© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίτιμοι Διδάκτορες / Καθηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επίτιμοι Διδάκτορες / Καθηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


Ὁμιλία Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, κατά τήν ἀνακήρυξή του σέ ἐπίτιμο Διδάκτορα τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, τήν 13η Μαΐου 2016 



Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ


Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Τελετὴν Ἀναγορεύσεως Αὐτοῦ εἰς Ἐπίτιμον Διδάκτορα
τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν
τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης

(22 Σεπτεμβρίου 2014)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε, ἐκπρόσωπε τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς κύριε Παντελεῆμον, Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Ἱερώτατοι ἀδελφοὶ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρύτανι τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης μετὰ τῆς συγκλήτου αὐτοῦ,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρόεδρε τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν τοῦ Πανεπιστημίου τούτου, μετὰ τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως αὐτοῦ,
Φίλοι κυρἰαι καὶ κύριοι Καθηγηταί, ἀγαπητοί μας φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι,
Ἐκλεκτὸν ἀκροατήριον,

Ὁλόθερμον σᾶς ἀπευθύνομεν τὸν χαιρετισμὸν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος προσωπικῶς καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ θερμὰς σᾶς ἐκφράζομεν εὐχαριστίας διὰ τὴν ἀναγόρευσιν ἡμῶν εἰς ἐπίτιμον διδάκτορα τοῦ Τμήματος Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν, τοῦ Πανεπιστημίου σας.

Ἀποδεχόμεθα τὴν τιμὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας ἐλέῳ Θεοῦ προκαθήμεθα, διότι πιστεύομεν ὅτι καὶ σεῖς ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν τὸν ἴδιον θεσμὸν ἐπιθυμεῖτε νὰ τιμήσητε διὰ τὴν ἐπὶ δεκαεπτὰ καὶ πλέον αἰῶνας προσφοράν του εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, τὸ Γένος, τὸν πολιτισμὸν καὶ μάλιστα πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα.

Διὰ τοῦτο, ἐπελέξαμεν νὰ σᾶς ὁμιλήσωμεν σήμερον διὰ τὴν Θρᾴκην καὶ τὸν νεώτερον πολιτισμόν της, ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἀπὸ τὴν μήτραν τοῦ Γένους, τὴν Μητέρα Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, καὶ συνετηρήθη μέχρι τῆς σήμερον ὑπ᾿ αὐτῆς. Ἡ Κωνσταντινούπολις διαδραματίζει διὰ τὸν πολιτισμὸν τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ τοῦ νεωτέρου ἑλληνισμοῦ παρόμοιον ρόλον μὲ ἐκεῖνον τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὴν κλασικὴν Ἑλλάδα, καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας διὰ τὴν ἑλληνιστικὴν περίοδον.

Ἤλθομεν πρὸς ἐσᾶς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἐκ τῆς γειτονικῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων μαρτυροῦντες τὸ διαχρονικὸν πνεῦμα τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ κηρύττοντες μὲ ταπείνωσιν τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα Κύριον ἡμῶν, ὁ Ὁποῖος ἐξωραΐζει, καί, διὰ τῶν πλουσιοπαρόχων δωρεῶν τῆς Χάριτος Αὐτοῦ, ἀποκαθιστᾷ τὸ μωλωπισμένον σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος.

Ἡ Θρᾴκη καὶ ὁ λαός της ἐδημιούργησαν καὶ παλαιότερον διὰ τοῦ μεγαλοπνόου καὶ δημιουργικοῦ πνεύματός των μέγαν πολιτισμόν, εἰς πάντας τοὺς τομεῖς τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν θὰ ἀποτελέση ἀντικείμενον τῆς παρούσης ὁμιλίας.

Ἀγαπητοὶ παρόντες,

Ἡ Θρᾴκη κατέχει σημαντικὴν πολιτιστικὴν θέσιν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἰδιαιτέρως ὅμως τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωσταντινουπόλεως. Κατοικήθηκε δὲ καὶ κατοικεῖται ἀπὸ ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος ἔμαθεν ἐνωρὶς νὰ ἀγαπᾷ καὶ νὰ θυσιάζεται, ἕνα λαόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ κατακτηταὶ «ἔτρωγον», διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς λόγους τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ἀλλὰ πάντοτε ἔμενεν «ἡ μαγιά», ἡ ἐκλεκτή «μικρὰ ζύμη», ἥτις «ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ», διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον (Α’ Κορ. ε΄, 6).

Μὲ τὴν κατὰ σάρκα ἔλευσιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμον καὶ μὲ τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου Του, ἀνέτειλε βαθμιαίως ἕνας νέος πολιτισμός, ὁ ὁποῖος ἀναπροσανατόλισε τὸν ἀρχαῖον ἑλληνικὸν πολιτισμὸν καὶ ἤνοιξε μίαν νέαν σελίδα, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἑλληνισμόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Πρόκειται διὰ τὸν πολιτισμὸν τοῦ ἐκχριστιανισμένου ἢ τοῦ βαπτισμένου ἑλληνισμοῦ, τὸν πολιτισμὸν τῆς Ρωμιοσύνης, τὸν λεγόμενον βυζαντινὸν πολιτισμόν, πολιτισμὸν χριστοκεντρικόν, φυσικὸς φορεὺς καὶ συνεχιστὴς τοῦ ὁποίου εἶναι μέχρι σήμερον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον.

Ἦτο δὲ εὔλογον αἱ πρῶται ἀκτῖνες τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ φθάνουν ἐντονώτερον εἰς τὴν Θρᾴκην καὶ εἰς τὰς παρευξεινίους περιοχάς, αἱ ὁποῖαι γειτνιάζουν μὲ αὐτήν. Καὶ τοῦτο συνεχίζεται ἀδιαπτώτως μέχρι τῆς σήμερον. Ὅπως ὁ Ἕλλην τῶν Ἀθηνῶν, ζῶν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς Ἀκροπόλεως, αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄμεσον ἀπόγονον τοῦ Σωκράτους, τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Περικλέους, οὕτω καὶ ὁ χριστιανὸς τῆς Θρᾴκης, κινούμενος εἰς τὸ ὑποβλητικὸν περιβάλλον τῶν βυζαντινῶν πύργων καὶ ἐπάλξεων, ὅπως οἱ σῳζόμενοι σήμερον ἐν Διδυμοτείχῳ, βλέπων καθ᾿ ἡμέραν τὰς ὁλοσώμους τοιχογραφίας τῶν ἁγίων καὶ τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως εἰς τὴν παλαίφατον Μονὴν Κοσμοσώτειρας Βήρας, καὶ εἰς τὰ σπήλαια τῶν Ἁγίων Θεοδώρων εἰς τὰ Θρᾳκικὰ Τέμπη, μεταφέρεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς εὐκλεοῦς ἐκείνης ἐποχῆς, ἀκούει τὴν φωνὴν τῶν εὐσεβῶν ἐλέῳ Θεοῦ βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων τῶν Ρωμαίων καὶ τῶν Ἑλλήνων, ἐνωτίζεται τὴν ψαλμῳδίαν τῶν ἐρημικῶν στρουθίων εἰς τὰ ὄρη τῆς Ροδόπης, καὶ θεωρεῖ οἰκεῖον καὶ προσφιλὲς κάθε πρόσωπον καὶ πράγμα συνδεόμενον μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Ἀναφέρομεν ταῦτα ἐνώπιόν σας, διὰ νὰ τιμήσωμεν τὸν λαὸν τῆς Θρᾴκης ὁ ὁποῖος ἔλαβεν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ προσέφερε πολλὰ εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μετὰ τῆς ὁποίας συνδέεται διὰ μακραιώνων καὶ ἀδιαρρήκτων ἱστορικῶν δεσμῶν.

Ὁ λαὸς τῆς Θρᾴκης προσέφερε πρωτίστως τοὺς μάρτυρας τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἐκράτησαν τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν πίστιν διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν, ὡς οἱ ἐν Σαμοθράκῃ μάρτυρες καὶ αἱ ἄλλαι μυριάδες Ἁγίων, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, οἱ πάλαι καὶ οἱ ἐπ᾿ ἐσχάτων. Ἐπὶ τῆς κοινῆς ταύτης κληρονομίας ἑδράζονται μέχρι σήμερον οἱ δεσμοί, ἐκκλησιαστικοί, πνευματικοί, πολιτιστικοὶ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὴν ἁγιοτόκον καὶ ἁγιόπλουτον Θρᾴκην.

Ἐπὶ πλέον, ὁ θρακικὸς λαὸς προσέφερε καὶ εἰς τὸν πολιτισμὸν ἀληθινὰ ἀριστουργήματα, ἐξέχοντα μνημεῖα τῆς παγκοσμίου πολιτιστικῆς κληρονομίας, ὡς τὰ τοῦ γνωστοῦ Παπικίου Ὄρους, τὸ ἀνυπέρβλητον τοῦτο θαῦμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς. Πάντα τὰ κορυφαῖα εἰς τὸ εἶδος των κειμήλια ταῦτα, μὲ τὴν διαχρονικὴν καὶ οἰκουμενικὴν ἀξίαν, προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸν ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ θρησκείας, ὄχι μόνον ὅσα παραμένουν ἕως σήμερον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καί ὅσα ἐσυλήθησαν ἐκ Θρᾴκης καὶ ἐκ Μακεδονίας καὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμένα εἰς μουσειακοὺς χώρους τῆς γειτονικῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλων χωρῶν. Σᾶς γνωρίζομεν ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καταβάλλει προσπαθείας πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὸν φυσικὸν χῶρον αὐτῶν τῶν ἁρπαγέντων, κατὰ δυσμενεῖς ἱστορικὰς συνθήκας, κειμηλίων, πρωτίστως δὲ τῶν θρησκευτικῶν. Τὰ κειμήλια ταῦτα, μαρτυροῦν τὴν ἐσωτερικὴν καλλιέργειαν, τὴν βαθεῖαν πνευματικότητα, τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν καλαισθησίαν τῶν Θρᾳκῶν.

Ἱερώτατοι, Ἐλλογιμώτατοι, ἀγαπητοὶ φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι,

Ἐπιθυμοῦμεν ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας νὰ ἀναφερθῶμεν μόνον εἰς μίαν πτυχὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Θρᾴκης, μὲ ὅλας τὰς ἐκφάνσείς του, τὴν ὁποίαν ὑλοποίησε τὸ σωτηριῶδες ἡσυχαστικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἐξεκίνησεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, μετεφυτεύθη εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἠνδρώθη καὶ εἰς τὴν λοιπὴν κληρουχίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Θρᾴκῃ, διὰ νὰ ἀναδειχθῇ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ὡς «ἡ πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδοξίας» (π. Γ. Μεταλληνός) εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος Ἄθω, ἐξαπλωθὲν καὶ εἰς σύνολον τὸν ὀρθόδοξον κόσμον.

Ὁ μέγας ἡσυχαστὴς Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κατήγετο ἐκ τῆς Πόλεως. Οἱ γονεῖς του «τὴν μεγίστην ταυτηνὶ καὶ βασιλεύουσαν, τὴν τοῦ θαυμαστοῦ Κωνσταντίνου πόλιν εἶχον εἰς μετοικίαν» (Δ. Τσάμη, Φιλοθέου Κων/πόλεως, Λόγος εἰς ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1974, σ.29). Ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ παιδεία του εἰς αὐτήν, εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Μοναχισμοῦ της, κατέλιπον ἀνεξίτηλον τὴν σφραγῖδα των εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Γρηγορίου.

Ἐνῷ, λοιπόν, ὁ Ἅγιος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, προκειμένου νὰ εὕρῃ ὡς τόπον ἡσυχίας διὰ νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὴν ἱερὰν νῆψιν, τὸ Ἅγιον Ὄρος, πρῶτον φωτεινὸν σταθμὸν εἰς τὴν πορείαν αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἄθωνα, συναντᾷ τὸ ὑπερκείμενον τῆς Κομοτηνῆς Παπίκιον Ὄρος. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν ὅτι, παρὰ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν, ἡ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τὸ Παπίκιον Ὄρος, ὑπῆρξε λίαν καρποφόρος διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Θρᾴκης, καθ᾿ ὅτι αἱρετικοὶ Μαρκιανισταὶ ἢ Μασσαλιανοί, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν εἰς τὸ γειτονικὸν Ὄρος, «γεγόνασι τρόπαιον τῆς Γρηγορίου θαυμαστῆς γλώττης» καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν.

Ἡ παράδοσις αὕτη τοῦ ἡσυχασμοῦ, ἡ ὁποία ἐκαλλιεργήθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ σειρᾶς ἁγίων Πατριαρχῶν, μαθητῶν τῶν ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ἐξηπλώθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας, διὰ τῆς μετοικήσεως τοῦ τελευταίου εἰς τὰ παρόρια Ὄρη. Πλησίον αὐτοῦ ἐμαθήτευσαν κορυφαῖαι μορφαὶ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης, ὡς ὁ ὅσιος Ρωμύλος καὶ ὁ ἅγιος Θεοδόσιος Τυρνόβου, ὁ ὁποῖος στενῶς συνεδέθη μὲ τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν διὰ νὰ ἐπιλύσῃ βασικὰ πνευματικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας.
Τὴν παράδοσιν τῶν ὡς ἄνω ἡσυχαστῶν θὰ συνεχίσῃ καὶ θὰ ἐξακτινώσῃ εἰς τὰς παρευξεινίους χώρας, ἕνα αἰῶνα περίπου ἀργότερον, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Νήφων, ἐξέχουσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ πνευματικὴ προσωπικότης, κοσμήσασα τὴν ἱστορίαν τοῦ Πατριαρχείου, ἀλλὰ καὶ ἐπιδράσασα μεγάλως εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου καὶ πέραν αὐτῆς.

Ἡ διαποίμανσις τοῦ ποιμνίου τῆς Οὑγγροβλαχίας ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Νήφωνος ὑπῆρξεν ἱστορική, διότι ἵδρυσε δύο ἐπὶ πλέον ἐπισκοπάς, τοῦ Ρίμνικ καὶ τοῦ Μπουζέου, κατήχησε τὸν λαὸν καὶ ἐμπέδωσε τὴν τήρησιν τῶν ἱερῶν κανόνων. Μετὰ τὴν ἱστορικὴν σύνοδον, τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Νήφων διωργάνωσεν εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Δεάλουλ, συντόμως ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις ἐν Βλαχίᾳ ἐβελτιώθη, ὅμως τὴν πρόοδον διέκοψεν ἡ ἀναγκαστικὴ φυγὴ αὐτοῦ, λόγῳ τῆς ἐχθρότητος τοῦ ἡγεμόνος Ράδου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησίν του, ὁ Πατριάρχης Νήφων θὰ εὐλογήσῃ τὴν Βλαχίαν διὰ τῶν τιμίων του λειψάνων. Σημειωτέον, ὅτι ἄκρως καρποφόρος διὰ τὴν περιοχὴν ἀπέβη ἡ πνευματικὴ σχέσις τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου μετὰ τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος Νεάγκου Μπασαρὰμπ, οὗτινος ὑπῆρξε πνευματικὸς πατὴρ καὶ καθοδηγητής.

Βαθμηδόν, τὸ πνεῦμα τοῦ Βυζαντίου τόσον ἰσχυρῶς ἔπνεεν ἐκ τοῦ Βοσπόρου εἰς τὰς Παραδουναβίους Ἡγεμονίας, ὥστε δὲν ἦτο ὑπερβολικὸς ὁ κορυφαῖος ρουμάνος ἱστορικὸς Νικόλαος Ἰόργκα, ὅταν ὡμίλησε διά «Βυζάντιον μετὰ τὸ Βυζάντιον» (Byzance après Byzance).

Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ παρατείνωμεν τὸν λόγον μὲ τὴν χρῆσιν συγκεκριμένων ἱστορικῶν παραδειγμάτων διὰ νὰ δείξωμεν τὸν βαθὺν πνευματικὸν σύνδεσμον τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Θρᾴκης μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ πῶς αὐτὸς ὁ σύνδεσμος διεδίδετο ἐξ αὐτῆς –τῆς Θρᾴκης- καὶ εἰς τὰς λοιπὰς παρευξεινίους περιοχάς, πρὶν ἐμφανισθῆ ἡ μάστιξ τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατακερματίζει τὴν κοινωνικὴν συνοχὴν καὶ ἀντιστρατεύεται τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Ἐκκλησιολογίας. Ὁ ἀληθὴς ἐν Χριστῷ πολιτισμὸς ὁδηγεῖ καὶ καλεῖ πάντας «εἰς ἑνότητα». Τὴν ἑνότητα αὐτὴν διακονεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον˙ διατηρεῖ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης• καταβάλλει προσπαθείας διὰ τὴν ἑνότητα τῆς διεσπασμένης Χριστιανοσύνης• διαλέγεται μὲ σύνεσιν καὶ ἀποφασιστικότητα διὰ τὴν εἰρήνην τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν. διερευνᾷ τὰς δυνατότητας συνεργασίας διὰ τὸ κοινὸν παρὸν καὶ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἀλληλεγγύης. Τελικὸς στόχος παραμένει ἡ ἀνακάλυψις καὶ ἡ αποκάλυψις τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑνότητος, αἱ ὁποῖαι συγκεφαλαιοῦνται καὶ ἀνακεφαλαιοῦνται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ.

Χαίρομεν, σήμερον, ἀγαπητοί, χαρὰν ἀνεκλάλητον καὶ δεδοξασμένην, διότι διαπιστοῦμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὴν εὐκληματοῦσαν ταύτην Ἄμπελον τῆς Θρᾴκης. Χαίρομεν, διότι ἀπολαμβάνομεν τὴν σημερινὴν ἀκαδημαϊκὴν συνάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ μονοδιάστατον τοῦ ἐπιμόχθου βίου ἀγαθύνεται ἰδιαζόντως, καὶ αἰσθητοποιεῖται ποιοτικῶς ἡ κρίσις καὶ αἱ κρίσεις τῆς καθ᾿ ἡμέραν βιοπάλης. Χαίρομεν ἀπὸ τὴν ἀπειροπληθῆ ἀνύψωσιν περιβλέπτων Ναῶν καὶ ἀπὸ τὴν δονουμένην ἀπὸ σύντονον ἀσκητικὸν παλμὸν ἐμφάνειαν καὶ ἀνακαίνισιν τοσούτων ὁσιογενῶν Μονῶν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Θρᾴκης. Χαίρομεν, δι᾿ ὅσα βλέπομεν καὶ δι᾿ ὅσα νοεροτρόπως ἀνιχνεύομεν καὶ ἐνωτιζόμεθα. Χαίρομεν διὰ τὸν πολιτισμόν σας, διὰ τὴν ἐκκλησιαστικότητά σας, διὰ τὴν πίστιν σας εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν, διὰ τὴν ἐμμονὴν εἰς τὰς παραδόσεις τοῦ Γένους μας, διὰ τὴν προσήλωσίν σας εἰς τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα καὶ τὰς ἀξίας αὐτοῦ. Καὶ διακαῶς ἐπευχόμεθα, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν νὰ σᾶς ἔχῃ ἐσαεὶ περικεχωρημένους εἰς τοὺς ἀκυμάντους κόλπους τῆς Μητρὸς ἡμῶν Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὀρθοτομούσης τὸν λόγον τῆς ἀληθείας καὶ διακρατούσης τὸ ὀρθόδοξον φρόνημα τοῦ εὐλογημένου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέσα εἰς τὴν πολυτάραχον θάλασσαν τῆς ἱστορίας.

Κομίζομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὄχι μόνον πρὸς τὴν Πανεπιστημιακήν σας Κοινότητα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὴν Θρᾴκην, καὶ δι᾿ αὐτῆς πρὸς τὸν κόσμον, τὸ χαροποιὸν μήνυμα ὅτι ἡ Ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ πάντων τῶν Πατέρων ἡμῶν, ζῇ καὶ ἐργάζεται ἐν παντὶ τόπῳ, ἔχουσα ἀμετάθετον ὅραμα τό «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καὶ τὴν ἐπαναγωγὴν ἢ τὴν πρωτογενῆ εἰσόδευσιν παντὸς λογικοῦ προβάτου εἰς τὴν θεόδμητον κιβωτὸν τῆς σωτηρίας, τήν «ἐν τῷ κόσμῳ» καί ὅμως «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου». Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμός μας, ὁ πολιτισμὸς τοῦ προσώπου καὶ τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων.

Δὲν ζῶμεν ἐμφορούμενοι ἀπὸ οὐτοπικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἐξωπραγματικὰς πεποιθήσεις ὅτι ἔχομεν κατακτήσει τὰς καρδίας πάντων τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ εὐελπιστοῦμεν βασίμως ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἐν δυνάμει τυγχάνει πᾶσα ἡ οἰκουμένη, ἐπειδὴ διακατέχει τὸ καινοποιὸν φύραμα, τὸ δυνάμενον νὰ ζυμώσῃ καὶ νὰ ἀναπλάσῃ τὸν κόσμον. Οὐδόλως πολτοποιοῦμεν συνειδήσεις ἢ καλλιεργοῦμεν ἰδεοληπτικὰς προσκολλήσεις. Ἀντιθέτως, ἡ Ἐκκλησία ἀπεργάζεται τὴν ἀπεξάρτησιν ἀπὸ κάθε συρρικνωτικὴν διὰ τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ἐγκόσμιον καθήλωσιν διὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοός. Ἑπειδὴ ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό «φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄, 12), καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λειτουργεῖ ὡς φῶς, φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον. Ὅπως λέγει ἕνας σύγχρονος ὀρθόδοξος στοχαστής, «ἡ Ορθοδοξία εἶναι φῶς, καὶ μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς εἶναι Ὀρθοδοξία» (Κ. Δεληκωσταντῆς).

Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐκπροσωπουμένη εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην καὶ διακονουμένη ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ ὁποίου κληρουχία καὶ ἐνδοχώρα εἶναι, ἀποτελεῖ τὴν μόνην ὑπαρκτὴν ἐγκόσμιον πραγματικότητα, ἡ ὁποία κέκτηται Θεανθρωπίνην ὑπόστασιν ὡς Σῶμα Χριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μόνον αὐτὴ δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸν ἐξουθενωτικὸν περιορισμόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀχαλίνωτον ἀσυδοσίαν τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν ἀπηνῆ κυριαρχίαν τοῦ τεχνοπωλίου εἰς τὴν ζωήν, ὄχι μόνον εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν πολιτισμόν, ἄλλὰ ἀκόμη καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, εἰς τὴν ὑλοχαρῆ δεσποτείαν τοῦ κεφαλαίου καὶ τὴν ἀνάλγητον παντοκρατορίαν τῶν νόμων τῆς ἀγορᾶς, εἰς τὸ ἐπαυξανόμενον φάσμα τῆς ἀνισομεροῦς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς πείνης, εἰς τὴν βάναυσον καταπάτησιν τοῦ προσώπου ἀπὸ τὰς ὑλιστικὰς καὶ εὐδαιμονιστικὰς κοσμοθεωρίας, εἰς τὴν ἄλογον σκοπιμότητα τῶν πολέμων, τῆς βίας καὶ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς κ.λπ.

Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἔναυσμα καὶ τροφοδότης τῆς ἀντιστάσεως εἰς τὰς ἀρνητικὰς πλευρὰς τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁδηγὸς θετικῆς ἀξιολογήσεως τῶν ἀνθρωπιστικῶν διαστάσεων τῆς νεωτερικότητος εἰς τὸν χῶρον τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καὶ τῶν ἐντυπωσιακῶν κατακτήσεων τῆς ἐπιστήμης. Ἐκτιμῶμεν ἰδιαιτέρως τὴν συμβολὴν τῶν Πανεπιστημίων εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γνώσεως, τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ διάσωσιν τῶν μεγάλων παραδόσεων ἐλευθερίας καὶ ἀλληλεγγύης. Ὑπενθυμίζομεν ὅτι ἡ αὐθεντικὴ παράδοσις δὲν εἶναι «τὸ δικαίωμα ψήφου τῶν νεκρῶν» εἰς τὴν ζωήν μας, ἀλλὰ ζωτικὴ παρακαταθήκη προόδου καὶ ἀνθρωπιᾶς. Εἰς τὸ γενικὸν καὶ εὐρύτερον πλαίσιον τοῦτο, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ Τμήματός σας προωθεῖ καρποφόρως καὶ ἀποφασιστικῶς, διὰ τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως καὶ γνώσεως τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς ἱστορίας καὶ τῆς γλώσσης τῶν λαῶν, τὴν οἰκουμενικὴν ἀνθρωπιστικὴν στοχοθεσίαν.

Διὸ καὶ κινούμενοι εἰς τὸν χῶρον αὐτὸν τῆς Θρᾴκης, μὴ λησμονῆτε τὰς πολυτίμους καὶ εὐγενεῖς παραδόσεις αὐτῆς. Ἡ Θρᾴκη εἶναι μία περιοχή, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμεγαλούργησεν ὁ πολιτισμός. Ἐγέννησε φιλοσόφους, ὅπως ὁ Δημόκριτος, ὁ «ὡς ἀληθῶς ἐν φιλοσοφίᾳ πένταθλος», ὅπως λέγει ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος, μουσικοὺς ὅπως ὁ μυθικὸς Ὀρφεύς, ὁ μαγευτικὸς λυράρης τοῦ Κάτω Κόσμου, ἐπιστήμονας, ὅπως ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἀϊνστάϊν Κωνσταντῖνος Καραθεοδωρῆς, λογίους κ.ο.κ.. Εἰς τὴν χλοερὰν καὶ καταπράσινον ὑπερκειμένην δειράδα τοῦ Παπικίου προσήρχοντο πρὸ αἰώνων οἱ συμπατριῶται σας, διὰ νὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ τοῦ τόπου. Αἱ θεῖαι μελῳδίαι καὶ αἱ θρηνῴδεις ᾠδαὶ ἀντηχοῦσαν εἰς τὰς κλιτύας καὶ τοὺς ἀπορρῶγας τοῦ Ὄρους τούτου βράχους, καὶ παρελαμβάνοντο ὑπὸ τῆς πραείας αὔρας διὰ νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὸν Θρόνον τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ.

Δὲν πρέπει, ὅμως, νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὁ πνευματικὸς πλοῦτος τῆς Θρᾴκης εἶναι οἱ Ἅγιοί της καὶ οἱ μάρτυρες τοῦ Ὀρθοδόξου Πολιτισμοῦ. Αὐτοὶ παραμένουν καὶ θὰ εἶναι πάντοτε τὸ στήριγμα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ λαὸς τῆς Θρᾴκης ἐπιβιώνει, διότι γνωρίζει νὰ ἀποθνήσκῃ ὑπὲρ τῆς πίστεως, νὰ αἴρῃ τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ ἐν ἐλπίδι Ἀναστάσεως. Διότι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι «ἡ αλήθεια διὰ τὴν ελευθερίαν» (π. Μ. Καρδαμάκης), ἡ ὁποία ἐκφράζεται θεοπρεπῶς ὡς ἀγάπη. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ εἶναι πίστις εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸ εἶναι ὁ πυρήν τοῦ σταυροαναστασίμου ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ τοῦ προσώπου.

Ὁ πολιτισμὸς τοῦ προσώπου εἶναι ὁ πυρὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς καὶ αὐτονοήτως ἡ ταυτότης τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Θρᾴκης. Καὶ ἡ Θρᾴκη παραμένει ἔργον πολιτισμοῦ ἐκ τῆς ἀστειρεύτου πηγῆς τῆς Ρωμανίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ κέντρου της, τῆς Νέας Ρώμης.

Ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς τρέφεται παλαιόθεν ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς δεσμούς του μὲ τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, το Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ στενὴ σχέσις μὲ τὸ κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας διασώζει τὴν αὐθεντικότητα τῆς ταυτότητός του.

Κατακλείοντες, σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν ἀγάπην σας καὶ τὴν ὑπομονήν σας.

Εὐχαριστοῦντες ὅλως ἰδιαιτέρως τὸ Τμήμα Γλώσσης, Φιλολογίας καὶ Πολιτισμοῦ Παρευξεινίων Χωρῶν τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θρᾴκης διὰ τὴν προσγενομένην εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν Ἁγιώτατον Ἀποστολικὸν καὶ Πατριαρχικὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον τιμήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἐν Θρᾴκῃ κληρουχίας αὐτοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ της, τῶν γραμμάτων, τῆς φιλολογίας, τῶν κλασσικῶν καὶ ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας ὑμᾶς, ἐπὶ τὴν Πανεπιστημιακὴν Κοινότητα καὶ τὸν φιλόθεον καὶ φιλάνθρωπον λαὸν τῆς Κομοτηνῆς καὶ τῆς Θρᾴκης τὴν Χάριν καὶ τὸ Πλούσιον Ἔλεος τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ. Ἀμήν.

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ


Ο Μ Ι Λ Ι Α 
ΤΗΣ Α.Θ.ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ 
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ 
κ.κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ 
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΕΩΣ ΑΥΤΟΥ 
ΕΙΣ ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ 
ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ LUDWIG MAXIMILIAN ΜΟΝΑΧΟΥ 
(16 Μαΐου 2014) 

[Ehrendoktorwürde für Bartholomaios I. (Mitte) / Foto: Dr. Wolfgang Steck]
Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε κύριε Reinhard Marx, Ἀρχιεπίσκοπε Μονάχου καί Freising, 
Ἱερώτατε καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ καί συλλειτουργέ Μητροπολῖτα Γερμανίας κύριε Αὐγουστῖνε, 
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί, 
Ἐλλογιμώτατε Κοσμῆτορ τῆς περιπύστου ταύτης Θεολογικῆς Σχολῆς, 
Ἐλλογιμώτατοι Καθηγηταί, 
Ἀγαπητοί φοιτηταί καί φοιτήτριαι, 
«Ἐξομολόγησιν καί μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω, ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον»
(Ψαλμ. ργ΄, 1-2).
Αἰσθανόμεθα ὡς ἀληθῶς, Ἐλλογιμώτατε κύριε Κοσμῆτορ καί φίλτατοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐπιστήμης τῆς θεολογίας μετά τῶν ἀγαπητῶν ἡμῖν φοιτητῶν καί φοιτητριῶν τῆς ὑμετέρας εὐφήμως γνωστῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Μονάχου, εἰς τήν ὁποίαν καί ἡ ἡμετέρα Μετριότης καί πολλοί ἄλλοι Ὀρθόδοξοι κληρικοί καί λαϊκοί ἐσπούδασαν σπουδήν θεολογικῆς ἐπιστήμης, αἰσθανόμε-θα, ὁμολογοῦμεν, μεγάλην χαράν ἐπικοινωνοῦντες μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τό πνευματικόν τοῦτο Ἵδρυμα τῶν ἐπιστημῶν, μετά τήν ἐκ μέρους ὑμῶν ἀπόφασιν ὅπως ἀπονείμητε ἡμῖν τόν τίτλον τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος τῆς Σχολῆς ὑμῶν ταύτης. 
Ἀποδεχόμεθα τήν τιμήν ταύτην ὡς ἀποδιδομένην εἰς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό Ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας Κέντρον, τοῦ ὁποίου ἡγούμεθα καί ἐν τῷ «πνεύματι» τοῦ ὁποίου ἐμπνεόμεθα ὑφ᾿ ἑνός πνεύματος οἰκουμενικοῦ, τό ὁποῖον σέβεται τάς πανανθρωπίνους ἀξίας καί τάς ἰδιαιτερότητας ἑκάστου ἔθνους καί ἑκάστου λαοῦ. 
Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, συγχαίρομεν ὑμῖν πᾶσι, διδάσκουσι καί διδασκομένοις, οὐ μήν ἀλλά καί τοῖς διοικοῦσι τήν Σχολήν ταύτην τῆς ἐν Γερμανίᾳ ἀδελφῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, διά τό ἔργον τό ὁποῖον ἐπιτελεῖτε διά τήν σπουδήν καί τήν μαρτυρίαν τῆς Θεολογίας. Εὐχόμεθα ὅπως ὁ Θεός χορηγῇ εἰς ὑμᾶς ὑγείαν, δύναμιν καί ἔμπνευσιν ἵνα ἐπιτελῆτε τό ἔργον τοῦτο μετά ζήλου καί γνώσεως, πρός ὠφέλειαν τῶν φιλούντων τήν θείαν γνῶσιν καί σοφίαν ἀλλά καί τήν ἀνθρωπίνην μόρφωσιν, διά τήν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς προσωπικότητος αὐτῶν καί ἵνα γνῶσιν ἀληθῆ ἔχωσι καί ἔχωμεν οἱ πάντες «περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (πρβλ. Α΄ Πετρ. γ΄ 15). 
Τήν συγκίνησιν καί χαράν τῆς παρουσίας ἡμῶν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, μεταξύ σας, Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε κύριε Marx καί ἀγαπητοί ἀδελφοί καί τέκνα, ἐπαυξάνει τό γεγονός τῆς προσεχοῦς συναντήσεώς μας, ἐντός ὀλίγων ἡμερῶν, εἰς τά Ἱεροσόλυμα μετά τοῦ ἀδελφοῦ Προκαθημένου τῆς ὑμετέρας Ἐκκλησίας, Ἁγιωτάτου Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου, διά νά προσευχηθῶμεν πρός τόν Ἕνα Κύριον τῆς δόξης καί νά ἀνανεώσωμεν τήν δέμευσιν καί ἐλπίδα ἀμφοτέρων ἡμῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν, τήν ὁποίαν δέσμευσιν καί προσδοκίαν συνωμολόγησαν εἰς τούς χώρους τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου οἱ ἀοίδιμοι προκάτοχοι ἡμῶν Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καί Πάπας Παῦλος ὁ Στ΄ πρό πεντηκονταετίας ἀκριβῶς. Τήν δέσμευσιν εἰς τήν συνέχισιν τῆς πορείας διά τοῦ διαλόγου τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀληθείας πρός τήν διά τῶν ἔργων τῆς ἀληθείας ἐπανεύρεσιν τῆς «ἀπολεσθείσης δραχμῆς», τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν, εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ Θελήματος τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ἵνα πάντες ἕν ὧμεν, τοῦ ἐλθόντος εἰς τόν κόσμον ὄχι ἵνα τόν κρίνῃ, ἀλλά ἵνα σώσῃ αὐτόν. 
Θά συναντηθῶμεν μετά τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν ἵνα ἀντλήσωμεν ἔμπνευσιν καί ἐνίσχυσιν εἰς τήν κοινήν δύσβατον πορείαν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἐκ τοῦ παραδείγματος τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος «ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ πολλά τά ἀντιπίπτοντα ὑφίστατο, πολλαῖς τε πραγμάτων δυσχερείαις ὡμίλει», ἀλλά «ροπῇ Χριστοῦ καί βοηθείᾳ πάντων ἐκράτει» («Βίος Ἁγίου Ἀνδρέου», κατά τόν Συναξαριστήν Κωνσταντινουπόλεως). 
Κατά τήν συνάντησιν ἡμῶν ταύτην θά προσευχηθῶμεν ἔτι συντονώτερον ὑπέρ ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ἡ διάσπασις τῆς ἑνότητος αὐτῆς πολλά δεινά προεκάλεσε καί συνεχίζει νά προκαλῇ καθ᾿ ἡμέραν εἰς τήν ἀνθρωπότητα καί τά ἀποτελέσματά της ὑπῆρξαν τραγικά.
Ἡ Φιλοσοφία τῶν Φώτων ἐν τῇ Δύσει καί ἡ Γαλλική Ἐπανάστασις ἐνήργησαν μίαν ἀληθινήν ἐπανάστασιν, μέ σκοπόν νά ἀντικατασταθῇ ἡ προηγουμένη παράδοσις τοῦ Δυτικοῦ κόσμου μέ μίαν νέαν, μή χριστιανικήν, ἀντίληψιν διά τόν ἄνθρωπον καί τήν κοινωνίαν. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως προέρχονται ἐν πολλοῖς ὁ πρακτικός ὑλισμός τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν καθώς καί αἱ διάφοροι μορφαί τοῦ στρατευμένου ἀθεϊσμοῦ καί ὁλοκληρωτισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνας καί κατά τήν πρώτην δεκαετίαν τοῦ παρόντος καί μέχρι σήμερον ἐστοίχισαν εἰς τόν κόσμον ἑκατομμύρια ἀθώων ἀνθρωπίνων θυμάτων. 
Ἐντός ἑνός τοιούτου πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος, ὁδηγήσαντος διά ποικίλων διαδικασιῶν εἰς μίαν ἀπώλειαν τῆς ἐννοίας τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ζώσης λατρείας Του καί εἰς ἕνα ὑποβιβασμόν τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς εἰς μίαν ἀνθρωπιστικήν ἠθικήν, μέ σχετικοποίησιν τῶν δογματικῶν ἀλλά καί τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν καί διατυπώσεων, πραγματοποιεῖται ἡ συνάντησις κορυφῆς αὕτη ἀμφοτέρων τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί πνευματικῶν ἡγετῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Πραγματοεῖται εἰς τήν Ἀνατολήν, ἔνθα ἀνέτειλε καί ἐγνωρίσθη τῇ οἰκουμένῃ ἡ «ἐξ ὕψους ἀνατολή», ὁ τῆς δόξης Κύριος καί σωτήρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. 
Διά τοῦτο, ἐν ὄψει τῆς συναντήσεως ταύτης, ἐπιθυμοῦμεν νά μοιρασθῶμεν μαζί σας ὡρισμένας ἐμπειρίας ἡμῶν καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περί τῆς θεολογίας, ὡς ἐμπειρικῆς καί βιωματικῆς ἐπιστήμης. 
Εἰς τήν Χριστιανικήν Ἐκκλησίαν καί μάλιστα εἰς τήν Ὀρθόδοξον καί εἰς τήν Θεολογίαν της δέν ἰσχύει καί δέν πιστεύομεν εἰς τήν φράσιν «ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ἰδέα», ὡς διδάσκει ἡ Φιλοσοφία καί ἐγκολποῦται ἀτυχῶς ὁ κόσμος καί ὁ σύχρονος ἄνθρωπος τῆς ὕλης καί τῆς τρυφῆς, ἀλλά πιστεύομεν ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. α΄ 1) τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐνυπόστατος καί Τριαδικός Θεός, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ Ὁποῖος καί ἐνέβαλεν εἰς ἕκαστον τῶν ὄντων τόν λόγον τῆς ὑπάρξεώς του, ὥστε τά πάντα εἰς τό Σύμπαν νά διέπῃ «ὁ Λόγος». 
Κατά συνέπειαν, ὁ Θεός διευθύνει καί κατευθύνει τήν ἱστορίαν διά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐπραγματοποίησε μίαν ριζικήν παρέμβασιν εἰς τήν ἱστορίαν. Ἐγένετο ὁρατός, ἔνσαρκος ἄνθρωπος, δηλαδή προσέλαβεν ἱστορικήν σάρκα, ἐδίδαξεν, ἔπαθεν, ἐσταυρώθη, ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς. Εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας δέν ὑφίσταται διαλεκτική ἀντίθεσις μεταξύ «Χριστοῦ τῆς πίστεως» καί «Χριστοῦ τῆς ἱστορίας», διότι ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖον πιστεύομεν καί διά τοῦ Ὁποίου σῳζόμεθα, εἰσῆλθεν εἰς τήν ἱστορίαν διά νά τήν μεταμορφώσῃ. 
Ἑπομένως, ὁ Χριστός ἀποκαλύπτεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ· ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ φανερώνεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ· καί ἡ ἐν Χριστῷ υἱοθεσία ἐνεργεῖται ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Ὅθεν, ἡ «ἱερά ἱστορία» ταυτίζεται μετά τῆς «ἱστορίας τῆς σωτηρίας» ἑκάστου ἀνθρώπου. Τοῦτο, ἐκτός τῶν ἄλλων, σημαίνει, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων ἀλλά καί τῆς παραδόσεώς μας δέν γίνεται ἔξω τῆς ἱστορίας, δηλαδή δέν θεωρεῖται ὡς εἷς κῶδιξ θείων ἐντολῶν, ἀλλά γίνεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἔκφρασις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός μεταμόρφωσιν τῆς ἱστορίας. 
Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ Ἐκκλησία κινεῖται ἐντός τῆς ἱστορίας καί ὄχι ἔξω αὐτῆς, ζῇ εἰς τόν ἱστορικόν χρόνον καί τόπον, προσλαμβάνει τόν ἄνθρωπον, τόν ὄντα ἐν τῇ ἱστορίᾳ μετά τῶν ποικίλων προβλημάτων του, καί τόν μεταμορφώνει, τόν ἐξαγιάζει, δηλαδή μεταμορφώνει τόν χῶρον καί τόν χρόνον καί ἐξαγιάζει τόν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς τόν συγκεκριμένον αὐτόν χῶρον καί χρόνον. Καί τό πράττει διά τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐμπειρία. Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός, ὁ διπλοῦς τήν φύσιν, τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος συγχρόνως. Ἀντίθετος τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ ἰδεολογία, ἡ οἱαδήτις ἰδεολογία, ἡ ὁποία συνήθως καταντᾷ εἰς φανατισμόν καί διαστρέβλωσιν τῆς ἀληθείας. Διότι ὁ ἰδεολόγος ἐνδιαφέρεται νά ἐπαληθεύσῃ διά σοφισμάτων καί δικαιολογιῶν τήν ἰδεολογίαν του καί τάς πράξεις του καί ὄχι νά εὕρῃ τήν ἀλήθειαν, ἰδίᾳ ὅταν αὕτη θέτῃ εἰς διακινδύνεσιν τήν ἐξουσίαν του ἤ τήν ἐγκυρότητα τῆς ἰδεολογίας του. 
Ἡ τοποθέτησις τῆς ἀληθείας εἰς τήν κορυφήν τῶν ἐπιδιώξεων τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς εἶναι αὐτόθροος συνέπεια τῆς ἐπιστημονικῆς ἰδιότητός της. Διό καί ἡ θεολογία, ὡς Θεοῦ γνῶσις, κρίνει τά γεγονότα (τήν ἱστορίαν), καταδικάζει τάς ἀδίκους καί ἐμπαθεῖς πράξεις, ὑφ᾿ οἱουδήτινος καί ἄν ἐγένοντο, ἀλλά δέν συγκαλύπτει καί δέν ἀλλοιώνει τά γενόμενα διά νά ἀποσείσῃ ἤ νά μετακινήσῃ εὐθύνας. Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν γνωρίζοντες τήν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καί τῶν προσώπων ἐλευθερούμεθα διά νά ζῶμεν κατά τόν ἀρχαῖον Περικλῆ «εὐψύχως». Διότι τά γενόμενα κακῶς, ἐξαλείφει ἡ μετάνοια καί ἡ ὁμολογία καί ὄχι ἡ ἀπόκρυψις καί ἡ ψυχολογική ἀπώθησις. Ἡ ἱστορία τῆς θεολογίας καί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀδέκαστος. Ἄλλωστε ὁ Θεός Πατήρ ἐξουσίαν ἔδωκε τῷ Υἱῷ «καί κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱός ἀνθρώπου ἐστί» (Ἰωάν. ε΄ 27-28). Ἡ κρίσις ὑπό τῆς θεολογίας τῆς ἀληθείας εἶναι κρίσις ζωῆς. Ὡς ἐκ τούτου δέ ἡ θεολογία εἶναι ἐμπειρική ἐπιστήμη καί βιωματική, περισσότερον πάσης ἄλλης πρακτικῆς ἤ θεωρητικῆς ἐπιστήμης. Διό «ὁ τόν λόγον τοῦ Κυρίου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντι αὐτόν ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (πρβλ. Ἰωάν. ε΄, 24). Ὁ Κύριος, ὡς «υἱός τοῦ ἀνθρώπου» ποιεῖ «κρίσιν» θανάτου, ὡς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, δίδει ζωήν καί ἀνάστασιν. 
Ἡ θεολογία βιοῦται ὑπό τῶν Ἁγίων καί δέον νά βιῶται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς ἐμπειρική ἐπιστήμη, κυρίως ὡς ταπείνωσις, ὡς κένωσις. «Πολλοί τῆς ταπεινοφροσύνης οἱ τρόποι. [...] Ταύτης γάρ ὑποκειμένης, μετά ἀσφαλείας ἅπαντα τά ἄλλα ἐπιτίθησιν ὁ οἰκοδομῶν. Ταύτης δέ ἀνῃρημένης, κἄν μέχρι τῶν οὐρανῶν φθάσῃ πολιτευόμενος, ἅπαντα ὑποσύρεται ῥαδίως καί εἰς χαλεπόν καταστρέφει τέλος. [...] Αὕτη φιλοσοφίας ἁπάσης ἀρχή. [...] Καί τί τοῦτο πρός τούς μαθητάς, φησί, τούς πάντοθεν ὄντας ταπεινούς» (πρβλ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, P.G. 57, 224-225). Ἡ θεολογία, βιουμένη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς θεωρητική ἁπλῶς ἐπιστήμη, καθίσταται ἁπλῶς πάρεργον καί ἐξελίσσεται εἰς χρησιμοθηρικόν ἐργαλεῖον πρός ἄνοδον εἰς τήν κλίμακα τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης ἰσχύος καί δυνάμεως, ἥτις «ὡς ὄναρ παρῆλθε καί ὡς χόρτος ἄνθου ἐξηράνθη». Διότι συγκαλύπτει τήν ἀλήθειαν. Μεταβάλλεται ἀπό ἀληθείας εἰς ἀλαζονείαν καί τῦφον τῶν οὕτω καλλιεργούντων αὐτήν, πολλάκις κληθέντων ἐπί τήν λυχνίαν τῆς κενωτικῆς διακονίας ἵνα φέγγωσι πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ, νά εἶναι οἱ κεκλημένοι ὑπό τῆς Χάριτος, νά εἶναι ἡ ζύμη ἥτις ὅλον τό φύραμα ἤθελε ζυμώσει. Ἀπ᾿ αὐτῆς ὀφείλομεν ἐν τῇ ἀενάῳ πορείᾳ τῆς ἐμπιπιστευμένης κληρονομίας νά διαφυλάξωμεν τήν θεολογίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «πολύς ὁ τύφος τῶν ἐν ἀρχαῖς ὄντων, καί οὐδέ ἐν συμφοραῖς καταβαίνουσιν» καί περαιτέρω «οὐδέν οὕτως εἰς ἀλαζονείαν ἐπαίρει, ὡς ἀρχή καί προεδρία» (Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον ΚΣΤ καί ΞΒ P.G.57,336 καί 58,601). 
«Ἡ ἐμή διδαχή», λέγει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, «οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλά τοῦ πέμ­ψαν­τός με· ἐάν τις θέλῃ τό θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περί τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἤ ἐγώ ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ λαλῶ» (Ἰωάν. 7, 17). Οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ οὗτοι ἀποτελοῦν ἀκριβῶς μίαν προτροπήν διά ἐμπειρικήν προσέγγισιν καί ἐπαλήθευσιν τῆς διδαχῆς Αὐτοῦ, ὡς περιεγράφη ἀνωτέρω. Εἶναι ἡ ἐμπειρική προσέγγισις τοῦ παρόντος ἀλλά καί τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. 
Ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ, ἡ θεολογία, δέν προσφέρεται ὡς ψιλή τις θεω­ρία ἀλλά ὡς βιωματική ἐμπειρία· ὡς ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἀφυπνίζει τόν ἄνθρω­πον ἀπό τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ του. 
«Πολλή τῆς λήθης ἡ τυραννίς», παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβά­σιλας, «καί οὐδέν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, οὕτω συνεχῶς καί ραδίως ἀνα­τρέπει τόν ἄνθρωπον, ὡς τοῦτο τό πάθος» (Ἑρμηνεία εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν 21, PG 150,413C). Ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συνεπάγεται καί τήν λήθην τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εἰκονίζει τόν Θεόν, ἔχει ὀλεθρίας συνεπείας διά τήν ζωήν καί τόν πολιτισμόν αὐτοῦ. Καί αἱ συνέπειαι αὗται διαρκῶς καί καθ᾿ ἡμέραν καθίστανται πλέον ψηλαφηταί. Τάς ζῶμεν ἐν τῇ καθημερινότητι ἡμῶν, ἐν τῷ πολιτισμῷ ἡμῶν, ἐν τῷ φυσικῷ ἡμῶν περιβάλλοντι. Τάς συνεπείας αὐτάς οὐδεμία ἀτυχῶς ἐπανάστασις καί ἀνθρωπίνη προσπάθεια κατώρθωσε νά τάς ὑπερβῇ, νά τάς διασκεδάσῃ, νά τάς ἐξαλείψῃ. 
Ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκαλλιεργήθη καί ἐνεπεδώθη εἰς τόν νεωτερικόν καί μετανεωτερικόν κόσμον μας, ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ, ἡ διακηρυχθεῖσα καί ὡς θάνατος τοῦ Θεοῦ μέ τήν πλήρη ἐκκοσμίκευσιν καί αὐτονόμησιν τοῦ ἀνθρώπου, διακόπτεται κατά τούς συγχρόνους καιρούς ἀπό ὡρισμένας ἀναλαμπάς, αἱ ὁποῖαι ἀβιάστως δύνανται νά θεωρηθοῦν ὡς σημεῖα. Σημεῖα ἐλπίδος καί προσδοκίας διά ἑνότητα. 
Μέσα ἀπό τά συν­τρίμμια τῶν παγκοσμίων πολέμων καί τῶν ἀπανθρώπων ὁλοκληρωτι­σμῶν, μέσα ἀπό τήν ὑποταγήν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν ὑλοφροσύνην καί τήν ματαιότητα τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ἐδημιουρ­γήθησαν μερικαί ρωγμαί μεταεκκοσμικεύσεως καί ἀναμνήσεως τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς σπουδαιότητός της διά τόν ἄνθρωπον καί τήν ζωήν του. Δι᾿ αὐτόν ὅμως ἀκριβῶς τόν λόγον ἡ βιωματική καί ἐμπειρική προσέγγισις καί προβολή τῆς θεολογίας κατά τάς ἡμέρας μας εἶναι ὄντως ἐπιτακτική. 
Ἡ προτροπή τοῦ Χριστοῦ διά μίαν τοιαύτην προσέγγισιν τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι πρωτοφανής ἐν τῇ ἀνελίξει τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας. Ὁλόκληρος ἡ Βιβλική Παράδοσις διακρίνε­ται διά τόν βιωματικόν ἤ ἐμπειρικόν χαρακτῆρα της. Εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην ὁ Ψαλμῳδός Δαυΐδ προτρέπει: «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33,9). «Σχολάσατε καί γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός» (Ψαλμ. 45,11). Ἡ γνῶσις αὐτή δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξωτερικῆς ἀντικειμενικῆς διαδικασίας, ἀλλά ἄμεσος προσω­πική ἐμφάνεια ἡ ὁποία εἰς οὐδεμίαν ὑπόκειται ἐξωτερικήν ἀκύρωσιν ἤ ἀμφι­σβήτησιν. Δι᾿ αὐτῆς τῆς προσωπικῆς ἐμφανείας κηρύττεται ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ.
Βεβαίως, ὅλοι δέν προσεγγίζομεν τήν χριστιανικήν διδαχήν διά τοῦ τρόπου τούτου. Δέν τήν γευόμεθα ἐμπειρικῶς καί δέν τήν πειραματιζόμεθα προσω­πικῶς. Ἀλλά καί εἰς τό ἐπίπεδον τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δέν ἔχουν ὅλοι ἄμεσον ἐμπειρίαν καί γνῶσιν τῶν ἐπιστημονικῶν πορισμάτων. Προσωπικήν ἐμπει­ρίαν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας ἔχουν μόνον οἱ ἐρευνηταί. Ὅλοι ὅμως δυνάμεθα νά ἀποδεχθῶμεν καί νά ἀπολαύσωμεν τούς καρπούς της. Παρο­μοίως καί εἰς τό ἐπίπεδον τῆς θεολογίας προσωπικήν ἐμπει­ρίαν τῆς θεο­λογικῆς ἀληθείας ἔχουν μόνον οἱ Ἅγιοι, οἱ Ὅσιοι, οἱ Δίκαιοι, οἱ ὁποῖοι τήν ἐδοκίμασαν καί τήν ἔζησαν. Ὅλοι ὅμως, ὅσοι τήν ἀποδέ­χομεθα καί τήν τηροῦμεν ἠμποροῦμε νά ἀπο­λαύσωμεν τούς καρπούς της. Διά τοῦτο καί χαρακτηρίζομεν καί τήν θεολογίαν ὡς ἐμπει­ρι­κήν ἐπιστήμην. Καί εἶναι. Ὁ χαρακτηρισμός βεβαίως οὗτος οὐδόλως σημαίνει ὅτι ἡ ἐπιστήμη αὕτη δέν ἔχει καί τό καθαρῶς θεωρητικόν ἤ γραμμα­το­λογικόν αὐτῆς μέρος. Σημαί­νει ὅμως ὅτι ἡ καρδία της, ἡ δογματική της ἀλήθεια ἔχει ἐμπειρικόν βιωματικόν χαρα­κτῆρα. Εἶναι ζωή καί φῶς. Τό θεολογικόν ἐμπειρικόν αὐτό βίωμα ἐκφράζει ὡς ἄριστα εἷς ἀναστάσιμος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας: «Σέ τόν ὡς Θεόν ἐκ τάφου ἀναστάντα Χριστόν, τήν ὁλόφωτον Χάριν, οὐ βλεφάροις ἰδόντες, ἀλλά καρδίας πόθῳ πεπιστευκότες, Σε μεγαλύνομεν». 
Ἐκ τοῦ περιεχομένου τοῦ περιεκτικοῦ δοξολογικοῦ τούτου ὕμνου ἐξάγεται καί δέον νά σημειωθῇ παραλλήλως ὅτι ἡ θεολογική ἐμπειρία δέν κινεῖται εἰς τό ἐπίπεδον τῶν σωματικῶν, ἀλλά τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων· τῶν αἰσθήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουν τόν ἄνθρωπον καί τόν διαχωρίζουν ἀπό τόν ζωϊκόν κόσμον. Τό «οὐ βλεφάροις ἰδόντες, ἀλλά καρδίας πόθῳ πεπιστευκότες» περιλαμβάνει ὁλόκληρον τήν θεολογίαν τοῦ χριστιανοῦ. Τήν θεολογικήν ταύτην ἐμπειρίαν ἐκφράζει τό λαϊκόν γνωμικόν: «φύλλο δέν πέφτει ἀπό τό δενδρί χωρίς τό θέλημά Σου». 
Τό ἀτυχές ὅμως εἶναι ὅτι αἱ αἰσθήσεις αὗται ἔχουν ἀμβλυνθῆ μέχρις ἀφανισμοῦ ὑπό καί ἐν τῷ συγχρόνῳ ἀνθρώπῳ. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις ἀποτελεῖ καί τόν πνευματικόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς του, ἀποσυνεδέθη τῆς καρδίας του, παρέλυσε, παρεδόθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τάς σωματικάς του αἰσθήσεις καί κατέστη ὑπηρέτης τῶν παθῶν του. Ἡ πνευματική ὅμως ἐγρήγορσις καί ἡ καθαρό­της τῆς καρδίας συνιστοῦν οὐσιαστικἀς προϋπο­θέσεις διά τήν ἀπόκτησιν τῆς θεολογικῆς ἐμπειρίας. Ἡ ἐμπειρία αὕτη οὐδόλως ἀποτελεῖ, βεβαίως, προϊόν ἀκαδημαϊκῶν ἐρευνῶν. Αἱ ἔρευναι ὅμως αὗται δέν παύουν νά εἶναι χρήσιμοι καί πολύτιμοι διά τήν διατήρησιν καί τήν διασφάλισίν της. Ἀλλά καί πάλιν, ὅπως εἰς τάς ἐμπειρικάς ἐπιστήμας χρειάζονται τά κατάλληλα ὄργανα καί οἱ κατάλληλοι δέκται διά τήν ἐξαγωγήν πορισμάτων, τοιουτοτρόπως καί εἰς τήν θεολογίαν χρειάζονται τά κατάλληλα ὄργανα καί οἱ κατάλληλοι δέκται διά τήν ἀναγνώρισιν καί μετάδοσιν τῆς θεολογικῆς ἀληθείας. Ἐπί παραδείγματι, εἰς τούς Μακαρισμούς τοῦ Χριστοῦ παρατηρεῖται: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄, 8). Ὁ μακαρισμός οὗτος δέν ἰσχύει μόνον διά τόν μέλλοντα, ἀλλά κυρίως καί διά τόν παρόντα αἰῶνα, τήν παροῦσαν ζωήν. Καθαρότης τῆς καρδίας σημαίνει ἀγάπην πρός πάντας· σημαίνει δικαιοσύνην καί ὄχι προσωποληψίαν· σημαίνει προσοχήν πρός τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ· σημαίνει μακαριότητα καί ὄχι ἐμπάθειαν. Ἡ ἐμπειρική θεολογία καί ἡ βίωσίς της ἀπαιτεῖ καθαρότητα τῆς καρδίας. Ἡ μακαριότης τῆς καρδίας εἶναι μακαριότης, «μακαριότητα δέ ὅταν εἴπω, τήν κορυφήν λέγω τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων. Ὥσπερ γάρ μισθοῦ πλέον ἡ δικαιοσύνη, οὕτω δικαιοσύνης πλέον ὁ μακαρισμός. [...] Ὅπου δέ μακαρισμός, αἰσχύνη πᾶσα ἀνῄρηται καί πολλή ἡ δόξα. Ἐπίτασις γάρ ἐστι καί μισθῶν καί δόξης ὁ μακαρισμός» (Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πρός Ρωμαίους Θ΄, P.G. 60,456). 
Ἡ θεολογία καί αἱ λεγόμεναι θετικαί ἐπιστῆμαι ἀποτελοῦν δύο εἴδη ἐμπειρικῶν ἐπιστη­μῶν, αἱ ὁποῖαι κινοῦνται εἰς δύο διαφορετικά ἐπίπεδα καί ἐκπρο­σωποῦν δύο διαφορετικά εἴδη ἐμπειρίας. Ἡ θεολογία ἀσχολεῖται μέ τήν ἐμπειρίαν τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἐντός τοῦ κόσμου, τοῦ ἀκτίστου ἐντός τῆς κτίσεως, ἐνῷ αἱ θετικαί ἐπιστῆμαι ἀσχολοῦνται μέ τήν ἔρευναν καί τήν γνῶσιν τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Τοῦτο σημαίνει ὅτι μεταξύ τῆς θεολογίας καί τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δέν δύναται κατ᾿ ἀρχήν νά ὑπάρχῃ σύγκρουσις, διότι κινοῦνται εἰς διαφορετικά ἐπίπεδα καί ἔχουν ἴδιον ἑκατέρα χαρακτῆρα. Εἰς τάς θετικάς ἐπιστήμας, ὅπου δεσπόζει ἡ ἀρχή τῆς ἀντι­κειμε­νικότητος, κυριαρχοῦν οἱ ἀριθμοί, αἱ ποσότητες καί αἱ ἀπρόσωποι σχέσεις, ἐνῷ ταυτοχρόνως παραμερίζονται αἱ ποιότητες, αἱ ἀξίαι, τά πρόσωπα καί αἱ προσωπικαί σχέσεις. Τήν ἰδίαν μάλιστα τακτικήν ἀκολουθοῦν συχνάκις καί αἱ κοινωνικαί ἐπιστῆμαι, ἄν καί αὗται ἀσχολοῦνται μέ τόν ἄνθρωπον καί τήν κοινωνικήν του ζωήν. 
Ἡ τα­κτική αὕτη, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τόν ἐπιστημονικόν κόσμον μετά τόν λεγόμενον θρί­αμβον τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, παραβλάπτει τάς κοινωνικάς ἐπιστήμας καί τάς ἀπο­­μακρύνει ἀπό τόν πραγματικόν σκοπόν των, ὅστις εἶναι ἡ μελέτη τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας καί τῶν προσωπικῶν καί διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἐπί πλέον, ἡ τακτική αὕτη παραμερίζει τό πρόσωπον, τό ὁποῖον συνιστᾷ τήν ἀρχήν καί τήν πλη­ρότητα τοῦ εἶναι. Καί ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς παραμερίζεται τό πρόσωπον νεκροῦται καί ἡ ὄντως ἀλήθεια. 
Ἐνῷ ὅμως αἱ θε­τικαἰ ἐπι­στῆμαι κινοῦνται εἰς τό ἐπίπεδον τοῦ ἀντικειμενικοῦ κόσμου καί ἀναζητοῦν ἀντικειμενικάς ἀληθείας, ἡ θεολογία κινεῖται εἰς τό ἐπίπεδον τοῦ προ­σώπου καί τῶν προσωπικῶν σχέσεων. Καί ἡ ἀλήθεια εἰς τό ἐπίπεδον τοῦτο δέν ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενα οὔτε εἶναι ἀντικειμενική. Εἶναι ἀλήθεια ζωῆς καί κοινωνίας· εἶναι ἀλήθεια προσωπική. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλή­θεια τοῦ Χριστοῦ, ἤ ἀκριβέστερον, αὐτή ἡ Ἀλήθεια εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος» (Ἀποκ. α΄, 8). 
Αἱ θετικαί ἐπιστῆμαι ἐξυπηρετοῦν τήν καθημερινότητα τοῦ ἀνθρώ­που καί συντελοῦν εἰς τήν ἀνάπτυξιν τῆς τεχνολογίας καί τοῦ τεχνολογικοῦ λεγομένου πο­λιτισμοῦ. Ἡ θεολογία ἀσχο­λεῖται μέ τήν ὀντολογικήν ἀλήθειαν καί παρέχει νόημα ζωῆς. Ἀναφέρεται εἰς τήν ἐν Χριστῷ λύτρωσιν τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ ταὐτοχρόνως ἐμπνέει τά ἔργα, τάς κινήσεις, τάς σκέψεις, τά δημιουργήματα καί τόν πολιτισμόν του. Ὁλό­κληρος ὁ εὐρω­παϊκός πολιτισμός εἶναι συνυφασμένος μέ τόν Χριστι­ανι­σμόν. Καί αἱ σύγχρονοι θετικαί ἐπι­στῆμαι ἔχουν ἐκκινήσει, ὡς γνωστόν, ἀπό τάς Μονάς τῆς Δύσεως. 
Εἰς τάς θετικάς ἐπιστήμας ὁ ἄνθρωπος καί αἱ δραστηριότητες αὐτοῦ ἀνάγονται εἰς ἀριθμούς, περιγράφονται μέ ἀριθ­μούς ἀλλά καί ἐγκλω­βίζονται εἰς τούς ἀριθμούς. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως «παραμένει ἄνθρωπος, ὅσον ὑπάρχει καί ἀναπτύσ­σεται ὡς πρόσωπον. Ἡ ἀρχή τοῦ προσώπου ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀρχήν τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, ὅπως ἄλλωστε καί τῆς θεολογί­ας. Ὅ­­ταν καταλύ­εται τό πρόσωπον, τότε οὔτε ὁ ἄνθρωπος παρα­μένει ὡς ἄνθρωπος οὔτε ὁ Θεός λατρεύεται ὡς ζῶν Θεός» (Βλ. Θεσμός καί χάρισμα, Ἅγιον Ὄρος 2012, σ. 291). Ὁ ἄν­θρω­πος εἰς οὐδέν ὑπόκειται καί εἰς οὐδένα, ἀλλά ὑπάρχει ὡς δεδο­μένον ἀκόμη καί διά τόν ἴδιον τόν Θεόν. Δι᾿ αὐτό καί αἱ σχέσεις του μέ τόν Θεόν στηρίζονται εἰς τήν ἀρχήν τῆς ἐλευθερίας. Ὁ, τιδήποτε ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπον καί μειώνει τήν ἀξίαν του ὡς προ­σώπου, ἔχει ἀρνητικήν ἀξίαν. 
Ὁ σύγχρονος πολιτισμός καί ἡ ὑπεροχή τῶν ἐν ἐξουσίαις ὄντων, ἐκκλησιαστικῶν καί πνευματικῶν παραγόντων, ἀφανίζει τό πρόσωπον. Τό μηχανοκρατικόν πνεῦμα καί ἡ ὑλοκρατία καί ἡ «ἐμπιστοσύνη» εἰς τήν «ἀνθρωπίνην δύναμιν καί ἐξουσίαν» καί εἰς τά προσόντα καί τάλαντα ἑκάστου ἀνθρώπου ἐξοντώνει τό ἀνθρώπινον πνεῦμα καί παραλύει τάς πνευματικάς του ἀναζητήσεις. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐπηρεασμένος ἀπό τό πνεῦμα τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποσκοποῦν εἰς τήν ἱκανοποίησιν τῶν πρακτικῶν ἀναγκῶν του, ἐνδιαφέρεται διά χρηστικάς ἀληθείας καί δέν ἀναζητεῖ τήν θρησκευτικήν ἀλήθειαν, ἤ ἀκριβέστερον τήν ἀλήθειαν καθ᾿ ἑαυτήν. Δέχεται τάς ἐπιστημονικάς ἀληθείας μετά θρησκευτικῆς εὐλαβείας. Δι᾿ αὐτό καί ἡ ἀπολυτοποίησις τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία παρατηρεῖται συχνάκις εἰς τόν ἁπλοῦν λαόν ἀλλά καί εἰς ὡρισμένους πεπαιδευμένους, οἱ ὁποῖοι θεο­ποι­οῦν τήν ἐπιστήμην, ἀγνοοῦν ἤ παραμερίζουν τόν Θεόν, καί ἐν τέλει καταλήγουν εἰς ἕν εἶδος ἐπιστημονικοῦ φοντα­μεντα­λι­σμοῦ, εἶναι ἀντιεπιστημονική καί βλαπτική. 
Ἡ θεολογία δέν ἀναφέρεται εἰς τήν ἀλήθειαν τῶν ἀντικειμένων ἀλλά εἰς τήν ἀλήθειαν τῆς ζωῆς. Δέν ἐξετάζει τήν σχετικήν ἀλλά τήν ἀπόλυτον καί καθολικήν ἀλήθειαν· τήν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία δέν ἐξαντλεῖ­ται εἰς τό ἐπίπεδον τοῦ κτιστοῦ, ἀλλά ἐκτείνεται καί παραμένει αἰωνίως εἰς τό ἐπίπεδον τοῦ ἀκτίστου. Χρησιμο­ποι­οῦντες τήν ἀριστοτελικήν ὁρολογίαν θά ἠδυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ἡ θεολογία ἀναφέρεται εἰς τά «μή ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν», ἐνῷ ἡ κοσμική ἐπιστήμη εἰς τά «ἐνδε­χόμενα ἄλ­­λως ἔχειν» (Βλ. Ἀριστοτέλους, Ἠθικά Νικομάχεια VI,2,1139a 7-8· Φυσικά Δ,12, 221b – 222 a 9). 
Αἱ θετικαί ἐπιστῆμαι ἀδυνατοῦν νά λύσουν ἤ ἀκόμη καί νά προσεγγίσουν τά ὑπαρξιακά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι τό νόημα καί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς, τό πρόβλημα τοῦ πόνου, τό μυστήριον τοῦ θανάτου. Καί ἀδυνατοῦν διά δύο βασικούς λόγους. Πρῶτον, ἐπειδή τά προβλήματα αὐτά δέν δύνανται νά ἀντικειμενοποιηθοῦν, καί, δεύτερον, ἐπειδή «ἡ λογική αὐτοῦ τοῦ κό­σμου δέ θά μπορέσῃ νά κατανοήσῃ ποτέ πλήρως τήν ἀλήθειά του, γιατί ἀκριβῶς ἀποτελεῖ μέρος του», ἐνῷ κάθε σύστημα, ὅπως καί ὁ κόσμος ὡς σύστημα, μπορεῖ νά κατανοηθῇ «μόνο ἀπό ἕνα ἄλλο σύστημα πού τό ὑπερ­βαίνει» (Π. Παναγιωτόπουλου, Φυσικές ἐπιστῆμες καί θεολογία, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 55.) 
Εἰς τό σημεῖον ἀκριβῶς τοῦτο προβάλλει καί ἡ ἁρμοδιότης τῆς θεολογίας. Τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἐπίκαιρος ἀλλά καί τόσον ἀπόμακρος διά τόν ἐκκοσμικευμένον ἄνθρωπον τῆς ἐποχῆς μας. Τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία μόνη δύναται νά βοηθήσῃ τόν σύγχρονον ἄνθρωπον νά ἐξέλθῃ τῆς παραζάλης τοῦ "ἀπνευμάτου" κοσμοειδώλου του καί νά ἐπιτρέψῃ εἰς τό πνεῦμα του νά ἀναπνεύσῃ τόν ζωογόνον ἀέρα τοῦ ὑπερκοσμίου προορισμοῦ του. Τοῦ προορισμοῦ, τόν ὁποῖον ἐνεφύτευσεν ἐξ ἀρχῆς ὁ Δημιουργός εἰς τήν ὕπαρξίν του μέ τήν «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ κατασκευήν του. 
Ἐάν ἐμβαθύνωμεν, ἄλλωστε, κατά τό δυνατόν εἰς τήν ἡμετέραν φύσιν, εἰς τό πνεῦμα τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου, θά διαπιστώσωμεν ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά θέλῃ ὁ Θεός τήν ἐν τῷ πολέμῳ καί διά τοῦ πολέμου καταστροφήν τῶν ἀνθρωπίνων ζωῶν. Λίαν παραστατικῶς ἐκφράζεται ἡ ἀλήθεια αὕτη εἰς τήν Σοφίαν Σολομῶντος, ὅπου λέγεται: «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων. Ἔκτισε γάρ εἰς τό εἶναι τά πάντα, καί σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου, καί οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς φάρμακον ὀλέθρου οὔτε ᾅδου βασίλειον ἐπί γῆς. Δικαιοσύνη γάρ ἀθάνατός ἐστιν. Ἀσεβεῖς δέ ταῖς χερσί καί τοῖς λόγοις προσεκαλέσαντο αὐτόν, φίλον ἡγησάμενοι αὐτόν ἐτάκησαν καί συνθήκην ἔθεντο πρός αὐτόν, ὅτι ἄξιοί εἰσι τῆς ἐκείνου μερίδος εἶναι» (Σοφ. Σολ. α΄, 13-16). 
Ἀσφαλῶς, ὑπ᾿ αὐτάς τάς προϋποθέσεις ἱστορικῆς καί ἐμπειρικῆς θεολογικῆς γνώσεως ὁ ἀρχαῖος ἕλλην εἶπε τό γνωστόν «ὄλβιος (μακάριος) ὅστις τῆς ἱστορίης ἔσχε μάθησιν». Τῆς ἱστορίας τῆς ἀληθοῦς καί ὄχι τῆς τροποποιημένης πρός ἐξυπηρέτησιν διαφόρων προπαραγανδιστικῶν σκοπῶν καί δικαιολόγησιν τῆς τεταραγμένης συνειδήσεως τῶν ἀνθρώπων, «ἧς οὐδέν βιαιότερον ἐν κόσμῳ», κατά τόν Ἅγιον Ἀνδρέαν Κρήτης. 
Δι᾿ αὐτό καί σεῖς, φίλοι φοιτηταί, καί ὁ σύγχρονος ἐν γένει ἄνθρωπος ἀγωνίζεσθε νά μάθητε τήν ἀλήθειαν δι᾿ ὅλα. Διά τήν ἐπιστήμην, τήν πολιτικήν, τήν θρησκείαν. Κατ᾿ ἐξοχήν δέ διά τήν ἱστορίαν, τήν σύγχρονον καί παρελθοῦσαν. Ἡ ὁποία ἀλήθεια εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τό ἐσφαγμένον καί ζῶν Ἀρνίον, τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, τό «ἐσθιόμενον καί μηδέποτε δαπανώμενον», τό πάντοτε «ἁγιάζον τούς μετέχοντας» ἐμπειρικῶς εἰς τό Μυστήριον, ὅτι: «Αὐτός (ὁ Κύριος) ἀλλοιοῖ καιρούς καί χρόνους, καθιστᾷ βασιλεῖς καί μεθιστᾷ, διδούς σοφίαν τοῖς σοφοῖς καί φρόνησιν τοῖς εἰδόσι σύνεσιν» (Δαν. β΄, 21) καί «Αὐτός μαστιγοῖ καί ἐλεεῖ, κατάγει εἰς Ἅδην καί ἀνάγει καί οὐκ ἔστιν ὅς ἐκφεύξεται τήν χεῖρα Αὐτοῦ» (Τωβίτ ιγ΄, 2), ὅτι τά «σύμπαντα δοῦλα» Αὐτοῦ (Ψαλμ. ριη΄ 91), τήν ἐξομολόγησιν καί μεγαλοπρέπειαν Αὐτοῦ διηγοῦνται ψηλαφητῶς πάντα τά ἔργα Αὐτοῦ, ὁρατά τε ἅπαντα καί ἀόρατα. 
Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, 
Ἡ θεολογία ὑπερβαίνουσα τό σύστημα τοῦ κόσμου δέχεται καί ἀφηγεῖται εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ὑπερκόσμιον ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ. Λειτουργεῖ ὡς ἐξαγγελτικός δέκτης τῆς φανε­ρώσεως καί τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Δι᾿ αὐτό εὐστόχως ἐπισημαίνεται καί ἐν τοῖς πλαισίοις τῆς συγχρόνου ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας ὁ ἀφηγηματικός χαρακτήρ αὐτῆς. Μέ τόν χαρακτῆρά της αὐτόν ἡ χριστιανική θεολογία δύναται νά βαδίσῃ καί πάλιν ὡς παρήγορος συνοδοιπόρος μέ τούς προβληματισμένους καί σκυθρω­πούς ὁδοιπόρους τῆς ὁδοῦ πρός Ἐμμαούς. 
Ἡμεῖς ἀπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τοῦ διακόνου τῆς ἀληθείας καί τῆς βιωματικῆς θεολογίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως ἐν τῇ ἱστορικῇ του πορείᾳ, τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδοξίας, πορευόμεθα ἀπό τῶν ἱερῶν Ἐπισκοπῶν τῶν αὐταδέλφων Ἀποστόλων Ἀνδρέου καί Πέτρου εἰς τήν Ἐπισκοπήν Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, μετά τοῦ «ἀοράτως συνόντος Κυρίου», καί μετά Λουκᾶ καί Κλεόπα, εἰς τήν ἄλλην Ἐμμαούς, ἵνα ἀξιολογήσωμεν τά ἀποτελέσματα μιᾶς πεντηκονταετοῦς πορείας ἀτυχῶς διαιρέσεων καί ἀντιθέσεων «ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν καί τοῦ κόσμου», ἀλλά συγχρόνως καί πορείας ἀνυποκρίτου ἀγάπης καί προσπαθειῶν πολλῶν ἐν ἀφελότητι καρδίας πρός ὑπέρβασιν τῆς μεθοδείας τοῦ πονηροῦ καί σύμπτωσιν εἰς τό Θέλημα τοῦ Κυρίου, τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς πάντας καί τόν κόσμον Του εἰς ἑνότητα καί εἰς ὁμολογίαν ὅτι «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Προσδοκῶμεν δέ ἐν προσευχῇ ὅτι θά φανερωθῇ εἰς ἡμᾶς διά τῆς εὐλογίας καί θά πληρώσῃ τήν θείαν Αὐτοῦ οἰκονομίαν ὅταν θά μᾶς ἀξιώσῃ τῆς ἀπό κοινοῦ κλάσεως τοῦ Ἄρτου καί κοινωνίας ἐκ τοῦ Αὐτοῦ Ποτηρίου Του. 
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν καί σᾶς εὐλογοῦμεν καί ἐπικαλούμεθα τάς προσευχάς ὅλων σας, ὥστε ἡ συνάντησίς μας μέ τόν ἀδελφόν Πάπαν Φραγκίσκον εἰς τά Ἱεροσόλυμα νά ἀποβῇ σταθμός ἐντός τῆς ἀενάου πορείας τῆς στρατευομένης καί τῆς θριαμβευούσης Ἐκκλησίας,ὅτι «τά ἔργα Κυρίου πάντα ἀγαθά καί πᾶσαν χρείαν ἐν ὥρᾳ αὐτῆς χορηγήσει» (Σοφ. Σειρ. λθ΄ 33). Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις καί ἡ εὐχαριστία νῦν καί εἰς τόν αἰῶνα. Ἀμήν.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θεοδώρου Β΄: ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΔΙΑΠΛΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

[ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ Ε.Κ.Π.Α.
Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών – Αθήνα, 9η Ιουλίου 2012]

«Καινούς οὐρανούς καί γήν καινήν προσδοκώμεν εν οις δικαιοσύνη κατοικεί» (Β' Πέτρ. 3,13)

Η αποστροφή αυτή του λόγου του Αποστόλου Πέτρου είναι μία μόνο από τις δεκάδες αναφορές της Καινής Διαθήκης στη Δικαιοσύνη ως έννοια θεμελιώδη, τόσο της νέας εν Χριστώ πραγματικότητος του κόσμου, όσο και της προσδοκωμένης εν Χριστώ Βασιλείας του Θεού. Αν μάλιστα ο μελετητής συναριθμήσει τις αναφορές της Καινής Διαθήκης στις όμορες της Δικαιοσύνης έννοιες της δικαιώσεως και της κρίσεως, τότε η μόνη έννοια που απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα είναι εκείνη της αγάπης. Πρώτα η αγάπη και έπειτα η δικαιοσύνη.

Κοινή αφετηρία της δράσεως τόσο των λειτουργών του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, όσο και των λειτουργών του δικαίου, της κόρης οφθαλμού του Θεού επί γης, δεν είναι άλλη από τη διακονία του ανθρώπου. Η διακονία του ανθρώπου αποτελεί άλλωστε θεμελιώδες στοιχείο της ελληνορθοδόξου χριστιανικής παραδόσεως με ανυπέρβλητο πρότυπο την εκούσια έλευση του Κυρίου στον κόσμο.

Ο Κύριος διηκόνησε τον άνθρωπο προσφέροντας τη σωτηρία του. Κατά τρόπο δε ουσιαστικό διηκονήθη και η προαιώνια ανθρώπινη ανάγκη για απόδοση δικαίου, στην οποία ο Ιησούς έδωσε ριζικά νέες διαστάσεις. Και τούτο διότι, όπως επισημαίνει ο Ουρανοβάμων Παύλος, όλοι οι άνθρωποι είναι χωρίς εξαίρεση "ἐξ ἑνός αἲματος" (Πραξ. 17,26), ένα κοινό γένος, δικό Του. Σε αυτό το γένος δεν υπάρχουν ηγούμενοι και επόμενοι, δεν υφίσταται φυλή ανώτερη και κατώτερη, δεν υπάρχει καμία διάκριση.

Όταν πριν δύο χιλιετίες ο Πρωτοκορυφαίος των Αποστόλων εκήρυξε στον Άρειο Πάγο, δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι ο Θεός "έστησεν ημέραν εν η μέλλει κρίνειν την Οικουμένην εν δικαιοσύνη" (Πραξ. 17,31). Η Θεία Δικαιοσύνη ανεδείχθη στο υπέρτατο εκείνο σημείο αναφοράς της πανανθρωπίνης προσπάθειας να αποδοθεί το δίκαιο, όχι με γνώμονα την παραπομπή από τον Άννα στον Καϊάφα. Όχι με γνώμονα την αποποίηση των ευθυνών από τον Πόντιο Πιλάτο, αλλά με γνώμονα την αγάπη και την συγχώρηση, όπως αυτή εκφράσθηκε την ύστατη στιγμή της ζωής του Κυρίου επάνω στον Σταυρό του μαρτυρίου.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η δεύτερη βασική συνάφεια του έργου των λειτουργών της Εκκλησίας και εκείνων του Δικαίου. Και τούτο διότι, αν η διακονία του ανθρώπου αποτελεί την κοινή αφετηρία δράσεώς τους, τότε το λειτούργημά τους είναι και στις δύο περιπτώσεις πορεία μαρτυρίας του καλού που πρεσβεύουν. Μια πορεία που σημαδεύεται από το μαρτύριο, υπό την έννοια ότι η πορεία αυτή σημαίνει ενσυνείδητη κατάθεση ζωής υπέρ του συνανθρώπου. Σημαίνει αγώνας για να μη χαθεί η αγάπη για τον άνθρωπο, για την ελευθερία του, για τα αναφαίρετα δικαιώματά του. Σημαίνει βάσανος, γιατί οι κοινωνίες ζητούν από αυτούς αγάπη και δικαιοσύνη σε μία πραγματικότητα σκληρή και άδικη.

Είναι αυτός ο κοινός τόπος δράσεως και προσφοράς της εκκλησιαστικής κοινότητος και της νομικής επιστήμης που καθιστά εξαιρετικά τιμητική την αποψινή αναγόρευσή μου σε Επίτιμο Διδάκτορα της αρχαιοτέρας σχολής του κορυφαίου εθνικού ακαδημαϊκού καθιδρύματος. Και τούτο διότι η απόδοση αυτού του επαίνου εκ μέρους της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην ιστορική Αίθουσα Τελετών, όπου χιλιάδες νέων έχουν ορκισθεί πίστη στα ιδανικά της επιστήμης τους, περιποιεί τιμή, διά της Μετριότητός μου, προς το Δευτερόθρονο Πατριαρχείο της Ορθοδοξίας, το Πατριαρχείο της Αποστολικής διαδοχής, της ιστορικής παρακαταθήκης και της εθνικής παραδόσεως. Αλλά συνιστά και μεγίστη ευθύνη για το Πατριαρχείο της ηπείρου του μέλλοντος, της ιεραποστολικής μαρτυρίας, της ανθρωπιστικής προσφοράς και της δυναμικής ανελίξεως στον ατέρμονα χρόνο.

Βέβαια η συμπύκνωση στα πλαίσια μιας ολιγολέπτου εισηγήσεως της διαχρονίας και της συγχρονίας της πρεσβυγενούς Αλεξανδρινής Εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις της πολυσχιδούς δράσης της είναι ανέφικτη. Γι΄ αυτό θα ήθελα να αναφερθώ ακροθιγώς μόνο στη βιωθείσα αλλά και βιούμενη πραγματικότητα του περιβλέπτου τούτου Πατριαρχικού Θρόνου, ως αδαπανήτου σκαπανέως των αρχών της διακονίας και της μαρτυρίας που από κοινού υπηρετούν η Ορθοδοξία και το θεσπισθέν Δίκαιο.

Και είναι όντως η των Αλεξανδρέων Εκκλησία προέκταση της διακονίας που σαν πνεύμα και σαν έργο ο Ιησούς μετέφερε στη γη και εξέφρασε με τη ζωή Του. Στο πρόσφορο αλεξανδρινό έδαφος, όπου συναντήθηκαν αντιλήψεις περί Θεού και κόσμου από την φαραωνική Αίγυπτο, την αρχαία Ελλάδα και την μεσσιανική Ιουδαία, ήταν ο συνεργός και συνέκδημος των Αποστόλων του Χριστού Μάρκος που εκήρυξε το λόγο του Θεού.

Φύτεψε το σπόρο του Χριστιανισμού στην Αφρική. Διέδωσε το Ευαγγέλιο της αγάπης και της σωτηρίας. Αναδείχθηκε στον κορυφαίο Άγιο της Θεοβαδίστου χώρας της Αιγύπτου και σε Πρωτομάρτυρα του Ιησού Χριστού σε αυτήν. Η μνήμη του παρέμεινε πάντοτε ζώσα στη μακραίωνη και συχνά ταραχώδη εκκλησιαστική πορεία της Αλεξανδρείας, εμψυχώνοντας και ενισχύοντας τους πνευματικούς της ταγούς:

Τον Ωριγένη, τον Πάνταινο και τον Κλήμεντα που προσέφεραν θεολογικά καί μεθοδολογικά επιστημονικά δώρα στην Ορθοδοξία, αφενός την διαλεκτική της χριστιανικής πίστεως με την αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη, αφετέρου την αλεξανδρινή αλληγορική ερμηνεία των Γραφών.

Τον Μέγα Αθανάσιο και τον πολύ Κύριλλο που προφύλαξαν την Ορθοδοξία από την πλάνη των αναφυομένων αιρέσεων και θεμελίωσαν την Τριαδολογία και την Χριστολογία της ορθοδόξου Δογματικής.

Τον Μέγα Αντώνιο και τον Όσιο Παχώμιο που διεμόρφωσαν και παγίωσαν τον ανατολικό ορθόδοξο μοναχισμό, τόσο στην ασκητική, όσο και στην κοινοβιακή του μορφή, ως ένα τρόπο ολοκληρωτικής αφιερώσεως του ανθρώπου στον Θεό.

Ωστόσο, το κύρος ενός θεσμού δεν αξιολογείται μόνο από τη διακονία που προσφέρει, όταν βρίσκεται στην ακμή του. Πολύ περισσότερο κρίνεται από την μαρτυρία που καταθέτει υπό συνθήκες αντίξοες. Ολόκληρη εύανδρος χορεία Αγίων Πατριαρχών Αλεξανδρείας, όταν η ιστορική επιταγή έφερε τον ελληνορθόδοξο χριστιανισμό σύνοικο και συνοδοιπόρο της ισλαμικής θρησκείας στην Νειλοχώρα, μετέτρεψε το Θρόνο του Αγίου Μάρκου σε σταθερό σημείο θρησκευτικής και εθνικής αναφοράς.

Είναι εκείνοι οι φρυκτωροί που διατήρησαν άσβεστη τη μαρτυρία της συλλογικής μνήμης του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Μίας Ορθοδοξίας, η οποία, αν και κλυδωνιζόμενη κάποτε από πλήγματα δεινά, ορθωνόταν με τη βοήθεια του Θεού, έχουσα επίγνωση της πνευματικής της αυτοτέλειας και της αποστολής της. Και ενός Ελληνισμού, ο οποίος έχων την απαρχή του στην φιλόξενη αιγυπτιακή γη στους προ Χριστού αιώνες, αγκάλιασε τις χριστιανικές αρχές στη Πόλη του Μ.Αλεξάνδρου και σμιλεύθηκε μαζί τους.

Και όταν ο θαρραλέος και ριψοκίνδυνος χαρακτήρας των Ελλήνων και το ελληνικό εμπορικό δαιμόνιο βρήκαν για μια ακόμα φορά, κατά τους νεωτέρους χρόνους, λαμπρό πεδίο έκφρασης στην χώρα του Νείλου, ο παλαίφατος Πατριαρχικός θεσμός επανενεργοποιήθηκε σε νέες ποιμαντικές βάσεις. Η συναρωγή των επιφανών πνευματικών του τέκνων, των εθνικών Ευεργέτων του Ελληνισμού της Αιγύπτου και της μητροπολιτικής Ελλάδος, κατά τους χρόνους μετά την ανεξαρτησία της υπήρξε καθοριστική. Τέκνων όπως οι Μιχαήλ Τοσίτσας, Εμμανουήλ Μπενάκης, Γεώργιος Αβέρωφ και ένα νέφος επιφανών συνελλήνων, οι οποίοι επιγραμματικά αναφέρω ότι συνέβαλαν καθοριστικά στην δημιουργία της αστικής τάξεως και του τραπεζικού συστήματος στην χώρα του Νείλου, οδήγησαν σε κορύφωση τις εμπορικές συναλλαγές, έδωσαν τεράστια ώθηση στά γράμματα και τις τέχνες, ανήγειραν μνημειώδη οικοδομήματα και γενικότερα οδήγησαν σε τέτοιο σημείο ακμής τον ελληνισμό, ώστε ακόμη και σήμερα συνοικίες της Αλεξανδρείας να φέρουν επισήμως ονόματων Ελλήνων που διεκρίθησαν, όπως του Ζιζίνια, του Γλυμενόπουλου, του Αντωνιάδη κ.α.

Η ακαταπαυστη μέριμνα των προοδοιπορισάντων φιλόμουσων Πατριαρχών για την παιδεία και τον πολιτισμό, δια της ιδρύσεως σχολών και εκπαιδευτηρίων από την χώρα του Νείλου έως τις εσχατιές της αφρικανικής γης, της συστάσεως τυπογραφείων προς έκδοση σπουδαίων ελληνικών συγγραμμάτων και της συγκροτήσεως βιβλιοθηκών, με κορυφαία την πολυαιώνια Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Αλεξανδρείας, όπου ευρίσκονται τεθησαυρισμένες εκατοντάδες χειρογράφων και χιλιάδες παλαιτύπων και σπανίων βιβλίων, καταδεικνύει την προσπάθεια διαφυλάξεως και μεταλαμπαδεύσεως των πνευματικών θησαυρών του Γένους προς όσους υπήχθησαν στην επιστασία του Πατριαρχικού Θρόνου του Αγίου Μάρκου, ο Οποίος σεμνύνεται, διότι συνολικώς στην δισχιλιετή μαρτυρική του διαδρομή δεν έπαυσε να μεριμνά για την πνευματική ανύψωση του ποιμνίου του.

Το έργο αυτό συνεχίζεται έως σήμερα, στον χώρο των ελληνικών κοινοτήτων των πενήντα πέντε αφρικανικών κρατών, όπου οι κατά τόπους Ιεράρχες και ο έντιμος κλήρος του Θρόνου ανυστάκτως μοχθούν για την διαποίμανση των ομογενών μας, στηρίζοντας ηθικά και υλικά την ελληνική εκπαίδευση, συνδράμοντας τους ελληνικούς συλλόγους, αδελφότητες και οργανισμούς, περιφρουρώντας εν τέλει τα ιδανικά της αδάμαστης φυλής μας μέσα στην δίνη αλλοτρίων πολιτισμών.

Ωστόσο, η Αλεξανδρινή Εκκλησία επεξέτεινε την εμβέλεια της εκκλησιαστικής διακονίας και της μαρτυρίας της και αγκάλιασε ως στοργική Μητέρα ολόκληρο τον κόσμο των αφρικανικών φυλών, από τη Μεσόγειο Θάλασσα στο βορρά έως το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος στο νότο και από το Κέρας της Ερυθραίας στην ανατολή έως το Πράσινο Ακρωτήριο στη δύση. Κατέστη Εκκλησία κατεξοχήν ιεραποστολική, φορεύς και πολλαπλασιαστής του υπερχρονικού και υπερτοπικού, του υπερεθνικού και οικουμενικού μηνύματος της Ορθοδοξίας σε ατραπούς ανεξερεύνητες.

Οι προκλήσεις για τον εργάτη του πνευματικού γεώργιου της Αφρικής πολλές και σύνθετες. Και τούτο διότι οι αφρικανικές κοινωνίες ζητούν δικαιοσύνη, πληγωμένες από το αποικιακό τους παρελθόν, καθημαγμένες από τη φτώχεια, συχνά εγκλωβισμένες σε καταπιεστικά πολιτικά σχήματα. Ο αφρικανός αδελφός διψά για το Δίκαιο, διότι παραμένει αθωράκιστος απέναντι σε ταχύτατα μεταδιδόμενες ασθένειες, αδικείται από τις εντεινόμενες κοινωνικές ανισότητες, συστηματικά τοποθετείται στην προκρούστεια κλίνη της παραβιάσεως στοιχειωδών δικαιωμάτων του.

Ενώπιον αυτών των προκλήσεων οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι προτάσσουν ό,τι πολυτιμότερο έχει να δώσει η παράδοσή μας, το ελληνορθόδοξο ήθος. Το ήθος τούτο, νοούμενο ως συλλογική σχέση και πραγμάτωση ειλικρινούς και εντίμου προσφοράς, θυσίας και ανθρωπιάς, αποτελεί δυναμική και ανατρεπτική απάντηση στο χρεωκοπημένο δυτικό μοντέλο του ανθρωποθεϊσμού και του ωφελιμισμού. Και εφαρμόζουν εμπράκτως τη χριστιανική αγάπη, όπως την εδίδαξε και την ενσάρκωσε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος δύο χιλιάδες χρόνια πριν.

Το Πατριαρχείο μας αισθάνεται την υποχρέωση προς τους λαούς της Αφρικής να οικοδομήσει ψυχές στα νάματα της Ορθοδοξίας, ωστόσο δεν μπορεί να παραβλέψει την έλλειψη βασικών μέσων επιβιώσεως. Γι΄ αυτό και στις εκκλησιαστικές μας Επαρχίες αδιακρίτως συνοδοιπορούν η μαρτυρία του ευαγγελισμού με τη θεραπεία των άμεσων βιοτικών αναγκών. Εκπαιδευτήρια, νοσοκομεία, ιατρικές μονάδες, γηροκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, άσυλα ανιάτων λειτουργούν προς ανακούφιση των ευρισκομένων εν ανάγκη. Φρεάτια ωρύσσονται προς εξασφάλιση καθαρού πόσιμου ύδατος, γεύματα ετοιμάζονται, υποτροφίες παρέχονται, τεχνικές σχολές και εργαστήρια δημιουργούνται για την εξασφάλιση της επαγγελματικής γνώσεως και ενός εισοδήματος.

Ιεραποστολή όμως δεν σημαίνει μόνο θυσιαστική διακονία. Σημαίνει και κατάθεση μαρτυρίας σε διεθνή φόρα (for a) και παγκόσμιους Οργανισμούς, ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης, προσπάθεια ευαισθητοποιήσεως για την αγωνία του ανθρώπου που δεν διαθέτει αγαθά και δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται αυτονόητα στις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες. Εν προκειμένω, ο λόγος του βραβευμένου με το Νόμπελ Ειρήνης (1964) ακτιβιστού, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, παραμένει διαχρονικός: «Εκείνο για το οποίο η δική μας γενιά θα μετανιώσει μια μέρα πικρά, δεν θα είναι τόσο η σκληρότητα και οι αδικίες των κακών ανθρώπων, όσο η απαράδεκτη σιωπή των καλών».

Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις οι σαφέστατες θέσεις του Αλεξανδρινού Θρόνου υπέρ της διαφυλάξεως και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, υπέρ της κατοχυρώσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανυπεράσπιστων προσώπων και ευπαθών κοινωνικών ομάδων, κυρίως μεταναστών, γυναικών και παιδιών, υπέρ των θύματων της εξευτελιστικής για τον 21ο αιώνα διακινήσεως και εμπορίας ανθρώπων και υπέρ των πασχόντων από την ασθένεια του HIV/AIDS κατατίθενται ευθαρσώς, επί της Ευαγγελικής πάντοτε βάσεως, στις σχετικές διεθνείς συναντήσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, της Ενώσεως Αφρικανικών Κρατών, του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπου αλλού τούτο κρίνεται επιβεβλημένο. Ιδιαίτερα για το θέμα των ασθενούντων από το HIV/AIDS εκήρυξα την έναρξη μεγάλης εκστρατείας πληροφορήσεως και ευαισθητοποιήσεως της διεθνούς κοινής γνώμης μαζί με τον κάτοχο του Νόμπελ Ειρήνης κ.Νέλσονα Μαντέλα,

Παράλληλα, ο Αποστολικός και Πατριαρχικός Θρόνος των Αλεξανδρέων, ως ενεργό κομμάτι των κοινωνιών εντός των οποίων δραστηριοποιείται, δεν μένει αδιάφορος μπροστά στις ευρύτερες εξελίξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο βιούμενος ιστορικός μετασχηματισμός της αρχέγονης κοιτίδας των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών της Μέσης Ανατολής. Κοινή πρακτική των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην ευαίσθητη αυτή περιοχή, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων καί της Εκκλησίας της Κύπρου, είναι η ενδυνάμωση του χριστιανικού φρονήματος. Κοινή πίστη ημών, των Προκαθημένων τους, όπως αυτή διετρανώθη στις πρόσφατες, υπό την προεδρία μου, Συνάξεις μας, εἶναι η ανάγκη αποφυγής εναγκαλισμού ριζοσπαστικών θρησκευτικών και πολιτικών ιδεολογιών. Κοινός στόχος καθίσταται η θεμελίωση της ειρήνης στο στερρό έδαφος, όχι απλώς της ανοχής, αλλά και του έμπρακτου σεβασμού της διαφορετικότητος.

Η Πρεσβυγενής Εκκλησία μας δεν μένει βεβαίως αδιάφορη ούτε μπροστά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή ταλανίζει τη μητέρα Πατρίδα μας. Ο παντοπόρος Έλληνας των μεγάλων επιτευγμάτων, αλλά και των ενδόξων αγώνων βρίσκεται στη δίνη μιας κρίσεως, η οποία κατά τα φαινόμενα μόνον, είναι οικονομική, κατ΄ ουσίαν όμως είναι βαθιά αξιακή.

Ο παντοπόρος Έλληνας των διαχρονικά επίκαιρων φιλοσοφικών θεωρήσεων και της Πατερικής Θεολογίας κινδυνεύει να καταστεί άπορος διότι, προς χάριν ενός πλασματικά υπερτροφικού μέλλοντος, προτίμησε να αποστασιοποιηθεί από την ακένωτη δεξαμενή των αξιών που συνιστούν την ατομική και συλλογική ιδιοσυστασία του. Προτίμησε να θυσιάσει τον πολιτισμό του είναι προς χάριν του ψευδεπιγράφου πολιτισμού του κατέχειν. Ανθρωπισμός, πνευματικότητα, φιλόξενα αισθήματα, κοινωνική αλληλεγγύη και εντιμότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις και τον δημόσιο βίο, έδωσαν τη θέση τους στον ατομισμό, στον στυγνό πραγματισμό, στη ξενοφοβία και τα φαινόμενα ρατσισμού, στον ωφελιμισμό και στην αλαζονική υποτίμηση της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα θέλαμε με πνεύμα ταπεινώσεως και πατρικής αγάπης να απευθυνθούμε προσωπικώς σε όλους εσάς, τους τετιμημένους πανεπιστημιακούς διδασκάλους, τους μελετητές του δικαίου, τους ερμηνευτές των νόμων. Η Ορθοδοξία φρονεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση υπέρβασης της κρίσεως, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο, είναι να καταστή ο άνθρωπος και πάλι θεοπόρος, καθ’ ομοίωσιν Θεού.

Σε αυτή την πορεία επαναπροσανατολισμού η συνδρομή σας είναι καθοριστική. Και τούτο διότι εσείς, διδάσκοντας τις αξίες και τις αρχές της ισονομίας και του Δικαίου, προσφέρετε απτή μαρτυρία της αιώνιας θείας επιταγής "δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης" (Ησ. 26,9). Τώρα, περισσότερο από ποτέ είναι η στιγμή για εσάς, στο μέτρο των συνταγματικά κατοχυρωμένων δυνατοτήτων σας, να συνδράμετε στην αποκατάσταση της αισθήσεως δικαίου μεταξύ των πολιτών. Των πολιτών που είναι απογοητευμένοι από την κοινωνική και οικονομική ανισοκατανομή, τις λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, την απομείωση της αξίας του προσώπου μέσα από την αποθέωση του ατόμου και της ύλης.

Με αυτές τις λίγες σκέψεις, σας εκφράζω την πατρική αγάπη μου και την πίστη μου στη προσφορά σας και στην μαρτυρία σας, η οποία είναι πάντα δώρο Θεού, για να δίδεται αδιακρίτως. Σας απευθύνω για μία ακόμη φορά ευγνώμονες ευχαριστίες για την εξαιρετική αυτή τιμητική διάκριση, η οποία αποτελεί σημαντικό σταθμό πνευματικής αναψυχής στην δύσβατη, αλλά μεστή πλουσίων βιωμάτων, ιεραποστολική μου πορεία και στα πολυεύθυνα Πρωθιεραρχικά μου καθήκοντα.

Να είσθε βέβαιοι ότι η Εκκλησία των Αλεξανδρέων νυχθημερόν αναλώνει τη σκέψη και τη δράση της, ώστε να καρποφορήσουν οι ελπίδες και τα όνειρα του Χριστεπωνύμου πληρώματος. Σε αυτόν τον αγώνα μόνα όπλα στην πνευματική της φαρέτρα αποτελούν οι ελληνορθοδόξες αρχές και αξίες. Σε αυτόν τον αγώνα πολύτιμο εφόδιό της είναι η πεποίθηση ότι την συντροφεύει διαρκώς η δική σας αγάπη και συναντίληψη, όπως αυτή τόσο εύγλωττα συγκεφαλαιώνεται στην τιμή που επιδαψιλεύσατε στο πρόσωπο του Προκαθημένου της.

Σας ευχαριστώ!

Φωτό: Amen.gr

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Κάρολου Παπούλια: [ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ]

[Ομιλία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού,
Αζερμπαϊτζάν, 6 Απριλίου 2011]


Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,
Κυρίες και κύριοι Καθηγητές,
Αγαπητοί φοιτητές,
Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά για την επίσκεψή μου στο ιστορικό Σλαβικό Πανεπιστήμιο του Μπακού. Αποτελεί εξαιρετική τιμή αλλά και ευθύνη για μένα η ανακήρυξή μου σε Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου σας. Η τιμή αυτή προς το πρόσωπό μου αντανακλά στο σύνολο του ελληνικού λαού. Ενός λαού με αισθήματα φιλίας και εκτίμησης προς τον λαό του Αζερμπαϊτζάν.

Μπορείτε να είστε υπερήφανοι για την ιστορία του Πανεπιστημίου σας. Γνωρίζω ότι η ίδρυσή του ανάγεται στο 1946 ως Ινστιτούτου Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Γνωρίζω επίσης ότι το 2000 μετεξελίχθηκε στη σημερινή του μορφή ως Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού. Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα ότι στα δέκα τελευταία χρόνια λειτουργίας του έχει επιτελέσει μεγάλες προόδους, μη περιοριζόμενο στη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας, αλλά επεκτεινόμενο σε όλες τις σλαβικές γλώσσες. Σε αυτή την πορεία, ήταν απολύτως φυσικό να ενταχθεί και η ελληνική γλώσσα ως αντικείμενο διδασκαλίας και από το Πανεπιστήμιό σας, καθώς και η λειτουργία του Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού από το 2004.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να τονίσω ότι δύο Έλληνες αδελφοί από τη Θεσσαλονίκη, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, ήταν οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τον 9ο αιώνα το σλαβικό αλφάβητο, το λεγόμενο κυριλλικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό αλφάβητο. Ελληνική και σλαβικές γλώσσες όχι μόνον ανήκουν στην ίδια οικογένεια γλωσσών, αλλά λόγω τής ελληνικής προέλευσης του σλαβικού αλφαβήτου, οι σλαβικές γλώσσες όπως και οι γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο (το οποίο προέρχεται, όπως είναι γνωστό, από το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο τής Χαλκίδας) ανήκουν από κοινού στον πολιτισμό της ελληνικής γραφής.

Κύριε Πρύτανη,

Εάν ανατρέξει κάποιος στο βάθος της Ιστορίας, θα βρει πολλά στοιχεία που συνδέουν τους δύο λαούς. Από την εποχή της μυθολογίας ακόμα ο Προμηθέας έφερε «το μυστικό της φωτιάς» στους ανθρώπους από τη χώρα σας. Το βουνό πάνω στο οποίο τιμωρήθηκε από τον Δία εντοπίζεται από τους ιστορικούς στο Νακχιτσεβάν. Θα μου επιτρέψετε να το προφέρω στη γλώσσα σας: Ιλάν Νταγκ (Ilan Dag).

Αναφορές για τη χώρα σας υπάρχουν στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης», ενώ ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Κασπία ως «αμμώδη κοιτίδα».

Οι ιστορικοί Στράβων και Διόδωρος Σικελιώτης μιλούν για τις πολιτιστικές σχέσεις των δύο λαών, ενώ ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρεται στη Μηδία, τον τόπο όπου σήμερα ευρίσκεται το Αζερμπαϊτζάν.

Και βέβαια κανείς δεν ξεχνά τον μεγάλο Αζέρο ποιητή Νιζάμι Γκάντζαβι (Nizami Ganjavi) ο οποίος αφιέρωσε το τέταρτο έπος του, Ισκαντάρναμα (Iskandarnama), στον Μέγα Αλέξανδρο. Σημειώνεται, τέλος, ότι κατά την ιστορική διαδρομή του ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε μήνυμα φιλίας στον Ηγεμόνα της Μηδίας Ατροπάτη, ο οποίος του το ανταπέδωσε εξίσου θερμά.

Ας αναφερθούμε τώρα δι’ολίγων στα ελληνικά γράμματα. Εδώ, γλώσσα, φιλοσοφία, ιστορία, τέχνη, όλα επικεντρώνονται στον άνθρωπο. Παρά το γεγονός ότι στην αρχαιότητα υπήρξαν πολλά ρεύματα ιδεών και πολλές φιλοσοφικές σχολές, στη βάση της η ελληνική φιλοσοφία, όπως και η ελληνική τέχνη, η ελληνική σκέψη γενικότερα είναι ανθρωποκεντρική. «Γνώθι σαυτόν» έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, προβάλλοντας ως προαπαιτούμενο την επίγνωση του εαυτού μας, για να μπορούμε να έχουμε και καλή γνώση του κόσμου, και μάλιστα του κόσμου ως συνόλου, όχι κατακερματισμένου και με τόσα στεγανά όπως είναι σήμερα.

Όπως είναι γνωστό, στην ελληνική γλώσσα είναι γραμμένα ορισμένα από τα αρχαιότερα κείμενα στον κόσμο. Τα αρχαιότερα έπη της Ευρώπης, τα έπη του Ομήρου (η Ιλιάδα και η Οδύσσεια), αλλά και πριν από αυτά, τα κείμενα της μυκηναϊκής γραμμικής γραφής Β΄, του 15ου αιώνα π.Χ. (1.450 – 1.200 π.Χ.), είναι γραμμένα στην Ελληνική, καθιστώντας τη γλώσσα αυτή την αρχαιότερη μαρτυρούμενη γλώσσα της Ευρώπης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος την ελληνική γλώσσα διέδωσε στον κόσμο από την Ελλάδα μέχρι τις Ινδίες, την Ελληνική η οποία στην εποχή του ήταν περίπου όπως είναι σήμερα στον κόσμο η Αγγλική.

Τόσο τα κείμενα της κλασσικής αρχαιότητας, όσο και τα κείμενα των βυζαντινών χρόνων, ήταν γραμμένα στην Ελληνική, επιβεβαιώνοντας την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Μιας συνέχειας που φθάνει μέχρι σήμερα, εφόσον η σημερινή ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα των αρχαίων χρόνων, λαμβάνοντας, βέβαια, υπόψη την φυσική εξέλιξή της μέσα στον χρόνο.

Εδώ, επιτρέψτε μου, να καταφύγω στην ποίηση και να αναφέρω το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας, όπως το προσδιόρισε ο νομπελίστας Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στην ομιλία του κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ στη Στοκχόλμη το 1979 :

«Μου εδόθηκε να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρόλ’αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ, αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος […] στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Σε ενδεχόμενη παρατήρηση ότι οι ελληνικές σπουδές ενδιαφέρουν μόνο τους μελετητές του παρελθόντος θα άξιζε - νομίζω - να θυμηθούμε ότι οι βάσεις του Ευρωπαϊκού μας πολιτισμού ανάγονται, όπως είναι γνωστό, στον ελληνικό στοχασμό και σε ελληνικούς θεσμούς, στη ρωμαϊκή νομοθεσία και στη χριστιανική πίστη. Και, βεβαίως, τα μεγάλα ελληνικά κείμενα που σφράγισαν την ευρωπαϊκή σκέψη (τα κείμενα του Ομήρου, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη, του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, του Πλουτάρχου, του Παυσανία, του Ιπποκράτη και του Γαληνού, για να αναφέρω μερικά από τις 4.000 περίπου κείμενα που έχουν μόνο σωθεί), προσέφεραν χιλιάδες βασικών εννοιών εκφρασμένων με χιλιάδες ελληνικών λέξεων που διαμόρφωσαν, καλλιέργησαν και πλούτισαν την ευρωπαϊκή σκέψη ιδίως από τα χρόνια της Αναγέννησης και εξής.

Και δεν θα ήθελα καθόλου να σταθώ στην ποσοτική προσέγγιση του θέματος της γλωσσικής συμβολής της Ελληνικής στην ευρωπαϊκή σκέψη, σε υπολογισμούς λ.χ. ότι τα 2/3 των λέξεων της Αγγλικής ανάγονται στις κλασικές γλώσσες, στην Ελληνική και στη Λατινική (κατά τον Άγγλο γλωσσολόγο David Crystal) ή ότι – συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών όρων (Ιατρικής, Ζωολογίας, Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Μαθηματικών, Ανθρωπιστικών Επιστημών κ.ά.)– τα δάνεια της Αγγλικής ανέρχονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδων και κυριαρχούν στη διεθνή επιστημονική ορολογία. Περισσότερο μετράει η ποιοτική διάσταση: ότι έννοιες λεπτού, σύνθετου, απαιτητικού περιεχομένου είναι διεθνώς εκφρασμένες με ελληνικές λέξεις [δημοκρατία, πολιτική, διάλογος, ιδέα και ιδεολογία, ιστορία, θέατρο, δράμα, μουσική, ποίηση, μύθος, ήρως, φαντασία, αρμονία, συμμετρία, σύστημα, στρατηγική, ενέργεια, τεχνολογία, ηλεκτρικός, μέθοδος, κατηγορία, λογική, πρόβλημα, πρόγραμμα, θέμα, τύπος, φυσικός, θεραπεία, βίβλος, Χριστός, καθολικός, σχολείο, αθλητισμός, γυμνάσιο, λύκειο, φιλοσοφία, μαθηματικά, ρητορική ή τα σύγχρονα σάιμπερ (cyber-), μέγκα (mega-), νάνο (nano-), τέκνο (techno-), τέλε (tele-), χάιπερ (hyper-) κ.λπ.], και βεβαίως το ίδιο το όνομα Ευρώπη. Έτσι εξηγείται και το ότι στην Αγγλική, όταν αναζητείται μια νέα λέξη για να χαρακτηρίσει μια νέα έννοια και δεν ανευρίσκεται σ’ αυτή, λέγεται η φράση «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη γι’ αυτό»!

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα και πλέον διακεκριμένα ανά τον κόσμο Πανεπιστήμια και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα θεωρούν αυτονόητο να περιλαμβάνουν στα προγράμματά τους, για λόγους κύρους, αυτό που ονομάζουμε «ελληνικές κλασσικές σπουδές», με αναφορά στην ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία και ιστορία. Να πώς ερμηνεύει το γεγονός αυτό ένα από τα πιο δυνατά μυαλά της σύγχρονης ευρωπαϊκής διανόησης που χάθηκε πρόσφατα, η Γαλλίδα καθηγήτρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ. Γράφει: «Ο Θουκυδίδης εξηγεί τις επεκτατικές φιλοδοξίες της πόλεως των Αθηνών κατά τρόπο που αποτελεί τη βάση για να ερμηνεύσουμε τους πολέμους του 20ού και του 21ου αιώνα στην εποχή μας.» Η ίδια μάλιστα γράφει για την εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας: «Μια συνεχής ροή ελληνικών καινοτομιών επέτρεψε σ’ αυτή τη γλώσσα να ανανεώνεται συνεχώς, εκφράζοντας νέες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις».

Τέλος, επειδή το πιο αδρό και αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων είναι η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, εκτιμώ ότι η λειτουργία ενός Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιό σας αποτελεί τη φυσική προέκταση μιας διαχρονικής επαφής με τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός για το οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση.

Παράλληλα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρώ την ανάπτυξη της συνεργασίας των Πανεπιστημίων των δύο χωρών μας. Ειδικότερα, αναφέρομαι στις συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Κρατικού Οικονομικού Πανεπιστημίου, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, ενώ υπάρχει προοπτική ευρύτερης δια-πανεπιστημιακής συνεργασίας.

Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης, θεωρώ το γεγονός ότι η τωρινή επίσκεψή μου στο Αζερμπαϊτζάν επισφραγίζεται με την υπογραφή του νέου προγράμματος πολιτιστικής συνεργασίας για την τριετία 2011-2013.

Σε ένα κόσμο εξελισσόμενο και μεταβλητό, υπάρχουν αξίες διαχρονικές και αναλλοίωτες. Αυτές οι αξίες ανάγονται στον πολιτισμό και βρίσκουν τη γνησιότερη έκφρασή τους σε έναν σύγχρονο ανθρωπισμό, στην καλλιέργεια των γραμμάτων και της επιστήμης με έναν τρόπο που να οδηγεί από τις γνώσεις στη γνώση, σε ό,τι οι Έλληνες αποκάλεσαν σοφία, τη γνώση συνδυασμένη με την αρετή και την ηθική.

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την σημερινή τιμή και να ευχηθώ κάθε επιτυχία στο έργο σας.-

Κάρολου Παπούλια: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

[Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ίδρυμα Ευγενίδου, 10 Μαρτίου 2011]


Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Επέλεξα να μιλήσω, σήμερα, για τη σημασία που έχει η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη στις Διεθνείς Σχέσεις, ακριβώς γιατί η συγκυρία ευνοεί τέτοιου είδους προβληματισμούς. Οι ηγεσίες της Ευρωζώνης, για παράδειγμα, συμφωνούν, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι το κοινό μας νόμισμα ταυτίζεται με την κοινή μοίρα των λαών μας. Στην πράξη, ωστόσο, δεν έχουν ληφθεί οι αποφάσεις εκείνες που θα προστατεύσουν το ευρώ από την κερδοσκοπία.

Αύριο θα πραγματοποιηθεί μία πολύ σημαντική έκτακτη Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ευρωζώνης. Στις 25 Μαρτίου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των «27» θα κληθούν να πάρουν ιστορικής σημασίας αποφάσεις. Για την ώρα, καταγράφονται παλινωδίες και δισταγμοί στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους από την οποία δοκιμάζονται οι χώρες της περιφέρειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθυστερήσει δραματικά να προωθήσει το ευρωομόλογο, το οποίο θα ανέκοπτε τη δυναμική των κέντρων εκείνων που επιδιώκουν να βυθίσουν εθνικές οικονομίες, για να κερδίσουν από το «τζογάρισμα» στη χρεοκοπία. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αργούν να αντιδράσουν, αφήνοντας τις κρίσεις να εξελιχθούν και τα προβλήματα να γιγαντωθούν. Αυτή τη φορά, όμως, διακυβεύονται περισσότερα: Αν οι πολιτικές ηγεσίες δεν καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τα οικονομικά κέντρα που έχουν θέσει σε ομηρία την ευρωζώνη, τότε δεν θα διακυβευθεί απλώς η ευημερία των λαών, αλλά η ίδια η προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Ευρώπη πρέπει να διδαχθεί από τη σημερινή κρίση. Να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων από τις αγορές και να καλύψει τα θεσμικά κενά και τις αδυναμίες στο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης.

Η Ευρώπη πρέπει να δώσει μια συνολική, μια ολοκληρωμένη απάντηση στην κρίση. Μόνον έτσι θα καταφέρει να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες -που σηκώνουν το μεγάλο βάρος της κρίσης- ότι οι βασικές αξίες και αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ένωση παραμένουν επίκαιρες και έχουν μέλλον.

Χρειάζεται, επομένως, να αναζητηθεί ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στις πολιτικές στήριξης της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποβλέπουν και στην προστασία της «κοινωνικής Ευρώπης», που υπήρξε διαχρονικά ένα από τα βασικά συστατικά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Θέλω όμως, στο σημείο αυτό, να τονίσω το εξής: Δεν πρέπει -ούτε είναι στις προθέσεις μου- να μεταθέτουμε σε άλλους, τρίτους, τις αυταπόδεικτες ευθύνες που έχουν οι δικές μας κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών- μέλος των οποίων υπήρξα και ο ίδιος- για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Ούτε να υποτιμάμε τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, γιατί αυτές ευθύνονται κυρίως για τη διεύρυνση της κρίσης και συνιστούν εμπόδιο για την ανάκαμψη.

Είναι αναγκαίο, εκτός από την Ευρώπη, να αντλήσουμε κι εμείς διδάγματα από την κρίση και να αναλάβουμε πλήρως τις ευθύνες που μας αναλογούν για την αντιμετώπισή της.

Γιατί είναι προφανές ότι η σωτηρία της χώρας, που την οφείλουμε στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές, εξαρτάται πρωτίστως από εμάς τους ίδιους. Και γιατί, επίσης, μόνον έτσι μπορούμε να διεκδικήσουμε, με αξιώσεις και επιχειρήματα, τη συνδρομή των εταίρων.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, πρέπει στη χώρα μας να γίνουν ουσιώδεις αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, κυρίως στους τομείς της οικονομίας, της υγείας, της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Στο πλαίσιο της παρούσας ομιλίας, αρκούμαι απλώς στην ακόλουθη διατύπωση που αφορά την οικονομία μας: Είναι κοινή διαπίστωση ότι επείγει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και η ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρηματίες οφείλουν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της χώρας – αφού, σήμερα, οι εξαγωγές χωρίς επιδοτήσεις αποδεικνύονται δύσκολες. Από την άλλη πλευρά, το κράτος επιβάλλεται να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στους επιχειρηματίες εκείνους που, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν, βρίσκουν απέναντί τους ένα κράτος δύσκαμπτο, μίζερο και αντιπαραγωγικό, το οποίο, αντί να δίνει ώθηση στις προσπάθειές τους, τις παρακωλύει.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η αύξηση της αξίας των εξαγωγών μας, στο πρώτο δεκάμηνο του 2010, κατά 4,3% (ένα ποσοστό που σχετίζεται, βέβαια, και με τη χαμηλή βάση εκκίνησης του προηγούμενου έτους), θεωρείται, από αρμόδιους φορείς, ελπιδοφόρο μήνυμα. Μια δυναμική εξωστρέφεια όλο και περισσότερων επιχειρήσεών μας θα έχει ευεργετική επίδραση στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, εφόσον υπολογίζεται ότι μια αύξηση των εξαγωγών κατά 4% επιφέρει, μεσοπρόθεσμα, μία μόνιμη άνοδο του ΑΕΠ μας κατά 1%.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Επιτρέψτε μου, τώρα, να διατυπώσω κάποιες πιο γενικές παρατηρήσεις για το ζήτημα της σημασίας της σχέσης της θεωρίας με την πράξη, όσον αφορά την χάραξη και άσκηση μιας αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.

Το θέμα απασχολεί τόσο εσάς ως δασκάλους της διεθνούς πολιτικής, όσο και την πολιτική ηγεσία του τόπου, που, στο σύνολό της, φροντίζει ώστε η εξωτερική μας πολιτική να μη χαράσσεται συγκυριακά, αλλά να είναι, όσο γίνεται μακρόπνοη και προορατική. Και λέω «όσο γίνεται», αφού συχνά η Ιστορία μας εκπλήσσει όλους, με τα ξαφνικά «γυρίσματά» της και τις ανατροπές της.

Τα πρόσφατα γεγονότα σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, δείχνουν ότι πρέπει να μελετάμε σε βάθος τις «υπόγειες» πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες.

Η Ελλάδα ακολουθεί τις εξής τρεις κατευθυντήριες αρχές στη διεθνή της συμπεριφορά: πρώτον, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να προασπίσει την εθνική της ανεξαρτησία και τα εθνικά συμφέροντα, με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, δεύτερον, σέβεται τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και πιστεύει στην ανάγκη τήρησης και εφαρμογής τους απ’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της διεθνούς κοινότητας, και, τρίτον, δρα μέσα στο προνομιακό περιβάλλον της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας, για να επιτύχει ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια, αλλά και για να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο ισχυρής και αποτελεσματικής -σε επίπεδο ασκουμένων πολιτικών- Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με βάση αυτές τις τρεις καταστατικές αρχές της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορούμε να χαράξουμε στρατηγικές και επιμέρους τακτικές, που να λαμβάνουν υπ’ όψιν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταθερές αλλά και μεταβλητές του διεθνούς συστήματος, όπως είναι:

1) οι πολιτικές και οικονομικές διεργασίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο και στο εσωτερικό της γείτονος Τουρκίας. Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξάλλου αφορούν όχι μόνον την Ελλάδα, την Ιρλανδία και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ευρωπαϊκής συμπολιτείας,

2) η ανάδυση νέων δυνάμεων στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, όπως είναι, κυρίως, η Κίνα, αλλά και η Ινδία, το Ιράν και η Βραζιλία,

3) η οικονομική και στρατιωτική ανόρθωση της Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια, και η σημασία αυτού του γεγονότος για την ευρωπαϊκή και την ενεργειακή πολιτική,

4) η τεράστια κλιματική αλλαγή στον πλανήτη μας, που εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για το φυσικό περιβάλλον και την υγεία όλων μας,

5) η αφύπνιση και εξέγερση των αραβικών λαών, που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία.

Ξεχωριστή θέση για τη χώρα μας που δέχεται το 80% των μεταναστών της Ένωσης έχει βέβαια η ένταση των μεταναστευτικών ροών και η διαχείριση αυτής της σύνθετης κατάστασης.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας την ομιλία μου, επιτρέψτε μου να εκφράσω την αισιοδοξία μου ότι τόσο η χώρα μας, όσο και η Ευρώπη, θα ξαναβρούν γρήγορα το βηματισμό τους. Είμαι αισιόδοξος, γιατί πιστεύω στις αστείρευτες δημιουργικές δυνάμεις του λαού. Δεν λησμονώ, επίσης, ότι το μεταπολεμικό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνάντησε, στην πορεία του, πολλές δυσκολίες. Πάντοτε, όμως, οι Ευρωπαίοι πολίτες έβρισκαν τους τρόπους για να τις ξεπεράσουν. Πιστεύω ακράδαντα ότι το ίδιο θα συμβεί και σήμερα.

Σας ευχαριστώ.-
Related Posts with Thumbnails