© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ἱερὲς μνῆμες καὶ βιώματα ἄλλων καιρῶν καὶ συμπεριφορῶν
       
Μνήμη ἱερὴ Κωνσταντίνου καὶ Παναγιώτου τῶν ἱερέων, Δημητρίου ἱεροψάλτου


Ἄχραντες θὰ εἶναι πάντοτε καὶ πανάγιες οἱ Μεγάλες Στιγμὲς Ὧρες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Εὐωδιαστές, καθὼς τὶς ραίνει ἡ θεία Ἄνοιξη μὲ τὰ ποικίλα τῶν ἀνθοφοριῶν της ἀρώματα, ποὺ εὐφραίνουν, ἀλλὰ καὶ χαρμολυπικὰ κατανύσσουν τὶς ταπεινὲς ψυχές, οἱ ὁποῖες πορεύονται, λίαν πρωΐ, στῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, δηλαδή,  τὸ βουρκωμένο πρωϊνό, γιὰ τὴν ἐκκλησιά τους. Πορεύονται, ἀλλὰ τούτη τὴ μέρα στὰ χέρια τους κρατοῦν τὰ πλέον ἐκλεκτὰ ἄνθη, ποὺ ὁλόχρονα ἀνάθρευαν στὶς γλάστρες ποὺ στόλιζαν τὶς  πεζοῦλες ἤ στα κηπάκια τους. Εἶναι τὰ ἄνθη, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουν τὸ ἱερὸ τοῦ Ἐπιταφίου Κουβούκλιο. Τὸν Τάφο τοῦ Κυριου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή. Ἄνθη μεγαλωμένα μὲ ὑπομονή, πίστη καὶ εὐλάβεια περισσή. 

Σὲ χρόνια ἄλλα, χωρὶς τὶς εὐκαιρίες τὶς σημερινές, ὅπου καταφεύγουν πιὰ στὰ ἀνθοπωλεῖα γιὰ νὰ προμηθευτοῦν τὰ ἄνθη γιὰ τὸν στολισμὸ τοῦ Κουβουκλίου, σὲ ἄλλα χρόνια, λοιπόν, ποὺ τὰ στεφάνωνε ὁ κοινοτισμός, ἡ συλλογικὴ προσφορά, δηλαδή, ὅλων τῶν συγχωριανῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κομίζονταν τὰ ὡραιότερα τῶν ἀνθέων, συγκεντρώνονταν οἱ ἄριστες στολίστρες, συνέδραμαν ὅλοι, ὥστε νὰ φανεῖ ἕνα σύνολο καλώπισμένο καὶ ὡς ἄλλο ἄνθος εὐλαβείας κατατειθεμένο στὸν Μεγάλο Νεκρὸ Κύριο. Καὶ συνάζονταν ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴ μεγαλη ἀγκαλιά Του, μικροὶ καὶ μεγάλοι, γιὰ νὰ ψάλλουν τὸν δικό τους, τὸν προσωπικό Ἐξόδιο Ὕμνο. 

«Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον καὶ Ἐπιτάφιον ὠδήν Σοι ἄσομαι...»

Λόγια βγαλμένα ἀπὸ τὸ ἱερὸ καμίνι τῆς ψυχῆς. Ἀνυπόκριτα καὶ μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐλάβειας ντυμένα. Λόγια, ποὺ αἰῶνες τώρα, στολίζουν, μαζὶ μὲ τὰ πολυτιμότερα τῶν λουλουδιῶν τοῦ χωριοῦ, τὸ ἱερὸ νεκροκρέβατο, πάνω στὸ ὁποῖο τίθεται  «ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς...». ὡραῖος κάλλει, ποὺ τίθεται, ὅπως ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι, κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο πολυέλαιο καὶ τὸ βράδυ θὰ λιτανευτεῖ -εὐλογία πάντιμη- σὲ ὅλο τὸ χωριό. 

Μακάριοι ὅσοι βιώνουν αὐτὲς τὶς Μεγάλες Ὧρες ὅτι σιμά τους εἶναι καὶ κείτεται ὁ δικός τους Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας τους. Ὁ δικός τους ἄνθρωπος... Μακάριοι καὶ τρισμακάριοι...

π. κ. ν. κ 

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ, ΜΥΡΩΜΕΝΕΣ ΚΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ


Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη: «Ἦτο περασμένη ἡ ὥρα. Τὸ χωρίον, ἐκοιμᾶτο βαθὺν ὕπνον παιδίου, τὸ ὁποῖον ὕστερον ἀπὸ τόσα τρεξίματα καὶ παιγνίδια καὶ γέλοια, ἀποσταμένον, γέρνει ἐγγὺς τῆς ἑστίας του καὶ ἀποκοιμᾶται. Τὰ νυκτοπούλια τῆς ἀνοίξεως, τὰ ὁποῖα ἐστέναζον ὑπὸ τὰς καμάρας τοῦ κωδωνοστασίου, θαρρεῖς καὶ συνεπλήρουν τὸν ἀνασασμὸν τῆς κοιμωμένης πολίχνης....».

Ναί, τὶς ζήσαμε κάποτε αὐτὲς τὶς ὧρες, τὶς προαναστάσιμες. Τὶς ὧρες, ποὺ περιμέναμε ν᾿ ἀκουστεῖ ἡ πρώτη ἡ καμπάνα, γιὰ νὰ ξεκινήσουμε νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Κι εἶχε τὸ χωριὸ μιὰ ἡσυχία, ποὺ πραγματικὰ συγκινοῦσε. Καὶ συγκινοῦσε, γιατὶ ὅλοι ἐκεῖνοι,  οἱ ταπεινοὶ χωρικοί, περίμεναν αὐτὴ τὴ μοναδικὴ τῆς Πασχαλιᾶς τὴ βραδυά, νὰ βρεθοῦνε στὸ ναό, ν᾿ ἀκόυσουν τὸν καλὸ τὸ λόγο κι ὕστερα νὰ εὐφρανθοῦν.

Εἶχαν «παχνιάσει» τὰ «πράματά τους», τὰ ζῶα τους δηλαδή, γιὰ εἶναι ἥσυχοι καὶ τὠρα ἀναπαύονταν δίπλα στὴν παραστιά, ὅπου μαγειρεύονταν καὶ τὸ ἑόρτιο γεῦμα. 

 Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χωριὸ τὴ βραδυὰ αὐτὴ μοσχοβολοῦσε ἀπὸ τὸ καλομαγειρεμένο φαγητό, ποὺ θὰ τὸ γεύονταν, μαζὶ μὲ τὸ κόκκινο τ’ ἀβγό, ἀπολείτουργα οἱ περισσότεροι. Γιατὶ πάντα ὑπῆρχαν καὶ οἱ βιαστικοί, πού, ἀφοῦ ἄκουγαν τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ προσκυνοῦσαν τὴν Ἀνάσταση,  τσούγκριζαν τ᾿ ἀβγά τους, νὰ τὰ γευτοῦνε «μάνε-μάνε», μέχρι νὰ πᾶνε στὸ σπίτι γιὰ τὸ ἑορταστικὸ τὸ γεῦμα. 

Ὅμως αὐτὸ ποὺ συγκινοῦσε περισσότερο ἦταν ἐκείνη ἡ ἡσυχία ποὺ ἁπλωνόταν σ᾿ ὅλο τὸ χωριό, καὶ θύμιζε τόσο ζωντανὰ τὸν περίφημο λόγο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Κυπρου, ποὺ διαβάζεται τούτη τὴν ἡμέρα, τοῦ Μ. Σαββάτου. 

«Τί τοῦτο;
σήμερον σιγὴ πολλὴ ἐν τῇ γῇ·
σιγὴ πολλὴ καὶ ἠρεμία λοιπόν·
σιγὴ πολλὴ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπνοῖ·
γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεὸς σαρκὶ ὕπνωσε, καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος ὑπνοῦντας ἀνέστησεν».

Πόσο εὔγλωττη στ᾿ ἀλήεθα ἦταν ἐκείνη ἡ σιωπή, πόσο γόνιμη, γιατὶ καρποφοροῦσε στὶς ψυχὲς τῶν ἁπλῶν ἐκείνων χωρικῶν τὴ ἀναστάσιμη τὴν ἐλπίδα, ποὺ τὴν περίμεναν. Γιατὶ, ὅταν εὔχονταν «καλὴ Ἀνάσταση», τὸ ἐννοοῦσαν, τὸ ζοῦσαν τὸ χαίρονταν. Ὄχι σὰν μιὰ ἀφορμὴ γιὰ διακοπές, ὅπως συμβαίνει σήμερα, ἀλλὰ περισσότερο ὡς ἀφορμὴ ν᾿ ἀνοίξουν οἱ καρδίες, νὰ εἰσέλθει μέσα τους ἡ ἀναστάσιμη χαρά, ἡ αἰσιοδοξία. Νὰ παραμερίσει δηλαδή, κάθε πένθος, κάθε κατήφεια, κάθε ἀνησυχία. 

Ραντισμένη ἡ βραδυὰ καὶ μὲ εὐωδιὲς τῆς ἄνοιξης, χάριζε καὶ τὸ ἄλλο μέγα προνόμιο στοὺς ταπεινοὺς τοὺς χωρικούς. Τὸ προνόμιο νὰ μαζεύουν μέσα τους αὐτὲς τὶς μοναδικὲς τὶς εὐωδιές, ὅπως ἐκείνη τὴ μαγευτικὴ μοσχοβολιὰ ἀπὸ ὑγρὸ χῶμα καὶ ἄρωμα λεμονοανθῶν ἢ πορτοκαλανθῶν, καθὼς περνοῦσαν τὸ Ρέμα, ὅπου βρἰσκονταν οἱ κῆποι μὲ τὶς λεμονιὲς καὶ τὶς πορτοκαλιἐς τοῦ χωριοῦ. Αὐτὸ τὸ ἄρωμα κουβαλοῦσαν μαζί τους μαζὶ μὲ τὸ ἄλλο τὸ ἄρωμα τῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς, ποὺ τοὺς χάριζε ἡ Πασχάλια βραδυὰ σὲ κείνη τὴν παλιὰ τὴν ἐκκλησιά, ποὺ  χώνευε μέσα στὸ χρυσαφενιο τὸ φῶς, τὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς ἀπὸ κεριὰ καὶ καντήλια ἀναμμένα. 

Μπορεῖ τὰ χρόνια νὰ πέρασαν, νὰ εἰσῆλθαν στὴν ψυχὴ νέες εἰκόνες, ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ σκεπάσουν ἤ νὰ σβύσουν αὐτὲς τὶς ἀζάρωτες, χλωρὲς ἀκόμα, εἰκόνες ἀπὸ ἕνα καιρὸ φορτωμένο γνησιότητα καὶ εἰλικρίνεια. Ἀπὸἕνα καιρὸ ὑψηλῆς παιδείας, ποὺ τὴ δίδασκαν ἀγαράμματοι ἤ ὀλιγογράμματοι χωρικοἰ, ὡστόσο τόσο φωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἁπλότητα  καὶ τὴ νοικοκυροσύνη τους. 

π. κ. ν. κ.

Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, τόμος Δ΄




Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, Τόμος Γ΄




Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Χριστίνα Μερκούρη, Κατερίνα Κουτλιάνη: ΙΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ


Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 126, Απρίλιος 2018, σσ. 92-105



Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Γιώργου Λέκκα: Σ’ ΕΝΑ ΠΛΑΝΗΤΗ ΟΛΟ ΣΙΩΠΗ (νέο ποίημα)


Σ’ άλλους αρέσει το φεγγάρι για το φως του
σε μένα αρέσει η σιωπή του.
Σ’ ένα πλανήτη όλο σιωπή θα κατοικήσω.
Θα μου αρκούν να σου μιλώ μόνο τα μάτια
και θα διαβάζεις στα δικά μου κάθε μου σκέψη.
Δεν θα χρειάζομαι πλέον λέξεις για να μιλήσω
γιατί δεν θα 'χω πια τίποτα ν’ αποκρύψω.
Θ’ άκουγα μέσα μου κάθε σου σκέψη
σάμπως ένα μαζί σου όπου και να 'σαι·
κάθε πάλι δική μου θα σε τυλίγει-
μια ζεστή αγκαλιά για να μη φοβάσαι.

23.3.2019

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Εικαστικό σχόλιο: Van Gogh,  White house at night

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email