© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Θεοδόση Πυλαρινού: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΤΙΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΛΑΤΑ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 803-819]

Όταν η ζωή και το έργο ενός ιεράρχη γίνεται αντικείμενο λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, είναι προφανές ότι έχει επιδείξει αυτός ιδιαίτερα θεοφιλή ζήλο ή έχει αναπτύξει λαοτελή προσφορά, ότι διακρίθηκε για τις χριστιανικές αρετές του ή ότι έχει προσφέρει στην παιδεία, τη φιλανθρωπία, την ελευθερία του χώρου της διαποίμανσής του. Διότι η λογοτεχνία δεν επιλέγει εική και ως έτυχε, δεν την ενδιαφέρει η εγκυκλοπαιδικής φύσεως πληροφορία ούτε η απλή ιστορική τοποθέτηση• έρχεται για να παραδειγματίσει, εξαίροντας ό,τι προκάλεσε αίσθηση στην κοινωνία, και για να προβάλει, με εύλογες δόσεις μυθοπλασίας, πρόσωπα ή γεγονότα με ιδιαίτερη ανθρωπιστική, κοινωνική ή εθνική προσφορά.
Η θεολογική συνάντηση δύο σημαντικών μορφών της Ορθοδοξίας του φθίνοντος 19ου αιώνα, του αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα (1835-1894) (1), εκδότη της πρωτοποριακής θρησκευτικής εφημερίδας Σιών, ο οποίος κατέλαβε τον επισκοπικό θρόνο της Ζακύνθου στα 1884, και του μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανού Οικονομίδη (1833-1886) (2), αποτέλεσε την αφορμή της διεξαγωγής ενός σύντομου αλλά ουσιαστικού διαλόγου, από τις στήλες της προαναφερθείσας εφημερίδας που εξέδιδε ο πρώτος. Ο επιστολικός αυτός διάλογος, εκκλησιολογικού χαρακτήρα, με ποιμαντικές, εκλαϊκευτικού και ηθοπλαστικού χαρακτήρα, απόψεις των δύο ιεραρχών, αποτέλεσε παράλληλα αφορμή για να γνωστοποιηθούν στην Κύπρο συγκεκριμένες θέσεις τους, και μέσω αυτών η φιλοπατρία, το ήθος και το ενδιαφέρον των δύο ανδρών για την πρόοδο του ποιμνίου τους.
Με κίνητρο τον διάλογο αυτό και για να προβληθεί η εκκλησιαστική πολιτεία τους και η φήμη που απέκτησαν από το όλο έργο τους, κυρίως δε η λαϊκή έξωθεν καλή μαρτυρία και αγάπη προς το πρόσωπό τους, θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια όσα γράφτηκαν για τον θάνατο του Κυπριανού αφενός, από τις κυπριακές εφημερίδες της Λεμεσού Αλήθεια και Σάλπιγγα, και αφετέρου διάφορες πληροφορίες των ίδιων εφημερίδων για τον Διονύσιο Λάτα, σχετικές με την Κύπρο, καθώς και λίγα για τον θάνατό του. Τα τελευταία απέρρευσαν από τη σχέση του με τον Κυπριανό, τα οποία και τον έκαναν γνωστό στον κυπριακό χώρο.
Πριν όμως παρακολουθήσουμε αυτά, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι τα κυπριακά έντυπα ανέκαθεν, από το 1878 και εξής, αντιμετώπιζαν ομοιοπαθητικά και οιονεί αγαπητικά τον επτανησιακό χώρο. Είτε η περίπτωση του Γλάδστωνα (3), που ευνόησε την Ένωση της Επτανήσου, είτε η ιδεολογία και η πολιτική του ριζοσπαστισμού (4), που προβλήθηκε από μερίδα των Κυπρίων ως μοντέλο για την επίτευξη της Ένωσης και της Κύπρου με την Ελλάδα, είτε οι αναφορές και οι νεκρολογίες (5) για μεγάλες μορφές του αγώνα των Ιονίων, είτε ακόμη η συμπαθητική στάση των Κυπρίων προς τους χειμασθέντες από τους καταστροφικούς σεισμούς Ζακυνθίους (6), καταδεικνύουν, σε κάθε περίπτωση, την ιδιότυπη εθνική σχέση Κύπρου και Επτανήσου, κατά την οποία τα Ιόνια Νησιά αποτέλεσαν φάρο ελπίδας για τους Κύπριους. Και πέραν τούτων όμως, είναι πολλές οι δημοσιεύσεις των κυπριακών εφημερίδων, οι αναφερόμενες για τους ίδιους λόγους στην ιστορία της Επτανήσου, ως προτύπου και πάλι, η μελέτη της οποίας θα μυούσε τους αναγνώστες τους στις επιτυχείς ενωτικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές παρυφές του ελληνισμού.
Η βραχύβια, λόγω του θανάτου του Κυπριανού, αλληλογραφία των δύο αρχιερέων άρχισε με πρωτοβουλία του Κύπριου ιεράρχη. Γνωρίζοντας αυτός το ανανεωτικό πνεύμα της Σιών του Διονυσίου Λάτα (7), ιδίως δε τις θέσεις του περί παιδείας του κλήρου και αξιοπρεπούς διαβίωσης των κληρικών, έστειλε στις 13-8-1886 εκτενή επιστολή του στον Διονύσιο, αναφέροντας τις σκέψεις του, που τις καταχωρίζουμε περιληπτικά, αφού πρώτα αποδώσουμε αποσπασματικά τις κρίσεις της Σιών, οι οποίες προτάχθηκαν της επιστολής Κυπριανού (8):

Προ τεσσάρων μηνών ο Μητροπολίτης Κιτίου (Κύπρου) Κυπριανός έπεμψεν επιστολήν προς τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου Διονύσιον, τον και Συντάκτην της «Σιών» εν η εκτίθησι την επικειμένην ανάγκην τυπικών μεταρρυθμίσεων εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία. Συνεννοούμενος δε μετ’ αυτού προέτρεπεν αυτόν να προβή εις ώριμον σκέψιν και ούτω να διενεργήσωσιν αμφότεροι συνεννόησιν μετ’ άλλων συναδέλφων Αρχιερέων, και βαθμηδόν, πολλών συνεννοηθέντων, να καθυποβάλωσι τας σκέψεις αυτών εις τους αρχηγούς Πατριάρχας και τας Ιεράς Συνόδους και τοιουτοτρόπως να επέλθη πρακτικόν αποτέλεσμα. Αλλά μόλις αντήλλαξαν οι δύο ιεράρχαι [,,,] δύο επιστολάς, και επήλθεν ο άωρος θάνατος του Μητροπολίτου Κιτίου Κυπριανού. Τούτο ελύπησε σφόδρα τον Αρχιεπίσκοπον Ζακύνθου, επειδή εστερήθη η Εκκλ. λειτουργού όχι μόνον πεπαιδευμένου, αλλά και έμπλεω ευσεβών αισθημάτων και χριστιανικών αρετών, διανοουμένου σοβαρώς περί των εκκλησιαστικών ημών πραγμάτων, και ενδιαφερομένου σπουδαίως περί της ανυψώσεως της σχεδόν ήδη πεπτωκυίας υπολήψεως της Εκκλησίας. Μετά τον θάνατον του αοιδίμου Κυπριανού η «Σιών» κρίνει εύλογον να δημοσιεύση τας δύο ταύτας επιστολάς αμφοτέρων των Ιεραρχών […] εξ ων δύνανται οι αναγνώσται να λάβωσι πρακτικάς ιδέας περί της σημερινής καταστάσεως της Εκκλησίας, και περί του ενδιαφέροντος, το οποίον οφείλει πας ορθόδοξος χριστιανός και αληθής Έλλην να δεικνύη προ πάντων σήμερον υπέρ της σωτηρίας της Εκκλησίας εξ επικειμένου κινδύνου. […] Έκρινε δε εύλογον η «Σιών» να δημοσιεύση τας επιστολάς ταύτας εις το πρώτον φύλλον του Ζ΄ έτους της εκδόσεως αυτής, επειδή αι επιστολαί αύται δύνανται να θεωρηθώσι ως νέον πρόγραμμα της «Σιών», ανακεφαλαιούν, […]
τον σκοπόν, δι’ ον η εφημερίς αύτη από εξ ήδη ετών εκδίδοται, και θέλει εκδίδοσθαι εν όσω ο Συντάκτης αυτής υπάρχει εν τοις ζώσιν.

Καταχωρίσαμε το εισαγωγικό αυτό κείμενο για να φανεί η σοβαρότητα των προθέσεων της Σιών, ουσιαστικά του συντάκτη της αρχιεπισκόπου Λάτα• η ποιότητα των αλληλογραφούντων, αλλά και η σημασία μιας τέτοιας συνεργασίας που την διέκοψε ο πρόωρος θάνατος του Κυπριανού. Κυρίως όμως παρατέθηκε ως ερμηνευτικό, ως ευρέως νοούμενο περικειμενικό υλικό, από κοινού με τις επιστολές των ανδρών, για την κατανόηση του περιεχομένου των λογοτεχνικών κειμένων που θα ακολουθήσουν.
Η επιστολή Κυπριανού πέραν των ολίγων βιογραφικών στοιχείων (9) εστιάζει στα ακόλουθα «σπουδαιότατα ζητήματα», κεντρικός στόχος των οποίων είναι η συνένωση των δυνάμεων των ομοδόξων χριστιανών, στην Ελλάδα και την Κύπρο (10) για την επίτευξή τους. Επισημαίνει, λοιπόν, «την κενότητα των Ναών», που την αποδίδει α) στη μακρότητα των ακολουθιών και β) στο οχληρότατο ύφος των ψαλτών. Τη θρησκευτική αδιαφορία των καιρών του την αποδίδει, αιτιολογημένα πάντοτε και με παρρησία, στην απαιδευσία των κληρικών (11). Θεωρεί ως μέσο θεραπευτικό την προσέλκυση κληρικών μορφωμένων διά της καθιερώσεως αξιοπρεπών μισθών, ιδίως για τους εγγάμους οικογενειάρχες εξ αυτών. Και περαιτέρω όμως, προτείνει σύντμηση των ακολουθιών και περιορισμό των νηστειών (12), δείγματα αυτά της οξύνοιάς του, που τον έκανε να υπερβαίνει τους τύπους, αποβλέποντας στην ουσία. Προτείνει ακόμη και την περικοπή του μεγάλου αριθμού των εορτών (13).
Ο Κυπριανός, πολυσχιδής μορφή και νους πολιτικός (14), κινήθηκε με βήματα λελογισμένα, απευθυνόμενος στον Διονύσιο, γιατί διέβλεπε ότι τον διακατείχαν παρεμφερείς σκέψεις και αγωνίες. Διότι γνώριζε τις σκέψεις του από τη Σιών. Πολιτικές, ωστόσο, είναι οι κινήσεις του ως προς τον τρόπο ενεργείας. Τον απασχολεί α) να μη προκληθούν οι πιστοί, β) να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες με κέντρο την Αθήνα, γι’ αυτό και αφήνει τις πρωτοβουλίες στον Λάτα, και γ) μετά από σύντονο προγραμματισμό να απευθυνθούν και στην Κωνσταντινούπολη:

[…] Τοσαύτα, φίλη κορυφή, προς το παρόν. Δεν μοι επιτρέπει το εκτάκτως δι’ Αρχιερέα πολυάσχολον να προβώ εις λεπτομερείας περί του καταλληλοτέρου […] τρόπου της άνευ σκανδάλου εισαγωγής (15) της μεταρρυθμίσεως ταύτης• […] είσθε εντριβής περί τα ιερά ημών βιβλία, εξ ων θα αντληθώσι τα επιχειρήματα, άτινα θα εφησυχάσωσι τας θρησκευτικάς συνειδήσεις του λαού μας κατά την μεταρρύθμισιν ταύτην. […].

Η απάντηση του Διονυσίου Λάτα στα γραφόμενα και προτεινόμενα υπό του Κυπριανού έχει ενδιαφέρον για τις επιφυλάξεις του, διότι γνωρίζει μετά βεβαιότητος ότι θα εγερθούν από συναδέλφους τους αντιρρήσεις. Χαίρεται (16) διότι συμφωνούν με την αναγκαιότητα για αλλαγές (17), αλλά φοβάται τον πιθανό σάλο που μπορεί να ξεσπάσει
(18):

[…] Αλλ’ εκείνο το οποίον έχω να αντιτάξω, αφορών εις την επιτυχίαν και την πραγματοποίησιν της ιδέας, ην συνελάβετε, και ην εγώ και άλλοι προσέτι συνάδελφοι προ πολλού κατέχομεν και διατρέφομεν, είναι, ότι πολλοί, όχι ολίγοι των ημετέρων συναδ[έλ]φων, όχι μόνον δεν θα εννοήσωσιν ημάς, αλλά τουναντίον και θα αντιπράξωσι, λέγοντες και επιμένοντες, ότι τα της Εκκλησίας καλώς έχουσι. […]
αλλ’ όταν όχι μόνον δεν παρουσιάζη θέλγητρα, αλλά παρουσιάζη [η Εκκλησία] και ελλείψεις, τίνι τρόπω και ποία δυνάμει θα προσελκύση εις εαυτήν τους αποπλανηθέντας;
Αυτό είναι το σημείον
[…] εις το οποίον θα συγκρουσθώμεν, και εν τω οποίω θα ναυαγήσωμεν. […].

Ο Κυπριανός πέθανε το 1886, επάνω στη μεγάλη ακμή του. Η προσφορά του, ποιμαντική, κοινωνική και εθνική υπήρξε προφανώς τεράστια, αν κρίνει κανείς από τις εκδηλώσεις πένθους που έγιναν μόλις έγινε γνωστός ο θάνατός του, αλλά και από το λογοτεχνικό υλικό που συσσωρεύθηκε, πλούσιο ελεγειακό τεκμήριο, αφού η λογοτεχνία επισφραγίζει και δικαιώνει την κοινωνική παρουσία των μεγάλων μορφών. Η Σάλπιγξ της Λεμεσού ανήγγειλε
(19):

[…] την Τρίτην εις τας 10 και ¾ π.μ. εξεμέτρησε το ζην ο δημοφιλής ιεράρχης, ο ακάματος της πατρίδος προασπιστής, ο αήττητος υπέρμαχος του δικαίου, ο ιερός λάτρις των Μουσών, ο την ψυχήν του θύσας υπέρ της πατρίδος του. […] Απέπτη λοιπόν ο ιερός ούτος κύκνος ο αεννάως [sic] μέλπων χαρμόσυνα τη πατρίδι άσματα. Εσίγησε λοιπόν ο μελίρρυτος εκείνος λάρυγξ ο φρουρός της δικαιοσύνης και ο κήρυξ της αρετής. Εδεσμεύθη λοιπόν η ηδύφθογγος αύτη γλώσσα η κατακεραυνώσα την τυραννίαν κασι χαληναγωγούσα [sic] τον δεσποτισμόν. […]

Όσο και αν διακρίνει κανείς έντονη τη συγκινησιακή φόρτιση, όμως οι χαρακτηρισμοί για τον άνδρα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί αποδίδουν την εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη πολυσχιδία, την αρετή, το αδιάφθορο του ήθους και τον πατριωτισμό του. Οι αναφορές στο έργο του είναι πολλές στο κείμενο της Σάλπιγγος στη συνέχεια, αξίζει όμως να τονισθεί η επισήμανση των υποθηκών που άφησε ως θρησκευτικό και εθνικό πρότυπο στην Κύπρο ο Κυπριανός. Στο ρεπορτάζ από την κηδεία του καταφαίνεται η εντύπωση που προκάλεσε το απαίσιο συμβάν στη Λεμεσό, καθώς και όσα πένθιμα τελέσθηκαν κατ’ αυτήν (20). Αν αναζητήσει κανείς κάποιο παράλληλο, ίσως βρει ομοιότητες με όσα συνέβησαν στην Κέρκυρα, όταν αναγγέλθηκε δημόσια ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού, τα οποία και συνοδεύθηκαν από ποικίλα θρηνητικά ποιήματα για τον νεκρό (21). Τέτοια κείμενα γράφτηκαν και για τον Κυπριανό, επειδή ακριβώς ο ρόλος του είχε υπερβεί τα περιγεγραμμένα ποιμαντικά όρια και ως εκ των συνθηκών είχε λάβει εθνικό χαρακτήρα. Όσο και αν είναι επισφαλής αρωγός της λογοτεχνίας η επικαιρότητα, λόγω της έντονης συναισθηματικής φόρτισης που την διακατέχει, όμως δεν μπορεί να μη διακρίνει κανείς την αλήθεια των έμμετρων αυτών κειμένων, των ποικίλων ελεγείων που γράφτηκαν για τον νεκρό Κυπριανό, τα οποία και αποτελούν το κεντρικό σημείο της μελέτης μας αυτής.
Αρχικά θα παραθέσουμε δύο ποιήματα, τα οποία έφεραν οι δύο στέφανοι, ο πρώτος ελαίας και ο δεύτερος δάφνης, που κατέθεσαν στον τάφο του μεταστάντος οι μαθήτριες του Παρθεναγωγείου της Λεμεσού. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να λεχθεί ότι η σύνθεσή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον κάλαμο της Πολυξένης Λοϊζιάδος, διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, πρώτης σημαντικής γυναίκας ποιήτριας της Κύπρου και σπουδαίας παιδαγωγού. Στην κηδεία του Κυπριανού, πέραν της συμμετοχής της ως διευθύντριας του εν λόγω Παρθεναγωγείου, έφερε κατά την εξόδιο πομπή και το στεφάνι της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου Σκάλας, ως αντιπρόσωπός της (22). Η ταύτισή τους είναι βέβαιη, εφόσον τα ποιήματα αυτά –τεκμήριο της ποιότητάς τους και της προτίμησης της Λοϊζιάδος- έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογή ποιημάτων της Ίριδες (εν Αθήναις 1901) (23), συλλογή η οποία εμπεριέχει τα καλύτερα έργα τής προ του 1901 ποιητικής παραγωγής της, βραβεύθηκε δε στην Κυπριακή Έκθεση του 1901, στην Αθήνα
(24).
Επάνω στο στεφάνι της ελαίας (χωρίς τους τίτλους των ποιημάτων, οι οποίοι προστέθηκαν στην έκδοσή τους στις Ίριδες), στεφάνι που σηματοδοτούσε το ειρηνικό, το κοινωνικό και ανθρωπιστικό έργο του Κυπριανού, είχε αναγραφεί:

Το άστρον του μετώπου σου σβύνει κι’ ήλιος σκιάζει!
Την φρόνησίν Σ’, Αθάνατε, το σάβανον σκεπάζει!
Μ’ ολοφυρμούς η έρημος Πατρίς Σε στεφανόνει,
Με την φωτιάν του στήθους της Σ’ το δάκρυ της θα ληόνη.
Ως η ελαία θαλερά η μνήμη σου θα γίνη•
Το πένθος Σ’ αλησμόνητον εις γενεάς θα μείνη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύν’ η ζωή κι’ εκείνης!!!


Και στο δίδυμό του στεφάνι της δάφνης είχε αναγραφεί το λαϊκότροπο -απολύτως σύμφυτο με τη δημοφιλία που απολάμβανε ο Κυπριανός- ποίημα, αυτή τη φορά με περιεχόμενο αλλά και με διακειμενικό υπόστρωμα καθαρά πατριωτικό:

«Για δες καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να τον πάρη»
Τώρα που η πατρίς ημών μόνον είχε καμάρι.
Και πρώτον είχε στήριγμα και παρρησιά ’ς τους ξένους
(25),
Και μόνον είχε τείχισμα σ’ ημάς τους ρημωμένους!
Σήκω λιοντάρ’ ατρόμητο! φίμωσε και τον χάρον!
Σήκω! και κάμ’ Αντίδωρον Ελευθεριάς να πάρω!
Αυτήν την δάφνην η Πατρίς με δάκρυ θα ποτίζη
Αιώνια ’ς το μνήμα σου αιώνια ν’ ανθίζη!
Κυπριανέ Αθάνατε! την Κύπρον πού αφίνεις;
Ο ήλιος σου σ αν έδυσε σβύνει ζωή κι εκείνης!!!
(26)


Και στη συνέχεια, όμως, η Μούσα δεν έπαψε να θρηνεί τον άωρο θάνατο του Κυπριανού. Λίγες ημέρες αργότερα, η Αλήθεια αναφέρθηκε στο μνημόσυνο που τελέσθηκε στη Λευκωσία (στις 14/26 Δεκεμβρίου 1886, ημέρα Κυριακή) για τον θανόντα ιεράρχη (27) και στην ίδια σελίδα του φύλλου αυτού δημοσιεύθηκε το επόμενο αρχαιοπρεπές επιτύμβιο του γνωστού δικαστή Βαρωσίων, λογίου, αρχαιολόγου και ποιητή Χρ. Παπαδοπούλου. Τίτλος του «Επιτύμβιον τω γεραρώ και αειμνήστω Ιεράρχη Κιτιέων Κυπριανώ» και τοπική ένδειξη: «Εν Βαρωσίοις»:

Αι, αι, κάτθανες, ω Κυπριανέ κλυτέ, κύδος Κύπρου,
Πιερίδων θεράπων πάσιν αειδόμενε,
Ος σοφίης λύχνω τηλαυγέι πάγχυ φαείνων,
Αχλύν αϊδρείης πουλύν απεσκέδασας,
Έμπης δε δνοφερόν θανάτου, φευ, άημ’ επιβρίσαν,
Έσβεσεν εξ απίνης σείο λύχνον βιότου.

Στο φ. 309 της Αληθείας (3/15-1-1887, σ. 3-4) δεν υπάρχουν ποιητικές καταθέσεις, αλλά δύο πολύ διαφωτιστικά και με λογοτεχνικές αξιώσεις πεζά κείμενα. Το πρώτο εκ Λονδίνου προερχόμενο και με τα αρχικά Ι.Κ. υπογραφόμενο, χρονολογημένο στις 15/27 10βρίου 86, με την προλογική αναφορά: «[…] ουδέ θα λήξη ατυχώς προ του βίου μας η περίοδος του να τον θρηνώμεν», αναφέρεται στην αρετή του Κυπριανού, στη βοήθεια που έδινε σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (28), στην αμέριστη αρωγή του για την πρόοδο της παιδείας (29), στην επιστημοσύνη του (30). Και, ακόμη, στην προσήνεια και το φιλολαϊκό ήθος του, στην ικανότητα, τέλος, της επικοινωνίας που τον διέκρινε, με τον απλό κόσμο.
Το δεύτερο κείμενο είναι η ομιλία του διδασκάλου Πολ. Χρηστοπούλου, που εκφωνήθηκε στο μνημόσυνο του ιεράρχη στον ναό της Αγίας Παρασκευής στη Λάπιθο. Δεν θα εμμείνουμε στο κείμενο αυτό, θα παραθέσουμε όμως μόνο ένα χωρίο του, όπου καταγράφονται μονολεκτικά αλλά πολύ εύγλωττα οι αρετές του:

[…] Και όντως το πράον, το φιλάνθρωπον, το προσηνές, το φιλόπατρι, το πολύπειρον, το ευφραδές, το εμβριθές, το εύτολμον, το μεγαλοφυές, […] δι’ ων ην κεκοσμημένος ο αείμνηστος Ιεράρχης, ήσαν γνωστά ουχί μόνον παρά τοις εν Κύπρω ιθαγενέσι τε και ξένοις, αλλά και παρά άλλοις πέραν αυτοίς επισημοτέροις κύκλοις. […]
(31).

Ο Χρ. Παπαδόπουλος, πληθωρικός στην ποιητική παραγωγή του, επανέρχεται λίγο αργότερα στην απώλεια του ιεράρχη με ένα πολύ εκτενές σύνθεμά του, στο φ. 311, της ίδιας έγκριτης εφημερίδας της Λεμεσού (32). Ο θάνατος του Κυπριανού είναι ακόμη πρόσφατος. Το ποίημα, με τίτλο «Ο Σεπτός και αοίδιμος Ιεράρχης Κιτίου Κυπριανός και το λόγιον ‘Την πατρίδα αγαπάτε / και κινδύνους αψηφάτε’», είναι αφιερωμένο «Τη Ιερά και Θεσπεσία αυτού Σκιά». Το ενδιαφέρον του, ωστόσο, συνίσταται στο ενυπάρχον βιογραφικό υλικό:

Α΄
Εκ του βάθους του μνημείου, συμπολίται, την φωνήν μου,
Ανυψώ και θα σας δώσω τελευταίαν συμβουλήν μου
Αλλ’ αυτή δεν είναι νέα, είν’ εκείνη την οποίαν
Σας απέτεινα ζων έτι ως χρυσήν παραγγελίαν

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Β΄
Μη οδύρεσθε διότι η σκληρά μου πνευμονία
Με αφήρπασεν εξαίφνης εις μονήν την αιωνίαν.
Αν εκπνέων ηδυνάμην λέξεις δύο να λαλήσω
Με αυτήν την συμβουλήν μου έμελλον να ξεψυχήσω.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Γ΄
Το απόφθεγμά μου τούτο, ως φιλόστοργος πατήρ σας
Σας κληροδοτώ και έστω ο γενναίος χαρακτήρ σας.
Εις του βίου τα πελάγη αταρβείς θαλασσοπόροι
Εις του κόσμου τας πλατείας διαβάται χριστοφόροι,

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.

Δ΄
Προσωπείον θα φορέση εύσχημον η αγυρτεία,
Και ευπάρυφος θα έλθη προς υμάς η γοητεία
Αλλ’, ω φίλοι συμπολίται, το συμφέρον προτιμάτε,
Και ουδείς εν τω παρόντι εν νηδύμω ας κοιμάται.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ε΄
Βεβυσμένοι σεις τα ώτα μεταξύ τοσούτων δόλων,
Διανύετε εμφρόνως τον του βίου δρόμον όλον.
Και αν άλλους την απάτην ποτισμένους απαντάτε,
Εις οδόν σωτηριώδη φιλαδέλφως αποσπάτε.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


ΣΤ΄
Τα προγονικά καλά σας αν τινές θα παραλύσουν,
Κ’ ελληνικήν καταγωγήν αυθαδώς θα πολεμήσουν,
Τότε, φίλοι συμπολίται, με την ούσαν δύναμίν σας,
Καταστήσατέ τα πάλιν εις αίδιον τιμήν σας.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Ζ΄
Αν εχθροί της Πίστεώς μας μάχας μυστικάς κηρύξουν,
Αν ορμούν το πορφυρούν της ένδυμα να διαρρήξουν,
Αν ζητούν τους ζηλωτούς της να πλανήσωσι δολίως,
Τότε σεις τας πανοπλίας ενδυσάμενοι ανδρείως.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.


Η΄
Ταύτα είναι πρώτη, μέση και εσχάτη συμβουλή μου,
Εμπνευσμέν’ υπό προνοίας πατρικής και ωφελίμου.
Εις την μνήμην σας ας μένη ο Κυπριανός ακόμη,
Αν εις μέλλον φίλων τέκνων του Πατρός συμβάλλ’ η γνώμη.

Την πατρίδα αγαπάτε
και κινδύνους αψηφάτε.



Θα καταχωρίσουμε άλλο ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε στην Αλήθεια αρκετούς μήνες μετά τον θάνατο του Κυπριανού. Η αναφορά στην 3η στροφή, ότι ο παλμός της ψυχής του ιεράρχη συγκινεί ακόμη, αποδίδει, νομίζουμε, το κοινό αίσθημα και την ευγνώμονα λαϊκή μνήμη. Είναι γραμμένο στη Λευκωσία από τον Ιω. Μιχαηλίδη, φέρει τον τίτλο «Άνθη», ενδεικτικό της μεταθανάτιας τιμής προς τον νεκρό, και την περικειμενική δήλωση ότι «Αφιαιρούται (sic) τω Σεβαστώ μοι Ιεράρχη Κυπριανώ». Είναι εμφανές από τα συμφραζόμενα ότι έχει συντεθεί μετά τον θάνατό του (33):

Και πάλιν επανέρχομαι ’στον τάφον σου επάνω
Με τας σκιάς ν’ ανταμωθώ…
Την κρύα πέτρα ν’ ασπασθώ
Και μ’ άνθη να την ράνω.

Αν κι’ εβυθίζεσο συχνά ’στου χάρωνος τον σάλον
Στο έθνος έδιδες ζωήν
Κ’ εις τα αισθήματα πνοήν,
Πανσέβαστέ μοι, ψάλλων.

Και τώρα… πώς! εχώρεσε τολίγο τούτο χώμα
Την κοσμοάκουστη ψυχή,
Που ο παλμός της αντηχεί
Και συγκινεί ακόμα;

Αλλά τί βλέπω;… διατί ο τάφος σου σαλεύει
Κι’ αυτά τα άνθη μου κινεί;
Οποία πλάνη ποθεινή
Τον νουν μου κυριεύει!...

Δεν απατώμαι… αντηχεί σιμά μου η φωνή σου
Κι’ αύρα προσπνέει Παρνασού
[sic],
Ω ασπαστή τώρ’ αντί Σου
Η σεβαστή εικών σου.

Αφήσαμε τελευταία δύο ποιήματα που δημοσίευσε η Σάλπιγξ (34), επίκαιρα –είναι επιμνημόσυνα αμφότερα- αλλά ξεχωριστά. Το ένα εξ αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι ο δημιουργός του είναι ο εθνικός ποιητής της Κύπρου (35). Πρόκειται για το σύνθεμα του Βασίλη Μιχαηλίδη «Επί τω θανάτω του σεβαστού μου Κυπριανού» (36), δημοσιευμένο προ του μνημοσύνου «εις Αγ. Νικόλαον υπέρ της ψυχής του αοιδίμου αρχιερέως Κυπριανού, ιερουργούντος του Πανοσιωτ.[άτου] εξάρχου Κ. Θεοφυλάκτου»:

Την πατρίδα σου με ζέσιν
αγαπούσεν η ψυχή σου•
είχες δυστυχώς τον βίον
ακανθώδη και μικρόν,
μόλις ήμισυ αιώνα
υπερέβη η ζωή σου
και θρηνούσα η πατρίς σου
σ’ εστεφάνωσε νεκρόν.

Θα σε έχ’ η ιστορία
ανεξάλειπτον σελίδα.
Είχες έξοχον το πνεύμα
και γενναίαν την ψυχήν,
κ’ εκουράσθης κοπιάζων
και μοχθών για την πατρίδα.
Έπρεπεν αλλού ν’ ακμάσης
και εις άλλην εποχήν.

Και εις στόματα ρητόρων
εις σου λόγος ήτο πώμα•
ήσο υπέρ του δικαίου
φόβητρον τοις φοβεροίς.
Είνε άδικος ο χάρων,
έπρεπε να ζης ακόμα
έως ότου αποκτήση
όμοιόν σου η πατρίς.

Σ’ έκλαυσεν όλ’ η πατρίς σου
ως αγαπητόν υιόν της
και διά ενθύμησίν σου
δεν χρειάζετ’ ανδριάς.
Αρκεί τούτο που αφήκες
τ’ όνομά σου ’ς τον λαόν της
βράχον αντικρύ του χρόνου
και λαμπρόν ως η Πλειάς.

Το δεύτερο ποίημα, «Ελεγείον κατ’ ακροστιχίδα εις τον Πολύκλαυστον Ιεράρχην Κιτιέων Κυπριανόν», είναι του Σ. Λυσανδρίδη και έχει συντεθεί στην καθαρεύουσα. Δεν το διαπερνά ασφαλώς η λεπτή χάρη και η χαρμολύπη, με τις οποίες έδωσε πνοή στον λόγο του ο τεχνίτης Μιχαηλίδης, χάρη στην απλή καθαρεύουσα που αξιοποίησε, εμπλουτίζοντάς την με στοιχεία του απλού καθημερινού λόγου και αποδίδοντας έτσι το λόγιο θεολογικό ήθος που άρμοζε στον νεκρό, απευθυνόμενος παράλληλα και στην ψυχή του ποιμνίου του ιεράρχη με την απλότητα και το απέριττο του ύφους του. Με βυζαντινόμορφο στιλ και με μικτή γλώσσα, ο Λυσανδρίδης θέλει να μιμηθεί τους ύμνους των μελωδών και τη θεολογική πρακτική, απευθυνόμενος με άλλο τρόπο αυτός στους αποδέκτες του δικού του ποιήματος
(37):

Κύπρος συ ήτις, υπέρ σου τοσούτον επροσπάθει
νυχθημερόν σκεπτόμενος τα ιδικά σου πάθη
Υψών αείποτε φωνήν κατά της αδικίας
γενναίως δε συνηγορών υπέρ της αληθείας
Πένθησον τον Σωτήρα σου, πένθησον τον Ποιμένα
τον την ψυχήν του θύσαντα προς το να σώσ’ εσένα
Ράνον με δάκρυα πικρά, τον τάφον του Κιτίου
μνημόνευε διά παντός Κυπριανού του θείου
Ίνα και ήδη άνωθεν, σε μόνον ενθυμήται
και διά σε τα αγαθά του πλάστου εξαιτήται.
Αν όμως συ αχαριστής, και λησμονής τα πάντα
στην κεφαλήν σου χείρονα θα πέσωσι συμβάντα
Νυν ότε παρευρίσκεσαι εις τελετήν αγίαν
εις ιερόν μνημόσυνον, εις θείαν λειτουργίαν
Όλη ψυχή και σώματι δεήθου του Υψίστου
να δώση γαίαν ελαφράν του Ιερού του Μύστου
Συ δε Πανάγαθε Θεέ, εν τω χορώ αγίων
κατάταξον Κυπριανόν, προστάτην των Κυπρίων.

Θα ασχοληθούμε στα επόμενα με τα δημοσιεύματα των κυπριακών εφημερίδων, για τον αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο. Καθώς φαίνεται, αν και ο Διονύσιος ήταν γνωστός στον ελληνικό κόσμο, κυρίως λόγω της Σιών, η οποία έφθανε σε όλα τα τότε κέντρα του ελληνισμού, οι αναφορές των εφημερίδων ενισχύθηκαν και ο Διονύσιος έγινε ευρύτερα γνωστός στο νησί, μετά την αλληλογραφία των δύο ιεραρχών στη Σιών, την οποία και προκαταγράψαμε ως επαναδημοσιευθείσα στην Αλήθεια (38). Ο Διονύσιος, λοιπόν, ήταν ασφαλώς ευρέως γνωστός στην Ελλάδα, καθώς και στον εκτός αυτής ορθόδοξο ελληνισμό, και λόγω της εφημερίδας του, όπως προαναφέραμε, που είχε αντιπροσώπους και στο εξωτερικό, όπως μία άλλη πολύ γνωστή και διαδεδομένη περιοδική έκδοση με θρησκευτικό ενδιαφέρον, η Ανάπλασις, αλλά και λόγω της εν γένει χριστιανικής δράσης του, ως προσωπικότητα δε διακρινόταν από παρεμφερείς με τον Κυπριανό ανησυχίες και ευρύτητα ιδεών.
Μπορούμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε τις αναφορές στο πρόσωπό του μέχρι και αυτό τον θάνατό του, από όσες μαρτυρτίες των εφημερίδων αυτών συγκεντρώσαμε. Συγκεκριμένα, η Σάλπιγξ της Λεμεσού έχει διασώσει μία πληροφορία επικείμενης παρεπιδημίας του Διονυσίου στην Κύπρο, πληροφορία χρονικά γειτνιάζουσα με την επιστολιμαία γνωριμία των δύο ανδρών, του Κιτίου και του Ζακύνθου (39): «Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου […] σκοπεί, ως εμάθομεν, μετά την Λαμπράν να επισκεφθή την Ιερουσαλήμ και επιστρέφων θα διέλθη διά της νήσου μας, εις ην θα διαμείνη επί τινας ημέρας». Η συνέχεια βρίσκεται στο φ. 178 της Σάλπιγγος (40): «Την παρελθούσαν Τρίτην διήλθε διά της Λάρνακος προερχόμενος εξ Ιερουσαλήμ και κατευθυνόμενος εις Ζάκυνθον ο Μ. Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου κ. Δ. Λάτας. […]». Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου τον υποδέχθηκε, και στο σπίτι του Γρ. Κυζίδου όπου κατέλυσε, τον επισκέφθηκαν οι κληρικοί και οι έγκριτοι πολίτες της Λάρνακας. «Μετά ταύτα επορεύθη ο κ. Λάτας εις τον ναόν Αγ. Λαζάρου», όπου μπροστά σε πλήθος κόσμου «εκ του προχείρου το ευφραδές στόμα του δεινού τούτου ιεροκήρυκος ετόνισε λαμπρόν και κατανυκτικώτατον λόγον περί θρησκείας και εθνισμού». Δεν έμεινε στην πόλη, αλλά υποσχέθηκε ότι «μετά τινα καιρόν θα επισκεφθή την Κύπρον, και ότι επί 15 ημέρας θα διαμείνη, διά να επισκεφθή και την Λεμησσόν […]».
Μία ακόμη μαρτυρία για τον Διονύσιο προέρχεται από την εφημερίδα Φωνή της Κύπρου (41). Πρόκειται για πληροφορία, σχετική με συνέντευξη που έδωσε στην αμερικανική εφημερίδα The Morning Call για την ένωση των δύο Εκκλησιών.
Όπως και στην περίπτωση του Κυπριανού, έτσι και με τον Διονύσιο, αφήσαμε την ποίηση να έχει τον τελικό λόγο, να συνοψίσει δηλαδή με τον ιδιαίτερο τρόπο της και να αναδείξει την προσφορά, να διαιωνίσει τη μνήμη, να αθανατίσει το πέρασμά τους από τη γη. Νομίζουμε ότι το ποίημα που ακολουθεί έχει ιδιαίτερη αξία, διότι εκκινεί εκ Κύπρου και μάλιστα ο συνθέτης του, ο Χριστόδ. Σ. Χουρμούζιος, γνωρίζοντας προφανώς τους παράλληλους βίους των δύο ανδρών, αλλά και τον σύντομο ιδιότυπο διάλογό τους εκ του μακράν και δι’ επιστολών, φροντίζει να διαλέγεται άτυπα το περί Διονυσίου σύνθεμά του με όσα συντέθηκαν κατά καιρούς μεταθανάτια για τον Κιτίου Κυπριανό. Η φράση, για παράδειγμα, «και Συ να κλίνης τον αυχένα» μας παραπέμπει στον πρότερο θάνατο του Κυπριανού. Επίσης, η όλη αρετολογία και η καταγραφή των προσόντων του Διονυσίου, όπως η ευφράδεια, η ποιμαντική χάρις, η λαϊκότητα του τρόπου, η παραμυθητική ικανότητα, η βαθιά θεολογική και γενική μόρφωση, παραπέμπουν σε ανάλογες αρετές του Κιτίου. Εύλογα, λοιπόν, ο λαός μένει βαρυάλγητος από την απώλεια τέτοιων ποιμένων και οδηγών, όπως αναφέρεται στο ποίημα που ακολουθεί:


ΕΠΙ ΤΩ ΘΑΝΑΤΩ
ΤΟΥ ΚΛΕΙΝΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΑΤΡΟΣ
ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΛΑΤΑ (42)

Ούτως, επέπρωτο και Συ να κλίνης τον αυχένα
εις την σκληράν και απηνή δρεπάνην του Θανάτου,
να απολέση δ’ ο λαός εν Σοι καλόν Ποιμένα,
αόκνως επισπεύδοντα εις πάντα τα δεινά του.

Έπαυσε πλέον λέγουσα η ευφραδής Σου γλώσσα,
και η γλυκίων μέλιτος αυδή Σου απεσβέσθη,
πλην εκ του τάφου Σου αυτού υπάρχει έτι ζώσα•
εντός των σπλάγχνων του λαού βαθέως εκαθέσθη…

Ήσο αστήρ, προορισθείς τον κόσμον να φωτίση•
και τον εφώτισας, σεπτέ, διά των διδαχών Σου•
αλλ’ ήλθε, φευ! πολύ ταχύς ο χρόνος να τον σβήση,
…και ούτω βαρυάλγητον αφήκες τον λαόν Σου…

Όστις, την μνήμην ιεράν τηρών του Διδασκάλου,
εγείρεται, αναφωνών εκ βάθους της καρδίας,
το: Γαίαν έχοις ελαφράν• μετ’ άλγους δε μεγάλου
δύο πυρώδη δάκρυα αφίνει ορφανίας!...


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


1. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο συντάκτης της θρησκευτικής εφημερίδος Σιών μητροπολίτης Διονύσιος (Λάτας) ως εκλαϊκευτής θεολόγος και κατηχητής», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Άγιοι και εκκλησιαστικές προσωπικότητες στη Ζάκυνθο», τ. Α΄, Αθήναι 1999, σ. 281-296.
2. Ο Κυπριανός καταγόταν από το Λευκόνοικο, σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δίδαξε στην Κύπρο ως διδάσκαλος στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας, την οποία και διοίκησε ως σχολάρχης, έως το 1868, που εκλέχθηκε μητροπολίτης Κιτίου. Διατέλεσε από το 1883 έως το 1886 βουλευτής Λάρνακος και Αμμοχώστου. Από τους πρώτους και δυναμικότερους εκφραστές των προσδοκιών του κυπριακού ελληνισμού, σύρθηκε από τους Άγγλους στα δικαστήρια για την όλη φιλοπάτριδα δράση του, αδιάλλακτη και θαρραλέα στο πολιτικό ζήτημα της Κύπρου, η οποία στράφηκε κατά των υπερβάσεων και των πολιτικών αυθαιρεσιών τους. Βλ. Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, Λευκωσία 2001 (4η έκδοση), σ. 161-162, όπου και βιβλιογραφία.
3. Βλ., ενδεικτικά, Αλήθεια, φ. 203 (1067), 21-8-1901, «Σελίδες τινές από την επτανησιακήν ιστορίαν. Ο Γλάδστων εν Επτανήσω», σε συνέχειες. - Αλήθεια, φ. 1499 (635), 1-1-1910, σ. 1-2, «Επί τη εκατονταετηρίδι του Γλάδστωνος. Ο Γλάδστων στην Οξφόρδη». Επίσης, σε λογοτεχνικό επίπεδο, το ποίημα του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, «Τω Γλάδστωνι», στην Αλήθεια, φ. 103, 4/16-12-1882, σ. 3, και στη Σάλπιγγα, φ. 387, 1-8-1892, σ. 4, ποίημα του Μιλτιάδη Γ. Χριστοφορίδη για την εκλογή του Γλάδστωνα. Επίσης βλ. και Φωνή της Κύπρου, φ. 456 (775), 10/22-11-1895, σ. 1, «Μας ειρωνεύεται και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 207, 15/27-3-1886, σ. 1. Από πλευράς σχετικών κειμένων βλ. Αλήθεια, φ. 1180 (316), 7-11-1903, σ. 1, «Ο Γλάδστων και η Επτανησιακή Βουλή. Ο υπέρ της Ενώσεως αγών. Η νίκη του λαϊκού κόμματος από το τρίτομο έργο του John Morley, αναδημοσίευση από το Νέον Άστυ των Αθηνών, Αλήθεια, φ. 1181 (317), 14-11-1903, σ. 1, «Επιστολαί του Γλάδστωνος». «Ο Πάλμερστον και η Κέρκυρα», Αλήθεια, φ. 1503 (639) 29-1-1910, σ. 1, «Η Κύπρος και ο Γλάδστων», Φωνή της Κύπρου, φ. 283 (512), 15/27-7-1892, σ. 1, «Νίκη Γλάδστωνος. Κύπριοι θαρρώμεν».
4. Αλήθεια, φ. 64 (929), 23-12-1898, σ. 1, Πατρίς, φ. 345, 12/25-6-1914, «Κυπριακός ριζοσπαστισμός», Αλήθεια, φ. 51 (916), 24-9-1898, σ. 2, Ω., «Ριζοσπαστισμός και ραγιαδωσύνη», Πατρίς, φ. 41, 17/20-8-1908, σ. 1, «Εθνικοί και Ριζοσπάστες».
5. Ένωσις, φ. 188, 7/19-9-1888, σ. 3-4, για τον θάνατο του Κωνστ. Λομβάρδου, Αλήθεια, φ. 635, 29/11-5-1893, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα» αναγγελία του θανάτου του Κυθήριου εργάτη της Ενώσεως Γεωργίου Μορμόρη, στα Κύθηρα: «[...] Ήτο εις εκ των υπογραψάντων το περί Ενώσεως ψήφισμα των γενναίων ημών αδελφών Επτανησίων, σθεναρώς και τελεσφόρως αγωνισθείς εν τω ευγενεστάτω αγώνι της εθνικής της πατρίδος του απολυτρώσεως. [...]», Σάλπιγξ, φ. 425, 8-5-1893, σ. 2, επίσης για τον θάνατο (με στοιχεία από τη ζωή του) του Γ. Μορμόρη.
6. Φωνή της Κύπρου, φ. 310 (539), 20/2-2-1893, σ. 3, για τους σεισμούς στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 417, 13-3-1893, σ. 2, «Η υπέρ των Ζακυνθίων εσπερίς»: «Τω παρελθόντι Σαββάτω εσπέρας εδόθη καθ’ α προηγγέλθη παράστασις υπέρ των αδελφών Ζακυνθίων υπό της νεολαίας μας. Το κοινόν παρέστη αθρόον, και το συναθροισθέν ποσόν ανέρχεται μέχρι των 15 λιρών. Το παρασταθέν δράμα ην ‘η Χαρτομάντις’ άπαντες δ’ οι νέοι υπεδύθησαν τα μέρη των λίαν επιτυχώς, μελετήσαντες και συγγυμνασθέντες πολλάς νύκτας, αψηφούντες λίαν αξιεπαίνως χάριν του καλού και ψύχρας και βροχάς. Καθήκον επίσης θεωρούμεν να απονείμωμεν τον έπαινον προς πάντας μεν τους συντελέσαντας εις τον σκοπόν, αλλ’ ιδία δε προς τας κ.κ. αδελφάς Λοϊζιάδας, διευθυντρίας του Παρθεναγωγείου και λοιπάς διδασκάλους, αίτινες μετά πολλής της προθυμίας ειργάσθησαν υπέρ αυτού». Στη σ. 3 δημοσιεύεται και ποίημα της Πολυξένης Λοϊζιάδος με τίτλο «Η Κύπρος τη αδελφή Ζακύνθω». Στο φ. 416, 6-3-1893, σ. 2, στα «Διάφορα», βλ. «Παράστασις υπέρ των Ζακυνθίων», όπου αναγγέλλεται η παράσταση. Βλ., επίσης, Φωνή της Κύπρου, φ. 322 (551), 14/26-4-1893, σ. 3, περί σεισμών στη Ζάκυνθο, Σάλπιγξ, φ. 422, 17-4-1893, σ. 3.
7. Η Αλήθεια χαρακτηρίζει τη Σιών ως «σπουδαιοτάτη θρησκευτική εφημερίδα».
8. Βλ. Αλήθεια, φ. 312, 24/5-2-1887, σ. 3-4.
9. Για παράδειγμα, οι δύο άνδρες δεν γνωρίζονταν προσωπικά: «Προσφιλέστατέ μοι συνάδελφε! Δεν ηυτύχησα να γνωρίσω υμάς προσωπικώς, αλλά γινώσκω υμάς εκ των έργων, και ουδέν κωλύει να διακοινώσω υμίν τας σκέψεις μου επί σπουδαιοτ.[άτου] ζητήματος. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
10. «[…] φρονώ όμως, ότι θα αποβώσι [οι αγώνες του Λάτα υπέρ της Ορθοδόξου και εθνικής Πίστεως] μάλλον καρποφόροι, εάν εκ συνεννοήσεως μετ’ άλλων ειλικρινών χριστιανών, εκ τε του Κλήρου και των πολιτικών ανδρών, τεθή ως αφετηρία βάσις τις ή αρχή των αγώνων τούτων νέα, και αναγνωρισθή η ανάγκη της επιδιώξεως του θείου σκοπού διά νέων μέσων […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
11. «[…] αλλά με την πρόοδον του χρόνου οι εκ του λαού προέκοπτον εις παιδείαν, ο δε πολύς Κλήρος εστρατολογείτο εκ των αγραμμάτων, και ως εκ τούτου ήρξατο περιφρόνησις των γραμματισμένων μας προς τους αγραμμάτους λειτουργούς το κατ’ αρχάς• βραδύτερον δε η περιφρόνησις αύτη εξηπλώθη μέχρι του επαγγέλματος αυτών, και έτι βραδύτερον μέχρι του έργου αυτών, ήτοι των ιερών Ακολουθιών, ας ‘ανεγίνωσκον μη γινώσκοντες’ […]».. Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
12. «[…] Οι εν ταις πόλεσιν άνθρωποι από δεκαετηρίδων έπαυσαν νηστεύοντες, […]• ήδη δε προέβησαν και εις περιφρονητικάς και σαρκαστικάς κρίσεις επί των νηστειών• ο απλούς δε λαός των χωρίων ακούων τους επισκεπτομένους τα χωρία πολίτας […] ους θεωρεί φωστήρας, μόνον διότι είναι πολίται, ή και μόνον διότι ενεδύθησαν ευρωπαϊστί, και βλέπων αυτούς κρεωφαγούντας κατά τας νηστησίμους ημέρας, απομιμείται αυτούς οσημέραι περισσότερον. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
13. «[…] ο μέγας δε αριθμός των εορτών ανάγκη να ελαττωθή, διότι ο αποχειροβίωτος λαός μας ου μόνον αργεί πολλάς ημέρας του έτους, αλλά καταδαπανά και το προϊόν της εργασίας των εργασίμων ημερών. […]». Αλήθεια, φ. 312, ό.π.
14. Παρά την πάγκοινη αποδοχή του και τη λαϊκή λατρεία προς το πρόσωπό του, που αναδείχθηκαν μεγαλειωδώς, όταν με τον θάνατό του έγινε αμέσως αισθητό το μεγάλο κενό που άφησε πίσω του, είχαν διατυπωθεί έμμεσα, κυρίως μετά τον θάνατό του σχόλια κατά της πολυμέρειάς του (όχι για να πληγεί ο ίδιος, αλλά για να προβληθούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως διάδοχοί του). Βλ. Αλήθεια, φ. 318, 7/19-3-1887, σ. 3, Χ., «Κοινοτικά και ιδίως θρονικά και περί του μέλλοντος Αρχιερέως των Κιτιέων», φύλλο από το οποίο καταχωρίζουμε πώς θέλει συντάκτης εφημερίδος της εποχής τον νέο μητροπολίτη: «[…] Πρώτον και κύριον δεν πρέπει να είναι πολιτικός, λέγει, μήτε διπλωμάτης, μήτε πολυπράγμων (ως ήτο δηλ. ο προκάτοχος), αλλά να ήναι ποιμήν, να ήναι περιωρισμένος (ο νους του δηλ.) εντός του κύκλου του […]». Οι αντιρρήσεις του Χ. στα ανωτέρω εκφράζονται ως εξής: «[…] δεν δυνάμεθα να συμφωνήσωμεν […] καθό απαιτούντες παρά του διαδόχου του Κυπριανού να έχη το ελάττωμα να είναι και πολιτικός. Δεν θέλομεν Αρχιερέα μόνον να μας ιερουργή• εν ταις υποδούλοις ελληνικαίς χώραις έχει πολλά άλλα και μεγάλα καθήκοντα ο Αρχιερεύς, άπερ δεν ηγνόει ο αοίδιμος Κυπριανός και διά τούτο ήτο πολυπράγμων και είχε τον νουν αυτού υπό μυρίων μεριμνών περισπώμενον. […]».
15. Ο εμφατικός τονισμός των λέξεων στα παραθέματα είναι της εφημερίδας.
16. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, 31/12-2-1887, σ. 3: «[…] με ηυχαρίστησεν [εννοεί την επιστολή Κυπριανού], επειδή αναγινώσκων ενόμιζον, ότι ήτο γραφή μεν της χειρός της Υμετέρας Πανιερότητος, υπαγόρευσις δε πιστή των ιδεών, τας οποίας και εγώ προ πολλού τρέφω εν τη καρδία μου.[…]».
17. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.: «[…] είναι αδύνατον να ορθοποδήσωμεν, εάν δεν επιδιορθώσωμεν τα της Εκκλησίας• αφού μάλιστα δεν πρόκειται περί δογματικών αντικειμένων, ούτε περί ουσιωδών μεταβολών. […]».
18. Βλ. Αλήθεια, φ. 313, ό.π.
19. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, 27/9-12-1886, σ. 2-3.
20. Εκτός από την Αλήθεια χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή της κηδείας στην εφημερίδα της Λεμεσού Σάλπιγξ, φ. 103, 4/16-12-1886. Σε συνέχεια του φ. 102, υπό τον τίτλο «Η κηδεία του Μητροπολίτου Κυπριανού», δημοσιεύονται αναλυτικά τα της κηδείας. Θα ξεχωρίσουμε το πάνδημο και πρωτοφανές του λαϊκού πένθους, αλλά και τη συμμετοχή των Άγγλων στην τελετή. Εξάρθηκε, μάλιστα, ιδιαιτέρως η στάση του Άγγλου συνταγματάρχη Χάκκετ, η φιλορθόδοξη πολιτεία του οποίου στο μέλλον δεν μπορεί να είναι άσχετη από την εντύπωση που θα του προκάλεσε και η κηδεία αυτή. Αυτή τη στάση αποτιμά και δικαιώνει στις μέρες μας –προτέρημα της διαχρονικής εμβέλειας της λογοτεχνίας-, ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης στο ποίημά του «Τω αοιδίμω Ιωάννη Χάκκετ», στη συλλογή Μεθιστορία (εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000 (2η έκδοση), σ. 56).
21. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3. Για τον Σολωμό βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «Ο θάνατος του Διονυσίου Σολωμού. Επικήδεια και επιμνημόσυνα κείμενα», Περίπλους, τχ. 46-47 (1998-1999).
22. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 102, ό.π., σ. 3.
23. Στις Ίριδες, με λίγες διαφορές και άλλη στιχουργική διάταξη, έχουν καταχωριστεί το ένα στις σ. 20-21 και με τίτλο «Εις τον νεκρόν του Σεπτού ημών Ποιμενάρχου του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της δάφνης)», και το άλλο στη σ. 41, με τίτλο «Εις τον πολύτιμον νεκρόν του Ποιμενάρχου ημών, του ‘Κιτίου’ Κυπριανού (επί τον στέφανον της ελαίας)». Στα ποιήματα που αναπαράγουμε εδώ, ακολουθήσαμε τη γραφή της εφημερίδας, επειδή η μεταγενέστερη και προφανώς προτιμώμενη από την ποιήτρια δημοσίευσή τους είναι γνωστή.
24. Βλ. Αντ. Ιντιάνος, «Στοιχεία για τη βιογράφηση και το έργο της Πολυξένης Λοϊζιάδος (1855- ), στη στήλη «Κυπριακά σημειώματα» του περιοδικού Κυπριακά Γράμματα, τχ. 63 (Σεπτέβρης 1940), σ. 250-254: 253. Στην κριτική επιτροπή ήταν «οι Χατζηδάκις, Λάμπρος, [Ν.] Πολίτης, Μηλιαράκης, Κουρτίδης».
25. Για το πολιτικό κλίμα και το ενωτικό ζήτημα στην Κύπρο επί Κυπριανού και μετέπειτα βλ., πρόχειρα, στον τόμο Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα. Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις (επιμ. Παντελής Βουτουρής – Γιώργος Γεωργής, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 331-337), Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Το πρώιμο ενωτικό κίνημα στην Κύπρο της αγγλοκρατίας: πλαίσιο, ύφος, στρατηγικές».
26. Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στη Σάλπιγγα, απαγγέλθηκαν «υπό Ελένης Ελισσαίου μαθητρίας της ανωτέρας τάξεως».
27. Βλ. φ. 307, 20/1-1-1887, σ. 3, «Το εν Λευκωσία μνημόσυνον».
28. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Ποία τάξις δεν απώλεσε, ποίος κλάδος δεν εστερήθη και τί τέλος δύναται να είπη ότι τηρεί το στήριγμά του και ότι δεν διεσαλεύθη μετά μίαν τοιαύτην εκρίζωσιν δένδρου κολοσσιαίου, καθόλας τας διευθύνσεις διαπεράσαντος το έδαφος διά των ριζών του, εφ’ εκάστης των οποίων τόσοι ανέθαλον θάλλοι τρεφόμενοι εκ του χυμού του; […]».
29. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Μόλις η βαρυπενθούσα εκκλησία ποιείται του θρήνου την αρχήν και ιδού η παιδεία συμπαθούσα συνθρηνωδεί και το εμπόριον και η γεωργία συμπάσχοντα ολοφύρονται […]».
30. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.: «[…] Η νομική μετά της πολιτικής, η γεωργία μετά της βοτανικής και η θεολογία ερίζουσι περί της επιστημονικότητός του, ήτις ήτο τω όντι πολυδαίδαλος και αληθώς αγνοούμεν υπό ποίαν ιδιότητα δεν τον θρηνούμεν. […]».
31. Βλ. Αλήθεια, φ. 309, ό.π.
32. Βλ. Αλήθεια, φ. 311, 17/29-1-1887, σ. 2-3.
33. Βλ. Αλήθεια, φ. 334, 27/9-7-1887, σ. 4.
34. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π.
35. Που το υπογράφει με τον συνήθη τρόπο της αναγραφής των αρχικών του ονόματός του Β.Μ. και την τοπική ένδειξη «Λεμησσώ».
36. Βλ. τώρα Βασίλη Μιχαηλίδη, Άπαντα. Εκδ. Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 2002, σ. 102. Η πρώτη δημοσίευση στη Σάλπιγγα παρουσιάζει κάποιες διαφορές από τη συλλογική έκδοση των Απάντων. Καταχωρίζουμε τους τύπους «ήμισυ» (α΄ στρ.), «έχ’» (β΄ στρ.) και κυρίως «αφήκες» (δ΄ στρ.) αντί των «ήμισυν», «έχει» και «αφήκε» της έκδοσης του 2002.
37. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 103, ό.π., σ. 3. Το ποίημα συνοδεύεται από τη χωροχρονική ένδειξη του ποιητή: «Έγραφον εν Λευκωσία την 26 9βρίου 1886 μετά βαρυαλγούσης ψυχής».
38. Βλ. Αλήθεια, φ. 768, 17/29-11-1895, σ. 2, όπου πληροφορούμαστε από σχετική αναγγελία ότι φύλλα της Σιών του Διονυσίου Λάτα πωλούνται στην Αλήθεια. Αναφορά του ονόματός του γίνεται από την ίδια εφημερίδα, και στο ρεπορτάζ της από τους σεισμούς στη Ζάκυνθο. Βλ. Αλήθεια, φ. 623, 4/16-2-1893, σ. 1-2, «Οι εν Ζακύνθω σεισμοί».
39. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 155, 19-12-1887, σ. 2, στη στήλη «Διάφορα».
40. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 178, 3-6-1888, σ. 3.
41. Βλ. Φωνή της Κύπρου, φ. 363 (592), 29/10-2-1894, σ. 3, «Η Ένωσις των Εκκλησιών και ο κος Λάτας».
42. Βλ. Σάλπιγξ, φ. 491, 27-8-1894, σ. 3.

Αντώνη Βασιλάκη: ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΡΑΪΛΑ-ΑΡΜΕΝΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 195-208]

Άδικα πολλές φορές μέχρι τώρα η έρευνα προσεγγίζοντας τον επτανησιακό πολιτισμό υπερτόνισε, ως μη όφειλε, την επίδραση που άσκησε στα Επτάνησα, και ιδιαίτερα στην Κέρκυρα, το ευρωπαϊκό πολιτισμικό γίγνεσθαι, ενώ παρέλειψε να τονίσει το δυναμικό τρόπο αφομοίωσης πολιτισμικών ευρωπαϊκών στοιχείων, τον άμεσο και αναλλοίωτο δεσμό των επτανησίων με τις αρχαίες ελληνικές και βυζαντινές πηγές τους και την πρωτοτυπία της πολιτισμικής τους παραγωγής, παραγωγή πάνω στην οποία θεμελιώθηκε ο νεοελληνικός πολιτισμός. Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του εμπνευσμένου αυτού πολιτισμού υπήρξε ο Κερκυραίος φιλόσοφος και πολιτικός Πέτρος Βράιλας-Αρμένης (1) (1812/13-1884), που έχοντας στο οπλοστάσιό του τα διδάγματα του αρχαίου και του βυζαντινού μας πολιτισμού αφομοίωσε δυναμικά τη σύγχρονή του ευρωπαϊκή φιλοσοφία (2), προχωρώντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις σε σαφείς διαφοροποιήσεις από μεγάλους εκπροσώπους της, όπως π.χ. από τον Hegel (3).
Στο φιλοσοφικό του σύστημα ο Βράιλας έχει δώσει ιδιαίτερο βάρος στην αισθητική (4), αφού τόσο ο κερκυραϊκός τόπος και οι προσωπικές του προϋποθέσεις, όσο και η ευτυχία του να είναι φίλος και σύγχρονος πολλών δημιουργών υπήρξαν όροι που ευνόησαν τον προβληματισμό του και τον κατέστησαν όχι μόνο τον σημαντικότερο έλληνα φιλόσοφο του 19ου αι. (5), αλλά και φιλοσοφικό απολογητή της επτανησιακής τέχνης. Ιδιαίτερη βαρύτητα, μάλιστα, τόσο θεωρητική, όσο και πρακτική απέδωσε ο Κερκυραίος φιλόσοφος στην ποίηση (6) και τη μουσική, όντας φίλος και θαυμαστής του Σολωμού (7) και του Μάντζαρου (8). Μετά την πρώτη βραϊλιανή αναφορά για τη μουσική στα Θεωρητικής και πρακτικής φιλοσοφίας στοιχεία (1862) (9), η δεύτερη και πληρέστερη αναφορά του φιλοσόφου γίνεται το 1866 στο «Περί μουσικής» άρθρο του (10), στο οποίο ολοκληρώνει μια προσωπική φιλοσοφική αντίληψη για τη μουσική συνδέοντάς την με το σύνολο του φιλοσοφικού του συστήματος (11).
Το κείμενο που τώρα δημοσιεύουμε αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο του περί μουσικής κείμενο (1861) (12), όπου συναντώνται για πρώτη φορά φιλοσοφικά στοιχεία που συναρτώνται με τον ολοκληρωμένο οργανισμό του βραϊλιανού συστήματος βοηθώντας τον ερευνητή να κατανοήσει τις απαρχές της πορείας του βραϊλιανού στοχασμού, που θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του τα επόμενα χρόνια. Στο κείμενο αυτό ανευρίσκονται βασικές έννοιες – κλειδιά των φιλοσοφικών επιλογών του Βράιλα, ενώ καθρεφτίζονται σ’ αυτό η αρετή του ανδρός, η κοινωνική του δράση, η ενεργός συμμετοχή του στην πολιτική ζωή της Επτανήσου, αλλά αργότερα και της υπόλοιπης Ελλάδας, που μετά την οθωμανική κυριαρχία αγωνίζεται για τη δημιουργία ενός νεοελληνικού προσώπου. Η ακριβής πληροφορία για την ύπαρξη του συγκεκριμένου κειμένου ανιχνεύθηκε στο Λ. Βροκίνη (13), και αποτελεί λόγο που απήγγειλε ο Βράιλας κατά την απονομή βραβείων σε αριστεύσαντες νέους μουσικούς (14). Αρχικά, τονίζεται η οριακή σημασία της διδασκαλίας της μουσικής και η μέγιστη παιδαγωγική της συμβολή στη μόρφωση μιας κοινωνίας που βιώνει «το ιερόν του καλού αίσθημα» συνεχίζοντας και ενισχύοντας «την αρχαιοτάτην παράδοσιν της ελληνικής καλλιτεχνίας». Στη συνέχεια, αφού επαινέσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο «τους διαπρέψαντας» μουσικούς, ο κερκυραίος φιλόσοφος εξαίρει την προσωπικότητα του προέδρου των μουσικών σπουδών, του Νικόλαου Μάντζαρου, συνδέοντας το διδακτικό και συνθετικό έργο του τελευταίου με τον αγώνα του καλλιτέχνη να πραγματοποιήσει και να σαρκώσει το ιδανικό της τέχνης του, και τοποθετεί τη μουσική μέσα στο φιλοσοφικό του σύστημα. Από την άποψη της έρευνας του βραϊλιανού φιλοσοφικού συστήματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συμπύκνωση της αισθητικής-καλολογίας του κερκυραίου στοχαστή και η άμεση σύνδεσή της με ολόκληρη την προβληματική της διδασκαλίας του, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Σε κάθε γραμμή του κειμένου αποτυπώνεται ένα μέρος των φιλοσοφικών του θέσεων και ο ερευνητής ανακαλύπτει, εκπλήσσεται και θαυμάζει μια μικρογραφία του βραϊλιανού φιλοσοφικού έργου, ενώ παράλληλα διαπιστώνει τις ιδιαίτερες σχέσεις του Βράιλα με τη μουσική.
Παραθέτουμε, λοιπόν, αυτούσιο το κείμενο αυτό μαζί με το προλογικό σημείωμα της εφημερίδας όπου δημοσιεύθηκε (15):
“Τήν παρελθοῦσαν Δευτέραν, 11/23 Σεπτεμβρίου, ἡ Φιλαρμονική Ἑταιρία ἑώρτασε τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς καθιδρύσεως αὐτῆς (16). Τήν 10 τῆς πρωίας ἡ Μουσική μετά τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἑταιρίας καί διαφόρων συνεταίρων ὑπῆγον εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος. Την 12 μ. ὧραν, παρόντων τῆς Α.Ε. τοῦ Ἁρμοστοῦ (17) καί ἐπιτίμου προέδρου τῆς Ἑταιρίας, τῆς Α.Υ. τοῦ Προέδρου τῆς Γερουσίας (18), τοῦ Γερουσιαστοῦ Κ. Μαχαιριώτου, τοῦ Ἐπαρχου (19) και Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἑταιρίας, διαφόρων κυριῶν καί κυρίων διενεμήθησαν τά βραβεῖα εἰς τούς ἀριστεύσαντας μουσικούς (20). Τό δέ ἑσπέρας ἦτο Μουσική Ἀκαδημία ἐν ᾗ παρευρέθη ἡ Α.Ε., ὁ Ἁρμοστής, πολλαί κυρίαι καί κύριοι. Τά βραβεῖα διενέμοντο ὑπό τῆς Α.Ε. τοῦ Ἁρμοστοῦ, μετά τήν διανομήν δέ αὐτῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑταιρίας Ἱππ. Βράϊλας Ἀρμένης ἀπήγγειλε τόν ἑπόμενον λόγον.
«Πρώτην φοράν ἀπό τῆς συστάσεως τῆς ἡμετέρας Ἑταιρίας Ἐξοχώτατε καί ἐπίτιμε Πρόεδρε, Ὑψηλότατε, Ἐκλαμπρότατοι, καί εὐγενείς Κύριοι, φίλτατοι Συνάδελφοι καί Συνέταιροι, καί αγαπητοί μαθηταί, συνερχόμεθα σήμερον ἵνα ἑορτάσωμεν τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς ἐγκαθιδρύσεως αὐτῆς διά τῆς νενομισμένης ἀπονομῆς τῶν βραβείων εἰς τούς ἀριστεύσαντας ἐκ τῶν δοκιμασθέντων μαθητῶν τῶν διαφόρων μουσικῶν παραδόσεων. Καί ἐπειδή εἰς ἐμέ ἐπιβάλλει ὁ Κανονισμός τό καθῆκον νά ἐκφωνήσω λόγον κατάλληλον εἰς τήν περίστασιν, ἐπιτρέψατέ μοι νά ἐκφράσω πρός ὑμᾶς διά βραχέων τάς ἰδέας καί τά αἰσθήματα ὄσα ἡ χαρμόσυνος αὕτη ἡμέρα διεγείρει εἰς τό πνεῦμα μου.
»Διατί, Κύριοι, πρό 21 ἔτους ὁλίγοι φιλόκαλοι (21) νέοι συνῆλθον ἔντινι ἀγνώστῳ καί ταπεινῷ δωματίῳ, καί κατέβαλον τάς πρώτας βάσεις τοῦ δημωφελοῦς καί δημοτερποῦς τούτου καθιδρύματος; και διατί ὁ ὑπό χειρῶν ἁγνῶν εἰς τά σπλάχνα τῆς ἡμετέρας κοινωνίας, ὡς εἰς γόνιμον γῆν, κατατεθείς οὗτος σπόρος ἐβλάστησε και ἀνεπτύχθη και ηὔξησεν εἰς δένδρον μέγα καί εὐθαλές και ζωηφόρον, καρποφορῆσαν ἤδη ἀφθόνως, καί ἔτι ἀγλαωτέρους ὑποσχόμενον καρπούς ἐν τῷ μέλλοντι; ἆρα προς ἁπλήν διασκέδασιν, πρός τινα ἐπιπόλαιον καί μηδαμινόν σκοπόν ἅπασα σχεδόν ἡ κοινωνία, πᾶσα τάξις ἀνθρώπων, πάσης καταστάσεως καί θέσεως καί ἐπαγγέλματος (22), συνεισέφερεν ἐκ διαλειμμάτων, καί ἐκ τοῦ περισσεύματος καί ἐκ τοῦ ὑστερήματος, καί ἐπί χρόνον τοσοῦτον ἁδρά ποσά, καί τοσαῦται ἐγένοντο δαπάναι, καί δεινά και σχεδόν ἀνυπέρβλητα προσκόμματα ὑπερενικήθησαν, καί τοσούτους ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑπέστη καί πόνους καί μόχθους καί θυσίας, ἐνίοτε δέ καί ἐπιβουλάς καί συκοφαντίας; Ὄχι, Κύριοι, ὑμεῖς πρό ἐμοῦ ἤδη ἀπηντήσατε. Ὑψηλήν (23) ἰδέαν (24) ἐκφράζει ἡ Φιλαρμονική Ἑταιρία, ἱκανοποιεί εὐγενεστάτην ἀνάγκην τοῦ κοινωνικοῦ πνεύματος, τρέφει καί ζωογονεῖ, ἀκμαῖον διατηροῦσα καί ἔνθερμον, τό ἱερόν τοῦ καλοῦ αἴσθημα (25), καί διά τῆς καλλιεργείας καί διαδόσεως τῆς μουσικῆς τέχνης συνεχίζει καί ἐνισχύει τήν ἀρχαιοτάτην παράδοσιν τῆς ἑλληνικῆς καλλιτεχνίας (26), μιᾶς τῶν λαμπροτέρων ἀκτίνων τῆς προγονικῆς ἡμῶν δόξης. Τῶν πατέρων ἡμῶν τά ἀθάνατα παραδείγματα μιμουμένη ἡ ἡμετέρα Ἑταιρία τήν καλήν τέχνην τῆς ἁρμονίας (27) διαδίδει καί καθιεροῖ προς ἔκφρασιν καί ῥύθμισιν τῶν γλυκυτέρων καί γενναιοτέρων αἰσθημάτων, πρός ὑψηλοτέραν διάπλασιν τῆς ἠθικότητος, πρός ὑπηρεσίαν και λαμπρότητα τῆς θείας λατρείας, διότι τό καλόν, στοιχεῖον συμφυές παντός μεγάλου πολιτισμοῦ εἶναι θεῖον δῶρον ἄνωθεν κατερχόμενον, περιβάλλει διά τοῦ ἰδίου φωτός (28) καί ἀνυψοῖ αὐτό τό ἀληθές, διά τῆς συμπαθεστέρας ἐνεργείας, διά τινος οὐρανίας ἡδονῆς καί γαλήνης ἐμποιεῖ ἐν πάσῃ εὐαισθήτῳ καρδίᾳ τό ἀγαθόν, καί διά τῆς ἀρετῆς ἐπανάγει τόν ἄνθρωπον πρός τό θεῖον (29). Διά τοῦτο ἡ ἡμετέρα Ἑταιρία οὐ μόνον ἐσυστήθη καί διετηρήθη καί προώδευσεν, ἀλλά και διήγειρεν ἐν τῷ λαῷ ζωηράς καί διαρκεῖς συμπαθείας, πανταχόθεν σχετιζομένη πρός πάντα τά περί αὐτήν, ὡς σχετίζεται ἡ ἡμετέρα ζωή πρός τάς δυνάμεις τῆς γῆς καί τά στοιχεῖα τοῦ οὐρανοῦ• διά τοῦτο καί οἱ ἰδιῶται τήν ὑποστηρίζουσι, καί ἡ ἐγχώριος καί ἡ γενική Κυβέρνησις εὐμενῶς τήν βοηθοῦσι, καί ὁ Ἐξοχώτατος Ἀντιπρόσωπος τῆς Προστάτιδος Ἀνάσσης (30) ηὐδόκησε νά τήν τιμήσῃ διά τῆς ἐπιτίμου αὐτοῦ προεδρίας, καί σήμερον, ἀφ’οὗ ἐν τῷ ναῷ τοῦ θαυματουργοῦ ἡμῶν Προστάτου (31) ἱκετεύσαμεν ἐν πλήρει συντριβῇ καί εὐγνωμοσύνῃ τόν Ὑψιστον, ἵνα στερεώσῃ καί εὐοδώσῃ τό ἔργον τοῦτο τῶν ἀσθενῶν χειρῶν μας, εὔθυμοι συνερχόμεθα ἵνα πανηγυρίσωμεν τήν ἐπέτειον ἡμέραν τῆς ἐγκαθιδρύσεως αὐτῆς, ἐκπληροῦντες τό γλυκύτατον τῶν ἡμετέρων καθηκόντων, τήν βράβευσιν τῶν διαπρεψάντων κατά τούς διαφόρους κλάδους τῆς μουσικῆς διδασκαλίας.
» Γλυκύτατον πρός πάντας ἡμᾶς εἶναι, ὦ φίλοι μαθηταί, τό καθῆκον τοῦτο, διότι ἡ μόνη ἀμοιβή τήν ὁποίαν προσδοκῶμεν καί ἐπιθυμοῦμεν εἶναι ἡ βεβαίωσις, ὅτι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν δέν ἔμειναν ἀτελεσφόρητοι, καί τήν βεβαίωσιν ταύτην παρέχει ἤδη ἡ βράβευσις τῶν ἀρίστων. Καί ἡ πρώτη αὕτη ἀπόδειξις τῆς ἐπιδόσεως ἡμῶν εἶναι ἐνταυτῷ καί ἐγγύησις ἀσφαλής πληρεστέρας ἔτι ἐπιτυχίας. Διότι, φέροντες ἐπί τοῦ στήθους τό παράσημον δι’ οὗ σήμερον ἐκοσμήθητε, θέλετε συναισθανθῆ ὅτι ἡ ἐπιμονή εἰς τήν μελέτην, ὁ ζῆλος τῶν καλῶν, ἡ αὐταπάρνησις, ὁ καθαρός καί ἄδολος ἔρως τῆς τέχνης (32), ἡ συνένωσις ἑνί λόγῳ τῆς νοήμονος ἐργασίας καί τῆς χρηστῆς διαγωγῆς ἀπολαμβάνουσιν ἐπί τέλους καί ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τήν ὀφειλομένην ἀμοιβήν. Ἀλλά το βραβείον ὅπερ σήμερον ἀπελάβετε, δέν θέλει εἷσθαι τό τέρμα τῶν ἀγώνων σας• ἐξ ἐναντίας πρέπει νά χρησιμεύσῃ ὡς ὁρμητήριον καί κέντρον πρός νέους ἀγῶνας, πρός μείζονα ἐπίδοσιν, πρός ἄλλα καί λαμπρότερα ἔργα. Ὅσοι ἐμυήθητε τάς ἀρχάς τῆς ὀργανικῆς ἤ τῆς ὠδικῆς μουσικῆς, εἰσήλθατε ἤδη τά προπύλαια τοῦ ναοῦ• ἀλλά δύνασθε, ἐάν προβῆτε εὐσεβάστως καί ἀνδρείως, νά εἰσδύσητε εἰς τό ἄδυτον, ἔνθα ἀκτινοβολεῖ τό πρόσωπον τῆς Θεᾶς. Εἴς τινας ἐξ ὑμῶν αἱ ὑψηλαί θεωρίαι τῆς τέχνης ἐν μέρει ἤδη ἀπεκαλύφθησαν (33), καί εἴδατε μακρόθεν τό σύνολον αὐτῶν, τόν ἀδιάῤῥηκτον σύνδεσμον τῶν μουσικῶν ἰδεῶν, τόν ἀθάνατον χορόν τῶν θείων ἐκείνων παρθένων (34). Και βραβευθέντες καί μή βραβευθέντες, μή δειλιάσητε νά προβῆτε περαιτέρω. Ἔχετε πρό ὀφθαλμῶν ἀξιομίμητα παραδείγματα. Ἐκ τῶν μητρικῶν κόλπων τῆς ἐκπαιδευούσης ὑμᾶς Ἑταιρίας ἄλλοι πρό ὑμῶν ἐξῆλθον, καί ἤδη τιμῶσι τό Κατάστημα τοῦτο καί ἐντός καί ἐκτός τῆς πατρίδος. Ἔστω εἰς ἐνθάῤῥυνσιν ὑμῶν ἡ ἀξιέπαινος αὐτῶν διαγωγή. Καί συντελέσαντες τό σύνολον τῶν σπουδῶν, καί μακράν τῆς γενεθλίου γῆς ἀποδημοῦντας, συμπαρακολουθεῖ ὑμᾶς τό φιλόστοργον ὄμμα τῆς Ἑταιρίας, ἥτις χαίρει εἰς τάς ἐπιτυχίας σας, ἀγάλλεται ἀκούουσα ὑμᾶς τιμωμένους ἀλλαχοῦ, σᾶς βοηθεῖ, ἐάν δύναται, καί σᾶς ἀγαπᾷ πάντοτε, διότι ἠξεύρει ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν διατηρεῖτε ἀνεξάλειπτον πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνην. Τό αἴσθημα τοῦτο ὀφείλεται πρός πάντα τά μέλη αὐτῆς ἀντιπροσωπεύοντα τήν ὅλην πατρίδα, πρός τάς κατά καιρόν προεδρίας, πρός τήν Σεβαστήν Κυβέρνησιν, πρός τούς πρώτους καί ἀμέσους ὑμῶν διδασκάλους καί ὑπεράνω, πολύ ὑπεράνω τούτων, καί εὐγνωμοσύνην καί σέβας καί πᾶσαν τιμήν ὁφείλετε ὑμεῖς, καί πάντες ὀφείλομεν πρός τόν σοφόν καί ἀγαθόν καί περικλεῆ Καθηγητήν, τόν διηνεκῆ ἐπί τῇ μουσικῇ Πρόεδρον (35), καί διηνεκές κλέος τῆς Κερκύρας καί τοῦ Ἔθνους. Οὗτος μέ ἔξοχον διάνοιαν καί ἁγνήν καρδίαν, ἀπό τοῦ ὕψους τῆς θεωρίας τοῦ καλοῦ ἐν ᾗ ζῇ καί ἐνασμενίζει, καί τά στοιχειωδέστερα μαθήματα μετά πατρικῆς μερίμνης ἐνίοτε ἐπιτηρεῖ καί διευθύνει καί γονιμοποιεῖ διά τοῦ λόγου του, καί τούς μυστηριωδέστερους νόμους τῆς καλλιτεχνικῆς ποιήσεως, οὕς διά βαθυτάτης μελέτης καί πολυετοῦς πείρας ἀπεθησαύρισεν ἐν τῷ πνεύματι, ἀπό τοσούτου χρόνου ἤδη μετ’ ἀπαραδειγματίστου καί Σωκρατικῆς τῳόντι ἀφιλοκερδείας καί γενναιότητος ἀποκαλύπτει καί διδάσκει καί ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον διαφωτίζει διά τῶν λάμψεων τῆς μεγαλονοίας του.
»Ὑπό τάς αἰσίας ἐμπνεύσεις τοιούτου ἀνδρός δύναται, Κύριοι, ἡ Ἑταιρία νά προοδεύσῃ θαυμασίως κατά τήν καλλιέργειαν καί διάδοσιν τῆς τέχνης, καί νά εὐεργετήσῃ ἔτι μᾶλλον τήν ὅλην κοινωνίαν. Ἀλλά τό πολύτιμον καί οὐσιωδέστατον τοῦτο στοιχεῖον δέν ἀρκεῖ. Προσαπαιτεῖται ἡ συνεχής ἐνέργεια τῶν ὅρων καί τῶν μέσων δι’ ὧν ἐσυστήθη καί μέχρι τοῦδε διετηρήθη, καί σήμερον ἀκμάζει καί εὐημεροῖ, ἡ συντήρησις δηλ. τοῦ ζωοποιοῦ ἐκείνου πνεύματος ὑφ’ οὗ ἀπ’ ἀρχῆς ἐνεπνεύσθη, καί δι’ οὗ μόνου ὀφείλει νά διευθύνηται, ἡ συνένωσις τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καί τῆς φρονήσεως, τῆς ἐπιμονῆς καί τοῦ θάῤῥους, τῆς δραστηριότητος καί τῆς νοημοσύνης, καί πρό πάντων ἡ σύμπνοια τῶν προσπαθειῶν καί ἡ ἁρμονία τῶν πνευμάτων. Ἡ ἁρμονία, ἥν θέλομεν νά διαδώσωμεν διά τῶν ἡμετέρων παραδόσεων, δέν εἶναι μόνο θεμελιώδης νόμος τῆς καλλιτεχνίας, ὅρος ἀπαραίτητος παντός ἔργου καλοῦ, ἀλλ’ εἶναι προσέτι καί πρότερον ὅρος καί νόμος τῆς θείας δημιουργίας, διότι πάντα ἐν μέτρῳ καί ῥυθμῷ καί ἁρμονίᾳ ἐποίησεν ὁ Κύριος (36). Ἀπό τοῦ ἀνεπαισθήτου φλοίσβου τοῦ κύματος, ὅπερ ἀσπάζεται και ἡδέως πλήττει τάς ἀκοάς μας, μέχρι τῆς ἀνεκλαλήτου ἁρμονίας τῶν οὐρανίων σφαιρῶν (37), ἐκ παντός ἀτόμου, ἐκ πάσης ὕλης, ἐκ πάσης ζώσης φύσεως ἐξέρχεται τό ᾆσμα τῆς πλάσεως, καί ὡς φωνή εὐγνώμονος λατρείας καί ἀτελευτήτου δεήσεως άνέρχεται πρός τόν Πλάστην. Ἁρμονία εἶναι τό πᾶν (38), καί τό καλόν τῆς φύσεως καί τό καλόν τῆς τέχνης (39), ἁρμονία τῶν ἐννοιῶν πρός ἀλλήλας καί πρός τό κοινόν αὐτῶν ἀντικείμενον εἶναι αὐτό τό ἀληθές, ἁρμονία τῶν ἀνθρωπίνων βουλῶν πρός τόν θεῖον νόμον, τῶν καρδιῶν καί τῶν αἰσθημάτων ἐν τῇ ἑνότητι τῆς θείας ἀγάπης, εἶναι αὐτή ἡ ἀγαθότης, ἡ τελεία ἀρετή. Καί τά μικρά, Κύριοι, μετέχουσι τῶν μεγάλων, καί εἷς ὁ νόμος ὁ ἐπί πάντων ἱστάμενος καί διά πάντων διήκων καί τά πάντα συνέχων καί ῥυθμίζων καί σώζων. Τόν νόμον τοῦτον τῆς καθολικῆς τῶν ἀνθρώπων ἀδελφότητος καθιστᾷ μᾶλλον ὁρατόν καί ἐναργέστερον ἐν ἡμῖν ὁ διά τῆς Ἑταιρίας συναπτόμενος στενώτερος καί γλυκύτερος σύνδεσμος πρός πραγματοποίησιν κοινωφελοῦς καί ὄντως πατριωτικοῦ καί θεαρέστου ἐπιχειρήματος. Τό πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ παράγει ἀπανταχοῦ καί καθεκάστην ἀπροσδόκητα καί ἀπίστευτα θαύματα. Ὁ δέ νόμος τῆς ἀγάπης (40), ἐξ οὗ, ὡς ἔκ τινος οὐρανίου πηγῆς ἀποῤῥέει, εἶναι τό μέγα ἐλατήριον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, καί αὐτή ἡ ζωή τοῦ νέου πολιτισμοῦ (41). Ἐάν τόν νόμον τοῦτον τηρήσωμεν, τό ἔργον μας σώζεται καί εὐοδοῦται, καί φθάνει εἰς τόν προορισμόν του, διότι θέλει ἔχει καί ἐκ τῆς κοινωνίας πρόθυμον συνδρομήν καί παρά τῆς Κυβερνήσεως καί παρά τοῦ ἐπιτίμου ἡμῶν Προέδρου, τοῦ εἰς πᾶν καλόν καί ἐπωφελές ἑτοίμου πάντοτε καί γενναίου ὑποστηρικτοῦ, ἰσχυράν ἀρωγήν καί προστασίαν. Καί πέποιθα ὅτι θέλει τηρηθῆ ὁ νόμος οὗτος, καί τοιουτοτρόπως θέλει ἐπί μᾶλλον καί μᾶλλον προοδεύσει τό φιλόκαλον τοῦτο Κατάστημα, διότι ἡ φιλοκαλία εἶναι ἔμφυτος ἐν ἡμῖν καί πατροπαράδοτος, καί ἡ Ἑταιρία μας, δυνάμεθα νά τό εἴπωμεν ἄνευ κομπασμοῦ, εἶναι ἤδη κόσμημα ἀπαραίτητον καί ἀχώριστον τῆς κοινωνικῆς μας ὑπάρξεως. Μέ τήν ἔνθερμον ταύτην εὐχήν ἄς ἀποχωρισθῶμεν, φίλοι συνέταιροι, ἐπί τοῦ παρόντος, συγχαίροντες ἐκ νέου τούς προσφιλεῖς μαθητάς τῶν σχολῶν μας καί ἐγκαρδίους ἀπονέμοντες εὐχαριστίας πρός πάντας τούς φίλους ἡμῶν καί εὐεργέτας.»”


SUMMARY

A Petros Brailas-Armenis’ unknown text about Music

The text which we publish and comment in our essay, accompanied by an introduction, is a speech that Petros Brailas-Armenis (1812/13-1884), a great philosopher and politician born in the island of Corfu, declaimed at an award presentation for new musicians that excelled in a competition. This text was originally published in a local newspaper, O Paratiritis (: The Observer) on 16/28 September of 1861.
In that text is initially stressed the high importance of teaching music and its pedagogical contribution to the formation of a society which experiences “the sacred sentiment of beautiful” continuing and reinforcing “the ancient tradition of greek art”. Followingly, after Brailas has praised on his own unique way those musicians “who excelled”, he extols the person of the President of music studies of the “Philarmonic Society of Corfu”, Nikolaos Ch. Manzaros, connecting the latter’s instructive and compositional work with the artist’s struggle to realize and embody the ideal of his art, as well as placing Music in his philosophical system.
As far as the search of the Brailian philosophical system is concerned, it is exceptionally interesting to comment on the condensation of his Aesthetics – or “Kalology” as he prefers to name it- and its direct connection with the whοle train of thought of his doctrine. In every line of his text is imprinted a part of his philosophical views and the searcher discovers, is astonished and admires a micrography of the Brailian philosophical work, while, at the same time, he ascertains Brailas’ special relations to Music.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Στον 1ο τόμο από τους 8 που έχουν εκδοθεί με τα φιλοσοφικά έργα του Βράιλα, στη σειρά «Corpus Philosophorum Graecorum Recentiorum» (C.P.G.R.), ο φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Ε. Μουτσόπουλος, στον οποίο οφείλεται η αναγέννηση του ενδιαφέροντος της έρευνας για το βραϊλιανό έργο, στη γενική «Εισαγωγή» του για τον κερκυραίο φιλόσοφο παραθέτει μεταξύ των άλλων βιογραφία του Βράιλα (σσ. με΄ –νστ΄), όπως και σχετική παλαιότερη βιβλιογραφία (σσ. νζ΄- οα΄), ενώ συγχρόνως έχει συγγράψει στα γαλλικά το έργο: Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, Publications des Annales de la Faculté des Lettres et Sciences Humaines d’ Aix, No 27, éd. Ophrys, Aix-en-Provence, 1960, στα αγγλικά το: Petros Brailas-Armenis, Twayne Publishers, Inc., (TWAS 261), New York, 1974, καθώς και διάφορα άρθρα, (ορισμένα από τα οποία αναφέρουμε σε επόμενες σημειώσεις μας).
2. Πβ. και τον Πρόλογο του Ε. Μουτσόπουλου, «Η παρουσία του πλατωνισμού στον βραϊλιανισμό», στο βιβλίο του Α. Μάνου, Η αξιολογία του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη. Πλατωνικές και νεοπλατωνικές επιδράσεις, Ίδρυμα Ερεύνης και Εκδόσεων Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, [σειρά «Έρευνες» αρ. 3], Αθήνα, 1994, σ. 9.
3. Πολλές από τις διαφοροποιήσεις του Βράιλα τόσο από την αρχαία, όσο και από τη φιλοσοφία του καιρού του έχουν επισημανθεί και τονιστεί στη διδακτορική διατριβή του Α. Βασιλάκη, Η οντολογία του ωραίου στο έργο του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα, 2009.
4. Για τον βραϊλιανό προβληματισμό σχετικά με την αισθητική ή καλολογία, όπως ο ίδιος ο Κερκυραίος φιλόσοφος προτιμά να ονομάζει (πβ. π.χ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», (1866), Φιλοσοφικά Έργα, τ.4α, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Α. Γλυκοφρύδου-Λεοντσίνη, C.P.G.R., Αθήναι, 1973, σ. 408, στίχοι 10-12), βλ. το έργο του Ε. Μουτσόπουλου, Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, ό.π., τα άρθρα του ιδίου, «Μία λησμονημένη ελληνική αισθητική», Παρνασσός, τ. Δ΄, αρ. 2 (1962), 181-186, και «Η αισθητική του Πέτρου Βράιλα-Αρμένη», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ. 2, τεύχ. 5 (1985), 139-145, καθώς και Α. Βασιλάκης, ό.π., όπου και η μέχρι σήμερα βιβλιογραφία για το βραϊλιανό έργο.
5. Στο μεγαλύτερο Κερκυραίο θεολογούντα φιλόσοφο του 18ου αι., μάλιστα, τον επίσκοπο Ευγένιο Βούλγαρι, ο Βράιλας τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό, θεωρώντας τον εαυτό του πνευματικό επίγονο του πρώτου. Ο Βούλγαρις, άλλωστε, είναι ο μόνος έλληνας στου οποίου το έργο ο Βράιλας έχει συγκεκριμένη αναφορά. στο Περί πρώτων ιδεών και αρχών δοκίμιον, (1851), Φιλοσοφικά Έργα, τ. 1, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Αικ. Δώδου, C.Ρ.G.R., Θεσσαλονίκη, 1969, σσ. 25-26, σημ. 5, διερχόμενος οντολογικά προβλήματα ονομάζει το Βούλγαρι «περικλεή της Κερκύρας και της Ελλάδος φωστήρα», ενώ στο τελευταίο και εξαιρετικής συμπύκνωσης έργο του Βράιλα, τις Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολές, ήτοι σύντομος περί ψυχής και Θεού διδασκαλία, (1884),Φιλοσοφικά Έργα, τ. 2, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Αικ. Δώδου, C.P.G.R., Θεσσαλονίκη, 1971, σσ. 229-388, δεν θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε ότι τα πρόσωπα που ανταλλάσσουν τις επιστολές, ο Φιλόθεος και ο Ευγένιος, συνδέονται τόσο με τον κατεξοχήν “φιλόθεο” Βράιλα, όσο και με τον Ευγένιο Βούλγαρι, του οποίου το έργο Αδολεσχία φιλόθεος ήτοι, εκ της αναγνώσεως της ιεράς Μωσαϊκής Πεντατεύχου Βίβλου επιστάσεις ψυχωφελείς τε και σωτηριώδεις, ά.τ., 1801 δεν μπορεί παρά να γνώριζε ο Βράιλας. Για περαιτέρω επισημάνσεις πβ. Α. Βασιλάκης, ό.π., σς. 27-28. [Στην ευκαιρία της αναφοράς μας στο Βούλγαρι ας προστεθεί επίσης ότι μεταξύ των έργων του έχει συγγράψει και Πραγματεία περί μουσικής, εκδ. εκ χειρογράφου της εν Κιέβω Βιβλιοθήκης υπό Ανδρ. Κ. Δημητρακοπούλου, Αρχιμανδρίτου, εν Τεργέστη, τύποις του Αυστριακού Λόϋδ, 1868. Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών 86, Μουσικολογική Σειρά Γ΄, Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία, Αθήναι MCMLXXV. (Βλ. επίσης και τη σχετική ανάλυση του Χ. Ξανθουδάκη, «Η πραγματεία περί μουσικής του Ευγενίου Βουλγάρεως», Σύγκριση/Comparaison, 12 [(2001), 101-117).]
6. O Βράιλας πέραν του άρθρου του «Περί ποιήσεως», (1866), Φιλ. Έργα, τ. 4α, ό.π., σσ. 349-377, προχωρεί και σε ειδικότερη ανάλυση ποιημάτων του Ιουλίου Τυπάλδου· βλ. «Ι. Τυπάλδου ποιήματα διάφορα», (1858), Φιλ. Έργα, τ. 4α, ό.π., σσ. 491-503. Βλ. σχετικά και Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, «Ο Π. Βράιλας-Αρμένης ως θεωρητικός και ως κριτικός της ποίησης», Νεοελληνική Φιλοσοφία. Πρόσωπα και θέματα, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1993, σσ. 263-264 (= «Ο Π. Βράιλας-Αρμένης… ποίησης», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι – Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ.4, Αργοστόλι 1991, σσ. 570-571).
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να σημειώσουμε πως ο Κωστής Παλαμάς, που περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή της ηπειρωτικής Ελλάδας μετά τη μεταφορά του ελληνικού κέντρου στην Αθήνα θαυμάζει τον επτανησιακό πολιτισμό (βλ. λ.χ. Κωστής Παλαμάς, Διονύσιος Σολωμός, επιμ. Μ.Κ. Χατζηγιακουμής, εκδ. Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1970, και του ιδίου, «Κάλβος ο Ζακύνθιος», (1888), Άπαντα, τ.2, σσ. 28-59), στην ομιλία του στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ήδη το 1888 για τον Κάλβο, αναφερόμενος στην επτανησιακή ποίηση παραθέτει αυτολεξεί χωρίο του Βράιλα από την προαναφερθείσα μελέτη του τελευταίου, «Ι. Τυπάλδου ποιήματα διάφορα», (ό.π., σ. 503, στ. 9-11 και 13-17), ενώ για τον ίδιο τον Κερκυραίο φιλόσοφο ο μεγάλος μας ποιητής χρησιμοποιεί το προσωνύμιο «σοφός ανήρ». (Πβ. Κ. Παλαμάς, ό.π., σ. 33).
Τέλος, λαμβάνοντας αφορμή από την προηγούμενη αναφορά μας στη «μεταφορά του ελληνικού κέντρου στην Αθήνα» θα θέλαμε να σημειωθεί ότι ο Βράιλας προφήτευσε τους κινδύνους ενός αθηναϊκού συγκεντρωτισμού λέγοντας κατά την 10η Ιόνιο Βουλή, και σχετικά με την κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας , της οποίας διετέλεσε καθηγητής της φιλοσοφίας από το 1854 ως το 1864, έτος κατά το οποίο η Ιόνιος Ακαδημία κλείνει (βλ. σχετικά Γ. Σαλβάνος – Β. Γ. Σαλβάνου, Η Ιόνιος Ακαδημία, ο ιδρυτής αυτής κόμις Γύλφορδ, οι καθηγηταί και σπουδασταί αυτής, (ανάτυπον εκ του Πανηγυρικού Τεύχους της Ελληνικής Δημιουργίας), Αθήναι, 1949, και Ν.Κ. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της βρετανικής προστασίας (1816-1864), Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Αθήνα, 2002), τα εξής: «Νομίζετε ότι πολλαπλασιάζετε τα φώτα, συγκεντρώνοντες αυτά εις μίαν μόνην εστίαν; Πόθεν το κλέος της Γερμανίας, ειμή διότι εις έκαστον κράτος αυτής ευρίσκονται μουσεία και πανεπιστήμια; Αντιβαίνετε τότε και εις το ελληνικόν πνεύμα, το οποίον δεν είναι συγκέντρωσις, αλλ’ η ποικιλία, η διάχυσις και επέκτασις των φώτων». (Πρακτικά της Συνεδρίασης ΜΓ’ β’ περιόδου της 10ης Βουλής του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων. Πβ. Γ. Χυτήρης, «Παρακωλύσεις και αντιτάξεις. Οι δύσκολες στιγμές του Παν/μίου της Κερκύρας», Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας 7 (1970), σ. 107.
7. Ο Βράιλας, μάλιστα, στον <Επικήδειον εις Δ. Σολωμόν>, Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π. σσ. 507-516, προσεγγίζει την ποιητική μεγαλοφυία του Σολωμού με τις δικές του καλολογικές –αισθητικές προϋποθέσεις επιχειρώντας μια, κατά τη βραϊλιανή ορολογία, «εφηρμοσμένη καλολογία». (Πβ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Περί ποιήσεως», ό.π., σ. 367, στ. 39).
8. Για τις σχέσεις Βράιλα-Μάντζαρου βλ. κατωτέρω την σημείωση 35.
9. Φιλ. ΄Εργ., τ.1, ό.π., σσ. 338-340.
10. Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σσ. 319-340.
11. Βλ. και το σχετικό υποκεφάλαιο (Γ’3.2.1.) «Η μουσική», στο μνημονευθέν πόνημα του Α. Βασιλάκη, ό.π., σσ. 273-312.
12. Ας δοθεί όμως πολλή προσοχή στο γεγονός ότι στο τέλος των χειρογράφων των Θεωρ. και πρακτ. Φιλοσ. Στοιχείων (στο εξής: Στοιχεία), όπου περιέχεται και «Καλολογία» με πυκνή αναφορά στις γνωστές πέντε τέχνες, δηλ. την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη μουσική και την ποίηση (βλ. Στοιχεία, ό.π., σσ. 326-345), υπάρχει η χρονική και τοπική ένδειξη «Κερκύρᾳ τῇ 19 Νοεμβρίου 1859 Σ.Ν. [: Stile Nuovo]», (πβ. «Εισαγωγικόν Σημείωμα» εκδοτών στον 1ο τόμο των Φιλ. Έργων του Βράιλα, σ. 213), που σημαίνει ότι ήδη ο φιλόσοφος είχε συνθέσει μια σύντομη και πυκνή αναφορά για τη μουσική. Ωστόσο, στο κείμενο που τώρα δημοσιεύουμε, το οποίο ουσιαστικά είναι το πρώτο χρονικά που βλέπει το φως της δημοσιότητας και με αυτήν την σημασία αναφέρεται η «χρονική πρωτιά» στο κείμενό μας, λάμπουν περισσότερο κάποια εντελώς προσωπικά στοιχεία – προανακρούσματα του άρθρου «Περί μουσικής», (ό.π.) του 1866.
13. Πβ. Λ. Βροκίνης, Έργα. Βιογραφικά σχεδάρια, τεύχη Α΄ και Β΄, επιμ. – προλεγ. Κώστα Δαφνή, Κερκυραϊκά Χρονικά, τ. XVI, Κέρκυρα, 1972, σ. 196.
14. Σχετική πληροφορία διασώζει και ο Σπ. Μοτσενίγος, Νεοελληνική μουσική. Συμβολή εις την ιστορίαν της, Αθήναι, 1958, σ. 160: «Τὸ 1858 ὁ Πρόεδρος [ἔνν. τῆς Φιλαρμονικῆς Ἑταιρείας Κερκύρας] Βράϊλας-Ἀρμένης ἐπρότεινεν ὅπως, διὰ νὰ προκληθῇ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν μαθητῶν, ὀργανωθῇ μουσικὸς διαγωνισμὸς μὲ χρηματικὰ βραβεῖα. Ὁ πρῶτος διεξήχθη τὴν 11ην Σεπτεμβρίου 1861. Ὁ Μάντζαρος ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν καὶ ὁ Ἁρμοστὴς Henry Storx – παρουσίᾳ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὁ διαγωνισμὸς – διένειμε τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ μετάλλια εἰς τοὺς ἀρίστους. Τὸ ἑσπέρας ἐδόθη καὶ συναυλία εἰς τὸ κατάστημα».
15. Βλ. την Πολιτική και Φιλολογική Εφημερίδα Ὁ Παρατηρητής, αρ. 182, Δ΄ Ἔτος, Κερκύρᾳ τῇ 16/28 Σεπτεμβρίου 1861, σσ. 2α-3α. (κάθε σελίδα της εφημ. χωρίζεται σε 3 στήλες).
16. Ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 148 αναφέρει πως η κύρια συνεδρίαση κατά την οποία ιδρύθηκε επίσημα η «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας» έγινε την 12η Σεπτεμβρίου 1840, ενώ είχαν προηγηθεί κι άλλες συνεδριάσεις, όπως αυτή της 11ης Σεπτ. ’40. Πάντως, αναφέρεται επίσης (ό.π., σ. 147, σημ. 1), ότι ανεπίσημα η «Φιλαρμονική» λειτουργούσε ήδη από το 1837.
17. Πρόκειται, όπως προκύπτει και από προηγούμενη μας σημείωση, για τον Sir Henry Storx, τον τελευταίο Αρμοστή (1859-1864), πριν την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα (21 Μαΐου 1864). [Από την πλούσια βιβλιογραφία σχετικά με την προστασία των Επτανήσων και την ένωσή τους με την Ελλάδα βλ. και την πρόσφατη αναφορά του Α. Αγιούς, Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, εκδ. Σταμούλη α.ε., Αθήνα, 2006.]
18. Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Δαμασκηνό.
19. Πιθανότατα πρόκειται για το Δημήτριο Κουρκουμέλη.
20. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στη σημ. 14, την πρόταση απονομής των βραβείων είχε κάνει ο Βράιλας, που είχε διατελέσει πρόεδρος της Φιλαρμονικής Εταιρείας το 1858 (πβ. Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 160), ενώ από το 1859 μέχρι και τις μετά την Ένωση μέρες είχε διατελέσει τακτικός πρόεδρος της «Φιλαρμονικής» (πβ. Λ. Βροκίνης, ό.π., σ. 196).
21. Η έννοια της «φιλοκαλίας» είναι ένα από τα κλειδιά κατανόησης της βραϊλιανής αισθητικής, όπου το ωραίο (-καλό) συμπορεύεται και συνυπάρχει πάντοτε με το αγαθό και το αληθές, (για αυτήν την «τριάδα» βλ. κατωτ. την σημ. 29), καθώς και το περιεχόμενο αυτής της έννοιας είναι φορτισμένο τόσο με την αρχαία, όσο και με την πατερική αντίληψη. Ενδεικτικά, βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Στοιχεία…., ό.π., σ. 323, στ. 24-30 και ό.π.. σ. 324, στ. 9-16, καθώς και τη σχετική σημείωση, με τις διάφορες αναφορές, που κάνει ο Α. Βασιλάκης, ό.π., σ. 172, σημ. 2, (που περιλαμβάνεται στο υποκεφάλαιο Γ’1.1.: «Η φαντασία και η υπέρβαση του λόγου»).
22. Για την έννοια της ισότητας στο Βράιλα, την οποία εμπλουτίζει και με την αγάπη, βλ. και το άρθρο του, «Ο νέος πολιτισμὸς παραβαλλόμενος προς τον αρχαίον», Φιλ. Έργ., τ. 4β, επιμ. εκδ. και παρουσ. υπό Ε. Μουτσοπούλου και Α. Γλυκοφρύδη-Λεοντσίνη, C.G.P.R., Αθήναι, 1974, σ. 307, στ. 29-σ.308, στ.9: «Ὁ βίος λοιπὸν τοῦ ἀτόμου, τῆς οἰκογενείας, τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ συνόλου τῶν κοινωνιῶν ὃσαι μετέχουσι τοῦ νέου πολιτισμοῦ, βασίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς κατὰ φύσιν ἰσότητος ἥτις δὲν εἶναι εἰμὴ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ δικαίου. Ἡ βιομηχανικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἡ ὑλικὴ ἑπομένως εὐημερία, ἡ ἠθικὴ τελειοποίησις ἢ ἡ βαθμικὴ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας, ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ πρόοδος ἥτις ὡς τελευταῖον προϊὸν παράγει τὴν κυριαρχίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, εἶναι ὅλα πορίσματα, συνέπειαι καὶ ἀποτελέσματα μιᾶς μόνης ἀρχῆς, μιᾶς μόνης ἐννοίας, τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου. Τὸ δίκαιον ἄρα εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ πηγὴ τοῦ νέου πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ βασιλεία τοῦ δικαίου, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ λόγου. ἡ ἰσονομία, ἢ ἡ ἀναγνώρισις καὶ ἡ ἐξ ἴσου πάντων τῶν δικαιωμάτων προστασία, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν λόγον καὶ πραγματοποιεῖται διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης.Τί ἄλλο δὲ εἶναι ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἰμὴ ἀμυδρά τις ἀντανάκλασις τοῦ θείου λόγου, καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους ἀγάπη τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης νόμος καὶ ἡ κυρία ἐντολὴ τῆς ἠθικῆς του Εὐαγγελίου;».
23. Από αυτό το σημείο του κειμένου έως το τέλος της επόμενης περιόδου («… ἐπανάγει τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ θεῖον») ο Βράιλας κατορθώνει να συμπυκνώσει μέσα σε 15 στίχους σχεδόν ολόκληρο το αισθητικό του σύστημα δίδοντας στην τέχνη τη θέση που της αρμόζει, ενώ και εδώ, όπως και σε κάθε του κείμενο, δεν θα ηταν δυνατόν να προστεθεί ούτε να αφαιρεθεί έστω και μία λέξη, που κάθε μια τους φέρει ένα βαρύτατο εννοιολογικό φορτίο.
24. Έκφραση που συνδέεται με τις περί υψηλού απόψεις του Βράιλα, οι οποίες διαφοροποιούνται από τις σχετικές καντιανές. Βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σσ. 458-464, (οι οποίες περιλαμβάνονται στο Δ΄ κεφάλαιο της μελέτης αυτής με τίτλο: «Περί υψηλού, χαρίεντος και γελοίου». Σχετικά με τις βραϊλιανές “αισθητικές κατηγορίες” βλ. και Ε. Μoutsopoulos, Le problème du Beau chez Pétros Vraïlas-Arménis, ό.π., σσ. 117-139, του ιδίου, «Οι αισθητικές κατηγορίες κατά τον Πέτρο Βράιλα-Αρμένη», ανακοίνωση που διαβάστηκε στο ΣΤ΄ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), (δακτυλογρ.), και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 139-156, κεφ. Β’2ο: «Ένας τριμερής διαφορισμός του υπέροχου όντος – οι “αισθητικές κατηγορίες”».
25. Πβ. Καλλιστράτου, ᾿Εκφράσεις, ΙΙΙ, 1: «οὐ γάρ μοι θεμιτόν μή καλεῑν ἱερά τά τέχνης γεννήματα». Πβ. και Π. Βράιλας-Αρμένης, <Επικήδειος εις Δ. Σολωμόν>, ό.π. σ. 514, στ. 29-30.
26. Σχετικά βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Στοιχεία, ό.π., σ. 328, στ. 1-7, αλλά και στα εξής άρθρα του φιλοσόφου: «Περί καλού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4α, ό.π., σ. 217, στ. 7-26, «Περί της ιστορικής αποστολής του Ελληνισμού», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, σ. 366, και «Περί των χαρακτήρων της ελληνικής διανοίας», Φιλ. Έργ., τ. 4β, ό.π., σσ. 397-399.
27. Για την έννοια της αρμονίας στο φιλοσοφικό σύστημα του Βράιλα βλ. Ε. Μοutsopoulos, Le problème du Beau…, ό.π., σσ. 101-102, υποκεφ:. «L’ harmonie», και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 136-138 (:υποκεφ. Β΄ 1.3.6.). Επίσης, πυκνές αναφορές στην αρμονία κάνει ο Κερκυραίος φιλόσοφος στη συνέχεια τού κειμένου που δημοσιεύουμε, και πιο συγκεκριμένα στο μέσο περίπου της τελευταίας παραγράφου του. (Βλ. και κατωτ. σημ. 38). Ωστόσο, φαίνεται πως στο συγκεκριμένο σημείο του κειμένου εδώ η έννοια χρησιμοποιείται με το ιδιαίτερο μουσικό της περιεχόμενο. Για τη χρήση της έννοιας της αρμονίας, πάντως, από το Βράιλα στο «Περί μουσικής» άρθρο του βλ. «Περί μουσικής», ό.π., σ. 321, στ. 21-25, σ. 326, στ. 4-6, σ. 328, στ. 36-38, σ. 330, στ. 34 – σ. 331, στ. 24 και σ. 336, στ. 12-16.
28. Η διατύπωση «… θεῖον δῶρον ἄνωθεν κατερχόμενον, περιβάλλει διὰ τοῦ ἰδίου φωτός….» παραπέμπει άμεσα στο «ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἔκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων,...» από την Οπισθάμβωνο ευχή της Θ. Λειτουργίας. Άλλωστε ο Βράιλας σχεδόν σε όλα του τα κείμενα δεν αγνοεί τη γλώσσα της λατρείας των Πατέρων και των μεγάλων υμνογράφων, αφού και ο εκλεκτικισμός του εκτείνεται πέρα και πάνω από τα όρια του ευρωπαϊκού εκλεκτικισμού, (καθώς ο Κερκυραίος φιλόσοφος είχε μαθητεύσει κοντά στον V. Cousin, τον αρχηγέτη της εκλεκτικιστικής σχολής της Γαλλίας στο α΄ μισό του 19ου αι.· βλ. σχετικά και Ε. Μαργαρίτου – Ανδριανέση, Η διαμόρφωση του νεώτερου Εκλεκτικισμού και το πνεύμα του Εγκυκλοπαιδισμού κατά τον 19ο αι. V. Cousin, A. Rosmini, Π. Βράιλας-Αρμένης, Ίδρυμα Ερεύνης και Εκδόσεων Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, Σειρά «Έρευναι» αρ. 5, Αθήνα, 2004), περιλαμβάνοντας σε αυτόν όχι μόνον την αρχαιοελληνική και την ευρωπαϊκή, αλλά και την εμπειρία της μέσης ελληνικής περιόδου, της βυζαντινής. Στο άρθρο του Βράιλα «Ανατολή και Δύσις», (1854), Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, ό.π., σσ. 325-336 κατατίθεται με ευθύ τρόπο και καταφαίνεται η πληρότητα των φιλοσοφικών του προϋποθέσεων.
29. Σε αυτές τις γραμμές διατυπώνεται η μεγίστης σημασίας για τη βραϊλιανή φιλοσοφία, την αισθητική και τη θέση της τέχνης στο σύστημα του Κερκυραίου στοχαστή σχέση της αλήθειας, του αγαθού και του ωραίου, τριάδας ισοδύναμων μεγεθών με κοινή την ουσία, αλλά τρεις υποστάσεις. Σχετικά βλ. Π. Βράιλας-Αρμένης, Περί πρώτων αρχών και ιδεών δοκίμιο (στο εξής Δοκίμιο), ό.π., σσ. 166-168, κεφ. ΙΕ΄ «Περί αληθούς, αγαθού και καλού», καθώς και Α. Βασιλάκης, ό.π., σσ. 63-75, υποκεφ. (του Α΄ 2ου κεφ.: «Η τριαδική δήλωση του όντος και η πλήρωσή του») Α΄2.1.: «Αληθές-αγαθό-καλό».
30. Πρόκειται για τη βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου Βικτωρία που γεννήθηκε το 1819 και βασίλευσε από το 1837 έως το θάνατό της, το 1901).
31. Ελκύει την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Βράιλας μέσα σε δύο γραμμές χρησιμοποιεί επανειλημμένως την έννοια της προστασίας, και, πιθανόν, με αποχρώσες διαφοροποιήσεις, αφού άλλη είναι η προστασία του εκ Τριμυθούντος της Κύπρου Αγίου Σπυρίδωνος και άλλη αυτή της βρετανίδος ανάσσης.
32. Η πλατωνικής έμπνευσης έκφραση χρησιμοποιείται συχνά από το Βράιλα. Πβ. Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολαί, ό.π., σ. 373, στ. 18-21, Περί ψυχής και ηθικού νόμου διατριβαί, Φιλ. ΄Εργ., τ. 2, ό.π., σ. 193, στ. 7-8, και «Περί Προνοίας», Φιλ. ΄Εργ., τ. 4β, ό.π., σ. 163, στ. 23-30, όπου γίνεται λόγος για «έρωτα καλού».
33. Πβ. και Δοκίμιο…, ό.π., σ. 190, στ. 33 - σ. 191, στ. 2: «Ἡ ἔμπνευσις οὔτε ἀποκτᾶται, οὔτε μεταδίδεται, ἀλλ’εἶναι δῶρον τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς κάμνει εἰς ὀλίγα τινὰ προνομιακὰ ὄντα, ἀποκαλύπτοντα ἁρμονικῶς τὴν ἀλήθειαν, ἀγαπώμενα καὶ σεβόμενα ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὡς μυσταγωγοὶ καὶ ἱερεῖς θείας τινὸς λατρείας. Ὁ καλλιτέχνης εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄνθρωπος.·».
34. Ο Βράιλας φαίνεται να αναφέρεται εδώ και σε όλες τις καλές τέχνες και τη σχέση μεταξύ τους, καθώς «ἰσόβαθμοι οὖσαι καὶ ἰσότιμοι καὶ ἰσοδίκαιοι, ὁμοιάζουσι τὰ ποικιλόχροα φύλλα ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄνθους, τοῦ ἄνθους τοῦ καλοῦ» (:Π. Βράϊλας-Ἀρμένης, Δοκίμιο, ὅ.π., σ. 192, στ. 5-7). Πβ. καὶ τοῦ ἰδίου, «Περὶ καλοῦ», Φιλ. Ἔργ., τ. 4α , ὁ.π., σ. 221, στ. 2-5: «… διότι ἑκάστη αὐτῶν [ἔνν. τῶν τεχνῶν] ἔχει τὰ ἴδια πλεονεκτήματα τάς ἐλλείψεις ἀναπληροῦντα, καὶ πᾶσαι ὁμοὺ συμπαρίστανται ὡς σεμναὶ παρθένοι, αἵτινες ἐξ ἴσου ἐμφαίνουσιν ἐν τῷ κάλλει τοῦ προσώπου τὴν αὐτὴν οὐράνιον καταγωγήν.»
35. Ο φιλόσοφος εννοεί, βέβαια, το Ν.Χ. Μάντζαρο, με τον οποίο διατηρούσε φιλικότατες σχέσεις. Πβ. και τη σημείωση στον <Επικήδειον εις Δ. Σολωμόν>, ό.π., σ. 508: «Εἰς τᾶς περὶ καλολογίας παραδόσεις τοῦ Βράϊλα, τακτικῶς ἐφοίτα ὁ Μάντζαρος ὁ μουσουργός του ὕμνου, ὡς ὁ Βράϊλας ἐφοίτα εἰς τᾶς περὶ ἁρμονίας παραδόσεις τοῦ Μαντζάρου», καθώς και τη βραϊλιανή σημείωση 2 στο «Περί μουσικής», (1866), ό.π., σ. 349: «Καὶ ἕτερος λόγος ὑπῆρχε δι’ ὃν ἠδυνάμεθα καὶ ὅλως νὰ παραλείψωμεν τὸ μέρος τοῦτο τῆς περὶ καλοῦ παραδόσεως ἐν Κερκύρᾳ, ἔνθα ὁ περικλεὴς Μάντζαρος ἀπὸ πλείστων ἤδη ἐτῶν μὲ ζῆλον ἴσον πρὸς τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ μὲ σπανίαν γενναιότητα πάντας τοὺς τε θεωρητικοὺς καὶ πρακτικοὺς κλάδους τῆς τέχνης ταύτης διδάσκει, καὶ δι’ ἔργων ἀμιμήτου κατὰ τὸ εἶδος αὐτῶν τελειότητος καὶ αὐτὴν τιμᾷ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ ἔθνος.»
Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., σ. 107, ο Βράιλας ανήκε στο στενό κύκλο ακροατών και θαυμαστών του Κερκυραίου μουσουργού μαζί με τους: Διονύσιο Σολωμό, Λούντζη, Giuseppe Regaldi, Γεράσιμο Μαρκορά, Ιούλιο Τυπάλδο, Ιάκωβο Πολυλά, Ανδρέα Μουστοξύδη, Nicolo Tomaseo κ.ά. Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί επίσης πως στο Μάντζαρο απονεμήθηκε ισόβια σύνταξη από τη Βουλή του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων επι της προεδρίας του Βράιλα (πβ. ό.π., σ. 104), ενώ ο ίδιος ο Μάντζαρος είχε αφιερώσει μια του σύνθεση, την «Cavatina της νεαράς νύμφης» για υψίφωνο και συνοδεία πιάνου, στη σύζυγο του Βράιλα, τη Μαριάννα Γ. Βράιλα (πβ. ό.π., σ. 130).
Τέλος, δεν θεωρούμε άσκοπο με αφορμή προαναφερθείσα βραϊλιανή έκφραση για τη διδασκαλία από μέρους Μαντζάρου και των πρακτικών, αλλά και των θεωρητικών κλάδων της μουσικής τέχνης «δι’ ἔργων ἀμιμήτου κατὰ τὸ εἶδος αὐτῶν τελειότητος», να σταχυολογήσουμε ορισμένα μόνο θεωρητικά πονήματα του σημαντικού Επτανήσιου μουσουργού:
- Υπόμνημα περί της αρχαίας μουσικής και της προόδου της νεωτέρας τέχνης, που δημοσιεύθηκε στη Νάπολη στα ιταλικά,
- Αισθητικο-κριτική ανάλυσις κλασικών έργων των Γάλλων μουσικοσυνθετών Monsigny και Grétry, που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1851 στα ιταλικά από το τυπογραφείο «Σχερία» με δαπάνες της «Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας». (ο πλήρης τίτλος στα ιταλικά ηταν: «Rapporto del Cav. N. Manzaro presidente della Musica della Società Filarmonica de Corfu ec. ec. relativo al dono di Alcune opere di Monsigny e Grétry fallo alla Medesima dal Chiarissimo di lei socio onorario J. Lardin di Parigi». Ίσως μάλιστα να μην είναι εντελώς τυχαίο ότι και ο Βράιλας αναφέρει στο «Περί μουσικής», ό.π., σ. 339, στ. 9, μέσα στους διάφορους συνθέτες που φέρνει ως παραδείγματα και τους Monsigny και Grétry),
-
Πραγματεία περί θεωρίας της αρμονίας,
- Πραγματεία της Μουσικής («Trattato di Musica»),
κ.α. Πβ. σχετικά και τις πολύτιμες πληροφορίες που παρέχει ο Σ. Μοτσενίγος, ό.π., ιδιαίτερα στις σσ. 133-138.
Επίσης, για το πολυσχιδές έργο του Μάντζαρου βλ. Γ. Λεωτσάκος, «Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος (1795-1872) – Για ένα μικρό του εγκόλπιο», Μουσικολογία, 5-6 (1987), 228-271, και τις συγκεντρωμένες μελέτες στο βιβλίο: Χ. Ξανθουδάκης – Μ. Καρδάμης (επιμ.), Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος. Ερευνητική συμβολή στα 130 χρόνια από το θάνατο του συνθέτη, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Εκδόσεις του Μουσικού Λόγου, Κέρκυρα, 2003, αλλά και Γ.Γ. Παπαϊωάννου (Νανάκος), στο S. Sadie (επιμ.), The New Grove Dictionary of Music and Musicians, τ. 11, Macmillan Publishers Limited, London, 1980, σσ. 635-636, του οποίου οι επιφυλάξεις για το Μάντζαρο επέσυραν τα αρνητικά σχόλια του Γ. Λεωτσάκου (πβ. λ.χ. Γ. Λεωτσάκος, «''Ο Μάντζαρος και εγώ'': ένας προσωπικός απολογισμός», Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος. Ερευνητική συμβολή στα 130 χρόνια από το θάνατο του συνθέτη, ό.π., σ. 35), των οποίων άλλωστε, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, δεν φείδεται. Ας επαναληφθεί εδώ και από εμάς ότι ο Νανάκος (1915-2000) παραμένει μία πολυσχιδής προσωπικότητα της μουσικής, ιδιαίτερα δε για την Ελλάδα ήταν η ψυχή της σύγχρονης μουσικής. (Βλ. για παράδειγμα και την πολύτροπη συμβολή του στην ανάδειξη του Νίκου Σκαλκώτα και του Γιάννη Χρήστου, των μεγαλύτερων Ελλήνων συνθετών του 20ου αι.).
Ωστόσο, δεν θεωρούμε αδιάφορο να κατατεθεί εδώ και η ελάχιστη, πλην πρώιμη, προσωπική μας συμβολή στην ανάδειξη του έργου του Μάντζαρου, προσπάθεια που δεν αποκλείεται να συνέβαλε στην ανανέωση του μουσικού και μουσικολογικού ενδιαφέροντος για τον Κερκυραίο μουσουργό, αφού ακολούθησαν αξιολογότατες εργασίες. Το 1981 ο Γιάννης Ιωαννίδης, συνθέτης και μαέστρος, διευθυντής τότε του Μουσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον οποίο και διαδεχθήκαμε, μας έφερε σε επαφή με το Μάνο Ευστρατιάδη, μετέπειτα διευθυντή του Κέντρου Ελληνικού Κινηματογράφου, με τον οποίο επισκεφθήκαμε την τρισέγγονη του Μάντζαρου, Φρόσω Γκέλη, στην οικία της στην οδό Ζαΐμη 31-33, 5ος όροφος, Εξάρχεια, όπου (κατά τη διάρκεια των μετασεισμών του Φεβρουαρίου του 1981) αναζητήθηκαν στα σεντούκια της, ερευνήθηκαν και επιλέχθηκαν έργα του Μάντζαρου που ερμηνεύτηκαν από ομάδα μελών της Χορωδίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό τη δική μας διδασκαλία και διεύθυνση, και με τη συνοδεία στο πιάνο της Χαράς Τόμπρα. Το μουσικό αυτό υλικό που περιελάμβανε τις περισσότερες στροφές του Ύμνου εις την Ελευθερίαν των Δ. Σολωμού, Ν.Χ. Μάντζαρου, δύο άλλα σχεδιάσματα του Εθνικού Ύμνου, συνθέσεις για αντρική χορωδία και πιάνο, το «Tota pulchra est» για μικτή χορωδία a capella, και το «Στην κορυφή της θάλασσας» από το Λάμπρο του Δ. Σολωμού για μικτή χορωδία και πιάνο, αποτέλεσε τη μουσική ύλη για ένα αφιέρωμα στον Εθνικό Ύμνο το 1981 από την Ε.Ρ.Τ., αλλά και ένα αφιέρωμα από τον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό την επόμενη χρονιά που είχε επιμεληθεί η Φραγκίσκη Καρόρη. [Επίσης, στην πρώτη εκπομπή η ανδρική χορωδία του Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας υπό τη διδασκαλία και διεύθυνση του Παναγιώτη Σπίνουλα είχε ερμηνεύσει ύμνους από την Ορθόδοξη Λειτουργία του Μάντζαρου, επηρεασμένους και από το τοπικό μουσικό ιδίωμα της κερκυραϊκής εκκλησιαστικής μουσικής, σχετικά με το οποίο, ας υπομνησθεί παρενθετικά, έγιναν από μας μια διάλεξη στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» στις 20 Μαρτίου 1991, και δύο ανακοινώσεις στην Α΄ Μεσογειακή Μουσική Συνάντηση Κρήτης (Ηράκλειο) το 1993, και στο ΣΤ’ Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, (Ζάκυνθος, 23 Σεπτεμβρίου 1997) αντίστοιχα ].
36. Έμμεση αναφορά στο «ἰδού καλά λίαν» (Γένεσις, Α΄, 31), όπου συγχρόνως υπάρχει άμεση διαφοροποίηση από τον πλωτινικό υλικό κόσμο, που εξαρχής είναι αποτέλεσμα πτώσεως, ενώ η πτώση της Γενέσεως έρχεται μετά τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου.
37. Πυθαγόρεια θέση που ασπάζεται ο Πλάτων και επαναλαμβάνει ο Βράιλας, κάνοντας μάλιστα ήδη από το Δοκίμιο, (ό.π., σ. 181, στ. 11), αναφερόμενος στη σφαίρα, παραπομπή στην πλατωνική έκφραση: «Πάντων τελεώτατον, ὁμοιότατόν τε αὐτὸ ἑαυτῷ σχημάτων». (Τίμαιος, 33b).
38. Παραθέτουμε ενδεικτικά το εξής βραϊλιανό χωρίο από το Δοκίμιο, ό.π., σ. 181, στ. 32- σ. 182, στ. 4, όπου ο φιλόσοφος συνθέτει πλατωνικές, πλωτινικές, αριστοτελικές, αυγουστινικές και άλλες νεότερες απόψεις που επαναλαμβάνει σε όλο το έργο του: «Τεθέντων δὲ τῶν δύο τούτων νόμων, τοῦ ρυθμοῦ καὶ τῆς συμμετρίας, εὐκόλως ἐννοεῖται ὅτι ἀμφότεροι ἀνάγονται εἴς τινα ἑνότητα διαπερῶσαν, οὕτως εἰπεῑν, ὅλα τὰ μέρη παντὸς εὐρύθμου καὶ συμμέτρου ἀντικειμένου, unitas per omnes partes perpetuata, ἤτοι ἑνότητα συνδυαζομένην μετὰ τῆς ποικιλίας, ἐξ ὧν ἡ ἁρμονία, ἢ ἡ τάξις, νόμος ἀνώτατος τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ ἀληθοῦς.» [Η υπογράμμιση δική μας]. Πβ. και Π. Βράιλας-Αρμένης, «Ιστορία και ορισμός της εννοίας του καλού», ό.π., σ. 452, στ. 25- σ. 453, στ. 4.
39. Για τη βραϊλιανή πρωτοτυπία στην προσέγγιση του θέματος του φυσικού και του τεχνητού καλού, όπου ο κερκυραίος φιλόσοφος αίρεται δυναμικά πάνω από πλωτινικές και χεγκελιανές αντιλήψεις, βλ. Α. Βασιλάκης, «Η οντολογική ενότης του ωραίου της τέχνης και της φύσης κατά Π. Βράϊλα-Αρμένη», Φιλοσοφία και Τέχνη. Φιλοσοφικό Συνέδριο, Διεθνής Επιστημονική Εταιρεία Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, (χορηγός: Amathus – Aegeas), Λεμεσός, 2006, σσ. 23-37, καθώς και του ιδίου, Η οντολογία του ωραίου στο έργο του Π. Βράιλα-Αρμένη, ό.π., σσ. 101-114 (: υποκεφ. Β’1.2.).
40. Η αγάπη έχει μεγάλη βαρύτητα στο βραϊλιανό έργο, όπου μεταξύ των άλλων τη θεωρεί και ως θεμέλιο της ισότητας (βλ σχετικά και ανωτ. σημ. 22). Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία παράγραφος του τελευταίου έργου του φιλοσόφου, των Φιλοθέου και Ευγενίου Επιστολών, ό.π., σ. 388, στ. 15-21, τελειούται ως εξής: «Ἡ ἀγάπη συνενοῑ πάντας ἡμᾶς καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν Θεόν, ζωογονεῖ καὶ γονιμοποιεῖ πάσας τᾶς δυνάμεις τοῦ πνεύματος, τᾶς ρυθμίζει κατὰ τὸν πρὸς ὃν ὄρον αὐτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως, ἐν ᾧ παράγει πάσαν τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἐφικτὴν εὐδαιμονίαν, μᾶς προετοιμάζει διὰ τὸν ἀθάνατον προορισμόν μας, καὶ ἔχε πάντοτε εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν σου τὸ σοφὸν τοῦτο ρῆμα: ὅτι ἡ ἐνάρετος ζωὴ εἶναι ἐν χρόνῳ ὅρος αἰωνίου μακαριότητος».
41. Στο νέο πολιτισμό, εννοώντας την πολιτισμική προσφορά και του χριστιανισμού, αναφέρεται ο Βράιλας ειδικά στο άρθρο του «Ο νέος πολιτισμός παραβαλλόμενος προς τον αρχαίον», (1853), ό.π., σσ. 303-310.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email