© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

Οδυσσέα Ελύτη, ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Θα πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Ι

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ

Πενθώ τον ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα καί οι βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Ποy γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τούς φράχτες
Την ανεμώνα πού κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμες τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω από τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι καί το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο με τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ

Έτσι μιλώ για σένα καί για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ καί στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τι" και το "ε"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, και το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει:


Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μεσ’ στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα καί να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μεσ’ στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.


ΙV

Είναι νωρίς ακόμη μεσ’ στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς
Το χαμένο μου το αίμα καί το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μέσ’ στους ουρανούς
Καί των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ καί σε πάω καί σου φορώ
Το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες καί των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μάς θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες μ’ ακούς
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Καί δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Καί κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μέσ’ στη μέση τής θάλασσας
Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές καί με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά καί ποιος κλαίει - ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει – ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.


V

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες καί μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι νά ’ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου νά ’ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Καί για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες καί το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου καί το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Που κανείς να μην έχει δει καί ακούσει
Τίποτα μέσ’ στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη-άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μέσ’ στο σώμα καί που τρυπάει τη θύμηση
Καί να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


VI

Έχω δει πολλά καί η γη μέσ’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μέσ’ στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών καί οι στέγες μέσ’ στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνάτής θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μέσ’ στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Καί να παίζει με τ’ άσπρο καί το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη καί μαζί
Για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδίνεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σού κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο!


VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Οδυσσέα Ελύτη, ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ (Επιμέλεια: π. Π. Καποδίστριας)


1
Κατάστηθα στο ρεύμα
Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ’ άλλο κλίμα
Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε

Δεν είμαι σήμερα όπως χτες
Οι ανεμοδείχτες μ’ έμαθαν να νιώθω
Λιώνω τις νύχτες τις χαρές γυρίζω απ’ την ανάποδη
Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας έναν περιστερεώνα
Φεύγοντας απ’ την πίσω πόρτα τ’ ουρανού
Χωρίς μιλιά στο βλέμμα
Καθώς παιδί που κρύβει ένα γαρίφαλο
Μες στα μαλλιά του.
(από τη συλλογή «ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ»)
2
[…]
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελτζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
[…]

(από το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»)

3
Θάρρος: ο ουρανός αυτός είναι
Και τα πουλιά του εμείς
όσοι άλλου δε μοιάζουμε
[…]

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο

Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους καιρούς της λύπης και της εξορίας […]

(από το «ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ»)
4
Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα
κι είναι στη μυρωδιά της μέσα που το ψάρι αστράφτει
μάταια μην ψάχνεις

Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα.

[…]
Έννοια σου κι απ’ αυτά που σου αφαιρεί
σου προσθέτει ο πόνος Άνθρωπε
Ψυχοσυντήρητε
που καυχησιολογείς

Όσο θες πολέμα
δεν έχει φτέρνες η Τελειότητα

Κι είναι ανάγκη να πάμε μπροστά
να γεμίσουμε όλα τα Κενά
εάν όχι και ν’ αυτοκαταστραφούμε αντλώντας δύναμη από τα περασμένα.
Ένας καιρός θα 'ρθεί να κελαηδήσουμε όρθιοι
και στην ομορφιά γενναίοι.
Αργά-γρήγορα
τα πουλιά θα μας εξημερώσουν
[…]
(από την «ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ»)
5
Τι θα γίνει λοιπόν όταν
κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

κενό

που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

θάμβος

οι άλλοι εμείς
θ’ αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας
[…]
(από τα «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ»)
6
Βρήκα μια μικρή εκκλησιά όλο τρεχούμενα νερά και την κρέμασα στον τοίχο. Τα μανουάλια της είναι πήλινα και μοιάζουν με τα δάχτυλά μου όταν γράφω. Από το πώς αστράφτουν τα τζάμια καταλαβαίνω αν πέρασε άγγελος. Και συχνά κάθομαι τ’ απογέματα έξω στο πεζούλι και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι.

[…]

Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.
(από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ»)
7
Ότι μπόρεσα ν’ αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μού ‘δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
[…]

Τριποδίσματα ωραίων αλόγων θα με βοηθήσουν
Να πω την προσευχή μου πριν να κοιμηθώ
Στην ψάθα -όπως γεννήθηκα- με λίγες πιτσιλάδες
Ήλιου στο μέτωπο και την αρχαία καρδιά
Που ξέρει όλον τον Όμηρο γι’ αυτό και αντέχει ακόμη
[…]
(από τη συλλογή «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»)
8
[…]
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού που πρωτο-
Εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό, που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
Στα δίκαιά μου. Το λέει κι ο αέρας
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος
[…]
(από «ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ»)
9
[…]
Όλα περνάνε μείον το βάρος της ψυχής. Πού και με τι τρόπο
Τόπο να του αλλάξεις γίνεται. Κι όπως τον τρυφερό τους τράχηλο
Ελαφρά μόλις δαγκάνοντας τα νεογνά της ευκίνητη γαλή
Από ένα σ’ άλλο σπίτι απάγει˙ έτσι κι εγώ με τα μωρουδιακά
της λύπης μου σε
Τόπων άγνωστα μικρά ή μεγάλα καταφύγια προστρέχω
Κι αυτοκυνηγιέμαι από φοβερές κραυγές φονευομένων κλαγγές όπλων
Αθέατων απ’ τους θνητούς σιγανά κλάματα κόρης που ο κλήρος δεν της έλαχε ο επιθυμητός
Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί
[…]

Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί απ’ την Ιστορία
Μπρος μ’ ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.

(από τα «ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ»)

10
[…]

Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξαναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο.

[…]

Από παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.

[…]

Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά τ’ άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.

Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη ματώνει ποτέ η ευλάβεια.

[…]

Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι’ αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά.

[…]

Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια.

[…]

Η ίδρυση της προσωπικής σου πρεσβείας πλησίον των αλλοεθνών πουλιών θα συντελούσε στη διεθνή συνεννόηση. Όχι τόσο μέσω των κρωγμών όσο μέσω των σκιρτημάτων, που η έλλειψή τους στις ημέρες μας δημιουργεί τον κίνδυνο αληθινού λιμού.

Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα.

(από το «ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ»)

π. Παναγιώτη Καποδίστρια, α. ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ, β. AFGHAN GIRL, γ. ΤΟ ΠΑΤΗΜΑ, δ. ΤΑΦΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ, ε. ΑΣΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ


ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ

Εκεί που τότε σημαίνονταν Όρθροι
να:
Κοκοράκια
ταφεία λυγμών
θωπείες αγιάτρευτες
και θορυβώδεις.

Άβατα βάτα φράζουνε τη Σπηλούλα
μέχρι που νάρθει
βράχου κελλιώτης
σκαπανέας μοναχός
ολομόναχος.

Βίγλα ελέους λογχίζει
ως έπρεπε
νέους πειρατές

νιο μυρίζει φως

φοβερά προστασία
μέντα νεαρή.


Τ’ άηχα χνάρια
τα ρητά και τ’ άρρητα
τα δυσνόητα
ουσίες
αφές
φωτιές υποχθόνιες προαισθάνομαι.

Φρέαρ της νήψης κοχλάζει δες
αστείρευτο.
Νίψου το έαρ.

(7-12.5.2000)

[Από το βιβλίο «Έσχατος Φίλος», 2001, σ. 56 εξ.]



AFGHAN GIRL

λόγω National Geographic

Τι κοιτάς ισκιωμένη
με φόβο κοφτερό
και κόκκινο πολύ
του γρήγορου
και αδίστακτου;

Όσα βλέπεις δεν είναι.

Μεθαύριο
ξημερώνεσαι γριά πολλών χειμώνων
με τη μαντήλα της φυλής
να κρύβει τη Γυναίκα

πάλι φοράς τα μάτια σου
πλην
μάτια ρουφηγμένα προς τα μέσα.

Όσα βλέπεις
είναι δεν είναι
αδιάφορο.

(19.3.2002)

[Από το βιβλίο «Της αγάπης μέγας χορηγός», 2003, σ. 107]



ΤΟ ΠΑΤΗΜΑ

Στη Μεγάλη Πέτρα με τ’ απολιθώματα
και τις αμφιβολίες
των οστρακόδερμων ανέμων και των κοχυλιών
πρωτεύουσα πάλαι ποτέ
βαστάει καλά το Μακελειό.

Έψαυες τότε πάνω απ’ τη Σπηλιά
το Πάτημα της Παναγίας
κι αναθάρρευες
σα να περπάτησε αρχαίο πουλί
σε ώρα παλίρροιας
παρασυρμένο από την ευωδιά του εφτάζυμου.

Τώρα
τσιμενταρίστηκαν αυλή και προσδοκία
ασφαλαχτός το ψέμα της αγάπης
φυτρώνει ολόγυρα
και παραπέρα θες δε θες βαστάει ακόμη
το Μακελειό των Εωσφόρων.

[Από το βιβλίο «Mater Dolorosa», 2005, σ. 34]



ΤΑΦΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ

Στιγμή του Τρυγητή στους λόφους κάπου
λησμονάω το πού
ξάφνου πατώ πλάκα επιτύμβια
και δυσερμήνευτη
όμως το νιώθω:

Αν παρακάμψω τα ερπετά κτερίσματα
τσόφλια ζωής παράτολμης
και κατεβώ στην Άβυσσο από δω
μπορεί να ιδώ
τους αδελφούς Εριχθόνιο και Ζάκυνθο
τη μητέρα τους Βατία και τον πατέρα Δάρδανο
τον Δία παππού και την Ηλέκτρα νόννα

κ' ίσως κάπου βαθύτερα
τον τραγικό Ιασίωνα
που πήγε απ' του πατέρα του τον κεραυνό
ή από το χέρι του αδελφού
για το βασίλειο των Αρκάδων.

[ό.π., σ. 35]



ΑΣΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ

Καλάμι απόφασης παραμυθιάζει τον καιρό
λύπη Λαμπρής αμύθητη μετρά ποιος λείπει
χήρες καμπάνες λοιδορούν το σώμα σου
νήπια σκότη.

Και μή καλύτερα-

αστός και θερμαινόμενος έκτοτε ο Προεστός
πιάνει την Ιστορία απ' τα μαλλιά
και της δίνει να καταλάβει

αργά Μεγάλης Πέμπτης με Ίνα τι
Νέα Τετάρτη να γιατί
ολέθριος θηλασμός φωτός δηλοί την ήττα.

(Πρωτομαγιά 2003)

[ό.π., σ. 39]


Διονύση Σέρρα, ΣΠΟΡΕΣ ΕΑΡΙΝΕΣ


Στη Φωτεινή
και τον Παναγιώτη Καποδίστρια,
πνοής αντιχάρισμα.


1

Ζείδωρη ώρα-
γι’ ανάσας σκηνώματα
και Λόγου ροές.

2

Φίλοι Απρίλη
μ’ «Ωσαννά!» τριαδίζουν
του άδυτου φως.

3

Έλυτρα ήλιου
υγραίνουν ματόφυλλα
ως τα σωθικά.

4

Λιόφεγγοι λόφοι-
Πώς βραδύνει τη δύση
των μίσχων Λιτή!

5

Του μωβ ηδονές
σε στρώματα πράσινου
αυγές ιονίζουν.

6

Σώματα κήπου
τρυγούν για την άβυσσο
τα μελισσάνθια.

7

Σ’ ολόανθο μπλε
θροΐζουν χρυσόφτερα
τα μυροπούλια.

8

Σπηλιάς λειτουργός
ο οίστρου ισάδελφος
σιωπές μελωδεί.

9

Με ήλιου αφές
των φύτρων η δότειρα
σκιές χρυσουργεί.

10

Γι’ άνοιξη στήθους
κοντύλι της Ίριδας
σπηλαιογραφεί.

11

Ήλοι ανάστασης
και πνοές συνωδίας
τα πάθη οδυνούν.

12

Υγρή συνηχεί
για Σιγής κατασάρκιο
η Ευχαριστία.
1999
[Από το βιβλίο του Διονύση Σέρρα, Οι κήποι της απόδρασης, εκδ. Γαβριηλίδης, 2007, σ. 26-28]
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email