© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

π. Γεωργίου Λέκκα: ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΑΖΙ

Ημερολόγιο εκδημίας της Πρεσβυτέρας Ελένης Σαλταπίδα-Λέκκα 

[25/10/1965-24/9/2023]

Απόσπασμα 

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

ΔΑΜΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΘΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ;

Κριτική προσέγγιση στο βιβλίο: π. Παναγιώτη Καποδίστρια “ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ(νανοδιηγήματα), εκδ. Αληθώς 2022

Γράφει η ΤΑΤΙΑΝΑ Ε.-Γ. ΚΑΡΥΔΗ, Κοινωνική Λειτουργός 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Λόγος για το «ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ» (βιβλίο νανοδιηγημάτων) του Παναγιώτη Καποδίστρια και σκέψεις περί Διηγήματος

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ, Δρ Κοινωνιολογίας  και συγγραφέας

 Tempo24 

Θεωρώ ότι ζούμε σε μια εποχή που έχει κοπάσει η υπερπαραγωγή βιβλίων και ειδικά στο κομμάτι του ελληνικού  διηγήματος.

Θέλεις το υψηλό κόστος της έκδοσης; Θέλεις η αίσθηση  ότι υπέρλαμπρο αστέρι δεν γίνεται εύκολα κάποιος; Θέλεις η συνειδητοποίηση πως κέρδος από την συγγραφή δεν είχαν παρά ελάχιστοι κορυφαίοι του είδους, σε μια χώρα με περιορισμένο αναγνωστικό κοινό και μια γλώσσα  που, παρά την σημαντικότητά της, δεν ξεφεύγει του χαρακτηρισμού μειονοτικής, σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό;  Όπως και να έχει, λιγότερες εκδόσεις και κατά συνέπεια  λιγότερες προτάσεις γίνονται στο επίπεδο των αξιόλογων πονημάτων, που δεν σημαίνει και απαραίτητα ευπώλητων, μια και η παθογένεια του εύκολου κέρδους  ακόμη τυραννά τις όποιες επιλογές των λίγων εκδοτικών οίκων που συνεχίζουν να τυπώνουν, αλλά και  ορίζει την κοινή γνώμη, που  χειραγωγείται από τα επικοινωνιακά μέσα.  

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Για το βιβλίο του Παναγιώτη Καποδίστρια, “Θηριοδαμαστήριο”, Νανοδιηγήματα. Εκδ. ἀληθῶς Κέντρο Λόγου, 2022

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Παναγιώτης Καποδίστριας είναι παιδί της Ζακύνθου. Γεννήθηκε και ζει μόνιμα στο Μπανάτο/Βανάτο της Ζακύνθου, όπου ασκεί και τα καθήκοντα του Εφημέριου. Σπούδασε Θεολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας, κατέχει Μάστερ Θεολογίας, είναι Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Ζακύνθου, είναι εκπαιδευτικός στο Μουσικό Σχολείο στο νησί του και έχει διδάξει και στα ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Έχει γράψει πολλά, βραβεύτηκε το 2004 για την Ποίησή του από την Ακαδημία Αθηνών, ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά ιταλικά και αραβικά, είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και έχει τιμηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθώς και από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

“ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ”, νέο βιβλίο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια με 16 μικρά διηγήματα

Κυκλοφορήθηκε τα Χριστούγεννα του 2022 ένα νέο –πεζογραφικό αυτή τη φορά- βιβλίο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, με τίτλο “ΘΗΡΙΟΔΑΜΑΣΤΗΡΙΟ”, από τη σειρά των εκδόσεων του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου “Αληθώς”, με 48 σελίδες. Το εξώφυλλο κοσμεί μια εκφραστική ξυλογραφία της διάσημης χαράκτριας Άριας Κομιανού (+30.7.2015).

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Ρουλίτα Καλούδη: ΟΙ ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ (νέο διήγημα)


Οι οίκοι ανοχής στη Λεμονιά συνυπήρχαν με σπίτια που ανήκαν άλλα σε χωριάτες και άλλα σε χωραΐτες. Είχαν ανεβάσει τις εισπράξεις στα γειτονικά μαγέρικα και ταβερνάκια. Μικρά μοδιστράδικα είχαν αναδειχθεί σε οίκοι ραπτικής. Τα σατέν και οι δαντέλες ράβονταν από τόπια υφασμάτων που έρχονταν με τα πλοία της γραμμής από την Ιταλία. Οι κοπέλες των «σπιτιών» δημιουργούσαν αισθήματα ζηλοτυπίας στις κυρίες των κεντρικών οδών με τα ανοιχτά ντεκολτέ τους, τα φανταχτερά κραγιόν στα χείλη και τα έντονα χρώματα στις μπλούζες τους. Οι περισσότεροι τις είχαν συνηθίσει και δεν τις αποκαλούσαν «παστρικές». Κάποιοι όμως φώναζαν και ζητούσαν τακτικά από το δήμαρχο και το δεσπότη να τα κλείσει τα μπορντέλα που απείχαν τόσο λίγο από τον Άγιο Σπυρίδωνα και τη Μητρόπολη. Κάποιοι για να προστατέψουν την οικογένεια τους από τη θέα των μεθυσμένων πελατών, αυτών με τα καπέλα μέχρι τη μύτη, κάρφωσαν τα εξώφυλλα και η θέα ήταν αδύνατη. Μόνο τα γέλια τα λεγόμενα «χαρχάτουρα» έφθαναν ψηλά μέχρι τις σοφίτες.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Μαρία Κοτοπούλη: ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΡΟΔΟ (διήγημα)



Ήθελα τόσο να δω πώς αναπτύσσεται ένα, αποκομμένο από το φυσικό του περιβάλλον, «φυλακισμένο» Ρόδο, ώστε αποφάσισα να το επισκεφτώ στο δήθεν σπίτι του, το θερμοκήπιο. Έπρεπε να απομακρυνθώ αρκετά από την πόλη. Ήξερα ότι η διαδρομή αυτή είχε να μου προσφέρει, εκτός από τη χαρά της φυγής και τα σπάνια θέλγητρα της φύσης. Όμως παραξενεύτηκα σαν έφτασα εκεί. Επίπεδος ο χώρος. Αφρόντιστος. Χορταριασμένος. Πρόχειρα στημένο στέγαστρο, στο σχήμα μικρής καμαροσκέπαστης εκκλησούλας, καλυμμένο με διάφανο, χοντρό πλαστικό, γεμάτο άχνη. Έσπρωξα την πόρτα. Μπήκα. Το θέαμα εντυπωσιακό! Η φυλακισμένη ομορφιά, προκάλεσε το θαυμασμό μου, που έσβησε απότομα, καθώς ένιωθα την ανάσα μου να κόβεται. Μια βαριά ακαθόριστη μυρουδιά -να ήταν από θειάφι;- μου έφερνε ζάλη και ένα κόμπο στο λαιμό. Πιάστηκα από ένα πάσσαλο και αισθάνθηκα κάποιον να σπεύδει να με συγκρατεί, να μου σφίγγει το χέρι και να μου ψιθυρίζει στη γλώσσα των λουλουδιών: «Δεν ένιωσα ποτέ τον καθαρό αέρα να με δροσίζει, ούτε τον ήλιο να με ζεσταίνει με τις ακτίνες του. Δεν άκουσα ποτέ των Μελισσών τον βόμβο και δεν τους έδωσα τα πολύτιμα δώρα μου, ούτε πολύχρωμες πεταλούδες χάιδεψαν τα ροδοπέταλά μου. Μασκοφορεμένοι άνθρωποι, σε άσπρα σκάφανδρα κλεισμένοι, τριγυρίζουν γύρω μου, με ραντίζουν με δηλητήρια, στερώντας το άρωμά μου. Κι ύστερα, η βία στο λεπτό κορμάκι μου, ν’ ανθίσω πριν την ώρα μου, να με πουλήσουν στις αγορές του κόσμου…. πάρε με μαζί σου να ζήσω ελεύθερο, να δω, έστω για μια φορά, την αρμονία της φύσης».

Γεμάτη έκπληξη, ένιωσα να με σαϊτεύει η παρακλητική ματιά ενός Ρόδου, μισοκρυμμένου στις πτυχώσεις του φορέματός μου. Το κοιτούσα, πού όμως κουράγιο να του απαντήσω; Οι δυνάμεις μου με άφηναν σιγά, σιγά. Εκείνο, χωρίς να χάσει χρόνο, σκαρφάλωσε και χάιδεψε το μέτωπό μου.

«Έχεις χλομιάσει, μη μένεις άλλο εδώ μέσα, μπορεί και να πεθάνεις», μου είπε και με τσίμπησε με το αγκάθι του για να με συνεφέρει. Έντονος και κατ' ευθείαν στην καρδιά μου ο πόνος. Κατακόκκινη σταγόνα από αίμα, έσταξε στη Γη, ενώ συγχρόνως, με τραβούσε προς την έξοδο, γιατί ο επιστάτης, ένας χοντρός, βλοσυρός άνδρας, έτρεξε να μάθει τι συμβαίνει, κλείνοντας πίσω του, βίαια, την πόρτα, μα πρόλαβα να δω μια γυναικεία μορφή τυλιγμένη με λευκά ράσα, να τρέχει προς το μέρος μου κραυγάζοντας, ικετευτικά και απελπισμένα.

«Πρέπει να μαρτυρήσεις πώς είναι η ζωή μας εδώ μέσα, λιγοστεύουν μέρα τη μέρα τα «ψωμιά» μας, η ανάσα μας γίνεται βαριά, τα δηλητήρια συσσωρεύονται στα σωθικά μας. Με δυσκολία μας κρατούν τα πόδια κι οι αφεντάδες, μας πετούν στο δρόμο, μόλις διαπιστώσουν την ανημποριά μας». Θεέ μου, τα φαντάσματα αποκτούν υλική υπόσταση! Τρόμαξα! Πετάχτηκα έξω και να, ο Δάσκαλός μου, στήριγμα παντοτινό, με τη βιβλική μορφή του έστεκε μπροστά μου, λέγοντας:

«Η δουλεία υποβιβάζει την εργασία, να το θυμάσαι»!

Άρχισα να νιώθω καλύτερα στον καθαρό αέρα, ενώ τα λόγια του με βασάνιζαν και προσπαθούσα να καταλάβω, αν ο κόσμος αυτός ήταν πραγματικός ή του υποσυνειδήτου μου. Στα χέρια μου το μικρό Ρόδο, όρθιο, λούστηκε στο θάμβος του φωτός και ανατρίχιασε στο χάδι του ανέμου. Ανάσανε βαθιά κι έγειρε πάνω μου. Ο καθαρός αέρας τού προκαλούσε ίλιγγο. Το πήρα στην αγκαλιά μου, το νανούρισα τρυφερά και το άφησα να αποκοιμηθεί για να μπορέσει να προσαρμοστεί στην καινούργια του ζωή.

Όταν ξύπνησε, φαινόταν να έχει χάσει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Προσπαθώντας να το συνεφέρω, του είπα,

«Έλα, πάμε να σου δείξω τις ομορφιές του κόσμου που τόσο ήθελες να δεις».

«Εγώ θα σου τις δείξω, αλλά φοβάμαι πως θα πληγωθείς. Ξέρεις πού βρισκόμουν όλο αυτό τον καιρό;»

«Ποιόν καιρό; Λίγο πριν αποκοιμήθηκες στον κόρφο μου».

«Για μένα είναι αιώνας ό,τι για σένα, λίγα μόνο λεπτά... Ταξίδεψα στο χρόνο και στο χώρο, χωρίς να έχω υποψιαστεί τι είδους συγκινήσεις με περίμεναν. Είδα πράγματα πολλά, είδα τις ομορφιές και τις ασχήμιες. Έφτασα ως το 2100…».

«Εγώ, δε θα ζω ως τότε».

«Θα ζεις. Τίποτα δε χάνεται στο σύμπαν. Θα ζούνε τα παιδιά σου, θα ζει το πνεύμα σου για να τα προστατεύει και να τα οδηγεί! Αν βέβαια ανακόψετε την καταστροφή».

«Ποια καταστροφή, μικρό μου Ρόδο;»

«Ίσως θα έπρεπε να δεις από ψηλά τη γήινη σφαίρα, για να καταλάβεις. Μοιάζει με την ‘‘Κοιλάδα των δακρύων’’. Το νερό λιγοστεύει, τα δένδρα καίγονται, τα ζώα αργοπεθαίνουν κι αφήνουν το κορμί τους στο γεμάτο ραγάδες χώμα. Α, τι τρομερό! Είδα ελέφαντες με πόδια εντόμων…» είπε, το Ρόδο, ενώ στα μάτια τα δικά μου, πρόβαλλε ο πίνακας του Σαλβατόρ Νταλίi και νόμιζα ότι ήμουν μέρος του. Προσπάθησα να κρατηθώ από εκείνον τον οβελίσκο στη ράχη του ελέφαντα. Σε άλλη εποχή θα είχα βυθιστεί σε ρεμβασμούς, αλλά τώρα, μ’ έπνιγε η αγωνία, μήπως τα λεπτά πόδια του εντόμου, που αντικατέστησαν τα δικά του γεροδεμένα, δεν κρατήσουν τόσο βάρος και πέσω στο κενό και σκοτωθώ. Ζούσα τούτο τον εφιάλτη, ενώ το μικρό Ρόδο συνέχιζε την αφήγησή του, για να εντείνει, θαρρείς, ακόμα περισσότερο την απελπισία μου και με παρότρυνε να συνεχίσουμε το δρόμο μας.

«Περπατούσα μηχανικά, ώσπου φτάσαμε, πέρα, στην άνυδρη, διψασμένη έρημο. Ένα καρβέλι ψωμί κομματιασμένο. Τα ψίχουλα στην άμμο, ακόμα σκορπισμένα, κι ούτε ένα μυρμήγκι να τα σύρει στη φωλιά του, ούτε ένα πουλί να τα τσιμπήσει με το ράμφος του. Δυο μακρινές φιγούρες πέρα στον ορίζοντα, μ’ έκαναν να αμφιταλαντεύομαι στη μεταφυσική πολυπλοκότητα. Κι αν είναι αληθινές; Έλεγα. Την όψη αν έβλεπα, θα μπορούσα να καταλάβω αν είναι νεκροί ή ζωντανοί, γυναίκες ή άνδρες, φίλοι ή εχθροί».

Θεέ μου, ξανά ο Σαλβατόρ Νταλί, μ’ άρπαξε και με πέταξε στην έρημο. Ω, ναι, εγώ ήμουν η μία από τις δυο φιγούρες, ξεχασμένη στο χάος, χωρίς προσανατολισμό. Αν κατάφερνα να φτάσω στα ψίχουλα, μπορεί να εύρισκα το σωστό δρόμο», σκεπτόμουν. «Μα πώς να φτάσω ως εκεί; Πού να στραφώ, ποιον να φωνάξω για βοήθεια μέσα σε τούτη την “Έρημη Χώρα”;»

Αλλά η απαλή φωνή του Ρόδου, διέλυσε τη σύγχυση και μεγάλωσε τον τρόμο μου.

«Και τα πουλιά δεν βρίσκουν κλαδί για να φωλιάσουν και σωριάζονται στη γη νεκρά. Ούτε μια πεταλούδα, μια μέλισσα κι ούτε ένα τριαντάφυλλο. Μόνο σκουπίδια, βουνό από σκουπίδια, άχρηστα για τους λίγους, μα τόσο χρήσιμα για τους πολλούς. Τώρα, άχρηστα για όλους».

Μέσα σε μία χρωματική πανδαισία, πέρα μακριά, είδα τον Σπύρο Βασιλείουii, να ζωγραφίζει «Σκουπίδια». Ίσως, με τα αναρίθμητα χρώματα της παλέτας του και τους ποιητικούς συνειρμούς του, να ήθελε να τονίσει τη σημαίνουσα αξία των ευτελών πραγμάτων, των «Μικρών τίποτα», που θα έλεγε ο Θεϊκός Mozart.

Γρήγορα, όμως, τα χρώματα χάθηκαν κι άλλος εφιάλτης με τριγύρισε καθώς το Ρόδο, μιλούσε για κάδους απορριμμάτων γεμάτους από ανθρώπους. Άθελά του, ίσως, μ’ έριξε στη δίνη μιας άλλης περιπέτειας. Άρχισα να παίρνω τη μορφή της «Νελ», να ζω μέσα σε ένα σκουπιδοτενεκέ και να προσπαθώ να βρω και να μιλήσω στον «Ναγκ», που κι αυτός είχε την ίδια μοίρα. «Το Τέλος Του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετiii δεν ήταν πια θέατρο. Ήταν η τραγική πραγματικότητα. Οι ήρωες ζητούσαν δικαίωση, ζητούσαν τη ζωή, που αλίμονο, δίδεται μόνο μια φορά. Προσπάθησα με αξιοπρέπεια, ομολογώ, αν και γεμάτη απελπισία, να ξεπεράσω την αιχμαλωσία μου, τον τρόμο της αβύσσου, την παράνοια, αλλά η «Ουϊνυ», θαμμένη ως το λαιμό μέσα στο καμένο χόρτο μού ζητούσε την ομπρέλα της. Η πολυτέλεια στη δυστυχία… Τραγική ειρωνεία, δε μπορούσα ούτε να γελάσω, το γέλιο πάγωνε στα χείλη μου. Ένιωθα τη ματιά του Σάμουελ Μπέκετ, αυστηρή. Αναζητούσα, έστω, ίχνη φωτός, κάποια ελπίδα, μέσα από το διαπεραστικό βλέμμα του. Τίποτα, μόνο καταφρονεμένη σιωπή, αδιέξοδη σιωπή. Δεν άντεχα άλλο.

«Ας τελειώνουμε εδώ», φώναξα στο Ρόδο.

«Όχι, έλα να δεις τη διαδήλωση των ζώων, των δένδρων, των πουλιών, έλα να διαβάσεις τα πανό που κρατάνε, να γνωρίσεις την πάσα αλήθεια. Συγκρατήσου, δεν πρέπει να λυγίσεις, πρέπει το θέαμα να το ζήσεις ως το τέλος».

Με γύρισε προς το μέρος τους. Μια λαοθάλασσα από διαδηλωτές, τόσο παράξενους, που δυσκολευόμουν να τους αναγνωρίσω. Άλλοτε έβλεπα ζώα και πουλιά, άλλοτε δέντρα, λόφους πυριγενείς και βουνά. Θάλασσες, με όλα τα ψάρια, βράχια, κοχύλια, ανέμους, θύελλες και καταιγίδες. Παρόντα, όλα τα στοιχεία της φύσης σ' αυτή, την Μεγάλη Σύναξη.

Άρχισα να διαβάζω σκόρπιες φράσεις καθώς ο αγέρας έκανε τα πανό να παραδέρνουν. «Άνθρωποι …άμυαλοι», «Αλόγιστη σπατάλη… μόλυνση των υδάτων». «Κατάχρηση». «Εκμετάλλευση». «Τα μεγαλύτερα ποτάμια του πλανήτη αργοπεθαίνουν: Νείλος, Δούναβης, Βόλγας, Ρίο Γκράντε, Γιανγκτσέ, Μεκόνγκ, Γάγγης, Κόκγος, Μάρεϊ-Ντάρλινγκ, Κίτρινος Ποταμός, Αμαζόνιος». Ο άνεμος δυνάμωνε, μα πρόλαβα να διαβάσω ένα ακόμα πανό, «Ινδός και Ευφράτης». Γιατί με βύθισαν σε σκέψεις, τα δυο τούτα ποτάμια; Ίσως, γιατί ο Θεός, πολύ παλαιά, είχε διαλέξει, να τοποθετήσει τον Παράδεισο, στον ανάμεσά τους χώρο. Ωστόσο συνέχισα την προσπάθειά μου, μήπως και μάθω κάτι περισσότερο: «Φαινόμενο του θερμοκηπίου». «Δούλοι, καταναλωτές», «Μοιάζετε με όντα απρόσωπα», «Ποια συμφωνία του Κιότο;». «Η μάχη του Ουρανού, η τρύπα του όζοντος», «Πέλαγο, από ανείπωτο κακό, ξεσπάει»… Αλίμονο! Και τα πανό να χοροπηδούν, προκαλώντας μου ζάλη κι εγώ να μη μπορώ πια τίποτα να διακρίνω.

Τότε συνειδητοποίησα τη δική μου ένοχη. Ήμουν μόνη, ανυπεράσπιστη, όπως ανυπεράσπιστα ήταν τα πλάσματα της γης που κακοποιούσα, αιώνες τώρα. Έπρεπε να απολογηθώ, αυτή τη στιγμή, μπροστά στον εξεγερμένο «κόσμο», που ζητούσε πίσω τα δικαιώματά του, με μπροστάρη το μικρό Ρόδο. Ένιωσα την τραγικότητα της κατάστασης, την καταδίκη να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου. Δεν είχα κανέναν να με υπερασπιστεί, αλλά τι νόημα θα είχε, αφού είχα αποδεχτεί την ενοχή μου; Ίσως αν έδειχνα ειλικρινή μετάνοια… «Όχι, τώρα είναι αργά», είπα μέσα μου και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου.

«Κι όμως, ποτέ δεν είναι αργά», μου ψιθύρισε το Ρόδο. «Παρά την τραγική κακοποίηση, όλα μπορεί να ανατραπούν» Δεν πρόλαβα να αρθρώσω κάποια δικαιολογία και το άκουσα να απαγγέλλει: «Εάν εξακολουθήτε να πράττητε το κακό, θέλετε απολεσθή»iv,αμέσως σήκωσε μια μαγική ράβδο και άρχισε να διευθύνει την «Ορχήστρα της Πλάσης». Πρώτα έδωσε εντολή να σταματήσουν οι άνεμοι. Ύστερα έκανε νεύμα να σιωπήσουν τα πνεύματα του δάσους και να παρελάσουν οι «Τέσσερις Εποχές». Τι όμορφες που ήταν, με τα χαρακτηριστικά στολίδια τους! Λευκοντυμένη η Κόρη του Χειμώνα, ροδόπεπλος η Νύμφη της Άνοιξης, ηλιόλουστη η Νεράιδα του Θέρους, ημίγυμνο το Ξωτικό του Φθινοπώρου! Τι χρώματα άφηναν στο πέρασμά τους! Θαύμαζα τη χάρη τους, και άκουγα τις εξαίσιες μουσικές του Αντόνιο Βιβάλντιv, του Γιόζεφ Χάυντνvi, του Λούτβιχ Βαν Μπετόβενvii. Τους έβλεπα να διευθύνουν τις συμφωνίες τους και, γεμίζοντάς μας με ελπίδα, να απαλύνουν τους φόβους μας, να πλημμυρίζουν με ευαισθησία και ομορφιά τη ζωή μας, πλουτίζοντας τη σκέψη και το στοχασμό μας.

Άξαφνα, εμφανίστηκε η επιβλητική μορφή του Ιγκόρ Στραβίνσκιviii. Με τη μπαγκέτα στο χέρι, διηύθυνε την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης», για να υμνήσει την έκρηξη της Δημιουργίας του Κόσμου,

Κι ύστερα, η γαλήνη, με την «Εαρινή Συμφωνία», καθώς ο Νικόλαος Γύζηςix, άφηνε μέσα από τις πινελιές και το παιχνίδισμα του φωτός, την «Άνοιξη», να κατέρχεται από τον Ουρανό, στους ρυθμούς του γλυκόλαλου Βιολιού και της Άρπας. Θαμπωμένη, αναρωτιόμουν, αν θα υπάρχουν στο μέλλον «Εποχές», για να εμπνεύσουν τους νέους συνθέτες, τους ζωγράφους, τους ποιητές μας. Ύστερα, το μικρό Ρόδο έδωσε εντολή να γυρίσουν τα πανό από την άλλη μεριά και ο κορυφαίος από κάθε ομάδα απάγγειλε το αίτημά του, ενώ ο χορός, χορός αρχαίας τραγωδίας επαναλάμβανε, θρηνητικά τα λόγια του:

«Οι Θεοί προίκισαν τον άνθρωπο με μυαλό που είναι ανώτερο απ’ όλα τα αγαθά»x, «Αυτό είναι η δύναμή σας». «Η αφθονία δημιουργεί τη στέρηση». «Τα ενάντια εκ των εναντίων γίγνονται». Μας έρχονται από τα βάθη των αιώνων, οι σοφές διαπιστώσεις, σκεπτόμουν, καθώς προσπαθούσα να αποστηθίσω τα λόγια τους.

«Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από τη ζωή»xi. «Η ομορφιά είναι στην απλότητα, στην καθαρότητα, στη γαλήνη». «Καλλιεργήστε τη σκέψη, την αισθητική σας». «Πάρτε παράδειγμα από μας». «Όλα τα χρώματα δεν είναι ίδια. Όλα τα δέντρα δεν είναι ίδια, όλα τα ζώα δεν είναι ίδια, όλα τα πουλιά του ουρανού, δεν είναι ίδια, Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Έχουν όμως όλοι και όλα τα πλάσματα της γης και του ουρανού, τις ίδιες ανάγκες για να υπάρξουν. Στην ποικιλία είναι η ομορφιά». «Διαβάστε το βιβλίο της φύσης και μιμηθείτε μας». «Μη σκοτώνεται τα ζώα». «Μην καίτε τα δάση». «Φυτέψετε ένα δέντρο, δώστε του ζωή. Δείτε το να μεγαλώνει». «Σταματήστε τον πόλεμο, τώρα». «Ούτε στην αναρχία ούτε στη σκλαβιά να μη δεχτείς να ζήσεις»xii. «Αγωνιστείτε για την Ειρήνη και φυλάξτε την». «Μέσα στο φως, ο κόσμος, μένει η πρώτη και η τελευταία αγάπη»xiii.

Αγάπη! Η καρδιά μου θρυμματίστηκε. Είχα το μοναδικό προνόμιο να είμαι μάρτυρας μιας ειρηνικής εξέγερσης και προσπαθούσα να απομνημονεύσω τις προτροπές και τα αιτήματα των διαμαρτυρομένων για να τα μεταφέρω στους συνανθρώπους μου, προσδοκώντας να γνωρίσουν κι εκείνοι την τραγικότητα της κατάστασης, για την επικείμενη εξαφάνιση πολύτιμων και αναντικατάστατων στοιχείων, για τη ζωή, την ύπαρξη, πάνω σ’ αυτόν τον Ευλογημένο Πλανήτη. «Όταν γνωρίζουμε την αλήθεια», μονολογούσα, «μπορεί να αποτρέψουμε τα λάθη του παρελθόντος και να αλλάξουμε».

Μια σκέψη, όμως, μια αγωνία με βασάνιζε αιώνες τώρα, αλλά απέφευγα να την ομολογήσω. Τι θα γίνει μετά; Πώς θα μας αντιμετωπίσουν τα παιδιά μας, για το κακό που κάναμε; Ωστόσο είχα μια κρυφή ελπίδα, ότι μέσα από αυτή τη συμφορά, τα παιδιά μας θα φωτιστούν.

Θα μας αφήσουν να τα δούμε να βλασταίνουν και να απλώνουν τα κλαδιά τους σε ένα κόσμο Όμορφο, Ειρηνικό.

Έκλαψα πικρά, κι αυτά ήταν τα δάκρυα πολλών ανθρώπων, αλλά το μικρό Ρόδο έσκυψε να μου δώσει ένα φιλί. «Για την ελευθερία», μου είπε, «που μου χάρισες» και επουλώνοντας τις πληγές μου με τη μαγική του ράβδο, έφερε την αναγέννηση στη Φύση και χάρισε ελπίδα στους ανθρώπους. Κατέβηκε από την αγκαλιά μου και ακούμπησε στη Γη το λεπτό κορμάκι του. Είδα τα ροδοπέταλά του να ανοίγουν και να σχηματίζουν το σήμα της Νίκης, τραγουδώντας: «Η φύση είναι που γιατρεύει κάθε πληγή της ψυχής»xiv

Ίσως γιατρέψει και τη δική μου …μονολόγησα.

i Σαλβατόρ Νταλί.[Salvador Dali] Ισπανός Σουρεαλιστής, ζωγράφος,. Φιγκέρες 1904-1989. Οι τρεις πίνακές του που αναφέρονται στο διήγημα είναι:1] «Όνειρο προκαλούμενο από το πέταγμα μιας σφήκας γύρω από ένα ρόδι, δευτερόλεπτα πριν από το ξύπνημα ,1944, ελαιογραφία σε μουσαμά. Μαδρίτη, Μουσείο ThyssenBornemisza 2] Οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου 1946. Ελαιογραφία σε μουσαμά. Βρυξέλλες Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών .3] Δυο κομμάτια ψωμιού που εκφράζουν το συναίσθημα της αγάπης,1940. Λάδι σε καμβά. Ίδρυμα Gala-Salvador Dali.
ii Σπύρος Βασιλείου. Έλληνας ζωγράφος και σκηνογράφος. Γαλαξίδι 1902-1985. Φιλοτέχνησε τα σχέδια Αγιογράφησης για τον Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη για τα οποία και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, καθώς και τα σχέδια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ. Ήταν ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Τέχνη». Έργα του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη και σε Ιδιωτικές Συλλογές.
iii Σάμουελ Μπέκετ [Beckett] Ιρλανδός συγγραφέας. Ήταν συνεργάτης και γραμματέας του Τζέιμς Τζόυς . Θεωρείτε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του πρωτοποριακού θεάτρου . Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» έγινε παγκόσμια επιτυχία , καθώς και τα έργα που αναφέρονται στο παρόν διήγημα .1] «Το Τέλος Του Παιχνιδιού», 2] «Ω, οι Όμορφες Μέρες». Τιμήθηκε με πολλά βραβεία ακόμα και με το βραβείο Νομπέλ το 1969.
iv Η Αγία Γραφή. Κεφ. Ιγ΄. Σαμουήλ Α΄
v Αντόνιο Βιβάλντι.[Vivaldi]. Ιταλός συνθέτης. Γεννήθηκε στη Βενετία στα 1675 και πέθανε στη Βιέννη στα 1741. Η μουσική του παραγωγή είναι τεράστια. Περιλαμβάνει περίπου σαράντα όπερες, πολλά ορατόρια και μεγάλο αριθμό κοντσέρτων. Πολλοί σύγχρονοί του αναγνώρισαν τη σπουδαιότητα της τέχνης του ανάμεσά τους ο Μπαχ, που μετέγραψε πολλά από τα κοντσέρτα του.
vi Γιόζεφ Χάυντν [Haydn]. Αυστριακός συνθέτης [1732-1809]. Η παιδική του ηλικία ήταν δύσκολη. Στα οκτώ του χρόνια μπήκε στην χορωδία της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου της Βιέννης και έμεινε ως την ωρίμανση της φωνής του. Στα δεκαοχτώ έδινε μαθήματα και εκτελούσε χρέη συνοδού στη σχολή τραγουδιού. Η φήμη του ήρθε από τις πρώτες συνθέσεις του και ανέλαβε αρχιμουσικός στην αυλή του πρίγκιπα Εστερχάζυ. Αναγνωρίστηκε σαν πατέρας και δάσκαλος της νεότερης μουσικής και ήταν παράδειγμα ηθικού ανθρώπου για τους συγχρόνους του. Η καλλιτεχνική του ζωή αποκαλύπτει την ευσυνειδησία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που προετοίμασε το έδαφος για τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν τον Σούμπερτ.
vii Μπετόβεν, Ludwig van Beethoven. [Βόννη1770- Βιέννη 1827] Από τους μεγαλύτερους Συνθέτες όλων των εποχών. ‘Όταν ο Μότσαρτ τον άκουσε στα δεκαπέντε του χρόνια να παίζει πιάνο είπε: «Προσέξτε, πιστεύω ότι θα κάνει τον κόσμο να μιλάει γι αυτόν». Ανάμεσα στο εξαιρετικά πλούσιο έργο του συγκαταλέγονται οι εννέα Συμφωνίες του . Η τελευταία του, η «ΕΝΑΤΗ» έγινε πανανθρώπινο σύμβολο ΕΙΡΗΝΗΣ. Μεγάλοι συνθέτες αναγνώρισαν την αξία του όπως Ο Λιστ, ο Σούμαν, ο Μέντελσον , ο Μπερλιόζ , ο Σούμπερτ. Ο Βάγκνερ μάλιστα παρομοίασε την κωφότητα του Μπετόβεν με τη φωτεινή τυφλότητα του Μάντη Τειρεσία. Σαν ένα πνεύμα Παγκόσμιο θα μείνει στην αιωνιότητα ο Λούτβιχ Βαν Μπετόβεν..
viii Ικγόρ Στραβίνσκ [Stravinsky]. Ρώσος Συνθέτης [1882-1971]. Μαθητής του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ . Με «Το πουλί της φωτιάς» που έγραψε για τα Ρώσικα Μπαλέτα αποκαλύπτεται η μεγαλοφυΐα του. Ακολούθησαν ο «Πετρούσκα», η «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» όπου αναδεικνύεται η πρωτοτυπία και η ευρηματικότητά του. Το έργο του γίνεται η βάση των πειραματισμών που θα ακολουθήσουν στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1914 έφυγε οριστικά από τη Ρωσία. Έζησε στην Ελβετία και στο Παρίσι. Στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο πήγε στις ΗΠΑ και το 1945 πήρε την Αμερικάνικη υπηκοότητα Έχει αφήσει σημαντικότατο έργο.
ix Νικόλαος Γύζης. Έλληνας ζωγράφος. Τήνος 1842 Μόναχο 1901. Σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και του Μονάχου, με υποτροφία του Ιδρύματος του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Μαθήτευσε στο εργαστήρι του σημαντικότερου ζωγράφου της Βαυαρίας του Πιλότυ. Έργα του υπάρχουν στην Ελλάδα, Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Μπενάκη Συλλογή Κουτλίδη και σε άλλες ιδιωτικές συλλογές. Στο εξωτερικό, στη Νέα Πινακοθήκη και στην Ακαδημία του Μονάχου καθώς και στη Λέσχη των Καλλιτεχνών. Ιδιαίτερη θέση στο έργο καταλαμβάνουν οι προσωπογραφίες, που μαζί με τα μεγάλα έργα του, τις νεκρές φύσεις και τα άπειρα σχέδιά του μαρτυρούν το ταλέντο, την οξυδέρκεια και τη ευφυΐα του.
x Σοφοκλής. Αντιγόνη, [Αίμων] [ στ.683]
xi Ευριπίδης .Άλκηστης [στον Άδμητο][στ.301].
xii Αισχύλος . Ευμενίδες,[ Χορός] [στ.525].
xiii Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus]. Ο επαναστατημένος Άνθρωπος.
xiv Φάουστ του Γκαίτε . Μετ. Ι.Ν Θεοδωρακόπουλος.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Μαρία Κοτοπούλη: ΣΤΟΝ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΩΝ ΣΤΟΧΑΣΜΩΝ (διήγημα)


Όλα ξεκίνησαν από μια λέξη. Ο ήχος, η μουσική, το χρώμα της, έπλαθαν μια ακαθόριστη μορφή. Κάτι του θύμιζε. Την είχε κάπου συναντήσει; Αλλά πότε, πού; Μήπως ήταν μια βαθειά, εσωτερική ανάμνηση; ή μήπως ήρθε στα όνειρά του; Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω, στη μνήμη των ονείρων, στο στοχαστικό πυρήνα της, ίσως να εντόπιζε τη μορφή. Αλλά τα όνειρα περνούν και χάνονται και κανένα σημάδι δεν αφήνουν ή μήπως αφήνουν κι εκείνος δεν είχε την προνοητικότητα να το συγκρατήσει, όταν, μια λεπτή μελωδία ακούστηκε και τον μαγνήτισε, στρέφοντας αλλού τις σκέψεις του.

Πόσες φορές αναρωτήθηκε, αν πρώτα ήρθε ο λόγος ή η μουσική. Αλλά τι σημασία έχει; Τραγούδι είναι και ο λόγος, τραγούδι καθημερινό. Όσο κι αν πελαγοδρομούσε στο λειμώνα των στοχασμών, προσπαθώντας να ξεφύγει, η μορφή τον κυνηγούσε κι όταν άκουσε τις πρώτες νότες του Arcangelo Corelli, νότες που έμοιαζαν με λέξεις, αφέθηκε στη μαγεία τους. Τι ήθελε να του αποκαλύψει ο Ιταλός συνθέτης; Μήπως φυλάκισε στη μουσική του την ακαθόριστη, εκείνη μορφή, που τώρα αναζητούσε;

Πήρε από το γραφείο του ένα μεγεθυντικό φακό, από αυτούς που χρησιμοποιούσε για να παρατηρήσει φθαρμένα έργα τέχνης ή να διαβάσει παλαιά, δυσανάγνωστα, από τις αλλοιώσεις του χρόνου, χειρόγραφα και έσκυψε πάνω στον πίνακα. Κοίταξε προσεκτικά, μια ανδρική φιγούρα, που μόλις διακρινόταν, έγραφε σε ένα, νοητό, του ανέμου πεντάγραμμο. Κάπου εκεί ανάμεσα, την είδε, με νότες στο μέτωπο, στο στήθος, στους μηρούς, σα να έβγαινε μέσα από θρύλους, δοξασίες ή από την παλέτα σουρεαλιστή ζωγράφου του 20ού αιώνα. Να ήταν Νύμφη, Αγία, Μούσα ή Θεά;

Κατέβηκε και στάθηκε ακίνητη, προβάλλοντας λίγο από το σκοτεινό προφίλ της. Κρατούσε κάτι, που δεν μπορούσε να καθορίσει, ήταν λύρα, ήταν παιδί στην αγκαλιά της; Πλησίασε κοντά της, να δει το πρόσωπό της, μα εκείνη, έστρεψε απότομα από την αντίθετη πλευρά. Αν συνέχιζε, μπορεί να κουραζόταν και να σταματούσε. Και αμέσως το αποφάσισε. Άρχισε να στριφογυρίσει αργά-αργά γύρω της κι ύστερα γοργά-γοργά, ώσπου την είδε να περιστρέφεται με δύναμη και να ανυψώνεται στον ουρανό, σαν την «Ανάληψη της Θεοτόκου», του μεγάλου κρητικού. Απογοητευμένος έσκισε το νοητό πεντάγραμμο και ώ του θαύματος, μπροστά του πρόβαλε η «Συναυλία των Αγγέλων» και εκείνος, χάθηκε, ανάμεσα σε εξαίσιες μουσικές, πλεγμένες με χρώματα μαγικά, χρυσά, λευκά, γαλάζια, κόκκινα πυρακτωμένα του ήλιου, ξανθά, ώχρινα και λιλά, δημιουργώντας με απανωτές, ανταύγειες, την αίσθηση ουράνιου, ιερού θόλου, όπου την είδε να καταλαμβάνει το κέντρο.

Θαμπώθηκε! Ένιωθε να αιωρείται και τρόμαξε. Δεν ήξερε πού να στρέψει τη ματιά του ψηλά ή χαμηλά. Μια Πύλη χωρίς είσοδο μπροστά του. Δεν άνοιγε, δεν έκλεινε και μια λύρα, αφημένη. Το έμβλημα της θυγατέρας του Διός και της Μνημοσύνης στα πόδια του. Άγγιξε με δέος το μουσικό όργανο και το πήρε στην αγκαλιά του για να απολαύσει το θαυμαστό ερωτικό της ύμνο που ακουγόταν, χωρίς κανείς ν' αγγίζει τις χορδές. Στη μνήμη του ήρθε η «Κιθαρωδός» του Vermeer με την ερμίνα στους ώμους και το μαργαριταρένιο κολιέ στο χυτό λαιμό της. Ξαφνικά, ήχος κανένας. Έκρουσε με τα δάχτυλά του τις χορδές. Περίμενε. Τίποτα. Κοίταξε ψηλά. Την είδε να απομακρύνεται με τους ρυθμούς μιας λύρας, που μόνον εκείνη άκουγε και ενώνονταν με τη συντροφιά μικρών αγγέλων ή ερώτων. Ένοιωθε τη μελωδία από την αιθέρια, αρμονική της κίνηση, τις κυματοειδείς γραμμές της κόμης της, μόνο που δεν μπορούσε να την πλησιάσει, να την αγγίξει. Προσπάθησε να πετάξει κοντά της, μα τίποτα. Πώς να λύσει το αίνιγμα της Μούσας; Τι έκρυβαν οι άηχες χορδές της; Να ήταν μια παύση; Μια ιερή σιωπή προετοιμασίας, για να του δείξει τις κρύφιες του κόσμου ομορφιές;

Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο τοπίο ομίχλης που χρύσιζε από το αντιφέγγισμα σκόρπιων ακτίνων στο ουρανό. Ένα μεγάλο σύννεφο αποσπάστηκε απότομα. Επάνω καθισμένος ο Χρόνος, με τη μυστικοπάθεια των Ορφικών και με φτερά στην ωμοπλάτη, ίδια μ’ εκείνα των Αρχαγγέλων. Σαν να ερχόταν από την πρωταρχή του κόσμου, διαπερνώντας μέσα από την έκρηξη του φωτός, άηχα, αέναα, πέρα από τον υπαρξιακό χρόνο, το χρόνο των ανθρώπων.

Προχώρησε στο άγνωστο. Ούτε Ήλιος, ούτε Σελήνη φαινόταν στον ουρανό. Φοβόταν, «Όποιος έχει φόβο και ντροπή εκείνος πάντα σώζεται»i, δεν ήξερε τι θα συναντήσει. Διάβηκε δειλά-δειλά ένα κλειστό διάδρομο που του θύμιζε «Κοσμική σήραγγα». Ο κόσμος του Ιερώνυμου Μπος, άρχισε, αίφνης, να ζωντανεύει και να κινείται γύρω του. Φρίκη και μεγαλοπρέπεια, φωτιά και καταστροφή. Ένα πελώριο κύμα τον παρέσυρε κι από ένστικτο, μεταμορφώθηκε σε «Ελάφι». Η Φρίντα Κάλο ήρθε στη μνήμη του και πιάστηκε από την παλέτα της για να γλυτώσει, θαρρείς, από τον εσωτερικό χώρο του ανθρώπου που πρόβαλε μπροστά του, από τη φθορά και την κραιπάλη, από μνήμες του πολέμου, από τον κόσμο των ηδονών και της οδύνης, «Η ζωή των ανθρώπων είναι γεμάτη οδύνη»ii, κι εκείνος ήταν μέρος του κόσμου αυτού. Από την κατάσταση του άρχοντα-ανθρώπου μεταβαλλόταν σε ανυπεράσπιστο ζώο. Στη σκέψη του ήρθε ο βασιλιάς Ληρ, στωικός, τόσο που θα μπορούσες Πρόσπερο να τον πεις. Η ταπείνωση εδώ γινόταν νομοτέλεια. «Την γην διήρπασαν οι ποταμοί, τα κύματα, οι φλόγες». Στενεύει η καταφθαρμένη γη, για τους ανθρώπους. Προσπάθησε απεγνωσμένα να βρει τη λαμπρότητα του φωτός, να απαλλαγεί από την άγρια μέθη και να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Όμως, όπου κι αν γύριζε το ίδιο πάντα ερώτημα: τι είναι θάνατος, ποιός, όμως, θάνατος;

Πώς βρέθηκε στο σκοτεινό λαβύρινθο, ενώ κυνηγούσε τη μορφή της στον ουρανό; Ποιός τον έσπρωξε στο χάος; Έπεσε στην παγίδα, κυνηγώντας την ομορφιά. Αλήθεια τι είναι η ομορφιά; Γιατί και η ασχήμια που έπλασε ο Ιερώνυμος Μπος φάνταζε όμορφη στα μάτια του, ίσως, γιατί ο ιδιοφυής ζωγράφος εκφραζόταν με τους όρους της τέχνης.

Έπρεπε να βρει ένα τρόπο να ξεφύγει. Είδε το «Κάρο με άχυρο» που πήγαινε προς την κόλαση, ήταν η μόνη του ελπίδα. Άρπαξε μια σκάλα που βρήκε, τη στύλωσε και σκαρφάλωσε γρήγορα. Έσπρωξε ένα δαίμονα με ουρά παγωνιού για να μπορέσει να βολευτεί πάνω στο άχυρο, εισπράττοντας το ευτυχισμένο μειδίαμα του Αγγέλου που γονατιστός, παράμερα, έστελνε δεήσεις στον ουρανό. Το τερατώδες, το μεγαλειώδες, το απρόσμενο, σαν σε συμφωνία του Μπετόβεν! Κοίταξε ψηλά, ανάμεσα στα σύννεφα, είδε τη μορφή του Χριστού και λίγο χαμηλότερα μια επιστολή να υπερίπταται. Στην προσπάθειά του να τη φτάσει, τσαλαπάτησε το νεαρό μουσικό με το λαούτο, αλλά κατάφερε να ισορροπήσει και να την αρπάξει.

«Το ερωτικό γράμμα» του Vermeer. Πάντα ήθελε να μάθει τι έγραφε αυτό το γράμμα που παρέδιδε η υπηρέτρια στη νεαρά κυρία της, την ώρα μάλιστα που εκείνη έπαιζε μουσική. Πάντα η Μουσική! Σίγουρα ήταν από κάποιον άνδρα, τρελά ερωτευμένο μαζί της. Να της ζητούσε, άραγε, να τον συναντήσει στο λιμανάκι του Ντελφτ, λίγο μακρύτερα από το σπίτι της, για να της εξομολογηθεί τον ερώτά του, να αγγίξει τα απαλά της δάχτυλα κι ίσως να της δώσει ένα φευγαλέο φιλί; Εκείνος, πάντως, έτσι θα έγραφε στην Αγαπημένη του, αν ζούσε σ’ εκείνη την εποχή. Μα κι ένα άλλο γράμμα κέντρισε την περιέργειά του. «Η Βηθσαβέε με το γράμμα του Δαυίδ». Η βιβλική ηρωίδα, γυμνή, βρισκόταν στο λουτρό, με τη γερόντισσα υπηρέτρια να περιποιείται τα πόδια της. Κρατούσε στο χέρι της ανοιχτό ακόμα το γράμμα του Δαυίδ. Εκεί πρωτοείδε ο βασιλιάς την εκθαμβωτική ομορφιά της και τη λάτρευσε. Τι να της έγραφε άραγε; Δυσκολευόταν να κάνει υποθέσεις. Ο προηγούμενος, ήταν ένας άνδρας απλός, ίσως ένας αριστοκράτης, μα τούτος ήταν βασιλιάς. Πώς μπορούσε να μπει στη σκέψη ενός άρχοντα βασιλιά και μάλιστα θεϊκού! Οι ψαλμοί του, πάντως, μαρτυρούσαν το εκλεπτυσμένο ύφος της γραφής που χρησιμοποίησε στα απανωτά, ερωτικά του γράμματα και έκαναν την όμορφη Εβραία να λυγίσει και να ενδώσει στο βασιλικό πειρασμό, προδίδοντας τη συζυγική εστία.

Πριν καλά-καλά προλάβει να σκεφτεί την πρόθεση του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου την προσοχή του απέσπασε η ημερομηνία του πρώτου γράμματος. 1669. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Τη χρονιά αυτή, στις 4 Οκτωβρίου, πέθανε ο Ρέμπραντ!

Ξεδίπλωσε δειλά-δειλά το λεπτό επιστολόχαρτο και προσπάθησε να το διαβάσει. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Όσο κι αν επέμενε, όλα ήταν σκοτεινά, αξεδιάλυτα. Ούτε λέξη δεν ξεχώριζε, δε γνώριζε φλαμανδικά. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε αγράμματος και απρόσμενα ένα ταπεινό, λαϊκό τραγούδι έτρεχε στα χείλη του «…γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα». Έκλαιγε για το γράμμα που δεν μπορούσε να διαβάσει ή για το θάνατο του Ρέμπραντ; Έκλαιγε και για τα δύο, κυρίως, για τον Ρέμπραντ, γιατί δεν ήταν σίγουρος ότι είχε κατανοήσει την πνευματική του δύναμη, πέρα από τη χρωματογραφία και την έμφαση του φωτός που τον αιχμαλώτιζε. Όταν βγήκε στο φως, δεν ήταν, παρά ένα «ελάφι» πληγωμένο.

Προσπάθησε να ανασυντάξει τις σκέψεις του και γύρισε στη μουσική. Το Concerto Grosso σκόρπιζε τις νότες του στον ουρανό. Η Πύλη της Μούσας άνοιξε. Δε θα έκλεινε ποτέ, για να μπορέσουν οι εκλεκτοί της να ανακαλύψουν τους κρυμμένους, στο σκοτάδι, θησαυρούς των ήχων, να τους αποκρυπτογραφήσουν και να τους δωρίσουν στους ανθρώπους.

Οι ευεργετικές νότες έπεφταν στις χορδές της ψυχής του, μάζευαν τα συντρίμμια, που έμοιαζαν με θραύσματα από πίνακες του Pablo Picasso και του George Braque και τoν γαλήνευαν, θυμίζοντάς του ένα περιστατικό με τον Arcangelo Corelli, το μεγαλύτερο βιολονίστα της Ευρώπης. Και τι περίεργο, σαν να το είχε ζήσει ο ίδιος.

«Ένα βράδυ, συγκεντρώθηκε στη βίλα του Καρδιναλίου Ottoboni, μια μεγάλη συντροφιά καλεσμένων του, ανάμεσά τους και ο Arcangelo Corelli. Θα έπαιζαν, όπως πάντα, μουσική και ίσως θα άκουγαν τις νέες δημιουργίες κάποιων συνθετών. Μεταξύ των προσκεκλημένων ήταν κι ένας Γερμανός συνθέτης που μόλις είχε φτάσει στη Ρώμη και είχε μαγευτεί από τη λαμπερή ιταλική μελωδία. Ο Corelli, θέλοντας να τιμήσει το νεοφερμένο συνθέτη και αντίπαλό του, ζήτησε την παρτιτούρα του, την τοποθέτησε στο αναλόγιό του, πήρε το υπέροχο βιολί του και άρχισε να ερμηνεύει το έργο του. Ξαφνικά σταμάτησε γιατί είχε δυσκολίες με το θυελλώδες ύφος της σύνθεσης. Και τότε εκείνος, ο Γερμανός δημιουργός, σηκώθηκε και δε δίστασε ν’ αρπάξει βίαια το βιολί από τα χέρια του και να του δείξει πως έπρεπε να παίξει στο συγκεκριμένο μέρος. Ο Arcangelo Corelli, θαυμάζοντας την υπεροχή του αντιπάλου του και χωρίς να νιώσει προσβεβλημένος, τού είπε με πραότητα. «Αγαπητέ μου, αυτή είναι Γαλλική μουσική φόρμα κι εγώ δεν τη γνωρίζω». Άλλοι καιροί, άλλοι άνθρωποι.»

Ο αντίπαλος συνθέτης ήταν ο Georg Friedrich Handel. Δεν είχε γράψει τότε το ασύγκριτο Ορατόριό του «Μεσσίας», είχε όμως τον Ρέμπραντ στη πλούσια συλλογή του!

Τόπος μέγας, άστρων, λιμνών και ποταμών, ανοίχτηκε μπροστά του. Η έρημος άρχισε να ανθίζει, σαν ρόδο, σαν καλαμιά, σαν σπάρτο. Εκεί, ανάμεσα στις καλαμιές, στα σπάρτα και στα ρόδα την είδε.

Μάζεψε πολύχρωμες, μικρές ψηφίδες και άρχισε να συνθέτει την αέρινη μορφή της με την ακρίβεια και τη λεπτότητα βυζαντινού αγιογράφου. Ίσως, για να κομματιάσει με την τέχνη του τη σιωπή, όπως θα έλεγε ο Dmitry Shostakovich.

i Σοφοκλής , Αίας [1079]
ii Ευριπίδης , Ιππόλυτος [190]
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φηγός» Ιωαννίνων Μαρία Κοτοπούλη

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Στο «Κίτρινο υποβρύχιο» ανασύρονται μνήμες που γίνονται η χειροπιαστή όψη των πραγμάτων

Ομιλία του ΤΑΚΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΥ, για βιβλίο «Το ΚΙΤΡΙΝΟ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ» της Σεμίνας Διγενή, στις 28-09-2019, στον «Κόκκινο Βράχο» Ζακύνθου




Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 7 διηγήματα διαβάζει η Σαπφώ Νοταρά [audio]



1. Υπηρέτρα 
2. Το σπιτάκι στο λιβάδι 
3. Φώτα ολόφωτα 
4. Ωχ, βασανάκια 
5. Το καμίνι 
6. Το μοιρολόγι της φώκιας 
7. Έρωτας στα χιόνια

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Κώστας Ουράνης: ΠΡΩΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

[Ἀπὸ τὸ: «Ταξίδια: Ἑλλάδα» ἔκδ. Ἑστία, 1949]


Πρωΐ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Θεῖο ἀνοιξιάτικο πρωΐ!... 
Ἡ νυχτερινὴ ὑπνοβατικὴ καὶ μυστηριώδης ἀτμόσφαιρα τῆς μονῆς τῆς Λαύρας ἔχει διαλυθεῖ σὰν καταχνιά. Ὅλα εἶναι φῶς, εἰρήνη καὶ καλωσύνη. Ἀκύμαντο, κατάχρυσο κι ἀτέρμονο, κάτω ἀπ’ τὰ πόδια μας, τὸ Αἰγαῖο. Καταπράσινες, γελαστὲς καὶ κατάστικτες ἀγριολούλουδα οἱ πλαγιές. Βαθὺς καὶ καταγάλανος ὁ οὐρανός. Κανεὶς ἦχος ζωῆς δὲν ταράζει τὴ μαγεμένη σιγή. Δὲν ἀκούεται ἐδῶ οὔτε τρουγκάνι προβάτου, οὔτε κὰν ἡ διάτορη κραυγὴ τοῦ πετεινοῦ. Ἡ γαλήνη ἔχει κάτι τὸ ἐξώκοσμο. Ὁ γλυκὸς πρωϊνὸς ἀέρας δὲ φέρνει ὡς τὸν πανοπτικὸ ἐξώστη τοῦ ξενῶνα μας παρὰ ἀρώματα μόνο...΄ 

Ποτισμένο φῶς, τὸ μεγάλο αἰωνόβιο μοναστήρι προσθέτει στὴ γενικὴ εἰρήνη καὶ τὴ δική του. Οἱ περισσότεροι μοναχοί, κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ὁλονυχτία στὴν ἐκκλησία, θὰ κοιμοῦνται ἀκόμα. Δυό-τρεῖς μόνο μαῦρες σιλουέτες, ἀκίνητες σὰν κουρνιασμένα κοράκια στὰ ξύλινα μπαλκόνια τους, τὰ κρεμασμένα ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς μονῆς, κοιτᾶν τὸ φωτεινὸ ὄνειρο τοῦ πελάγου. 

Φῶς καὶ εἰρήνη. Ἡ ἀπέραντη ἐσωτερικὴ αὐλή τῆς μονῆς εἶναι ἐντελῶς ἔρημη. Ἔρημη σὰν τὴν ἔρημο. Οἱ πλάκες της γυαλίζουν στὸν ἥλιο, κι ἀνάμεσά τους ἔχουν φυτρώσει χορτάρια. Δὲ βλέπει κανεὶς οὔτε μιὰ γάτα νὰ τεντώνεται ρᾴθυμα μέσα στὸ φῶς, οὔτε ἕνα πουλὶ ποὺ νὰ σπαθίζει τὸ φῶς μὲ τὸ γοργό του ἴσκιο. Στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς, ἡ μικρὴ βυζαντινὴ ἐκκλησία μὲ τοὺς κατακόκκινους τοίχους καὶ τοὺς μολυβένιους τρούλους εἶναι κλειστὴ καὶ κοιμισμένη. Στὴ Φιάλη –τὸ μικρὸ ὀκτάγωνο κτίσμα μὲ τοὺς λευκοὺς κίονες καὶ τὴ μαρμάρινη στὴ μέση δεξαμενή, ὅπου ἁγιάζονται τὰ νερὰ τῶν Ἐπιφανίων- δὲν ἀκούγεται ὁ παραμικρότερος ψίθυρος τρεχούμενου νεροῦ. Ἀκίνητες κ’ οἱ κορφὲς τῶν δύο πανύψηλων κυπαρισσιῶν ποὺ φύτεψε, πρὶν χίλια χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, ὁ ἱδρυτὴς τῆς μονῆς. 

Καὶ ὅμως, καμιὰ μελαγχολία σ' αὐτὴ τὴν ἀταραξία τῶν πάντων. Στὶς μολυβένιες σκεπὲς τῶν γέρικων ἐξαρτημάτων τῆς μονῆς ὁ καιρὸς ἔχει ἐναποθέσει κατάχρυση πατίνα• τὰ σαθρὰ ξύλινα μπαλκόνια τῶν κελλιῶν, ποὺ στηρίζονται μὲ πατάρια στὰ τείχη καὶ φαντάζουν σὰν περιστεριῶνες, ἔχουν γλάστρες μὲ λουλούδια καὶ πράσινα φεστόνια κληματαριᾶς• ἀπ' τὴν ταράτσα τοῦ ξενῶνα κρέμονται τὰ διακοσμητικὰ μὼβ τσαμπιὰ τῶν σαλκιμιῶν• οἱ μισοσβησμένες βυζαντινὲς τοιχογραφίες στὴν πρόσοψη τῆς ἀρχαίας Τράπεζας, ὅπου συνέτρωγαν, ἄλλους αἰῶνες, οἱ μοναχοί, συνθέτουν μπουκέτα ζωηρῶν πρόσχαρων χρωμάτων. Τίποτα δὲν ἀναδίνει τὴ θλίψη ἐκείνη ἀπ' τὰ γέρικα πράματα ποὺ τὰ ἀποσυνθέτει ὅλο καὶ περισσότερο ὁ καιρός. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ πέτρινοι τάφοι τῶν πατριαρχῶν καὶ τῶν ἐπισκόπων περασμένων ἐποχῶν, ποὺ εἶναι σὲ μιὰν ἄκρη τῆς αὐλῆς κάτω ἀπὸ μικρὲς καμάρες, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ τάφοι δὲ γεννοῦν σκέψεις θανάτου. Ἡ εἰρήνη ποὺ περίλουζε, μαζὶ μὲ τὸ φῶς, τὰ πάντα, εἴταν ἐκείνη πού, ξεπερνώντας τὸ θάνατο, σμίγει μὲ τὴν αἰωνιότητα... 

Ὅλες τὶς ὧρες ποὺ περάσαμε στὴ Λαύρα, εἴταν ἡ ἴδια εἰρήνη κ’ ἡ ἴδια σιωπή. Κάποτε-κάποτε βλέπαμε ἕνα μοναχὸ πού 'βγαινε νὰ καθήσει στὸν περιστεριῶνα του ἤ ἕναν ἄλλο ποὺ περνοῦσε ἀργὰ κι ἀθόρυβα τὴν ἀπέραντη χορταριασμένη αὐλή. Ἀλλὰ εἴταν σὰ νὰ μὴν εἶχαν ἀντιληφθεῖ τὴν παρουσία μας - ἤ σὰ νὰ μὴν ἐνδιαφέρονταν γι' αὐτήν. Κανεὶς δέ μᾶς πλησίασε νὰ μᾶς μιλήσει, νὰ μᾶς ρωτήσει γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Δὲν εἴταν ὁ κανονισμὸς ποὺ τοὺς ὑποχρέωνε—ὅπως στὰ μοναστήρια τῶν λευκῶν Βενεδικτίνων, ὅπου σ' ὅλους τοὺς τοίχους, σ' ὅλες τὶς πόρτες, παντοῦ, εἶναι γραμμένη μὲ μεγάλα μαῦρα γράμματα ἡ ἐπιταγή: Silentio! Σιωπή!... Ἀλλὰ θά 'ταν, φαντάζομαι, ἡ ἀπόλυτη πιὰ ἀδιαφορία γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια καὶ χρόνια κ' εἶχαν κόψει μαζί του κάθε δεσμό. Ζώντας σ’ ἕνα στενὸ κύκλο παμπάλαιων θρησκευτικῶν τύπων, μὲ ἀποκλειστικὴ ἀπασχόληση τὰ εἰρηνικὰ ἔργα τῆς γῆς, μὲ μόνο θέαμα τὶς ἀλλαγὲς τῶν ἐποχῶν τοῦ χρόνου γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι τους, μὲ μόνα γεγονότα τοὺς θανάτους τῶν γερόντων τους, εἴταν φυσικό νά 'χουν πιὰ ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἀπὸ τὶς φροντίδες τους καὶ τὰ ζητήματά τους. Ἡ σκέψη τους θά 'χε ἀποκτήσει τὸ νυσταγμένο, τὸ μηχανικὸ καὶ μονότονο βάδισμα τοῦ μουλαριοῦ τοῦ δεμένου σὲ μαγγανοπήγαδο: θὰ γύριζε ὁλοένα γύρω ἀπὸ τὰ ἴδια πράματα πάντα... 

Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ προϊστάμενοι τῆς μονῆς, μ' ὅλο ποὺ εἴταν πιὸ ἀναπτυγμένοι, δὲν εἶχαν νοιώσει—θυμᾶμαι—τὴν ἀνάγκη νὰ μᾶς ρωτήσουν τίποτα, ὅταν, τὴν ὥρα ποὺ φθάσαμε, μᾶς ὁδήγησαν στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ ξενῶνα, γιὰ νὰ μᾶς τρατάρουν τὸ γλυκὸ καὶ τὸν καφέ τοῦ καλωσορίσματος. Εἶχαν καθήσει μὲ σοβαρότητα Ρωμαίων συγκλητικῶν σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ καθίσματα, μᾶς ἔβαλαν νὰ καθήσομε σὲ μιὰν ἄλλη σειρὰ ἀντίκρυ τους, κι ἀφοῦ πληροφορήθηκαν τυπικὰ ἂν κάναμε καλὸ ταξίδι καὶ πόσο σκοπεύαμε νὰ μείνομε στὴ μονή τους, σώπασαν ἱκανοποιημένοι κι ἀπόμειναν χαϊδεύοντας τὶς πατριαρχικὲς γενειάδες τοὺς κ' ἐξετάζοντάς μας μὲ τὰ μάτια, ὅπως οἱ πελάτες ἑνὸς γιατροῦ, ποὺ περιμένουν στὸν ἀντιθάλαμο τὴ σειρά τους, ἐξετάζουν αὐτοὺς ποὺ μπῆκαν καὶ κάθησαν τελευταῖοι... 

Ἄρχισε τότε γιὰ μᾶς τὸ ἐξαίσιο ξετύλιγμα τῶν κάβων, τῶν ὅρμων, τῶν πλαγιῶν καὶ τῶν μοναστηριῶν τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τοῦ Ἄθω. Ἕνα-ἕνα τὰ μοναστήρια τοῦ Καρακάλου, τοῦ Φιλοθέου, τῶν Ἰβήρων, τοῦ Σταυρονικήτα, τοῦ Παντοκράτορα, πέρασαν ἀπὸ τὰ μάτια μας—Ἄλλα στὸ ὕψος καταπράσινων λόφων, ἄλλα πάνω σὲ κοκκινόμαυρους βράχους τῆς ἀκτῆς, κι ἄλλα κοντὰ στὶς ἀμμουδιὲς μικρῶν γραφικῶν κόλπων. Βλέπαμε τοὺς μεσαιωνικοὺς πύργους τους, τοὺς μολυβένιους τρούλους, τ' ἀναρίθμητα μπαλκόνια τῶν κελλιῶν τους, τὰ ψηλὰ φρουριακὰ τείχη—τὴ λευκὴ κι ἀπέραντη γαλήνη τους. Περνοῦσαν σὰν ὁράματα καὶ χάνονταν πίσω ἀπὸ τοὺς κάβους—ποὺ τοὺς διαδέχονταν ἄλλοι κάβοι. Διαφορετικά τὸ ἕνα ἀπὸ τ' ἄλλο στὸν ὄγκο καὶ τὴν ἀρχιτεκτονική, περικλείνανε τὶς ἴδιες χαυνωμένες ζωές, τὰ ἴδια παλιὰ χειρόγραφα, τὶς ἴδιες βυζαντινὲς τοιχογραφίες, τὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα παρελθόντος... 

Ἡ βενζινόβαρκα τοῦ Μιαούλη γλιστροῦσε ὧρες πάνω στὴ φωτεινὴ καὶ γαλήνια θάλασσα. Ἐπὶ τέλους, περνώντας τὸ παραπέτασμα ἑνὸς τελευταίου κάβου, εἴδαμε ν' ἀνοίγεται ἕνας μεγάλος κόλπος, ποὺ στὴ μέση του ὑψωνόταν ἕνα πλῆθος κόκκινες καὶ μολυβένιες σκεπές, τροῦλοι, πύργοι καὶ τείχη: εἴταν τὸ Βατοπέδι, ἡ πλουσιότερη καὶ μεγαλύτερη μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. 

Related Posts with Thumbnails