© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Έρσης Λάγκε: ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ (ανέκδοτο διήγημα)

Απόγευμα, βλέπω ένα ήρεμο λιβάδι, σε ήλιο χλιο. Η θάλασσα γαλήνιο κομμάτι πέρα. Η πόλη, ο όχλος – χτυπήματα, κλοπές, ομάδες τρομοκρατίας… Αυτό εδώ, σ’ αιώνια άνοιξη.
Πεταλούδες το περνάν ζευγαρωτά. Μικρός αέρας κουνά τα δέντρα. Ανθούν δειλινά με ψιλή ευωδιά κι αλλιώς κανείς. Κανείς δεν το ξέρει. Βράδυ στο βράδυ δικό μου, μ’ ένα μικρό μονοπάτι λεκιασμένο από φως που χάνεται κάπου, εκεί όπου μάνα κι αδέλφια, θαμμένα πριν καιρό, περιμένουν. «Αν το πατήσω, ίσως χαθεί», λέω.
Μα τι χρυσάφι, τι παιγνίδι φτερών μες στον χαμένο τού σήμερα κόσμο! Κρυφά και ανεπίτρεπτα τα ευλογώ.
Ακούστηκε φωνή.
- Κοίτα τα, όσο έχεις μάτια. Σε λίγο θα σου τα φάω κι αυτά.
Έσκυψα να δω. Όχι, ούτε σκιά. Ελαφρότατο ένα τίποτα μόνο, που απ’ τα δικά μου ζούσε.
- Μη με δει, είπα. Αν μείνω ακούνητη, δε γίνεται να με αντιληφθεί. Μόνο τα εν κινήσει ζωντανά όντα παίρνει η όρασή του.
Και ξάφνου Τον είδα ξεκάθαρα. Ένα νέο παιδί, νεαρός – μελαχρινός είναι ο Θάνατος.
Πίσω οι πεταλούδες φιλιόντουσαν κι όπως τις έβλεπα εγώ, ήρθε στο Χάρο πούδρα φτερών στον ουρανίσκο.
Καστανοκόκκινα ζευγάρια φλατάριζαν χαϊδεύοντας τον μελένιο ήλιο. Ο χορός των πεταλούδων στο φυλαγμένο λιβάδι τυλιγμένος φως.
- Συνέχισε να κοιτάς, είπε αυτός. Θέλω κι άλλο.
Στο νου τον δικό μου περνάγαν πάγκαλες νότες «μιζερικόρντια ντούα…», τενόρος και χάθηκαν μαζί μ’ εμένα.
Πίσω, άρχισε η θάλασσα έναν γόο βαθειό. Πάνω, τα σύννεφα την έδερναν και την μαστίγωναν. Μαύρα νερά ολόλυζαν κι ο βόγκος γέμιζε τον κόλπο και τους έξω βραχίονες του λιμανιού. Έκλαιγε από τα τρίσβαθα των σεισμών και βροντιόταν και χυμούσε.
Στο λιβάδι μικρός αεράκος ανατάραξε λόγο τα φύλλα. Αλλιώς τίποτα! Εγώ είχα φύγει. Το λιβάδι έμεινε, κι ο προσωπικός μου θάνατος άπλωσε όπως καπνός – ούτε καπνός, όπως πρώιμο σούρουπο – ούτε σούρουπο. Απόγευμα ήταν.
Το ξάνθισμα απ’ τα φύλλα που δεν είχαν ακόμα πέσει, λάμπρυνε τη σκιά. Οι πεταλούδες λευκές τώρα, χορεύαν διαπερνώντας Αυτόν, το Χάρο, και πάλι χορεύαν διαμέσου κι ανάμεσά του, καθώς δεν τον αντιλαμβάνονταν, γιατί ο δικός τους θάνατος τις περιμένει στα κλαριά.
Ζάκυνθος 2003
[Εικαστικό σχόλιο στο διήγημα: Salvador Dali]

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: Ή ΟΛΟΙ Ή ΚΑΝΕΙΣ (νέο, ανέκδοτο διήγημα)


- Καλώς τον.
- Θα με κουρέψεις;
- Να φέρω το κράνος;
- Μπα, λίγο τις άκρες.
Τίναξε την πετσέτα. Την άπλωσε σαν αγκαλιά γύρω μου και τυλίχτηκα στην λεβάντα. Πήρε το μπουκάλι που ραντίζουν τα λουλούδια και έριξε στα μαλλιά μου. Αισθάνθηκα δροσιά και πάνω που ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, πήρε την τσατσάρα και άρχισε να οργώνει το έδαφος. Τα πήρε από εδώ, τα πήρε από εκεί και μια χωρίστρα καταμεσής του εγκεφάλου μου, δέσποζε στον απέναντι καθρέφτη. Σκέτος ζαχαρωμένος λουκουμάς, ανίσχυρος στα μαγικά χέρια του Θύμιου.
- Λοιπόν, πώς πάμε;
- Άριστα! απάντησα και κόντεψα να το πιστέψω.
- Δεν μας αγγίζει τίποτα…, πρόσθεσε.
- Φυσικά. Άνεργος και απόλυτα απελπισμένος. Τόσο που ο κύκλος αγγίζει τα άκρα. Σωστό μηδενικό και μάλιστα σε κατηφόρα στεφάνης. Ακούς τον ήχο;
- Τι λέει ο ποιητής!…
- Για να έρθω εδώ, έσπασα τον κουμπαρά των παιδιών…
- Τόσο πολύ… Και το σπίτι;
- Χρωστάω κάμποσες δόσεις που σημαίνει είμαι φιλοξενούμενος της τράπεζας. Δεν πάνε να λένε … άριστη φιλοξενία.
- Σε έχουν πρήξει στα τηλέφωνα;
- Να δούνε τι κάνω οι άνθρωποι.
- Ψάχνεις για δουλειά;
- Κοιτάζω σε πρεσβείες και προξενεία.
- Και τα παιδιά;
- Πρώτα θα πάω εγώ και ύστερα γυναίκα και τέκνα.
- Όπου γη και  πατρίς.
- Ναι, αρκεί να υπάρχουν σουβλάκια με γύρο.
- Κάνε τον σταυρό σου, όλα θα πάνε καλά.
Έβαλα τα γέλια, μέχρι που κινδύνεψε να χαλάσει η χωρίστρα. Ο Θύμιος μού έπιασε το κεφάλι και το γύρισε στην σωστή θέση. Ένοιωσα ότι θα με χαστούκιζε για παιδαγωγικούς σκοπούς αλλά επί ματαίω. Αμετανόητος άθεος και μάλιστα σε κρίση. Το ήξερε.
- Κάπου πιστεύεις κι εσύ, μου είπε.
- Στον Ερμή, που ως προστάτης των ταξιδιωτών, θα μου χαρίσει εισιτήριο για την Αυστραλία. Θέλω να δω τα κοάλα.
- Υπέροχα. Τα κοιτούσα στην τηλεόραση. Κάθονται όλη μέρα στον ευκάλυπτο και τρώνε ειρηνικά.  Ούτε σκοτούρες ούτε άγχη. Διδάξου, λοιπόν.
- Θύμιο, αδυνατώ να μαστουριάζω. Πρέπει να πάρω γάλα στα παιδιά και το ψωμί να είναι στο τραπέζι.
- Δεν λέω αυτό. Να έχεις πίστη και να ελπίζεις. Άλλωστε, ο Ερμής ήταν αγγελιοφόρος των Θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός.
- Ναι προστάτευε και τους ληστές… Τον είχε στο πέτο ο γείτονας με τις επιδοτήσεις.
Ο Θύμιος έκανε τον σταυρό του. Έριξε ένα «ευλόγησον» και συνέχισε να πασπατεύει το κρανίο μου. Κοίταξα έξω. Μια κυρία έψαχνε στα σκουπίδια. Πανέμορφη και τυχερή. Έβγαλε μια σακούλα. Την άνοιξε και πρόβαλε ένα κουτί από πίτσα. Αποκάλυψη. Είχε ένα ακέραιο κομμάτι με μπέικον. Το ευχαριστήθηκε κοιτώντας με από το τζάμι. Της γέλασα. Μου έγνεψε και έφυγε για τον επόμενο κάδο. Δεν είχα πια οπτική επαφή. Ακούστηκε το τρόλεϊ και ύστερα παύση. Ο κουρέας μού χάιδευε την κεφαλή και, πάνω που θα έφευγα στον κόσμο του ύπνου, ακούστηκε ψαλμωδία από το ραδιόφωνο.
- Τι βάζεις εκεί;
- Ψαλμωδίες.
- Αμετανόητος είσαι. Βάλε καμιά πενιά…
- Αυτό έκανα. Χαλάρωσε και απόλαυσε! Καταβασίες από μεγάλο μαΐστρο!
Τι να έκανα, υπέστην την ηχητική δοκιμασία. Ομολογώ ότι ταίριαζε με το ψαλίδι και μάλλον αμφότεροι κοιτούσαμε το σύνθημα στον απέναντι τοίχο: «Καλύτερα αντάρτης, παρά μετανάστης».
- Το βλέπεις; τον ρώτησα.
- Ναι, κι έχει απόλυτο δίκιο…
- Τι; Να πάρουμε τα όπλα;
- Πνευματικά. Να γίνουμε επαναστάτες, δηλαδή ν’ αλλάξουμε σύσσωμοι.
- Εσύ και ο Γκάντι…
Ακολούθησε το ταλκ, το τίναγμα της πετσέτας, σκούπισμα της χαμένης μου δύναμης και ένα «με τις υγείες σας».
Ευχαρίστησα, έδωσα ψιλά να βοηθήσω τις συναλλαγές και, προτού φύγω, τον πιλάτεψα:
- Έκλεισες θέση, Θύμιο. Άντε καλό παράδεισο!
- Μην με καταριέσαι, απάντησε αυτός κι έμεινα κάγκελο.
- Σε καταριέμαι;
- Βεβαίως.
- Γιατί;
- Όλοι οι γνωστοί και οι φίλοι οι αγαπητοί, θα πάνε κόλαση. Εκεί θα είναι και η γυναίκα μου και μάλλον ο γιος μου. Είναι λοιπόν απίθανο να επιλέξω παράδεισο. Άσε, που μόνος στα όμορφα, δεν το αντέχω.
Τον κοίταγα άναυδος.
- Και τόσες νηστείες και προσευχές; ψέλλισα με πίκρα.
- Ή όλοι ή κανείς, μου είπε αυτός και κοίταξε τον άγιο Ηλία τον Αρδούνη.
- Έτσι δεν είναι; τον ρώτησε.
Η εικόνα έμεινε ίδια και αμίλητη. Φεύγοντας, έριξα  ένα κοφτό βλέφαρο στο κουτί με την πίτσα.
«Λες να είχε μείνει κανένα κομμάτι;», αναρωτήθηκα. 

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email