© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1958...

ἤ,  Μνήμη νοσταλγικὴ  ἑξήντα χρόνων  


 « ....Καὶ ξαναγυρίζουν, ὅλοι ξαναγυριζουν, γιατὶ ἦρθαν καὶ πάλι τὰ Χριστούγεννα, σὲ μιὰ φωτιά, σ᾿ ἕνα τζάκι, ὅπου μαζὶ μὲ τὶς φλόγες χορεύουν καὶ τὰ παραμύθια τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Μὲ τὸ μαγικὸ ραβδὶ τῆς θείας εὐδοκίας ξυπνοῦν τοὺς κεκοιμημένους, ἀδέρφια, γονιούς, φίλους, τοὺς γνώριμους τῆς μιᾶς καὶ μόνης στιγμῆς, τοὺς ἀγαπημένους, ποὺ γιὰ λίγο ἤ γιὰ πολὺ ἔχουν ὁδοιπορήσει μαζί τους καὶ τώρα κέιτονται στὴ μαύρη γῆς, ξαπλωμένοι, ἀσάλευτοι, σιωπηλοί, γεμάτοι παγωμένη θλίψη....» Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος

Αὐτὴ ἡ Νύχτα, τῶν Χριστουγέννων, λοιπόν,  ἡ θεία Νύχτα, εἶναι τῆς μεγάλης  Νοσταλγίας ἡ ἱερὴ  περιοχή. Εἶναι, μὲ λίγα λόγια, τὸ μέγιστο προνόμιο ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Δημιουργὸς ὥστε νὰ μὴν  ἀστοχοῦμε. Γιατὶ ἀπόψε θὰ ξεκινήσουμε τὸ μεγάλο τὸ ταξίδι στὶς θάλασσες τῆς Μνήμης, ὅπου θὰ πασχίσουμε νὰ ξανασυναντήσουμε ὅσα ἀγαπημένα πρόσωπα καὶ πράγματα πέρασαν ἀπὸ σιμά μας καὶ σήμερα στολίζουν  τὶς πολύτιμες κοσμηματοθῆκες  τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε χρόνο,  τέτοιες μέρες,  ἀνεβαίνουν  στὴν ἐπιφάνειά της καὶ τὴ στολίζουν, ὅπως σὲ κάθε ἐπίσημη ἐκδήλωση ὅλοι μας συνηθίζουμε νὰ φοροῦμε κάτι τὸ πολύτιμο, τὸ ἐκλεκτό, ποὺ ἴσως μιὰ φορὰ τὸ χρόνο τὸ χρησιμοποιοῦμε. 

Ἔτσι, λοιπόν, φέτος ποὺ συμπληρώνονται ἑξήντα χρόνια ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1958, δὲν εἶναι διόλου εὔκολο νὰ μὴ ξανθυμηθεῖ κανεὶς πρόσωπα ἱερά, γεγονότα ἀλησμόνητα, γιορτινὲς μέρες στολισμένες μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση. Γιατὶ ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα ἦταν ποὺ τὰ κοσμοῦσε ἡ παρουσία τοῦ ξενητεμένου Πατέρα, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ ἀπουσία κάποιων χρόνων ἐρχόταν, γιὰ νὰ τὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζί. Σὲ κεῖνο τὸ σιωπηλό σήμερα τὸ σπίτι, μὲ τὴν κάμαρη ποὺ τὴν ὁμόρφαινε τὸ καλοφτιαγμένο τὸ τζάκι. Τὸ ὁποῖο, στ᾿ ἀλήθεια, ἀπὸ τότε ἔχει ν᾿ ἀναφτεῖ...

Ἀλήθεια, τί μπορεῖ νὰ θυμᾶται  ἕνα παιδὶ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς μέρες; Τί, δηλαδή, εἶναι ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ποὺ τοῦ κρατάει τὴ μνήμη ἀσβυστη. Νὰ ἦταν μονάχα ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ξενιτεμένου Πατέρα-ἀλήθεια, πόσο ρίγος φέρνουν στὸ εἶναι οἱ κορυφαῖες διηγήσεις τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ τοῦ Μωραϊτίδη, καθὼς ἀναφέρουν τέτοιες στιγμὲς γυρισμοῦ τὶς χρονιάρες ἐτοῦτες μέρες... Τί ἄλλο ἐπιτέλους ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀφήνει μέσα του ἀρυτίδωτα ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα; Ναί, τὶ νὰ θυμᾶται, λοιπόν, κανεὶς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἑόρτιες-σὲ ὅλο τους τὸ εὕρος- στιγμὲς ἤ καὶ μέρες; 

Μά, τί ἄλλο ἀπὸ τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴν ἀσφάλεια ποὺ κομίζει στὸ σπίτι ἡ παρουσία τοῦ Πατέρα. Γιατὶ εἶναι μεγαλεῖο ἡ ἐπιστροφή, εἶναι μιὰ περίεργη γιορτή, ὅπου -τουλάχιστον ἐκεῖνα τὰ χρόνια- συμμάζευε τὴν οἰκογένεια, τοὺς φίλους καὶ γνωστούς, χάριζε, μὲ λίγα λόγια στὴ μικρὴ κοινότητα τοῦ χωριοῦ, μιὰ πινελιὰ αἰσιοδοξίας καὶ χαρᾶς. Καὶ τὸ σπίτι ὅλο λαμποκοποῦσε ἀπὸ τὴν παρουσία τόσων καὶ τόσων ἀνθρώπων-ἐπισκεπτῶν... Μέχρι ποὺ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ σφαλίσει καὶ νὰ ἀπομένει μέσα στὴ μοναξιά του, μὲ μόνη συντροφιὰ τὶς μνῆμες, ἔρημο, σιωπηλό, λησμονημένο...

Ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ὅμως ἐκεῖνα ἀπομένει στὴν ψυχὴ καὶ κάτι ἄλλο. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ φῶς τοῦ βάθέως Ὀρθρου, ὅταν τὴ νύχτα σηκωθήκαμε ὅλη ἡ οἰκογένεια νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ φῶς ἀπὸ τὴ λάμπα τοῦ πετρελαίου ποὺ ἀχνοφώτιζε τὸ νυχτωμένο καὶ μουδιασμένο ἀπὸ τὴν παγωνιὰ  σπίτι, τὸ φῶς ποὺ χάριζε τὴν εὐκαιρία στὸν καθένα μας νὰ ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὴν ἐκκλησιά ἀπομένει ἄσβυστο μέσα στὴν ψυχή. Γιατὶ φαντάζονταν τὰ παιδικὰ τὰ μάτια, πὼς ἐκεῖνες οἱ σκιὲς-ζωγραφιὲς στοὺς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, στὴν παραστιά, στὰ πρόσωπα,  ἦταν ἔνα πρόσθετο χριστουγεννιάτικο στολίδι, ποὺ ἀργότερα, ὅταν πιὰ βρεθήκαμε στὴ φωταγωγημένη ἀπὸ κεριὰ καὶ πολυελαίους, ποὺ καίγανε λάδι μόνο, ἐκκλησιά, αὐτὸ τὸ φῶς λάμπρυνε ἀκόμα περισσότερο τὶς ψυχές μας καὶ τὶς ἔντυνε μὲ τὸ χιτῶνα τὸν ἑόρτιο, τὸν μοναδικό. 

Αὐτὸ τὸ φῶς κάθε χρόνο ἔρχεται μαζὺ μὲ τὰ πρόσωπα, μαζὶ μὲ τὴν ἔρμη καὶ κλειστὴ σήμερα ἐκκλησιά μας, νὰ καταλάμψει τὴν ψυχή, τὸ εἶναι ὁλόκληρο καὶ νὰ τῆς χαρίσει ξανὰ τὸ μέγα προνόμιο τῆς Μνήμης καὶ τῆς Νοσταλγίας: Τὴν ἐπιστροφή, δηλαδή, ἔστω γιὰ ἐλάχιστες στιγμές, ἐκεῖ, μέσα στὸ σύθαμπο τὸ ἑωθινὸ τῆς Γιορτῆς, ὅπου χωνεύουν ὅλα... Ἀκόμα κι οἱ κακίες μας, αὐτοὶ οἱ  ἀόρατοι ὕφαλοι, ποὺ καθιστοῦν ἐπικίνδυνο τὸ ταξίδι μας, τὸ ταξίδι τῆς ζωῆς μας. 

Εἶν᾿ ἀλήθεια πὼς δὲ θυμᾶμαι τὸ τραπέζι ποὺ στρώθηκε τὸ γκρίζο ἐκεῖνο πρωΐ, μετὰ τὸν ἐκκλησιασμό. Μόνο θυμᾶμαι τὸ τζάκι καὶ τὸ μιντέρι δίπλα, ὅπου κάθονταν ὁ Πατέρας... Καὶ γύρω ὅλοι ἐμεῖς... Ἡ Μάνα, ὁ παπποῦς,  ἡ γιαγιά... Ὅλοι τους φευγάτοι πιά, κι ἐγὼ κάθε χρόνο νὰ μνημονεύω καὶ νὰ θυμᾶμαι. Μέχρι πότε, ἄραγε; 

π. κ. ν. κ.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email