© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόστολος Θηβαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόστολος Θηβαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Απόστολου Θηβαίου: Η ΩΡΑΙΑ ΑΝΔΡΙΑΝΝΗ


Η ωραία Ανδριαννή γεννήθηκε στις 14 του Μάρτη, λίγο μετά τον πόλεμο. Ολόκληρη τη ζωή της την ξόδεψε στις δυτικές συνοικίες. Περνούσε το πρωί το ποτάμι και γερνούσε στα εργοστάσια του νήματος, μαζί με τόσους και τόσους εργάτες απ' την Αρκαδία, τα Ιωάννινα, την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια. Μετά γέννησε τα κορίτσια της, έπαψε να δουλεύει. Τ' απογεύματα σύχναζε στις εκκλησιές, προσέφερε που λένε έργο κοινωνικό. Τους νοιαζόταν τους φτωχούς και τους απόκληρους και αφοσιωνόταν στην παρηγοριά τους. Έπειτα ήρθαν δύσκολα χρόνια, δικτατορίες, σκληρές μέρες. Έβγαινε με τα κορίτσια της στο πεζοδρόμιο, μετρούσε τις ώρες για να 'ρθει ο άντρας της από τις πιο απόμακρες περιοχές. Έφευγε αξημέρωτα με τα λεωφορεία της γραμμής, έχτιζε σπίτια, στέριωνε ζωές πάνω στα παλιά νερά. 

Ύστερα ήρθε ο καιρός και η μεγάλη βρήκε τον άντρα της ζωής της και παντρεύτηκε. Έφτιαξε το σπίτι της κοντά στη γειτονιά της μάνας της. Έκανε και δυο μωρά και η ωραία Ανδριαννή γίνηκε πια και επίσημα γιαγιά. Τόσο πολύ εχάρηκε αυτόν το ρόλο της που δεν έπαψε να συνδράμει στις ανάγκες του κοριτσιού της. Ο άντρας της συνέχισε  να δουλεύει στις οικοδομές. Είχε τώρα δικό του συνεργείο και οι δουλειές του δεν ήταν πια μακρινές. Τα μεσημέρια επέστρεφε όπως όλοι οι εργαζόμενοι και περνούσε το μεσημέρι του στο μικρό μπαλκόνι εκείνου του δρόμου με τ΄όνομα των μεγάλων, πολεμικών αγώνων.

Ένα πρωί η ωραία Ανδριαννή έπεσε και πέθανε μες στο σπίτι της. Ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους έφυγε η ωραία Ανδριαννή. Την θάψαν στο παρακείμενο κοιμητήριο και φρόντισαν να 'χει μια γωνιά προσεγμένη στο μικρό δωμάτιο με τα εγκιβωτισμένα οστά. 

Τέτοιες μέρες πριν την Πασχαλιά πάντα τη θυμούνται την ωραία Ανδριαννή. Και η εγγόνή της, ένα όμορφο, δεκατετράχρονο κορίτσι κουβαλά τ' όνομα και την ομορφιά της στις οδούς των ηρώων των τραγικών, αρχαίων ποιημάτων. Στην οδό Ιφιγενείας ανθίζει η ωραία Ανδριαννή μες στις τρικυμίες που φέρνει ο καιρός. Ωραία, παλαιά Ανδριαννή των μεσημβρινών χωρών που γνωρίζεις την ηλικία των σεισμών και τους μυστικούς, τους τόπους της αναψυχής.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Απόστολου Θηβαίου: ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ (ποίημα)

[Ζωγραφική Δημήτρη Ταλαγάνη]

Εκείνος που γιόρταζε έφυγε τελευταίος. Ήταν χάραμα και το μαγαζί επρόκειτο να κλείσει. Πέρα απ’ τους φάρους ερχόταν η μέρα. Μ’ έναν ελαφρύ άνεμο, σαν κάποιος να στέκει πλάι σου τις μικρές, εκείνες ώρες. Ωραίοι, χορευτικοί λαμπτήρες πάνω απ’ τα νερά.

Μετά δεν του ‘κανε καρδιά να χαθεί. Πλησίασε την ακτή και έφτασε ως τον όρμο. Αυτοί στο μαγαζί τον κοίταζαν συντριμμένο ν’ απομακρύνεται προς την Κόρινθο. Τέτοια ώρα γυρνούν τ’ άρρωστα κορίτσια με χαλασμένο μακιγιάζ, τσίγγινα μάτια, εξαθλιωμένα. Τότε λοιπόν μες στις πεταλούδες  και τους καθρέφτες αναδύθηκε η παλιά μας πόλη. Με τους κίονες, τους φίλους, τους τρόμους και τις φαντασίες που μας έμελλαν. Μια πόλη μες στις γιορτές, στην ακμή της, μ’ ένα πλήθος σπασμένες καρδιές.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Απόστολου Θηβαίου: ΗΣΥΧΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ποίημα)



Την ώρα εκείνη έκανε ησυχία σ΄ όλο τον κόσμο. Στα καφενεία σβήσανε τους φωτισμούς και όλες οι γυναίκες στάθηκαν στις αυλόπορτες. Ήταν κουρασμένες, μ΄ αγωνία κοιτούσαν το τοπίο. Έψαχναν η μια την άλλη και εμπρός τους ο μεγάλος γκρεμός. Κοιτούσαν και ήταν σαν να θυμούνταν τις άλλες ζωές. Τα νεκρά παιδιά  φώναζαν μες στα δωμάτια, εκείνες ήταν δέντρα εμπρός στις αυλόπορτες. Τ΄ άκουγαν, είχαν μαυρισμένα μάτια, τις φυσούσαν έξαλλοι άνεμοι. Μόνον εκείνες. Τα σπίτια πίσω θα χάσουν σταδιακά τις γραμμές τους. Θα καταρρεύσουν σαν να΄ταν πάντα είδωλα στα νερά, σ΄ άλλους καθρέφτες, υλικά μ΄ αρχαία ηλικία. Ένας ακινητοποιημένος απ΄τη θλίψη στη μέση του δρόμου. Με τα χέρια  στο πρόσωπο, γυρεύοντας να βρει κάτι οικείο, μια όψη  απ΄την ιστορία των ματιών του. Οι γυναίκες γνωρίζουν μόνον την πρώτη λέξη. Εκείνες οι γυναίκες που γερνούν πάνω στα μπαλκόνια ή πλάι στις λάμπες της θυέλλης, γνωρίζουν μονάχα την πρώτη λέξη. Εκείνες πρώτες. Και είναι σαν να πιστεύουν σ΄ όλους τους ανθρώπους, σ΄ όλα όσα τις περιέβαλαν ή αυτά που κάποτε υπήρξαν. Οι λέξεις αυτές δεν διδάσκονται. Είναι δύσκολες. Προφέρονται απ΄ ανθρώπους μυστικά. Αφορούν θεούς, έρωτες, οράματα. Αυτό τ΄απόγευμα είναι δίχως θεό. Ίσως αύριο εκείνες οι φωνές σ΄αγκαλιάσουν γεμάτες αγωνία. Ίσως αυτές στρέψουν το πρόσωπό σου που ξεχάστηκε σαν άγαλμα τόσους χειμώνες. Αγέννητος μέσα σου ως ακόμα θα σπάσεις. Τότε θα δεις πόσο σπαραχτικό, τι μοναξιά έλαμπε εκεί έξω τούτο τ΄ απόγευμα. Που πέθαινε ο Θεός. Ο κόσμος  τότε θαμπός όλος και σε κλίμακες. Λεπτές εικόνες στις ιστορίες των πόλεων, σήματα αδύναμα. Μια ψυχή αδικημένη σε κάθε σπίτι τούτο τ΄ απόγευμα. Μια καρδιά πληγωμένη.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ (ποίημα)


Μα ο θάνατος είναι άνοιξη. Είναι μια λέξη και μια γιορτή, κλεισμένη στα στόματα, κλεισμένη στα χέρια σου όταν ανοίγεις τα παράθυρα της καινούριας μέρας. Και σκορπάνε οι άνθρωποι της νύχτας και ακόμα πετούν στους ανέμους τα παράνομα φυλλάδια που λένε πως ο θάνατος είναι άνοιξη. Είναι ο κόσμος μέσα απ' το φύλλωμα της αρχαίας καρυδιάς, είναι τα θαμμένα ερείπια, τ' αγάλματα από πορώδες μάρμαρο, η γωνία ενός χεριού, τ' ακέφαλο αγόρι του βοιωτικού κάμπου. Είναι οι λέβητες των ματιών σου, τα υπερώα του στήθους σου και τ' αρχαίο, κομματιασμένο σύμπαν. Ο θάνατος είναι άνοιξη, είναι οι πρωινοί εργάτες που παρελαύνουν στις οδούς και ότι καινούριο γεννήθηκε πάνω στα κλαδιά. Ο θάνατος είναι άνοιξη στην Κόρινθο, στην Σαντορίνη, στα πόδια των Αθηνών και τους ρημαγμένους οικισμούς. Είναι το πρόσωπό σου και τα λατομεία ανάμεσα στους μηρούς σου που κρύβουν την αρχαία τύχη. Στον πλεχτό πίνακα του Ισθμού είναι άνοιξη. Έτσι καθισμένη στα καράβια εσύ γελάς, είσαι φεγγάρι και απ' τις φλέβες σου πόνοι και ιστορίες. Ο θάνατος είναι άνοιξη και το σώμα σου οι φωνές και το σχήμα των αγέννητων παιδιών. Ο θάνατος είναι άνοιξη. Μια αλήθεια χαμένη στους αιώνες και τους θορύβους.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΛΕΝΓΚΩ (ποίημα)


Φύσαγε και στο βάθος μετέωρα τα αλιευτικά. Ένα ρυμουλκό έγνεψε με τα φανάρια του και χάθηκε προς το Ηραίο. Το καλοκαίρι επρόκειτο να τελειώσει μες σε λύπες και δροσερές βραδιές. Από το λιμάνι χύνονται σαν ήπειροι οι καινούριοι νεκροί. Τα κλαδιά που χάρισαν τόσες πυρκαγιές θα σβήσουν μονάχα το χάραμα. Έπειτα χοροί αστικοί και γλέντια, κυριακάτικες φωτογραφίες και η μεγάλη, η αβέβαιη πολιτεία. Μονάχα τα παιδιά αναγνωρίζουν τους Πελασγούς καθώς αποβιβάζονται στις ακτές.  Δείχνουν με τα σπάνια χέρια τους που αναλαμβάνουν την όψη των αγαλμάτων. Οι φωνές τους μαρτυρούν μια βαθιά πείνα.

Εν τω μεταξύ ο πυριτιδοποιός από την Εσπερία ανατινάζει ένα σπουδαίο τμήμα του λιμένα. Όλοι χειροκροτούν καθώς ανοίγεται πελώριο το στόμα της εποχής μας. Με τούτη τη σκηνή, ψιθύρισε η Λένγκω, γριά και μόνη, στο βάθος της στοάς του παλαιού χρηματιστηρίου αρχινούν η καπνιά και η ομίχλη και οι θηριοπρόσωπες, λεγόμενες μέρες.΄

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΣΤΙΓΜΑΤΑ (ποίημα)


Τα πιο αγαπημένα τραγούδια, ακουμπούν σε τριημιτόνια. Οι θαυμάσιοι σκοποί τους ψιθυρίζονται τα ζαχαρένια απογεύματα, από αγόρια που αγαπούν τους νάρκισσους και τα οραματικά φυτά. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια σκοτώνονται από τους ξαφνικούς πυροβολισμούς, στο μέσον της ησυχίας. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια, μιλώ για σκοπούς μελαγχολικούς, μας προσμένουν στο βάθος του πλαισίου, πλάι στις προτομές των θεών και τις γερασμένες μητέρες μας. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια είναι ηλιοτρόπια, είναι μέρες, διάστικτες απ΄ την οργή και το μεγαλείο των αυτοκρατόρων.

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Φωτογραφία από χαμένο πίνακα του Βαν Γκογκ, με ηλιοτρόπια]

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ (ποίηση)


Το πλοίο με το όνομα «Μέγας Ανατολικός»
καταπλέει εις  το λιμένα της Ιωλκού.
Με την πρύμνη του κατάφωτη,
στολισμένη με ηνίοχους και αντίγραφα της τεχνοτροπίας του Μύρωνα,
 καταπλέει περήφανο το πλοίο με το όνομα
«Μέγας Ανατολικός».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου,
ο Μίλτος Σαχτούρης με ένα κοπάδι από μαύρες πεταλούδες
του μοναστηριού του Πόρου,
ο Νίκος Καρούζος με επιδέσμους, ξεστομίζοντας χριστιανικές προσευχές,
η Σωτηρία Μπέλλου και ορισμένοι άλλοι,
βαθύτατα ελληνικοί στέκουν στα καταστρώματα,
με την επιβλητική ακινησία μιας συγκινητικής επιστροφής,
αφάνταστα ερωτικοί και απόμακροι.
Φέρουν τη σοφία από τις αναρίθμητες θύελλες
που δοκιμάζουν τις θάλασσες, τις ζωές και τις πατρίδες.
Ο εξόριστος απόγονος  του Πελλερέν
στέκει στην προβλήτα από χρόνια.
Εμφανώς συγκινημένος επιδεικνύει στον Ανδρέα
τη μικρή, την απέραντή μας πόλη.
Μιλούν τη λησμονημένη γλώσσα του Αιγαίου,
ο Ορέστης στην πλώρη, για πάντα αθωωμένος
να νοσταλγεί τον Πυλάδη, το ωραίο Άργος, 
τους κεραμεικούς καιρούς και τα κορίτσια των Πελασγών.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΡΟΛΑΝΔΟΣ (ποίημα)


Ο Ρολάνδος, ο ιππότης είναι μια ιστορία που λένε στα παιδιά. Πρόκειται για μυθεύματα, ωραίες, βραδινές ιστορίες. Με πρίγκηπες έκτπωτους, με έρωτες, με σπαθιά και την κάθαρση στη χαραυγή. Ο Ρολάνδος έχασε εκείνη που αγαπούσε. Και έκτοτε εγκατέλειψε το βασίλειό του. Μια όμορφη χώρα σε εκείνη την περιοχή που σήμερα την ονομάζουμε Καππαδοκία. Τα εύκρατα χώματα ποτέ δεν θα τα δει ο Ρολάνδος. Μήτε την αγορά και τους ανθρώπους της, τα νεαρά αγόρια που πασχίζουν να του μοιάσουν στις ξέγνοιαστες ιππομαχίες τους. Ο Ρολάνδος μια άλλη πολιτεία, πέτρινη στα βάθη του κάμπου. Βαδίζει νύχτες ατέλειωτες, φορτωμένος χιόνια και σκληρούς, μαύρους ήλιους. Εκτείνεται σε όλη τη Μεσόγειο. Από την Ανδαλουσία ως την Προποντίδα . Ο Ρολάνδος πελώριος, σκιά πάνω στα σύνορα, ο Ρολάνδος στους ακραίους σταθμούς με το μαρτύριο της περιήγησης, ως μες στα βάθη όλων των κόσμων. Ο Ρολάνδος με τη ματωμένη καρδιά και την χαμένη κλειδοθήκη, ο Ρολάνδος γηραιότερος από όλες τις σκιές, ένας ξεχασμένος θρύλος από την Ανδαλουσία ώς την Προποντίδα. Είναι μονάχα μια ιστορία που λένε στα παιδιά.

Καμιά δεν σώθηκε προσωπογραφία του Ρολάνδου. Την όψη του ποτέ δεν θα πλάσουμε. Και όμως, μες σε κάθε δωμάτιο, πριν από κάθε νύχτα, πίσω από όλα τα μάτια ο Ρολάνδος στέκει ευτυχισμένος κοντά στο παράθυρο. Ο Ρολάνδος μες στη δροσιά της μοναξιάς του. Μορφή τρελή, καρφωμένη στην καρδιά ο Ρολάνδος, ψηλά στα σταχτιά χώματα ο Ρολάνδος, κοντά στους κεραυνούς.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΘΕΡΙΝΑ (πρόζα)

"Θα ήθελα να ήμουν ψάρι". Έργο από το Μουσείο Παιδικής Τέχνης.
Ορισμένοι από αυτούς, είπαν, περιεβλήθησαν τους ουρανούς. Και έκτοτε, αναγνωρίζονται μες στις θολές και θηλυκές όψεις εκείνων των πραγμάτων που φέρνουν τις βροχές και τους καταλυτικούς κλονισμούς. Κάποιοι άλλοι χύθηκαν μες στις θάλασσες των χειμώνων, έγιναν κλαδιά στα βόρεια άλση, οι πλέον αδιόρατες λεπτομέρειες μες στα φλαμανδικά τοπία. Ελάχιστοι τέλος, γίνηκαν γλώσσες του Αιγαίου, κατέληξαν μες στο φως, οι τρομερές, κατακόκκινες λεπτομέρειες των εποχών, καρκινικοί βράχοι στα ανοιχτά των Αντικυθήρων, κυπαρίσσια, οι καιόμενοι λίθοι των μεσημεριών, φλόγες χαλκού στους τρεμάμενους ορίζοντες, πράγματα τέτοια, οικεία. Ένας μόνο, θα παραμείνει τυφλός στον όρμο των Ιστερνίων, παιδικός και αμόλυντος, για μάτια θα ΄χει παλιές, βαθιές εποχές, θα γνωρίζει δε τα πάντα γύρω από τα ουράνια σώματα, τους αρχαίους μηχανισμούς, τα άνθη των εποχών, τους καρκίνους και τα ψυχολογικά ντελίρια, την οσμή των υγρών δέντρων, τον κίνδυνο του υδραργύρου. Ένας μόνο με τα ολόλευκα μαλλιά των κυμάτων και την απροσδιόριστη ηλικία των ιδεολογιών.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΜΗΤΕΡΕΣ ή ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΜΑΝΤΗΛΙΑ (ποίημα)


Φάνηκαν οι μητέρες, με λευκά μαντίλια, βουρκωμένες οι μητέρες
οι γυναίκες των καλών ανέμων, με τα λευκά μαντίλια.
Σιγοτραγουδούν τους στίχους του Κάρλος Γκαρντέλ
και τα άφαντα παιδιά τους, αγάλματα μες στη νύχτα
που θα πέσει στη συνοικία της Μπόκα.
Η θάλασσα πέρα ευτυχισμένη μες στις θύελλες
και οι πονεμένες μητέρες των καλών ανέμων
που αντίκρισαν τα παιδιά τους με τα άγρια διψασμένα μάτια,
Καρφωμένα μάτια στα πρόσωπα, σφιγμένα δόντια.
Τα βήματα των πουλιών, ο ήχος στην πόρτα.
Οι τρυφεροί εναγκαλισμοί μες στις νύχτες
και ίσαμε να κυλήσει ο ήλιος στις πλαγιές
η αγαπημένη μυρωδιά του περιβολιού
μες στις ανάσες τους.
Οι σταυροί βαθιά στους πυθμένες των ματιών
οι χαραυγές
και τα αργυρά ράμφη που τα κατατρώγουν.
Κάθε πρωί τα συντρίμμια του φεγγαριού
και οι μητέρες των καλών ανέμων 
σκυλιά με τα πρόσωπα μες στα παλιά, παιδικά ενδύματα της θείας λειτουργίας. 


[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Τέχνη του Παναμά]

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΡΩΞΑΝΗ


Η γυναίκα Ρωξάνη καθώς συγκινείται με τα φώτα μιας μακρινής ακτής. Η γυναίκα Ρωξάνη με τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη, γερασμένη, με το μαύρο, νυχτικό της φόρεμα πάνω στα βαρέλια του έρημου σταθμού, κάπου στην ενδοχώρα. Η γυναίκα Ρωξάνη που μιλά την ολότελα χαμένη διάλεκτο των Αζτέκων και γνωρίζει να ερμηνεύει τα φρέσκα των επαρχιακών ναών και πάλι τα οράματα του μέλλοντος. Η γυναίκα Ρωξάνη που ζει βαθιά μες στα νερά, η γυναίκα Ρωξάνη που αγαπήθηκε πολύ και ευθύνεται για τα άνεργα καράβια, τα ερωτικά μνημεία, τις νεκρές ιέρειες, τις χαμηλά φωτισμένες γωνιές της πόλης, η γυναίκα Ρωξάνη με τα λαδωμένα της φορέματα, νεκρή στην Πομπηία μες στις στάχτες και η τρεμάμενη μορφή της μες στα οράματα του μέλλοντος.

Η γυναίκα Ρωξάνη, οι θρυλικοί σεισμοί, τα προπατορικά αμαρτήματα, τα steam ships που διατρέχουν τον ισημερινό, αργά, σαν κυνηγοί, η γυναίκα Ρωξάνη με το δαυλό στα χέρια της, δαντελένιο κολάρο, σφιχτά στο λαιμό, η κόρη του Θεού, το χαλάζι στα κτήματα, το κρύο που φτάνει μέρα με τη μέρα και η μακρινή μοναξιά εκείνου που αγάπησε πολύ τη γυναίκα Ρωξάνη. Το δωρικό του μίσος μεθυσμένο στο μέσα τραπέζι του καφενείου της οδού Νέστορος. Η γυναίκα Ρωξάνη, καθώς μια απέραστη νύχτα της πόλης. Η γυναίκα Ρωξάνη, σώμα σκληρό και ιστορίες με φονικά στα ποταμίσια σπίτια. Η γυναίκα Ρωξάνη και οι αδικημένες μας σοδειές, πάλι τα απόφωνα του μέλλοντός μας.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ


Κατά τα τέλη του βίου του εκτίμησε ιδιαίτερα τις εικόνες του επιπλέοντος κόσμου. Το πελώριο κύμα της Καναγκάουα, τα χειμωνιάτικα ποτάμια με τη σφιγμένη ανάσα, τα δίχως ηλικία, τον ενθουσίαζαν. Και ονειρευόταν ακόμη τις θύελλες, καθώς οι θάλασσες.

 Όμως τίποτε από όλα τούτα δεν συγκρινόταν με την ήττα και την ταπείνωση των ηρώων. Τη βαθιά μοναξιά που τους σπαράζει και μαίνεται μες στα μαγαζιά της Πλατείας Αμερικής ή τις μακρινές θεωρήσεις στους λόφους γύρω από την πόλη. Ετούτα είναι ανίκητα και αθώα πράγματα, είναι σκληρά μαχαίρια και ίσκιοι φοβερών μορφών.

Πάει να πει, καθώς θα σώζεται ο κόσμος, εμείς τίποτε δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μοιραστούμε, έτσι όπως ακροβατούμε στα φαράγγια των κτιρίων και γύρω, εμπρός μας, πάνω μας τα ερωτικά μνημεία και τα αμμολίθινα πρόσωπα των ευαγγελιστών.

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ

Το τσίρκο έφτασε στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Θα εγκατασταθεί κοντά στην αγορά Αβάστο. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του λυρικού Κάρλος Γκαρδέλ που σκοτώθηκε πριν από χρόνια σε ένα αεροπορικό δυστύχημα και έκτοτε οι γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας σιγοτραγουδούν τους σκοπούς του και σκουπίζουν τα μάτια τους. Οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι βαθιά πληγωμένες. Ορισμένες πασχίζουν χρόνια να μάθουν την τύχη του μονάκριβου παιδιού τους και γυρνούν με τα λευκά μαντήλια, ρημαγμένες γυναίκες του Μπουένος Άιρες.
Το τσίρκο είναι πασίγνωστο για τα παράτολμα νούμερά του. Διαθέτει ορισμένους από τους πιο φημισμένους ακροβάτες, εκείνοι εκτελούν σπουδαίες στα αλήθεια αιωρήσεις ή βαδίζουν αργά, στην πλατεία κομμένη η ανάσα του κοινού, περπατούν πάνω σε τεντωμένα σύρματα και φωτίζονται με τις μεγάλες, βιομηχανικές λάμπες, καταχειροκροτούνται και έπειτα πετούν μέχρι τη γη, κάποιοι ίσως χάσουν την ισορροπία τους εκεί κοντά στις επικίνδυνες περιοχές. Όσοι δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την παρουσίαση καταχωνιάζονται στις λάσπες σε πολλές πόλεις του κόσμου, με ένα σταυρό, τη χρονολογία της γέννησής του και κάτω την επισήμανση εργάστηκε με επιτυχία στο τσίρκο Mirador.
Από το πρωί υπάρχει μεγάλη ζήτηση για τη βραδινή παράσταση. Πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια αναλογία του μεγάλου ύπνου, πάει να πει ένας σπουδαίος εκτελεστής θα μιμηθεί την αίσθηση του θανάτου και για λίγη ώρα θα οδηγηθεί στις αιώνιες μονές. Έπειτα με ιατρικά μέσα θα τον επαναφέρουν στη ζωή και ετούτο δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν. Η περιοχή Αβάστο είναι ίσως κακόφημη, ίσως πάλι εκεί συχνάζουν τις νύχτες οι πλούσιοι έφηβοι και γοητεύουν τα νεαρά κορίτσια της εργατικής τάξεως. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του Κάρλος Γαρδέλ και μια δημιουργία του χρωστήρα, παλιό θεμέλιο του έρωτα ο Κάρλος Γαρδέλ, βυθισμένος μες στο σώμα του δράκου με όλα τα χρώματα, λευκά δόντια και ωραίο στόμα και το αμερικάνικο καπέλο. Γοητευτικέ Κάρλος Γαρδέλ, τι καλά θα ήταν αν απόψε βρισκόσουν και εσύ ανάμεσά μας και σηκωνόσουν λίγο να σε χειροκροτήσουμε με όλα τα φώτα των προβολέων στο ερωτικό σου πρόσωπο.
Καταφτάνουν άνθρωποι από όλες τις γωνιές της πόλης. Κρατούν οι άντρες τα σακάκια τους και οι γυναίκες ντυμένες με λουλουδάτα φορέματα και τρυφερές «καλησπέρες», οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι φορτωμένες την πίκρα του φύλου τους, οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες θέλουν πολύ να τους ζητηθεί ένας χορός τάνγκο, μυρίζουν θάλασσα και λυπούνται πάντα όταν φτάνει το κρύο. Φυσά πολύ απόψε και η τέντα του τσίρκου τινάζεται προκαλώντας έναν πολύ ανησυχητικό θόρυβο. Όμως τίποτε δεν ακούγεται ούτε νοιάζεται κανείς γιατί τώρα χαιρετούν το πλήθος οι παράτολμοι ακροβάτες, οι άγιοι ακροβάτες Κάρλος και το πλήθος μες στους ιδρώτες και το στρίμωγμα  παθιάζεται, όμορφα, οξεία πρόσωπα σαν κεριά που θρέφουν μεγάλες, ανίκητες φλόγες Κάρλος, μπήκαν κάποια πουλιά μες στο τσίρκο και ένας που είναι επιστάτης τα κυνηγά με τις μεγάλες ξώβεργες και σε λίγο όλα κείτονται νεκρά, σφαγμένα πάνω στο πέταγμά τους τα λαθραία πουλιά, το πλήθος χειροκροτεί παθιασμένα τώρα, τράφηκε με αίμα Κάρλος και τώρα θα μπορούσαν να σταθούν, καθώς εκείνα τα απομακρυσμένα πρόσωπα του Έντουαρντ Χόπερ που κοιτούν τον ήλιο ήμερα στις σεζλόνγκ ή βρίσκονται σε επαρχιακούς σταθμούς ανεφοδιασμού κάπου στην αμερικανική ενδοχώρα προσμένοντας να πεθάνουν χριστιανικά.
Οι ακροβάτες εκτελούν το νούμερο, ισορροπούν πολλά μέτρα πάνω από τη γη σε σύρματα, με μικρές κραυγές όπως πουλιών το πλήθος επευφημεί την αυτοσυγκράτησή τους, χειροκροτούν και έπειτα κάνουν μια πολύ μεγάλη ησυχία. Ένας είπε, ετούτη η ησυχία μοιάζει με την επικήδεια που κανείς δεν μιλά, μόνον κοιτάζει το λείψανο και αργά το απόγευμα αποχαιρετά το συντριμμένο σπίτι με μια ακατανίκητη έλξη για σκοτάδι και έρωτα και πάθη. Όμως απόψε ο πιο σπουδαίος ακροβάτης πρόκειται να σκοτωθεί. Ένα λάθος βήμα, τα πουλιά που εισέβαλαν εκδικητικά σαν αρρώστιες μέσα από τα ανοίγματα της τέντας, πρόλαβαν και κατασπάραξαν τα μάτια του, το θέαμα ήταν φοβερό, έτσι εξαρθρωμένος ο ακροβάτης, τα μάτια του καρφωμένο στο κενό, λίγο αίμα από τη μύτη και τα φαγωμένα μάτια Κάρλος, τα πουλιά ρήμαξαν τα μάτια του, τώρα δυο πηγάδια στα περιβόλια και μέσα τα αίματα και ένας που πνίγεται.
Το πλήθος αποφασίζει την περιφορά του σώματος του ακροβάτη. Θα πορευτούν καθώς είναι προς το ναό. Πάει να πει τα κορίτσια με τις φλοράλ ενδυμασίες, οι ιδρωμένοι συνοδοί τους, όλοι θα κατευθυνθούν προς το ναό της Μπόκα με το σώμα του ακροβάτη στα χέρια τους, έλα και εσύ Κάρλος και εσείς χαμένα παιδιά του Μπουένος Άιρες και ούτε καλοί άνεμοι πια ούτε τίποτα, μόνο λυκοθηράρχες στους δρόμους ή ένα κοπάδι ανθρώπινο ή ποτάμι που τώρα θα ξεσχίσει τις ακτές, εσείς κυνηγοί προσέξτε τα ρεύματα που κουβαλούν νεκρούς και κορίτσια με λουλουδένια φουστάνια. Εκεί που θα γίνει η ταφή υπάρχουν ομαδικοί τάφοι με κόκαλα και σιαγόνες σκύλων, νεανικά κρανία με τις οπές ανάμεσα στα μάτια, γύρω ανεμίζουν οι γάζες, τέτοιες πληγές Κάρλος δεν επουλώνονται. Από μια πάροδο καταφτάνουν οι μανάδες των εξαφανισμένων, δεν τραγουδούν, μοιάζουν χαμένα πρόσωπα μες στα μαιναδικά σκοτάδια. Έλα και εσύ Κάρλος και οι ναύτες από τα άνεργα καράβια, ελάτε όλοι σε τούτη την πορεία, στολιστείτε με λουλούδια και στεφάνια εσείς που είστε πιο ανθρώπινοι από όλους και έχετε την ευθύνη επιτέλους να λήξετε ετούτη την εποχή.

Το πρόσωπο του ακροβάτη φέρει μια ανείπωτη λευκότητα, μνημειακή. Έπειτα από χρόνια θα λατρεύεται σαν θεός.

[Εικαστικό σχόλιο στο κείμενο: Γιάννης Στεφανάκις]

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΒΙΒΙΑΝΝΑ (ποίημα)


Sculpture by Opy Zouni
Ζούσε σε ένα από εκείνα τα παλαϊκά διαμερίσματα της οδού Πατησίων. Όσοι την γνώριζαν στην όψιμη νεότητά της επισημαίνουν την περιφρόνησή της προς τους γόηδες που τη διεκδικούσαν. Πλούσιοι, συνήθως νέοι με ευρωπαϊκές σπουδές και αφομοιωμένους τους στίχους των ρομαντικών που γρήγορα λησμονούσαν το ενδιαφέρον τους και αποτραβιόνταν με τρόπο, εμπρός στην υποτιμητική της στάση.
Πάψαν να νοιάζονται οι νέοι εκείνοι, λοιπόν όταν την είδαν με μαχαιρωμένο το πρόσωπο και κυκλοφόρησε η φήμη πως μια ύποπτη φιλία στοίχισε την εφηβική της ομορφιά. Την λησμόνησαν, καθώς εκείνους που γερνούν αποφασισμένοι να σκοτωθούν κάτω από τις πρωινές, ηλιόλουστες τοπογραφίες. Κανείς δεν αναρωτήθηκε, κανείς δεν είπε, Βίβιαν, τι έχει πάθει το στόμα σου, ποιος στο χάραξε με το μαχαίρι; Ποτέ ξανά ο ολοζώντανος παλμός της Βίβιαν, ποτέ ξανά.
Μόνη, σαν κέρινο πρότυπο, συνιστά στο βάθος του ναού το τελευταίο, νεκρό μοντέλο της άλλοτε, καταξιωμένης φλαμανδικής σχολής. Σε όλη την Πατησίων χορεύουν τα κατάμαυρα πανιά και σ’ όλη την Πατησίων τα ακίνητα σπίτια, οι αρχαίοι Αχαιοί σε όλη την Πατησίων και οι άλλες φυλές.
Βίβιαν, λευκά υπόσχομαι θα κάνουν τα γόνατά σου οι ευλαβικοί μου ασπασμοί, όλο ομίχλη πια το πρόσωπό σου, σαν από γάζες, Βίβιαν. 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ


Το μεσημέρι ήρθαν εκείνοι της δημοτικής αρχής. Κοινοποίησαν την απόφαση του συμβουλίου. Μέχρι τον επόμενο χειμώνα τούτα τα ορφανά θα οδηγηθούν στις παλιές προσφυγικές κατοικίες της οδού Αλεξάνδρας. Εδώ, είπαν, θα κτιστεί ένα σπουδαίο κτίριο, ίσως να στεγαστεί μια δημόσια υπηρεσία, η πρόσοψή της θα φέρει μια ψυχική, χρωματική σύνθεση. Στην οροφή, είπαν θα υπάρχουν αντίγραφα των μουσών, χωμένα μες στις πτυχώσεις της σκεπής. Πάει να πει, καμιά θέση για τις μνήμες των πουλιών. Ύστερα φύγαν, χαμογέλασαν με ευγένεια, τα μάτια τους λένε κρέμονταν με καρφιά από τα πρόσωπα. Προδομένα βλέμματα. Όταν απομακρύνθηκαν ακούστηκε το φοβερό φτεροκόπημα των παιδιών, ξεχύνονταν από τις κάμαρες, γαντζώνονταν στις σκεπές και τους ανεμοδείκτες, οι μοναχές χειροκροτούσαν μέσα από τα θολά παράθυρα τα ανθρώπινα σώματα που είναι πάντα ένας πόνος βαθύς. Έτσι στριμωγμένα τα παιδιά το ένα μες στο άλλο, πετούσαν και άφηναν ψιλές, πουλίσιες φωνές και ξερνούσαν όλη τη σκόνη του κόσμου. Ως αργά γεύονταν το ωραίο γλυκό της ζωής, την ανυποψίαστη μοίρα του χρόνου που μας παρασέρνει, το φωταγωγημένο σταυρό του γειτονικού ναού. 

Έπειτα αποκοιμήθηκαν στα κλαδιά των δέντρων και πέρα ειρηνική η μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ με τις χρυσές πηγές, τα ανεξάντλητα μυστικά. Την ερημιά του ύπνου.

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική του Γιάννη Γούνα]

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΠΛΟΙΑ



Με όλα τα φώτα αναμμένα το σπουδαίο κρουαζιερόπλοιο της εταιρείας ποντοπόρων πλοίων καθελκύζεται έξω από τη Σαλαμίνα. Χιλιάδες κόσμου χειροκροτούν, κουνούν τα χέρια, σαν κάποιοι να φεύγουν για πάντα, βγάζουν φωνές και αγκαλιάζονται με τα ηλεκτρικά χέρια τους. Οι ναύτες αφήνουν σωστικές φωτοβολίδες στο νυχτερινό ουρανό. Εκείνες διαγράφουν μια αφάνταστη τροχιά, το πλήθος εκστασιασμένο παρακολουθεί τις αλλεπάλληλες εκτοξεύσεις. Οι φωτοβολίδες ανατινάζονται στα χιλιάδες μέτρα, πελώριες ομπρέλες σηκώνονται κάτω από τα φεγγάρια μας, πάει καιρός που έπαψαν τα φεγγάρια να γεμίζουν και έτσι, τροχισμένα κρέμονται φωσφορικά πάνω από την πόλη, πάνω από την πόλη. Έπειτα η στάρλετ που έχει ναυλωθεί για την εκδήλωση κάτι λέει, οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις διαλύονται και η φωνή της πίνεται μες στο σκοτάδι και σε όλο τον τόπο στάζει οξυζενέ και γερνούν οι θεατές, ορισμένοι μάλιστα πεθαίνουν, λένε μονάχα κάτι και έπειτα στοιβάζονται στους ομαδικούς τάφους και πίσω τα ωραία, νεαρά παιδιά που φορούν αμπέχονα τύπου τρόπικαλ και πραγματοποιούν στοχαστικά και ρωμαλέα το προσκλητήριο των νεκρών και το πλοίο χάνεται στον ορίζοντα και όσοι αγκαλιάστηκαν απέμειναν εκεί, παράξενα γλυπτά του αιώνος. Η Σαλαμίνα καίγεται, η φωτιά τώρα η μόνη μας μέρα και από πάνω το δρεπανοφόρο φεγγάρι με τις ξαφνικές αιωρήσεις, στάζει σκουριά πάνω στο πλήθος και όλο μακραίνουν τα κοπάδια των σκληρών μοτοσικλετών και το κορίτσι με το όνειρο της διασημότητας κολυμπά τώρα τρομαγμένο προς τον Πειραιά.
Τη νύχτα εκείνη, λοιπόν, που καθελκύστηκε το φωτισμένο πλοίο «Ακαπούλκο» οι πεδιάδες τέλειωναν προς τον ουρανό, οι παρθένες συμπτώσεις αποκαλύπτονταν και όλοι φέρονταν τόσο γενναιόδωρα. Ίσως γιατί στο ημιυπόγειο της οδού Αριστοτέλους, πιθανά στον αριθμό 146, το τολμηρό παιδί των Αθηνών, κατέβαινε ως Φαραώ στον τάφο και είχε όμορφα, ρωμαϊκά μαλλιά. Ουδεμία νύξη, ούτε ένα βλέμμα για τα σκισμένα φτερά του, εννοώ τα χέρια με τη βιολετί κορδέλα που φιλήθηκαν τόσο, εκείνη τη νύχτα. Τοίχο, τοίχο φτάνουν τα καινούρια χρόνια. Μα το τολμηρό παιδί δεν συνιστά παρά την ιδέα ενός χρώματος στο τελευταίο σύνορο της μοναξιάς μας. Καταλαβαίνετε υποθέτω πώς ερμηνεύεται η αυθαιρεσία ετούτης της αταξίας.


Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΟΡΙΑΝΑ (ποίημα)


Την είδαν λέει, πάνω στα ψηλά πλατώματα. Φορούσε το λευκό μανδύα της θρησκευτικής σκηνογραφίας και όλη τη νύχτα ιστορούσε παραμύθια, ξέρναγε χρησμούς.
 Το επόμενο πρωινό με όλο το χρυσάφι του κόσμου στα χέρια, τα ωραία παιδιά της πόλης Φάτιμα φάνηκαν στο χωριό. Μαρτύρησαν το θαύμα τα ωραία παιδιά της πόλης Φάτιμα, μίλησαν για τις οπτικές επαναστάσεις με όλο το νόημα του φυσικού συμβολισμού τους, δίχως διευκολύνσεις. Έπειτα γυρίσαν στις κορφές και δεν φάνηκαν ποτέ ξανά στους απογευματινούς περιπάτους της πολιτείας. Οι παλαιότεροι τους θυμούνται στις μουσειακές φωτογραφίες. Τα πρόσωπά τους αποτυπωμένα με το χονδρό, πολυγνώτιο χρώμα των αρχαϊκών χρόνων. Μήτε χιόνια στα μαλλιά, μήτε τίποτε για τα ωραία παιδιά της Φάτιμα.
Το συμβούλιο της καθολικής εκκλησίας προέβη, μόλις προσφάτως,  στην αγιοποίηση των παιδιών. Η υπόθεση λησμονήθηκε ολότελα και μόνοι οι πιστοί που συρρέουν κατ’ έτος υπενθυμίζουν το όμορφο θαύμα. Πάει να πει, το καλοκαίρι σκοτώθηκε οριστικά μες στα σταφύλια. Πάει να πει, άγριες, ψιλές φωνές πουλιών πάνω από τους αρχαίους ώμους και τα σκεύη. Δηλαδή εξαντλήθηκε μια για πάντα το ευλογημένο μέτρο μιας κάποιας βαθύτητας. Μιλώ μονάχα για μνημειώδεις, νερένιες απεικονίσεις, καθώς στη ζωγραφική συνήθεια ενός Κλωντ Λορέν.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (ποίημα)



Στον τόπο όπου έπλεαν κάποτε οι παλιές ψυχές σηκώσαν έναν ξύλινο ναό. Ήταν ο πρώτος των αποικιών, γερά δεμένα ξύλα και ο σταυρός στην κορφή. Κατά τη διαδικασία της τοποθέτησής του σκοτώθηκε ένας σπουδαίος τεχνίτης, με φοβερή, σωματική δύναμη. Ετάφη στον προαύλιο χώρο του ναού, στολίστηκε με λουλούδια, κάτι σπάνια φυτά με πελώρια πέταλα και σχεδόν στόμα ανθρώπινο. Η χαρά του πλήθους είναι μεγάλη. Ορισμένοι φέρονται αδέξια όπως τα παιδιά, τραγουδούν τους σκοπούς της πατρίδας και κλαίνε.
Ο πίνακας κοσμεί  την κεντρική αίθουσα του μητροπολιτικού μουσείου. Κάποιος ετόνισε πως στο χώρο όπου θεμελιώθηκε κάποτε ο ναός, τώρα εξελίσσονται οι νέοι, αποικιακοί σιδηρόδρομοι. Τυχοδιωκτικά τραίνα τραβούν προς την ενδοχώρα. Στην αιχμή τους φέρουν το σύμβολο ενός άγριου πρίγκιπα, εμβληματικού, καμωμένου από ελεφαντόδοτο. Όσοι προσμένουν στις αποβάθρες τα τραίνα, μιλούν πάντα με ευχαρίστηση για την αισθητική του. Τονίζουν δε πως πια είναι δύσκολο να μεταβληθούν οι νόμοι του «ωραίου».

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ (ποίημα)



Πέθανε ο Θεός τους.
Έχουν αναμμένα όλα τα φώτα.
Να φαίνεται το σκοτάδι.
Μια τέτοια μέρα,
Έτσι όπως μετρούμε το χρόνο,
Εκείνος τελειώνει,
Ψηλά, σιωπηλά δέντρα ως τις γραμμές
Και ως πέρα ακόμα στην πόλη.
Ως το τέρμα τα ψηλά δέντρα
Και οι ευκαιρίες κρεμασμένες
Σαν τη φωλιά της Περσεφόνης.
Πάνω από τα ποτάμια,
Ωραία, μεγάλα κεριά που δείχνουν το δρόμο.
Και οι λήκυθοι με τις στάχτες, εικόνες,
Κομμάτια από τέμπλο
Και ότι άλλο διεσώθη από την πυρκαγιά.
Πέθανε ο Θεός τους, είπαν.
Ο άνθρωπος είπαν,
Δεν έχει φωνή, είναι φωνή.
Είναι το πάθος και ο ρυθμός.
Τους φαντάζομαι όλους όρθιους
Σε δρόμους και ναούς,
Σε δημαρχεία, σε παλαιά μουσεία.
Να μην μπορούν να λογαριάσουν τον πόνο
Και η λύπη αγριεμένη,
Έτοιμη να τους ορμήξει.
Πέθανε ο Θεός.
Μοιράζεται το φοβερό μυστικό,
Σε ακουμπώ και ο πόνος μου νιώθεται.
Μες στις αρχαίες καμάρες και τα βημόθυρα
Αρπάζει η βροχή και τους πνίγει.
Ο Θεός, έλεγαν,
Πέθανε.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΑΚΕΛΔΑΜΑ (ποίημα)



Όταν τελικά απέμεινε μόνος
Είχε ένα μεγάλο, τσίγκινο φεγγάρι,
όταν απέμεινε μόνος,
Κρεμασμένο, τσίγκινο φεγγάρι από σκοινιά
Και σίδερα θεατρικά.
Όταν τελικά απέμεινε μόνος
Άκουσε όλη την ησυχία του κόσμου,
Ένιωσε όλη τη μοναξιά του κόσμου,
Άγγιξε ένα σύνορο
Πέρα από εκείνη
Και έτσι έλαβε την πιο θαρραλέα απόφαση.
Τον βρήκαν να αιωρείται
Και πίσω η Κόρινθος με το λιμάνι,
Το στρατόπεδο, οι τοίχοι με το νέον,
Η φλεγόμενη ενοχή,
Η γενναιοδωρία που στέρεψε,
Το ανυπόφορο τσίρκο,
Η γη με τα αίματα.

Related Posts with Thumbnails