές κοινωνίες, που διαθέτουν οικονομική, επιστημονική και στρατιωτική δύναμη, οφείλουν να προχωρήσουν σε μια δημιουργική αυτοκριτική. Να δουν καθαρότερα την ευθύνη και το χρέος τους στις νέες παγκόσμιες διαστάσεις. Η ειρήνη και η ασφάλεια, για την οποίαν όλοι μιλούμε, θα εξασφαλισθούν με τη φροντίδα για κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάπτυξη των πτωχότερων κοινωνιών του πλανήτη. Θα είναι τραγικό, πνευματικά και πολιτικά, λόγω αμελείας ή υπεροψίας, να αφήσουμε να εξελιχθεί ένα νέο, πολύμορφο προλεταριάτο, το οποίο θα επαναστατεί βίαια, καταχρώμενο την πνευματική "ατομική ενέργεια" μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής παραδόσεως.

    4. Κάτι που συχνά λησμονείται, -ενώ συνιστά τον πυρήνα της ειρήνης- και η θρησκευτική συνείδηση οφείλει να το επισημαίνει, είναι ότι η ειρήνη αρχίζει από μέσα μας, από το βάθος της υπάρξεώς μας. Συνδέεται με την ταπείνωση, τη συγγνώμη, την ελευθερία από το μίσος από την πικρία, τη ζήλεια. Ανθεί με τη διαρκή κοινωνία με τον Θεό της ειρήνης. Ιδιαίτερα το χριστιανικό νόημα της εσωτερικής ειρήνης είναι βαθύτερο και ευρύτερο από την απάθεια των Στωϊκών. Δεν περιορίζεται στην αδιαφορία για ότι συμβαίνει γύρω μας. Διαφυλάσσοντας την εσωτερική μας ειρήνη θα είμαστε ικανοί να ζούμε με τους άλλους «εί δυνατόν τό ἐξ ημῶν (ὑμῶν), μετά πάντων ανθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12,18).

    5. Σε τελευταία ανάλυση, το αντίθετο της ειρήνης δεν είναι ο πόλεμος αλλά ο εγωκεντρισμός: ο ατομικός, ο συλλογικός, ο εθνικός, ο φυλετικός. Αυτός επιστρατεύει τις ποικίλες μορφές βίας, που δολοφονούν με διαφόρους τρόπους την ειρήνη. Αυτός είναι ο εμπνευστής και τροφοδότης των μεγάλων ή μικρότερων συγκρούσεων, αυτός τις πυρπολεί με μίση διαρκείας.

    Το αντίδοτο στον εγωισμό δεν αποτελούν οι γενικόλογες ηθικές συμβουλές και παροτρύνσεις. Ούτε οι νομικές διατυπώσεις και οι μηχανισμοί καταστολής. Αλλά η ενδυνάμωση της αγάπης. Μιας πολυδιάστατης αγάπης, έμπρακτης, ανιδιοτελούς, που δεν περιορίζεται από σύνορα, προκαταλήψεις και κάθε είδους διακρίσεις. Εδώ βρίσκεται η τεράστια δυνατότητα και συμβολή μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως. Αυτή, ακόμα και σε συνθήκες μακροχρονίων συγκρούσεων, χαρίζει τη δύναμη της συγχωρητικότητος και της συμφιλιώσεως. Η δύναμη της αγάπης τελικά νικά την αγάπη για δύναμη, η οποία καταστρέφει την ειρήνη.

* * *

    Καθένας μας, ανάλογα με τις θρησκευτικές καταβολές του, καθοδηγείται στον αγώνα για την ειρήνη. Και από αυτή την προσωπική πίστη αντλούμε έμπνευση και δύναμη. Ιδιαίτερα σε όσους ακολουθούν μονοθεϊστικές θρησκείες, δεσπόζει η βεβαιότητα ότι η ειρήνη είναι δώρο του Θεού. Και ότι ο άνθρωπος καλείται να το προσλάβει και να συνεργήσει στην ενδυνάμωσή του, με σεβασμό προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ανεξαρτήτως πολιτικών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων.

    Ελπίζω ότι, μέσα ἀπό τις εισηγήσεις, τις συζητήσεις και τον γενικότερο προβληματισμό του Συνεδρίου μας, θα αντλήσουμε πολύτιμο υλικό για πληρέστερη εμβάθυνση στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης, των προϋποθέσεων και των δυνατοτήτων για την επίτευξή της• ακόμη και έμπνευση για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό να είμαστε εργάτες ειρήνης. Με τη βεβαιότητα ότι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9).

    Ο αγώνας για την ειρήνη βαθειά μέσα μας, στο φυσικό περιβάλλον, στην κοινότητά μας, σε όλον τον κόσμο είναι πρωταρχικό μας καθήκον. Και στον 21ο αιώνα θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μας μέριμνα, με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι ειρήνη. Ο Θεός είναι πάντοτε με τους ειρηνοποιούς, εμπνέοντας και ενισχύοντάς τους στις προσπάθειες και τους αγώνες τους για την ειρήνη. 

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Μητροπολίτου Ζακύνθου Διονυσίου Δ΄: ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ

 Εισήγηση κατά το Διεθνές Σεμινάριο «Θρησκεία και Διαφωτισμός», Ζάκυνθος 15 Ιουνίου 2012

Αξιότιμοι κ. Σύνεδροι,

Ο χώρος των Ιονίων Νήσων υπήρξε ιστορικά το πέρασμα και η γέφυρα ανάμεσα στον κυρίως ελλαδικό χώρο και των ιδεών και εξελίξεων, που έρχονταν σε αυτόν από την Ανατολή από τη μία και της ιταλικής χερσονήσου και της Αδριατικής από την άλλη. Έτσι, σημαντικές εξελίξεις και ιδέες αναπτύχθηκαν με τρόπο πρωτότυπο, συνδυάζοντας ποικίλα στοιχεία. Τέτοιος συνδυασμός αφορά και στο μήνυμα του Χριστιανικού Ευαγγελίου και της Εκκλησίας αφενός και τις νεότερες, διαφωτιστικές αντιλήψεις της ανοχής και του σεβασμού της προσωπικότητας του ατόμου αφετέρου. Είναι ενδιαφέρον ότι μακρά σειρά διδασκάλων, διανοουμένων και ανθρώπων με σημαντική θέση στον δημόσιο χώρο συνδύαζαν αυτά τα δύο, όντας πολλές φορές άνθρωποι της Εκκλησίας και ταυτόχρονα δάσκαλοι, φιλόσοφοι και συγγραφείς. Ξεχωρίζουμε, λοιπόν, στα Επτάνησα δύο πεδία: Από τη μια άνθρωποι της Εκκλησίας, που αναπτύσσουν τέτοιες ιδέες και από την άλλη άνθρωποι «κοσμικοί», δηλαδή πολιτικοί στοχαστές, προοδευτικοί, διανοούμενοι και λοιποί, οι οποίοι ενσωματώνουν και ιδέες της Εκκλησίας.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν άνθρωποι, που συνεργάζονται με την Εκκλησία ή ξεκινούν από έναν τρόπο σκέψης ριζωμένο στο Χριστιανικό Ευαγγέλιο και προσπαθούν να το μεταστοιχειώσουν με έναν τρόπο που να αποδέχεται το ολοένα και πιο ισχυρά εκφραζόμενο νεωτερικό ρεύμα. Τέτοιοι βρίσκονται πολλοί στα Ιόνια Νησιά, καθώς αυτά αποτελούν χώρο αναγκαστικής, αλλά και δημιουργικής συμβίωσης, με μία διαφορετική γλώσσα και χριστιανική ομολογία, δηλαδή αυτή των Ρωμαιοκαθολικών Βενετών. Η μετανάστευση πολλών Ρωμιών από την Κρήτη μετά την άλωσή της από τους Οθωμανούς κατά το 1669 συμπίπτει με μια περίοδο που αρχίζουν τα πρώτα σκιρτήματα του Διαφωτισμού στην Ευρώπη. Είναι, λοιπόν, πολλοί οι παράγοντες που εξηγούν γιατί εδώ, στα Ιόνια Νησιά, ξεχωρίζει η κουλτούρα της νεωτερικής επεξεργασίας παλαιών θεμάτων: Η ανάγκη για Παιδεία, που θα συμβάλει στην κατανόηση του κόσμου και άρα και των διαφορετικών πολιτισμών, η ανάγκη για ατομική ελευθερία και αργότερα και για κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότιμη σχέση των δύο φύλων κλπ.
Από το παλιό αυτό υπόστρωμα ξεχωρίζουμε ανθρώπους, που πίστεψαν στην ανόρθωση του ανθρώπου μέσα από την Παιδεία και αυτό, είτε με τη μετάφραση στην δημώδη αρχαίων ηθοπλαστικών κειμένων, σαν το «Περί παίδων Αγωγής» του Πλουτάρχου από τον Κερκυραίο λόγιο ιερέα Νικόλαο Σοφιανό (1500-1550), είτε με την δημιουργία τυπογραφείου για την διάδοση των βιβλίων, όπως με τον Κεφαλλονίτη Νικόδημο Μεταξά (1585-1646), ο οποίος έγινε και Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας ή με τον Κερκυραίο δικηγόρο Θωμά Φλαγγίνη, που ίδρυσε το περίφημο ελληνικό φροντιστήριο στη Βενετία για τη μόρφωση Ελληνοπαίδων. Στο τελευταίο αυτό φοίτησε ο Κεφαλλονίτης Βικέντιος Δαμοδός (1700-1752), προτού έρθει σε επαφή με την ηθική φιλοσοφία του Διαφωτισμού και την παντρέψει με το Χριστιανικό Ευαγγέλιο, στα μαθήματα της ιδιωτικής ανώτατης σχολής του στα Χαβριάτα. Όταν προχώρησε σε μία σύνθεση με ιδέες του Καρτέσιου και του Wollf, ασχολήθηκε και με την κοινωνική ηθική. Ανάμεσα σε άλλα δίδασκε ότι: «Η εξουσία του ανδρός εις τη γυναίκα δεν είναι δεσποτική, ήγουν δεν ημπορεί ο άνθρωπος (sic!) να κάνει ό,τι θέλει εις την γυναίκα, αλλά είναι πολιτική, ήγουν έχει εξουσία να κάμει ότι θέλει δικαίως και κατά κυβέρνησιν μόνον, καθώς των Πατριαρχών και Επισκόπων η εξουσία, είναι πολιτική. Δια τούτο αν ένας Επίσκοπος διατάξει ένα πράγμα άδικον του αντιστέκεται ο λαός»[1].
Δεν είναι περίεργο που θεωρείται πιθανόν ότι στη Σχολή αυτή μπορεί να φοίτησε και ο ίδιος ο Ευγένιος Βούλγαρις (1716-1806), ο πιο προβεβλημένος εκπρόσωπος του συνδυασμού ορθόδοξου θεολογικού λόγου και ιδεών του Διαφωτισμού. Είναι γνωστό ότι ο Βούλγαρις, όχι μόνο έφερε το έργο του Βολταίρου στον ελληνικό χώρο, μεταφράζοντας κομμάτια από έργα του, αλλά δημιούργησε και τον ελληνικό όρο, που θα απέδιδε το γαλλικό “tolerance” στα ελληνικά, δηλαδή την «ανεξιθρησκεία» με το γνωστό του έργο «Σχεδίασμα περί Ανεξιθρησκείας». Μολονότι πιστός στην ορθόδοξη παράδοση, όπως φαίνεται από την επιμέλεια σε εκδόσεις ασκητικών ή βυζαντινών εκκλησιαστικών συγγραφέων, εισήγαγε ταυτόχρονα στοιχεία νέας λογικής και πειραματικής φυσικής στην διδασκαλία του και στα διδακτικά εγχειρίδιά του.
Όλη αυτή η θεωρητική και πρακτική αναμέτρηση με τα ηθικά και επιστημολογικά ζητήματα του Διαφωτισμού έχουν, λοιπόν, βαθιές ρίζες στα Επτάνησα.
Σε μια άλλη κατηγορία, τελείως διαφορετική, αυτή των πολιτικών ακτιβιστών του 19ου αιώνα, που διαμόρφωσαν το πρώτο κόμμα αρχών στη νεότερη Ελλάδα, το κόμμα των Ριζοσπαστών, παρακολουθούμε μια άλλου είδους συνάντηση μεταξύ αρχών του Ευαγγελίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπως είναι γνωστό, ο αρχικός πυρήνας των Ριζοσπαστών δεν επεδίωκε απλά την ένωση των Επτανήσων με το νεοσύστατο κράτος της Ελλάδας. Να θυμίσουμε ότι από το 1815, λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Βούλγαρι, τέθηκε υπό την προστασία, διάβαζε κατοχή, της Αγγλίας. Οι Ριζοσπάστες ήθελαν αυτή την Ένωση μαζί με βαθιές δημοκρατικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος του λαού. Ο Ιερώνυμος Τυπάλδος Πρετεντέρης (1800-1874), που ήταν νεοϊακωβινιστής, ο Ιωσήφ Μομφερράτος (1816-1888), ο Φραγκίσκος Πυλαρινός (1882) σαινσιμονιστής, αλλά κυρίως ο Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος και ο Γεώργιος Τυπάλδος-Ιακωβάτος (1813-1882), θα διαπρέψουν στον αγώνα των Ριζοσπαστών με κέντρο κυρίως την Κεφαλονιά, αλλά και δυνάμεις στη Ζάκυνθο και την Ιθάκη, με διωγμούς και εξορίες, αλλά και στιγμές λαμπρής κοινοβουλευτικής παρουσίας στην Ιόνιο Βουλή.
Ποία σημασία έχουν για το θέμα μας; Η απάντηση είναι ότι στα γραπτά πολλών από αυτούς διαπιστώνουμε συνδυασμό των πιο προωθημένων αιτημάτων της Γαλλικής Επανάστασης (ελευθερίας – ισότητα – αδελφότητα) και των πρώιμων σοσιαλιστικών κινημάτων με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Έτσι, ενώ κυριαρχεί η εθνική ρητορική, από την άλλη αυτή συνδυάζεται πάντοτε με αιτήματα πολιτικά και κοινωνικά προοδευτικά για τις σχέσεις των ανθρώπων. Ο Ηλίας Ζερβός γράφει ότι «πάσα κοινωνία ανθρώπων, η οποία δεν έχει αρχήν και θεμέλιο την ισότητα, αλλά θεωρεί άλλους μεγαλύτερους και άλλους μικρότερους, άλλους δούλους και άλλους κυρίους, αύτη είναι εναντία της φύσεως και ακόμη αυτής της Θρησκείας, η οποία θέλει ως αδερφούς όλους τους ανθρώπους»[2]. Άλλα σημαντικά μέλη ήταν ο Ιωσήφ Μομφερράτος και ο βιογράφος και οπαδός του Παναγιώτης Πανάς. Στο εισαγωγικό της εφημερίδας της κίνησης Αναγέννησις, ο Μομφερράτος συμπυκνώνει τη συνάντηση αυτή διακηρύττοντας ότι αρχές της κίνησης είναι τα δύο δόγματα, της κυριαρχίας του λαού και το δόγμα της Ισότητας, Ελευθερίας και Αδελφότητος για το οποίο σημειώνει ότι «μεταφερθέν από τον χριστιανικόν εις τον πολιτικόν κόσμον, δια των ενδόξων του γαλλικού λαού επαναστάσεων, συνιστά την βάσιν του νεωτέρου διοργανισμού των κοινωνιών και προαναγγέλεται ευτυχώς εις το μέλλον πολιτικόν θρήσκευμα πάσης της ανθρωπότητος»[3]. Ο ίδιος ο Πανάς σημειώνει αλλού το 1857 «ημείς καθό δημοκράται…, προνοούντες, ότι Βασιλεύς και Λαός, είναι πράγματα ασυμβίβαστα, περιμένομεν με καρδίας πάλλουσαν την μεγάλην εκείνην ημέραν, καθ’ ην οι λαοί, εγκαταλείποντες την παρούσαν φαινομενικήν απραξίαν των, θέλει ανυψώσωσι την σημαίαν της παγκοσμίου δημοκρατίας, ενότητος και αδελφότητος, συμφώνως με την ιεράν του Χριστού διδασκαλίαν»[4].
Ο πιο εκρηκτικός και ενδιαφέρων Ριζοσπάστης Γεώργιος Τυπάλδος-Ιακωβάτος, στηρίζεται στην Ορθόδοξη Παράδοση και τον Ελληνισμό ως οικουμενική ιδέα και την ίδια στιγμή μάχεται για την κατάργηση της διάκρισης σε κύριους και «σέμπρους» στα Επτάνησα και για ατομική ελευθερία και ισονομία, καθώς στα 1850 πρότεινε να εισαχθεί Νόμος «ελευθερώνων την ιδιοκτησία των σέμπρων» και επιβάλλοντας «προσωπική των πολιτών ελευθερία» και ισότητα[5]. Υπερασπίζεται το δικαίωμα της διαφορετικότητας και στους πολιτικούς του αντιπάλους: «Εγώ αιτησάμενος να εξακολουθήσει τον λόγον ο κ. Λομβάρδος δεν ηθέλησα άλλο παρά να υποστηρίξω την ελευθερίας του λόγου, αλουχί και το περιεχόμενον» διαβάζουμε στα Πρακτικά μιας συνεδρίασης του 1864[6]. Σε μια εποχή πολιτειοκρατίας, μάχεται για την απόλυτη ελευθερία κάθε θρησκείας από κρατική επιβολή: Η πρώτη ορθόδοξος και η πλέον φιλόθρησκος ιδέα είναι εκείνη, η οποία υποστηρίζει και την ελευθερία της συνειδήσεως και την ελευθερία της λατρείας, δηλώνοντας ότι θα ήθελε «το περί θρησκείας θέμα να μην τίθεται καν εις τα συντάγματα»[7], είναι εναντίον του θρησκευτικού όρκου για λόγους συνειδήσεως και μάλιστα θεωρεί θέμα ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως την άρνηση θρησκευτικού όρκου, στην οποία προχωρεί κατά την ορκωμοσία του στη Βουλή του 1869[8], τάσσεται υπέρ της άρσης περιορισμών στις μετακινήσεις και στα ταξίδια και είναι (παρ’ όλη την εθνοκεντρική ιδεολογία του) φανατικά αντίθετος στον πόλεμο και ειδικά της Ελλάδας με την Τουρκία, όπως χαρακτηριστικά τόνισε σε συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, στις 15 Δεκεμβρίου 1879: «άμα επάτησα εις τη Βουλήν από τα ’64 … παρετήρησα, ότι εδώ δύο στοιχεία έπρεπε να υπάρχουν, ή του πολέμου ή της ειρήνης. Κατά δυστυχίαν υπερίσχυσε πάντοτε το πνεύμα του πολέμου και δια τούτο πάντοτε στενοχωρίαι, πάντοτε θλίψις, πάντοτε δυστυχίαι και δυσπραγίαι εις βάρος της Ελλάδος». Και η Ελλάδα, τονίζει «το μικρότερον βασίλειον του κόσμου», τελεί «εις παντοτινόν αιώνιον πόλεμον εναντίον όλου του κόσμου»[9]. Βέβαια, ήταν και ενάντιος στο θεσμό της βασιλείας. Όλα αυτά τα στηρίζει σε μια στέρεη επεξεργασία αρχών και δογμάτων της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Εν τη Εκκλησία ημών … υπάρχει Πολιτεία αδερφική και ουδείς γίνεται θύμα του άλλου, ουδ’ αρχιερεύς του λαϊκού, ουδ’ ο λαϊκός του αρχιερέως»[10]. Πολλές φορές καταγγέλλει την επέμβαση των ξένων στα πολιτικά πράγματα της Ιονίου Πολιτείας ή του ελλαδικού κράτους, αλλά αυτή η καταγγελία είναι αντιιμπεριαλιστική και εθνικοαπελευθερωτική στη λογική της και όχι ξενοφοβική.  Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι, ενώ μαζί με τους Προτεστάντες καταγγέλλονται από τον Τυπάλδο-Ιακωβάτο και οι Εβραίοι ως δυνάστες στο νεοσύστατο ελλαδικό κράτος, από την άλλη, οι σχέσεις των Ριζοσπαστών με τους πραγματικούς Εβραίους στα Επτάνησα ήταν πολύ καλές[11].
Μιλώντας για τους Εβραίους θα άξιζε να αφιερώσει κανείς μια ολόκληρη εισήγηση στη θέση των Εβραίων και στη σχέση τους με τους Ορθόδοξους στα Επτάνησα, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγω χρόνου. Οι Εβραίοι κατέφυγαν στα Επτάνησα, ως επακόλουθο της βενετικής πολιτικής  από το 16ο αιώνα. Βεβαίως, δεν πρέπει να έχει κανείς αυταπάτες ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων υπήρξαν πολλές φορές δύσκολες με ξεσπάσματα αντισημιτισμού, χαρακτηριστικό στιγμιότυπο των οποίων ήταν η γνωστή και διαβόητη «συκοφαντία του αίματος», που οδήγησε σε βιαιότητες κατά των Εβραίων σε Κέρκυρα και Ζάκυνθο το 1891[12]. Όμως, είναι εξίσου ενδιαφέρον ότι, πέρα από τις αντιμαχόμενες πολιτικές φατρίες της εποχής (Δεληγιαννικών και Τρικουπικών), που προσπάθησαν να δημοκοπήσουν και να έχουν πολιτικά οφέλη από τα επεισόδια, υπήρξαν και πνευματικοί άνθρωποι, που πήραν σαφώς αποστάσεις από τα γεγονότα. Σε θεατρικά του έργα (Ραχήλ) ο Γρηγόριος Ξενόπουλος αφήνει να διαφανεί αυτή η διαίρεση, ενώ από εκκλησιαστική πλευρά μαρτυρείται η γενικότερη διαλλακτική στάση ανοχής και σεβασμού προς τους Εβραίους του λογίου προκατόχου μας στο θρόνο της Ζακύνθου Διονυσίου Β΄ του Λάτα (1835-1894).
Η παράδοση αυτή, στην τοπική Εκκλησία της Ζακύνθου, συνεχίσθηκε και αργότερα και εξηγεί την στάση του άλλου σημαντικού αοιδίμου προκατόχου μας Χρυσοστόμου Α΄ του Δημητρίου (1889-1958), την εποχή της Κατοχής, ο οποίος, μαζί με τον Δήμαρχο Λουκά Καρρέρ, έκαναν σαφέστατη την αλληλεγγύη τους με τους περίπου τριακόσιους εντόπιους Εβραίους, απέναντι στον Γερμανό Φρούραρχο. Όπως είναι γνωστό, όταν εκείνος ζήτησε κατάλογο με τα ονόματά τους, για να ετοιμάσει την μεταγωγή τους προς τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και θανάτου, εκείνοι τού παρέδωσαν κατάλογο με δύο μόνον ονόματα, δηλαδή τα δικά τους: «Ο Ζακύνθου Χρυσόστομος» και «Λουκάς Καρρέρ»!!! Η σθεναρή στάση τους υπήρξε αναμφίβολα ο σημαντικότερος παράγοντας της σωτηρίας τους.
Περνώντας στον 20ό αιώνα, τα ζητήματα εθνικής ολοκλήρωσης υποχωρούν, αλλά αναδεικνύονται τα κοινωνικά αιτήματα στην άρθρωση του πρώιμου σοσιαλιστικού κινήματος. Εκεί και πάλι οι ιδέες των Ριζοσπαστών για ισότητα και αδελφότητα μετεξελίσσονται σε αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη. Και πάλι γίνεται μια γόνιμη συνάντηση με αντίστοιχες έννοιες του Χριστιανικού Ευαγγελίου, που φαίνεται στα γραπτά και την δράση του Κεφαλλονίτη Μαρίνου Αντύπα (1872-1907). Ο Αντύπας διακήρυττε ότι επεδίωκε την παγκόσμια ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα παραπέμποντας ρητά στην διδασκαλία του Ιησού «ουκ ένι ιουδαίος ουδέ Έλλην, δούλος ή ελεύθερος» (πρβλ. Γαλ. 3, 28)[13]. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Κεφαλονιά τον ακολούθησαν και κληρικοί, όπως ο Μοναχός Χρύσανθος Καγκελάρης (1872-1941) και ο Διάκονος Ιωάννης Κονιδάρης (1878-1918), ενώ περιστασιακά τον υποστήριζε και ο Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας Γεράσιμος Δώριζας (1851-1901)[14]. Μετά την δολοφονία του, στη Θεσσαλία το 1907, εμφανίστηκε άρθρο του συνεργάτη του Νικολάου Μαζαράκη για τη συμβατότητα που υπάρχει μεταξύ Χριστιανισμού και Σοσιαλισμού στην εφημερίδα Ο Εργάτης στο Σοσιαλιστικό κέντρο Κέρκυρας[15].
Όλα τα παραπάνω, φρονώ ότι υπήρξαν ικανά παραδείγματα, για να φανεί σαφώς η σημασία των Επτανήσων για τη συνάντηση σημαντικών πνευματικών ρευμάτων, μαζί με τον λόγο του Χριστιανικού Ευαγγελίου, που πέτυχαν να δημιουργήσουν ένα πνευματικό υπόβαθρο σεβασμού στο διαφορετικό, ελευθερίας ιδεών και κριτικής προσέγγισης των κοινωνικών προβλημάτων επ’ ωφελεία, τελικά, της κοινωνίας.
Εύχομαι το Συνέδριο να εμβαθύνει περαιτέρω στην παράδοση αυτή. Σας ευχαριστώ!


[1] Κ.Θ. Δημαρά, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, 1975, σ. 108 εξ.
[2] Ηλ. Ζερβού, Ο Φιλελεύθερος ή Διδασκαλία περί καλής ή κακής χρήσεως της ελευθεροτυπίας εις την Επτάνησον, Κέρκυρα 1849, σ. 12 στο: Γ. Μεταλληνού, «Η ριζοσπαστική ιδεολογία κριτήριο σημερινών εθνικών προσανατολισμών», στο Συμπόσιον Πνευματικόν επί χρυσώ Ιωβηλαίω Ιερωσύνης του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου, Αθήνα 1989, σ.443.
[3] Π. Πανά, Βιογραφία Ιωσήφ Μομφερράτου, Αθήναι, 1888, σ. 42.
[4] Π. Πανά, Λυρικών Ποιήσεων, Φυλλάδιον Β΄, Κεφαλληνία 1857, σ. 39 στο Μεταλληνού, ό.π. σ. 443.
[5] Γ. Μεταλληνού, Πολιτική και Ιδεολογία, Κατερίνη, σ. 147.
[6] ό.π. σ. 146.
[7] ό.π. σ. 142.
[8] ό.π. σ. 143.
[9] ό.π. σ. 193.
[10] ό.π. σ. 151.
[11] ό.π. σ. 215 εξ. Με αναφορά στην εφημερίδα Αλήθεια.
[12] Πρόκειται για την ανεξιχνίαστη δολοφονία της οκτάχρονης Εβραιοπούλας Ρουμπίνης Β. Σάρδη, της οποίας το πτώμα, μεταφερόμενο από τρεις Εβραίους που το βρήκαν, έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για δολοφονημένη Χριστιανή με σκοπό ανθρωποθυσία. Βλ. Ευτυχίας Δ. Λιάτα, Η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος στον κυκλώνα του αντισημιτισμού, Αθήνα, 2006.
[13] Εφ. Ανάστασις, 12 (1905) 1-2, βλ. στο Σ. Δ. Λουκάτος, Μαρίνος, Σπ. Αντύπας Η ζωή – Η εποχή – Η ιδεολογία – Η δράση και η δολοφονία του, Αθήνα 1980, σ. 123.
[14] Π. Πετράτος, «Η πορεία και η δράση του καλόγερου Χρύσανθου Καγκελάρη και του διάκου Ιωάννη Κονιδάρη, συνεργατών και οπαδών του Μαρίνου Αντύπα», στο Π. Πετράτος (επιμ.) Επιστημονικό Συνέδριο Μαρίνος Αντύπας (1872-1907), Αγία Ευφημία 16-19 Μαρτίου 2006, Πρακτικά τ. Α΄, σσ. 379-444.
[15] «Χριστιανισμός και Σοσιαλισμός», Ο Εργάτης 3-6-1912, σ. 1-2.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Τα Περιφερειακά Μουσεία των Λογοτεχνών μπροστά στην πρόκληση της νέας εποχής της παγκοσμιοποίησης. Η περίπτωση του Μουσείου Σολωμού: ιδέες, δράσεις και εφαρμογή

Της Κατερίνας Δεμέτη
Αρχαιολόγου-Διευθύντριας στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων


Κύριε Δήμαρχε, Κυρία Πρόεδρε του Συλλόγου Μουσειοπαιδαγωγών Ελλάδας, Κυρίες και Κύριοι,

Σαν εκπρόσωπος του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση που μας κάνατε, να παρευρεθούμε στην ημερίδα με θέμα: «Μουσεία Λογοτεχνών: Συνάντηση στο Σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο».


Όπως είναι γνωστό τα Μουσεία: Αρχαιολογικά, Βυζαντινά, Λαογραφικά, Εθνολογικά, Μουσεία Φυσικής Ιστορίας, Μουσεία Καλών Τεχνών, Ιστορικά, Υπαίθρια, Οικολογικά και Οικομουσεία, Μουσεία-κήποι και φυσικά πάρκα, Μουσεία Οπτικοακουστικών Μέσων, ιδιωτικά και κρατικά, μεγάλα και περιφερειακά, στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, σαν ζωντανοί οργανισμοί που είναι, δεν αντιμετωπίζουν όλα τα ίδια προβλήματα…

Καλούνται όμως σαν ζωντανοί οργανισμοί, να δραστηριοποιηθούν μέσα στις ίδιες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και να δοκιμαστούν κάτω από τα ίδια μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Στις μέρες μας, για παράδειγμα, μέσα στη σκόνη που σηκώνει η παγκοσμιοποίηση, ανεβαίνει το ενδιαφέρον για το παρελθόν και μεγαλώνει η ανάγκη για συγκριτική μελέτη της ιστορίας, ευθύνη που τα ιστορικά μουσεία καλούνται να επωμιστούν εξ’ ολοκλήρου.

Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα: κατά πόσο σαν μεμονωμένοι πολιτιστικοί φορείς είμαστε σε θέση να φέρουμε εις πέρας με επιτυχία, την πρόκληση της νέας εποχής και με ποιο τρόπο το καθένα μας.

Η πρωτοβουλία σας για τη διοργάνωση της ημερίδας αυτής, αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, ένα πρώτο βήμα για τη θετική προσέγγιση των προβλημάτων και απαρχή για την επίλυσή τους, αφού στοχεύει κατ’ αρχήν στη γνωριμία μας, αλλά κυρίως στην ανταλλαγή εμπειριών και δράσεων.

Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε, ότι ο βασικός προβληματισμός που διέπει την ημερίδα αυτή, είναι σε άμεση συνάρτηση με την αλλαγή του ρόλου του Μουσείου μέσα στην κοινωνία και του τρόπου που το κάθε Μουσείο φροντίζει να διαπραγματευτεί το ρόλο αυτό. Τα πρώτα Μουσεία, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 16οαι, με το τέλος του Μεσαίωνα και την αρχή της Αναγέννησης και βασίστηκαν ως προς το περιεχόμενο στις ιδιωτικές συλλογές πριγκιπικών οικογενειών, που αποτέλεσαν τη βάση των σημερινών μεγάλων μουσείων [1]. Στα τέλη του 18ου αι. εμφανίζεται στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, το Μουσείο ως κτιριακός τύπος. Τα πρώτα κτίρια μουσείων στέγασαν ως επί το πλείστον αυτές τις ιδιωτικές συλλογές των ευγενών ή του κλήρου με τις ρωμαϊκές και τις αρχαιοελληνικές συλλογές, σαν αποτέλεσμα της αρχαιοφιλίας που γεννήθηκε γύρω στα μέσα του 18ου αι. [2]

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Το Σύγχρονο Μουσείο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την κοινωνία και συμμετέχει στην επίτευξη των στόχων της. Σύμφωνα άλλωστε, με το άρθρο 3 του Καταστατικού του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM): «Μουσείο είναι ένα ίδρυμα μόνιμο, μη κερδοσκοπικό, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της εξέλιξής της. Είναι ανοικτό στο Κοινό, για να δει και να καταλάβει την ιστορία του, με τη βοήθεια των αντικειμένων (υλικός πολιτισμός), που δημιούργησαν οι κοντινοί και μακρινοί πρόγονοί του. Κάνει έρευνες σχετικές με τα υλικά τεκμήρια του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, τα συλλέγει, τα διαφυλάττει, τα συντηρεί, τα κοινοποιεί και ιδίως τα εκθέτει για μελέτη, παιδεία και ψυχαγωγία» [3].

Ο φετινός εορτασμός, εξάλλου, της Παγκόσμιας Ημέρας των Μουσείων, στις 18 Μαΐου, που είχε θέμα: «Μουσεία και Μνήμη», προκύπτει σα φυσική συνέπεια του ορισμού που αναφέραμε παραπάνω. Το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, συμμετείχε στον εορτασμό αυτό με μία έκθεση βιβλίων για το λαϊκό πολιτισμό από τη Βιβλιοθήκη του και ζακυνθινών ενδυμασιών και έργων κεντητικής από τις συλλογές του, τα οποία φυλάσσονταν στις αποθήκες του.

Η 18η Μαΐου έγινε λοιπόν η αφορμή για να παρουσιαστεί σε μία περιοδική έκθεση ένα υλικό, που δεν ήταν εκτεθειμένο στο κοινό, έγινε όμως η ευκαιρία για να γνωρίσουμε από μία άλλη οπτική την ιστορία της Ζακύνθου, αφού όπως είναι γνωστό η ενδυμασία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της αισθητικής αντίληψης των ανθρώπων, της πολιτιστικής τους ταυτότητας και της εξέλιξής τους στη μακραίωνη ιστορία.

Η νέα παγκοσμιοποιημένη εποχή ωστόσο, μας βάζει μπροστά από έναν άλλου είδους προβληματισμό, καθώς σαν φορείς πολιτισμού, δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνο το κοινό της ιδιαίτερης πατρίδας μας, αλλά και ένα πολύ ευρύτερο κοινό, με μόνη πρόγευση τη μικρότερη ή μεγαλύτερη εμπειρία του καθενός μας από την πλοήγησή του στο διαδίκτυο. Είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο και πώς θα μπορούσαμε να γίνουμε;

Οι απαισιόδοξοι θα βιαστούν ν’ απαντήσουν αρνητικά, ενώ οι υπεραισιόδοξοι θα πουν ότι θα τα καταφέρουμε, γιατί «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Η δική μας γνώμη βρίσκεται κάπου στη μέση, και βιάζομαι να εξηγήσω: θα τα καταφέρουμε, εάν μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το βασικό ρόλο που το Σύγχρονο Μουσείο καλείται στις μέρες μας να παίξει, δηλαδή εάν πεισθούμε να γίνουμε απαιτητικό Μουσείο.

Τι εννοούμε όμως όταν λέμε απαιτητικό Μουσείο; Εννοούμε μόνο ότι ζητάμε χρήματα από το Υπουργείο για τις ανάγκες μας; Ή κάτι περισσότερο; Έχουμε τη γνώμη ότι, ένα Σύγχρονο Μουσείο είναι τέτοιο, όταν είναι απαιτητικό σε οργάνωση, απαιτητικό σε εργασία, απαιτητικό σε στελέχωση και κυρίως απαιτητικό σε στόχους. Ας πάρουμε για παράδειγμα το ανακαινισμένο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, αφού σας γνωρίσω πρώτα λίγα στοιχεία για το ιστορικό και το περιεχόμενο των συλλογών του.

Χτίστηκε μετά τους σεισμούς του 1953, στην ιστορική πλατεία του Αγίου Μάρκου, σε οικόπεδο που δώρισε το εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού, Άγιος Νικόλαος των Ξένων της Ζακύνθου, στη θέση που βρισκόταν ο ναός του Παντοκράτορα, και το οποίο οικοδομήθηκε με οικονομική αρωγή του Κράτους, διαφόρων φορέων και πολλών ιδιωτών. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα πρώτα χρήματα για την κατασκευή του, μαζεύτηκαν με έρανο στα σχολεία του ελληνικού κράτους. Η πρώτη σκέψη δημιουργίας Μουσείου Σολωμού καταγράφεται το 1903, όταν δωρίθηκαν τα χειρόγραφα του εθνικού ποιητή, για την ίδρυση σχετικού Μουσείου, με την ευκαιρία του εορτασμού της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του. Αποτελεί φιλολογικό-κοινωνικό σωματείο, που ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1959, και από τις 24 Αυγούστου 1966, θέτει σε λειτουργία το Μουσείο. Το Σωματείο διοικείται από εξαμελές συμβούλιο. Σταθμός για την ιστορία του, υπήρξε η ίδρυση του Σωματείου των «Φίλων του», το 1987, με έδρα την Αθήνα. Το 1978 η Ακαδημία Αθηνών τίμησε με Βραβείο το Μουσείο για τη δράση του.

Στο ισόγειο στεγάζεται το Μαυσωλείο, το οποίο από τις 17 Ιανουαρίου 1968, φιλοξενεί τα οστά των δύο εθνικών ποιητών Διονυσίου Σολωμού και Ανδρέα Κάλβου, και της συζύγου του δευτέρου. Ο όροφος του κτιρίου περιλαμβάνει τις αίθουσες Διονυσίου Σολωμού, Διονυσίου Ρώμα, Νικολάου και Θάλειας Κολυβά και την Πτέρυγα Επιφανών Ζακυνθίων στην οποία περιλαμβάνεται μετά από την επέκταση, η Αίθουσα Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή. Η Πτέρυγα Επιφανών Ζακυνθίων συνεχίζεται και στο νέο τμήμα του ισογείου, ενώ στο δεύτερο όροφο λειτουργεί η Αίθουσα Σταύρου Σ. Νιάρχου με τη Βιβλιοθήκη και το Τμήμα Τεκμηρίωσης του Μουσείου.

Στις αίθουσες αυτές, εκτίθενται φορητές εικόνες κρητικής και κρητικοεπτανησιακής σχολής 17ου–18ου αι., προσωπογραφίες επιφανών Ζακυνθίων 17ου-20ου αι., μπρούτζινες προτομές Ζακυνθίων ιεραρχών και ανθρώπων του πνεύματος, έπιπλα εποχής προερχόμενα από ζακυνθινά αρχοντικά, μουσικά όργανα, έργα πλαστικής-κεραμικής, αντικείμενα ξυλοτεχνίας-ξυλογλυπτικής, έργα μεταλλουργίας, νομίσματα, εκμαγεία νομισμάτων, κεντήματα, πλεκτά, κοσμήματα, γκραβούρες, μελανογραφίες, φωτογραφίες και οικόσημα. Από το πλούσιο αρχειακό υλικό του ξεχωρίζουν τα χειρόγραφα του Διονυσίου Σολωμού, του Νικολάου Μάντζαρου, του Ερμάνου Λούντζη, του Αντωνίου Μάτεση, του Ιωάννη Τσακασιάνου, του Διονυσίου Ρώμα, του Παύλου Καρρέρη και του Γρηγορίου Ξενόπουλου.

Για να μην κουράσουμε το εκλεκτό ακροατήριο θα περιοριστούμε στις πολιτιστικές πρωτοβουλίες που το Μουσείο μας έλαβε το έτος 2010, ένα έτος κατά το οποίο η δυσμενής οικονομική συγκυρία, περιόρισε κατά πολύ τις δραστηριότητές μας και δημιούργησε μεγάλη ανασφάλεια για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών του. Σ’ αυτό συντέλεσε κυρίως η πολύ αργοπορημένη και περικομμένη, κατά το 1/3 του αιτηθέντος ποσού, ετήσια επιχορήγηση από το Υπουργείο, γεγονός που απαγόρευσε τον προγραμματισμό αρκετών δράσεων, κατά τις οποίες θα διευρύναμε το πολιτιστικό και κυρίως το εκπαιδευτικό μας έργο.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις κάτωθι:
Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010: Εκπαιδευτική ξενάγηση στη Λέσχη Ανάγνωσης Ζακύνθου, με θέμα τη «Γυναίκα τση Ζάκυνθος» του Δ. Σολωμού. Παρουσίαση ψηφιοποιημένου χειρογράφου και εντοπισμός των σχετικών εκδόσεων στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου.
Κυριακή 25 Απριλίου 2010: Συνδιοργάνωση με το Σωματείο «Giostra di Zante», Ημερίδας με θέμα: «Η Γκιόστρα στη Ζάκυνθο», ως συμμετοχή του Μουσείου στο τριήμερο εκδηλώσεων «Η Γκιόστρα τ’ Άι-Γιωργιού», του Σωματείου Giostra di Zante.
Τρίτη 18 Μαΐου: Συμμετοχή του Μουσείου στη Διεθνή Ημέρα Μουσείων 2010, που είχε θέμα: «Μουσεία για την αρμονική συνύπαρξη».
Παρασκευή 13 Αυγούστου: Συνδιοργάνωση με το Σωματείο «Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων» της παρουσίασης του βιβλίου του Νίκια Λούντζη στο λόφο του Στράνη: «Η Ζάκυνθος μετά μουσικής…Ζακυνθινοί Μουσουργοί, Μουσικοί και Μουσικολόγοι-Επτανησιακή Σχολή, τόμος Γ΄, Αθήνα 2010».
24 έως 26 Σεπτεμβρίου: Συμμετοχή του Μουσείου στις Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2010. Κατά το τριήμερο από 24 έως 26 Σεπτεμβρίου λειτούργησε στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου έκθεση εκδόσεων για το Διονύση Ρώμα, δευτέρου κατά σειρά Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου (1961-1981) και έγινε εκπαιδευτική παρουσίαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή των χειρογράφων του, που φυλάσσονται στο αρχείο του Μουσείου και των προσωπικών του αντικειμένων, ως συμβολή στα 30 χρόνια από το θάνατό του (1906-1981), που συμπληρώνονται το 2011. Επίσης το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου διοργανώθηκε διάλεξη στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζακυνθίων. Κεντρικός ομιλητής ο κ. Διονύσης Σέρρας, ο οποίος μίλησε με θέμα: «Η Μαγεία στο έργο του Διονύση Ρώμα». Επίσης έγινε προβολή με θέμα: «Παρουσίαση ψηφιοποιημένων χειρογράφων Διονυσίου Ρώμα από τη συλλογή του Μουσείου Σολωμού».
7 έως 10 Οκτωβρίου: Συμμετοχή του Μουσείου σε Πανελλήνια Εκστρατεία του ΥΠ.ΠΟ.Τ.- Δ/νση Μουσείων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων με θέμα «Περιβάλλον και Πολιτισμός 2010: Φωνές Νερού μυριάδες» σε συνεργασία με την Α΄/θμια και Β΄/θμια Εκπ/ση Ζακύνθου, με εκπαιδευτικό πρόγραμμα μέσα στο Μουσείο με θέμα: «Το Νερό μέσα στην ποίηση του Διονυσίου Σολωμού». Το Μουσείο μπήκε στην αφίσα του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος απέστειλε φωτογραφικό υλικό και τα έργα που φιλοτεχνήθηκαν από τους μικρούς μαθητές, αναρτήθηκαν στην επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠ.ΠΟ.Τ (www.yppo.gr).
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου: Τελετή Αδελφοποίησης Μουσείων Σολωμού Ζακύνθου- Κερκύρας με την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζακυνθίων. Κεντρικός ομιλητής ο κ. Νίκιας Λούντζης, Πρόεδρος του Σωματείου «Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων», ο οποίος μίλησε με θέμα: «Ο Σολωμός και το χρέος των Επτανήσων».

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη παρουσίαση του προφίλ του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι, οι δράσεις αυτές γίνονται μέσα από το καθημερινό άγχος για την οικονομική του επιβίωση. Γι’ αυτό θα πρέπει να υποστηριχτεί οικονομικά για να μπορέσει να συνεχίσει να δραστηριοποιείται. Σημαντικό για το Μουσείο είναι η εξασφάλιση τακτικής επιχορήγησης από το ΥΠ.ΠΟ., που θα καλύπτει μέρος έστω των λειτουργικών του δαπανών.

Ιδέες υπάρχουν πολλές, όπως επίσης και όρεξη για την πραγμάτωσή τους. Χωρίς όμως ενίσχυση, πολλές απ’ αυτές κινδυνεύουν να μείνουν μόνο στα χαρτιά. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αξιόλογη πρωτοβουλία του Συλλόγου Μουσειοπαιδαγωγών Ελλάδας και του Δήμου Σκιάθου, επιβεβαιώνει την προσπάθεια για εκπλήρωση των στόχων του απαιτητικού Μουσείου. Γι’ αυτό είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον.

Προτείνουμε ωστόσο και κάποιες πιο εξειδικευμένες δράσεις:
1. Τη δημιουργία Δικτύου Μουσείων, που με κοινές σελίδες στο Διαδίκτυο (Internet) θα διαφημίζεται το περιεχόμενο του κάθε Μουσείου
2. Την πραγματοποίηση μιας περιοδικής έκθεσης με υλικό από τα Μουσεία του Δικτύου, που θα περιηγηθεί όλη την Ελλάδα. Το κάθε Μουσείο θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει μια ξεχωριστή ενότητα, αφού τα περισσότερα έχουν διαφορετικό υλικό. Η σύνδεσή τους θα οδηγήσει ενδεχομένως στο «ιδανικό Μουσείο» για την Ελληνική Λογοτεχνία, Ιστορία και Τέχνη, το οποίο θα προβάλει με τον καλύτερο τρόπο τον πολιτισμό μας με την μορφή της ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας στον υπόλοιπο κόσμο.
3. Την δημιουργία ηλεκτρονικής (CD-ROM) και έντυπης (οδηγού) έκδοσης, στην οποία θα παρουσιάζει το υλικό αυτό.

Κυρίες και Κύριοι,
Η συναίσθηση ότι ανήκουμε όλοι σε μια κοινότητα θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε τις αδυναμίες μας και να προσπαθήσουμε να τις ξεπεράσουμε. Πρέπει κατ’ αρχήν να παραδεχτούμε την υποκειμενικότητά μας. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός τείνει να γίνει παγκόσμιος και οι εθνικές ή τοπικές διαφορές αμβλύνονται, τα μουσεία, τα ελληνικά μουσεία, αποτελούν τις απαραίτητες δεξαμενές, απ’ όπου μπορεί να αντληθεί η αναγκαία για την εξέλιξη της ζωής και των κοινωνιών ποικιλομορφία. Ας ενισχύουμε και ας επισκεπτόμαστε τα Μουσεία μας. Μπορούμε να διδαχτούμε πολλά…

Σας ευχαριστώ.

----------------------

1. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 16: Αύγουστος 1995. Αφιέρωμα «Παιδί και Μουσείο»:σ.8-11: Αντρέα Ιωαννίδη: «Μουσείο Μοντέρνο ή και Δημοκρατικό»:
2. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 16: Αύγουστος 1995. Αφιέρωμα «Παιδί και Μουσείο σ.72-77: Ελευθέριος Οικονόμου:«Το Μουσείο στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής».
3. Άρθρο 3 του Καταστατικού του ICOM.
Related Posts with Thumbnails