© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Αδάμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Αδάμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Φώτη Αδάμη (Δημήτρη Γ. Μαγριπλή), ΜΙΑ ΑΛΑΔΩΤΗ ΠΟΡΤΑ (διήγημα)

Η πόρτα της υπηρεσίας άνοιγε πάντα με ένα τριγμό, σαν να ήταν χρόνια αλάδωτη και ξεχασμένη. Θύμιζε είσοδο αδύτου ή μάλλον η συγκίνηση μετέβαλε εικόνες απλές σε έντονα ερεθίσματα για τα κουρασμένα από την αϋπνία του μάτια. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και αλλαγών. Σερβιτόρος, μάγειρας, οικοδόμος, προπομπός σε θεατρικό μπουλούκι. Είχε αλλάξει δουλειές και δουλειές, προσπορίζοντας τα αναγκαία για τη ζήση και παράλληλα σπούδαζε με το μεράκι της γνώσης να του σαγηνεύει το νου και την επιθυμία μιας επαγγελματικής καταξίωσης στο μέλλον, που έδειχνε μακρινό εκείνη την εποχή. Οικονομολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές και διάθεση για σοβαρή προσφορά στα κοινά. Είχε σταθεί όμως άτυχος. Είτε γιατί δεν είχε καμία γνωριμία, απαραίτητη για την εγχώρια πραγματικότητα, είτε γιατί μετά από τόσες και τόσες εξετάσεις δεν τολμούσε να συμμετάσχει πάλι σε διαγωνισμούς. Άλλοτε του έλεγαν απλά ευχαριστούμε πολύ, και βέβαια ουδέποτε τον ειδοποιούσαν για κάτι θετικό, άλλοτε του το απέκλειαν από την πρώτη στιγμή και μερικές φορές τον απέρριπταν επειδή είχε, όπως του έλεγαν, υπερβολικά προσόντα για την προκήρυξη. Έτσι, είχε φτάσει στο σημείο να βλέπει κάτι απίθανους τύπους να τον προσπερνούν εργασιακά. Με λιγότερα προσόντα αλλά με τις πλάτες των δικών τους, είχαν πιάσει το μυστικό της επιτυχίας για μια χώρα σαν και την δική μας. Γονείς νομοταγείς και ολίγον εθνικόφρονες, στα σίγουρα μέλη ή φίλοι των κυρίαρχων πολιτικών παρατάξεων, με γνωριμίες πολλές και αναφορές στην τοπική κοινωνία, που ακόμη μπέρδευε το ποδόσφαιρο με την πολιτική, άνθρωποι που χωρίζονταν σε χρώματα, άσχετα αν δεν πείθονταν και οι ίδιοι για τη διαφορά των επιλογών τους.

- Ζούγκλα, έλεγε, και έσκυβε το κεφάλι κάτω, όχι από ντροπή αλλά από πείσμα.

- Τι θέλουν, μονολογούσε. Ένα πτυχίο; θα πάρω δύο. Ένα μεταπτυχιακό; θα πάρω δύο. Και αγωνιζόταν, λοιπόν, με διάθεση για προκοπή και όνειρα για το μέλλον, σε μια πραγματικότητα που, ενώ ζητούσε από τα παιδιά της προσόντα, στο τέλος η ίδια τα απαξιούσε, βάζοντας προσωπικές συνεντεύξεις και κάθε λογής εμπόδια στη δήθεν αξιοκρατία, προς χάριν ορισμένων. Έ, όπως και να έχει, τα παιδιά των ψηφοφόρων μας είναι παιδιά ευαίσθητα και καλά, λίγο ίσως περισσότερο κουρασμένα από τα άλλα, όχι επειδή είναι οκνηρά, αλλά απλά γιατί γεννήθηκαν από γέρους γονείς στη νοοτροπία και την αντίληψη, συνταξιούχους από τα είκοσι. Έτσι και αυτά μεγάλωσαν μες στη μιζέρια και τη στέρηση, ανίκανα να αγωνιστούν για φιλοδοξίες πέραν της κατάληψης μιας θέσης - βολέματος κυρίως στο δημόσιο. Έβαλε τα γέλια. Ανέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στον τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Ήξερε ότι δεν ερχόταν να βολευτεί. Η θέση μάλιστα υποσχόταν έργο προς χάριν των αναξιοπαθούντων και η επιλογή απαιτούσε τεράστιο βιογραφικό. Αυτός, όμως, επέμενε χαρακτηριστικά:

- Τους τύφλωσε ο Θεός και με πήρανε, δήλωνε στον κολλητό του,
αρνούμενος να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη εκδοχή για την πρόοδό του.

Τα βήματά του αντηχούσαν όπως οι δείκτες του ρολογιού. Το κοίταξε και βεβαιώθηκε ότι ήταν στην ώρα του. Πλησίασε το πρώτο γκισέ. Μια λιγομίλητη πρησμένη κυρία τού έδειξε το γραφείο του διευθυντού και πήρε να περπατάει για εκεί. Η ιδιαιτέρα του τον κράτησε με ευγένεια στο σαλονάκι με τη γλάστρα και το τασάκι με την υπενθύμιση του απαγορεύεται το καπνίζειν. Κοιτούσε τα κάδρα με τους ταξιδιωτικούς προορισμούς και περίμενε. Ο νους του ταξίδευε σε θάλασσες καλοσυνάτες και οι σκέψεις του, ουράνιο τόξο, έβρισκαν τα πάντα ρόδινα και ευχάριστα. Ήταν επιτέλους παρών. Έστω και στο τελευταίο τραίνο, ο γιος του καπετάνιου μπορούσε επιτέλους να περάσει σε μια άλλη ζωή. Με κάποια οικονομική άνεση, με σκοπό και έργο ουσίας, με σωστή εκμετάλλευση των πνευματικών του εφοδίων, με τιμιότητα και διάθεση για δουλειά. Το εσωτερικό τηλέφωνο επιτέλους χτύπησε. Η ιδιαιτέρα χαμογελώντας τού προανήγγειλε ότι ο κύριος διευθυντής μπορούσε να τον δεχθεί. Σηκώθηκε και με σεβασμό κτύπησε την πόρτα. Θα έβρισκε έναν άνθρωπο σκυμμένο σε μια στοίβα χαρτιών, ήταν σίγουρος. Άνοιξε την πόρτα και βηματίζοντας με το μάτια του να μετρούν τα πλαστικά πλακάκια της απόστασης, έφτασε μέχρι το τεράστιο γραφείο. Ο χώρος μύριζε φρέσκο ψωμί και μέλι. Κοίταξε γύρω και είδε μια τεράστια πιατέλα πρωινού. Αμέσως μαζί αντίκρισε για πρώτη φορά ένα στρογγυλό πρόσωπο, ψυχρό και αγέλαστο, που τον περιεργαζόταν όπως μια σφίγγα έναν ανθό. Έκανε πίσω και στάθηκε προσοχή, υποβάλλοντας τα σέβη του.

- Κάθισε, του είπε κοφτά.
Είσαι ο καινούργιος. Έλαβα τηλεφωνική εντολή από τα κεντρικά, ότι θα ερχόσουνα σήμερα. Δεν ξέρω ποιος σε έστειλε και πώς βρέθηκες εδώ, αλλά να είσαι ενήμερος ότι εδώ είμαστε μακριά από τους επιτετραμμένους των Αθηνών, που σημαίνει να είσαι φρόνιμος και καλός υπάλληλος.

Άνοιξε την ενδοεπικοινωνία και με αυστηρό τόνο αξίωσε από την ιδιαιτέρα του να παρουσιαστεί αμέσως.

- Οδήγησε τον κύριο στο γραφείο 3β και κατατόπισέ τον σχετικά. Καλημέρα σας.

Σοκαρισμένος ακολούθησε την κοπέλα. Μετά από μια λαβυρινθώδη διαδρομή, τον παρέδωσε στην κυρία Μαρία, μια ξερακιανή σφιγμένη δεσποινίδα, ετών πολλών και αυτή με την σειρά της τον οδήγησε αμίλητη στο 3β.

- Εδώ, του είπε.
Αυτός είναι ο χώρος εργασίας σας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δυστυχώς προσωρινά δεν λειτουργεί. Το τηλέφωνο είναι μέσω κέντρου. Πατάτε το μηδέν και κατόπιν το νούμερο. Μπορείτε να κάνετε μόνο τοπικές κλήσεις, εκτός και αν για το σκοπό της υπηρεσίας λάβετε την άδεια από τον προϊστάμενο. Καλώς ήλθατε και καλή σύνταξη.

Έμεινε άναυδος. Βρισκόταν σε έναν άδειο χώρο, μπροστά από ένα άδειο γραφείο, δίπλα από μια άδεια βιβλιοθήκη, που μύριζε κάτι σαν κλεισούρα κάτι σαν ούρα, κάτω από ένα φως κίτρινο και υποτονικό, σα να’ θελε η λάμπα να ξεψυχήσει και δεν την αφήνανε. Υπήρχε και μια ντουλάπα. Την άνοιξε και ξάφνου έπεσαν πάνω του στοίβες φάκελοι σε μπλε χάρτινα ντοσιέ. Έκανε να ανοίξει ένα. «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας», υπογεγραμμένο από τον διευθυντή και με σφραγίδες του ελληνικού δημοσίου. Ενδιαφέρον, σκέφτηκε και αφού δεν είχε άλλη απασχόληση έκανε να το διαβάζει.

Παράγραφος πρώτη: Η συνείδηση του υπαλλήλου πρέπει να ελέγχεται από το γεγονός ότι αποτελεί τυπικό μέλος μιας ομάδας συμφερόντων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα δικά του συμφέροντα και οι επιδιώξεις, όπως και η αναγνώριση των κοινών αντιπάλων. Η υπηρεσία μας αποτελεί μια αρραγή ομάδα απέναντι στους άλλους, τους ξένους, τους διαφορετικούς.

Παράγραφος δεύτερη: Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση του συντονισμού και της αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του. Η εργασία όλων αποσκοπεί πρώτιστα στο συμφέρον της υπηρεσίας και κατόπιν στην εξυπηρέτηση των άλλων.

Παράγραφος τρίτη: Ο διευθυντής της υπηρεσίας έχει ηγετικό ρόλο, απέναντι στη βούληση του οποίου υπάρχει μόνο σεβασμός και υποχρέωση ευθυγράμμισης. Ο υπάλληλος οφείλει να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά απέναντι στους ιεραρχικά ανωτέρους του και να ενεργεί με γνώμονα την υπακοή και την πειθαρχία στους γνωρίζοντες το πολιτικά και πρακτικά ορθό. Αυτό ισχύει για κάθε περιστατικό, ακόμη κι αν πρόκειται για τη ζωή και την τύχη των πολιτών που εξυπηρετεί προς χάριν της υπηρεσίας.

Τρόμαξε. Έκλεισε τον φάκελο με οργή. Κοίταξε την πόρτα με απόλυτη περισυλλογή. Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας και ένα πονάκι έκανε βόλτα στο στήθος του. Ένοιωθε σε απόλυτη σιγή. Ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο. Η κυρία Μαρία με έναν μυστακοφόρο μεσήλικα εμφανίστηκαν απέναντί του. Είχαν ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη τους. Ο άντρας τού ζήτησε να εγερθεί από το κάθισμά του. Ήταν η ώρα της ορκωμοσίας. Απαραίτητη προϋπόθεση, προτού αναλάβει καθήκοντα. Σηκώθηκε αμίλητος και απρόθυμος για κάθε αντίδραση. Ο κύριος Τάκης, όπως του συστήθηκε ο μυστακοφόρος μεσήλικας, με την ευλάβεια ιερέως μπροστά στην Αγία Τράπεζα, άνοιξε έναν τεράστιο μπλε φάκελο πάνω στο άδειο γραφείο. Έβγαλε ένα κείμενο και το τοποθέτησε κορυφαίο στον πάκο των εγγράφων. Η κυρία Μαρία, σοβαρή ως ψάλτης στα δεξιά του, μονολογούσε κάτι για την τύχη του νέου υπαλλήλου. Ο ήρωάς μας κοίταξε κλεφτά τον άδειο διάδρομο. Ήταν όλα έτοιμα. Ο κύριος Τάκης τον προέτρεψε να σηκώσει την δεξιά του στο ύψος της καρδιάς, προτάσσοντάς του ταυτόχρονα ένα αντίγραφο του κορυφαίου εγγράφου. «Η Βίβλος των υπαλληλικών σχέσεων» και από κάτω «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας». Έψαχνε απεγνωσμένα να αντικρίσει κάποια θρησκευτική εικόνα. Ήταν όμως, μετά από εντολή του κυρίου διευθυντού, απομακρυσμένες από το κτίριο. Το μόνο που βρήκε να πιαστεί η ματιά του ήταν ένα κάδρο με τις συνήθεις τουριστικές παραστάσεις, που κάποιος μάλλον την είχε φτύσει. Λεπτομέρεια για τη στιγμή. Η ουσία ήταν πως η εικόνα, κατά περίεργη σύμπτωση, έδειχνε μια μικρή πόλη με κάστρο. Ήταν η πόλη που έχει περάσει τα πιο ξένοιαστα καλοκαίρια της ζωής του μαζί με τον πατέρα του τον καπετάνιο και όλη την οικογένεια του. Γύρισε και ψέλλισε στους παρευρισκόμενους, με κείνη την απόλυτη ευγένεια που τον διακατείχε:

- Ξέρετε, η συγκίνηση, ίσως θα μπορούσα να πάω πρώτα στην …μ… τουαλέτα;

- Βεβαίως. Στο τέρμα του διαδρόμου δεξιά, του αντέτεινε με σεβασμό για την ανάγκη η κυρία Μαρία.

Βγήκε στον διάδρομο και έστριψε αριστερά. Τα βήματά του ήταν γοργά και η καρδιά του έπαιζε ένα πολεμικό εμβατήριο. Την κεντρική πόρτα την βρήκε κλειστή. Την έσπρωξε με μανία και βγήκε στον καθαρό αέρα. Ήθελε να πετάξει. Πίσω του η πόρτα έτριζε κλείνοντας. Γύρισε τη ματιά του πίσω. Τώρα ήταν σίγουρος πως όλες οι πόρτες των δημοσίων κτηρίων έμοιαζαν. Είτε φυλακές, είτε ψυχιατρεία, είτε δημόσιες υπηρεσίες γενικά, οι πόρτες έτριζαν το ίδιο. Ο δρόμος έκλεισε τις σκέψεις του και τα βήματά του έγιναν σαν του ανέμου ανεμπόδιστα.



[Απο τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Γ. Μαγριπλή (εδώ με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης), "Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα", εκδ. Σοκόλης - Κουλεδάκης, Αθήνα 2007.]


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ο ΤΑΧΗΣ (διήγημα)

Εκείνο το πρωινό, κατά γενική ομολογία, όλα ήταν λαμπρά και ανοιξιάτικα. Πλούσιος καιρός, όπως έλεγε ο κυρ Μήτσος, ο γείτονας του Γρηγόρη. Η θάλασσα φαινόταν από ψηλά ντυμένη στα πιο βαθιά μπλε χρώματά της. Ο ήλιος έπαιζε με τις σταγόνες της πρωινής δροσιάς, λίγο προτού φύγουν στο ταξίδι του αποχωρισμού τους από την απτή πραγματικότητα. Σε αυτό το παιχνίδι, ιδιαίτερα αυτή την εποχή, πάντοτε κερδισμένο βγαίνει το φως. Έτσι, όσο κι αν προσπαθούν να μεταμορφωθούν σε χρώματα οι δροσιές, εκτός από μια στιγμιαία μεταλλαγή τους σε ουράνιο τόξο δεν καταφέρνουν τίποτα παραπάνω. Με το που παίρνει λίγο ο χρόνος η ζέστη, καταφέρνει να αναιρέσει τις ισορροπίες και το μασκάρεμα καταλήγει σε άτακτη υποχώρηση. Ως εκ τούτου επιστρέφει κανείς σύντομα στον πρωινό του καφέ. Οι εικόνες δίνουν την θέση τους στις σκέψεις και αυτές με την σειρά τους άλλοτε μας τυραννούν και άλλοτε μας ξεκουράζουν, φτιάχνοντας πάντα μια ξύλινη πανοπλία στα δικά μας μέτρα, με την οποία θα πορευθεί η διάθεσή μας το υπόλοιπο της ημέρας. Εκτός κι αν τούτη η πολυτέλεια διασαλευτεί από γεγονότα αντικειμενικά που απαιτούν απλούστατα προσαρμογή.
Με αυτά και άλλα πλεούμενα στην καλοσύνη της θάλασσας, του μυαλού και των ματιών μας γλιστρούσε η ώρα και ο καφές, ξυπνώντας τους τόπους εντός και γύρω μας. Καλημερίσαμε λοιπόν την ανάγκη μας για επικοινωνία και αφεθήκαμε στην ιστορία του κυρ Μήτσου, που σαν παλιός ήξερε περισσότερο να δουλεύει την φαντασία του από το να χειρίζεται με την δική μας μαεστρία το τηλεκοντρόλ του. Και βέβαια κανείς δε νοιαζόταν κατά πόσον τα εξιστορούμενα ήταν αληθή ή όχι. Ο αφηγητής έφερε τον έπαινο της ομήγυρης, διότι ο νους του επικοινωνούσε κατευθείαν με την καρδιά του, γεγονός σπάνιο και ταλέντο αξεπέραστο αφού οδηγούσε σε διδακτικές μυθοπλασίες ή αφηγήσεις που, όσο κι αν αποκάλυπταν, πάντοτε σέβονταν τους διαπλεκόμενους, ώστε ποτέ κανείς δεν τα χαρακτήρισε χυδαία κουτσομπολιά.
Το θέμα της ημέρας ήταν ο Γρηγόρης ο Ταχής. Της γνωστής για τα επαρχιακά μας δεδομένα οικογενείας των Ταχήδων. Πλούσιας καταγωγής, με αστικές συνήθειες και προτεσταντική ηθική. Ορθόδοξοι ήταν οι άνθρωποι αλλά, όπως έλεγε και ο καφενόβιος βιογράφος τους, πιο πολύ πίστευαν στον χρυσό παρά στον Χριστό. Όλοι έμποροι. Άλλος με τον καφέ, άλλος με τα ρούχα και ο Γρηγόρης με τα λάδια και τις ελιές. Το επάγγελμα το κληρονόμησε από τον πατέρα του, έναν καθώς πρέπει γέροντα που έζησε χρόνια ολόκληρα πάνω από μία ταμειακή μηχανή, αναγνωρίζοντας ως νέα μόνο αυτά που του ψιθύριζαν οι αριθμοί κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους. Οι Ταχήδες λοιπόν δεν κατάλαβαν κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία, μεταπολίτευση. Πολλοί υποστήριζαν ότι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ Χριστούγεννα, Πάσχα, ονομαστικές εορτές. Οι άγιοι και οι γιορτές τους ήταν ευκαιρίες για περισσότερα ή λιγότερα κέρδη. Μόνο από αυτούς άκουγες εκφράσεις όπως ο άγιος Νικόλαος φέτος ήτανε φτωχός ή πλούσιος ο Άϊ Γιώργης. Υπονοώντας πάντοτε με αυτόν τον οικογενειακό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα, τη μόνη διαφορά στο χρόνο που - όπως για κάθε συνεπή έμπορο - σήμαινε χρήμα και πλουτισμό. Είχαν το καλύτερο σπίτι στην μικρή μας πόλη. Πέτρινο, διώροφο, με κήπο και αυλή. Εκεί μεγάλωσε ο Γρηγόρης. Όνομα και πράγμα. Αν και ποτέ δεν ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ήταν ο γρηγορότερος άνθρωπος στην πόλη μας. Αν μάλιστα στο επίθετό του υπήρχε το ύψιλον αντί του ήτα, τότε όλοι θα υποθέταμε ότι τούτο το παιδί αποτελούσε μεταφυσική ενσάρκωση ενός εμπορικού δαιμονίου. Άλλωστε περισσότερη σχέση είχε με τον Γρηγόρη των φαναριών κίνησης παρά με τον άγιό του. Τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά μόνο ένας παραδοσιακός χαλβάς, κεκλεισμένων των θυρών, κάθε χρόνο του τον θύμιζε.
- Όταν ανέβαινε στην Αθήνα, έκανε τον σταυρό του σε κάθε πράσινο φανάρι, έλεγε ειρωνικά ο μπάρμπα Μήτσος.
Ο Γρηγόρης ο φαναριώτης λοιπόν ησυχία δεν είχε. Πρώτος άνοιγε το μαγαζί, τελευταίος το έκλεινε. Την περίοδο μάλιστα του ράβδου κάποιοι έλεγαν δεν κοιμόταν καθόλου. Ολημερίς και ολονυχτίς έτρεχε για να κλείσει δουλειές, για να ανοίξει δουλειές, για να πάρει λεφτά, για να δώσει λεφτά, για να φτιάξει τα κιτάπια του, για να ξεμπερδέψει τους λογαριασμούς του. Τι άνθρωπος! Κινούμενο αερικό. Σε καφενείο δεν έκατσε ποτέ. Μια ζωή γρήγορη δεν έχει χρόνο για σπατάλη και χαζολόγημα. Αστός με τα όλα του. Όλα τα έκανε τάχιστα. Παράτησε νωρίς το σχολείο, άλλωστε για την οικογενειακή του παράδοση οι σπουδές ήταν περιττές. Αν και αργότερα τέλειωσε στο τεχνικό λύκειο λογιστής, γιατί όπως έλεγε και ο πατέρας του το σύγχρονο της εποχής απαιτούσε γνώσεις για να μην στα παίρνει τσάμπα το κράτος. Από νωρίς μπήκε στην δουλειά και νωρίς ανάλαβε την διαχείρισή της. Αφού ένα πρωινό ξαφνικά ο γερο Ταχής έκανε τεμενά, όπως πικρόχολα ακούστηκε, πάνω στην ταμειακή του μηχανή. Νωρίς παντρεύτηκε, στα τριάντα του είχε κιόλας τρία παιδιά , το μεγαλύτερο οκτώ ετών. Χώρισε στα τριανταδύο και παντρεύτηκε μια Βουλγάρα που δούλευε στο μαγαζί του. Με αυτήν δεν έκανε παιδιά. Ήταν η καθυστερημένη του εφηβεία που αναδύθηκε, ή ίσως ο έρωτας, αφού και τη γυναίκα του ακόμη την είχε διαλέξει με προξενιό ο πατέρας του. Για να ενώσουν τις περιουσίες τους με έναν συνάδελφό του, λαδέμπορο και αυτόν και κατά σύμπτωση επίσης Γρηγόρη στο όνομα και στην ουσία. Ο Γρηγόρης λοιπόν έτρεχε, τώρα αν έκανε και κάτι άλλο κανείς με βεβαιότητα δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Μια γυναίκα μαρτύρησε ότι τον είχε δει ένα καυτό καλοκαιρινό μεσημέρι να κάνει μπάνιο στην παραλία, αλλά και αυτό αναιρέθηκε σύντομα, αφού εκτός του ότι δεν έβλεπε καλά - είχε κάνει εγχείρηση στα μάτια της πρόσφατα -, την ίδια ώρα ο ήρωάς μας τραπέζωνε κάποιους Ιταλούς εμπόρους σε ψαροταβέρνα στην προκυμαία. Ένας άλλος είπε ότι τον πέτυχε βράδυ να ψαρεύει στο λιμάνι, αλλά από μεθυσμένο που δε βλέπει τη μύτη του μην περιμένεις αλήθεια. Την τελευταία φορά που κάτι ακούστηκε ήταν από ένα βοσκό , ότι δήθεν μάζευε σπαράγγια στο ρέμα δίπλα στον άγιο Σώστη. Παραμύθια, σπαράγγια στο κατακαλόκαιρο. Μάλλον πρέπει να δωροδοκήθηκε από τον Ταχή, διότι με βάση το μάρκετινγκ, όπως το είχε καταλάβει από ένα άρθρο σε μια οικονομική εφημερίδα, έκρινε και αυτός ότι έπρεπε να αποκτήσει φιλικότερο στο εμπορικό και καταναλωτικό κοινό πρόσωπο. Έτσι έβλεπε τους συνανθρώπους του. Και πολλά πολλά δεν είχε με κανέναν. Μόνο πάνω στη δουλειά. Εκεί ήταν εξπέρ. Πέραν τούτου όμως μηδέν. Πόλεμος στη Σερβία, δεν βαριέσαι. Όπως έλεγε απερίφραστα και ο ίδιος:
- Εμένα εκτός της οικογενείας μου και της τσέπης μου δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο.
Ήταν άλλωστε και ο λόγος που τον έκανε τόσο αυτόν όσο και την οικογένειά του κυρίους στην τοπική μας κοινωνία. Νομοταγείς και ευϋπόληπτους πολίτες. Ψήφιζε αστικά κόμματα και μάλιστα ενίσχυε οικονομικά και κάποιους βουλευτές στο νομό. Αυτή ήταν και η μόνη φιλανθρωπία που έκανε, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ο τζόγος όπως ο ίδιος αποκαλούσε την εν λόγω χρηματοδότηση.
- Άλλος με το χρηματιστήριο, άλλος με τις εκλογές, έλεγε γελώντας. Στο κάτω-κάτω έχω μεγαλύτερη ασφάλεια για το κεφάλαιό μου, υψηλότερους τόκους και σίγουρη επένδυση.
Κάποτε έδωσε όμως για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας. Αν και μετά από χρόνια σε μια ζάλη του ο παπάς αποκάλυψε ότι τον είχε υποχρεώσει αυτόν και άλλους ενορίτες να του πουλήσουν το λάδι τους σε εξευτελιστική τιμή. Έδινε δάνεια, με τόκους μικρότερους των τραπεζών βεβαίως και άμα δεν είχες να τον ξεχρεώσεις σου έκανε κατάσχεση αδιαφορώντας για την συνέχεια. Όχι τη δική του, αφού τα ήξερε όλα ή έτσι τουλάχιστον απαντούσε σε όποιον έκανε το λάθος να τον ορμηνέψει για οτιδήποτε. Όπως τότε που η θεία του, από την μάνα του, η χήρα, βλέποντάς τον να τρέχει αλύπητα του φώναζε μέσα στο μαγαζί του:
- Πού τρέχεις παιδάκι μου, τι τρέχεις έτσι και πας σαν πιωμένος στο ραντεβού;
Αυτό του το έλεγε συχνά. Ποτέ δεν τη ρώτησε για ποιο ραντεβού του μιλούσε, υπέθετε πάντοτε ότι η θεία ήξερε το πρόγραμμα της ημέρας του. Η θεία του δεν ήξερε ούτε τι μέρα είναι, τουλάχιστον από τότε που εκτελέστηκε το μονάκριβο παιδί της στον εμφύλιο. Ήξερε μόνο αυτά που ήθελε, και ο Γρηγόρης, όσο κι αν ποτέ δεν της έδωσε καμιά ιδιαίτερη σημασία, της θύμιζε το γιο της, σαν εικόνα έστω που η συγγένεια μόνο μπορεί να δώσει. Την ένοιαζε αυτό το παιδί. Όμως δεν άκουγε κανέναν.
- Τι βιάζεσαι, παιδάκι μου, του έλεγε ξανά και ξανά. Το μόνο σίγουρο είναι το ραντεβού σε αυτήν την ζωή.
Αλλού ο Γρηγόρης. Πάει, τα έχασε η θεία μου, έλεγε όταν την άκουγε να του φωνάζει και συνέχιζε να τρέχει για να προλάβει το κύλισμα των νομισμάτων και το κατρακύλισμα της ουσίας της ζωής του. Ώσπου μια μέρα τρέχοντας έφτασε στο μαγαζί. Τρέχοντας άνοιξε την μηχανή, είχε κρατήσει την ίδια με τον πατέρα του. Τρέχοντας άνοιξε το κουτί με τα λεφτά. Μέτρησε, χαμογέλασε και έπεσε πάνω τους. Σε μια στιγμή έφυγε τρέχοντας στο πιο προσωπικό του ραντεβού, το ραντεβού του θανάτου. Ο Γρηγόρης ο ταχύς, όπως γρήγορα γεννήθηκε κατά πως έλεγε ο πατέρας του, γρήγορα έφυγε όπως όλοι συμφωνήσαμε τη μοναδική μέρα που μας κέρασε καφέ, τον πιο πικρό όπως και να 'χει, στην πλατεία της πάνω πόλης.
Ο μπάρμπα Μήτσος έστριψε τσιγάρο, κοίταξε κατά τη θάλασσα και αναρωτήθηκε αν ο γιος του έπιασε τίποτα με τα δίκτυα.
Χαιρετηθήκαμε και ο καθένας έφυγε για τον κόσμο του.


-------------
* Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ (διήγημα)

Κοίταξε και ξανακοίταξε επίμονα. Μέσα σε ένα κομμάτι καθρέπτη έβλεπε το χρόνο να κυλάει στα μονοπάτια του έσω εαυτού του. Αργά αλλά σταθερά, σαν ένα ποτάμι που διασχίζει το στέρεο μέχρι να συναντηθεί με την αλμυρή του φύση. Η ζωή του όλη έμοιαζε μια ατελείωτη διαδρομή που ήξερε όμως το τέλος της. Όταν τον ρώταγες, πάντοτε σου απαντούσε αινιγματικά για κάποιο ραντεβού αφήνοντας αδιευκρίνιστο όμως το πότε το πού και το πώς. Κάποτε τον πίεσα ιδιαίτερα και μου ομολόγησε ότι τούτο το προνόμιο το έχουν μόνο οι άγιοι. Άλλαξε την κουβέντα και μου έδειξε επίμονα ένα σπουργίτι που χαριεντιζόταν με τα φύλλα μιας κατάνθιστης ελιάς.
Εκείνη την ημέρα κλάδευε τα ιερά δένδρα. Ήταν όλο χαρά . Πίστευε πολύ σε τούτο που έκανε. Μου έλεγε ξανά και ξανά :
- Όπως ο γιατρός Φώτη, καθαρίζεις τα ξερά, κόβεις τα περσινά κλαριά, την πειράζεις τόσο ώστε να σου αρέσει, αλλά και να περνάει με ανοιγμένα τα φτερά του όποιο μικρό πετούμενο το επιθυμήσει να κάνει τα νάζια του στον άνεμο.
Παράξενος άνθρωπος. Δεν το έκανε, όπως και τίποτα ίσως για κέρδος και ίδιον όφελος. Απλά ήταν υποχρέωσή του απέναντι στην ομορφιά που τον περιέβαλλε να την υπηρετεί με ευλάβεια. Δεν υπήρχαν για αυτόν παραγωγικά και μη παραγωγικά δένδρα, την ίδια αξία είχε κάθε τι στον κήπο του. Όσο κι αν θύμιζε αγροτική έκταση, μόνο αγρότη δεν μπορούσες να τον πεις, αφού και κείνος δήλωνε δάσκαλος όταν του θύμιζες την ζωή του πριν από την σύνταξη. Άλλωστε εκείνο που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν ο τρόπος που πλησίαζε την πλάση, στον βαθμό που θύμιζε μαζί του εκκλησία στην διάρκεια λειτουργικού μυστηρίου.
Ένα δειλινό τα έχασα. Ήταν δίπλα στην ρεματιά και κοίταζε την πρόοδο μιας κουτσουπιάς. Άνοιξη και η εν λόγω είχε ντυθεί στα πιο λαμπρά της άνθη. Παπάς μπροστά στην ιερά πύλη ο δάσκαλος. Δεξιός ψάλτης λαλούσε ένας κρυμμένος κότσυφας και αριστερός το κελάρυσμα του ξεροπόταμου, που ακόμη συναντούσε στο έβγα του την ήρεμη θάλασσα, πριν την καλοκαιρινή του απουσία. Το εκκλησίασμα, μια σειρά από κλήματα με φορεμένα τα φρέσκα τους φυλλώματα και συλλειτουργοί του κάποιες ελιές ντυμένες στα πλούσια καταπράσινα άμφιά τους, ως δεόμενοι με τα χέρια ψηλά και ανοιχτά τα κλαδιά τους για να δεχτούν την βραδινή δρόσο. Γύρισε, με κοίταξε με γλυκύτητα γνέφοντάς μου να πλησιάσω σιωπηλά όπως ταιριάζει σε ακούσματα που έρχονται κατευθείαν από το φως. Μείναμε άφωνοι για ώρα και υποδεχθήκαμε όλοι μαζί την νύχτα που σκέπασε τις εικόνες της μέρας με το μαύρο της φόντο. Ακούστηκε το πρώτο τριζόνι και βγήκαμε στον δρόμο για τον γυρισμό ακολουθώντας το μονοπάτι με τις πυγολαμπίδες. Ευχέτις της νύχτας ακούστηκε από μακριά ο γκιόνης και η μαγεία διακόπηκε από το αιώνια μωρουδίστικο φέρσιμο των σκυλιών που τρέξανε να υποδεχτούνε τους ερχόμενους. Χάιδεψα λίγο τα ζώα και έφυγα. Κείνη την φορά δεν είπαμε τίποτα, αν και η σιωπή μας λαλίστατη περιέγραφε με τα πιο ζωντανά της σύμβολα το μεγαλείο της ανθρώπινης επικοινωνίας, απεγκλωβισμένης από την ανάγκη των ήχων και των κινήσεων. Σπάνια στιγμή, όπως και τότε που χωρίς να το ξέρει τον παρατηρούσα να περιποιείται τις τριανταφυλλιές του. Ήταν τέλη Γενάρη, ο ουρανός φορτωμένος αλλά άνυδρος και ο κηπουρός
σκυμμένος μίλαγε και ανάσαινε στον ίδιο ρυθμό, άγνωστο για μένα αλλά σαφώς ερωτικό και περιέργως χαλαρωτικό για την αστική μου φύση. Με βρήκε με τα μάτια του σαν να το ήξερε ότι ήμουνα εκεί ώρα, με καλωσόρισε και πήγα κοντά. Τα χέρια του ήταν μες στα αίματα. Ανησύχησα και έτεινα να βοηθήσω. Χαμογέλασε και για να με καθησυχάσει μου έδειξε τα αγκάθια των λουλουδιών.
- Είναι άγρια, μου είπε, όσο κι αν τα έχουμε στους κήπους μας είναι διαφορετικά, για τούτο δεν ξέρουν να φερθούν ανθρώπινα στην αγάπη που θέλουν να σου προσφέρουν.
Μου έδειξε πως τις κλαδεύουμε κι όταν ενθουσιάστηκα έτρεξε από το χέρι μου κόκκινη στάλα που χάθηκε στα πέταλα ενός τελευταίου ανθού. Τότε κατάλαβα τα λόγια και συνέχισα ακολουθώντας την ανάσα του πόνου, αφιέρωση στο βωμό της θυσίας και την προσδοκία μιας ανοιξιάτικης ανάστασης που κυκλικά συντελείται στην φύση μετά την χειμερινή δοκιμασία. Και όντως κείνη την άνοιξη συναισθάνθηκα την Λαμπρή, παρέα με τις τριανταφυλλιές που ολάνθιστες και ανανεωμένες απολάμβαναν τον ήλιο της μεσσηνιακής γης.
Ήταν άλλος άνθρωπος, όπως έλεγε και ο ίδιος, παλαιϊκός. Τόσο παλιός, που μέθαγε από τα αρώματα των γερανιών όταν τα καλλώπιζε διώχνοντας τα ξερά τους φύλλα. Τι θεσπέσιο άρωμα. Μια φορά τον ακολούθησα σε αυτό το μονοπάτι της αίσθησης μέχρι που πλέον δεν άντεχα την ζάλη.
- Τα βλέπεις, μου φώναζε γελώντας, όλος ο ήλιος, η αλμύρα και ο ιδρώτας της γης μας σε μια μυρουδιά. Σε μια στιγμή. Σε μια πνοή που είναι και δική σου και αναδύεται στο ύψος του ουρανού που τα περιβάλλει και μας μαζί, σε τούτο τον χορό των υπάρξεων που πανηγυριώτικα δοξάζει τον ποιητή.
Ποτέ όμως δεν μου τον επέβαλε. Όσο κι αν τον ρώταγα επέμενε ότι μια μέρα θα μου συστηθεί μόνος του.
- Αρκεί να το θέλεις. Κάποια μέρα θα σου χαριστεί, γιατί δεν καταχτιέται αλλά χαρίζεται μέσα από τα απλά στους ταπεινούς που έχουν αρνηθεί την πιθανότητα να τον γνωρίσουν. Σαν θαύμα λοιπόν κάποια μέρα θα σου αποκαλυφθεί.
Έτσι ο μέγας κηπουρός έμενε άγνωστος, ο γνωστός μου όμως και πολύ αγαπητός δάσκαλος συνέχισε να με οδηγεί στα μονοπάτια των καλλιεργητικών μυστικών, σύμφωνα πάντοτε με τις ανάγκες και την πρόοδό μου. Όπως τότε που φορτωμένο από τα καθημερινά προβλήματα με πήρε από το χέρι και με ξενάγησε στον κήπο με τα βότανα και τα μυρωδικά του.
- Κοίτα τους ανθούς της λεβάντας, σκύψε- με παρότρυνε- και χάιδεψέ την, μύρισε την παλάμη σου.
Ήταν ένα ταξίδι. Με το πλοίο της γραμμής αρμενίσαμε: λεβαντίνη, μαντζουράνα, δυόσμος, βάλσαμο, θυμάρι, βασιλικός. Αποπλεύσαμε στα γιασεμιά κάτω από μια τεράστια στεφανωτή, δίπλα από τα μπουγαρίνια που τα κοίταζε με τα λουλουδάτα της μάτια η άοσμη μα πανέμορφη καμέλια του ξεναγού. Μετά από αυτό η ματαιότητα της καθημερινότητας φάνταζε ναυτικά μίλια μακριά. Ακόμη και στον ύπνο μου εκείνο το βράδυ έπλεα σε πελάγη ήσυχα και θάλασσες όλο καλοσύνη, χρώματα και μυρωδιές.
Μια νύχτα, θυμάμαι τον άκουσα να λέει πάω σε αγρυπνία. Υπέθεσα και γώ ότι θα κάνει προσκυνηματική έξοδο. Με τα ρούχα της δουλειάς; Αναρωτήθηκα. Τον ακολούθησα. Πήγε στο δέλτα του ποταμού, κάθισε σε στάση ξεκούρασης και αμίλητος κοιτούσε τα αστέρια. Ολόγυρα κόαζαν μυριάδες βατραχάκια.
- Προσεύχονται, μου είπε και χάθηκε ξανά με τα μάτια του ακροπατώντας στα μύρια χρωματιστά βότσαλα του ουρανού.
Ήταν μυστήριος άνθρωπος. Μοναχικός. Αν και ο ίδιος, όποτε του πρόβαλλα τις δικές μου ανασφάλειες λέγοντάς του πως ζει μόνος στην ερημιά, μου απαντούσε κοφτά.
- Ποτέ δεν είμαι μόνος. Τόσες ζωές ολόγυρα πλημμυρισμένες από τον Λόγο που χαρίζει επιπλέον σε μας την ψυχή.
Με τρόμαζε λοιπόν και αποσυρόμουνα στην δική μου ερημία, αφού πάντοτε σε τέτοιες στιγμές προσέφευγα στα φώτα της πόλης. Μα ποτέ μέσα στη θαλπωρή του νέον δεν έζησα την ησυχία που μου χάρισε, μια μέρα σκοτεινή για την ψυχή μου και ολοφώτιστη για την βοήθειά του, ο παράξενος κηπουρός.
- Σήκω πάνω, με παρακίνησε, πιάσε το νερό και έλα να ποτίσουμε τα ξινά.
Του είχα εμπιστοσύνη, έτσι ξεπέρασα την τεμπελιά της βαριάς ημέρας και αφέθηκα στην φροντίδα κάποιων άλλων υπάρξεων. Δεν έβλεπα όμως καλυτέρευση και αδημονώντας για κάτι τον κοίταξα με απορία.
- Πάρε παιδί μου μια ανάσα. Αυτό σου λείπει. Μια ανάσα.
Τι ήταν εκείνο! Όλος ο ανθός της λεμονιάς μπήκε από τα ρουθούνια, συνέχισε μια διαδρομή στα σπλάχνα μου και στύλωσε την ψυχή μέσα από την λήθη και την αισιοδοξία που προσφέρει το νέο το καινό.
- Βλέπεις πόσο απλά, ανακουφισμένος σαν να αισθανόταν αυτός την ακηδία. Πόσο μας αγαπούν τα άκακα και μας φροντίζουν απλώνοντας την ματαιότητά μας να λιαστεί στο ιαματικό λουτρό του φωτός.
Είχε ένα δικό του τρόπο να καταλαβαίνει τον κόσμο. Να ανθίζεται τον κόσμο, όπως χαριτωμένα έλεγε. Κάποτε ένας ξένος μπήκε στον κήπο του και μη διακρίνοντας, λόγω έλλειψης παιδείας προφανώς, τα λουλούδια του, πατούσε πάνω τους δοξαστικά χωρίς να καταλαβαίνει το έγκλημά του. Δεν του είπε τίποτα, τον κοιτούσε με κατανόηση ακούγοντας τα προβλήματά του και τον ξεπροβόδισε χαρίζοντάς του έναν ανθό ίδιο με αυτούς που πατούσε. Είχα μείνει άλαλος. Μου ερχόταν να πιάσω τον επισκέπτη και να του χώσω το κεφάλι στην θάλασσα μπας και ξυπνήσει. Ο δάσκαλος το πρόσεξε. Όταν έφυγε λοιπόν, ίσως για πρώτη φορά ήταν τόσο στενοχωρημένος μαζί μου.
- Είναι και ο άνθρωπος ανθός. Ο ομορφότερος και σπουδαιότερος. Θέλει όμως και αυτός κλάδεμα και πότισμα , βοτάνισμα και λιπάρισμα, θέλει φροντίδα και ο απερχόμενος δεν την έχει, δεν την είχε ποτέ αλλά ίσως την αποκτήσει.
Εις πείσμα μάλιστα της δικής μου αντίληψης ακόμη και τα πατημένα λουλούδια αναστήθηκαν και μάλιστα γίνανε λαμπρότερα από πριν.
Τα μαθήματα κηπουρικής κράτησαν χρόνια. Άλλοτε με συνέπεια και άλλοτε ανάμεσα στα διαστήματα που δημιουργούσε ο δικός μου κυρίως χρόνος και οι απαιτήσεις της ζωής. Κάποια μέρα με φώναξε επίμονα να πάω να τον δω. Ήταν εκεί και κάποιοι άλλοι καλοί φίλοι. Ο δάσκαλος είχε πια γεράσει πολύ. Είχε και προβλήματα με την καρδιά του. Υπέφερε χρόνια για την αλήθεια. Και πάντοτε όταν του το θύμιζες η απάντηση του ήταν γελώντας.
- Είδατε που έχω καρδιά; Από πρωίας είχε ετοιμασίες. Περιποιήθηκε, φόρεσε το γιορτινό του κουστούμι και συλλογισμένος κοίταξε επίμονα τον εαυτό του μέσα στο μισοκατεστραμμένο από τα χρόνια καθρέπτη του. Μας έστρωσε ένα πλούσιο τραπέζι με όλα τα αγαθά του μποστανιού του και ψωμί ζυμωτό, κρασί κόκκινο δικό του. Κάτσαμε. Υψώσαμε τα ποτήρια και ευχηθήκαμε υγεία και καλή ζωή. Ένας μόνο δεν πρόλαβε να πιει. Ο κηπουρός μας, έπεσε καταγής και σαν να πάλευε με κάτι. Ήταν και ο αγαπημένος του γιατρός στο τραπέζι. Έπεσε πάνω του κάνοντας τα ανθρώπινα δυνατά. Του κρατούσα το χέρι και ξάφνου ένιωσα μια τρομερή δύναμη να στρέφει το πρόσωπό μου προς τον ουρανό. Με τύφλωσε το φως. Γύρισα προς τον γιατρό. Έφυγε, μου λέει. Κοιμήθηκε του απαντώ.
Τώρα κάθομαι στον ίδιο τόπο με τον δάσκαλο. Συνεχίζω να φροντίζω τις ομορφιές του με τη δική μου λογική δείχνοντας με τη σειρά μου σε κάποιους άλλους τον παλαιικό τρόπο που του αξίζει ακόμη να υπάρχει. Ακόμη δεν έχω δει τον μέγα κηπουρό αλλά νομίζω ότι κάποτε θα κοιμηθώ και στο όνειρό μου ίσως βρεθώ στους κρεμαστούς κήπους που, ξέχασα να σας πω, μου υποσχέθηκε κάποτε ο δάσκαλος. Κανείς όμως δεν ξέρει αν θα του χαριστούν.


----------
*Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο βιβλίο: Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δ. Γ. Μαγριπλή), Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα, Σοκόλης, Αθήνα 2007.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Φώτη Αδάμη, ΚΑΦΕΣ ΣΚΕΤΟΣ (διήγημα)

Έβγαλε το μπρίκι του καφέ από την φωτιά, τον σέρβιρε τελετουργικά στο φλιτζάνι και κάθισε στo μπαλκόνι να απολαύσει το ρόφημα.
Κάθε μεσημέρι, μετά το γεύμα, ακολουθούσε με στρατιωτική ακρίβεια η τελετή του καφέ. Τον χειμώνα δίπλα στο τζάκι και όταν έφτιαχνε ο καιρός στο μπροστινό μπαλκόνι. Από εκεί κοιτούσε τον κεντρικό δρόμο. Έτσι έλεγχε αδιάκριτα τα νέα που περιδιάβαιναν αναγκαστικά μπροστά από το σπίτι του.
Εκείνη τη μέρα τον περίμενε μια έκπληξη. Κόσμος πολύς, σε στοίχιση διαδήλωσης, σαν να βάλθηκε όλο το χωριό να παρελάσει μπροστά από το ραχάτι του Σωτήρη. Τα έχασε και, έντονα κοινωνικός καθώς ήταν πάντοτε, κατέβηκε να ανταμώσει το πλήθος. Ήταν πρώτη του Μάη και όσο κι αν βρισκόμασταν στο νέο μεσαίωνα της παγκοσμιοποίησης, ο Σωτήρης, παλιός αριστερός, υπέθεσε σε ανάσταση του ταξικού φρονήματος. Άλλωστε ήταν ακόμη σαρακοστή και τα γεγονότα έχουν μια ιδιαίτερη μεταφυσική τάση, ίσως λόγω των ημερών. Σε αυτό τον διαβεβαίωσε και ο Παναγιώτης, παλιός σύντροφος στον Ρήγα και νυν ζηλωτής χριστιανός. Όχι ότι ο Σωτήρης δεν πίστευε. Με το δικό του όμως τρόπο. Πράγμα που ανησυχούσε το φίλο του, στον βαθμό που κάθε απόγευμα στο καφενείο του έλεγε με τόνο πατρικό:
- Η σωτηρία της ψυχής περνάει και μέσα από την πόρτα της εκκλησίας.
Είχε να τον δει μέρες. Ανέβηκε στην Αθήνα για δουλειές και έτσι ο Σωτήρης εκτός των πατρικών παραινέσεων έχασε και τη μοναδική του πύλη στα νέα της περιφέρειας. Το μυστήριο ήταν ότι πάλι δεν τον έβλεπε, ενώ περίμενε να τον ανταμώσει πρώτο και αγωνιστικό κάτω από το πλατύσκαλο του σπιτιού του.
- Α, ρε Παναγιώτη, σε έφαγαν οι μακριοί σταυροί και η συντήρηση, σκέφτηκε και έκανε να ανακατευτεί στον κόσμο.
- Γεια σου, συναγωνιστή Σωτήρη, άκουσε μια γνώριμη φωνή.
Γύρισε κατά το γυμνάσιο και είδε έναν κουστουμάτο τύπο, γύρω στα σαράντα, που του γελούσε όλο χαρά.
- Ο Γιάννης είμαι, ρε.
Ο Γιάννης ο αποστάτης που πήγε στο κυβερνητικό κόμμα και έγινε γενικός δερβέναγας στο υπουργείο. Ήταν όμως αργά για να κάνει ότι δεν τον είδε. Είχε χρόνια να του μιλήσει, αφού τα καλοκαίρια που ερχότανε στο χωριό για λίγες μέρες μόνο, ο Σωτήρης απέφευγε συστηματικά να τον απαντήσει. Ήταν όμως αναπόφευκτο.
- Τι κάνεις, ρε Γιαννάκη, πώς πάει η επανάσταση της τρίτης του Σεπτέμβρη;
- Πάντα είρωνας και ρομαντικός, Σωτηράκη. Ας είναι.
Διόρθωσε το ρόλεξ του και αποσπάστηκε στον χαιρετισμό κάποιου παρατρεχάμενού του. Ο Σωτήρης βρήκε την ευκαιρία να φύγει μπροστά. Περπατούσε με το κεφάλι σκυμμένο όχι από κατσουφιά αλλά από θαυμασμό στα υπέροχα πόδια της μπροστινής του. Εργένης όντας, ποτέ δεν άφηνε τον πειρασμό να φύγει άπραγος. Ήταν η Στέλλα. Πόσα χρόνια! Φιλήθηκαν. Μεγάλη κοπέλα πια, παντρεμένη με δύο παιδιά, υπάλληλος της ΔΕΗ, μόνιμος κάτοικος της πρωτεύουσας.
- Τι κάνεις μουσουδίτσα, πώς είναι η έντονη ζωή; της είπε πειραχτικά.
- Ποια ζωή, ρε Σωτήρη, δουλειά - σπίτι και το Θόδωρο τον βλέπω μόνο τα πρωινά, λίγο προτού φύγουμε για την δουλειά. Άστα, θυμάσαι τα κλάμπινγκ, τα μπανάκια στην παραλία του Ρωμανού, τα ατελείωτα φραπεδάκια στην πλατεία; Πάνε αυτά. Τώρα τρέχουμε και ελπίζουμε στην σύνταξη, αν καταφέρουμε να την πάρουμε και αυτή.
- Τι λες, μουσουδίτσα. Έχεις δύο παιδιά, έφυγες από το χωριό χωρίς μέλλον και αποκαταστάθηκες, έχεις την αξιοπρέπειά σου, έναν καλό άντρα. Γιατί τέτοια στενοχώρια;
- Πες τα, ρε Σωτήρη, έκανε ο Θόδωρος όλο χαρά.
- Γεια σου ρε στρατηλάτη, αναφώνησε ο Σωτήρης. Αλλά και πρωτομαγιά μεταμοντέρνα χωρίς ούτε ένα πανό ούτε ένα σύνθημα τι είναι και αυτό ;
- Οι καιροί, γίγαντα, πάνε αυτά, τώρα την πρωτομαγιά μόνο για στεφάνι πάνε οι εργάτες.
- Τι λέτε εκεί;
Ο Τάκης. Αγρότης από τα γεννοφάσκια του. Αν και λεφτάς πια λόγω καρπουζιών αμετανόητος κουκουές.
- Κου-κου-έ αλ-λα-γή δεύτερη κατανομή. Ο Κωστάκης ο έμπορας, με τόνο ρυθμικό, χαιρέτησε την παρέα.
- Άσε ρε καπιτάλα, του αντιφώνησε ο Τάκης.
- Κάτσε και θα δείτε, έρχεται ο συνονόματος στην εξουσία.
Ε, λίγο έλειψε να τον χαιρετήσουν θερμά οι υπόλοιποι. Έτσι ο Κώστας έτρεξε να προλάβει τη γυναίκα του, που αλλοδαπή ούσα δεν πολυκαταλάβαινε από ελληνικό χιούμορ. Η πομπή πέρασε το γήπεδο. Στην άκρη του δρόμου η κυρία Γεωργία η ανθοπώλης έλαμπε από ευτυχία.
- Ξεπούλησε σήμερα, ψιθύρισε η Μαρίκα στο αυτί του Σωτήρη συνωμοτικά.
- Φραγκοφονιάδες, Μαρίκα μου, της αντείπε και τη ρώτησε για τον άντρα της, που ήταν μήνες άρρωστος στο νοσοκομείο.
- Χάλια, Σωτήρη, από το κακό στο χειρότερο. Οι γιατροί τού είπαν να κανονίσει τα κληρονομικά του. Δάκρυσε.
Της χάιδεψε τα μαλλιά και της είπε υπομονή. Δεν ήξερε τι άλλο να πει, ώσπου σαν από μηχανής θεός ο Ανάργυρος τον τράβηξε ιδιαιτέρως.
- Τι έγινε με το λάδι, ρε Σωτηράκη;
- Στο έστειλα, Ανάργυρε, εχτές με των έντεκα. Αν ήξερα ότι θα σε έβλεπα σήμερα θα στο έδινα επιτόπου. Η Νίτσα καλά; Τα παιδιά; Ο θείος;
- Όλοι καλά. Εγώ δεν πάω καλά με την δουλειά.
- Γιατί;
- Μας έχουν απλήρωτους έξι μήνες από το πρόγραμμα. Δημόσιο σου λένε μετά. Δεν καθόμουνα στο χωριό με τα φροντιστήρια. Ήθελα επιστημονικές έρευνες και δημοσιότητα. Ας είναι καλά η γυναίκα με το μισθό της. Έτσι ζούμε.
- Κάνε υπομονή, ρε ανιψιέ. Κάτι θα γίνει, θα δικαιωθείς κάποια μέρα. Θα δεις.
- Όπως οι μεγάλοι ποιητές, Ανάργυρε, μετά θάνατον, είπε με συμπάθεια ο Αντρέας.
Σαρανταδύο χρονών, αναπληρωτής καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Και με το πόδι κουτσό μετά το ξύλο που έφαγε από τους αστυνομικούς στις διαδηλώσεις, όταν δίνανε τις εξετάσεις της ντροπής επί Αρσένη. Τον παράτησε και η Ελενίτσα, κουράστηκε η κοπέλα από την μιζέρια και παντρεύτηκε το Νίκο τον κρεοπώλη. Κανένα κοινό, αλλά δεν βαριέσαι, πολλά λεφτά και η εν λόγω ήθελε πια λεπτά αισθήματα.
Η πομπή πέρασε και τα τελευταία σπίτια του χωριού.
- Βρε, πού πάμε; αναρωτήθηκε ο Σωτήρης.
- Ο Μάιος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ…. μια παρέα από πιτσιρίκια έδωσαν με αφέλεια την απάντηση.
Ο Λάμπης ίσα που δεν τα χαστούκισε.
- Άσε, ρε Λάμπη, τα παιδιά.
- Δεν σέβονται τίποτα, Σωτήρη.
- Παιδιά είναι, Λάμπη μου, παιδιά. Θυμάσαι τι κάναμε εμείς; Τότε με την Ακριβή και την αδελφή σου τη Μάρθα, που πετούσαμε πέτρες στις κοπέλες από την Αθήνα στο κτήμα του μπάρμπα Μήτσου; Πώς δεν τις σκοτώσαμε τις άμοιρες.
- Δίκιο έχεις Σωτήρη. Αλήθεια, χαιρετίσματα από την Αννούλα. Δεν μπόρεσε να κατέβει. Έχει μπλέξει με την εταιρεία που δουλεύει, ούτε οκτάωρο, ούτε αργία, ούτε άδεια. Εκσυγχρονισμός βλέπεις, προοδεύσαμε.
Ο Σωτήρης γέλασε και κοντοστάθηκε. Δεν είχε κουραστεί αλλά είχε θυμηθεί την Ακριβή. Ο μεγάλος έρωτας. Έφυγε όμως νωρίς από το χωριό. Πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και έμεινε εκεί. Σπάνια ερχόταν και από επικοινωνία σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Μάθαινε βέβαια πού και πού νέα της από τον Λάμπη. Είχε πάψει όμως να τον ρωτάει γιατί, όποτε το έκανε, μετά ήταν μια μέρα άρρωστος από τη νοσταλγία. Αλήθεια πού να είναι τώρα; Αναρωτήθηκε. Κοίταξε μπροστά τον κόσμο. Είχαν στρίψει στο χωματόδρομο που πήγαινε προς το κοιμητήριο. Πάνε να καταθέσουν στεφάνι στο μνήμα του γνωστού αγωνιστή, είπε και κίνησε για να τους προλάβει. Έκανε το σταυρό του. Έμπαινε στον τόπο της μνήμης και των νεκρών. Εκεί ήταν η μάνα και ο πατέρας του. Εκεί μια μέρα θα ξαπόσταινε και αυτός. Ο κόσμος ήταν μπροστά. Ήταν πολύς, γι’ αυτό και κάθισε στη σκιά του μεγάλου πεύκου, δίπλα στο παρεκκλήσιο. Η καμπάνα κτύπαγε πένθιμα. Ανατρίχιασε. Μα γιατί; Ο ιερέας διάβασε τη δέηση για την σωτηρία της ψυχής της δούλης του Θεού Ακριβής. Ο Σωτήρης έγειρε στον κορμό του δένδρου. Η καρδιά του χτύπαγε γοργά και τα μάτια του βούρκωσαν.
Στο καφενείο όλο το χωριό ήπιε τον πιο πικρό καφέ. Ήταν εκεί και ο Παναγιώτης. Κοιτάχτηκε με τον Σωτήρη.
- Σκέτος καφές, σύντροφε.
Ο Σωτήρης απόσωσε και σηκώθηκε να φύγει. Κοίταξε τον Παναγιώτη και γνέφοντας του ευχήθηκε.
- Καλή ανάσταση να έχουμε, αδελφέ μου.
Εκείνο το βράδυ, μεγάλη Τρίτη, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια στεκόταν δίπλα στον Παναγιώτη στην ακολουθία του Νυμφίου, με τη γεύση του απογευματινού καφέ καρφωμένη ακόμη στον ουρανίσκο του.


---------
* Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα» από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007.

Ο Φώτης Αδάμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Γ. Μαγριπλή), γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και από το 2000 επέλεξε να ζει στην όμορφη Κυπαρισσία του νότου. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Κοινωνική Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1999 αναγορεύτηκε Διδάκτορας της Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2006 εργάζεται ως διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αυτή είναι μια από τις πρώτες λογοτεχνικές του απόπειρες.

Φωτογραφία: Π.Κ.
Related Posts with Thumbnails