© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟΣ

Στὸν ἀξιότιμο κύριο Διονύσιο Κ. Μαγκλιβέρα, ἑόρτιος χαιρετισμός
«Ἡ κάθε παρουσία, ὅσο κι ἄν διαρκέσει εἶναι πάντοτε προσωρινή. Ἡ μνήμη ἀντίθετα εἶναι διαρκής» Μ. Παλλάντιος

Ἀπὸ μακρυὰ ἔρχονται οἱ εἰκόνες αὐτές, σήμερα, χρονιάρα μέρα ποὺ εἶναι, μέρα τῆς Παναγιᾶς. Εἰνόνες μὲ πρόσωπα καὶ τοπία. Μὲ ἄφατη συγκίνηση καὶ μὲ τὴ σιωπὴ νὰ κυκλώνουν τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλάκερο. Γιατὶ μονάχα μέσα στὴν ἱερὴ τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ἀναπόλησης κατάνυξη μπορεῖς νὰ ξαναβιώσεις στιγμὲς ἰερὲς ποὺ κρυσταλλώθηκαν μέσα σου, ὅπως ὁ χρόνος πάνω στὶς παλιὲς φωτογραφίες.
Δεκαπενταύγουστος, λοιπόν, σήμερα. Τῆς Παναγιᾶς ἡ ἄχραντη Κοίμηση μὲ τὴ στοργή Της ὑφάδι στὸν χιτώνα τῆς εύγνωμοσύνης μας γιὰ τὴν ἀδιάκοπη ἔγνοια Της. Καὶ σιμά Της ζωγραφίζεται καὶ φέτος τὸ Πρόσωπο τῆς Μάνας, ποὺ ἐδῶ καὶ τρία χρόνια ζεῖ τὸν φωτεινὸ Δεκαπεντάυγουστο μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους. Τὸ Πρόσωπο τῆς Μάνας, ἔρχεται λοιπόν καὶ σήμερα μὲ εἰκονες ἀπ᾿ τὸ χτές, μὲ μνῆμες ἱερὲς καὶ πάντα ζωντανὲς μέσα σου, νὰ στολίσει τὴ γιορτινὴ τὴ μέρα, νὰ τῆς χαρίσει μὲ τὴ χαρμολύπη της νόημα πασπαλισμένο μὲ ἱερότητα.
Δροσερὸ ἀπόβραδο τῆς Παναγιᾶς, στὴ σκιερὴ αὐλὴ τοῦ παλιοῦ τοῦ μαγαζιοῦ τῆς θειᾶς Εὐανθίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ πέλαγο, ποὺ ρυτιδιάζει ἀπὸ τὸ μελτέμι. Ἡ Μάνα ἐκεῖ περιμένει «παστρεύοντας» ἀμύγδαλα, ποὺ τὴν προηγούμενη τὴ μέρα «τίναξε» ἀπὸ τὸ κτῆμα. Τὰ συγκεντρώνει τὰ ἀμύγδαλα στὸν «ταβᾶ» καὶ τὰ καθαρίζει ἕνα-ἕνα μαζεύοντας τὶς φλοῦδες σὲ ξεχωριστὸ σακί, γιὰ νὰ τὰ πάει νὰ γίνουν λίπασμα στὰ δέντρα. Ἡ μοναξιὰ γύρω της θρυματίζεται ἀπὸ τὸν ξερὸ τὸν ἦχο ποὺ ἀφήνουν τὰ καθαρισμένα ἀμύγδαλα, καθὼς τὰ ρίχνει στὸ ἁπλωμένο τὸ τσουβάλι, γιὰ νὰ τὰ βάλει μετὰ σὲ προσήλιο μέρος νὰ στεγνώσουν.
Μέχρι νὰ βραδυάσει καὶ νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τὴ συντροφεύουν οἱ παλιὲς οἱ ἀναμνήσεις, μὲ πρῶτο τὸν συγχωρεμένο τὸ συμπέθερό της τὸν μπάρμπα-Παναὴ τὸν Παλαιόλογο ποὺ τέτοια μέρα γιόρταζε καὶ ὅλο τὸ μαγαζὶ γίνονταν ἕνα χαμόγελο. Κι ὕστερα θυμᾶται τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιὰ ποὺ τέτοια μέρα στρώνανε τὸ τραπέζι μὲ τὸ καλὸ τὸ φαΐ, κι εὐωδίαζε ὁ φοῦρνος ἀπὸ τὰ ἐδέσματα ἐκεῖνα ποὺ δὲ ματαγιναν ποτέ. Θυμᾶται...Κι ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ἡ συντροφιά της, μέρα ποὺ εἶναι καὶ ποὺ τιμοῦσε πάντα μὲ νηστεία καὶ προσευχή...
Ἡ ἄλλη ἡ εἰκόνα εἶναι ἀπὸ τὸ στερνό της τὸν Δεκαπενταύγουστο...
Λιτὸ τοπίο ἑνὸς χωριοῦ ποὺ χωνεύει μέσα στὸ θερινὸ τὸ ἀπομεσήμερο. Ἀναδεύει τὰ φύλλα τῆς κληματαριᾶς, ποὺ συντροφεύει τὸ σπίτι μὲ τὸ ἐλαφρὸ τ᾿ ἀεράκι, δροσίζοντας τὸν τόπο. Στὴ πεζούλα ἡ Μάνα ξαποσταίνει κοιτάζοντας τὸ σοκκάκι ποὺ ἀνασαίνει τὴ δροσιὰ καὶ χαίρεται τὴν παρουσία τῶν λιγοστῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ κατοικοῦν: Ἔστω καὶ γιὰ ἕνα μῆνα τὸ χρόνο...
Σὲ λίγο θὰ πάρει νὰ σουρουπώσει, νὰ πέσει ὁ ἥλιος καὶ ν᾿ ἀνεβεῖ ἀπὸ τὸ ρέμα κάτω ἡ νοτισμένη ἡ δροσιὰ καὶ νὰ συνταιριάσει μὲ κείνη ποὺ στέλνουν ἀπὸ ψηλὰ τὰ πεῦκα, τὰ ἀγέρωχα πεῦκα ποὺ χρυσοπρασινίζουν μέσα στὸ κάμα τοῦ θέρους καὶ σκορποῦν ἕνα γύρω ἐκείνη τὴ μοσχοβολιὰ, μοσχοβολιὰ πάντερπνη καὶ ζωηφόρος.
Τότε κι ἡ Μάνα θὰ πάρει τὸ ραβδί της καὶ θὰ πάει παραπέρα, στοῦ μπάρμπα-Παντελὴ τὸ σπίτι, ἀπ᾿ ὅπου φαίνεται πολὺ καθαρὰ ἡ παλιὰ ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ βαφτίστηκε καὶ στεφανώθηκε (ἐκεῖ ποὺ θέλει καὶ ἡ ἴδια νὰ κηδευτεῖ). Θὰ σταθεῖ, ὅπως κάθε ἀπόβραδο, θὰ προσκυνήσει σὰ νὰ εἶναι μέσα στὸν πάνσεπτο ἐκεῖνο ναό, θ᾿ ἀγναντέψει τὸ Κοιμήτηριο, ὅπου αἰῶνες συντροφεύει τὴν παλιὰ ἐκκλησιά καὶ τὰ ἐρείπια, καὶ θὰ μνημονέψει τοὺς προγόνους της ποὺ ἀναπάυονται ἐκεῖ, μὲ πρώτους τὸν παπποῦ τὸν Νικολάκη καὶ τὴ γιαγιὰ Σοφία, ἀλλὰ κι ὅλους ὅσους διασώσει γραμμένους στὸ τετράδιο τῆς καρδιᾶς της. Θὰ τοὺς θυμηθεῖ στὴν προσευχή της κι ὕστερα θὰ τοὺς συγκαλέσει μὲσα στὶς θύμησες ποὺ ἄφησαν, νὰ τὴ συντροφέψουν. Μέχρι ποὺ ἔφτασε κι ἐκείνη ἡ ἄχραντη ἡ ἡμέρα τῆς 26ης Φεβρουαρίου, μέρα σημαδιακὴ ποὺ ἀναχώρησε γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει ἐκεῖ ποὺ ἀναπαύονται...

Δεκαπενταύγουστος 2015 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Μνήμη Σταματίου Π. Παλαιολόγου





Ὅπως ἀνάφερα στό βιβλίο μου γιά τό Κλῆμα, ἕνας ἀπό τούς χώρους σύναξης τῶν παιδιῶν τά θερινά ἀπόβραδα ἦταν τά «κάγκελα», πού βρίσκονταν ἔξω ἀπό τό μαγαζί τῆς θειᾶς Εὐανθίας. Ἦταν δέ ὁ τόπος αὐτός ἕνας ἐξώστης πού ἀγνάντευε κατά τό πέλαγος, φραγμένος, λόγω τοῦ ὕψους πού εἶχε μέ κάγκελα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ὀνομασία του.

Σημεῖο παρατήρησης τῶν πλοίων πού ἔφθαναν στό Λουτράκι ἤ πήγαιναν στήν ἀντικρυνή τή Σκιάθο τά «κάγκελα» ἦταν ἕνας ἀπό τούς χώρους πού προτιμοῦσαν νά ἐπισκεφτοῦν οἱ Κληματιανοί. Γιατί καί τό βράδυ εἶχε μιά πανοραμική θέα, καθώς φαίνονταν τά «γρί-γρί» στόν «Πάγκο», κοντά στό Πλαροννήσι δηλαδή, ἡ φωτισμένη Σκιάθος ἀπέναντι, ἀλλά καί τά χωριά τῆς Βόρειας Εὔβοιας. Ὅμως σ’ ἐμᾶς τά παιδιά ἄρεσε πολύ νά πηγαίνουμε ἐκεῖ, ἐπειδή παίζαμε μέ τό Σταμάτη, τόν γιό τῆς θειᾶς Εὐανθίας, πανέξυπνο ἄνθρωπο, ἀλλά ἀνάπηρο.

Παίζαμε λοιπόν μέ τόν Σταμάτη χαρτιά, τά λεγόμενα «σκαμπίλια», κυρίως δέ «μύτο», παιχνίδι μέ τό ὁποῖο ὅποιος κέρδιζε χτυποῦσε τόν ἀντίπαλό του στή μύτη δυνατά μέ τά χαρτιά πού κρατοῦσε. Ὁ καϋμένος ὁ Σταμάτης δέν ἔβλεπε καλά κι ἔτσι τόν κερδίζαμε πάντα, γι’ αὐτό καί τόν χτυπούσαμε στή γαμψή τή μύτη του καί ὅλοι γελούσαμε, ἀκόμα κι ἐκεῖνος.

Ὅμως αὐτό πού θά μείνει μέσα μας χαραγμένο βαθειά καί ἀνεξίτηλα εἶναι τό ἑξῆς:

Ὁ Σταμάτης ἦταν σπουδαιότατος παραμυθᾶς. Δηλαδή ἐμπνεόταν διάφορες ἱστορίες, τίς ὁποῖες ἀφηγεῖτο σέ μᾶς, τά μικρά παιδιά, μέ θαυμάσιο τρόπο, λές καί τίς διάβαζε. Κουνοῦσε λοιπόν τό κεφάλι -ἦταν τῆς ἀναπηρίας του κατάλοιπο αὐτό τό συνεχές κούνημα τοῦ κεφαλιοῦ- καί ἔλεγε διάφορες ἱστορίες. Στή μνήμη ἀπομένει ἡ ἐκτενής ἱστορία πού ἔφερε τόν τιτλο «Ὁ ναυαγός τοῦ μαύρου Κύκνου», ἐμπνευσμένη ἀσφαλῶς ἀπό τό Δ/Π «ΚΥΚΝΟΣ», πού τότε εἶχε πρωτομπεῖ στή γραμμή τῶν Βορείων Σποράδων. Τήν ἱστορία δέ αὐτή μᾶς τήν ἔλεγε ὁ Σταμάτης σέ συνέχειες κάθε βράδυ, ὅταν μαζευόμασταν στά κάγκελα. Εἶχε δέ ἡ ἀφήγησή του μιά πειστικότητα καί ἀληθοφάνεια, πού ἐμεῖς καθόμασταν καί τόν ἀκούγαμε μέ κάποια προσοχή. Μόνο πού ἡ ἱστορία αὐτή δέν εἶχε ποτέ τέλος, γιατί ὁ καϋμένος ὁ Σταμάτης, θέλοντας νά ἔχει συντροφιά, πάντα ἐμπνεόταν νέα ἐπεισόδια τῆς ἱστορίας, πού κάποτε ἔγινε βαρετή. Ἀξέχαστη ὅμως ἔμεινε, μαζί μέ τίς λάμπες πού ψάρευαν ἀπέναντι, μαζί μέ τόν ἔναστρο καθαρό οὐρανό, πού δέν τόν ἔσκιαζαν μήτε τόν ἔδιωχναν τά ἠλεκτρικά τά φῶτα, ἀφοῦ τότε, στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, ἦταν ἀνύπαρχτα, ἐκείνη ἡ ἀτμόσφαιρα καί ἡ συντροφιά, μέ τίς ἀφέλειές της, τήν ξεγνοιασιά καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα τήν ἁγνότητά της.

Σέ μένα πάντως ἔλαχε ὁ κλῆρος νά συνοδέψω τή Μεγάλη Τρίτη τοῦ 1972 τόν Σταμάτη στό Βόλο, ὅταν ἀρρώστησε ἡ μητέρα του κι ἔκλεισε τό μαγαζί τους καί μαζί μ᾿ αὐτό καί ἕνα κομμάτι ἀπό τή ζωή μου. Γιατί τό μαγαζί, τό παντοπωλεῖο τῆς θειᾶς Εὐανθίας ἦταν γιά μένα τό δεύτερο σπίτι μου, ἐπειδή μοῦ ἄρεσε πολύ νά πηγαίνω μέσα, ἰδιαίτερα τά χειμωνιάτικα βράδυα, ὅπου μαζεύονταν κάποιοι νοικοκυραῖοι τοῦ χωριοῦ καί συζητοῦσαν, μέσα στό ἡμίφως πού ἄφηναν οἱ δύο-τρεῖς λάμπες πετρελαίου, διάφορα, ἀκούγοντας παράλληλα καί τά νέα, τίς εἰδήσεις δηλαδή ἀπό τό παλιό τό ραδιόφωνο, ἀπό τά σπάνια πού ὑπῆρχαν στό χωριό τότε.

Συνόδεψα, λοιπόν, τόν Σταμάτη στόν Βόλο, ἐνῶ σ᾿ ὅλο τό ταξίδι προσπαθοῦσα νά τοῦ ἐξηγήσω πώς ἡ μητέρα του θά γίνει καλά καί θά ξανάρχονταν στό χωριό νά ξανανοίξουν τό μαγαζί. Καί τό πίστευα τότε, γιατί δέ μποροῦσα νά φανταστῶ τό μαγαζί κλειστό καί τόν Σταμάτη νά κάθεται ἀλλοῦ ἐξόν πίσω ἀπό τόν πάγκο, νά κάνει ἀπό μνήμης λογαριασμούς καί νά δίνει ρέστα ἀπό τά ψώνια. Γελάστηκα ὅμως. Ὁ Σταμάτης δέν ξανάρθε στό Κλῆμα, τό μαγαζί ἔκλεισε, ἐρήμωσε, πουλήθηκε σέ ξένους... Μόνο τά ὄνειρα, οἱ μνῆμες καί τά πρόσωπα ταξιδεύουν, ἔστω καί μέ τό ἀπαισιόδοξο σκαρί τοῦ «Μαύρου Κύκνου» κοντὰ πενήντα χρόνια...

Σκόπελος 16 Αὐγούστου, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Σταματίου τοῦ ἐν Βόλῳ

Related Posts with Thumbnails