© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνώμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνώμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Η διδασκαλία της ιστορίας

Γράφει ο Παναγιώτης Αγησιλάου Ζιωτόπουλος
Βασικόν χαρακτηριστικόν όλων των νομοσχεδίων και υπουργικών αποφάσεων που αφορούσαν την παιδεία-εκπαίδευση στην χώρα μας ήταν το «ή του ύψους ή του βάθους». Με άλλα λόγια κάθε νέα κυβέρνηση νομοθετούσε όχι με γνώμονα το «εθνικόν συμφέρον» αλλά μόνον το λεγόμενον κομματικόν συμφέρον( εκείνο που θα εξασφάλιζε περισσοτέρους ψηφοφόρους στην κυβερνώσα παράταξη), επί πλέον δε το εντελώς αντίθετον από ό.τι είχεν νομοθετήσει η προηγουμένη παράταξις. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα το κομματικόν συμφέρον, ως είναι ευνόητον, συνδέθηκε με την εφαρμογή της λεγομένης «αποχουντοποίησης», που στην πράξη εξομοιώθηκε με την νομοθέτηση της ήσσονος προσπαθείας. Δικαιολογία ήταν ο δήθεν εκμοντερνισμός της εκπαίδευσης, βάσει νέων διεθνών προτύπων, η απαλλαγή των μαθητών από το βάρος περιττών και απηρχαιωμένων υποτίθεται γνώσεων και η παροχή χρόνου προς απόκτησιν γνώσεων απαραιτήτων για την προσαρμογή στον νέο τρόπο ζωής που επιβάλλουν οι καινούργιες τεχνολογίες(πληροφορική κ..λ.π.). Θύμα της ανωτέρω νοοτροπίας κατά το τελευταίον τρίτον του περασμένου αιώνος υπήρξεν εν πρώτοις η ελληνική γλώσσα. Τοιουτοτρόπως, περιορίσθηκε η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, καθιερώθηκε το λεγόμενον μονοτονικόν σύστημα, περιθωριοποιήθηκε η διδασκαλία κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που η μελέτη τους δημιουργούσε βαθμιαίως υγιά και όχι περιθωριακήν νεοελληνικήν αυτοσυνειδησίαν, καταργήθηκε το μάθημα των εκθέσεων ως εν δυνάμει κειμένων αποκάλυψης και καλλιεργείας λογοτεχνικού ταλάντου και προωθήθηκε η μελέτη των λεγομένων κειμένων κοινωνικού προβληματισμού. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω είναι οι σημερινοί νέοι να μη είναι σε θέση να γράψουν σωστά ούτε μιάν αίτηση, αλλά και να πλήττονται από μεγάλη λεξιπενία, όσο κι αν ο Κύριος Μπαμπινιώτης και οι φωστήρες των τηλεοπτικών διαύλων προσπαθούν μέσω ατέχνων τακτικών που χαρακτηρίζονται reportage, να μας πείσουν περί του αντιθέτου. Αραγε μπορεί να φαντασθεί κανείς τι θα γίνει εάν ζητήσουμε από έναν έφηβο να αναπτύξει «εν συνεχεί λόγω» σε 10 έως 15 λεπτά ένα απλό και συνηθισμένο θέμα, π.χ. περί του Ερυθρού Σταυρού, περί των Ολυμπιακών Αγώνων, περί των Χριστουγέννων κ.λ.π., χωρίς να σταματά και να κομπιάζει, χωρίς να επαναλαμβάνει συνεχώς τις ίδιες λέξεις; Θα είναι μία πραγματική τραγωδία. Έφθασαν να «βάλουν χέρι» και στην νεοελληνική γραμματική, την γνωστή σε όλους μας «μετεξέλιξη της θυγατέρας του αειμνήστου Μανώλη Τριανταφυλλίδη». Μέσα από μια απολύτως άρτια από πλευράς εμφανίσεως παρουσίαση(το βιβλίο της σχολικής γραμματικής για την 5η και 6η τάξη του δημοτικού σχολείου αποτελεί αριστούργημα από αισθητικής πλευράς) προσπαθούν να προοωθήσουν την ιδέα της φωνητικής ορθογραφίας. Εξ άλλου, τα παιδαγωγικά στοιχεία του βιβλίου αυτού(εικόνες, διάλογοι κ.λ.π.) δίνουν την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό προορίζεται για ανεγκεφάλους ή τουλάχιστον ευήθεις.
Άλλα θύματα υπήρξαν η γεωγραφία (Αναφέρεται ότι όταν κάποιος μαθητής ερωτήθηκε «που βρίσκεται η τάδε πόλη;» απάντησε «Πού να ξέρω; Μήπως έχει παίξει ποτέ εκεί ο Ολυμπιακός;»), τα θρησκευτικά (έχουμε γράψει επανειλημμένως για την προσπάθεια αποδυνάμωσης της διδασκαλίας του μαθήματος, και της δήθεν μετατροπής του σε θρησκειολογία. Υπ’ όψιν ότι η θρησκειολογία είναι μάθημα δυσκολώτατο που μόλις και μετά βίας διδάσκεται στους φοιτητές των θεολογικών σχολών) και βεβαίως η ιστορία μας. Η γεωγραφία, η γλώσσα και η ιστορία μιάς χώρας αποτελούν την ταυτότητά της στο πέρασμα των αιώνων. Ειδικώς για μας τους Νεοέλληνες η θρησκεία μας έχει την ιδιαιτερότητα να αποσαφηνίζει πλήρως το γιατί οι πιστοί είναι Έλληνες και δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες τουλάχιστον στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Η γεωγραφία μας είναι οι αιώνιες συντεταγμένες στις οποίες άνθισε ο πολιτισμός μας. Η γλώσσα μας με όλες της τις εκφάνσεις της και τα δημιουργήματά της είναι ο ίδιος ο πολιτισμός μας. Η ιστορία μας είναι η ιστορία της δημιουργίας, της ανάπτυξης, του μεγαλουργήματος, και της εξέλιξης του πολιτισμού μας. Τέλος, η θρησκεία μας εκτός από τρόπος βίωσης της σύνδεσης του ρητού με το άρρητο και το απόλυτο, είναι συγχρόνως και το όλον θαύμα της υφ’ ημών πρόσληψης των ανωτέρω ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, δηλαδή είναι η πραγμάτωση του «…ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου (Ιωαν. 12, 20-23)». Όποιος συνεπώς παραποιεί την θρησκεία, την γεωγραφία, την γλώσσαν και την ιστορίαν μας, είναι εχθρός του Ελληνισμού.
Το μάθημα της ιστορίας άρχισε να διδάσκεται για πρώτη φορά στο «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν ηγεμόνας ήταν ο βασιλεύς Όθων. Ευνόητον ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια, όταν κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, παρά τον ιδιαίτερον ζήλον και τις άοκνες προσπάθειες του τελευταίου για την δημιουργία, την στελέχωση και την λειτουργία σχολείων, δεν ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για κατά κυριολεξίαν διδασκαλίαν της ιστορίας. Τοιουτοτρόπως, στον νόμο «Περί Δημοτικών Σχολείων, τμήμα Α’, άρθρον 1»αναγράφεται ότι «Εις έκαστον δημοτικόν ή του λαού σχολείον θέλουν διδάσκεσθαι Κατήχησις, Στοιχεία της Ελληνικής, Ανάγνωσις, Γραφή…στοιχεία της ελληνικής ιστορίας…», ενώ στο «τμήμα Β’, κεφάλαιον Β’, άρθρον 8, ορίζεται ότι «Οι υπεύθυνοι δια την θέσιν του δημοδιδασκάλου πρέπει να έχουν γνώσιν της Ιεράς και της Ελληνικής Ιστορίας». Ο ανωτέρω νόμος (6/18 Φεβρουαρίου 1834) έχει υπογραφεί από τους αντιβασιλείς Αρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Ευδεκ και τους γραμματείς της επικρατείας(υπουργούς) Α. Μαυροκορδάτον, Ν. Θεοχάρην, Κ.Δ. Σχινάν, Ι. Κωλέττην, Ι. Σμαλτς. Το 1852 (20 Ιουλίου) ο υπουργός Σ. Βλάχος με εγκύκλιόν του συνέστησεν την προμήθειαν διαφόρων βιβλίων από το βιβλιοπωλείον- τυπογραφείον του Α. Κορομηλά, που τα προσέφερε σε τιμές χαμηλότερες των αναγραφομένων.Το βιβλίον π.χ. της ιστορίας προσεφέρετο αντί 20 λεπτών, ενώ η αναγραφομένη τιμή ήταν 25 λεπτά. Ο ίδιος υπουργός επίσης με εγκύκλιόν του της 3 Οκτωβρίου 1953 συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου Ελληνικής Ιστορίας των Ιρβιγγος- Αντωνιάδου (ο πρώτος συγγραφεύς, ο δεύτερος μεταφραστής) σε τιμή 20 λεπτών, έναντι της αναγραφομένης τιμής των 50 λεπτών. Στις 4 Ιουλίου ο υπουργός Π. Αργυρόπουλος συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου «Σύνοψις της Ελληνικής Ιστορίας» του Σ. Κ. Βλαστού(Τιμή 20 λεπτά αντί της αρχικής των 50 λεπτών). Σε βασιλικόν διάταγμα της 8 Ιουνίου 1956(υπογράφουν η βασίλισσα Αμαλία και ο υπουργός Χ. Χριστόπουλος αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι οι υποψήφιοι δημοδιδάσκαλοι εξετάζονται και εις την ιστορίαν.
Στα λεγόμενα «Ελληνικά Σχολεία» οι μαθητές διδάσκονταν και στις τρεις τάξεις την «Παλαιάν ιστορίαν Ελλάδος και Ρώμης και τα γενικώτερα εκ των της μεσαίας και νέας ιστορίας μέχρι τέλους». Οι ώρες διδασκαλίας ήταν 3 εβδομαδιαίως. Επίσης, οι δάσκαλοι των Ελληνικών Σχολείων έπρεπε να ήταν καλοί γνώστες της «Παλαιάς και Νέας ιστορίας»(Διάταγμα της 31 Δεκ./12 Ιαν. 1837. Υπογράφουν οι αντιβασιλείς και οι υπουργοί Ι. Ρίζος, Δ. Μανσόλας, Α.Γ. Κριεζής, Γ. Λασάνης και Ι. Σμαλτς). Στο ίδιο διάταγμα υπάρχουν τα αναφερόμενα στην διδασκαλία της ιστορίας στα Γυμνάσια, τότε 4ετή(Δυο ώρες εβδομαδιαίως). Στα ελληνικά σχολεία η διδασκαλία της ιστορίας έπρεπε να είχεν «πρότυπον σκοπόν να εντυπώνη εις την μνήμην των μαθητών τα κυριώτερα συμβάντα, ονόματα και χρονολογίας, περιοριζομένης της διηγήσεως εις τα αναπόφευκτα και τα τερπνότερα, και να αποβλέπη πάντοτε εις το να μορφώνη την εις ελευθέραν έκθεσιν των ιδεών έξιν των μαθητών». Επίσης, οι δάσκαλοι έπρεπε να έδειχναν πάντοτε στον γεωγραφικό χάρτη τους τόπους στους οποίους αναφέρονταν. Στα Γυμνάσια το μάθημα της ιστορίας ήταν το ίδιο όπως και στα ελληνικά σχολεία, αλλά « η παράδοση γινόταν σε περισσότερη έκταση και αναφέρονταν οι πηγές. Κατά την πρώτη τάξη η παράδοση περιελάμβανε την γενική ιστορία από τις αρχές των ιστορικών χρόνων μέχρι του 5ου αιώνος π.Χ. Κατά την δευτέρα τάξη από του 5ου μέχρι του 16ου αιώνος, ενώ κατά την Τρίτη τάξη από του 16ου αιώνος και εφεξής. Κατά την Τετάρτη τάξη γινόταν η διδασκαλία ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το νεοσύστατον Ελληνικόν κράτος εμερίμνησεν εξ αρχής για την διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας, θέτοντας επί σταθερών βάσεων την ήδη υπάρχουσαν ελληνικήν αυτοσυνειδησίαν των νεαρών μαθητών. Ανέκαθεν ο σωστός δάσκαλος, είτε με λίγα είτε με πολλά εποπτικά μέσα, κατώρθωνε το ίδιο πράγμα, αρκεί να ήταν ευσυνείδητος, επαρκώς καταρτισμένος και να είχε ζήλο και μεράκι για το μάθημα και αγάπη για τους μαθητές του. Εννοείται, ότι ειδικά στην Νέα Ελλάδα για να δημιουργούσε ελληνική αυτοσυνειδησία ο δάσκαλος, θα έπρεπε προηγουμένως να είχε κι ο ίδιος ελληνική αυτοσυνειδησία. Εννοείται επίσης, ότι ήδη οι μαθητές είχαν από τις οικογενειακές εστίες τους όλες τις απαραίτητες καταβολές, που θα τους επέτρεπαν να βιώσουν ότι Ρωμιοί και (Νέο)Ελληνες ήταν το ίδιο πράγμα. Οι κάτοικοι της νέας μικρής χώρας γνώριζαν ήδη 1) Ότι ήταν χριστιανοί και ότι οι γονείς και οι πρόγονοί τους είχαν πολεμήσει τον αλλόθρησκο κατακτητή για την ελευθερία τους. 2) Ότι η χριστιανωσύνη τους ήταν διαφορετική από την χριστιανοσύνη των άλλων Ευρωπαίων (εκείνοι ήταν Φράγκοι). 3) Ότι ήταν Ρωμιοί, δηλαδή ελληνόφωνοι απόγονοι των επίσης ελληνοφώνων κατοίκων της πάλαί ποτέ κραταιάς Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας. 4) Ότι στα εδάφη των είχαν ζήσει κατά την αρχαιότητα άνθρωποι τρανοί και μεγάλοι, των οποίων τα κατορθώματα είχαν γίνει γνωστά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο δάσκαλος ήταν εκείνος που θα επιχειρούσε την τελική σύνθεση προς όφελος των μαθητών. Για να γίνονταν κατορθωτά όλα τα ανωτέρω, χρειάζονταν χρόνος, κατάλληλα πρόσωπα και κατάλληλα βιβλία. Είναι προφανές, ότι στην αρχή άλλα μέρη της Ελλάδας θα είχαν σχολεία και άλλα δεν θα είχαν. Εννοείται επίσης ότι μέχρις ότου γραφούν σχολικά βιβλία ιστορίας από Έλληνες συγγραφείς, θα χρησιμοποιούνταν μεταφράσεις ξενογλώσσων βιβλίων είτε γενικής είτε ελληνικής ιστορίας. Τοιουτοτρόπως δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν βιβλία λίαν αξιόλογα για την εποχή τους, όπως π.χ. «Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας, τόμοι 3, 1849-1853 του Κ. Παπαρρηγοπούλου», «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον-1853» του ιδίου, «Ο ελληνικός αγών, προς χρήσιν όλων των τάξεων του λαού, ιδίως δε της εις τα δημοτικά σχολεία φοιτώσης νεολαίας-1860» του Σ. Αντωνιάδου, «Επίτομος ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως-1860» του Γ. Θεοφίλου, κ.λ.π. Μετά το 1860 η συγγραφή παρομοίων βιβλίων ακολούθησεν ραγδαία. Ηταν επόμενο, δεδομένου ότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι απόψεις του περιφήμου Φαλμεράγιερ, οι οποίες έπρεπε να αμφισβητηθούν- ανατραπούν και από Ελληνες. Μνημειώδη έργα προς την κατεύθυνσιν αυτήν υπήρξαν μεταξύ άλλων τα «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κ. Παπαρρηγοπούλου(1860), «Η Κωνσταντινούπολις» του Σκαρλάτου Βυζαντίου(1851) και «Ασματα δημοτικά» και «Βυζαντιναί Μελέται» του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου(1852).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθούν δύο σημεία. 1) Η δημιουργία εθνικής αυτοσυνειδησίας στους κατοίκους του μικρού Βασιλείου δεν ήταν έργον των ξένων(Ευρωπαίων) καθώς και μιάς ρωμέικης ελίτ της διασποράς, όπως ενασμενίζονται να δηλώνουν ανερυθριάστως πολλοί εκ των συγχρόνων οπαδών της ανάγκης αλλαγής του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας. Φαίνεται ότι εζήλωσαν την δόξαν των Φαλμεράγιερ, Ρόμιλλυ Τζένκινς και Σύριλ Μάνγκο. Οι Νεοέλληνες δεν είχαν ανάγκην «Χρονικού του Παισίου»,  όπως οι Βούλγαροι. Την εθνικήν τους αυτοσυνειδησία δεν την έχασαν ποτέ, αλλά την είχαν πάντοτε μέσα τους «Σαν την σπίθα κρυμμένη στην στάχτη». Την σπίθα αυτήν ανερρίπιζαν κάθε τόσο φλογεροί εθνεγέρτες (διαφωτιστές κατά την ευρωπαϊκήν ορολογίαν), όπως ο Ρήγας Φερραίος, που από τον 18ον αιώνα ομιλούσε περί Ελλήνων και ελλάδος. 2) Είναι γνωστόν ότι μέχρι και τον 18ον αιώνα σε πολλά μέρη του τότε γνωστού κόσμου ίσχυε η λεγομένη «Αρχή της νομιμότητος». Αυτό εσήμαινε ότι σε εδάφη μιάς μεγάλης συνήθως αυτοκρατορίας ζούσαν πολλές διαφορετικές εθνότητες- λαοί (άρα πολλές διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, παραδόσεις) υπό τον ζυγόν του «αφέντη». Στην οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν π.χ. Ελληνες- Ρωμιοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες, Βλάχοι(ο όπος Ρουμάνοι είναι μεταγενέστερος) και φυσικά και Τούρκοι- Οθωμανοί. Στην Αυστρουγγαρία ζούσαν πλην των Αυστριακών, Ούγγροι, Λομβαρδοί, Πεδεμόντιοι, Σικελοί κ.λ.π., κ.ο.κ. Κατά τον 19ον αιώνα έπαυσεν να ισχύει η αρχή της νομιμότητος, όσο κι αν προσπάθησαν οι « Μεγάλοι» της εποχής να την διατηρήσουν και δημιουργήθηκαν πολλά εθνικά κράτη( Αρχή των εθνοτήτων), δηλαδή η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ιταλία κ.λ.π. Έχει υποστηριχθεί (είναι γραμμένο και στα κυκλοφορήσαντα βιβλία ιστορίας από τις «προοδευτικές κυβερνήσεις» της χώρας μας) ότι τα εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν υπό την επίδρασιν των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επαναστάσεως. Ειδικώς εις την Ελλάδα μπορεί να επέδρασαν και τα ανωτέρω, πλην όμως εθνική ελληνική συνείδηση υπήρχεν ήδη από τα τέλη του Μεσαίωνος. Επιλεκτικώς και χάριν συντομίας αναφέρομεν το του Γεωργίου Γεμιστού- Πλήθωνος (14ος-15ος μ.Χ. αιώνες) «Έλληνες εσμέν ως η πάτριος φωνή και η παιδεία ημών μαρτυρεί». Καθ’ όλην την τουρκοκρατίαν οι Ρωμιοί απόγονοι των κατοίκων της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διετήρησαν την ρωμέικη- ελληνική τους συνείδηση, όταν δε άρχισε ο αγώνας του 1821, πολλοί ρομαντικοί εξ αυτών πίστευαν ότι θα δημιουργούσαν ένα μεγάλο κράτος ελληνικό, αντίστοιχο και διάδοχο της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Κατά τα σημερινά χρόνια (21ος αιών μ.Χ.) φαίνεται ότι στα πλαίσια της λεγομένης παγκοσμιοποίησης(κυρίως πλην όμως όχι αποκλειστικώς με την οικονομικήν έννοιαν) είναι πιθανόν οι «ισχυροί της γης» να έχουν λόγους να δημιουργήσουν ομοιογενή κατά το μάλλον ή ήττον σύνολα, όπου οι εθνικές γλώσσες θα αφεθούν εις παρακμήν ή θα διαλυθούν, οι θρησκείες θα τεθούν εκποδών και δεν θα παίζουν πλέον ιδιαίτερον πλέον ρόλον εις την κοινωνικήν ζωήν, οι δε εθνικές παραδόσεις και «κουλτούρες» θα τεθούν στο περιθώριο. Με άλλα λόγια, πιθανώς να επιδιώκεται αναβλάστηση της «αρχής της νομιμότητας» υπό νέαν-σύγχρονον μορφήν. Δεν αποκλείεται το πρότυπον να είναι η δημιουργία «ατόμων- καταναλωτών», μετεώρων στον χρόνο, χωρίς ιστορική εθνική και πολιτισμική αυτοσυνειδησία. Τα άτομα αυτά δεν θα είναι υπεύθυνες προσωπικότητες με συγκεκριμένες πνευματικές συντεταγμένες αλλά «φτερά στον άνεμο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να επιδιώκεται στην σύγχρονη Ελλάδα, τα δε καμώματα των επιθυμούντων και εισηγουμένων αλλαγήν του τρόπου διδασκαλίας ωρισμένων «καιρίων μαθημάτων» στα σύγχρονα σχολεία διευκολύνουν τα σχέδια των εγκεφάλων της «Νέας τάξης πραγμάτων» και της «παγκοσμιοποίησης»(όχι βεβαίως με την έννοιαν της οικουμενικότητας αλλά της ομογενοποίησης). Δεν πρέπει να λησμονούμε δύο πράγματα. Α) Υπάρχουν δύο χώρες με πολύ παλαιά ιστορία, κάθε μια από τις οποίες προσέφερε στην ανθρωπότητα και τον παγκόσμιο πολιτισμό κάτι το μοναδικό. Το Ισραήλ προσέφερε τον ένα και μοναδικό Θεό και την δική του Βίβλο, που αποτελεί το πρώτο καταστάλαγμα συγκροτημένης αυτοσυνειδησίας περί της δημιουργίας του κόσμου. Είναι δυνατόν να πούμε στους Ισραηλινούς «σταματείστε να διδάσκετε στα σχολεία σας την ιστορία και την θρησκεία σας έτσι όπως τα εδιδάσκατε μέχρι τώρα;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε «Καθήστε να σας πνίξουν οι Άραβες». Είναι δυνατόν να τους πούμε «Σταματήστε να διδάσκετε στα σχολεία σας για το χρυσό μοσχάρι του Ααρών;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε να απαρνηθούν συμβολικώς εκείνο με το οποίο επεβίωσαν ολόκληρους αιώνες σε χρόνους χαλεπούς και εξακολουθούν να μεγαλουργούν μέχρι σήμερα, δηλαδή το εμπόριο; Η Ελλάδα προσέφερε στην ανθρωπότητα τις βάση για την παγκόσμια διανόηση και επικοινωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα, τον απαράμιλλο υλικό για τον ορθό τρόπο του σκέπτεσθαι και κρίνειν, καθώς και την τεράστια ελληνική γραμματεία. Τα ανωτέρω υπήρξαν οι βάσεις του λεγομένου «δυτικού πολιτισμού». Υπήρξαν επίσης ο φορέας μέσω του οποίου επέρασε σε όλα τα έθνη το μεγαλύτερο και σημαντικώτερο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας, δηλαδή η έλευση, διδασκαλία και κληρονομία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εάν με την αλλαγή διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας, της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής θρησκείας διασαλευθούν τα ανωτέρω, η Ελλάδα του μέλλοντος θα είναι Ελλάδα; Να γιατί δεν πρέπει να διακοπεί η διδασκαλία π.χ. περί του δήθεν αναληθούς κατά μερικούς «ιστορικούς εγκεφάλους» «κρυφού σχολειού». Η διδασκαλία αυτή θα θυμίζει εις τους αιώνες έστω και με συμβολικό τρόπο(πολλοί ειδήμονες αμφισβητούν το εάν το κρυφό σχολειό ήταν μόνον θρύλος) μια μεγάλη αλήθεια. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας η εκκλησία ήταν ο μοναδικός φορέας της διάσωσης της ελληνικότητας. Β) κάτι άλλο που δεν πρέπει να λησμονείται είναι το εξής. Υπάρχουν δύο κράτη, Η Σερβία και η Ελλάδα που στις αρχές του περασμένου αιώνα κατώρθωσαν να αυξήσουν κατά πολύ τα εδάφη των. Η Σερβία με τους Βαλκανικούς Πολέμους, κυρίως όμως με τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον (συνθήκες που ακολούθησαν) έγινε η μεγάλη Γιουγκοσλαβία. Φαίνεται ότι οι «μεγάλοι» ποτέ δεν το «χώνεψαν» αυτό και κατά την λαϊκή έκφραση «της το φύλαγαν». Ετσι, μετά από 80 και πλέον χρόνια την διέσπασαν και σήμερα η μικρή πλέον Σερβία ζει με τις αναμνήσεις του παρελθόντος της. Πιθανώς κάτι ανάλογον να συμβαίνει και με την Ελλάδα. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον, μολονότι δεν μπόρεσε να γίνει τελικώς η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, κατώρθωσε να υπερδιπλασιασθεί. Πολλοί εκ των τότε «μεγάλων» δεν είχαν δει με καλό μάτι την επέκταση του Ελληνισμού. Μήπως άραγε μετά από 100 χρόνια θα ήθελαν να μας επιφυλάξουν μοίρα ανάλογη με εκείνη της Σερβίας; Να γιατί το εθνικό φρόνημα των Νεοελλήνων πρέπει να διατηρείται συνεχώς ακμαιότατο, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να γίνει με διδασκαλίες που αποσιωπούν όλες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας και αποσκοπούν εις την δήθεν ανάπτυξιν της ιστορικής κριτικής σκέψης. Πως να το κάνουμε; Η ιστορική εκπαίδευση των μαθητών μας είναι κάτι το πολύ σημαντικό για το έθνος, γι αυτό και δεν είναι δυνατόν να το εμπιστευόμεθα μόνον στους υποτίθεται επιστημονικώς αμερολήπτους καθηγητές της ιστορίας.
Θα ήταν παράλειψη μας να τελειώναμε την παράθεση των σκέψεων και των προβληματισμών μας για τις επιχειρούμενες αλλαγές στην διδασκαλία του προβλήματος της ιστορίας στα σχολεία, αν δεν αναφερόμαστε έστω και δι’ ολίγων στην ανάγκη δημιουργίας της περίφημης «κριτικής ιστορικής σκέψης» στους μαθητές των σχολείων. Αυτό το τελευταίο είναι η σημαία και το ευαγγέλιο όλων εκείνων των «προοδευτικών εκπαιδευτικών», που ευαγγελίζονται μια εκπαίδευση ασυγκρίτως ανωτέρας ποιότητος από εκείνην που παρείχετο μέχρι προσφάτως. Δεν θα αναφερθώ ως ιστορικός, επειδή δεν είμαι ιστορικός, πλην όμως θα παρουσιάσω ωρισμένες εύλογες απορίες μου, που απορρέουν από τις ανακοινώσεις του αρμοδίου υπουργείου αλλά και των εκπαιδευτικών, για το «όλον πνεύμα» της επιχειρουμένης μεταρρύθμισης. Επίσης, θα αποθέσω στο χαρτί ευλαβικώς μερικές αγαθές μνήμες δικές μου από την διδασκαλία της ιστορίας τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο (τότε εξατάξιο).
Eίναι πέρα πάσης αμφισβητήσεως ότι 1) Το μάθημα της ιστορίας δεν πρέπει να καταντά «παπαγαλία» 2) Η καλή «παπαγαλία» ωρισμένων ιστορικών αλληλουχιών και ωρισμένων ημερομηνιών δεν οδηγεί στην σωστή ιστορική γνώση. Ολοι θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, ότι με μοναδικό μας εφόδιο τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να απαντήσουμε σωστά στις περισσότερες από τις ερωτήσεις- θέματα των εξετάσεων. Ο καλός εξεταστής ήταν σε θέση με τις κατάλληλες ερωτήσεις να εξουδετερώσει το υποτιθέμενο πλεονέκτημα της παπαγαλίας. 3) Οι περισσότεροι μαθητές, ακόμη και εκείνοι του δημοτικού σχολείου, ήταν πάντα σε θέση να καταλάβουν ότι ό.τι ήταν γραμμένο στα βιβλία και ό.τι έλεγε ο δάσκαλος, ήταν παρμένα από πολλά άλλα βιβλία που είχε συμβουλευθεί ο συγγραφέας. Μεταξύ εκείνων υπήρχαν και μερικά που ονομάζονταν σημαντικές ιστορικές πηγές, που ήταν στην διάθεση κάθε ενδιαφερομένου και ευρίσκονταν στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Ολοι μας, τουλάχιστον στα δικά μας χρόνια γνωρίζαμε χάρις στο αμέριστο ενδιαφέρον καθηγητών όπως οι αείμνηστοι Ευάγγελος Μανής, Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς, Σακελλάριος Γερακιός(Βαρβάκειον) την ύπαρξη των συγγραμμάτων των Αρχαίων Ελλήνων, Λατίνων και λοιπών συγγραφέων, τις κυριώτερες εκδόσεις των(Σαλιβέρου, Belles Lettres, Λειψίας, Ηarvard, Garnier- Frammarion κλπ), τα μεγάλα συγγράμματα στα οποία μπορούσαμε να καταφεύγαμε(περιώνυμα έργα των Παπαρρηγοπούλου, Καρολίδου, Ντρόυζεν, Μπερτολίνι, Κουκουλέ, Κοκκίνου, Πουκεβίλ και πλήθους άλλων που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν), τις βιβλιοθήκες στις οποίες θα ευρίσκαμε τα ανωτέρω(Εθνική με ειδικό σημείωμα των καθηγητών, Βιβλιοθήκη της Βουλής, Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, Βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης κλπ), καθώς και ορισμένα παλαιοπωλεία της οδού Ασκληπιου όπου θα ευρίσκαμε ό.τι θέλαμε σε χαμηλές τιμές. Οσον αφορά το δημοτικό σχολείο, εκτός από το συνιστώμενο βιβλίο ιστορίας ο δάσκαλος μπορούσε να συστήσει στους μαθητές την αγορά οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, που εκείνος έκρινε επωφελές. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να έχουμε κατανοήσει από μικράς ηλικίας, ότι η ιστορία και η διδασκαλία της είχαν δύο συνιστώσες, αφ’ ενός μεν τα γεγονότα καθ’ εαυτά, αφ’ ετέρου δε το ποιος είχε γράψει την ιστορία. Αργότερα συνειδητοποιήσαμε ότι μεγάλη σημασία είχε το να είχε βιώσει ο συγγραφέας εκείνα για τα οποία έγραφε, καθώς και υπό ποίες άλλες προυποθέσεις ο συγκεκριμένος συγγραφέας είχε γράψει ό.τι είχε γράψει(Πολιτικές του πεποιθήσεις, προσωπικές του γνωριμίες με πρόσωπα για τα οποία είχε γράψει κ.ο.κ.). Όλα αυτά τα είχαμε κατανοήσει χωρίς να χρειαζόταν ποτέ κάποιος διδάσκων να μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα περί αυτών. Τέλος, υπήρχαν και τα σχετικώς πρόσφατα γεγονότα-πρόσφατη ιστορία, που δεν διδάσκονταν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Είτε επειδή ήταν πολύ πρόσφατα και η συναισθηματική φόρτιση από την αναφορά σε αυτά θα ήταν μεγάλη αλλά και ασύμφορη( άραγε τι θα γινόταν, εάν π.χ. κατά την 5ετία 1950-1955 θίγονταν θέματα αφορώντα τον λεγόμενο «Εμφύλιο Πόλεμο» 1946-1949), είτε επειδή η ιστορία γι’ αυτά δεν είχε καλά- καλά γραφεί(Κατά το προαναφερθέν διάστημα το μόνο βιβλίο που υπήρχε ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου», έργο γραμμένο από δημοσιογράφους και όχι βεβαίως ιστορικούς. Ας μη λησμονείται έπίσης ότι τα «Μυστικά Αρχεία του Foreign Office» δόθηκαν στην δημοσιότητα πολύ αργότερα), είτε τέλος για πολιτικούς λόγους, δηλαδή επειδή αρκετά εν ενεργεία πολιτικά πρόσωπα είχαν εμπλακεί στα γεγονότα αυτά. Τότε θυμάμαι ότι είχαμε σχηματίσει την απλοϊκή αντίληψη ότι η πρόσφατη ιστορία ήταν υπόθεση όχι των ιστορικών αλλά των πολιτικών. Eδώ και πολλά χρόνια (10ετία 1980-1990) ο πολύς κύριος Βασίλειος Κρεμμυδάς είχεν υποστηρίξει σε μια συνέντευξή του στην τηλεόραση, ότι ακόμη και η πρόσφατη ιστορία θα έπρεπε να διδασκόταν. Θυμάμαι ότι στην 5η και στην 6η τάξη του δημοτικού σχολείου(24ον Δημοτικόν Σχολείον στα Πατήσια) οι δάσκαλοι Ιωάννης Αγγελόπουλος και Νικόλαος Αντιπάτης, καθώς και ο δάσκαλος Σακκάς σε κάποιο δημοτικό σχολείο του Παγκρατίου, δίδασκαν ως εκ περισσού στους μαθητές τους το «Επος της Αλβανίας». Επίσης, όσον αφορά το «Κυπριακόν», θυμάμαι ότι κατά την προ των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου περίοδο, αρκετοί δάσκαλοι από την Κύπρο(μεταξύ εκείνων και ο νεαρός τότε δάσκαλος Αχιλλέως) είχαν ενημερώσει πλήρως τους μαθητές τους για όλες τις πτυχές του θέματος. 4) Οσον αφορά το περίφημον θέμα της χρησιμοποίησης και αξιολόγησης των πηγών, ήδη από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου, οι δάσκαλοί μας μας έλεγαν «Αυτό το λέει η παράδοση και όχι η επίσημη ιστορία» ή «Γι αυτό το θέμα θα κοιτάξουμε τι λένε ο Παπαρρηγόπουλος, ο Καρολίδης, ο Σάθας ή ο Ελευθερουδάκης ή ο Πυρσός»(24ον Δημοτικόν σχολείον). Όλα αυτά τα βιβλία υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του σχολείου μας χάρη στις προσπάθειες του δασκάλου μας αειμνήστου Νικολάου Δημητροκάλλη, πατρυιού του Μανώλη Γλέζου). Στο γυμνάσιο πάλι, όταν οι «πηγές» δεν συμφωνούσαν, ο αείμνηστος Ευάγγελος Μανής μας έλεγε «Τι γράφει ο Ηρόδοτος;…τι γράφει ο Θουκυδίδης;…τι αναφέρει ο Πλούταρχος στο Βίοι Παράλληλοι;…πότε έζησαν οι δύο πρώτοι;…πότε έζησεν ο Πλούταρχος;…ποιος ήταν πιο κοντά στα γεγονότα;…ποιος κατά τεκμήριον μας τα λέει καλύτερα;», ενώ σε άλλα σημεία μας έλεγε ότι θα έπρεπε να ερευνούσαμε, ποιες ήταν οι πιθανές σχέσεις- δεσμοί του ιστορούντος με τα ιστορούμενα πρόσωπα. 5) Eχει διατυπωθεί από τους σημερινούς αναθεωρητές του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας η άποψη ότι το μάθημα, έτσι όπως γίνεται σήμερα, είναι «δασκαλοκεντρικό και μονολιθικό». Οι δικές μου αναμνήσεις από τα μαθητικά μου χρόνια είναι εντελώς διαφορετικές. Όταν οι μετεκπαιδευόμενοι καθηγητές στο υπό την εποπτείαν του αειμνήστου Κωνσταντίνου Γεωωργούλη «Διδασκαλείον Μέσης Εκπαιδεύσεως»(έδρα του το Βαρβάκειον) διαμαρτύρονταν επειδή οι καθηγητές μας επέτρεπαν στους μαθητές τους παρατηρήσεις- αμφισβητήσεις του τύπου «Ο Προκόπιος δεν είναι πάντοτε αντικειμενικός όταν αναφέρεται στην θεοδώρα» ή «Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα» ή «Οι ιστορικές περιγραφές του Σπύρου Μελά δεν πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε τοις μετρητοίς, μολονότι ήταν πολεμικός ανταποκριτής», εκείνοι (Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς) έδιναν απαντήσεις του τύπου «Δεν επιθυμούμε να δίνουμε στους μαθητές μας την εντύπωση ότι η γνώση είναι έτοιμη τροφή(ο Τζουγανάτος χρησιμοποιούσε τον όρο μασημένη τροφή) που παρέχεται δίκην ιατρικής συνταγής. Είναι προτιμώτερο οι μαθητές να έχουν την αίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο συμμετέχουν στην δημιουργία της γνώσης, συμπληρώνοντας με την αυτενέργειά τους την διδασκαλία των μαθημάτων». 6) Αναφερόμενος ειδικώς στο θέμα της περίφημης «ιστορικής κριτικής σκέψης», ομολογώ ότι αναπολώ με νοσταλγία την διδασκαλία της απαράμιλλης δασκάλας της «Σχολής Χατζιδάκη- Γουναράκη» Αγγελικής Ζαχαροπούλου-Πάτση, συζύγου του γνωστού εκδότη και συγγραφέα Χάρη Πάτση. Είχε αφιερώσει ολόκληρο μάθημα για να μας κάνει να κατανοήσουμε το πως ο βασιλέας της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ εφάρμοζε την τακτικήν του «Διαίρει και βασίλευε» για να διασπάσει τους υπολοίπους Ελληνες πριν από την μάχη της Χαιρωνείας. Θυμάμαι συγκεκριμένως ότι ρωτούσε στην τύχη ωρισμένους μαθητές «Εσύ τι θα έκανες εάν ο Φίλιππος σου έταζε εκείνο ή το άλλο προκειμένου να τα χάλαγες με τους Φωκείς ή με τους Θηβαίους;» ή «Εσύ τι θα έκανες προκειμένου να συμμαχούσαν οι Φωκείς, οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί, ούτως ώστε ο Φίλιππος να μη εύρισκε αφορμή για να κατέβαινε προς τα κάτω» κ.ο.κ. Η ίδια δασκάλα μας έλεγε από τότε, «Μεγάλη σημασία για την έκβαση ενός πολέμου, είχε η σωστή εκτίμηση τόσον των δυνάμεων όσον και των δυνατοτήτων των εμπολέμων. Ο Φίλιππος ήταν πολύ δύσκολο να έχανε τον πόλεμο, επειδή συν τοις άλλοις είχε στην διάθεσή του απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες(μεταλλεία του Παγγαίουκ.λ.π.), άφθονες πρώτες ύλες και ήταν δεξιοτέχνης στο να δωροδοκεί τους αντιπάλους του. Ο στρατηγός Φωκίων, άνθρωπος μυαλωμένος, είχε καταλάβει ότι ήταν αδύνατον ο Φίλιππος να μη αναδεικνυόταν νικητής». Στο τέλος για να τελειώσει το μάθημα μας είπε «Να γιατί ο Λίνκολν ήταν σίγουρος ότι στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο οι Νότιοι θα έχαναν τον πόλεμο, κι ας ήταν πιο παλληκαράδες από τους Βορείους. Να γιατί κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Τσώρτσιλ ήταν βέβαιος ότι οι Γερμανοί θα έχαναν τον πόλεμο, μολονότι είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου». Αλησμόνητη είναι επίσης η διευθύντρια- επόπτρια του δημοτικού σχολείου της ίδιας σχολής Χαχή (δεν θυμάμαι πλέον το μικρό της όνομα) που μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα για την στρατιωτική τακτική του Μιλτιάδη στην μάχη του Μαραθώνα, καθώς και για τις εφαρμογές της κατά τους μετέπειτα χρόνους (Αννίβας, Γερμανοί κ.λ.π.). Ειδικώς τα ανωτέρω θέματα έχουν χαρακτηρισθεί από τους σημερινούς «αναθεωρητές» των πάντων ασήμαντες λεπτομέρειες, που θα ταίριαζαν μάλλον σε μαθητές της Σχολής Ευελπίδων. Προφανώς κάτι τέτοια θέματα δεν θεωρούνται πλέον σημαντικά, ίσως επειδή η μελέτη και εκμάθησή των δεν συμβάλλει στη δημιουργία πολιτών με δημοκρατικόν φρόνημα.
Ολοι εμείς οι παλαιότεροι αισθανόμαστε ρίγη και ίλιγγο κάθε φορά που διαβάζουμε στις εφημερίδες ή ακούμε από τα τηλεοπτικά κανάλια ότι τόσα χρόνια οι Ελληνόπαιδες διδάσκονταν ιστορία, αλλά δεν την μάθαιναν, επειδή απλώς την παπαγάλιζαν. Αραγε είναι δυνατόν να παπαγαλίσει κάποιος την ιστορία χωρίς να την έχει κατανοήσει; Μήπως οι σημερινοί επικριτές εννοούν ότι οι διάφοροι καθηγητές- φροντιστές έχουν έτοιμες απαντήσεις έναντι σωρείας τυποποιημένων ερωτήσεων-θεμάτων; Ενδεχομένως αυτές οι απαντήσεις να είναι δυνατόν να απομνημονευθούν προσωρινώς δια της παπαγαλικής μεθόδου. Εάν πράγματι συμβαίνουν τα ανωτέρω, τότε βεβαίως δεν φταίει η διδασκαλία αλλά ο τρόπος των εξετάσεων. Μήπως τελικώς σκοπός των νέων μεθόδων διδασκαλίας δεν θα είναι ο έλεγχος των γνώσεων των μαθητών στην ιστορία, αλλά η εξακρίβωση του τρόπου με τον οποίον οι μαθητές προσεγγίζουν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα; Άραγε αυτή είναι η κριτική ιστορική σκέψη; Το να προσεγγίζει και εξετάζει η νεολαία μας τα πάντα ατομοκεντρικά, ντετερμινιστικά, ωφελιμιστικά και πάντοτε χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την εποχή που διαδραματίστηκαν τα αντικείμενα της ιστορικής γνώσης; Μήπως επίσης ένας από τους σκοπούς της διδασκαλίας του μαθήματα κατά τα καινούργια πρότυπα είναι αφ’ ενός μεν η αποηρωοποίηση της ιστορίας, δηλαδή των μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων, αφ’ ετέρου δε ο εμβολιασμός τωμ μαθητών με απόψεις του τύπου «Δεν υπάρχουν ήρωες…κανένας δεν ήταν ήρωας…όλοι είναι ή ήταν απλά ανθρωπάκια που σε δεδομένες στιγμές έλαβαν αποφάσεις που εκ των υστέρων επιδοκιμάσθηκαν;». Μήπως σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος είναι η διδασκαλία μιάς «ανεπίσημης και αντίπαλης» προς την μέχρι σήμερον διδασκομένην ιστορίας; Αυτό το τελευταίο ήταν επίσημη πρόταση ημιανωνύμου εκπαιδευτικού προς τους συναδέλφους του καθηγητές. Εννοείται ότι αυτό το τελευταίο δεν έχει καμιά σχέση με την συνεχή έρευνα που ενδεχομένως οδηγεί στην ανασκευή παγιωμένων απόψεων. Οπωσδήποτε υπάρχουν θέματα που θα μπορούσαν να γίνονταν αποδεκτά ως αντικείμενα προς συζήτησιν ή ακόμη και προς έρευναν, πλην όμως όχι στο σχολείο, αλλά μόνον σε ειδικές ημερίδες, επιστημονικές συζητήσεις- επιστημονικές εργασίες κ.λ.π. Όσον αφορά τα 1) Εάν υπάρχουν πράγματα που γράφονται ή γράφτηκαν αλλά δεν λέγονται 2) Εάν υπάρχουν πράγματα που έγιναν αλλά δεν λέγονται 3) Εάν γράφονται ή λέγονται πράγματα που ουδέποτε έγιναν, οπωσδήποτε είναι θέμα που δεν αφορά τους μαθητές. Εάν πρέπει να ασχολούνται με αυτά οι μαθητές, ώστε να προσπαθούν π.χ. να «ανακαλύψουν» εάν υπήρξε ποτέ το « Κρυφό σχολειό», τότε γιατί να μη ασχοληθούν λεπτομερώς και με το τι έγινε ακριβώς κατά τα τέλη του Αυγούστου του 1922 στην προκυμαία της Σμύρνης, ώστε να διαλευκάνουν τι ακριβώς ήταν ο περίφημος και κατά κόρον διατυμπανισθείς «συνωστισμός;». Γιατί επίσης να μη διδαχθούν και ερευνήσουν τι ακριβώς έγινε τον Ιούλιο του 1974 μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο; Πλέον των ανωτέρω, γιατί να μη διδάσκονται πλέον οι μαθητές μας όλες εκείνες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας, για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι όλοι οι Έλληνες; (Ως γνωστόν οι «μεταρρυθμιστές» ενοχλούνται από το ότι μέχρι τώρα γίνονταν ιδιαίτερα μαθήματα για όλες τις μεγάλες μάχες- νίκες των ελληνικών όπλων). Μήπως μετά από όλα τα ανωτέρω εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι ότι η καλλιέργεια της ιστορικής κριτικής συνείδησης της νεολαίας μας, που τόσο πολύ διατυμπανίζεται τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να γίνεται από εμάς τους ιδίους; Δεν θα πρέπει να διδάξουμε τα παιδιά μας πως να καταλαβαίνουν αμέσως, ποιος, καθηγητής ή μη, προσπαθεί να διαταράξει την ιστορική εθνική τους συνείδηση, ώστε να τον αντιμετωπίζουν αναλόγως; Επί πλέον από τα μαθητικά μας χρόνια, άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο, δεν διστάζαμε να προσφεύγουμε σε πλήθος εγκυκλοπαιδειών και άλλων συγγραμμάτων, προκειμένου να είχαμε μια καλή αντίληψη περί του « πως είχαν γίνει τα πράγματα». Οι ίδιοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας μας προέτρεπαν σε αυτό. Σήμερα με τον πλούτο των βιβλίων που κυκλοφορούν και με τις τεράστιες δυνατότητες του διαδικτύου τα πάντα είναι ευκολώτερα.
Θα ήταν παράλειψη εάν η ευρεία αναφορά μας περί του τρόπου διδασκαλίας της ιστορία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση σταματούσε εδώ, χωρίς να παραδεχόμαστε ότι όντως τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο συστηματικός μελετητής της ιστορίας είναι πολλά. Πως συλλέγεται το ιστορικό υλικό (που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρχαιολογικό υλικό), πως αξιολογείται και πως ερμηνεύεται, με τι συμφωνούν και με τι ευρίσκονται σε αντίθεση τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την μελέτη του υλικού μας (δεδομένου ότι με το ίδιο θέμα ενδεχομένως να έχουν ασχοληθεί και άλλοι ερευνητές), πως γράφονται τα συμπεράσματά μας, πως γράφεται η ιστορία (δεδομένου ότι η μετατροπή των γραπτών μας με τα ευρήματά μας σε ιστορία είναι κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο), η ενδεχομένη συμμετοχή προσωπικών- συναισθηματικών στοιχείων στο γράψιμο της ιστορίας, ο παράγων της «προκατανόησης»(vorverständnis), καθώς και πολλά άλλα προβλήματα. Πιστεύουμε ότι δεν είναι σκόπιμον ούτε και δυνατόν όλα τα ανωτέρω να επιχειρήσουμε να τα ενσωματώσουμε στην διδακτέα ύλη ιστορίας, που προορίζεται για τους μαθητές, έστω κι αν στην σχολική τάξη θα υπάρχουν πάντοτε δύο ή τρία «σαΐνια» που ενδεχομένως θα ανταποκριθούν σε αυτό το «κάλεσμα».
Είναι γεγονός ότι κατά το δεύτερον ήμισυ του περασμένου αιώνα ένας Γάλλος διανοούμενος, ο Michel de Certeau, διατύπωσε πολύ επαναστατικές για την εποχή του απόψεις, που αφορούσαν κυρίως το πως γράφεται και πως ερμηνεύεται η ιστορία (L’ écriture de lhistoire), κατ’ ουδένα τρόπον όμως το πως πρέπει να διδάσκεται η ιστορία στους μαθητές. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φορτώνουμε στους μαθητές μας τους προβληματισμούς του Certeau, καθώς επίσης και τους δικούς μας. Ας αφήσουμε για τους ειδικούς το «ξεμπάζωμα»(όρος του αειμνήστου Νεοκλή Σαρρή) της ιστορίας. Είναι εντελώς απαράδεκτο το να προσπαθούμε να ενσωματώσουμε τα ανωτέρω στην διδακτέα ύλη, αφαιρώντας συγχρόνως όλα εκείνα τα στοιχεία της ιστορίας που κάνουν τους μαθητές υπερηφάνους για την πατρίδα τους, δηλαδή τα στοιχεία που ο αείμνηστος δάσκαλος της ιστορίας Erneste Lavisse αποκαλούσε «Le roman national=το εθνικόν μυθιστόρημα». Βεβαίως ο Ernest Lavisse δεν υπάρχει πλέον και τα πράγματα στον τομέα της εκπαίδευσης έχουν αλλάξει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να φθάσουμε στο εντελώς αντίθετο άκρο, να αφαιρούμε εντελώς από τα σχολικά βιβλία το «roman national» και στην θέση του να βάζουμε παραδοξολογίες του τύπου «Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες… μπα μοναχός του τις υπόταξε;» (Από ένα ποίημα του Μπρέχτ), που συνιστά ένας από τους «αναθεωρητές» της διδασκαλίας της ιστορίας. Oπως και να το κάνουμε, προκειμένου περί της εθνικής ιστορίας κάθε λαού, το κάθε roman national είναι γεμάτο από ρομαντικά στοιχεία τα οποία είναι σταθερά προσκολλημένα στο συλλογικό ασυνείδητο και τα οποία πάντοτε βρίσκουν τρόπο να εξωτερικεύονται. Η στενή σχέση της ιστορίας με την ίδια την ύπαρξη ενός έθνους καθιστά αυτονόητο και το γιατί η ιστορία ως μάθημα ανήκει κατά παγίαν αντίληψιν εις τα λεγόμενα φιλολογικά μαθήματα. Μερικοί εκ των πολεμίων του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας μας διαμαρτύρονται, επειδή «η υπαγωγή της ιστορίας στην λογική του μαθήματος της γλώσσας, υποβιβάζει το μάθημα σε δορυφόρο του μαθήματος της γλώσσας». Οι ίδιοι ενοχλούνται σφοδρώς από «το μεγάλο ειδικό βάρος που έχει η γλώσσα στον εθνικό μας αυτοπροσδιορισμό(χρησιμοποιούν τον όρο γλωσσικό φετιχισμό) και στην εμπέδωση του ιδεολογήματος της συνέχειας μας ως έθνους». Υποστηρίζουν ότι δήθεν σημασίαν έχει μόνον το πνεύμα που διείπε όλες τις πράξεις και ενέργειες των προγόνων μας και όχι το γράμμα. Λησμονούν φαίνεται την μεγάλη και ιδιαίτερη συμβολική φόρτιση που έχει ο συνδυασμός του ιστορικού γεγονότος με τον τρόπο γλωσσικής εκφοράς του. Αραγε είναι δυνατόν να συγκριθεί από πλευράς βαρύτητος μια απάντηση ωσάν το «μολών λαβέ;» Ο.τι και να απαντούσαμε σήμερα, π.χ. «αν θέλεις έλα» ή «αν σου βαστάει έλα» ή «αν είσαι άντρας έλα» ή «έλα και θα δεις τι έχεις να πάθεις» κ.λ.π. δεν συγκρίνεται με την λακωνική απάντηση του Σπαρτιάτη βασιλέα. Κάθε φορά που αναφωνούμεν «μολών λαβέ» ουσιαστικώς ομιλεί ο Λεωνίδας και μαζί του όλη η Ελλάς. Κάθε φορά που συμβουλεύουμε «Ωφελέειν και μη βλάπτειν» ομιλεί ο ίδιος ο Ιπποκράτης, κάθε φορά που ομολογούμε «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ομιλεί το συλλογικό ασυνείδητο του λαού μας με τα υποτιθέμενα λόγια του Αθανασίου Διάκου κ.ο.κ. Υπάρχει άραγε ιστορικός που θα μπορέσει να περιγράψει λιτότερα και συγκλονιστικώτερα τα της μάχης του Μαραθώνος από τον Σιμωνίδη «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν»;

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Η «αλήθεια» για το 1821

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ 

Τα τελευταία χρόνια όλο και κάποιος «ευαίσθητος» ιστορικά αναλαμβάνει να μας ενημερώσει για τα λάθη, που ως Έλληνες κάνουμε, για «μύθους» στους οποίους πιστεύουμε, «προγονοπληξίες» και άλλα συναφή, και με πολύ ενδιαφέρον, για να μα μη ζούμε στον «κόσμο» μας, επιχειρούν να μας μάθουν το σωστό με λοβοτομή. Και όλοι λένε το ίδιο: «Δεν μας είπαν …», «Δεν μας δίδαξαν…», «Δεν ξέρετε …» ή και το ακόμη χειρότερο «Μας κρύβουν… ότι ετούτος ήταν έτσι, εκείνος ήταν αλλιώς». Βεβαίως υπάρχουν και εκείνες οι φωνές οι οποίες προσπαθούν να αποκαταστήσουν τις διαστρεβλωμένες αλήθειες ή τις γενικεύσεις, ο καθένας από το χώρο που γνωρίζει καλύτερα. Έτσι, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας δημοσίευσε απάντηση της Ελλαδικής Εκκλησίας, όσον αφορά στον κλήρο και τη στάση του στον Αγώνα του 1821, από τις στήλες αυτού του περιοδικού.

Εγώ δεν είμαι ούτε ιστορικός ούτε ιερωμένος, αλλά ως φιλόλογος εδίδαξα ιστορία στο σχολείο και από το σχολικό βιβλίο αντλώ τα αποσπάσματα, με τα οποία θα δώσω απάντηση σε όλους αυτούς που χαίρονται να απομυθοποιήσουν πρόσωπα και πράγματα, κομίζοντας γλαύκα στην Αθήνα με τις πληροφορίες που φέρνουν. Και χρησιμοποιώ το σχολικό βιβλίο, διότι εφόσον η παιδεία μας, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, είναι υποχρεωτική, όλοι οι Νεοέλληνες, τους οποίους αναλαμβάνουν οι αυτοχριζόμενοι διαφωτιστές τους να τους ενημερώσουν, έχουν διδαχτεί.

Από το βιβλίο των Β. Σκουλάτου – Ν. Δημακόπουλου – Σ. Κόνδη, Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, τεύχος β΄,  Γ΄ Λυκείου, Ο.Ε.Δ.Β. 1986, επιλέγω τα ακόλουθα:

1. «Οι Φιλικοί είχαν προσδιορίσει ως ημερομηνία έναρξης την 25 Μαρτίου 1821. Τα γεγονότα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Περί τα μέσα του Μαρτίου σημειώθηκαν σποραδικά επεισόδια εναντίον των Τούρκων. ...Συλλογικές επαναστατικές πράξεις: στα Καλάβρυτα 21 Μαρτίου, στη Μάνη 22, στην Καλαμάτα 23, στην Πάτρα 24/25 ...». (σελίδα 14). Τελικώς επελέγη η 25η Μαρτίου λόγω της εορτής του Ευαγγελισμού για να συμπέσει ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου με τον Ευαγγελισμό της Πατρίδας. 

Καταρρίπτεται λοιπόν ο μύθος ότι μας λένε «ψέματα» για την ημέρα της έναρξης.

2. Ο Παλαιών  Πατρών Γερμανός είχε τους ενδοιασμούς του, σχετικώς με την Επανάσταση, φοβούμενος μην πάθουν τα παλιά και εξηγεί λεπτομερώς (Οι δισταγμοί των προκρίτων τις παραμονές της Επανάστασης, σελ. 31). Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε ότι πολλοί Ιερωμένοι και Πρόκριτοι, επειδή ήταν ο πρώτος στόχος των Τούρκων σε περίπτωση ανταρσίας των υποδούλων Ελλήνων, ήταν κρυφά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. («Δοκιμασίες Προκρίτων και Αρχιερέων στις φυλακές της Τριπολιτσάς», στο  σχολικό βιβλίο σελ. 15, από το βιβλίο του Ιω. Ζαφειρόπουλου, Οι Αρχιερείς κι οι Προύχοντες, σ. 231-234).

Καταρρίπτεται και ο δεύτερος ότι ο Π. Π. Γερμανός ήταν αντίθετος και μας το κρύβουν.

3. Οι βιαιοπραγίες εναντίον των Τούρκων στην Τριπολιτσά (σελ. 17), αλλά και τα ανάλογα των  Ελλήνων από τους Τούρκους (σελ. 15-16). 30.000 έσφαξαν οι Τούρκοι στη Χίο. Βλέπε: Οι σφαγές της Χίου, Ανδρέα Μάμουκα, Διήγησις ενός Γραικού, σελ. σχολικού βιβλίου σελ. 18 και Η περιγραφή των σφαγών από έναν Τούρκο, Βαχίτ πασά. Απομνημονεύματα πολιτικά, σχολικό βιβλίο, σελ. 19.

Καταρρίπτεται και ο μύθος της ελληνικής συμπεριφοράς.

4. Ότι ο Αγώνας άρχισε από τους πλούσιους Εμπόρους και  καραβονοικοκυραίους του εξωτερικού είναι γνωστό και όχι από του αγράμματους και ταλαιπωρημένους υπόδουλους. Οι Φιλικοί και οι άλλοι Διαφωτιστές έφερναν τις ιδέες της Ευρώπης και τις κήρυτταν. Στρατολογούσαν μέλη. Άλλωστε, είναι γνωστό επίσης ότι όλες οι επαναστάσεις, και η Γαλλική που προηγήθηκε και η Ρωσική που ακολούθησε, έγιναν από τους αστούς. Ο λαός πάντα ακολουθεί.  Και δυστυχώς ακολουθεί και αιματηρός εμφύλιος μετά.

Κανείς δεν είπε ποτέ πως ο απλός λαός σήκωσε τα όπλα μόνος του, χωρίς να τον καθοδηγήσει κανείς (Φωτάκου Απομνημονεύματα, σελ. 80-81, σχολικό βιβλίο, σελ. 24).

5. Στα έσοδα του επαναστατημένου Έθνους ήταν τα «Πολεμικά λάφυρα και οι λείες πολέμου» και «όπως είναι φυσικό σε περιόδους επαναστάσεων, γινόταν περισσότερη διαρπαγή … (Τα Οικονομικά του Αγώνα, σελ. σχολικού βιβλίου 23), διότι αυτή ήταν η αμοιβή των αγωνιστών που είχαν αφήσει τις εργασίες τους  για να πάρουν μέρος στον Αγώνα.

Γνωρίζαμε λοιπόν και για  τις «λείες».

6. Οι «Κλέφτες» ήταν κλέφτες. Έκλεβαν από τους Τούρκους και όχι μόνο, κι έπειτα έβγαιναν στο βουνό. Εκεί επάνω ετοιμαζόταν η «παρακαταθήκη του εθνισμού και η ζύμη. Τέτοια ήταν και η γενιά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη» (Α. Βακαλόπουλου, Πηγές, σελ. 621-622, στο σχολικό βιβλίο σελ. 10). Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πήρε μέρος στην ένοπλη εξέγερση η οποία υποκινήθηκε από την Αικατερίνη Β' της Ρωσίας το 1770 και σκοτώθηκε μαζί με δύο αδελφούς και τον φημισμένο Παναγιώταρο στον πύργο της Καστάνιτσας από τους Τούρκους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης προσχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και στα 15 του έγινε καπετάνιος. Είχε πείρα και στη θάλασσα ως κουρσάρος και το 1805 πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Τον Ιανουάριο του 1806 βγήκε διάταγμα δίωξής του, οπότε κατέφυγε στα Κύθηρα και από εκεί στη Ζάκυνθο και το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Σχετικά με τα όσα «επέτρεψε» να γίνουν στην Τριπολιτσά, ας αναφέρουμε την ακόλουθη ρήση του:

 «Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: ‘‘Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί’’ και διέταξα και το έκοψαν», όχι μόνο το πλατάνι. Και βεβαίως δεν θα κατηγορήσουμε τον Κολοκοτρώνη για τίποτα, διότι αν μη αυτός ο Έλληνας δεν θα είχαμε τόπο να πατήσουμε εμείς σήμερα, όπως είπε ο Τερτσέτης στη μεγάλη δίκη.

Τα βιβλία, από τον καιρό που ήμουν μαθήτρια, αλλά και αργότερα που ήμουν καθηγήτρια μιλούσαν για όλα αυτά, των τελευταίων χρόνων με παραπομπές στις Πηγές ακόμα και τις αντίθετες, ελληνικές και ξένες.


Λοιπόν, τα βιβλία μας μάς λένε την αλήθεια. Υποχρέωσή μας είναι να τα διαβάζουμε και να ξέρουμε πως ετεροχρονισμένα σχόλια δεν επιτρέπονται. Κάθε πρόσωπο κρίνεται στο πλαίσιο της εποχής του, των ηθών και εθίμων, πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν. Αλλιώς αδικούμε και τα πρόσωπα και τον εαυτό μας. 

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση: ΟΙ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΖΗΜΙΕΣ ΕΝΟΣ ΣΟΛΟΙΚΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ

Ο λόγος για τον πρόσφατο πανηγυρικό εορτασμό στο Καθεδρικό Ναό Πειραιώς, της μνήμης των 383 Θεοφόρων Πατέρων της εν Κωνσταντινουπόλει επί Ιερού Φωτίου συγκροτηθείσης Συνόδου κατά τα έτη 879/880, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Τόμιδος Θεοδοσίου, Ιεράρχου του Πατριαρχείου Ρουμανίας. Μιας Συνόδου, η οποία, σύμφωνα με το σχετικό Ανακοινωθέν της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, «χαρακτηρίζεται υπό αγίων και εγκρίτων ειδημόνων ως Ογδόη (Η΄) Οικουμενική». 

Σκοπός του παρόντος σχολίου δεν είναι ποσώς ο σχολιασμός της αποφάσεως να πραγματοποιηθεί αυτός ο, άγνωστος μέχρι σήμερα στο Ορθόδοξο στερέωμα, εορτασμός. Περί αυτού εγράφησαν ήδη αρκετά, ώστε να παρέλκει οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση. Αν και κανείς μπαίνει στον πειρασμό να διερωτηθεί κατά πόσον οι «άγιοι και έγκριτοι ειδήμονες» περί των οποίων κάμει λόγο το Ανακοινωθέν, μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτούν Σώμα Συνοδικό, με εξουσία τού αναγνωρίζειν και ανακηρύσσειν ως «Οικουμενικήν», την ως άνω Σύνοδο. 

Το γραπτό αυτό, απλώς, αποσκοπεί στον σχολιασμό μιας κανονικώς χωλαίνουσας λειτουργικής πράξεως κατά τον εορτασμό, η οποία φανερώνει, αν μη τι άλλο, άγνοια ή αψηφισιά της ισχύουσας στην Ορθοδοξία Εκκλησιαστικής τάξεως. Πράγμα, όντως, παράδοξο σε μια Μητρόπολη όπου, από ετών, η αυστηρή και άκαμπτη προσήλωση στην καθεστηκυΐα κανονική τάξη και παράδοση της Εκ- κλησίας, αποτελεί το κυριώτερο χαρακτηριστικό της. 

Η λειτουργική παρατυπία για την οποία γίνεται λόγος, είναι η εκ μέρους του οικείου Ποιμενάρχου παραχώρηση, προφανώς αβροφροσύνης ένεκα, του Συνθρόνου του στον φιλοξενούμενο Ρουμάνο Ιεράρχη, τον και προεξάρχοντα της πανηγύρεως. Πράγμα το οποίο «εστί παράνομον και ως μοιχείαν χρη τούτο λογίζεσθαι», καθώς αποφαίνεται ο Β΄ Κανών της εν Μόσχα, το 1666 συνελθούσης Συνόδου, τη συμμετοχή των Πατριαρχών Αλεξανδρείας Παϊσίου και Αντιοχείας Μακαρίου. Καί τούτο διότι το Σύνθρονον, κατά τον ίδιον πάντοτε Κανόνα, «αυτός ο τόπος μονότατος του ιδίου Αρχιερέως Καθέδρα υπάρχει και καθολικός θρόνος εκείνου, και ως νύμφη αυτού νομίζεται....(ως εκ τούτου δε) άλλος Αρχιερεύς εις ξένην επαρχίαν και εις ουδεμίαν άλλην εκκλησίαν δύναται καθέζεσθαι ποσώς εν τη άνω Καθέδρα,... εις τον τόπον του ιερού τούτου Συνθρόνου». (Βλ. Καλλινίκου Δεληκάνη, Πατριαρχικών Εγγράφων τόμος τρίτος, εν Κωνσταντινουπόλει, 1905, σελ. 110 εξ.). 

Ενδέχεται ο τοιουτότροπος εορτασμός να είναι απόρροια του συχνάκις παρατηρουμένου φαινομένου στην Ελλάδα πολυ-Αρχιερατικών συλλειτούργων, επ' ευκαιρία εορταζόντων Ιερών Ναών ή ονομαστηρίων Αρχιερέων, όπου βλέπουμε τον οικείο Μητροπολίτη να ίσταται, μετριοφροσύνης ένεκα, στην τελευταία θέση και να προηγούνται αυτού ακόμη και ψιλώ τω τίτλω μιτροφορούντες Επίσκοποι. Η νεοφανής αυτή, όμως, και αδόκιμη συνήθεια, αποτελεί καταστρατήγηση της έννοιας του «Πρώτου» σε μια δεδομένη Μητρόπολη. Η κανονική και λειτουργική πράξη ορίζει όπως σε μία Αρχιερατική συλλειτουργία προεξάρχει μόνον ο Ποιμενάρχης της τοπικής Εκκλησίας, και ουδείς άλλος, ανεξαρτήτως ηλικίας ή πρεσβείων χειροτονίας. Συναφώς, και δια την ιστορίαν, θα ήταν ίσως χρήσιμο να αναφερθεί ότι κατά τον εορτασμό της 1500ης επετείου της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος, προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Θωμάς δεν συλλειτούργησε με τον Πατριάρχη, αλλά απλώς «ίστατο εν τω Παραθρονίω φέρων επανωκαλύμαυχον» (Βλ. Ορθοδοξία, 26, [1951] σελ. 481). Και τούτο διά τον λόγον ότι ένας Ποιμενάρχης στον εαυτού Καθεδρικό Ναό, και γενικά στην Επαρχία του, δεν μπορεί να είναι «συλλειτουργός», αλλά μόνο λειτουργός του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. 

Δεν ξέρω τι απόηχο είχε στον Ελλαδικό χώρο ο εν Πειραιεί εορτασμός. Μέχρι στιγμής, ολίγιστα εγράφησαν στον Τύπο. Εκείνο το οποίο γνωρίζω, όμως, είναι ότι ο προεορτίως πολυτρόπως διατυμπανισθείς εορτασμός της εν λόγω Συνόδου, προκάλεσε παράπλευρες ζημίες εκτός Ελλάδος. Συγκεκριμένα δε στη Ρουμανία, με θύμα τον ταλαίπωρο Αρχιεπίσκοπο Τόμιδος. Ο οποίος, άμα τη επιστροφή του οίκαδε, εδέχθη Πατριαρχική και Συνοδική μομφή για την απερισκεψία του να συμμετάσχει σε ένα αμφιλεγόμενο εορτασμό, με την προτροπή, μάλιστα, να μην προσκαλεί πλέον στην Επαρχία του Ελλαδικούς Θεολόγους, διότι «οι Ρουμάνοι δεν έχουν την ανάγκην Ελλήνων ζηλωτών προκειμένου να μάθουν τι εστί Ορθοδοξία». Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω! 

Συμπέρασμα; Καλοί οι πανηγυρισμοί, οι κορώνες και τα πυροτεχνήματα «κάτω στον Πειραιά». Ίσως εντυπωσιάζουν μερίδα του λαού. Ωστόσο, καταντούν προβληματικοί όταν προεκτείνονται πρός τα έξω. Διότι υπονομεύουν τις αγαθές σχέσεις της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος με τον λοιπό Ορθόδοξο κόσμο.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Ecumenical Patriarch Bartholomew: MOBILIZING ACTION FOR HUMAN DIGNITY, CITIZENSHIP AND SHARED WELL-BEING

Address to the 9th World Assembly of Religions for Peace
(Vienna, 22 November 2013)

How good and how pleasant it is for brothers and sisters to dwell together in unity.” (Psalm 133.1)

Your Beatitude;
Your Excellencies;
Your Eminences;
Distinguished guests;
Ladies and gentlemen;

On the occasion of the 9th World Assembly facilitated by Religions for Peace, we bring you greetings of love and peace from the Ecumenical Patriarchate, the first See of the Orthodox Church. We are honored to be with you in Vienna, and we give thanks to God for the opportunity to address this esteemed assembly.

We extend a sincere thanks to Dr. William Vendley, Secretary General, and the planning committee for inviting us to share our thoughts about working together for human dignity and peace. Before us we have an example of peace in the making: Religions for Peace and the King Abdullah International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue (KAICIID) have already demonstrated the ability to mobilize and collaborate to make this week of meetings a reality.

This inspires us to recall the wisdom of an ancient Psalm: “Behold, how good and how pleasant it is for brothers and sisters to dwell together in unity”! The ultimate goal of this assembly is to create a new paradigm to embrace the essence of peace and unity, which exists in all of humanity. Indeed, “how good and pleasant” that day will be when we experience such fellowship, where everyone will be free to worship God in their own way. Let us leave this place today and walk the path toward that peace.

Last November, we took a step along that path when we were gathered in this very city for the inauguration of the King Abdullah Bin Abdulaziz International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue. Looking back today, there have been many accomplishments on our journey toward peace since that gathering. Furthermore, just a few weeks after our address in Vienna last year, we released an encyclical calling for 2013 to be the “Year of Global Solidarity.” The need to do so was increasingly clear:

We discriminate against one another by means of fanaticism with regard to religious and political convictions, by means of greed in the acquisition of material goods, and through expansionism in the exercise of political power. These are the reasons why we come into conflict with one another.

We are not the first generation of humanity to face such challenges. In 313 of the Christian Era, emperors Constantine and Licinius met face-to-face for a dialogue on the injustice of persecuting minority religions. Three centuries of murder and discrimination had become detrimental to all peoples living in those societies. As a result, the Edict of Milan was signed into law, granting freedom of religion to all members of their respective communities. The document itself tells us the story behind its creation: “. . . for the sake of peace in our times, that each one may have the free opportunity to worship as one pleases; this regulation is made that we may not seem to detract from the dignity of any religion . . .”

“For the sake of peace in our times,” we too call for the “free opportunity to worship” as one pleases. This fundamental human right is the cornerstone for building solidarity between peoples and nations. It is the most essential element for building peace. We must allow individuals to worship God freely and without reprisals. We cannot pretend that we respect the dignity of another human being, if we do not allow them to worship God peacefully.

Seventeen centuries have come and gone since the Edict of Milan was enacted. Yet, unfortunately, the world remains vulnerable to the same temptation of denying others their basic human right of freedom of worship. In recent months, the intensity and frequency of persecution against minority faiths has increased in virtually every corner of the planet.

Certainly, demands for tolerance from all religious leaders and peoples are needed; however something more remains: namely, loving our neighbor. Merely tolerating one another only further emphasizes the pervasive goal of dominance. If one must tolerate the other, the one tolerated is viewed as less valuable than the one who tolerates. This is a great deception and danger. We believe that religious leaders must move . . . beyond mere tolerance . . . to love. When we embrace and welcome ‘the other’ with genuine concern and love – as if ‘the other’ is our very own neighbor and our very self! – then we have the foundation for creating lasting peace in the world.

To love another is to welcome them into your life and ‘home.’ To love another is to prevent their harm through discrimination and contempt. It is to end aggression and war. When our ‘enemy’ becomes important and invaluable to us; when our ‘enemy’ is regarded as a reflection of ourselves, we no longer face an enemy, but a neighbor, a friend, an ally. When neighbors join together to seek the benefit of ‘the other,’ we begin to live in solidarity with all humanity.

Daily news reports would lead us to believe we have nothing but ‘enemies.’ However, there are glimmers of hope that have emerged this year, in spite of the great difficulties that have been presented. For example, this year, the King Abdullah Bin Abdulaziz International Centre for Interreligious and Intercultural Dialogue has begun a process of examining the “Image of the Other” through regional workshops. These workshops have explored shared values and best practices for educating people about dialogue and peace. This flagship program will be continued in the coming years.

Moreover, this past March, an outstanding effort towards protecting vulnerable children in Uganda was undertaken through a strategic partnership between KAICIID and Religions for Peace. This effort is literally saving the lives of Uganda’s children through basic nutrition and health education. We are all sharing in the well-being of Uganda when we care for her children.

In April of this year, Religions for Peace convened a meeting of diverse Syrian religious leaders, who established a Religions for Peace Council in Syria. This was a courageous step initiated in a place where peace is so grievously threatened.

In September, His Holiness Pope Francis called a peace vigil for the nation of Syria to call attention to the strife and bloodshed there. He reminded the nations “War always marks the failure of peace, it is always a defeat for humanity.”

And today, we are gathered here, together again, in this city. We are shoulder-to-shoulder, standing for those things we believe in, and calling for a new way of loving our neighbor. As we closed our encyclical last December, declaring 2013 as the Year of Global Solidarity:

Let us encourage one another during this Year of Global Solidarity to make every conscious effort – as individuals and nations – for the reduction of the inhumane consequences created by the vast inequalities as well as the recognition by all people of the rights of the weakest among us so that everyone may enjoy the essential goods necessary for human life. Thus, we shall indeed witness – at least to the degree that it is humanly possible – the realization of peace and good-will on earth.

Therefore, thanks be to God who created humanity with the capacity to live in peace. May we all find this peace in our hearts and share it with the world. We must not cease and cannot be defeated in our efforts to secure human dignity and advocate the well-being of all our neighbors in the world.


God bless you all.

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου: ΤΟ ΑΠΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ

Όταν την «Χρυσή Αυγή» την χαρακτήριζα «μαύρη νύκτα» δεν έψαχνα να βρω δύο λέξεις για να εντυπωσιάσω. Χρησιμοποίησα δύο λέξεις με στόχο να αποδώσω με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια αυτό που έβλεπα τότε με βάση την ιδεολογία, τις πρακτικές καθώς και την συνολική εμφάνιση του νεοναζιστικού μορφώματος, όσον αφορά την πραγματική ταυτότητά του και στάθηκα ιδιαίτερα απόλυτος και αυστηρός, όσον αφορά κάθε εναγκαλισμό της Χ.Α. από χριστιανό ή ιερωμένο. Τότε κάποιοι θεώρησαν υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς μου, νομίζω πλέον ότι κανείς δεν αμφιβάλλει για την ακρίβεια των λέξεων. Πιθανώς όμως και αυτές ακόμη οι λέξεις σήμερα να υπολείπονται πλέον της αληθείας γιατί η δολοφονία, πρώτον εν ψυχρώ και δεύτερον κατόπιν εντολής, δεν παραπέμπει μόνο στην νύκτα, αλλά κυρίως στην κόλαση. 

Υπάρχει κάτι που με τρομάζει πιο πολύ από το έγκλημα. Είναι ο τρόπος του εγκλήματος. Η ψυχρότητα της εκτέλεσης. Ούτε ένα δάγκωμα της ψυχής, ούτε ένας προβληματισμός της τελευταίας στιγμής, ούτε η παραμικρή νύξη της συνείδησης, ενός υποτιθέμενου φιλήσυχου πολίτη; Ποια λοιπόν είναι η οργάνωση και πόσο κολασμένη είναι, που μπορεί να κάνει ένα «φιλήσυχο» πολίτη σε αδίστακτο εγκληματία; Το έγκλημα ήταν αποτέλεσμα μιας λεηλατημένης από κάθε αξία και ισοπεδωμένης ψυχής ή ήταν καρπός ενός φόβου απέναντι σε εκείνους που τον διέταξαν να σκοτώσει; Με την ύπαρξη τόσων ντοκουμέντων και μαρτυριών για τη σχέση του με την εγκληματική οργάνωση η προσπάθεια να παρουσιασθεί ότι έχει χαλαρή σχέση μήπως και αυτή είναι αποτέλεσμα μιας εντολής η και ενός φόβου για την δική του την ζωή; Αλλά και η γελοία προσπάθεια των βουλευτών της Χ.Α. να αποτινάξουν από πάνω τους και τον άνθρωπο και το έγκλημα δεν οδηγεί τον ταλαίπωρο και δυστυχή εγκληματία να καταλάβει ποια τύχη τον περιμένει και τον ίδιο; 

Και τα ερωτήματα συνεχίζονται: Άργησε η πολιτική ηγεσία να αντιληφθεί τι είναι η Χρυσή Αυγή ή σιώπησε εν γνώσει της, έχοντας άλλες σκέψεις στο πίσω μέρος του εγκεφάλου της; Αν άργησε, τότε είναι επικίνδυνη για τον τόπο λόγω αδυναμίας και ανικανότητος να συλλάβει την κρισιμότητα των στιγμών και να αξιολογήσει τα δεδομένα. Αν σιώπησε ένοχα γιατί νόμιζε ότι μπορεί να διαχειρισθεί το πρόβλημα, τότε θυσιάζει την πατρίδα στα πολιτικά της παιγνίδια. Έπρεπε να φθάσουμε στο αίμα για να καταθέσει ο Υπουργός όσα κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου; Αυτά δεν ήταν γνωστά; δεν ήταν δεδομένα; καθ’ εαυτά δεν συνιστούσαν αδικήματα; είχαν αντιμετωπισθεί σαν αδικήματα; Αυτά δεν έδειχναν ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση; Τις ορδές των βαρβάρων δεν τις έβλεπαν; Τις εικόνες των σύγχρονων ΕΣ-ΕΣ που γυρνούσαν στους δρόμους για να τρομάξουν τους Έλληνες δεν τις είχαν δει; Αυτές οι εμφανίσεις οι ομαδικές και ο τρόπος τους, δεν πιστοποιούσαν ότι πρόκειται για παραστρατιωτική οργάνωση. Η διαφαινομένη αποφασιστικότητα του Υπουργού και της Πολιτείας θα έχει συνέχεια και συνέπεια η είναι ένα πυροτέχνημα λόγω του εκτάκτου των γεγονότων; Βλέπετε δεν μας έχει πείσει η πολιτική ηγεσία ότι μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη. Πόσες φορές ακούσαμε από υπεύθυνα, υποτίθεται, πολιτικά χείλη ότι «το μαχαίρι θα φθάσει στο κόκκαλο», αλλά αυτό δεν ακούμπησε ούτε το δέρμα; Το ακόμη θλιβερότερο. Η διχοστασία της πολιτικής ηγεσίας και η απουσία καθαρού πολιτικού λόγου, η αδυναμία συνεννόησης σε μια τόσο κρίσιμη ώρα, δείχνει μια πολιτική ηγεσία ανάξια της πατρίδος και των περιστάσεων. 

Ευρισκόμενος αυτές τις ημέρες εις την πατρικήν οικίαν λόγω ασθενείας άκουσα τον αρχηγίσκο του ναζιστικού μορφώματος να μιλάει με τόση αηδία για το Κοινοβούλιο και για το πολίτευμα, με το γνωστό του χιτλερικό παραλήρημα. Διερωτώμαι: Δεν τον άκουσε κανένας εισαγγελικός λειτουργός. Δεν συνιστούν οι λόγοι του προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος; Ποια αγωγή δίνει στα νέα παιδιά, τα οποία στερημένα ουσιαστικής παιδείας και από το σχολείο και από την οικογένεια γίνονται μα άμορφη μάζα από την οποία θα επιλέγονται οι αυριανοί εκτελεστές; 

Δυο λόγια ακόμη γι’ αυτούς που ψήφισαν τον Ναζισμό. Ίσως δεν ξέρατε. Ίσως παρασυρθήκατε; Τώρα καταλάβατε; Τώρα ξυπνήσατε; Τώρα δεν μπορείτε να επικαλείσθε ούτε την άγνοια, ούτε την διαμαρτυρία, ούτε την απόγνωση. Μεγαλύτερη απόγνωση από το Ναζισμό δεν υπάρχει. Αλλιώς ετοιμασθείτε να κλάψατε και το δικό σας το παιδί! Γιατί ο Ναζισμός δεν έχει φίλους, έχει μόνον θύματα.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Συρία 2013: Θάνατος και Φαυλοκρατία

Αποκλειστικό άρθρο γνώμης του RONI BOU SABA


“καὶ ἐπέπεσε πολλὰ καὶ χαλεπὰ κατὰ στάσιν ταῖς πόλεσι, γιγνόμενα μὲν καὶ αἰεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ”  ουκ. Γ’. 82]

Στη θέα της ανθρώπινης κατάπτωσης στην Συρία είναι δύσκολο κανείς να μιλήσει. Από πού να ξεκινήσει; Πώς να αρθρώσει λόγο και τι να πει, αφού όσο μελάνι και να χυθεί δεν αξίζει μια σταγόνα αίματος από τις τόσες πολύτιμες που χύνονται κάθε μέρα στη Συρία.
Όταν κυλάει το αίμα στους δρόμους κηρύττεται η αποτυχία της πολιτικής. Η κρίση πλέον δεν είναι πολιτικής φύσεως, ούτε η λύση μπορεί να είναι πολιτικής τάξεως. Η ανθρωπιστική κρίση απαιτεί ανθρωπιστική λύση. Η Συρία εδώ και δύο χρόνια είναι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. Εδώ και σαραντατρία (43) χρόνια κυβερνάται από την ίδια οικογένεια. Εδώ και 43 χρόνια εκκρεμεί η δημοκρατία. Και όταν φάνηκε ότι υπάρχει δυνατότητα εκδημοκρατισμού της χώρας, έπεσαν τα κοράκια να πνίξουν το έμβρυο της δημοκρατίας. Ανακατεύτηκαν Αμερική, Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ιράν, και πρωτίστως οι αδελφοκτόνοι Άραβες του Κόλπου. Ανακάτεψαν οι πολεμιστές ο καθένας τον Θεό του, και φαντάζονται ότι μάχεται μαζί τους ένα ολόκληρο πάνθεον. Αντί το ζητούμενο να είναι ο ταχύτατα απαιτούμενος εκδημοκρατισμός της Συρίας, έγινε όλων το μέλημα η ανάληψη ή η διατήρηση της εξουσίας. Οι αντικαθεστωτικοί χωρίστηκαν σε μικρές αντιμαχόμενες ομάδες που διαπράττουν των τεράτων τις βιαιότητες. Το καθεστώς διατείνεται ότι προστατεύει τον λαό από τους τρομοκράτες. Και το αίμα συνεχίζει να κυλάει, την ώρα που ο καθένας δικαιολογεί στον εαυτό του τα δικά του εγκλήματα.
Είναι πλέον ολοφάνερο και ξεκάθαρο ότι ο εμφύλιος στη Συρία είναι μια «με το γάντι» εκδοχή του Ψυχρού Πολέμου, και βασιλική οδός για την επιστροφή στο διπολικό παγκόσμιο σύστημα που είχε καταρρεύσει το 1989 με την διάλυση της ΕΣΣΔ. Και αυτό αποδεικνύεται καθημερινώς από το γεγονός ότι απομακρύνει η Ρωσία -σταδιακά- τις ΗΠΑ από την εισβολή στη Συρία.  Αυτό σημαίνει ότι ουδεμία θέση έχει ο εκδημοκρατισμός της Συρίας στην πρακτική όλων των εμπλεκόμενων στον πόλεμο. Συν το γεγονός ότι διακρίνει κανείς δυο επίπεδα πολέμου: το ένα είναι παγκόσμιο και κινείται με στόχο την αύξηση της διεθνούς ισχύος των Αμερικανών από τη μία και των Ρώσων από την άλλη. Και το άλλο εγχώριο όπου οι θρησκευτικές και εθνικές ομάδες αλληλοσφάζονται  και αλληλοδιώκονται.
Έτσι η κατάσταση συνεχίζεται φαυλεπίφαυλα, και οι αδύναμοι την πληρώνουν με θάνατο, με πείνα, ή με προσφυγιά. Ο πόλεμος δεν θα σταματήσει, όσο η φύση των ανθρώπων δεν αλλάζει, όπως λέει ο Θουκυδίδης. Ο Θεός είναι μέρος του πολέμου στη Συρία. Οι άνθρωποι επίσης. Ζητείται σταυρός και εξιλαστήριο θύμα. Θα ανέβει κανείς;


Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης Παύλου: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΗΘΗ ΕΠΙΘΕΣΗ


Μιά ήθης, ναίτια καί προσδόκητη πίθεση εδε τό φς τς δημοσιότητος τόν περασμένο μήνα. πιστρέφοτας πό τήν πανήγυρη τς γίας Μαρίνας στήν στορική κωμόπολη το Τσοτυλίου καί νοίγοντας τό διαδίκτυο εδα ξαφνικά τήν φωτογραφία μου δίπλα στόν Σεβ. Καλαβρύτων μέ τίτλο τήν δήλωσή του «τό φος το Μητροπολίτη Σιατίστης δέν ταιριάζει σέ ρθόδοξο εράρχη». ναφερόμενος δέ στό πρόσωπό μου λέγει: «τώρα τελευταα χει πυκνώσει τίς μφανίσεις του στά ΜΜΕ π’ που εκαίρως καίρως προβάλλει τίς ριστερόστροφες πόψεις του».
Γνωρίζω καλά τι πίθεση ατή εναι σχεδιασμένη πό καιρό. Φίλος του εράρχης καί μάλιστα σέ ερή ρα μο επε: «πό τόν Καλαβρύτων θά τήν βρες» Τώρα καταλαβαίνω τήν σημασία τν λόγων κείνων πού ταυτόχρονα φανερώνουν τόν σχεδιασμό τς πόθεσης.
Δέν φανταζόμουνα ελικρινά τι θά όρταζε τήν πέτειο τς ες πρεσβύτερον χειροτονίας του κάνοντας σπονδή στήν Χρυσή Αγή μέ τήν πίθεσή του στό πρόσωπό μου, γιατί πί τς οσίας περί ατο πρόκειται. ν δέν μέ πατ μνήμη μου στά ΜΜΕ εχα καί τότε καί χω κάτι μνες νά μφανιστ καί ατό εναι πιλογή μου, γιατί προσκλήσεις δέχθηκα. Νομίζω τι εναι πρίν πό τό Πάσχα, άν καί ατό δέν χει τελικά τόση σημασία. Λίαν λοιπόν βραδυφλεγής κρηξή του, κτός τόπου καί χρόνου, λλά καί λίγον προβοκατόρικη, γιατί μλλον μέ τήν πίθεσή του θέλησε νά μέ σπρώξει νά ξαναβγ. Παρόλο πού δέχθηκα πολλές πιέσεις καί μάλιστα μέ φορμή τήν πίθεσή του ατή παρέμεινα σιωπηλός γιατί εχα πολύ σοβαρότερα πράγματα νά κάνω. μουν σέ Κατασκήνωση καί θεώρησα τι τό ργο ατό καθώς καί ρχόμενος Αγουστος μέ τίς ερές παρακλήσεις ταν πολύ πιό σημαντικά.
Σκέφθηκα πάρα πολύ ν θά πρεπε νά παντήσω. Καί άν πίθεση ατή φοροσε μένα προσωπικά δέν θά παντοσα οτε τώρα. μαθα πολύ νωρίς νά μήν φοβμαι τήν μφισβήτηση. ντίθετα τήν θεωρ τεκμήριο τς λευθερίας « Χριστός μέ λευθέρωσε». Πολλοί πιχειρον νά λέγξουν τήν κκλησιαστική μας ζωή, λλοτε μέ τόν φόβο, λλοτε μέ τήν πειλή το διασυρμο καί τά τοιατα. Εναι λοι κενοι τούς ποίους φορ τό γραφικό λόγιο: «λλ’ρχεται ρα ν , πς ποκτείνας μς δόξη λατρείαν προσφέρειν τ Θε».
Εχα μως καί τήν μεγάλη εκαιρία στό βιβλίο τς Γ Λυκείου τς χρονις πού τελείωσα τό Λύκειο νά περιέχεται τό ποίημα το Κίπλιν τό γνωστό «ν». Μο ντυπώθηκαν τρες στροφές:
«ν μπορες νά κρατιέσαι νηφάλιος σάν λοι τριγύρω τά χουν χαμένα καί φταίχτη σέ κράζουν γιά τοτο.
ν μπορες μιάν λήθεια πού λές νά τήν βλέπεις νά γίνεται γιά νόητους παγίδα.
ν μπορες νά συναντήσεις στό διάβα σου τόν παινο καί τήν καταφρόνια καί νά φερθες σ’ ατούς τούς δυό κατεργάρους λοδια… τότε πιά γινες νδρας παιδί μου (λέει Κίπλιν)  τότε γινες λεύθερος δελφέ μου, λέγω γώ σήμερα».
λα ατά λοιπόν χουν μπεδωθε καλά μέσα μου καί τσι μαθα πό πολύ νωρίς νά χορεύω στό δικό μου ρυθμό, στό ρυθμό τς πίστης μου, στό ρυθμό τς εθύνης μου ς ρθοδόξου εράρχου καί χι στό ρυθμό τν θνικοθρησκευτικν παραγγελμάτων κανενός.  Ατή τήν φορά μως Σεβασμιώτατος χει καί  ριστεροδέξιο ψάλτη τόν κ. Σωτηρόπουλο καί θέλω καί σέ ατό τό σημεο νά πισημάνω κάτι.
Φαίνεται τι τελευταος τακτοποίησε λα τά το οκου του, τήν κκρεμότητά του πέναντι στήν κκλησία, ποία τόν χει φορίσει, τό κατάντημα τς ργανώσεως στήν ποία νκε, που πλέον ο πρώην «ν Χριστ δελφοί» λύνουν τίς διαφορές τους στά δικαστήρια καί χι διά το Εαγγελίου. Δέν κατάλαβε, καίτοι Θεολόγος, τι λα ατά τά καμώματα εναι ργα χειρν νθρώπων καί γι’ατό διελύθησαν καί βρκε στάδιο δόξης λαμπρόν νά κατατροπώσει τόν χθρό τς κκλησίας καί τς Πατρίδος, χι βέβαια τόν παγανισμό τς Χ.Α., ατόν τόν περασπίζεται μέ πάθος καί πολλή ποκρισία, λλά τόν Μητροπολίτη Σιατίστης. Τί νά κάνουμε, καθένας δίνει ,τι χει.
Σεβ. Καλαβρύτων τόν τελευταο καιρό, καί διαιτέρως πό τό Συνέδριο «κκλησία καί ριστερά» μέ κατηγορε γιά ριστερόστροφες πόψεις καί κόμη καθαρώτερα γιά ριστερό καί μάλιστα μέ κόκκινη δική του πογράμμιση. Στήν ρχή μέ ξέπληξε, σήμερα πλέον δέν μέ κπλήσσει καί διαίτερα μετά τόν τρόπο πού μεταχειρίσθηκε τόν Σεβ. Μητροπολίτη Μαρωνείας κ. Παντελεήμονα. Τόν νέον ατόν εράρχη τόν διέσυρε πανορθοδόξως μέσω τς στοσελίδας του καί τόν κατήγγειλε στή ερά Σύνοδο, τι στήν θιμοτυπική πίσκεψη του στόν Μουφτ τς Κομοτηνς το πρόσφερε ς δρο να Κοράνιο. Οδέν ψευδέστερον τούτου. Μητροπολίτης Μαρωνείας πρόσφερε μόνον τό ναμνηστικό τς νθρονίσεως του. μεινε φωνος νέος Μητροπολίτης πό τήν ήθη ατή πίθεση. πνευματικός του πατέρας Μητροπολίτης Ξάνθης νημέρωσε τόν Σεβ. Καλαβρύτων διά τό ναληθές τς καταγγελίας, λλά οτος σιώπησε. Δέν διόρθωσε τό σφάλμα του, δέν διεκήρυξε τό λάθος του, δέν μολόγησε πό τήν στοσελίδα του τήν πλάνη του, δέν πεκατέστησε τόν διασυρθέντα νέο Μητροπολίτη. Καί προφανς «ν καθαρ τ μαρτυρί τς συνειδήσεως του» συνέχισε τήν ρχιερατική του διακονία. Τί νά περιμένω λοιπόν γώ διά τόν αυτό μου πού τόλμησα καί θιξα τά σια καί τά ερά, δηλαδή τά νόσια καί τά νίερα τς Χρυσς Αγς, ατς τς «γλυκεις λπίδας» το Μητροπολίτου Καλαβρύτων.
ς ξεκαθαρίσουμε λοιπόν μερικά πράγματα:
            Δέν πρξα ποτέ ριστερός, πως δέν πρξα καί ποτέ δεξιός. νοιωσα πό πολύ νωρίς τι κκλησία το Χριστο καί ερωσύνη μου μέ κάλυπταν ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Εγνωμον τόν Θεό καί τόν Μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό ΝΙΚΟΛΑΟ πού  μο δωσε τήν ελογία νά διακονήσω τήν κκλησία πί 25 χρόνια στό Μαντούδι τς Εβοιας, τήν μεγάλη ργατούπολη τότε. πέκτησα μιά πολύτιμη μπειρία. πό τότε, πρίν πό 40 χρόνια περίπου διεκήρυξα τι τό Κεφάλαιο καί Μαρξισμός ταν ψεις νός καί το ατο νομίσματος, τς ξουσίας καί τς κμετάλλευσης τν πολλν πό τούς λίγους. ριστερά πρόσφερε τό δεολογικό θεμέλιο, τήν ρνηση τς θεοείδιας το νθρώπινου προσώπου, μετατρέποντας τόν νθρωπο σέ ραο ζο τό ποο χρειαζόταν περισσότερο σανό, καί τό Κεφάλαιο φάρμοζε τήν θεωρία τς ριστερς στήν πράξη ντιμετωπίζοντας καί κμεταλλευόμενο τόν νθρωπο σάν ζο. Σάν χειριστή, σάν μπαζαδόρο, σάν ργάτη, λλά χι σάν νθρωπο. Τά λεγα λα ατά πρίν 40 περίπου χρόνια, πρτον γιατί τά βλεπα καί δεύτερον στάμενος πί το δάφους τς κκλησίας. λόγος τς κκλησίας εναι πέρα πό κάθε νθρώπινη δεολογία, ντιμετωπίζει μέ πληρότητα λα τά νθρώπινα θέματα. Καλύπτει τήν νθρώπινη ξιοπρέπεια. Δέν χρειάζεται δεκανίκια. λόγος τς κκλησίας πειδή εναι θεολογικός, εναι βαθύτατα πολιτικός καί γι’ατόκαλύπτει καί ρμηνεύει τή ζωή. Μέ βάση ατό τό λόγο σκησα τότε σκληρή κριτική καί πρός τίς δύο πλευρές. Κάποιοι βέβαια τότε μεριμνοσαν καί τύρβαζαν γιά λλα. γραψα μάλιστα τότε πέντε ρθρα μέ θέμα «κκλησία καί Πολιτική» τά ποα θά παναδημοσιεύσω γιά νά διαπιστώσουν μερικοί πό πόσο παλιά εχα πε ατά πού μέ ρωτον σάν σύγχρονοι εροεξεταστές γιατί δέν τά λέω.
πό τότε μέχρι σήμερα δέν χω λλάξει. Τό τι σήμερα εμαι πίσκοπος τς κκλησίας εναι μιά πραγματικότητα πού μέ κάνει νά νιώθω πόλυτη πληρότητα καί δέν χρειάζομαι δεκανίκια δεξιά ριστερά. Θέλω κόμη νά π στόν σεβ. Καλαβρύτων καί στίς συνακολουθοσες ατ φυλλάδες τι στήν εραρχία δέν πάρχουν ριστερούληδες. ριστερούληδες εράρχες πάρχουν στήν κακότητα τς καρδίας τους. ‘Υπάρχουν μως δεξιούληδες πού δέν τούς φθάνει λόγος τς κκλησίας καί φρονον τι χρειάζεται θνικοθρησκευτκή ποστήριξη. Τό νά διαλέγομαι καί μέ ριστερούς εναι ποιμαντική μου ποχρέωση, τό νά μή διαλέγομαι μέ κάποιους γιατί εναι ριστεροί, ατό σημαίνει τι δέν εμαι εράρχης, λλά κομματάρχης καί ντί νά θέτω τόν αυτό μου στήν διακονία τς σωτηρίας τν δελφν μου τόν κάνω κομματάρχη μις δεολογίας. ν λοιπόν πιστεύετε τι μόνο ο ριστεροί εναι ο κακοί, τότε θά σς θυμίσω τι Χριστός μο επε, τι δέν λθε νά καλέσει τούς δικαίους, λλά τούς μαρτωλούς σέ μετάνοια. Εχαριστ δέ «τ Θε μου» διότι μέ τήν ταπεινή μου διακονία ες τό Μαντούδι, λλά καί λλαχο πολλοί, τούς ποίους μες μέ τά καμώματα μας τούς εχαμε διώξει πό τήν κκλησία, ξαναβρκαν τό δρόμο τους.
ποιος ρμηνεύει δεξιόστροφα τόν εαγγελικό λόγο εναι λογικό ποιον βρίσκεται στόν καθαρό εαγγελικό δρόμο νά τόν θεωρε ριστερό.
λα μου τά πιχειρήματα καί ο ποιες τοποθετήσεις μου στηρίζονται στό Εαγγέλιο καί μόνο. Τό λέει μως Γραφή καί τό νιώθω μέσα μου λη ατήν τελευταία περίοδο. «λλ’ρχεται ρα να πς  ποκτείνας μς δόξ λατρείαν προσφέρειν τ Θε».
«Τό φος το Μητροπολίτου Σιατίστης δέν ταιριάζει σέ ρθόδοξο εράρχη» σχολιάζει Σεβ. Καλαβρύτων. Δέν προσπάθησα ποτέ νά χω κάποιο «φος», προσπάθησα πάντα νά εμαι πλός, εθύς καί κατανοητός. Θά φήσω ναν νθρωπο πού πό παιδί γωνίζεται νά ζήσει στήν κκλησία νά μιλήσει. Στό μήνυμα του μο γραφε: «Σς εχαριστομε, Σεβασμιώτατε, γιά τόν πόλυτα καθαρό σας λόγο». Τέτοια μηνύματα πρα πολλά μέ νάλογο περιεχόμενο καί μέ πιμονή «στόν καθαρό λόγο». Δέν ταιριάζει λοιπόν σέ ρθόδοξο εράρχη καθαρός λόγος; Ποιός ταιριάζει; ατός πού λέει καί στό σκύλο καλησπέρα καί στήν γάτα bonsoir; Ταιριάζει λόγος το κ. Σωτηρόπουλου πού δέν εναι εχαριστημένος μέ κανένα κόμμα, λλά μνε τήν Χ.Α.; Δέν καταλάβατε τι ο δικοί μας άνθρωποι μς γύρισαν τήν πλάτη ξ ατίας τς διγλωσσίας μας; Ποιό εναι ραγε τό κριτήριο το Μητροπολίτου Καλαβρύτων γιά τήν ποιότητα το ρθοδόξου φους γιά να εράρχη;
ς λθω μως γιά λίγο καί στό κείνεμο το κ. Σωτηρόπουλου. νας τίτλος πού θά ταίριαζε σέ ατό τό κείνεμο θά ταν: «πόπειρα θεολογικς κάλυψης το Παγανισμο τς Χρυσς Αγς» γιατί ατό στήν οσία κάνει πιχειρώντας μέ να δικανισμό καί να σχολαστικισμό νά δικαιώσει τήν Χ.Α καί νά κυρώσι τόν δικό μου λόγο.
Γράφει λίαν ποκριτικά καί φαρισαϊκά κ. Σωτηρόπουλος:
«Δέν θά ναλάβωμε τήν περάσπιση τς Χ.Α». Μς πείσατε σίγουρα!!! καί παρακάτω: «Κανένα πολιτικό κόμμα δέν μς νθουσιάζει, διότι κανένα δέν εναι χριστιανικό. ν θέλει τό Κόμμα τς Χρυσς Αγς νά βοηθήσει στήν νέλκυση τς λλάδος πό τόν πυθμένα το κεανοφείλει νά διορθώσει μερικές ντιλήψεις  καί ρισμένα σφάλματα. Τότε πως επεν Σεβ. Μητροπολίτης Καλαβρύτων κ. μβρόσιος, εράρχης δυναμικός, Χρυσή Αγή θά εναι μιά λπίδα γιά τό θνος μας» Βλέπετε παγανισμός, ρατσισμός καί Ναζισμός εναι πλές ντιλήψεις, κατά τόν κ. Σωτηρόπουλο καί χι νεπίτρεπτες κδοχές!!!
Κατά τά λλα δέν θά ναλάβει τήν περάσπιση τς Χ.Α.! Θά τρελαθομε στό τέλος. Τόση ποκρισία, τόσος ποταπός φαρισαϊσμός, τέτοιος κουτοπόνηρος λόγος εναι χριστιανικός στοιχειωδς ντικειμενικός; να «οαί μν» θά ταν τό πιό κατάλληλο σχόλιο γιά τήν περίπτωση!!! στε περιμένει νας πίσκοπος τς κκλησίας καί νας «βαθύς γνώστης τς θεολογικς γνώσεως» τήν σωτηρία τς ρθοδόξου λλάδος πό τόν Παγανισμό ( γιά νά φήσω λίγο ξω τό Ναζισμό); Βελτιώσεις πρέπει νά κάνουν ο τς Χ.Α  νά νατρέψουν τελείως τό σαθρό οκοδόμημά τους; πιδέχεται βελτιώσεις Παγανισμός; Μπορε Παγανισμός νά εναι « γλυκειά λπίδα» τς ρθοδόξου λλάδος; χετε διαβάσει τά κείμενα τς Χ.Α; Ποτέ δέν ρνήθηκαν τήν ταυτότητα τους. χετε διαβάσει σα σχάτως καί πρός τιμήν καί παινον του χει ποκαλύψει Σεβ. Πειραις γιά τήν ταυτότητα τς Χ.Α.. Σέ δικό τους κείμενο παραδέχθηκαν τι νέβηκαν στό βουνό γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό-λιο καί περασπίσθηκαν τήν πράξη τους. Θά στείλετε καί τά δικά σας παιδιά νά κάνουν τό διο; Γιά ποιά βελτίωση λοιπόν μιλτε;
Πρίν κόμη Χ.Α μετεξελιχθε σέ κόμμα σέ μία πό τίς Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις εχε ναφερθε καί ξηγηθε Παγανιστική ταυτότητα τς Χ.Α. δική μου ντίδραση ταν σαφής γιά σους ξέρουν καί διαβάζουν. «Δέν μπορε μιά παγανιστική ργάνωση σήμερα κόμμα νά θεωρηθε ς προστάτης το Χριστο καί τς κκλησίας. Σέ μιά τέτοια προοπτική θά λειτουργήσει ς δούρειος ππος γιά τήν κκλησία» Εναι λοιπόν λάθος μιά τέτοια τοποθέτηση; Εναι ριστερόστροφη μιά τέτοια τοποθέτηση; Συμφωνετε σες σ’ατό πού ζητ Χ.Α γιά νά δώση τόπο στήν κκλησία, δηλαδή τό νά γίνει κκλησία τς λλάδος μιά «’Εθνική κκλησία»; Στό νομα λοιπόν τς σωτηρίας τς Πατρίδος δίδετε φεσιν μαρτιν καί στηρίζετε τό παγανιστικό μόρφωμα τς Χ.Α; Σέ τέτοια δυστυχς συμπεράσματα δηγε δεξιόστροφη ρμηνεία το Εαγγελίου.
Μέ ρωτ κ. Σωτηρόπουλος: «γιατί τό μένος γιά τήν Χρυσή Αγή καί χι τά λλα κόμματα καί μάλιστα τήν κρα ριστερά;» καί φανερώνει τά κρύφια τς καρδίας του. Εναι φελής κουτοπόνηρος θέτοντας τέτοια ρωτήματα;
α. Γιατί Χ.Α. εναι παγανιστική, μφανίστηκε τώρα, χει, σύμφωνα μέ τά δικά της κείμενα, σάν στόχο της «τήν ποκατάσταση τς ρχαίας θεοσέβειας» καί γι’ατό τώρα θά τήν ντιμετωπίσουμε.
β. Γιατί Χ.Α ν εναι παγανιστική καί νειρο της χει τήν παναφορά τς «ρχαίας θεοσέβειας» πιχειρε νά λειτουργήσει ς «δούρειος ππος» ντός τς κκλησίας.
γ. Γιατί, γιά τήν παλαιότερη καί τή νεώτερη ριστερά χω καί παλαιότερα καί πρόσφατα μιλήσει μέ λόγο μως Θεολογικό καί κκλησιαστικό πού εναι πιό καταλυτικός καί χι μέ λόγο μφυλιοπολεμικό σάν καί τόν δικό σας.
δ. Γιατί πάρα πολλοί άνθρωποι πού σήμερα νήκουν στήν ριστερά, πολλούς πό τούς ποίους χετε σες στείλει κε μέ τά καμώματα σας, δέν χουν καμμία σχέση μέ ατούς πού καναν τά γκλήματα καί εναι νήθικο νά τούς χρεώνετε μέ πράξεις πού δέν εθύνονται καί πού τίς ποδοκιμάζουν. Γιατί τά γκλήματα τά κάνουν ο νθρωποι καί τέτοια γκλήματα τότε δέν καναν μόνον ο ριστεροί.
ε. Γιατί γιά τήν μοφυλοφιλία μίλησα καθαρά καί εθέως σέ τηλεοπτικό ρώτημα καί κανείς δέν εχε νά μο ντιλέξει καί σέ πολλά νεανικά κροατήρια, λλά δέν εχα ντιληφθε τι πιδιώκετε νά γίνετε «νονός» τς κκλησιαστικς μου διακονίας γιά νά σς νημερώνω!
στ. Μέ ρωτ κ. Σωτηρόπουλος μέ περισσή ποκρισία: «γιατί γιος Σισανίου προτο λέγξει τήν Χ.Α δέν πλησίασε στελέχη της καί δέν τά διαφώτισε καί δέν τά συνεβούλευσε ς πνευματικός πατέρας νά διορθώσουν ρισμένα πράγματα»; Δύο εναι ο παντήσεις μου:
πρώτη, φησα τό ργο ατό σέ σς κ. θεολόγε πού χετε δεολογικές συγκλίσεις μαζί τους. δεύτερη: «Οαί μν γραμματες καί φαρισαοι ποκριταί!»
ζ. σον φορ τόν Παναγιώτατο Οκουμενικό Πατριάρχη, ς κτός κκλησίας ερισκόμενος, εσθε τό πλέον κατάλληλο πρόσωπο γιά νά δίνετε δηγίες.
Δυό λόγια μως κόμη σον φορ τά ποτιθέμενα λάθη μου καί δέν θά εχα ντίρρηση ν ταν λάθη, νά δεχθ τή διόρθωση τους.
Χαρακτηρίζετε τήν τοποθέτηση μου τι « Θεός εναι δομικό στοιχεο το νθρώπου» ς λάθος καί στή συνέχεια πιβεβαιώνεται τήν ρθότητά της μέ σα γράφετε γιά τήν ψυχή το νθρώπου, γιατί ατό ννο. Τήν ψυχή ννο «δομικό» στοιχεο. Νά χρησιμοποιήσω τόν σκληρό εαγγελικό λόγο: «μωροί καί τυφλοί πού δϊυλίζετε τόν κώνωπα τς λεκτικς κφρασης  καί καταπίνετε τήν κάμηλο το Παγανισμο τς Χ.Α.; πρεπε μως νά βρετε πιχείρημα τή λέξη  γιά νά πλήξετε τόν Σιατίστης, πού εναι τόσο δριμύς ναντίον τς Χ.Α.
Τό διο σχύει καί γιά τό περί μαρτίας. μαρτία ς ντολογική ποτυχία το νθρώπου πού φείλεται στήν ρνηση το Θείου θελήματος περιέχει τήν θική παράβαση καί τήν ξεπερνάει.
Ναί κ. θεολόγε, γάπη εναι τό μοναδικό κριτήριο, τσι λέγει τό Εαγγέλιο, γιατί Θεός εναι γάπη καί γιατί δέν μπορες νά εσαι νά γίνεσαι νά χεις γάπη ν δέν χεις ατά πού σες γράφετε.
Θεός ποίησε ξ νός αματος πν γένος νθρώπων. Λυπμαι πού δέν ξεχωρίσατε τήν διαφορά τς «φυλετικς περοχς» πό τήν ννοια το περιουσίου λαο καί δέν εδατε κόμη πόσο ποδοκιμάσθηκε περιούσιος ατός λαός φο πρτα σταύρωσε τόν Μεσσία καί εεργέτη του.
Τό μεταναστευτικό πρόβλημα εναι λλη πόθεση καί φορ τήν Πολιτεία καί νθρωπος μετανάστης εναι λλο καί φορ καί τήν κκλησία. γώ κ. θεολόγε ταν βλέπω να μετανάστη πού μο κτυπάει τό τζάμι στό ατοκίνητο προβληματίζομαι μήπως, πίσω πό τό πρόσωπο πού βλέπω, πάρχει κάποιος κρυμμένος Χριστός καί πάντα κάτι το δίνω καί προσπαθ τό καλύτερο. σως εμαι φελής. τσι μαθα μως πό μικρό παιδί, δίπλα στόν Μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος κυρό Γρηγόριο πού διακρίτως διδε σέ λους. Προτιμ τήν δική μου τήν φέλεια παρά τήν δική σας πονηρία.
Τό τι Στάλιν κατήργησε τήν δημοκρατία καί κανε γκλήματα εναι λήθεια. Μήπως δέν κανε τό διο Χίτλερ; Δέν κάνω πιλογές τυράννων κ. Σωτηρόπουλε, σες κάνετε. Γιατί τώρα μίλησα γιά Χίτλερ; λήθεια κάνετε τι δέν καταλαβαίνετε; Γιατί Χίτλερ εναι τό νδαλμα τς Χ.Α. καί τό ξέρετε καλά.
ς καταλάβει κ. Σωτηρόπουλος τι τό κακό χει παραγίνει μέ κενον. κενος πρέπει νά μετανοήσει καί νά πιστρέψει στήν κκλησία.
Λυμμαι ελικρινά γιατί νας πίσκοπος καί νας θεολόγος γιναν, καί μάλιστα σχεδιασμένα, ο βραχίονες τς Χρυσς Αγς στήν πίθεσή τους ναντίον νός πισκόπου, πού γωνίζεται νά ρθοτομε τόν καθαρό εαγγελικό λόγο, ναίτια καί προσδόκητα σέ μιά προσπάθεια νά μήν κούγεται  λόγος του γιατί νοχλε τήν Χρυσή Αγή.
λόγος λοιπόν γιά τόν ποο παντ στήν ήθη πίθεσή τους εναι γιατί συμβαίνει κάτι τό πρωτοφανές. Γιατί τήν πίθεση τους δέν τήν κάνουν πό πλευρς τς κκλησίας, λλά πό τήν πλευρά τς Χρυσς Αγς. Ατήν περασπίζονται καί χι τήν κκλησία καί ατό εναι τό φοβερό.
Δέν πρόκειται νά νοίξω διάλογο μαζί τους. χω σημαντικώτερα προβλήματα νά ντιμετωπίσω. Καί δέν πρόκειται νά περασπισθ τόν αυτό μου πέναντι σέ κανέναν νεγκέφαλο.
Θέλω νά τελειώσω μέ να πέροχο λόγο το γίου Γρηγορίου το Θεολόγου:
«Δέν πάρχουν νθρωποι σχημοι,
λλά νθρωποι  πού δέν μπορον νά δείξουν τήν μορφιά τους.
Καί δέν μπορον νά δείξουν τήν μορφιά τους
γιατί δέν γαπον καί δέν γαπνται!»

Σ’ατόν τόν πέροχο λόγο, μόνο να σχόλιο θέλω νά κάνω: Τό νά μήν γαπον εναι δικό τους πρόβλημα, τό ΝΑ ΜΗΝ ΑΓΑΠΑΜΕ εναι δική μας μαρτία καί ΕΥΘΥΝΗ!
Related Posts with Thumbnails