Του Σταύρου Καστρίτη, πτ. Φιλολογίας
Οι «Καμένες Πεταλούδες» του Παναγιώτη Καποδίστρια συγκεντρώνουν ποιήματα μιας τριακονταετίας, από το 1979 έως το 2009. Η έκταση της χρονικής αυτής διαδρομής προσδίδει στον τόμο τον χαρακτήρα ποιητικής κατάθεσης ζωής. Στις σελίδες του παρακολουθούμε τη διαμόρφωση μιας φωνής, τις μεταμορφώσεις της, τις επιμονές της, την ωρίμανση των εκφραστικών της μέσων και κυρίως τη σταθερή της στροφή προς τα μεγάλα θέματα: το φως, τη φθορά, τον θάνατο, τον έρωτα, τη μνήμη, την πατρίδα, την ιερότητα του κόσμου και τη δυνατότητα του ανθρώπου να προσεγγίσει το Άρρητο μέσα από την ποίηση.
Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί ήδη ένα πυκνό ποιητικό γεγονός. Η πεταλούδα συνδέεται με την ελαφρότητα, την ευθραυστότητα, την ψυχή, τη μεταμόρφωση και την έλξη προς το φως. Η μετοχή «καμένες» εισάγει το στοιχείο της δοκιμασίας και της θυσίας. Οι πεταλούδες του τίτλου έχουν πλησιάσει τόσο πολύ τη φλόγα, ώστε η επαφή μαζί της άφησε επάνω τους το τελικό της σημάδι. Έτσι μπορεί να ιδωθεί και ο ποιητής του βιβλίου: ως ύπαρξη που έλκεται ακατάπαυστα από το φως, γνωρίζοντας ότι η εγγύτητα προς αυτό προϋποθέτει κάψιμο, απογύμνωση και απώλεια.
Ένα ποιητικό βιβλίο σε διαρκή κίνηση
Η συγκεντρωτική αυτή έκδοση συγκροτείται από διαδοχικές συλλογές και ενότητες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται η «Δήθεν Υαλογραφία», τα «Φωτοειδή Νερά», το «Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει», το «Ενύπνιο μετά Τρούλου», καθώς και μεταγενέστερα σώματα ποιημάτων, όπως τα «Κτερίσματα σχεδόν». Η διαδοχή φανερώνει εξέλιξη στον τρόπο σύνθεσης, στη ρυθμική οργάνωση και στη διαχείριση της εικόνας, ενώ ο βασικός πυρήνας του έργου παραμένει αναγνωρίσιμος.
Ο ποιητικός κόσμος σχηματίζεται όπως ένα ψηφιδωτό. Κάθε ποίημα είναι αυτοτελής ψηφίδα, με το δικό της χρώμα και το δικό της σχήμα, ενώ συγχρόνως συμμετέχει σε μια μεγαλύτερη παράσταση. Το ψηφιδωτό έργο της Αγγελικής Κοκονάκη, το οποίο προτάσσεται στην έκδοση, λειτουργεί ως εύστοχο εικαστικό προοίμιο: κορμοί, σκιές, θραύσματα και γήινα χρώματα συνθέτουν ένα τοπίο όπου η μορφή γεννιέται από την κατάτμηση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην ποίηση του Καποδίστρια. Οι λέξεις εμφανίζονται συχνά σαν γλωσσικές ψηφίδες, αποσπασμένες από διαφορετικές εποχές, ιδιώματα και πολιτισμικούς χώρους, για να συναντηθούν σε μια νέα σύνθεση.
Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από μεγάλη λεκτική πυκνότητα, ορμητική φαντασία και τολμηρές συζεύξεις. Η φράση κινείται συχνά με τον τρόπο του ονείρου: πρόσωπα, εικόνες, ιερά σύμβολα, φυσικά στοιχεία και σωματικές εμπειρίες συνδέονται μέσα από υπόγειες συνάφειες. Στις κατοπινές ενότητες η ίδια φαντασία αποκτά συχνά συντομότερη, περισσότερο αποφθεγματική μορφή. Τα τρίστιχα, τα ολιγόστιχα και οι μικρές ποιητικές ακολουθίες συμπυκνώνουν μια ολόκληρη εμπειρία σε ελάχιστες λέξεις.
Το φως: τραύμα και αποκάλυψη
Η κυρίαρχη λέξη του βιβλίου είναι το φως. Εμφανίζεται στους τίτλους, στους στίχους, στις εικόνες και στις μεταφορές. Υπάρχουν «φωτοειδή νερά», «φωτομαχίες», «ριπή φωτός», «φωτορραγίες», άστρα, ήλιοι, λύχνοι, λάμψεις, φεγγάρια και επιφάνειες που αντανακλούν ή διαθλούν τη φωτεινή ενέργεια.
Στη «Δήθεν Υαλογραφία» το φως λειτουργεί ως υλικό εικονογραφίας και συγχρόνως ως δοκιμασία της ύπαρξης. Ο ποιητής μιλά για «φωτορραγίες» ουρανών, για άγρυπνο φως και για την προσπάθεια να αποστηθίσει το χάος. Αλλού ομολογεί πως ανασήκωνε το φως, ενώ η αγαπημένη μορφή βρισκόταν «σε στάση ανάληψης». Το φως αποκτά εδώ βάρος, απαιτεί σωματική προσπάθεια και φέρει μια πνευματική δυναμική ανόδου.
Στα «Φωτοειδή Νερά» η φωτεινότητα συναντά τον πόνο: «Με λογχίζει το φως», γράφει ο ποιητής, ονομάζοντας τον πόνο «άκτιστο» και συνδέοντας έτσι την ανθρώπινη πληγή με μια εμπειρία που παραπέμπει στο θεολογικό λεξιλόγιο του ακτίστου φωτός. Η εικόνα έχει ιδιαίτερη σημασία. Το φως εδώ εισέρχεται στο σώμα σαν λόγχη. Φωτίζει μέσω του τραύματος και μεταμορφώνει τον πόνο σε οδό γνώσης.
Αυτή η ποίηση βλέπει το φως ως μια πραγματικότητα ισχυρότερη από τον άνθρωπο. Στα τελευταία ποιήματα της έκδοσης ακούγεται η προτροπή: «Μην αντιμιλάς στο φως / άσ’ το να σε διαλύσει». Η φράση αυτή μπορεί να διαβαστεί ως κατακλείδα ολόκληρης της τριακονταετούς διαδρομής. Η διάλυση από το φως σημαίνει εγκατάλειψη της ατομικής αυτάρκειας και είσοδο σε μια καινούργια μορφή υπάρξεως.
Το φως των «Καμένων Πεταλούδων» διατηρεί πάντοτε μια διπλή ενέργεια: αποκαλύπτει και καίει, έλκει και πληγώνει, ζωοποιεί και αφαιρεί τα περιττά. Μέσα από αυτή την εμπειρία το ποιητικό υποκείμενο αναζητεί τον αληθινό του πυρήνα.
Η φωτιά, η τέφρα και η μεταμόρφωση
Δίπλα στο φως βρίσκεται η φωτιά. Πρόκειται για φωτιά ερωτική, πνευματική, ιστορική και ταφική. Η φλόγα διατρέχει τη γλώσσα, τα σώματα, τα τοπία και τα ποιήματα. Άλλοτε είναι «κάψα ιερή», άλλοτε πυροστιά, άλλοτε φωτιά που δοκιμάζει το ποίημα και τον ποιητή.
Στις «Οκτώ εκδοχές για τον Ανδρέα Κάλβο», ο ποιητής συνομιλεί με μια φωνή «πυρ-πνέουσα». Ο Κάλβος προσεγγίζεται μέσω της φλόγας, του πόνου, του ξίφους, του αίματος και της εσωτερικής όρασης. «Με βγαλμένα τα μάτια / βλέπεις τα μέσα», καταλήγει ένα από τα τρίστιχα, μεταφέροντας τη γνώση από τη φυσική όραση στην εσωτερική.
Η φωτιά συνδέεται επίσης με την αποτέφρωση των ονείρων, με την απώλεια και με την ιστορία. Οι τόποι εμφανίζονται συχνά πυρωμένοι ή σημαδεμένοι από καταστροφές. Ωστόσο, η τέφρα έχει γόνιμη λειτουργία. Από αυτήν αναδύεται ο λόγος, όπως από το καμένο τοπίο μπορεί να αναδυθεί μια νέα βλάστηση.
Οι «καμένες πεταλούδες» είναι επομένως οι ψυχές, οι μνήμες, οι έρωτες και τα ποιήματα που πέρασαν μέσα από τη φλόγα. Το κάψιμο αποτελεί την τελική τους σφραγίδα και την αρχή της ποιητικής τους μεταμόρφωσης.
Γλώσσα - υαλογραφία
Ένα από τα ισχυρότερα γνωρίσματα του βιβλίου είναι η γλώσσα του. Ο Καποδίστριας αντλεί από πολλές ιστορικές και εκφραστικές στρώσεις της ελληνικής. Η αρχαία γραμματεία, η βιβλική και λειτουργική φράση, η πατερική γλώσσα, το συναξάρι, η υμνογραφία, η δημοτική ποίηση, η ζακυνθινή λαλιά και η σύγχρονη καθημερινότητα συναντώνται στο ίδιο ποιητικό σώμα.
Λέξεις όπως «στιχηρά», «ιδιόμελα», «προεόρτιο», «Τριώδιον», «εώθινα», «ανάληψη», «επιφοίτηση», «νήψη», «προσμονάριος» και «κονίσματα» μεταφέρουν στο ποίημα τη μνήμη της λατρευτικής ζωής. Η χρήση τους υπηρετεί μια βαθύτερη ποιητική λειτουργία. Το ποίημα συχνά οργανώνεται ως ακολουθία, ως μικρό συναξάρι, ως ιδιόμελο ή ως θρήνος. Οι τίτλοι διαμορφώνουν ένα ιδιότυπο λειτουργικό ημερολόγιο, όπου το προσωπικό βίωμα αποκτά τελετουργική μορφή.
Παράλληλα, ο ποιητής δημιουργεί σύνθετες λέξεις και προσωποποιημένα ονόματα: «Αστροδηγός», «Αρχάνεμος», «Αποβρεχάρης», «δακρυοσυλλέκτης», «Σπηλαιοκτήτης». Οι σχηματισμοί αυτοί ανανεώνουν τη μυθική δύναμη της γλώσσας. Μοιάζουν με ονόματα μορφών από ένα προσωπικό συναξάρι ή από μια κοσμογονία που συνθέτει αρχαία, χριστιανικά και λαϊκά στοιχεία.
Η λέξη στις «Καμένες Πεταλούδες» διαθέτει υλικότητα. Μπορεί να είναι πέτρα, αίμα, ξίφος, άνεμος, νερό, γυαλί, δέρμα ή άρωμα. Οι αισθήσεις λειτουργούν αδιάκοπα και συχνά διασταυρώνονται. Ο ήχος αποκτά χρώμα, το φως γίνεται αφή, η πίκρα γίνεται θρόμβος, τα νερά αποκτούν σπονδύλους, το ξίφος ευωδιάζει ονόματα. Η συναισθησία δημιουργεί μια γλώσσα σωματική και συγχρόνως υπερβατική.
Η πολυτονική γραφή ενισχύει την ιστορική αίσθηση του λόγου. Οι τόνοι και τα πνεύματα συμμετέχουν στην οπτική μορφή του ποιήματος και υπενθυμίζουν τη συνέχεια της ελληνικής γραφής. Το ποίημα προβάλλεται στη σελίδα και ως εικόνα, ως σύγχρονη υαλογραφία φτιαγμένη από παλαιά και νέα γλωσσικά θραύσματα.
Η λειτουργική συνείδηση του κόσμου
Η ορθόδοξη παράδοση αποτελεί οργανικό στοιχείο της ποιητικής συνείδησης του έργου. Πατέρες, άγιοι, μοναστήρια, εικόνες, ακολουθίες, ευχές και βιβλικά χωρία εμφανίζονται σε όλη την έκταση του τόμου. Ο Ησίοδος συνομιλεί με τον Μάξιμο τον Ομολογητή, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης με τον Κάλβο, ο αββάς Σισώης με το σύγχρονο ενύπνιο, ο Σολωμός με τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Στη σύνθεση «Νήψη» η σαλότητα παρουσιάζεται ως δίοδος των εσωτερικών ανθρώπων. Η αφηγηματική φωνή κινείται ανάμεσα σε μονή, κελί, Παναγία, Σαλό, Έξαρχο, Κλειδούχο, πετροβολημένη γυναίκα και μνήμη θανάτου. Η ιερότητα συνυπάρχει με την υλικότητα της καθημερινής ζωής: σκορδαλιά, καφές, ξύλα, σόμπα, άπλυτα ρούχα και μπαούλα συμμετέχουν σε ένα σύμπαν όπου η σωτηρία αγγίζει τα πιο ταπεινά πράγματα.
Αυτή η σύζευξη υψηλού και ταπεινού αποτελεί βασικό γνώρισμα της συλλογής. Το θαύμα μπορεί να αναδυθεί δίπλα στο πηγάδι, στο παντοπωλείο, στο νοσοκομείο, στο κοιμητήριο ή σε μια αυλή. Το ιερό εξακτινώνεται μέσα στην ύλη. Η ποίηση αναλαμβάνει να φανερώσει αυτή την κρυφή ιεροφάνεια.
Οι εικόνες, ιδιαίτερα οι θεομητορικές, κατέχουν κεντρική θέση. Η Πορταΐτισσα, η Καρδιώτισσα, η Μισοσπορίτισσα, η Αναφωνήτρα και άλλες ιερές μορφές αποκτούν ποιητική παρουσία. Η εικόνα λειτουργεί ως πέρασμα ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο. Οι «Απολεπίσεις της εικόνας» υποβάλλουν ακριβώς αυτή την εύθραυστη σχέση: η επιφάνεια φθείρεται, ενώ πίσω από τη φθορά επιμένει το μυστήριο της μορφής.
Η θεολογία του βιβλίου εκφράζεται κυρίως μέσα από εικόνες και χειρονομίες. Ο Θεός σκύβει, ο Λόγος στήνει απόχη, το φως λογχίζει, η ψυχή εντοιχίζεται στο τέμπλο και αληθεύει. Έτσι η πίστη γίνεται ποιητικό συμβάν.
Ο θάνατος και η μνήμη
Ο θάνατος είναι πανταχού παρών. Εμφανίζεται ως πρόσωπο, τοπίο, μνήμη, προσδοκία, σκιά και συνομιλητής. Στους πρώτους στίχους ακόμη ο ποιητής απευθύνεται ευθέως προς αυτόν: «καθαιρώ σε θάνατε προτού να σου σταθώ». Η διατύπωση περιέχει τόλμη και γνώση της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Η ποίηση γίνεται μια πράξη προσωρινής καθαίρεσης του θανάτου, μια προσπάθεια να του αφαιρεθεί η κυριαρχία μέσα από τη μνήμη και τον λόγο.
Οι νεκροί του βιβλίου διατηρούν ονόματα, φωνές, συνήθειες, ρούχα και τοπία. Ο ποιητής συνθέτει επιτάφια, κτερίσματα και μνημονεύσεις. Ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ντίνος Κονόμος, ο Κάλβος, ο Σολωμός και πολλά οικεία πρόσωπα περνούν μέσα στον ποιητικό χρόνο και αποκτούν μια νέα μορφή παρουσίας.
Στο «Επιτάφιο για τον Γιάννη Ρίτσο» η Μονεμβασία γίνεται «η μόνη εμβασία», ένα πέρασμα προς τη μνήμη του ποιητή. Στα «Ανεπίδοτα γράμματα στον Ντίνο Κονόμο» η ζακυνθινή ιστορία, ο νόστος και η απώλεια συναντώνται σε ένα προσωπικό και πολιτισμικό μνημόσυνο.
Τα «Κτερίσματα σχεδόν» υποδηλώνουν από τον τίτλο τους προσφορές προς τους νεκρούς. Σε ένα από τα ποιήματα ο Θάνατος παρουσιάζεται να έχει μεθύσει, ενώ ένα συγκεκριμένο τραγικό περιστατικό εγγράφεται με σχεδόν λαϊκή αφηγηματική αμεσότητα. Το υψηλό μεταφυσικό θέμα συναντά τη σκληρή λεπτομέρεια της καθημερινής απώλειας.
Η μνήμη του θανάτου αποκτά ασκητική και ποιητική διάσταση. Το πατερικό απόφθεγμα «Θεού φόβος και μνήμη θανάτου» ενσωματώνεται οργανικά στη «Νήψη», φανερώνοντας μια στάση ζωής όπου η επίγνωση του τέλους καθιστά την κάθε στιγμή βαθύτερη και ουσιαστικότερη.
Το σώμα, ο έρωτας και η πληγή
Η ποίηση αυτή είναι έντονα σωματική. Τα μάτια, τα χέρια, τα οστά, τα δόντια, το αίμα, το δέρμα, τα μαλλιά, τα πέλματα και τα σπλάχνα εμφανίζονται διαρκώς. Το σώμα αποτελεί πεδίο δοκιμασίας και αποκάλυψης. Φέρει την επιθυμία, την αρρώστια, τον πόνο, τη μνήμη και την προσδοκία της ανάστασης.
Ο έρωτας συχνά συνδέεται με το ιερό. Ο τίτλος «Δούρειος Έρως» φανερώνει μια δύναμη που εισέρχεται κρυφά στο εσωτερικό της ύπαρξης. Αλλού, το κομποσχοίνι γίνεται «εντέλει Έρως», ενώ η αγρύπνια είναι «απόπειρα λυγμού». Η ερωτική εμπειρία μεταμορφώνεται σε προσμονή, απουσία, κάψιμο και λατρευτική κίνηση.
Οι γυναικείες μορφές εμφανίζονται άλλοτε ως αγαπημένες, άλλοτε ως μανάδες, γιαγιάδες, άγιες, περιθωριοποιημένες ή πετροβολημένες γυναίκες. Η γυναικεία παρουσία συνδέεται με το σώμα, το σπίτι, τη μνήμη, τη φροντίδα, την εγκατάλειψη και την πνευματική διαμεσολάβηση. Στη «Συνέπεια μέθης» η περιφρονημένη γυναίκα της γειτονιάς αποκτά σχεδόν αγιολογικές διαστάσεις και ανοίγει, όπου πατεί, μια δίοδο στο Χάος και μια οδό χάριτος για τους δεσμώτες.
Η αγάπη παρουσιάζεται ευάλωτη απέναντι στη θλίψη, εξακολουθεί όμως να λειτουργεί ως ύστατη δυνατότητα σωτηρίας. Ακόμη και όταν το σώμα οδηγείται προς τη φθορά, ο έρωτας το μεταβάλλει σε τόπο αναμονής του άλλου.
Η Ζάκυνθος ως ποιητική κοσμολογία
Η Ζάκυνθος αποτελεί κεντρικό τόπο του έργου. Ο τόπος εμφανίζεται μέσα από ονόματα, εκκλησίες, μοναστήρια, τοπία, ιστορικά πρόσωπα, λαϊκές μορφές και γλωσσικούς ιδιωματισμούς. Ο Καστρόλοφος, οι Στροφάδες, η Αναφωνήτρα, ο λόφος του Στράνη, τα Ελάτια, τα παντοπωλεία, οι αυλές, τα λιόφυτα και τα σεισμόπληκτα σπίτια συγκροτούν μια ποιητική γεωγραφία.
Αυτή η Ζάκυνθος υπερβαίνει την περιγραφική τοπιογραφία. Είναι τόπος μνήμης και τραύματος. Οι σεισμοί, οι φωτιές, τα ερείπια και η απώλεια της παλαιάς πόλης στοιχειώνουν τη συλλογική συνείδηση. Στα ποιήματα για το 1953 η πατρίδα εμφανίζεται μέσα από ερείπια ονείρων, καμένα σπίτια, θραύσματα πολιτισμού και προσωπικές μνήμες. Οι σχετικές ενότητες και τίτλοι, όπως οι «12 στιγμές Αυγούστου για το ’53» και τα «Ερείπια ονείρων», μαρτυρούν τη διάρκεια αυτής της πληγής.
Ο Σολωμός και ο Κάλβος αποτελούν ζωντανές παρουσίες. Ο ποιητής τους προσεγγίζει ως προγόνους, συνομιλητές και φορείς μιας γλωσσικής και ηθικής ευθύνης. Ο Κάλβος συνδέεται με τη φωτιά, τη σιωπή και την αυστηρότητα. Ο Σολωμός επανέρχεται μέσα στο ζακυνθινό τοπίο, στο αλωνάκι του Στράνη, στη μορφή του Φεγγαροντυμένου και στην αναζήτηση της ελευθερίας της γλώσσας.
Η επτανησιακή παράδοση συναντά τη βυζαντινή και την οικουμενική ελληνική εμπειρία. Η Ζάκυνθος γίνεται μικρό κέντρο του κόσμου, ένας τόπος από τον οποίο ο ποιητής αντικρίζει την ιστορία, τη θρησκεία, τον έρωτα και τον θάνατο.
Η συνομιλία με την ελληνική παράδοση
Τα μότο και οι αναφορές του βιβλίου αποκαλύπτουν ένα ευρύ πεδίο συνομιλιών. Ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, τα Συναξάρια, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Ρίτσος και ο Τζόυς συμμετέχουν σε μια πολυφωνική ποιητική βιβλιοθήκη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συνύπαρξη αρχαιοελληνικών και χριστιανικών αναφορών. Στο «Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει» προτάσσονται αποσπάσματα από τον Ησίοδο και τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο αρχαίος μύθος του χρυσού γένους συναντά την πατερική διδασκαλία για τη σοφή πλοήγηση της ψυχής. Το ποίημα αναπτύσσεται μέσα σε αυτή τη δημιουργική ένταση ανάμεσα στην αρχαία μνήμη και τη χριστιανική εμπειρία.
Η ελληνικότητα του έργου είναι γλωσσική, ιστορική, θρησκευτική και αισθητική. Η ποίηση προσεγγίζει τον ελληνικό πολιτισμό ως ενιαία θάλασσα, όπου διαφορετικά ρεύματα συναντώνται και αλληλοφωτίζονται.
Η αναφορά στον Τζόυς, στις «Προσβάσεις στον Οδυσσέα», φανερώνει συγχρόνως τη διάθεση εξόδου προς τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Η παράδοση λειτουργεί ως ενεργό υλικό σύνθεσης και ως δυνατότητα διαλόγου με τη νεότερη ποιητική εμπειρία.
Από τον εκτενή στίχο στη μικρή φόρμα
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της τριακονταετούς διαδρομής είναι η εναλλαγή των μορφών. Τα πρώτα ποιήματα χρησιμοποιούν συχνά μακρές, κυματιστές περιόδους, με πληθώρα εικόνων, συντακτικές ανατροπές και διαρκείς μεταφορικές μετατοπίσεις. Η σύνταξη ακολουθεί την κίνηση του ονείρου και του λυγμού.
Παράλληλα αναπτύσσεται η έλξη προς τη σύντομη μορφή. Τα τρίστιχα και τα ποιήματα που προσεγγίζουν τη δομή του χαϊκού αποτελούν βασικό τμήμα του έργου. Οι «Φωτομαχίες», οι «Οκτώ εκδοχές για τον Ανδρέα Κάλβο», τα «Εαρινά ελάχιστα», τα «Τρία εωθινά τρίστιχα» και τα «Καθ’ ημέραν ιδιόμελα τρίστιχα» δείχνουν την ικανότητα του ποιητή να συμπυκνώνει την εικόνα και το στοχαστικό της φορτίο.
«Ένδοξος ήλιος / στις απόκρημνες φλέβες / του αποσπερίτη»: μέσα σε τρεις στίχους δημιουργείται ένα ολόκληρο τοπίο, όπου η μέρα αποκτά σώμα και οι φλέβες της οδηγούν προς τη δύση. Σε άλλο τρίστιχο, «Πολύβουο φως / το μέσα μου σκοτάδι / μέτρα και κόψε», το φως γίνεται τεχνίτης που μετρά και αφαιρεί το εσωτερικό σκοτάδι.
Η μικρή φόρμα λειτουργεί σαν εικονίδιο. Περιορίζει την εξωτερική έκταση και αυξάνει την εσωτερική ένταση. Στα ύστερα ποιήματα, μάλιστα, εμφανίζονται και πεντάστιχες μορφές που θυμίζουν τάνκα. Η συμπύκνωση αυτή φανερώνει μια πορεία προς την αφαίρεση, όπου η μεγάλη εμπειρία χωρά σε λίγες λέξεις.
Το όνειρο: δεύτερη πραγματικότητα
Το όνειρο αποτελεί βασικό μηχανισμό της ποιητικής. Τίτλοι όπως «Ενύπνιο μετά Τρούλου», «Προεξοχές ονείρου» και «Ερείπια ονείρων» δείχνουν τη σημασία του. Το όνειρο ανοίγει έναν χώρο όπου οι νεκροί επιστρέφουν, οι άγιοι συνομιλούν με καθημερινά πρόσωπα, τα τοπία μεταμορφώνονται και η χρονική ακολουθία λύνεται.
Στο «Ο Πλοηγός είχεν αναληφθεί» η πραγματικότητα μεταπίπτει σε ονειρική αφήγηση: όχημα, ζώδιο, λίμνη, όχλος, αρτοκλασία και ανάληψη του πλοηγού συνυπάρχουν σε μια ακολουθία εικόνων που καταλήγει αιφνίδια στον φραπέ της προσγείωσης. Η καθημερινή λεπτομέρεια επαναφέρει τον ονειρευόμενο στο πραγματικό και συγχρόνως προσδίδει ειρωνική ελαφρότητα στην υπερβατική εμπειρία.
Στο ομώνυμο ποίημα «Ενύπνιο μετά Τρούλου» ο αββάς Σισώης εμφανίζεται μέσα στον ύπνο, ενώ η Νόννα, οι κλειδωμένες μνήμες, τα κορίτσια, οι βροχές και ο άνεμος συγκροτούν μια προσωπική αγιολογική ονειρογραφία. Η φράση «εύκολα που ξεχνιούνται οι άνθρωποι» δίνει στον ονειρικό κόσμο τη μελαγχολική του βάση.
Το όνειρο προσφέρει μια δεύτερη πραγματικότητα, ισότιμη με την εγρήγορση. Εκεί το ποιητικό υποκείμενο συναντά όσα η καθημερινή λογική αδυνατεί να στεγάσει.
Η ειρωνεία και η καθημερινή ύλη
Παρότι το έργο κινείται σε υψηλές περιοχές μεταφυσικής και θεολογικής αναζήτησης, διαθέτει έντονο στοιχείο ειρωνείας. Η ειρωνεία λειτουργεί ως αντίβαρο στην υψηλή ρητορική και ως τρόπος αυτοελέγχου.
Η παρουσία του φραπέ μετά το ενύπνιο, της σκορδαλιάς μέσα στη μονή, της μυγοσκοτώστρας, των λουστρινιών, του παντοπωλείου, της λιωμένης ασπιρίνης, των δραχμών και άλλων κοινών αντικειμένων προσδίδει υλικότητα και ζωντάνια. Η θεολογία περνά μέσα από την κουζίνα, το καφενείο, το νοσοκομείο, τον δρόμο και την αυλή.
Αυτή η προσγείωση αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα της ποιητικής. Το υψηλό και το ταπεινό συγκοινωνούν, όπως ακριβώς στη λαϊκή θρησκευτικότητα η εικόνα συνυπάρχει με το καντήλι, το λουλούδι, το τάμα και το καθημερινό παράπονο.
Η ειρωνική διάθεση αγγίζει επίσης την ίδια την ποίηση και τους θεσμούς της. Στα ύστερα ποιήματα γίνεται λόγος για τις «ποιήσεις μας / ως παίγνιον του πλήθους» και για «λατρείες ανέραστες» και «αγύρτες λαοπλάνους». Η ποιητική φωνή διατηρεί έτσι κριτική εγρήγορση απέναντι στην ευκολία, στην επίδειξη και στη δημόσια κατανάλωση της τέχνης.
Η δυσκολία ως τρόπος συμμετοχής
Οι «Καμένες Πεταλούδες» ζητούν από τον αναγνώστη χρόνο, προσοχή και επανειλημμένη προσέγγιση. Η σύνταξη, οι νεολογισμοί, οι πολιτισμικές αναφορές και η πυκνότητα των εικόνων δημιουργούν μια ποίηση μυσταγωγική. Ο αναγνώστης εισέρχεται σταδιακά στο προσωπικό λεξιλόγιο και στη συμβολική γεωγραφία του έργου.
Η δυσκολία αυτή πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται ο κόσμος. Η εμπειρία εμφανίζεται ήδη κατακερματισμένη, ονειρική και πολυεπίπεδη. Η ποίηση διατηρεί την πολυπλοκότητά της και προσκαλεί τον αναγνώστη να γίνει συμμέτοχος της αναζήτησης.
Το ποίημα λειτουργεί σαν εικόνα σε παλαιό τέμπλο. Η πρώτη θέαση αποκαλύπτει χρώματα και μορφές. Η παρατεταμένη θέαση φανερώνει λεπτομέρειες, συμβολισμούς και κρυφές σχέσεις. Έτσι και το βιβλίο ανταμείβει την επιστροφή.
Η ωρίμανση της ποιητικής φωνής
Η διαδρομή από το 1979 έως το 2009 φανερώνει μια σταδιακή μετάβαση. Στις πρώιμες συνθέσεις κυριαρχούν η πληθωρική εικόνα, η γλωσσική έκρηξη και το υπερρεαλιστικό άλμα. Στις μεσαίες ενότητες ενισχύονται η τοπική μνήμη, η αγιολογική και λειτουργική σύνθεση, οι επιτάφιες μορφές και η μικρή φόρμα. Στα ύστερα ποιήματα η φωνή γίνεται συχνά περισσότερο γυμνή, άμεση και αποφθεγματική.
Οι αρχικές και οι ύστερες μορφές συνομιλούν. Το φως, ο θάνατος, ο Λόγος, τα νερά, το όνειρο, τα οστά και η επιστροφή παραμένουν σταθερές λέξεις. Η διαφορά βρίσκεται στην οικονομία. Εκεί όπου ο νεότερος ποιητής οικοδομεί εκτενείς υαλογραφίες, ο ωριμότερος συχνά αρκείται σε μια χαραμάδα, σε ένα βότσαλο ή σε ένα σπασμένο πιάτο.
Η τελική προτροπή «τόλμα την ελπίδα» προσδίδει στη συλλογή έναν βαθύ τόνο καταλλαγής. Ύστερα από τις φωτιές, τα κοιμητήρια, τις απώλειες και τις διαλύσεις, η ποίηση εξακολουθεί να προτείνει την τόλμη της ελπίδας.
Συνολική αποτίμηση
Οι «Καμένες Πεταλούδες» συγκροτούν έναν εκτεταμένο και αναγνωρίσιμο ποιητικό κόσμο. Η ιδιαίτερη αξία τους βρίσκεται στη δημιουργική συνάντηση πολλών παραδόσεων και εμπειριών: της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής, της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, της επτανησιακής ποίησης, του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, της λαϊκής μνήμης, του υπερρεαλιστικού τρόπου και της σύγχρονης καθημερινότητας.
Ο Παναγιώτης Καποδίστριας μεταχειρίζεται την ελληνική γλώσσα σαν υλικό αγιογράφου και ψηφιδοθέτη. Επιλέγει λέξεις από διαφορετικές εποχές, τις τοποθετεί σε απρόσμενες σχέσεις και δημιουργεί εικόνες με μεγάλη οπτική, ηχητική και σωματική δύναμη. Το ποίημα γίνεται άλλοτε τέμπλο, άλλοτε όνειρο, άλλοτε κτέρισμα, άλλοτε επιτάφιος, άλλοτε μικρό ιδιόμελο της καθημερινής ζωής.
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η αγωνία για τη μεταμόρφωση της φθοράς. Ο θάνατος αντιμετωπίζεται μέσα από τη μνήμη, η μοναξιά μέσα από την επίκληση του άλλου, η ιστορική καταστροφή μέσα από την ανασύνθεση του τόπου και το σκοτάδι μέσα από την επικίνδυνη εγγύτητα προς το φως.
Η πεταλούδα καίγεται επειδή ακολουθεί τη βαθύτερη φύση της. Πλησιάζει τη φλόγα, ακόμη και όταν η φλόγα απειλεί τα φτερά της. Αυτή η κίνηση περιγράφει την ουσία της ποιητικής του βιβλίου. Ο ποιητής πλησιάζει το φως της μνήμης, της πίστης, του έρωτα και της γλώσσας, γνωρίζοντας ότι κάθε αληθινή προσέγγιση αφήνει τραύματα.
Οι πεταλούδες του βιβλίου είναι καμένες και συγχρόνως φωτεινές. Τα φτερά τους φέρουν τα σημάδια της επαφής με το μυστήριο. Μέσα από αυτά τα σημάδια γεννιέται η ποίηση: μια ποίηση μνήμης και ανάστασης, γης και ουρανού, σάρκας και εικόνας, μια ποίηση που επιμένει να στήνει την απόχη του Λόγου και, μέχρι τον τελευταίο στίχο, να τολμά την ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου