© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδόσης Πυλαρινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδόσης Πυλαρινός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Για το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού «Ο διακινητής της Προσδοκίας. Σκέψεις για την ποίηση του Στέλιου Θ. Μαφρέδα», Οι Εκδόσεις Των Φίλων, 2016

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Στέλιος Μαφρέδας είναι ένας ποιητής που τιμά τον τόπο του, τη γενιά του, την ποιητική καταγωγή του, την ιδιότητα που φέρει. Η σεμνότητά και η ποιότητα του στίχου του τον κρατούν ψηλά στο βάθρο και η απόδειξη είναι τα δημοσιεύματα που επιφανείς πανεπιστημιακοί, αλλά και άλλοι, έχουν καταθέσει για το έργο του.

Τώρα, με το ανά χείρας βιβλίο, το οποίο υπογράφει ο Θεοδόσης Πυλαρινός, ο έπαινος συγκεντρώνεται, σε μια πιο εμπεριστατωμένη και ολοκληρωμένη μορφή, δίνοντας συνολικά την εκτίμηση που τρέφει ο διακεκριμένος επιστήμονας και ευαίσθητος στα ποιητικά μας πράγματα καθηγητής για τον ποιητή.

Το βιβλίο φέρει τον τίτλο Ο διακινητής της Προσδοκίας και ο διευκρινιστικός υπότιτλος, «Σκέψεις για την ποίηση του Στέλιου Θ. Μαφρέδα», διακινεί την ποιητική ιδέα που απασχολεί τον μελετητή. Ο Πυλαρινός με τον εύστοχο, πάντα, λόγο του, επιμερίζει τις σκέψεις του σε τέσσερα κεφάλαια, καθένα και μια ειδική μελέτη για κάθε μία από τις τέσσερις ποιητικές συλλογές που έχει μελετήσει. Επομένως τα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου αντιστοιχούν στις τέσσερις συλλογές. 1. Οι ταριχευμένες μέρες 2. Στροφή γύρω από τον άξονα 3.Υπόκλιση στον αυτουργό και 4. Επιβάτης πορθμείου. 

Παίρνοντας τις «Σκέψεις» από την αρχή, πρώτο κείμενο, «Οι ταριχευμένες μέρες», στεκόμαστε για λίγο στην επισήμανση του μελετητή στο «τόσο εγκαυστικά… αυτοβιογραφικό στοιχείο στο πολύμορφο πλάτος του ποιητικού λόγου» που όμως «σβήνει τόσο ήρεμα, αφομοιούμενο στους στίχους του ποιήματος». Επίσης στεκόμαστε στη σύνδεση και αλληλεξάρτηση του «αυτοβιογραφικού και αυθιστορικού» χαρακτήρα με τον πανανθρώπινο. Η ποίηση του Μαφρέδα διακρίνεται από ένα «βραδυφλεγές υλικό», λέει ο Πυλαρινός, που κάποια στιγμή εκρήγνυται και αποδεσμεύει δυνάμεις πολλές, οι οποίες φέρνουν στην επιφάνεια το βουβό παράπονο, τα ατελέσφορα όνειρα, τη δύναμη να μην συνθηκολογήσει με ό,τι δεν ενέκρινε και την κάπως καθυστερημένη ενασχόλησή του με την Μούσα. Ωστόσο «έτοιμος από καιρό», επισημαίνει, πάντα, ο Πυλαρινός, φέρνει στην επιφάνεια της χαμηλόφωνης ποίησής του την αθωότητά του, τα «πέτρινα» παιδικά χρόνια του, τη «Βιογραφία» του, τη επίδραση του Καρυωτάκη πάνω του, λόγω τόπου, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των δεκαετιών 1950 και 1960. Γενικά ο Πυλαρινός παρατηρεί ότι στη συλλογή αυτή έχουμε «μισό αιώνα μνήμης» και βιωμάτων, γεμάτων από πληγές, δύσκολες ώρες και σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Στο δεύτερο κείμενο, «Στροφή γύρω από τον άξονα», ο μελετητής επισημαίνει το μέστωμα του ποιητικού λόγου, την ολοκληρωμένη βιοθεωρία την παγιωμένη πάνω στις θέσεις του για τη ζωή, το διάλογο με άλλους ποιητές. Η ποίηση δεν είναι «το καταφύγιο που φθονούμε» καθώς μας κληροδότησε ο Καρυωτάκης αλλά «ανάχωμα κατά της απαισιοδοξίας». Πολλά από τα ποιήματα αναφέρονται στην ποίηση και τη λειτουργία της, ωστόσο δεν λειτουργούν ως «ποιήματα ποιητικής» αλλά περισσότερο ως ποιήματα «βιωμένης ποιητικής». Γιατί τα ποιήματα του Μαφρέδα είναι «πρωτίστως τρόπος ζωής και δευτερευόντως πνευματική διεργασία με εγκεφαλικά χαρακτηριστικά και προσφορά στο βωμό της τέχνης». Ο χρόνος δεν είναι εχθρός απλώς, ο ποιητής τον κρατά σε αναμονή για ό,τι ποθεί· είναι ένας «αγώνας αντοχής». Ενδιαφέρον ιδιαίτερο πιστεύω πως έχει η επισήμανση ότι η «ονειρική κατάσταση… αποτελεί ουτοπική στην ουσία λειτουργία, η οποία όμως τον οδηγεί σε αντικειμενικές επίγειες επιτυχίες».

Το τρίτο κείμενο «Υπόκλιση στον αυτουργό» (η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Μαφρέδας ανοίγει μεγάλο διάλογο με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας), ο Πυλαρινός κάνει λόγο για «απόπειρα αυθερμηνείας του βίου του», με εμφανή την παρέμβαση της μοίρας. Ο ποιητής, χωρίς να είναι μοιρολάτρης, αντιλαμβάνεται τη «δύναμη» που «κλώθει το νήμα και σχηματίζει … τη φυλακή μας». Πορεύεται από το «ορατό και απτό προς το δυσπρόσιτο και ασαφές του μυστηρίου της ζωής». Κάτω από αυτό το πρίσμα η Περιστροφή» περί τον άξονα γίνεται συστροφή» με αποτέλεσμα η «σφαιρική θεώρηση» να «μετατρέπεται σε ενδοστρέφεια». Ο ποιητής παρατηρεί ότι όλα αλλάζουν και όλα ίδια μένουν, αφού και ο άνθρωπος και τα πάθη του έχουν «αΐδια ιδιοσυστασία», πράγμα που ο ποιητής αντιλαμβάνεται όταν είναι πλέον αργά. Στο σημείο αυτό ο Πυλαρινός θα ανοίξει τη θυρίδα-ποίημα που αναφέρεται στον μη κατονομαζόμενο Καρυωτάκη, του οποίου η παρακαταθήκη καταλήγει σε «φωτεινή απαισιοδοξία». Αντιπροσωπευτικό δείγμα του «ποιητικού κόσμου» του Μαφρέδα θεωρεί ο Πυλαρινός την «Ήπια εκδοχή» με μια «οδυνηρή» ωστόσο, «στη σύλληψη και στη θεώρηση» επιστροφή στην Πόλη του, η οποία είναι η αδίκως δυσφημισμένη Πρέβεζα.

Τέταρτο και τελευταίο κείμενο, «Επιβάτης πορθμείου», στο οποίο γίνεται λόγος και πάλι για τη συσχέτιση του ποιητικού υποκειμένου με τον Καρυωτάκη, εφόσον από την Πρέβεζα διαπορθμεύτηκε στην αιωνιότητα. Όμως ο Μαφρέδας δεν ασφυκτιά στην Πρέβεζα, την αγαπά, δεν αποδέχεται τη μοιραία ταύτισή της με το θάνατο (και λέω μοιραία επειδή τη σημάδεψε ο θάνατος του Καρυωτάκη και γι’ αυτό θα την στοιχειώνει για πάντα. Αυτά όμως μόνο για τους ασχολούμενους με την ποίηση. Για τους άλλους η πόλη είναι σύγχρονη και ωραία, έχει βρει τους σύγχρονους ρυθμούς της). Ο Μαφρέδας την απενοχοποιεί «από το συμβολικό στίγμα», άλλωστε «δυνάμει», «επιβάτης πορθμείου» είναι και ο ίδιος και ο καθένας μας. Όσο για το πορθμείο της «της επιφυλάσσει ένα ρόλο αφόρμησης προς το επέκεινα… στο αχανές άγνωστο» (και γιατί όχι να μην το παραβάλουμε με τη λεωφόρο Συγγρού του Γιώργου Σεφέρη, τηρουμένων των αναλογιών). Με αυτή τη σκέψη θα λέγαμε πως η ποίηση του Μαφρέδα, όπως παρατηρεί ο Πυλαρινός, είναι διαποτισμένη από την προσδοκία, αποστρέφεται την ιδέα του θανάτου, ανθίσταται στην άδικη επιβουλή του χρόνου. Η ιδέα μάλιστα ότι «η μυστική παρουσία του Καρυωτάκη μυθοποιεί ευεργετικά την Πρέβεζα» μας ανακουφίζει.

Τέλος, ο πρωταγωνιστής έρωτας συμπαρασύρει τα πάντα και ακυρώνει ακόμα και το θάνατο, σχολιάζει ο Πυλαρινός «η τραγικότητα του έρωτα ως πράξη a priori, και όχι εκ του αποτελέσματος δραματική, είναι σημαντική προσφορά της ποίησης του Μαφρέδα, αφού λειτουργεί ως πρωτότυπη προσπάθεια ερμηνείας του ανερμήνευτου».

Τελικώς, η ποίηση του Μαφρέδα που διερευνά τα ανεξιχνίαστα μυστήρια της ζωής, η ποίηση που καταλήγει φιλοσοφία, η ποίηση αποτελεί την κινητήρια δύναμή του και αυτή καθόρισε την πορεία του. Και, παρά τη μαθητεία του στον Καρυωτάκη, στις συλλογές του, ο θάνατος «επιχωριάζει» διακριτικά, αλλά εκείνος αφήνει τα πράγματα να έχουν τη φυσική τους εξέλιξη, και σε αντίθεση με το «ίνδαλμά» του, η ποίησή του δεν είναι πεισιθάνατη αλλά αλεξιθάνατη.

Κάτι που ακόμα επισημάνει ο μελετητής είναι η παρουσία του θρησκευτικού στοιχείου όχι ως απλού διακειμενικού στοιχείου, αλλά ως βιωμένη παράδοση, λαϊκή θρησκευτικότητα και όχι θεολογική τάση. Το ίδιο ισχύει και για λέξεις της αρχαιότητας.

Εν τέλει, πρόκειται για μια ποίηση χαμηλόφωνη και υποβλητική, η οποία με την Υπόκλιση στο αυτουργό, αντιτάχτηκε και αμφισβήτησε το «δήθεν προδιαγεγραμμένο».

Το βιβλίο- αφιέρωμα στον ποιητή Στέλιο Μαφρέδα είναι μια εφ’ όλης της ύλης μελέτη του Πυλαρινού, γραμμένη με αίσθηση των αφανών αναλογιών, των εσωτερικών ισορροπιών και μυστικών ανταποκρίσεων, ένας καθρέφτης όπου το δοκίμιο του ενός κοιτάζει το είδωλο της ποίησης του άλλου.  

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Για το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού ''Ιάκωβος Πολυλάς. Τα Κριτικά κείμενα'' (εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Όπως μας πληροφορεί ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός στον «Πρόλογό» του, η έκδοση των Κριτικών Κειμένων του Ιάκωβου Πολυλά, οφείλεται στην ευτυχή συγκυρία της ανάληψης της θέσης του Γενικού φιλολογικού επόπτη του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, από τον Γιάννη Παπακώστα, ο οποίος είχε προγραμματίσει την έκδοση σημαντικών κριτικών και θεωρητικών έργων της Νεοελληνικής φιλολογίας του 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων είχε θέση και ο αξιόλογος Κερκυραίος κριτικός και εκδότης του Διονυσίου Σολωμού.

Ο Πυλαρινός έχει μακρά ενασχόληση με την Επτανησιακή Σχολή και ο Πολυλάς ήταν ο κρίκος που έλειπε από τους πρωτοπόρους της νεοελληνικής σκέψης του 19ου αιώνα, που ήδη είχε εκδώσει το Ίδρυμα. Όπως επισημαίνει ο Πυλαρινός, ο Πολυλάς ανήκει στους θεμελιωτές της Νεοελληνικής κριτικής, με σημείο αναφοράς τα «Προλεγόμενα» στα Ευρισκόμενα του Σολωμού, καθώς και τη μελέτη του Η φιλολογική μας γλώσσα, για να παραμείνει στα δύο πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Είναι, επίσης, ο «θεμελιωτής των σολωμικών μελετών», ο «πρώτος συστηματικός κριτικός του εθνικού μας ποιητή», του οποίου ανέδειξε το «εμβληματικό για τα νεοελληνικά μας γράμματα έργο», το οποίο, αν μη ο Πολυλάς «ενδεχομένως να μην είχε την αποδοχή που του επεφύλαξε ο χρόνος». Επίσης ο Πυλαρινός τονίζει ότι ο Πολυλάς ήταν οξυδερκής θεωρητικός της λογοτεχνίας, εμβριθής φιλόλογος, πρωτοπόρος μεταφραστής και έθεσε τις βάσεις επί της οποίας στηρίχτηκε ολόκληρη η Επτανησιακή φιλολογία.

Ο τόμος, λοιπόν, τετρακοσίων πενήντα σελίδων, περιλαμβάνει, πέραν του «Προλόγου», εκτεταμένη και πλήρως κατατοπιστική «Εισαγωγή», η οποία περιλαμβάνει τη «ζωή και την προσωπικότητα του Πολυλά», καθώς και «Τα κριτικά κείμενα». Ακολουθεί η «Επιλογή Βιβλιογραφίας» και έπειτα, το εκτεταμένο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις μελέτες, από τις οποίες δειγματοληπτικά αναφέρω την «Μελέτη εις την Τρικυμία» του Σαίξπηρ, «Πόθεν η μυστικοφοβία του κ. Σπ. Ζαμπελίου», «Απάντησις ενός τσαγκαρόπουλου εις την επιστολήν του Αρ. Βαλαωρίτου, «μελέτη εις τον Αμλέτον», «Κριτική των ειδώλων του Εμμ. Ροΐδη», «Περί γλώσσης», «Νεκρολόγημα στο θάνατο του Σολωμού», και άλλα ειδικού και μεγάλου ενδιαφέροντος κείμενα. Επίσης συμπεριλαμβάνεται το «Παράστημα» Ι, με τα «Περί των εν Κερκύρα εκπαιδευτηρίων» και «Τα πανεπιστημιακά» και το «Παράρτημα» ΙΙ, με κείμενα του Κωστή Παλαμά, του Γεώργιου Καλοσγούρου, Γεράσιμου Μαρκορά, Λορέντσου Μαβίλη, το «Πρόγραμμα της τελετής της Εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου», «Ο ανδριάς του ιερομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄» και άλλα επίσης πολύ σημαντικά.

Στα διεξοδικώς καταγεγραμμένα από τον Πυλαρινό βιογραφικά στοιχεία διαβάζουμε ότι ο Πολυλάς είχε βυζαντινές ρίζες. Οι πρόγονοί του ήταν ευγενικής καταγωγής, που ήρθαν μετά την Άλωση από την Κωνσταντινούπολη στην Κέρκυρα. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Σπυρίδων Μάρκου Πολυλάς και μητέρα του η κόρη του κόμη Νικολάου Βούλγαρη, γυναίκα με παιδεία και μουσική καλλιέργεια. Γεννήθηκε το 1825 και πέθανε το 1896. Το 1834 γνώρισε τον Σολωμό, με τον οποίο η οικογένεια είχε φιλικές σχέσεις. Γνώριζε την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα, την ιταλική, γαλλική, αγγλική και γερμανική, η οποία καθόρισε και την ιδεολογική του συγκρότηση. Το 1855 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και τη μετάφραση της Τρικυμίας του Σαίξπηρ, το 1859 αναδείχτηκε το κριτικό του πνεύμα με τα «Προλεγόμενα» στα Ευρισκόμενα του Σολωμού. Ο Πολυλάς υπήρξε μαχητικός δημοσιογράφος με στόχο την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, μετριοπαθής ενωτικός, βουλευτής, αρχικά, με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, συγγραφέας τριών διηγημάτων, το 1875-1881 προχώρησε στην τμηματική έκδοση της μετάφρασης της Οδύσσειας και το 1882 στη μετάφραση της Ιλιάδας. Θεωρήθηκε «απόστολος» του εθνικού ποιητή, στον κύκλο του οποίου ανατράφηκε.

Ο Πυλαρινός διακρίνει τρεις άξονες στο έργο του Πολυλά: α) προβολή του σολωμικού έργου και ιδεώδους. β) μετριοπαθής στάση στο γλωσσικό. γ) μεταφραστική παραγωγή, τεκμηριωμένη και με θεωρητικά κείμενα. Στα κείμενα του, τονίζει ο καθηγητής, αντικατοπτρίζεται η «πολύπλευρη προσωπικότητά του», της οποίας κύρια μέριμνα ήταν η «ευρεία μετάδοση του πολιτιστικού αγαθού», πράγμα που επεχείρησε μέσα από τα άρθρα του στον τύπο και τις λαϊκές διδασκαλίες του στο σύλλογο «Αναγέννησις». Ήταν σημαντική η παρέμβασή του στη διαμόρφωση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τον εριστικό τρόπο» του Ψυχάρη. Γενικώς, έχαιρε μεγίστης εκτιμήσεως από τους συγχρόνους του για τη «λατρεία της ιδέας», για τη «φιλολογική του θέση», για «όλο το πλάτος της ενέργειάς του, και ’ς την πολιτική και ιδιωτική ζωή του».

Στα γνωρίσματα της Επτανησιακής Σχολής, λέει ο Πυλαρινός, είναι και η μεταφορά στην ελληνική γλώσσα ευρωπαϊκών έργων (όπως και η Τρικυμία του Σαίξπηρ που ήδη αναφέραμε), για εκπαιδευτικό σκοπό και για την καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας. Το αυτό και η μεταγλώττιση στα νέα ελληνικά κλασικών έργων της αρχαιότητας. Τα «Προλεγόμενα», αξιολογεί ο Πυλαρινός, ότι «λειτούργησαν ως έργο κλειδί» που «συνιστά ένα από σημαντικότερα κριτικά κείμενα του 19ου αιώνα», γιατί πέραν των άλλων (διάσωση, ερμηνεία και διάδοση του σολωμικού έργου, σοφές απόψεις, έγκυρο βιογραφικό υλικό, ψυχογραφική εικόνα του ποιητή) διέγραψε τις προοπτικές και της μετέπειτα πορείας της νεοελληνικής κριτικής. Η αντοχή της στο χρόνο, παρά τις πολλές μελέτες που γράφτηκαν στη συνέχεια, μαρτυρεί την αξία της.

Η «Εισαγωγή» του Πυλαρινού, μελέτημα ενδελεχούς έρευνας, περιλαμβάνει στοιχεία της προσωπικότητας του Πολυλά συνδυασμένα με την προσωπικότητα του Σολωμού, τη μελέτη της γλώσσας, τις οικογενειακές περιπέτειες και την περίφημη δίκη, τα «ημιτελή έργα» του Σολωμού, τη σχέση του ποιητή με τη φύση, την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία. Ο Πολυλάς, θα «επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον ιδεαλισμό του Σολωμού» και στην υψηλή ιδέα του «ότι η ψυχή του αληθινού ποιήματος πρέπει να είναι η νίκη του λόγου απάνου εις την δύναμι των αισθήσεων». Θα ασχοληθεί με την «ωραιότητα της μορφής», τις «στιχουργικές καινοτομίες», την επιλογή του ανομοιοκατάληκτου στίχου. Και επειδή βρίσκεται κοντά στον ποιητή γνωρίζει και την «κατιούσα διαδρομή» σώματος και πνεύματος. Οι καταγραφές του για το θάνατο του ποιητή διακρίνονταν από «λιτότητα, σοβαρότητα και σεβασμό, αποφεύγοντας εγκώμια, επαίνους και αγιοποιήσεις».

Ακολουθούν οι άλλες μελέτες με εξαιρετικό ενδιαφέρον επίσης, καθώς και τα κείμενα του Παλαμά και του Καλοσγούρου, τα ποιήματα του Παλαμά, του Μαρκορά και του Μαβίλη για τον Πολυλά, σατιρικά ποιήματα, φωτογραφικό παράρτημα με το εξώφυλλο των Ευρισκομένων και των εφημερίδων: Η Αναγέννησις, Ο Κώδων και Ρήγας Φεραίος.

Ο αναγνώστης, διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου έχει την αίσθηση ότι ο Πυλαρινός κάνει για τον Πολυλά αυτό που κάνει ο Πολυλάς για τον Σολωμό. Σαν να έχει από εκείνον παραλάβει τη σκυτάλη στη γέννηση αυτού του πολλαπλά σημαντικού βιβλίου, για τη φιλολογική έρευνα και για τον μελετητή, κατ’ επάγγελμα ή «ερασιτέχνη», με τη σημασία που ο ίδιος ο Πολυλάς έδινε στη λέξη.

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Για το βιβλίο «Θεοδόσης Πυλαρινός. Το λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού» (εκδ. Ειρμός, 1989)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού, που αναφέρεται στο Λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού, φαίνεται σαν συμπλήρωμα του προσφάτως εκδοθέντος  από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη (2014), με τον τίτλο Ειρήνη Α. Δεντρινού, Τα διηγήματα,  όπου αναλύεται η προσωπικότητα και το διηγηματικό έργο της συγγραφέως. Και τούτο διότι σ’ αυτό, στο «Λεύκωμα», μας δίνεται μια άλλη δραστηριότητα, πιο ανάλαφρη,  ίσως,  της Κερκυραίας συγγραφέως.

Η Δεντρινού προέρχεται από σπουδαία οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο αστός Γεώργιος Ζαβιτσιάνος, μητέρα της η αριστοκράτισσα Έλενα, κόρη του Βέγια, Βούλγαρη, σύζυγός της ο πολιτευτής Ανδρέας Δενδρινός. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε, μορφώθηκε και συναναστράφηκε πολλές σημαντικές προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Λορέντζος Μαβίλης, η φεμινίστρια Καλλιρρόη Παρρέν. 

Στον τόμο με τα Διηγήματα ο αναγνώστης θα βρει μια πλούσια και τεκμηριωμένη εισαγωγή για την λογοτέχνιδα. Στο λεύκωμα, που έχει, εκδοτικά, προηγηθεί είκοσι τρία χρόνια θα βρει εξ ίσου σημαντικό υλικό, σε μια πιο  ανάλαφρη εκδοχή πνευματικής ενασχόλησης εκείνης των Διηγημάτων. Είναι το είδος που είχε τη σφραγίδα της γυναικείας αποκλειστικά δημιουργίας,  μέσο διασκέδασης «πρώτης ανάγκης», και χώρος συναισθηματικής εκτόνωσης, κυρίως για τις γυναίκες, επειδή ήταν κοινωνικά περιορισμένες. Φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα του παλιού καιρού ανακαλύπτουμε θησαυρούς. Ο Πυλαρινός μάς δίνει την εξέλιξή του από τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και εξής. Διασχίζει την εποχή του ρομαντισμού του 19ου  αι. και φτάνει στην εκπνοή του,  προς το τέλος του αιώνα, στη γενιά του 1880. Συν τω χρόνω, δηλαδή, με τις κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές αλλαγές, ο ρόλος του εξαφανίζεται.  Τα λευκώματα τελείωσαν με το πέρας της ρομαντικής εποχής και όσα παρέμειναν το οφείλουν στους επιφανείς που τα έγραψαν σ’ αυτά, κυρίως γυναίκες.  Ο Ψυχάρης τα θεωρεί καθαρά γυναικείο χώρο, ο Λ. Πολίτης συμφωνεί πως οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας κρατούσαν λεύκωμα και ο Ραγκαβής υποστηρίζει πως λευκώματα κρατούσαν γυναίκες όλων των ηλικιών. Σ’ αυτά έγραφαν ποιητές και καλλιτέχνες, πολιτικοί, επιφανείς και μη. Οι αφανείς, συχνά, επεδίωκαν να φιγουράρει το όνομά τους  πλάι στα ονόματα των επιφανών.  Οι κανόνες του παιχνιδιού επέτρεπαν να κολληθεί και ταχυδρομημένο αυτόγραφο  σε σελίδα του λευκώματος, πράγμα που στην Δεντρινού συμβαίνει συχνά. Συχνό φαινόμενο, επίσης, ήταν και οι πνευματικοί διαξιφισμοί. Αφιερώσεις, γνώμες, στίχοι καταχωρίζονται ενυπογράφως. Γλώσσα είναι η καθαρεύουσα, εφόσον το λεύκωμα ήταν δημιούργημα του ρομαντισμού, ωστόσο, και η δημοτική με «ευδιάκριτη πάλη»,  δίνει τον αγώνα της στη μικρογραφία της εποχής.

Κι επειδή ο ρομαντισμός που εξέθρεψε το λεύκωμα,  εκφράστηκε ως ποίηση, σε αντίθεση με την πρόζα, η ποίηση είναι περισσότερη. Ο Αχιλλέας Παράσχος παίζων, συνθέτει «Αισθήματα, πλην έμμετρα, ουχί πεζά· εχθαίρει/ το πεζικόν». Ο Ραγκαβής αρνούμενος να γράψει, συνθέτει: «Στίχους ζητείς; αδυνατεί ο νους μου προς ποιήσεις./ Είναι βωβός ο θαυμασμός, το αίσθημα επίσης» (όπου βέβαια  με τη φράση «προς ποιήσεις» αφήνει να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να προσποιηθεί).  Ο Σ. Περρής επίσης: «… φυλλολογών το λεύκωμα ως περασμένους χρόνους/ θέλεις μετρή τετράστιχα μ’ απηυδησμένους στόνους» (όπου ο ποιητής με τη μετοχή «φυλλολογών» τραμπαλίζεται ανάμεσα στο φιλολογώ και φυλλομετρώ αφήνοντας να εννοηθεί η ανία του). Όσον αφορά τον πεζό λόγο των λευκωμάτων αυτός αποτελείται από γνώμες, αποφθέγματα, ευχές, αφιερώσεις.  Αναφέρονται δύο επιφανή λευκώματα. Το ένα είναι της Ευρυδίκης και το άλλο του Ολιβιέ. Το δεύτερο περιέχει γνώμες, ρητά και άλλα αντιπροσωπευτικά αξιωμάτων, λειτουργημάτων και επαγγελμάτων διαπρεπών ανδρών. Με το τέλος του ρομαντισμού κάνει την εμφάνισή της δυναμικά και η σάτιρα. Ωστόσο, η μελαγχολική διάθεση, η αγωνία μπροστά στο κενό, η αποδημία, η μετανάστευση, ο χωρισμός, δεν υποχωρούν. Φυσικά και  η νοσταλγία των περασμένων: «Πίνε τσάι με λεμόνι κι ενθυμού μη με λησμόνει». Ο Πυλαρινός κατατάσσει τα περιεχόμενα σε δεκατρείς κατηγορίες μεταξύ των οποίων τα Περί έρωτος και αγάπης,  Περί πατρίδος, Περί θανάτου, Η νιότη και τα γερατειά, Το παρελθόν και το παρόν, σκέψεις, γρίφοι, ζωγραφικά έργα και πολλά άλλα.

Η Ειρήνη Α. Δεντρινού, μορφωμένη, και γλωσσομαθής, συνεργάτης στην Εφημερίδα των Κυριών της Παρρέν, μυημένη στον φεμινισμό, με κύκλο επιφανών γύρω της, αρχίζει να κρατά Λεύκωμα  με πρώτη καταγραφή στις «12 του θεριστή του 1899»  και τελευταία  στις 12-7- 1917. Στο διάστημα των δεκαέξι χρόνων θα γίνουν σ’ αυτό πολλές και σημαντικές  καταγραφές. Στο λεύκωμα υπάρχουν καταγραφές και από την Καλαμάτα, όπου  ταξίδεψε η Δεντρινού, αλλά, όπως είπαμε,  συμπληρωνόταν  και δι’ αλληλογραφίας. Εκεί,  λοιπόν, ο «φυλλογολών», ήτοι ο φυλλομετρών,  θα βρει αφιερώσεις πεζογράφων και αποσπάσματα από το έργο τους, ποιήματα (του Παλαμά π.χ.),  λογοπαίγνια με το όνομα, επιστολές με φιλολογικό ενδιαφέρον, απόψεις για το γλωσσικό ζήτημα. Συνοψίζοντας  τα χαρακτηριστικά του ο Πυλαρινός, παρατηρεί: α) τη δημοσιογραφική παρουσία και το συσχετισμό με την καθαρεύουσα. β) ότι τα ποιητικά κείμενα είναι γραμμένα στη δημοτική και επηρεασμένα από τη γενιά του 1880. γ) ότι η Αθήνα είναι το πνευματικό κέντρο της χώρας και πόλος έλξης των πνευματικών ανθρώπων (και όχι πλέον η Κέρκυρα). δ) ότι το ύφος και το ήθος των νέων τάσεων είναι έντονο. ε) ότι τα  ρομαντικά κατάλοιπα συμπλέκονται με τις νέες ιδέες, οπότε φαίνεται και η μετάβαση από τη ρομαντική εποχή στην διάδοχό της. στ) ότι το πατριωτικό στοιχείο είναι εμφανές. Και ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι η απουσία από το λεύκωμα σπουδαίων ανθρώπων με τους οποίους είχε, ωστόσο, φιλικές σχέσεις η Δεντρινού.

Ακολουθούν οι σελίδες του λευκώματος με φωτογραφική απεικόνιση της χειρόγραφης σελίδας, με τους γραφικούς χαρακτήρες και την επιμελημένη καλλιγραφία, απέναντι από την  τυπωμένη. Ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια και η ευγένεια που επιδεικνύουν οι υπεύθυνοι περιοδικών, όταν αρνούνται συνεργασία. Επίσης, τις σελίδες του βιβλίου διανθίζουν επιστολικά δελτάρια με εικόνες εποχής της Κέρκυρας, κτήρια και τοπία. Κυρίως, όμως, μας συγκινούν πράγματι, τα κείμενα, μερικά των οποίων, ποιητικά ή πεζά, είναι αριστουργήματα μια άλλης εποχής. Μιας εποχής ήθους, ευγένειας και ανθρώπων με αληθινή μόρφωση.

Το βιβλίο όπως ήδη είπαμε μπορεί να λειτουργήσει ως πολύ ενδιαφέρουσα, χιουμοριστική, συχνά, προεισαγωγή στα Διηγήματα, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ακόμη διάσταση της προσωπικότητας  της Δεντρινού. 


Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Για το βιβλίο «Ειρήνη Α. Δεντρινού. Τα Διηγήματα» [Φιλολογική Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός | εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2014]

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός είναι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Ιστορία του Γλωσσικού Ζητήματος, ενώ στις απορρέουσες από την ιδιότητα ασχολίες του συγκαταλέγονται το περιοδικό «Πόρφυρας», του οποίου είναι υπεύθυνος σύμβουλος έκδοσης και επιμελητής, το περιοδικό «Κερκυραϊκά Χρονικά», του οποίου είναι επιστημονικός υπεύθυνος, ταυτοχρόνως είναι  συνεργάτης πολλών άλλων λογοτεχνικών περιοδικών, με μεγάλη και ποικίλη δραστηριότητα. Πέραν όλων τούτων, ακαταπόνητος, παραδίδει στην επιστήμη και την τέχνη του λόγου εργασίες, οι οποίες διακρίνονται για την ποιότητα και τη σπανιότητα τους. Ξεχωρίζουν οι  μελέτες του πάνω στο έργο του Δημήτρη Σουρβίνου (Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 2006), του Σπύρου Νικοκάβουρα (‘‘εκ νέου’’ 2007),  ο  ογκώδης τόμος με Μελετήματα για την Κυπριακή Λογοτεχνία,  με τον τίτλο  Εν Ειναλίη Κύπρω έσσετ’ αοιδός (Αίπεια, Σπίτι της Κύπρου και Πάπυρος, 2011). Δεν θα έπρεπε να παραλείψω «Τη Φωτεινή Απαισιοδοξία»,  μια μελέτη του πάνω σε  μια ομιλία του Μιχαήλ Δεσύλλα για τον Λορέντζο Μαβίλη (Κέρκυρα 2012), για τον οποίο, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από το θάνατό του στον Δρίσκο, το 1912, έγινε επετειακή έκδοση και από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων με τον τίτλο Λορέντζος  Μαβίλης, Πολιτικός,  Ποιητής,   Εθνικός Ήρωας (2012). Ενδιαφέρουσα και πολύ καλά τεκμηριωμένη είναι η μελέτη του με τον τίτλο «Με επιμονή και με σκοπό στον ίδιο Τόπο», η οποία αναφέρεται στο ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του σημαντικού ποιητή της γενιάς του ’70 Γιώργου Mαρκόπουλου (Εκάτη 2013). Από τις πιο πρόσφατες εργασίες του, με την οποία θα ασχοληθώ εκτενώς,  επιλέγω την σπουδαία Κερκυραία λογοτέχνιδα  Ειρήνη Α. Δεντρινού, της οποίας την προσωπικότητα φέρνει στο προσκήνιο μαζί με το πλούσιο πεζογραφικό της έργο. 

Εκτός από τα Διηγήματα της Δεντρινού, το βιβλίο περιλαμβάνει  «Εισαγωγή» δική του, η οποία επιμερίζεται σε  πέντε ενότητες, όπου ο  Πυλαρινός εξετάζει το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, τη νεανική δημιουργική περίοδο και τις πρώτες δημοσιεύσεις, τη δεύτερη πεζογραφική περίοδο  με τη θητεία στο Νουμά και τα διηγήματα του σαλονιού, την τρίτη περίοδο, τη νουβέλα Ο Εξαγνισμός, την Η Κερκυραϊκή Ανθολογία και την εντοπιότητα και τέλος, την τελευταία ομάδα διηγημάτων στην εφημερίδα Κερκυραϊκή Ηχώ.

Ακολουθούν οι σελίδες με τα «Διηγήματα» και ο τόμος κλείνει με τις «Πηγές»  τις οποίες ερεύνησε  ο Πυλαρινός για τη μελέτη του.

Από την επισταμένη και συστηματική έρευνα προκύπτει ότι η Δεντρινού προέρχεται από σπουδαίο περιβάλλον, του οποίου τα μέλη έχουν πολλές «περγαμηνές» να αναδείξουν. Ο πατέρας της Γεώργιος Ζαβιτσιάνος, ανήκε σε μεγάλη αστική οικογένεια, είχε σπουδάσει στο Παρίσι φυσικές επιστήμες και είχε μια λαμπρή καριέρα και πολιτική εξέλιξη πλάι στον Βενιζέλο. Η μητέρα της ήταν αριστοκράτισσα με φιλελεύθερο πνεύμα, από την οικογένεια των Βουλγάρεων.  Σύζυγος της Δεντρινού ήταν ο πολιτευτής Ανδρέας Δενδρινός.  Έζησε, λοιπόν, και ανατράφηκε στο αριστοκρατικό και  μεγαλοαστικό περιβάλλον, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους των  γραμμάτων και των τεχνών,  να καλλιεργήσει και να αναπτύξει  το ταλέντο της, το οποίο εκδηλώθηκε αμέσως μετά την αποφοίτηση από το Αρσάκειο της Κέρκυρας.

Η Δεντρινού έζησε τις ιστορικές ανακατατάξεις της Επτανήσου, την ακμή και την κάμψη, εφόσον το νησί σταδιακά μεταβαλλόταν από κέντρο που ήταν σε περιφέρεια. Η ίδια, πάντως, εθεωρείτο «ιερό τέρας» από τους παλιότερους και σεβαστή δέσποινα από  τους νεότερους, εξακολουθώντας να επηρεάζει τα πράγματα ως κριτικός και ιστορικός της κερκυραϊκής λογοτεχνίας. Πέθανε σχεδόν εκατό ετών το 1976 (γεν. 1879).  Στους κοντινούς της φίλους συμπεριλαμβάνονταν οι εμβληματικές μορφές του Θεοτόκη και του Μαβίλη, οι δύο αυτοί ισχυροί πόλοι της εντοπιότητας αλλά και εκπρόσωποι της νέας γενιάς. Η προσπάθειά της να αναδείξει το επτανησιακό στοιχείο αλλά και να επικοινωνήσει και με τα έξω ρεύματα είναι εμφανής σε όλο το έργο της. Δημοτικίστρια (η επιλογή του «τ» αντί του  «δ» στο επώνυμό της εκεί έχει την αιτία της)  και φεμινίστρια ενδιαφέρεται για το γυναικείο ζήτημα και αγωνίζεται για την απελευθέρωση της γυναίκας (Θα λέγαμε πως έπρεπε να περάσουν εκατό χρόνια για να γίνει πραγματικότητα ο διακαής πόθος μιας άλλης επτανησίας αρχόντισσας, της Ελισάβετ Μαρτινέγκου, για παιδεία και χειραφέτηση).

Η ενασχόλησή της με την πεζογραφία, γράφει ο Πυλαρινός, τοποθετείται στο τέλος της πρώτης τριακονταετίας του 20ου αιώνα. Το πολυσέλιδο πεζογράφημά της «Το όνομα του πατέρα» (1924-1925) δημοσιεύτηκε  σε συνέχειες στα Κερκυραϊκά Νέα.  Τελικώς το είδος πεζογραφίας που της ταίριαζε ήταν το διήγημα, εκτενές ή όχι.

Ο Πυλαρινός κατανέμει το έργο της σε περιόδους. Η πρώτη είναι η νεανική περίοδος με τις πρώτες δημοσιεύσεις σε περιοδικά της εποχής και στο Ημερολόγιο της Εφημερίδος των Γυναικών. Στη δεύτερη πεζογραφική περίοδο περιλαμβάνονται οι συνεργασίες της στον Νουμά και τα διηγήματα του σαλονιού, όπου θίγεται η «σοβούσα κοινωνική παθογένεια». Στα διηγήματα αυτής της περιόδου η Δεντρινού ασχολείται με τη «νέα γυναίκα της υποκρισίας, της επίδειξης, της φιλοχρηματίας, του σνομπισμού και της ματαιοδοξίας» αλλά και με την ώριμη γυναίκα, μητέρα, θύμα. Κι ακόμα στη θεματολογία της υπάρχουν οι ψεύτικοι έρωτες, η προικοθηρία, οι γάμοι από υπολογισμό και συμφέρον, θέματα γενικώς οικογενειακά,  στα οποία η συγγραφέας  επιχειρεί πάντα να αναδείξει το πρόβλημα. Όσο για τα θέματα που σχετίζονται με την τιμή, την προδομένη αγάπη, τη διαφθορά και την πίστη, ο Πυλαρινός τα αποδίδει στη σχέση της με τον Θεοτόκη και το έργο του Η τιμή και το χρήμα.

Στην τρίτη περίοδο ανήκει και η συνεργασία της με τον Θεοτόκη και η έκδοση από κοινού του περιοδικού της Κερκυραϊκής Ανθολογίας, το οποίο όμως δεν προσήλκυσε συνεργάτες και δεν κατάφερε να αντέξει στον αθηναϊκό ανταγωνισμό. Στα διηγήματα αυτής της περιόδου η Δεντρινού «εκπροσώπησε συνεπώς και πάλι το γυναικείο φύλο, προβάλλοντας τα πάθη αλλά και τα αιτήματά του». Γυναίκες πάσης κοινωνικής κατηγορίας, ηλικίας και παιδείας, καταδυναστευμένες στο γάμο τους, με ερωτικά πάθη, παράνομες αγάπες  και κυρίως  άκληρες με πολλά δεινά, γίνονται ηρωίδες της. Το σημαντικό είναι πως σ’ αυτής της περιόδου τα διηγήματα η Δεντρινού «έφτασε στις καλύτερες πεζογραφικές στιγμές της». Οι συνθετικές ικανότητές της φαίνονται και στα έργα, στα οποία τα σκηνικά της πόλης και της εξοχής εναλλάσσονται «με την αποδέσμευση του λαού της υπαίθρου από τον άρχοντα – δυνάστη του και τη διάχυσή του στον αστικό χώρο, όπου επρόκειτο να αντιμετωπίσει νέα προβλήματα».  Για τα διηγήματα και αυτής της περιόδου ο Πυλαρινός, πέραν των άλλων επισημάνσεων βρίσκει και τις εκλεκτικές συγγένειες της Δεντρινού άλλοτε με τον Παπαδιαμάντη, άλλοτε με τον Λασκαράτο κι άλλοτε με τον Θεοτόκη.

Στη νουβέλα «Ο Εξαγνισμός», ο Πυλαρινός σημειώνει ότι η  Δεντρινού  συμπλέκει με μεγάλη τόλμη «τη δεισιδαιμονία με την αναπαραγωγική δύναμη και το ένστικτο, επηρεασμένη προφανώς από τις πρώιμες για την ελληνική πραγματικότητα ψυχαναλυτικές θεωρίες», αλλά και από άποψη μορφής  ότι  αποτελεί «εξαίρεση των αφηγηματικών τεχνικών… εξαίρεση ποσοτική και ποιοτική».

Στα τελευταία διηγήματά της είναι εμφανής η κάμψη, με τις θεματικές επαναλήψεις, τη μικρή ή μεγαλύτερη φόρμα. Ωστόσο, το επί σαράντα χρόνια διάσπαρτο σε περιοδικά, σε όλη την Ελλάδα,  έργο της αποκαθιστά τη σημασία της ως πεζογράφου,  δίνει την ευκαιρία να αποτιμηθεί η κερκυραϊκή παραγωγή της,  να αναφανεί η ανταγωνιστική σχέση με την Αθήνα, να παρακολουθηθεί η εξέλιξη του γλωσσικού ζητήματος και να συμπληρωθεί το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα με στοιχεία αντλημένα από έργο της. Ο τόμος, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του βιβλίου, είναι έκδοση  της  Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του  Ιδρύματος  Κώστα και Ελένης Ουράνη, και τούτο, καθώς και ο ίδιος ο Πυλαρινός,  αποτελεί εγγύηση για την ποιότητά του.

Συμπληρωματικό, σ’ αυτό, είναι Το Λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού (Εκδόσεις Ειρμός, 1989) του οποίου η σημασία επαναξιολογείται σήμερα με το πρόσθετο υλικό που κομίζει και ας προηγήθηκε 23 χρόνια, πράγμα που αφενός δείχνει την μακρόχρονη ενασχόληση του Πυλαρινού με την Δεντρινού και αφετέρου μας προσφέρει μια πιο ανάλαφρη εικόνα εκείνου που πραγματεύεται στο βιβλίο με τα Διηγήματα. Το είδος – το λεύκωμα-  ήταν «πρώτης ανάγκης», μέσο διασκέδασης και χώρος συναισθηματικής εκτόνωσης, κυρίως για τις γυναίκες, επειδή ήταν περιορισμένες. Με τις κοινωνικές αλλαγές ο ρόλος του συν τω χρόνω εξαφανίστηκε. Παρόλα αυτά,  φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα του παλιού καιρού ανακαλύπτουμε θησαυρούς. Ο Πυλαρινός μας δίνει την εξέλιξή του από τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και εξής και διασχίζοντας τον ρομαντισμό του 19ου  αι. και φτάνοντας προς το τέλος του στη γενιά του 1880. Ο χρόνος που πέρασε, με τις κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές αλλαγές,  άφησε και στο λεύκωμα τα σημάδια του. Πάντως τα λευκώματα τελείωσαν με το πέρας της ρομαντικής εποχής και όσα παρέμειναν το οφείλουν στους επιφανείς, κυρίως γυναίκες, που τα έγραψαν. Ο Ψυχάρης τα θεωρεί καθαρά γυναικείο χώρο, ο Λ. Πολίτης συμφωνεί πως οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας κρατούσαν λεύκωμα και ο Ραγκαβής υποστηρίζει πως λευκώματα κρατούσαν γυναίκες όλων των ηλικιών. Σ’ αυτά έγραφαν ποιητές και καλλιτέχνες, πολιτικοί, επιφανείς και μη. Οι αφανείς, συχνά, επεδίωκαν να φιγουράρει το όνομά τους  πλάι στα ονόματα των επιφανών.  Οι κανόνες του παιχνιδιού επέτρεπαν να κολληθεί και ταχυδρομημένο αυτόγραφο  σε σελίδα του λευκώματος, πράγμα που στην Δεντρινού συμβαίνει συχνά και συχνό φαινόμενο, επίσης, ήταν και οι πνευματικοί διαξιφισμοί. Αφιερώσεις, γνώμες, στίχοι καταχωρίζονται ενυπογράφως. Γλώσσα η καθαρεύουσα, εφόσον το λεύκωμα ήταν δημιούργημα του ρομαντισμού, αλλά και η δημοτική σε «ευδιάκριτη πάλη»,  δίνει με τον αγώνα της τη μικρογραφία της εποχής.

Κι επειδή ο ρομαντισμός που εξέθρεψε το λεύκωμα,  εκφράστηκε ως ποίηση σε αντίθεση με την πρόζα, η ποίηση είναι περισσότερη. Ο Αχιλλέας Παράσχος παίζων, συνθέτει «Αισθήματα, πλην έμμετρα, ουχί πεζά· εχθαίρει/ το πεζικόν». Ο Ραγκαβής αρνούμενος να γράψει, συνθέτει: «Στίχους ζητείς ; αδυνατεί ο νους μου προς ποιήσεις./ Είναι βωβός ο θαυμασμός, το αίσθημα επίσης» (όπου βέβαια  με τη φράση «προς ποιήσεις» αφήνει να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να προσποιηθεί).  Ο Σ. Περρής επίσης: «… φυλλολογών το λεύκωμα ως περασμένους χρόνους/ θέλεις μετρή τετράστιχα μ’ απηυδησμένους στόνους» (όπου ο ποιητής με το «φυλλολογώ» τραμπαλίζεται ανάμεσα στο φιλολογώ και φυλλομετρώ αφήνοντας να εννοηθεί η ανία του). Όσον αφορά τον πεζό λόγο των λευκωμάτων αυτός αποτελείται από γνώμες, αποφθέγματα, ευχές, αφιερώσεις.  Αναφέρονται δύο επιφανή λευκώματα. Το ένα είναι της Ευρυδίκης και το άλλο του Ολιβιέ. Το δεύτερο περιέχει γνώμες, ρητά και άλλα αντιπροσωπευτικά αξιωμάτων, λειτουργημάτων και επαγγελμάτων διαπρεπών ανδρών. Με το τέλος του ρομαντισμού κάνει την εμφάνισή της δυναμικά και η σάτιρα. Ωστόσο, η μελαγχολική διάθεση, η αγωνία μπροστά στο κενό, η αποδημία, η μετανάστευση, ο χωρισμός, δεν υποχωρούν. Φυσικά και  η νοσταλγία των περασμένων: «Πίνε τσάι με λεμόνι κι ενθυμού μη με λησμόνει».

Ο Πυλαρινός κατατάσσει τα περιεχόμενα σε δεκατρείς κατηγορίες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα Περί έρωτος και αγάπης,  Περί πατρίδος, Περί θανάτου, Η νιότη και τα γερατειά, Το παρελθόν και το παρόν, σκέψεις, γρίφοι, ζωγραφικά έργα και πολλά άλλα.

Η Ειρήνη Α. Δεντρινού, της οποίας διεξοδικώς παρακολουθήσαμε στον τόμο με τα Διηγήματα, μορφωμένη, και γλωσσομαθής, συνεργάτης στην Εφημερίδα των Κυριών της Καλλιρρόης Παρρέν, μυημένη στον φεμινισμό, με κύκλο επιφανών γύρω της, αρχίζει να κρατά Λεύκωμα  με πρώτη καταγραφή στις «12 του θεριστή του 1899»  και τελευταία  στις 12-7- 1917. Στο διάστημα των δεκαέξι χρόνων θα γίνουν σ’ αυτό πολλές και σημαντικές  καταγραφές. Όπου ταξίδεψε η Δεντρινού το είχε μαζί της. Στην Καλαμάτα, στην Κέρκυρα, αλλά, όπως είπαμε, συμπληρώνεται και δι’ αλληλογραφίας. Εκεί,  λοιπόν, ο «φυλλολογών», ήτοι ο φυλλομετρών,  θα βρει αφιερώσεις πεζογράφων και αποσπάσματα από το έργο τους, ποιήματα (του Παλαμά π.χ.), παιχνίδια με το όνομα, ποιήματα, επιστολές με φιλολογικό ενδιαφέρον, απόψεις για το γλωσσικό ζήτημα. Συνοψίζοντας  τα χαρακτηριστικά του ο Πυλαρινός, παρατηρεί: α) τη δημοσιογραφική παρουσία και το συσχετισμό με την καθαρεύουσα. β) ότι τα ποιητικά κείμενα είναι γραμμένα στη δημοτική και επηρεασμένα από τη γενιά του 1880. γ) ότι η Αθήνα είναι το πνευματικό κέντρο της χώρας και πόλος έλξης των πνευματικών ανθρώπων. δ) ότι το ύφος και το ήθος των νέων τάσεων είναι έντονο. ε) ότι τα  ρομαντικά κατάλοιπα συμπλέκονται με τις νέες ιδέες, οπότε φαίνεται και η μετάβαση από τη ρομαντική εποχή στην διάδοχό της. στ) ότι το πατριωτικό στοιχείο είναι εμφανές. Και ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι η απουσία από το λεύκωμα σπουδαίων ανθρώπων με τους οποίους είχε, ωστόσο, φιλικές σχέσεις η Δεντρινού.

Ακολουθούν οι σελίδες του λευκώματος με φωτογραφική απεικόνιση της χειρόγραφης σελίδας, με τους γραφικούς χαρακτήρες και την επιμελημένη καλλιγραφία, απέναντι από την  τυπωμένη. Ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια και η ευγένεια που επιδεικνύουν οι υπεύθυνοι περιοδικών, όταν αρνούνται συνεργασία. Επίσης, τις σελίδες του βιβλίου διανθίζουν επιστολικά δελτάρια με εικόνες εποχής της Κέρκυρας, κτήρια και εξοχές. Κυρίως, όμως, μας συγκινούν πράγματι, τα κείμενα, μερικά των οποίων, ποιητικά ή πεζά, είναι αριστουργήματα μια άλλης εποχής. Μιας εποχής ήθους, ευγένειας και ανθρώπων με αληθινή μόρφωση. 

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Θεοδόση Πυλαρινού: Η ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


Διονύσης Σέρρας
Στο κοινόβιο του μοναχού μαζί...
εκδόσεις Επτανησιακά Φύλλα

[...] και να καλέσω σ' εκείνο το πάρτι
να 'ρθουν τα πιο καλά παιδιά
Λουκιανού Κηλαηδόνη, «Το πάρτι»

Έρχονται ώρες δειλινού για τους ποιητές, στιγμές νηφάλιας αποτίμησης της επώδυνης μοναχικής πορείας τους. Πρόσφατα, μας μετέφερε Στη νήσο των Μακάρων, των εν όπλοις και διαχρονία ομοτέχνων του, ο ποιητής Νάσος Βαγενάς. Επειτα, ήλθε η συλλογή του Διονύση Σέρρα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Στο κοινόβιο του μοναχού μαζί..., απολογιστική και αυτή του μονήρους βίου των μοναχικών εραστών της Μούσας. Ο τοπικός προσδιορισμός με τον οποίο αρχίζει ο τίτλος και των δύο συλλογών, είναι δηλωτικός του χώρου της τελικής ενδιαίτησης, τόπου καθοσίωσης και τελεσίδικης επιλογής. Είναι τα Ηλύσια Πεδία, ο Παράδεισός τους, ο Κήπος της δικής τους Εδέμ.

Ο Σέρρας σε 26 πεζόμορφα ποιήματα με σποραδικές εσωτερικές ψευδομοιοκαταληξίες, αρχίζοντας πάντοτε με το συνοδευτικό μόριο με, επισημαίνει τους εκλεκτούς της διαδρομής και τους ποθεινούς συνοδοιπόρους της συνέχειας της πορείας ως της σκιόφωτης πορείας τη στροφή ή της διασταύρωσης το μαύρο σήμα.

Προηγείται το «Εισ-οδικό», ποίημα ποιητικής, δείκτης του είδους και του (απο)λυτρωτικού σκοπού της οδοιπορίας:

Άσκησης λόγος στο χαρτί
σαν κόσμου δίσημου υφάδι-
με κομποσχοίνι (δάκρυ-δάκρυ) μοναχού
από τη γέννα ώς την παύση του σφυγμού
ν' αργομετράς τη διαδρομή
γι' αυγής ή ξέφωτου σημάδι.

Έπονται τα ποιήματα που καταγράφονται οι συμπαραστάτες του, σε μια παρουσίαση προσώπων, των ιδιοτήτων τους και των συναισθηματικών φορτίσεων που γεννιούνται από τις συνθήκες, έξαρσης ή κατάπτωσης, του ταξιδιού.

Είναι ετερόκλιτα τα πρόσωπα των φοιβόληπτων συνοδιτών του Σέρρα, επώνυμα και ανώνυμα: Σολωμός, Ελύτης, Ρεμπώ, Αλέξης Τραϊανός, Σαχτούρης, η «ακοίμητη» Σαπφώ, καθώς και πολλοί ανώνυμοι ή μη κατονομαζόμενοι ποιητικοί σύντροφοι. Και μεταξύ των επωνύμων ή ανωνύμων αγίων του, αυτοκτόνοι, καταραμένοι, αντιστασιακοί «στη στρατιά της Δυναστείας και τους υπήκοους της Αφασίας», οιστρήλατοι οραματιστές, καταφρονεμένοι ονειροπόλοι, προφήτες, ορφικοί και μύστες, ηδυπαθείς και αισθησιακοί, παραβάτες των συμβάσεων, βιαστές της Λογικής.

Πολυποίκιλα είναι και τα αισθήματα και τα συναισθήματα διαρκούσης της πορείας, με στιγμές αναδύσεων και φωτογονίας, αντιστάσεως, καταδίκης και καταφυγής, ηδυμέλειας εν ιερουργία, αναμονών, συναθροίσεων και μεταστάσεων, συνωδίας.

Ένα μόνο δείγμα, σε στιγμές «Φωτογονίας» και με την αφιέρωση: «Του Σολωμού, για τ' "αλωνάκι" του», αναφορά στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» και διακειμενική ένδειξη στο επίγραμμα «Εις Φραγκίσκα Φραίζερ»:

- με όσους δάκρυ γέννας (ώς τον θάνατο) τους
συνοδεύει τις νύχτες τους χαράζοντας γι'
αφές Λαμπρής σταυρούς ή γέρνοντας σε
κόψης γη μ' ολόχρυση την πέτρα νιώ-
θουν ν' αλέθουνε για φως (του Χρέους πο-
λιορκισμένοι) στα σωθικά του πάθους
πειρασμούς

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Θεοδόση Πυλαρινού: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΤΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΛΑΤΑ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 803-819]

Όταν η ζωή και το έργο ενός ιεράρχη γίνεται αντικείμενο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, είναι προφανές ότι έχει επιδείξει αυτός ιδιαίτερα θεοφιλή ζήλο ή έχει αναπτύξει λαοτελή προσφορά, ότι διακρίθηκε για τις χριστιανικές αρετές του ή ότι έχει προσφέρει στην παιδεία, τη φιλανθρωπία, την ελευθερία του χώρου της διαποίμανσής του. Διότι η λογοτεχνία δεν επιλέγει εική και ως έτυχε, δεν την ενδιαφέρει η εγκυκλοπαιδικής φύσεως πληροφορία ούτε η απλή ιστορική τοποθέτηση• έρχεται για να παραδειγματίσει, εξαίροντας ό,τι προκάλεσε αίσθηση στην κοινωνία, και για να προβάλει, με εύλογες δόσεις μυθοπλασίας, πρόσωπα ή γεγονότα με ιδιαίτερη ανθρωπιστική, κοινωνική ή εθνική προσφορά.
Η θεολογική συνάντηση δύο σημαντικών μορφών της Ορθοδοξίας του φθίνοντος 19ου αιώνα, του αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα (1835-1894) (1), εκδότη της πρωτοποριακής θρησκευτικής εφημερίδας Σιών, ο οποίος κατέλαβε τον επισκοπικό θρόνο της Ζακύνθου στα 1884, και του μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού Οικονομίδη (1833-1886) (2), αποτέλεσε την αφορμή της διεξαγωγής ενός σύντομου αλλά ουσιαστικού διαλόγου, από τις στήλες της προαναφερθείσας εφημερίδας που εξέδιδε ο πρώτος. Ο επιστολικός αυτός διάλογος, εκκλησιολογικού χαρακτήρα, με ποιμαντικές, εκλαϊκευτικού και ηθοπλαστικού χαρακτήρα, απόψεις των δύο ιεραρχών, αποτέλεσε παράλληλα αφορμή για να γνωστοποιηθούν στην Κύπρο συγκεκριμένες θέσεις τους, και μέσω αυτών η φιλοπατρία, το ήθος και το ενδιαφέρον των δύο ανδρών για την πρόοδο του ποιμνίου τους.
Με κίνητρο τον διάλογο αυτό και για να προβληθεί η εκκλησιαστική πολιτεία τους και η φήμη που απέκτησαν από το όλο έργο τους, κυρίως δε η λαϊκή έξωθεν καλή μαρτυρία και αγάπη προς το πρόσωπό τους, θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια όσα γράφτηκαν για τον θάνατο του Κυπριανού αφενός, από τις κυπριακές εφημερίδες της Λεμεσού Αλήθεια και Σάλπιγγα, και αφετέρου διάφορες πληροφορίες των ίδιων εφημερίδων για τον Διονύσιο Λάτα, σχετικές με την Κύπρο, καθώς και λίγα για τον θάνατό του. Τα τελευταία απέρρευσαν από τη σχέση του με τον Κυπριανό, τα οποία και τον έκαναν γνωστό στον κυπριακό χώρο.
Πριν όμως παρακολουθήσουμε αυτά, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι τα κυπριακά έντυπα ανέκαθεν, από το 1878 και εξής, αντιμετώπιζαν ομοιοπαθητικά και οιονεί αγαπητικά τον επτανησιακό χώρο. Είτε η περίπτωση του Γλάδστωνα (3), που ευνόησε την Ένωση της Επτανήσου, είτε η ιδεολογία και η πολιτική του ριζοσπαστισμού (4), που προβλήθηκε από μερίδα των Κυπρίων ως μοντέλο για την επίτευξη της Ένωσης και της Κύπρου με την Ελλάδα, είτε οι αναφορές και οι νεκρολογίες (5) για μεγάλες μορφές του αγώνα των Ιονίων, είτε ακόμη η συμπαθητική στάση των Κυπρίων προς τους χειμασθέντες από τους καταστροφικούς σεισμούς Ζακυνθίους (6), καταδεικνύουν, σε κάθε περίπτωση, την ιδιότυπη εθνική σχέση Κύπρου και Επτανήσου, κατά την οποία τα Ιόνια Νησιά αποτέλεσαν φάρο ελπίδας για τους Κύπριους. Και πέραν τούτων όμως, είναι πολλές οι δημοσιεύσεις των κυπριακών εφημερίδων, οι αναφερόμενες για τους ίδιους λόγους στην ιστορία της Επτανήσου, ως προτύπου και πάλι, η μελέτη της οποίας θα μυούσε τους αναγνώστες τους στις επιτυχείς ενωτικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές παρυφές του ελληνισμού.
Η βραχύβια, λόγω του θανάτου του Κυπριανού, αλληλογραφία των δύο αρχιερέων άρχισε με πρωτοβουλία του Κύπριου ιεράρχη. Γνωρίζοντας αυτός το ανανεωτικό πνεύμα της Σιών του Διονυσίου Λάτα (7), ιδίως δε τις θέσεις του περί παιδείας του κλήρου και αξιοπρεπούς διαβίωσης των κληρικών, έστειλε στις 13-8-1886 εκτενή επιστολή του στον Διονύσιο, αναφέροντας τις σκέψεις του, που τις καταχωρίζουμε περιληπτικά, αφού πρώτα αποδώσουμε αποσπασματικά τις κρίσεις της Σιών, οι οποίες προτάχθηκαν της επιστολής Κυπριανού (8):

Προ τεσσάρων μηνών ο Μητροπολίτης Κιτίου (Κύπρου) Κυπριανός έπεμψεν επιστολήν προς τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου Διονύσιον, τον και Συντάκτην της «Σιών» εν η εκτίθησι την επικειμένην ανάγκην τυπικών μεταρρυθμίσεων εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία. Συνεννοούμενος δε μετ’ αυτού προέτρεπεν αυτόν να προβή εις ώριμον σκέψιν και ούτω να διενεργήσωσιν αμφότεροι συνεννόησιν μετ’ άλλων συναδέλφων Αρχιερέων, και βαθμηδόν, πολλών συνεννοηθέντων, να καθυποβάλωσι τας σκέψεις αυτών εις τους αρχηγούς Πατριάρχας και τας Ιεράς Συνόδους και τοιουτοτρόπως να επέλθη πρακτικόν αποτέλεσμα. Αλλά μόλις αντήλλαξαν οι δύο ιεράρχαι [,,,] δύο επιστολάς, και επήλθεν ο άωρος θάνατος του Μητροπολίτου Κιτίου Κυπριανού. Τούτο ελύπησε σφόδρα τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου, επειδή εστερήθη η Εκκλ. λειτουργού όχι μόνον πεπαιδευμένου, αλλά και έμπλεω ευσεβών αισθημάτων και χριστιανικών αρετών, διανοουμένου σοβαρώς περί των εκκλησιαστικών ημών πραγμάτων, και ενδιαφερομένου σπουδαίως περί της ανυψώσεως της σχεδόν ήδη πεπτωκυίας υπολήψεως της Εκκλησίας. Μετά τον θάνατον του αοιδίμου Κυπριανού η «Σιών» κρίνει εύλογον να δημοσιεύση τας δύο ταύτας επιστολάς αμφοτέρων των Ιεραρχών […] εξ ων δύνανται οι αναγνώσται να λάβωσι πρακτικάς ιδέας περί της σημερινής καταστάσεως της Εκκλησίας, και περί του ενδιαφέροντος, το οποίον οφείλει πας ορθόδοξος χριστιανός και αληθής Έλλην να δεικνύη προ πάντων σήμερον υπέρ της σωτηρίας της Εκκλησίας εξ επικειμένου κινδύνου. […] Έκρινε δε εύλογον η «Σιών» να δημοσιεύση τας επιστολάς ταύτας εις το πρώτον φύλλον του Ζ΄ έτους της εκδόσεως αυτής, επειδή αι επιστολαί αύται δύνανται να θεωρηθώσι ως νέον πρόγραμμα της «Σιών», ανακεφαλαιούν, […]
τον σκοπόν, δι’ ον η εφημερίς αύτη από εξ ήδη ετών εκδίδοται, και θέλει εκδίδοσθαι εν όσω ο Συντάκτης αυτής υπάρχει εν τοις ζώσιν.

Καταχωρίσαμε το εισαγωγικό αυτό κείμενο για να φανεί η σοβαρότητα των προθέσεων της Σιών, ουσιαστικά του συντάκτη της αρχιεπισκόπου Λάτα• η ποιότητα των αλληλογραφούντων, αλλά και η σημασία μιας τέτοιας συνεργασίας που την διέκοψε ο πρόωρος θάνατος του Κυπριανού. Κυρίως όμως παρατέθηκε ως ερμηνευτικό, ως ευρέως νοούμενο περικειμενικό υλικό, από κοινού με τις επιστολές των ανδρών, για την κατανόηση του περιεχομένου των λογοτεχνικών κειμένων που θα ακολουθήσουν.
Η επιστολή Κυπριανού πέραν των ολίγων βιογραφικών στοιχείων (9) εστιάζει στα ακόλουθα «σπουδαιότατα ζητήματα», κεντρικός στόχος των οποίων είναι η συνένωση των δυνάμεων των ομοδόξων χριστιανών, στην Ελλάδα και την Κύπρο (10) για την επίτευξή τους. Επισημαίνει, λοιπόν, «την κενότητα των Ναών», που την αποδίδει α) στη μακρότητα των ακολουθιών και β) στο οχληρότατο ύφος των ψαλτών. Τη θρησκευτική αδιαφορία των καιρών του την αποδίδει, αιτιολογημένα πάντοτε και με παρρησία, στην απαιδευσία των κληρικών (11). Θεωρεί ως μέσο θεραπευτικό την προσέλκυση κληρικών μορφωμένων διά της καθιερώσεως αξιοπρεπών μισθών, ιδίως για τους εγγάμους οικογενειάρχες εξ αυτών. Και περαιτέρω όμως, προτείνει σύντμηση των ακολουθιών και περιορισμό των νηστειών (12), δείγματα αυτά της οξύνοιάς του, που τον έκανε να υπερβαίνει τους τύπους, αποβλέποντας στην ουσία. Προτείνει ακόμη και την περικοπή του μεγάλου αριθμού των εορτών (13).
Ο Κυπριανός, πολυσχιδής μορφή και νους πολιτικός (14), κινήθηκε με βήματα λελογισμένα, απευθυνόμενος στον Διονύσιο, γιατί διέβλεπε ότι τον διακατείχαν παρεμφερείς σκέψεις και αγωνίες. Διότι γνώριζε τις σκέψεις του από τη Σιών. Πολιτικές, ωστόσο, είναι οι κινήσεις του ως προς τον τρόπο ενεργείας. Τον απασχολεί α) να μη προκληθούν οι πιστοί, β) να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες με κέντρο την Αθήνα, γι’ αυτό και αφήνει τις πρωτοβουλίες στον Λάτα, και γ) μετά από σύντονο προγραμματισμό να απευθυνθούν και στην Κωνσταντινούπολη:

[…] Τοσαύτα, φίλη κορυφή, προς το παρόν. Δεν μοι επιτρέπει το εκτάκτως δι’ Αρχιερέα πολυάσχολον να προβώ εις λεπτομερείας περί του καταλληλοτέρου […] τρόπου της άνευ σκανδάλου εισαγωγής (15) της μεταρρυθμίσεως ταύτης• […] είσθε εντριβής περί τα ιερά ημών βιβλία, εξ ων θα αντληθώσι τα επιχειρήματα, άτινα θα εφησυχάσωσι τας θρησκευτικάς συνειδήσεις του λαού μας κατά την μεταρρύθμισιν ταύτην. […].

Η απάντηση του Διονυσίου Λάτα στα γραφόμενα και προτεινόμενα υπό του Κυπριανού έχει ενδιαφέρον για τις επιφυλάξεις του, διότι γνωρίζει μετά βεβαιότητος ότι θα εγερθούν από συναδέλφους τους αντιρρήσεις. Χαίρεται (16) διότι συμφωνούν με την αναγκαιότητα για αλλαγές (17), αλλά φοβάται τον πιθανό σάλο που μπορεί να ξεσπάσει
(18):

[…] Αλλ’ εκείνο το οποίον έχω να αντιτάξω, αφορών εις την επιτυχίαν και την πραγματοποίησιν της ιδέας, ην συνελάβετε, και ην εγώ και άλλοι προσέτι συνάδελφοι προ πολλού κατέχομεν και διατρέφομεν, είναι, ότι πολλοί, όχι ολίγοι των ημετέρων συναδ[έλ]φων, όχι μόνον δεν θα εννοήσωσιν ημάς, αλλά τουναντίον και θα αντιπράξωσι, λέγοντες και επιμένοντες, ότι τα της Εκκλησίας καλώς έχουσι. […]
αλλ’ όταν όχι μόνον δεν παρουσιάζη θέλγητρα, αλλά παρουσιάζη [η Εκκλησία] και ελλείψεις, τίνι τρόπω και ποία δυνάμει θα προσελκύση εις εαυτήν τους αποπλανηθέντας;
Αυτό είναι το σημείον
[…] εις το οποίον θα συγκρουσθώμεν, και εν τω οποίω θα ναυαγήσωμεν. […].

Ο Κυπριανός πέθανε το 1886, επάνω στη μεγάλη ακμή του. Η προσφορά του, ποιμαντική, κοινωνική και εθνική υπήρξε προφανώς τεράστια, αν κρίνει κανείς από τις εκδηλώσεις πένθους που έγιναν μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του, αλλά και από το λογοτεχνικό υλικό που συσσωρεύθηκε, πλούσιο ελεγειακό τεκμήριο, αφού η λογοτεχνία επισφραγίζει και δικαιώνει την κοινωνική παρουσία των μεγάλων μορφών. Η Σάλπιγξ της Λεμεσού ανήγγειλε
(19):

[…] την Τρίτην εις τας 10 και ¾ π.μ. εξεμέτρησε το ζην ο δημοφιλής ιεράρχης, ο ακάματος της πατρίδος προασπιστής, ο αήττητος υπέρμαχος του δικαίου, ο ιερός λάτρις των Μουσών, ο την ψυχήν του θύσας υπέρ της πατρίδος του. […] Απέπτη λοιπόν ο ιερός ούτος κύκνος ο αεννάως [sic] μέλπων χαρμόσυνα τη πατρίδι άσματα. Εσίγησε λοιπόν ο μελίρρυτος εκείνος λάρυγξ ο φρουρός της δικαιοσύνης και ο κήρυξ της αρετής. Εδεσμεύθη λοιπόν η ηδύφθογγος αύτη γλώσσα η κατακεραυνώσα την τυραννίαν κασι χαληναγωγούσα [sic] τον δεσποτισμόν. […]

Όσο και αν διακρίνει κανείς έντονη τη συγκινησιακή φόρτιση, όμως οι χαρακτηρισμοί για τον άνδρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί αποδίδουν την εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη πολυσχιδία, την αρετή, το αδιάφθορο του ήθους και τον πατριωτισμό του. Οι αναφορές στο έργο του είναι πολλές στο κείμενο της Σάλπιγγος στη συνέχεια, αξίζει όμως να τονισθεί η επισήμανση των υποθηκών που άφησε ως θρησκευτικό και εθνικό πρότυπο στην Κύπρο ο Κυπριανός. Στο ρεπορτάζ από την κηδεία του καταφαίνεται η εντύπωση που προκάλεσε το απαίσιο συμβάν στη Λεμεσό, καθώς και όσα πένθιμα τελέσθηκαν κατ’ αυτήν (20). Αν αναζητήσει κανείς κάποιο παράλληλο, ίσως βρει ομοιότητες με όσα συνέβησαν στην Κέρκυρα, όταν αναγγέλθηκε δημόσια ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού, τα οποία και συνοδεύθηκαν από ποικίλα θρηνητικά ποιήματα για τον νεκρό (21). Τέτοια κείμενα γράφτηκαν και για τον Κυπριανό, επειδή ακριβώς ο ρόλος του είχε υπερβεί τα περιγεγραμμένα ποιμαντικά όρια και ως εκ των συνθηκών είχε λάβει εθνικό χαρακτήρα. Όσο και αν είναι επισφαλής αρωγός της λογοτεχνίας η επικαιρότητα, λόγω της έντονης συναισθηματικής φόρτισης που την διακατέχει, όμως δεν μπορεί να μη διακρίνει κανείς την αλήθεια των έμμετρων αυτών κειμένων, των ποικίλων ελεγείων που γράφτηκαν για τον νεκρό Κυπριανό, τα οποία και αποτελούν το κεντρικό σημείο της μελέτης μας αυτής.
Αρχικά θα παραθέσουμε δύο ποιήματα, τα οποία έφεραν οι δύο στέφανοι, ο πρώτος ελαίας και ο δεύτερος δάφνης, που κατέθεσαν στον τάφο του μεταστάντος οι μαθήτριες του Παρθεναγωγείου της Λεμεσού. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να λεχθεί ότι η σύνθεσή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον κάλαμο της Πολυξένης Λοϊζιάδος, διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, πρώτης σημαντικής γυναίκας ποιήτριας της Κύπρου και σπουδαίας παιδαγωγού. Στην κηδεία του Κυπριανού, πέραν της συμμετοχής της ως διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, έφερε κατά την εξόδιο πομπή και το στεφάνι της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου Σκάλας, ως αντιπρόσωπός της (22). Η ταύτισή τους είναι βέβαιη, εφόσον τα ποιήματα αυτά –τεκμήριο της ποιότητάς τους και της προτίμησης της Λοϊζιάδος- έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογή ποιημάτων της Ίριδες (εν Αθήναις 1901) (23), συλλογή η οποία εμπεριέχει τα καλύτερα έργα τής προ του 1901 ποιητικής παραγωγής της, βραβεύθηκε δε στην Κυπριακή Έκθεση του 1901, στην Αθήνα
(24).
Επάνω στο στεφάνι της ελαίας (χωρίς τους τίτλους των ποιημάτων, οι οποίοι προστέθηκαν στην έκδοσή τους στις Ίριδες), στεφάνι που σηματοδοτούσε το ειρηνικό, το κοινωνικό και ανθρωπιστικό έργο του Κυπριανού, είχε αναγραφεί:

Το άστρον του μετώπου σου σβύνει κι’ ήλιος σκιάζει!
Την φρόνησίν Σ’, Αθάνατε, το σάβανον σκεπάζει!
Μ’ ολοφυρμούς η έρημος Πατρίς Σε στεφανόνει,
Με την φωτιάν του στήθους της Σ’ το δάκρυ της θα ληόνη.
Ως η ελαία θαλερά η μνήμη σου θα γίνη•
Το πένθος Σ’ αλησμόνητον εις γενεάς θα μείνη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύν’ η ζωή κι’ εκείνης!!!


Και στο δίδυμό του στεφάνι της δάφνης είχε αναγραφεί το λαϊκότροπο -απολύτως σύμφυτο με τη δημοφιλία που απολάμβανε ο Κυπριανός- ποίημα, αυτή τη φορά με περιεχόμενο αλλά και με διακειμενικό υπόστρωμα καθαρά πατριωτικό:

«Για δες καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να τον πάρη»
Τώρα που η πατρίς ημών μόνον είχε καμάρι.
Και πρώτον είχε στήριγμα και παρρησιά ’ς τους ξένους
(25),
Και μόνον είχε τείχισμα σ’ ημάς τους ρημωμένους!
Σήκω λιοντάρ’ ατρόμητο! φίμωσε και τον χάρον!
Σήκω! και κάμ’ Αντίδωρον Ελευθεριάς να πάρω!
Αυτήν την δάφνην η Πατρίς με δάκρυ θα ποτίζη
Αιώνια ’ς το μνήμα σου αιώνια ν’ ανθίζη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύνει ζωή κι εκείνης!!!
(26)


Και στη συνέχεια, όμως, η Μούσα δεν έπαψε να θρηνεί τον άωρο θάνατο του Κυπριανού. Λίγες ημέρες αργότερα, η Αλήθεια αναφέρθηκε στο μνημόσυνο που τελέσθηκε στη Λευκωσία (στις 14/26 Δεκεμβρίου 1886, ημέρα Κυριακή) για τον θανόντα ιεράρχη (27) και στην ίδια σελίδα του φύλλου αυτού δημοσιεύθηκε το επόμενο αρχαιοπρεπές επιτύμβιο του γνωστού δικαστή Βαρωσίων, λογίου, αρχαιολόγου και ποιητή Χρ. Παπαδοπούλου. Τίτλος του «Επιτύμβιον τω γεραρώ και αειμνήστω Ιεράρχη Κιτιέων Κυπριανώ» και τοπική ένδειξη: «Εν Βαρωσίοις»:

Αι, αι, κάτθανες, ω Κυπριανέ κλυτέ, κύδος Κύπρου,
Πιερίδων θεράπων πάσιν αειδόμενε,
Ος σοφίης λύχνω τηλαυγέι πάγχυ φαείνων,
Αχλύν αϊδρείης πουλύν απεσκέδασας,
Έμπης δε δνοφερόν θανάτου, φευ, άημ’ επιβρίσαν,
Έσβεσεν εξ απίνης σείο λύχνον βιότου.

Στο φ. 309 της Αληθείας (3/15-1-1887, σ. 3-4) δεν υπάρχουν ποιητικές καταθέσεις, αλλά δύο πολύ διαφωτιστικά και με λογοτεχνικές αξιώσεις πεζά κείμενα. Το πρώτο εκ Λονδίνου προερχόμενο και με τα αρχικά Ι.Κ. υπογραφόμενο, χρονολογημένο στις 15/27 10βρίου 86, με την προλογική αναφορά: «[…] ουδέ θα λήξη ατυχώς προ του βίου μας η περίοδος του να τον θρηνώμεν», αναφέρεται στην αρετή του Κυπριανού, στη βοήθεια που έδινε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (28), στην αμέριστη αρωγή του για την πρόοδο της παιδείας (29), στην επιστημοσύνη του (30). Και, ακόμη, στην προσήνεια και το φιλολαϊκό ήθος του, στην ικανότητα, τέλος, της επικοινωνίας που τον διέκρινε, με τον απλό κόσμο.
Το δεύτερο κείμενο είναι η ομιλία του διδασκάλου Πολ. Χρηστοπούλου, που εκφωνήθηκε στο μνημόσυνο του ιεράρχη στον ναό της Αγίας Παρασκευής στη Λάπιθο. Δεν θα εμμείνουμε στο κείμενο αυτό, θα παραθέσουμε όμως μόνο ένα χωρίο του, όπου καταγράφονται μονολεκτικά αλλά πολύ εύγλωττα οι αρετές του:

[…] Και όντως το πράον, το φιλάνθρωπον, το προσηνές, το φιλόπατρι, το πολύπειρον, το ευφραδές, το εμβριθές, το εύτολμον, το μεγαλοφυές, […] δι’ ων ην κεκοσμημένος ο αείμνηστος Ιεράρχης, ήσαν γνωστά ουχί μόνον παρά τοις εν Κύπρω ιθαγενέσι τε και ξένοις, αλλά και παρά άλλοις πέραν αυτοίς επισημοτέροις κύκλοις. […]
(31).

Ο Χρ. Παπαδόπουλος, πληθωρικός στην ποιητική παραγωγή του, επανέρχεται λίγο αργότερα στην απώλεια του ιεράρχη με ένα πολύ εκτενές σύνθεμά του, στο φ. 311, της ίδιας έγκριτης εφημερίδας της Λεμεσού (32). Ο θάνατος του Κυπριανού είναι ακόμη πρόσφατος. Το ποίημα, με τίτλο «Ο Σεπτός και αοίδιμος Ιεράρχης Κιτίου Κυπριανός και το λόγιον ‘Την πατρίδα αγαπάτε / και κινδύνους αψηφάτε’», είναι αφιερωμένο «Τη Ιερά και Θεσπεσία αυτού Σκιά». Το ενδιαφέρον του, ωστόσο, συνίσταται στο ενυπάρχον βιογραφικό υλικό:

Α΄
Εκ του βάθους του μνημείου, συμπολίται, την φωνήν μου,
Ανυψώ και θα σας δώσω τελευταίαν συμβουλήν μου
Αλλ’ αυτή δεν είναι νέα, είν’ εκείνη την οποίαν
Σας απέτεινα ζων έτι ως χρυσήν παραγγελίαν

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Β΄
Μη οδύρεσθε διότι η σκληρά μου πνευμονία
Με αφήρπασεν εξαίφνης εις μονήν την αιωνίαν.
Αν εκπνέων ηδυνάμην λέξεις δύο να λαλήσω
Με αυτήν την συμβουλήν μου έμελλον να ξεψυχήσω.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Γ΄
Το απόφθεγμά μου τούτο, ως φιλόστοργος πατήρ σας
Σας κληροδοτώ και έστω ο γενναίος χαρακτήρ σας.
Εις του βίου τα πελάγη αταρβείς θαλασσοπόροι
Εις του κόσμου τας πλατείας διαβάται χριστοφόροι,

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Δ΄
Προσωπείον θα φορέση εύσχημον η αγυρτεία,
Και ευπάρυφος θα έλθη προς υμάς η γοητεία
Αλλ’, ω φίλοι συμπολίται, το συμφέρον προτιμάτε,
Και ουδείς εν τω παρόντι εν νηδύμω ας κοιμάται.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ε΄
Βεβυσμένοι σεις τα ώτα μεταξύ τοσούτων δόλων,
Διανύετε εμφρόνως τον του βίου δρόμον όλον.
Και αν άλλους την απάτην ποτισμένους απαντάτε,
Εις οδόν σωτηριώδη φιλαδέλφως αποσπάτε.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


ΣΤ΄
Τα προγονικά καλά σας αν τινές θα παραλύσουν,
Κ’ ελληνικήν καταγωγήν αυθαδώς θα πολεμήσουν,
Τότε, φίλοι συμπολίται, με την ούσαν δύναμίν σας,
Καταστήσατέ τα πάλιν εις αίδιον τιμήν σας.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ζ΄
Αν εχθροί της Πίστεώς μας μάχας μυστικάς κηρύξουν,
Αν ορμούν το πορφυρούν της ένδυμα να διαρρήξουν,
Αν ζητούν τους ζηλωτούς της να πλανήσωσι δολίως,
Τότε σεις τας πανοπλίας ενδυσάμενοι ανδρείως.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Η΄
Ταύτα είναι πρώτη, μέση και εσχάτη συμβουλή μου,
Εμπνευσμέν’ υπό προνοίας πατρικής και ωφελίμου.
Εις την μνήμην σας ας μένη ο Κυπριανός ακόμη,
Αν εις μέλλον φίλων τέκνων του Πατρός συμβάλλ’ η γνώμη.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.



Θα καταχωρίσουμε άλλο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στην Αλήθεια αρκετούς μήνες μετά τον θάνατο του Κυπριανού. Η αναφορά στην 3η στροφή, ότι ο παλμός της ψυχής του ιεράρχη συγκινεί ακόμη, αποδίδει, νομίζουμε, το κοινό αίσθημα και την ευγνώμονα λαϊκή μνήμη. Είναι γραμμένο στη Λευκωσία από τον Ιω. Μιχαηλίδη, φέρει τον τίτλο «Άνθη», ενδεικτικό της μεταθανάτιας τιμής προς τον νεκρό, και την περικειμενική δήλωση ότι «Αφιαιρούται (sic) τω Σεβαστώ μοι Ιεράρχη Κυπριανώ». Είναι εμφανές από τα συμφραζόμενα ότι έχει συντεθεί μετά τον θάνατό του (33):

Και πάλιν επανέρχομαι ’στον τάφον σου επάνω
Με τας σκιάς ν’ ανταμωθώ…
Την κρύα πέτρα ν’ ασπασθώ
Και μ’ άνθη να την ράνω.

Αν κι’ εβυθίζεσο συχνά ’στου χάρωνος τον σάλον
Στο έθνος έδιδες ζωήν
Κ’ εις τα αισθήματα πνοήν,
Πανσέβαστέ μοι, ψάλλων.

Και τώρα… πώς! εχώρεσε τολίγο τούτο χώμα
Την κοσμοάκουστη ψυχή,
Που ο παλμός της αντηχεί
Και συγκινεί ακόμα;

Αλλά τί βλέπω;… διατί ο τάφος σου σαλεύει
Κι’ αυτά τα άνθη μου κινεί;
Οποία πλάνη ποθεινή
Τον νουν μου κυριεύει!...

Δεν απατώμαι… αντηχεί σιμά μου η φωνή σου
Κι’ αύρα προσπνέει Παρνασού
[sic],
Ω ασπαστή τώρ’ αντί Σου
Η σεβαστή εικών σου.

Αφήσαμε τελευταία δύο ποιήματα που δημοσίευσε η Σάλπιγξ (34), επίκαιρα –είναι επιμνημόσυνα αμφότερα- αλλά ξεχωριστά. Το ένα εξ αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι ο δημιουργός του είναι ο εθνικός ποιητής της Κύπρου (35). Πρόκειται για το σύνθεμα του Βασίλη Μιχαηλίδη «Επί τω θανάτω του σεβαστού μου Κυπριανού» (36), δημοσιευμένο προ του μνημοσύνου «εις Αγ. Νικόλαον υπέρ της ψυχής του αοιδίμου αρχιερέως Κυπριανού, ιερουργούντος του Πανοσιωτ.[άτου] εξάρχου Κ. Θεοφυλάκτου»:

Την πατρίδα σου με ζέσιν
αγαπούσεν η ψυχή σου•
είχες δυστυχώς τον βίον
ακανθώδη και μικρόν,
μόλις ήμισυ αιώνα
υπερέβη η ζωή σου
και θρηνούσα η πατρίς σου
σ’ εστεφάνωσε νεκρόν.

Θα σε έχ’ η ιστορία
ανεξάλειπτον σελίδα.
Είχες έξοχον το πνεύμα
και γενναίαν την ψυχήν,
κ’ εκουράσθης κοπιάζων
και μοχθών για την πατρίδα.
Έπρεπεν αλλού ν’ ακμάσης
και εις άλλην εποχήν.

Και εις στόματα ρητόρων
εις σου λόγος ήτο πώμα•
ήσο υπέρ του δικαίου
φόβητρον τοις φοβεροίς.
Είνε άδικος ο χάρων,
έπρεπε να ζης ακόμα
έως ότου αποκτήση
όμοιόν σου η πατρίς.

Σ’ έκλαυσεν όλ’ η πατρίς σου
ως αγαπητόν υιόν της
και διά ενθύμησίν σου
δεν χρειάζετ’ ανδριάς.
Αρκεί τούτο που αφήκες
τ’ όνομά σου ’ς τον λαόν της
βράχον αντικρύ του χρόνου
και λαμπρόν ως η Πλειάς.

Το δεύτερο ποίημα, «Ελεγείον κατ’ ακροστιχίδα εις τον Πολύκλαυστον Ιεράρχην Κιτιέων Κυπριανόν», είναι του Σ. Λυσανδρίδη και έχει συντεθεί στην καθαρεύουσα. Δεν το διαπερνά ασφαλώς η λεπτή χάρη και η χαρμολύπη, με τις οποίες έδωσε πνοή στον λόγο του ο τεχνίτης Μιχαηλίδης, χάρη στην απλή καθαρεύουσα που αξιοποίησε, εμπλουτίζοντάς την με στοιχεία του απλού καθημερινού λόγου και αποδίδοντας έτσι το λόγιο θεολογικό ήθος που άρμοζε στον νεκρό, απευθυνόμενος παράλληλα και στην ψυχή του ποιμνίου του ιεράρχη με την απλότητα και το απέριττο του ύφους του. Με βυζαντινόμορφο στιλ και με μικτή γλώσσα, ο Λυσανδρίδης θέλει να μιμηθεί τους ύμνους των μελωδών και τη θεολογική πρακτική, απευθυνόμενος με άλλο τρόπο αυτός στους αποδέκτες του δικού του ποιήματος
(37):

Κύπρος συ ήτις, υπέρ σου τοσούτον επροσπάθει
νυχθημερόν σκεπτόμενος τα ιδικά σου πάθη
Υψών αείποτε φωνήν κατά της αδικίας
γενναίως δε συνηγορών υπέρ της αληθείας
Πένθησον τον Σωτήρα σου, πένθησον τον Ποιμένα
τον την ψυχήν του θύσαντα προς το να σώσ’ εσένα
Ράνον με δάκρυα πικρά, τον τάφον του Κιτίου
μνημόνευε διά παντός Κυπριανού του θείου
Ίνα και ήδη άνωθεν, σε μόνον ενθυμήται
και διά σε τα αγαθά του πλάστου εξαιτήται.
Αν όμως συ αχαριστής, και λησμονής τα πάντα
στην κεφαλήν σου χείρονα θα πέσωσι συμβάντα
Νυν ότε παρευρίσκεσαι εις τελετήν αγίαν
εις ιερόν μνημόσυνον, εις θείαν λειτουργίαν
Όλη ψυχή και σώματι δεήθου του Υψίστου
να δώση γαίαν ελαφράν του Ιερού του Μύστου
Συ δε Πανάγαθε Θεέ, εν τω χορώ αγίων
κατάταξον Κυπριανόν, προστάτην των Κυπρίων.

Θα ασχοληθούμε στα επόμενα με τα δημοσιεύματα των κυπριακών εφημερίδων, για τον αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο. Καθώς φαίνεται, αν και ο Διονύσιος ήταν γνωστός στον ελληνικό κόσμο, κυρίως λόγω της Σιών, η οποία έφθανε σε όλα τα τότε κέντρα του ελληνισμού, οι αναφορές των εφημερίδων ενισχύθηκαν και ο Διονύσιος έγινε ευρύτερα γνωστός στο νησί, μετά την αλληλογραφία των δύο ιεραρχών στη Σιών, την οποία και προκαταγράψαμε ως επαναδημοσιευθείσα στην Αλήθεια (38). Ο Διονύσιος, λοιπόν, ήταν ασφαλώς ευρέως γνωστός στην Ελλάδα, καθώς και στον εκτός αυτής ορθόδοξο ελληνισμό, και λόγω της εφημερίδας του, όπως προαναφέραμε, που είχε αντιπροσώπους και στο εξωτερικό, όπως μία άλλη πολύ γνωστή και διαδεδομένη περιοδική έκδοση με θρησκευτικό ενδιαφέρον, η Ανάπλασις, αλλά και λόγω της εν γένει χριστιανικής δράσης του, ως προσωπικότητα δε διακρινόταν από παρεμφερείς με τον Κυπριανό ανησυχίες και ευρύτητα ιδεών.
Μπορούμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε τις αναφορές στο πρόσωπό του μέχρι και αυτό τον θάνατό του, από όσες μαρτυρτίες των εφημερίδων αυτών συγκεντρώσαμε. Συγκεκριμένα, η Σάλπιγξ της Λεμεσού έχει διασώσει μία πληροφορία επικείμενης παρεπιδημίας του Διονυσίου στην Κύπρο, πληροφορία χρονικά γειτνιάζουσα με την επιστολιμαία γνωριμία των δύο ανδρών, του Κιτίου και του Ζακύνθου (39): «Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου […] σκοπεί, ως εμάθομεν, μετά την Λαμπράν να επισκεφθή την Ιερουσαλήμ και επιστρέφων θα διέλθη διά της νήσου μας, εις ην θα διαμείνη επί τινας ημέρας». Η συνέχεια βρίσκεται στο φ. 178 της Σάλπιγγος (40): «Την παρελθούσαν Τρίτην διήλθε διά της Λάρνακος προερχόμενος εξ Ιερουσαλήμ και κατευθυνόμενος εις Ζάκυνθον ο Μ. Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου κ. Δ. Λάτας. […]». Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου τον υποδέχθηκε, και στο σπίτι του Γρ. Κυζίδου όπου κατέλυσε, τον επισκέφθηκαν οι κληρικοί και οι έγκριτοι πολίτες της Λάρνακας. «Μετά ταύτα επορεύθη ο κ. Λάτας εις τον ναόν Αγ. Λαζάρου», όπου μπροστά σε πλήθος κόσμου «εκ του προχείρου το ευφραδές στόμα του δεινού τούτου ιεροκήρυκος ετόνισε λαμπρόν και κατανυκτικώτατον λόγον περί θρησκείας και εθνισμού». Δεν έμεινε στην πόλη, αλλά υποσχέθηκε ότι «μετά τινα καιρόν θα επισκεφθή την Κύπρον, και ότι επί 15 ημέρας θα διαμείνη, διά να επισκεφθή και την Λεμησσόν […]».
Μία ακόμη μαρτυρία για τον Διονύσιο προέρχεται από την εφημερίδα Φωνή της Κύπρου (41). Πρόκειται για πληροφορία, σχετική με συνέντευξη που έδωσε στην αμερικανική εφημερίδα The Morning Call για την ένωση των δύο Εκκλησιών.
Όπως και στην περίπτωση του Κυπριανού, έτσι και με τον Διονύσιο, αφήσαμε την ποίηση να έχει τον τελικό λόγο, να συνοψίσει δηλαδή με τον ιδιαίτερο τρόπο της και να αναδείξει την προσφορά, να διαιωνίσει τη μνήμη, να αθανατίσει το πέρασμά τους από τη γη. Νομίζουμε ότι το ποίημα που ακολουθεί έχει ιδιαίτερη αξία, διότι εκκινεί εκ Κύπρου και μάλιστα ο συνθέτης του, ο Χριστόδ. Σ. Χουρμούζιος, γνωρίζοντας προφανώς τους παράλληλους βίους των δύο ανδρών, αλλά και τον σύντομο ιδιότυπο διάλογό τους εκ του μακράν και δι’ επιστολών, φροντίζει να διαλέγεται άτυπα το περί Διονυσίου σύνθεμά του με όσα συντέθηκαν κατά καιρούς μεταθανάτια για τον Κιτίου Κυπριανό. Η φράση, για παράδειγμα, «και Συ να κλίνης τον αυχένα» μας παραπέμπει στον πρότερο θάνατο του Κυπριανού. Επίσης, η όλη αρετολογία και η καταγραφή των προσόντων του Διονυσίου, όπως η ευφράδεια, η ποιμαντική χάρις, η λαϊκότητα του τρόπου, η παραμυθητική ικανότητα, η βαθιά θεολογική και γενική μόρφωση, παραπέμπουν σε ανάλογες αρετές του Κιτίου. Εύλογα, λοιπόν, ο λαός μένει βαρυάλγητος από την απώλεια τέτοιων ποιμένων και οδηγών, όπως αναφέρεται στο ποίημα που ακολουθεί:


ΕΠΙ ΤΩ ΘΑΝΑΤΩ
ΤΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΑΤΡΟΣ
ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΛΑΤΑ (42)

Ούτως, επέπρωτο και Συ να κλίνης τον αυχένα
εις την σκληράν και απηνή δρεπάνην του Θανάτου,
να απολέση δ’ ο λαός εν Σοι καλόν Ποιμένα,
αόκνως επισπεύδοντα εις πάντα τα δεινά του.

Έπαυσε πλέον λέγουσα η ευφραδής Σου γλώσσα,
και η γλυκίων μέλιτος αυδή Σου απεσβέσθη,
πλην εκ του τάφου Σου αυτού υπάρχει έτι ζώσα•
εντός των σπλάγχνων του λαού βαθέως εκαθέσθη…

Ήσο αστήρ, προορισθείς τον κόσμον να φωτίση•
και τον εφώτισας, σεπτέ, διά των διδαχών Σου•
αλλ’ ήλθε, φευ! πολύ ταχύς ο χρόνος να τον σβήση,
…και ούτω βαρυάλγητον αφήκες τον λαόν Σου…

Όστις, την μνήμην ιεράν τηρών του Διδασκάλου,
εγείρεται, αναφωνών εκ βάθους της καρδίας,
το: Γαίαν έχοις ελαφράν• μετ’ άλγους δε μεγάλου
δύο πυρώδη δάκρυα αφίνει ορφανίας!...


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


1. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο συντάκτης της θρησκευτικής εφημερίδος Σιών μητροπολίτης Διονύσιος (Λάτας) ως εκλαϊκευτής θεολόγος και κατηχητής», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Άγιοι και εκκλησιαστικές προσωπικότητες στη Ζάκυνθο», τ. Α΄, Αθήναι 1999, σ. 281-296.
2. Ο Κυπριανός καταγόταν από το Λευκόνοικο, σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίδαξε στην Κύπρο ως διδάσκαλος στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας, την οποία και διοίκησε ως σχολάρχης, έως το 1868, που εκλέχθηκε μητροπολίτης Κιτίου. Διατέλεσε από το 1883 έως το 1886 βουλευτής Λάρνακος και Αμμοχώστου. Από τους πρώτους και δυναμικότερους εκφραστές των προσδοκιών του κυπριακού ελληνισμού, σύρθηκε από τους Άγγλους στα δικαστήρια για την όλη φιλοπάτριδα δράση του, αδιάλλακτη και θαρραλέα στο πολιτικό ζήτημα της Κύπρου, η οποία στράφηκε κατά των υπερβάσεων και των πολιτικών αυθαιρεσιών τους. Βλ. Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, Λευκωσία 2001 (4η έκδοση), σ. 161-162, όπου και βιβλιογραφία.
3. Βλ., ενδεικτικά, Αλήθεια, φ. 203 (1067), 21-8-1901, «Σελίδες τινές από την επτανησιακήν ιστορίαν. Ο Γλάδστων εν Επτανήσω», σε συνέχειες. - Αλήθεια, φ. 1499 (635), 1-1-1910, σ. 1-2, «Επί τη εκατονταετηρίδι του Γλάδστωνος. Ο Γλάδστων στην Οξφόρδη». Επίσης, σε λογοτεχνικό επίπεδο, το ποίημα του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, «Τω Γλάδστωνι», στην Αλήθεια, φ. 103, 4/16-12-1882, σ. 3, και στη Σάλπιγγα, φ. 387, 1-8-1892, σ. 4, ποίημα του Μιλτιάδη Γ. Χριστοφορίδη για την εκλογή του Γλάδστωνα. Επίσης βλ. και Φωνή της Κύπρου, φ. 456 (775), 10/22-11-1895, σ. 1, «Μας ειρωνεύεται και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 207, 15/27-3-1886, σ. 1. Από πλευράς σχετικών κειμένων βλ. Αλήθεια, φ. 1180 (316), 7-11-1903, σ. 1, «Ο Γλάδστων και η Επτανησιακή Βουλή. Ο υπέρ της Ενώσεως αγών. Η νίκη του λαϊκού κόμματος από το τρίτομο έργο του John Morley, αναδημοσίευση από το Νέον Άστυ των Αθηνών, Αλήθεια, φ. 1181 (317), 14-11-1903, σ. 1, «Επιστολαί του Γλάδστωνος». «Ο Πάλμερστον και η Κέρκυρα», Αλήθεια, φ. 1503 (639) 29-1-1910, σ. 1, «Η Κύπρος και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 283 (512), 15/27-7-1892, σ. 1, «Νίκη Γλάδστωνος. Κύπριοι θαρρώμεν».
4. Αλήθεια, φ. 64 (929), 23-12-1898, σ. 1, Πατρίς, φ. 345, 12/25-6-1914, «Κυπριακός ριζοσπαστισμός», Αλήθεια, φ. 51 (916), 24-9-1898, σ. 2, Ω., «Ριζοσπαστισμός και ραγιαδωσύνη», Πατρίς, φ. 41, 17/20-8-1908, σ. 1, «Εθνικοί και Ριζοσπάστες».
5. Ένωσις, φ. 188, 7/19-9-1888, σ. 3-4, για τον θάνατο του Κωνστ. Λομβάρδου, Αλήθεια, φ. 635, 29/11-5-1893, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα» αναγγελία του θανάτου του Κυθήριου εργάτη της Ενώσεως Γεωργίου Μορμόρη, στα Κύθηρα: «[...] Ήτο εις εκ των υπογραψάντων το περί Ενώσεως ψήφισμα των γενναίων ημών αδελφών Επτανησίων, σθεναρώς και τελεσφόρως αγωνισθείς εν τω ευγενεστάτω αγώνι της εθνικής της πατρίδος του απολυτρώσεως. [...]», Σάλπιγξ, φ. 425, 8-5-1893, σ. 2, επίσης για τον θάνατο (με στοιχεία από τη ζωή του) του Γ. Μορμόρη.
6. Φωνή της Κύπρου, φ. 310 (539), 20/2-2-1893, σ. 3, για τους σεισμούς στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 417, 13-3-1893, σ. 2, «Η υπέρ των Ζακυνθίων εσπερίς»: «Τω παρελθόντι Σαββάτω εσπέρας εδόθη καθ’ α προηγγέλθη παράστασις υπέρ των αδελφών Ζακυνθίων υπό της νεολαίας μας. Το κοινόν παρέστη αθρόον, και το συναθροισθέν ποσόν ανέρχεται μέχρι των 15 λιρών. Το παρασταθέν δράμα ην ‘η Χαρτομάντις’ άπαντες δ’ οι νέοι υπεδύθησαν τα μέρη των λίαν επιτυχώς, μελετήσαντες και συγγυμνασθέντες πολλάς νύκτας, αψηφούντες λίαν αξιεπαίνως χάριν του καλού και ψύχρας και βροχάς. Καθήκον επίσης θεωρούμεν να απονείμωμεν τον έπαινον προς πάντας μεν τους συντελέσαντας εις τον σκοπόν, αλλ’ ιδία δε προς τας κ.κ. αδελφάς Λοϊζιάδας, διευθυντρίας του Παρθεναγωγείου και λοιπάς διδασκάλους, αίτινες μετά πολλής της προθυμίας ειργάσθησαν υπέρ αυτού». Στη σ. 3 δημοσιεύεται και ποίημα της Πολυξένης Λοϊζιάδος με τίτλο «Η Κύπρος τη αδελφή Ζακύνθω». Στο φ. 416, 6-3-1893, σ. 2, στα «Διάφορα», βλ. «Παράστασις υπέρ των Ζακυνθίων», όπου αναγγέλλεται η παράσταση. Βλ., επίσης, Φωνή της Κύπρου, φ. 322 (551), 14/26-4-1893, σ. 3, περί σεισμών στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 422, 17-4-1893, σ. 3.
7. Η Αλήθεια χαρακτηρίζει τη Σιών ως «σπουδαιοτάτη θρησκευτική εφημερίδα».
8. Βλ. Αλήθεια, φ. 312, 24/5-2-1887, σ. 3-4.
9. Για παράδειγμα, οι δύο άνδρες δεν γνωρίζονταν προσωπικά: «Προσφιλέστατέ μοι συνάδελφε! Δεν ηυτύχησα να γνωρίσω υμάς προσωπικώς, αλλά γινώσκω υμάς εκ των έργων, και ουδέν κωλύει να διακοινώσω υμίν τας σκέψεις μου επί σπουδαιοτ.[άτου] ζητήματος. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
10. «[…] φρονώ όμως, ότι θα αποβώσι [οι αγώνες του Λάτα υπέρ της Ορθοδόξου και εθνικής Πίστεως] μάλλον καρποφόροι, εάν εκ συνεννοήσεως μετ’ άλλων ειλικρινών χριστιανών, εκ τε του Κλήρου και των πολιτικών ανδρών, τεθή ως αφετηρία βάσις τις ή αρχή των αγώνων τούτων νέα, και αναγνωρισθή η ανάγκη της επιδιώξεως του θείου σκοπού διά νέων μέσων […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
11. «[…] αλλά με την πρόοδον του χρόνου οι εκ του λαού προέκοπτον εις παιδείαν, ο δε πολύς Κλήρος εστρατολογείτο εκ των αγραμμάτων, και ως εκ τούτου ήρξατο περιφρόνησις των γραμματισμένων μας προς τους αγραμμάτους λειτουργούς το κατ’ αρχάς• βραδύτερον δε η περιφρόνησις αύτη εξηπλώθη μέχρι του επαγγέλματος αυτών, και έτι βραδύτερον μέχρι του έργου αυτών, ήτοι των ιερών Ακολουθιών, ας ‘ανεγίνωσκον μη γινώσκοντες’ […]».. Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
12. «[…] Οι εν ταις πόλεσιν άνθρωποι από δεκαετηρίδων έπαυσαν νηστεύοντες, […]• ήδη δε προέβησαν και εις περιφρονητικάς και σαρκαστικάς κρίσεις επί των νηστειών• ο απλούς δε λαός των χωρίων ακούων τους επισκεπτομένους τα χωρία πολίτας […] ους θεωρεί φωστήρας, μόνον διότι είναι πολίται, ή και μόνον διότι ενεδύθησαν ευρωπαϊστί, και βλέπων αυτούς κρεωφαγούντας κατά τας νηστησίμους ημέρας, απομιμείται αυτούς οσημέραι περισσότερον. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
13. «[…] ο μέγας δε αριθμός των εορτών ανάγκη να ελαττωθή, διότι ο αποχειροβίωτος λαός μας ου μόνον αργεί πολλάς ημέρας του έτους, αλλά καταδαπανά και το προϊόν της εργασίας των εργασίμων ημερών. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
14. Παρά την πάγκοινη αποδοχή του και τη λαϊκή λατρεία προς το πρόσωπό του, που αναδείχθηκαν μεγαλειωδώς, όταν με τον θάνατό του έγινε αμέσως αισθητό το μεγάλο κενό που άφησε πίσω του, είχαν διατυπωθεί έμμεσα, κυρίως μετά τον θάνατό του σχόλια κατά της πολυμέρειάς του (όχι για να πληγεί ο ίδιος, αλλά για να προβληθούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως διάδοχοί του). Βλ. Αλήθεια, φ. 318, 7/19-3-1887, σ. 3, Χ., «Κοινοτικά και ιδίως θρονικά και περί του μέλλοντος Αρχιερέως των Κιτιέων», φύλλο από το οποίο καταχωρίζουμε πώς θέλει συντάκτης εφημερίδος της εποχής τον νέο μητροπολίτη: «[…] Πρώτον και κύριον δεν πρέπει να είναι πολιτικός, λέγει, μήτε διπλωμάτης, μήτε πολυπράγμων (ως ήτο δηλ. ο προκάτοχος), αλλά να ήναι ποιμήν, να ήναι περιωρισμένος (ο νους του δηλ.) εντός του κύκλου του […]». Οι αντιρρήσεις του Χ. στα ανωτέρω εκφράζονται ως εξής: «[…] δεν δυνάμεθα να συμφωνήσωμεν […] καθό απαιτούντες παρά του διαδόχου του Κυπριανού να έχη το ελάττωμα να είναι και πολιτικός. Δεν θέλομεν Αρχιερέα μόνον να μας ιερουργή• εν ταις υποδούλοις ελληνικαίς χώραις έχει πολλά άλλα και μεγάλα καθήκοντα ο Αρχιερεύς, άπερ δεν ηγνόει ο αοίδιμος Κυπριανός και διά τούτο ήτο πολυπράγμων και είχε τον νουν αυτού υπό μυρίων μεριμνών περισπώμενον. […]».
15. Ο εμφατικός τονισμός των λέξεων στα παραθέματα είναι της εφημερίδας.
16. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, 31/12-2-1887, σ. 3: «[…] με ηυχαρίστησεν [εννοεί την επιστολή Κυπριανού], επειδή αναγινώσκων ενόμιζον, ότι ήτο γραφή μεν της χειρός της Υμετέρας Πανιερότητος, υπαγόρευσις δε πιστή των ιδεών, τας οποίας και εγώ προ πολλού τρέφω εν τη καρδία μου.[…]».
17. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.: «[…] είναι αδύνατον να ορθοποδήσωμεν, εάν δεν επιδιορθώσωμεν τα της Εκκλησίας• αφού μάλιστα δεν πρόκειται περί δογματικών αντικειμένων, ούτε περί ουσιωδών μεταβολών. […]».
18. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.
19. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, 27/9-12-1886, σ. 2-3.
20. Εκτός από την Αλήθεια χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή της κηδείας στην εφημερίδα της Λεμεσού Σάλπιγξ, φ. 103, 4/16-12-1886. Σε συνέχεια του φ. 102, υπό τον τίτλο «Η κηδεία του Μητροπολίτου Κυπριανού», δημοσιεύονται αναλυτικά τα της κηδείας. Θα ξεχωρίσουμε το πάνδημο και πρωτοφανές του λαϊκού πένθους, αλλά και τη συμμετοχή των Άγγλων στην τελετή. Εξάρθηκε, μάλιστα, ιδιαιτέρως η στάση του Άγγλου συνταγματάρχη Χάκκετ, η φιλορθόδοξη πολιτεία του οποίου στο μέλλον δεν μπορεί να είναι άσχετη από την εντύπωση που θα του προκάλεσε και η κηδεία αυτή. Αυτή τη στάση αποτιμά και δικαιώνει στις μέρες μας –προτέρημα της διαχρονικής εμβέλειας της λογοτεχνίας-, ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης στο ποίημά του «Τω αοιδίμω Ιωάννη Χάκκετ», στη συλλογή Μεθιστορία (εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000 (2η έκδοση), σ. 56).
21. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3. Για τον Σολωμό βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού. Επικήδεια και επιμνημόσυνα κείμενα», Περίπλους, τχ. 46-47 (1998-1999).
22. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3.
23. Στις Ίριδες, με λίγες διαφορές και άλλη στιχουργική διάταξη, έχουν καταχωριστεί το ένα στις σ. 20-21 και με τίτλο «Εις τον νεκρόν του Σεπτού ημών Ποιμενάρχου του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της δάφνης)», και το άλλο στη σ. 41, με τίτλο «Εις τον πολύτιμον νεκρόν του Ποιμενάρχου ημών, του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της ελαίας)». Στα ποιήματα που αναπαράγουμε εδώ, ακολουθήσαμε τη γραφή της εφημερίδας, επειδή η μεταγενέστερη και προφανώς προτιμώμενη από την ποιήτρια δημοσίευσή τους είναι γνωστή.
24. Βλ. Αντ. Ιντιάνος, «Στοιχεία για τη βιογράφηση και το έργο της Πολυξένης Λοϊζιάδος (1855- ), στη στήλη «Κυπριακά σημειώματα» του περιοδικού Κυπριακά Γράμματα, τχ. 63 (Σεπτέβρης 1940), σ. 250-254: 253. Στην κριτική επιτροπή ήταν «οι Χατζηδάκις, Λάμπρος, [Ν.] Πολίτης, Μηλιαράκης, Κουρτίδης».
25. Για το πολιτικό κλίμα και το ενωτικό ζήτημα στην Κύπρο επί Κυπριανού και μετέπειτα βλ., πρόχειρα, στον τόμο Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα. Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις (επιμ. Παντελής Βουτουρής – Γιώργος Γεωργής, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 331-337), Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Το πρώιμο ενωτικό κίνημα στην Κύπρο της αγγλοκρατίας: πλαίσιο, ύφος, στρατηγικές».
26. Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στη Σάλπιγγα, απαγγέλθηκαν «υπό Ελένης Ελισσαίου μαθητρίας της ανωτέρας τάξεως».
27. Βλ. φ. 307, 20/1-1-1887, σ. 3, «Το εν Λευκωσία μνημόσυνον».
28. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Ποία τάξις δεν απώλεσε, ποίος κλάδος δεν εστερήθη και τί τέλος δύναται να είπη ότι τηρεί το στήριγμά του και ότι δεν διεσαλεύθη μετά μίαν τοιαύτην εκρίζωσιν δένδρου κολοσσιαίου, καθόλας τας διευθύνσεις διαπεράσαντος το έδαφος διά των ριζών του, εφ’ εκάστης των οποίων τόσοι ανέθαλον θάλλοι τρεφόμενοι εκ του χυμού του; […]».
29. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Μόλις η βαρυπενθούσα εκκλησία ποιείται του θρήνου την αρχήν και ιδού η παιδεία συμπαθούσα συνθρηνωδεί και το εμπόριον και η γεωργία συμπάσχοντα ολοφύρονται […]».
30. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Η νομική μετά της πολιτικής, η γεωργία μετά της βοτανικής και η θεολογία ερίζουσι περί της επιστημονικότητός του, ήτις ήτο τω όντι πολυδαίδαλος και αληθώς αγνοούμεν υπό ποίαν ιδιότητα δεν τον θρηνούμεν. […]».
31. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.
32. Βλ. Αλήθεια, φ. 311, 17/29-1-1887, σ. 2-3.
33. Βλ. Αλήθεια, φ. 334, 27/9-7-1887, σ. 4.
34. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π.
35. Που το υπογράφει με τον συνήθη τρόπο της αναγραφής των αρχικών του ονόματός του Β.Μ. και την τοπική ένδειξη «Λεμησσώ».
36. Βλ. τώρα Βασίλη Μιχαηλίδη, Άπαντα. Εκδ. Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 2002, σ. 102. Η πρώτη δημοσίευση στη Σάλπιγγα παρουσιάζει κάποιες διαφορές από τη συλλογική έκδοση των Απάντων. Καταχωρίζουμε τους τύπους «ήμισυ» (α΄ στρ.), «έχ’» (β΄ στρ.) και κυρίως «αφήκες» (δ΄ στρ.) αντί των «ήμισυν», «έχει» και «αφήκε» της έκδοσης του 2002.
37. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π., σ. 3. Το ποίημα συνοδεύεται από τη χωροχρονική ένδειξη του ποιητή: «Έγραφον εν Λευκωσία την 26 9βρίου 1886 μετά βαρυαλγούσης ψυχής».
38. Βλ. Αλήθεια, φ. 768, 17/29-11-1895, σ. 2, όπου πληροφορούμαστε από σχετική αναγγελία ότι φύλλα της Σιών του Διονυσίου Λάτα πωλούνται στην Αλήθεια. Αναφορά του ονόματός του γίνεται από την ίδια εφημερίδα, και στο ρεπορτάζ της από τους σεισμούς στη Ζάκυνθο. Βλ. Αλήθεια, φ. 623, 4/16-2-1893, σ. 1-2, «Οι εν Ζακύνθω σεισμοί».
39. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 155, 19-12-1887, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα».
40. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 178, 3-6-1888, σ. 3.
41. Βλ. Φωνή της Κύπρου, φ. 363 (592), 29/10-2-1894, σ. 3, «Η Ένωσις των Εκκλησιών και ο κος Λάτας».
42. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 491, 27-8-1894, σ. 3.

Related Posts with Thumbnails