© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 14, «Τ᾿ ΑΗ ΦΙΛΙΠΠ᾿»...


Μὲ ρυθμοὺς Νοσταλγίας καὶ ἑόρτιας χαρμολύπης ἔφτασε κι ἡ μέρα αὐτή. Ἡ γιορτὴ δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου, μιὰ μέρα κορυφαία μέσα στὸ χειμωνιάτικο τοπίο ποὺ ἑτοιμάζεται... Ἡμέρα σημαδιακὴ καὶ φυσικὰ ὁριακή, ἀφοῦ εἶναι σύνορο μεταξὺ δύο χρονικῶν διαστημάτων: τοῦ φθινοπώρου ποὺ παρέρχεται καὶ τοῦ χειμώνα ποὺ πλησιάζει ἐνῶ παράλληλα ἀνοίγει τὶς πύλες του στὸ ἱερὸ Σαρανταήμερο.
Στέκεις ἀπόψε στὶς παρυφὲς τοῦ Χρόνου κι ἀντικρύζεις, μὲ νοτισμένη ἀπό τὰ δάκρυα τὴνψυχή σου μέρα. Στοχάζεσαι πῶς τὴν ἔζησες σὲ καιροὺς ποὺ ὑπῆρχε ἀκόμα ἡ δυνατότητα σεβασμοῦ σὲ ἀξίες ἄφθαρτες. Τότε δηλαδή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ξέρανε νὰ γιορτάζουν καὶ νὰ χαίρονται, μεριμνώντας πάντα νὰ μένουν πιστοὶ στὰ φθέγματα τῶν πατέρων τους. «Βίος ἀνεόρταστος μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος».
Ἀποκριὰ τὴν ὀνομάζανε αὐτὴ τὴ μέρα, γιατὶ ἀπό ταχιά, ἀπό τὶς 15 τοῦ Νοεμβρίου ἤ τ᾿ Ἀντριᾶ, ἄρχιζε νηστεία τοῦ Σαρανταημέρου, ποὺ κορυφώνονταν τὴν παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ, στὶς 24 τοῦ Δεκεμβρίου.
Ὁ Τόπος εὐωδίαζε φρέσκο λάδι καὶ κομμένο πορτοκάλι, ἐνῶ ἀπό τὸ Ρέμα, ποὺ βρίσκονταν οἱ καλλιάγριες, ἀνέβαινε ἀνάμικτη μυρωδιὰ καμένου ξύλου καὶ ἐλαιοπυρήνα, ραντίζοντας τὸ χωριὸ αἰσιοδοξία γιὰ τὸ μαξούλι ποὺ ἑτοιμάζονταν νὰ μπεῖ στὸ σπίτι: τὸ εὐλογημένο τὸ λάδι.
Ἀχνοφέγγουν στήν καρδιά πρόσωπα καὶ εὐωδίες, συνήθειες, χειρονομίες καὶ χῶροι... Τυλιγμένα ὅλα στὸ μισόφωτο ποὺ ἀφηνε τὸ ἀδύνατο, ἀλλὰ χρυσαφένιο φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου στὸ λιτὸ ἀνώι, μὲ τὴ συννεφιὰ νὰ γυροφέρνει στὴ τζαμόπορτα ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ θάλασσα κι ὅσο ἀνέβαινε ἡ νύχτα γινόταν γκρίζα μὲ κομμάτια σκοταδιοῦ μέσα της.
Στὴν παραστιὰ, τὸ ἀποψινὸ τὸ βράδυ, οἱ παλαιοί πάντα καίγανε τὰ ξύλα τοῦ βουνοῦ κι ἐκεῖνα κάθε τόσο ἄφηναν, μαζί μὲ τὸ παραμιλητὸ τῆς φωτιᾶς, νὰ ξεχύνονται τὰ ἀρώματα τοῦ πεύκου, τῆς κουμαριᾶς, τοῦ σχίνου. Ἀρώματα εὐεργετικὰ τοῦ βουνοῦ, ποὺ χώνευε κι αὐτὸ μέσα στὸ σκοτάδι. Καὶ πάνω στὴν τσιροτιὰ τὸ φαΐ ἑτοιμαζόταν γιὰ τὸ ἑόρτιο δεῖπνο. Ἀναδύονταν ἡ εὐωδία τοῦ κοκκινιστοῦ, ποὺ βεβαίωνε γιά τὸν ἑόρτιο χαρακτήρα τῆς μέρας, εὐωδία χαρμόσυνη ποὺ πλημμύριζε τὸ σπίτι μόλις κενώνονταν τὸ φαΐ. Τότε μέσα στὸ μισόφωτο ἀκούγονταν τὰ κουτάλια... -πάντα κρέας μὲ τὸ ρύζι, ἐκτὸς ἄν ἦταν Τετάρτη ἤ Παρασκευή, ὁπότε τὸ φαΐ ἦταν ξερὸς μπακαλιάρος μὲ τὸ ρύζι ἤ ψάρια πλακί - ποὺ βυθίζονταν στὰ πιάτα... Καί κάπου κάπου τὰ ποτήρια, ποὺ τσουγκρίζονταν γιὰ τὸ καλό. Τὴ σιωπηλὴ αὐτὴ τελετὴ διέκοπτε μόνο ἡ φωτιὰ ἤ τὸ σύρσιμο τοῦ ἀγέρα πάνω στὰ παλιὰ παραθυρόφυλλα.
Δὲν θυμᾶσαι ἀπό ποῦ καὶ πότε ἄκουσες ἐκεῖνο τὸ δίστιχο γιά τή μέρα καί τή γιορταστική της ἀτμόσφαιρα:
«Ὁ φτωχὸς ὁ Φίλιππας ὅλη μέρα δούλευε
καὶ τὸ βράδ᾿ ἀπόκρευε».
Ἴσως νὰ τὸ εἶπε ἡ γιαγιὰ, ποὺ ὅλο εἶχε κάτι νὰ δώσει στὴν ψυχή σου, νὰ τὄχεις φυλαχτὸ στὰ κατοπινὰ τὰ χρόνια. Ἀπόψε ποὺ σκέφτεσαι τίς εὐλογημένες ὧρες, σκύβοντας τρυφερά πάνω στὰ πρόσωπα τῶν δικῶν σου ἀνθρώπων -πρόσωπα ἱερὰ, ταμιευμένα στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου- βλέπεις σ᾿ αὐτὰ τὸ φτωχὸ τὸ Φίλιππο πάλι... Κι ἀναγνωρίζεις μ' εὐγνωμοσύνη μιά παράξενη εὔνοια: ἀλλιῶς μπορεῖ νά πήγαινε χαμένη κι αὐτὴ ἡ μέρα κι αὐτὴ ἡ γιορτή.

Τετάρτη 14 Νοε. 2012, σὲ ὥρα σπερινή

[Στη φωτό: Αντικρύζοντας τη Σκιάθο από το Κλήμα της Σκοπέλου]
Related Posts with Thumbnails