© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά: ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΙ ΕΝΟΧΕΣ (διήγημα)


Μισάνοιξε τα μάτια. Έξω είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει. Για μια μικρή στιγμή, ξεχνιέται, πως όλα είναι όπως πριν. Εκείνη πρέπει νάναι στην κουζίνα τώρα και να φτιάχνει καφέ, σε λίγο θα φτάσει ώς το δωμάτιό του η μυρωδιά. Μετά, θ' ανοίξει την πίσω πόρτα, να βάλει γάλα της ψιψίνας. Η Ομορφούλα, όπως την έλεγαν, θάναι εκεί στο σκαλοπάτι να περιμένει. Σειρά έχουν τα πετούμενα του ουρανού, πρωί-βράδυ κάτω από την ελιά ρίχνει σπόρια, ψωμί κι ό,τι άλλο απόμεινε για τα διαβατάρικα. Τους έχει πάντα και φρέσκο νερό. Το καλοκαίρι το αλλάζει κάμποσες φορές την ημέρα για νάναι δροσερό. Όλα και όλους τα νοιάζεται εκείνη. Για όλα έβρισκε πάντα χρόνο.

Δούλευε ασταμάτητα. Είχε τόση ζωντάνια και ενέργεια, απορούσε πώς τα κατάφερνε... Τον πονούσε πολύ, που δεν επικοινωνούσαν πια... Ούτε μια κουβέντα δεν άλλαζαν. Είχε καταλαγιάσει η οργή ή είχαν εξαντληθεί και δεν άντεχαν πια ούτε να μαλώνουν. Πώς άφησαν να φτάσουν ώς εκεί τα πράγματα, απορούσε. Δεν μπορεί όλα νά 'γιναν από τη μια στιγμή στην άλλη. Και τα πρώτα χρόνια φιλονικούσαν, είχαν διαφορετικές απόψεις σχεδόν σε όλα, σπάνια να συμφωνούσαν σε κάτι. Όμως, παλιά εκείνη υποχωρούσε, αν περνούσαν μέρες χωρίς να μιλιούνται, εκείνη του μιλούσε πρώτη. Κι αυτός μαλάκωνε πολύ μέσα του, μόνο που δεν είχε το θάρρος να κάνει το πρώτο βήμα ποτέ. Ίσως τον κρατούσε κι ο εγωισμός, μην του πάρει τον αέρα και μετά;

Πρέπει να σηκωθεί, η ώρα περνάει, εκείνη δεν πρέπει πια νάναι στο νεροχύτη, θάχει τελειώσει με τα πιάτα και άλλα. Ω, ναι, τώρα είναι ευκαιρία να τρέξει γρήγορα να φτιάξει τον καφέ του, για να μην αναγκαστεί να της μιλήσει ή να την ακουμπήσει, ανοίγοντας το ντουλάπι για να πάρει τον καφέ και τη ζάχαρη. Μέχρι πριν λίγο καιρό έφτιαχνε καφέ και για τους δυο τους, τώρα πια, ούτε αυτό. Τίποτα κοινό πια.

Ένιωθε μόνος, τόσο μόνος. Αχ, νάβρισκε το θάρρος να της μιλήσει, ν' απλώσει τα χέρια να την αγκαλιάσει, να της πει πως την αγαπάει πολύ, πάρα πολύ! Μα, πώς; Αν εκείνη γελάσει ειρωνικά; Αν τον κοιτάξει μ' εκείνο το άγριο βλέμμα; Εκείνος θα παγώσει, δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί από την ταπείνωση και μετά θάναι χειρότερα, πολύ χειρότερα. Μα τι λέει τώρα, άκου χειρότερα, δεν υπάρχει πια χειρότερα... Όχι, όχι, αυτά που σκέφτεται είναι κουτά. Αν εκείνη ένιωθε κάτι ακόμα γι' αυτόν, δεν θάταν τόσο απόμακρη. Θα τού έδειχνε κάποιο, έστω και μικρό, σημάδι ότι θέλει συμφιλίωση κι εκείνος, όπως πάντα, θάτρεχε κοντά της. Μα είναι ολοφάνερο πια πως δεν τον θέλει...

Α, μπα, δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Αν της δείξει την αδυναμία του, εκείνη θα τον ισοπεδώσει, άλλωστε δεν είναι μόνο αυτό, ακόμα κι αν υποχωρήσει, δεν θα κρατήσει πολύ, είναι αγέρωχη, εγωίστρια, δεν τον αγαπάει καθόλου πια... Μα, άντε και να σκύψει το κεφάλι ακόμα μια φορά, άντε και να μην φερθεί με αδιαλλαξία εκείνη, τάχα τι θα αλλάξει; Η όποια αλλαγή, θάναι πάλι προσωρινή, και μετά, μία από τα ίδια... Γιατί νάναι τόσο πολύπλοκη η ζωή; Γιατί οι σχέσεις νάναι τόσο δύσκολες, ή μήπως εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε όλα;

Σκέφτεται, σκέφτεται και άκρη δε βρίσκει... Δε βαριέσαι, άστα όπως είναι. Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια, τώρα πρέπει να σηκωθεί. Πετάει τα σκεπάσματα, ψάχνει για τις παντόφλες με τα πόδια στο πάτωμα. Φοράει τη ρόμπα πάνω από τις πυτζάμες και προχωρεί προς την κουζίνα. Σκοτάδι παντού, σκοτάδι και ησυχία...

Ξαφνικά, συνέρχεται... Τα ίδια σχεδόν κάθε μέρα τρία χρόνια τώρα. Ακόμα δεν έχει αποδεχτεί την πικρή πραγματικότητα. Ίσως γιατί τον βαραίνουν και τον ίδιο τα χρόνια, και τα νιώθει τόσα πολλά, νισάφι πια. Ακόμα ζει στο χθες το μακρινό... Πόσο πρέπει να τον πονάει το σήμερα, πόση μεταμέλεια μέσα του για όλα τα χρόνια που άφησε να περάσουν στη σιωπή χωρίς να της μιλάει... Γιατί να μην μπορέσει να νικήσει τον εγωισμό και τη δειλία του όσο ήταν ακόμα καιρός, αφού την αγαπούσε πολύ. Τώρα παραδέχεται πως κι εκείνη ίσως τον αγαπούσε. Πώς τα κατάφεραν λοιπόν;

Και τώρα, τι κάνει τώρα; Πώς θα αντέξει αυτό το βάρος, αυτή την ανυπόφορη απομόνωση και μοναξιά μέχρι να τον λυπηθεί ο Θεός και να τον πάρει; Κάθεται στον καναπέ με το κεφάλι στα χέρια, τι να κάνει, πώς να αντέξει;  Όχι, όχι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, κάτι πρέπει ν' αλλάξει. Σε λίγο τινάζει το κεφάλι, σηκώνεται πάνω, τις αποφάσεις του τις πήρε. Όταν ο Μωάμεθ δεν πάει στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ, ας τον ξέχασε ο Ύψιστος, αυτός ξέρει πια τι θα κάνει. Θα πάει να την δει σήμερα, θα της ζητήσει γονατιστός συγνώμην. Εκείνος, μόνο εκείνος φταίει για όλα. Θα φιλήσει τρυφερά τα μάτια της που τόσο αγάπησε, θα χαϊδέψει τα ωραία της ολόασπρα μαλλιά, θα την σφίξει στην αγκαλιά του για τελευταία φορά και μετά, μετά θα λιποτακτήσει από τη ζωή... Οι αίτιοι πρέπει να τιμωρούνται. Εκείνη θα τον κοιτάζει αδιάφορα, μα ποιός ξέρει; Μπορεί να νιώσει τη στοργή του, την αγάπη του. Μπορεί κάτι να καταλάβει από αυτά που θα της πει, μπορεί να γαληνέψει η ταλαιπωρημένη ψυχή της τώρα που θα επέλθει επιτέλους η κάθαρση.

Το πρώτο μίνι εγκεφαλικό, που το πήρε αψήφιστα, το έπαθε -ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνος- τότε που δεν της μιλούσε για μήνες κι εκείνη, απλά τον κοίταζε χωρίς να διαμαρτύρεται... Συνέχισε να τον φροντίζει, να μαγειρεύει, να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, κι εκείνος, της έκανε τη χάρη να τα δέχεται όλα αυτά αμίλητος και υπεροπτικός. Όχι, δεν ήταν εκείνη αγέρωχη και σκληρή. Η απαίσια συμπεριφορά του την ανάγκαζε να φέρνεται έτσι, ιδιαίτερα όταν την χτυπούσε, όταν εκείνη αγανακτισμένη του φώναζε κι όταν τολμούσε να τον βρίσει, όπως τότε που τον σιχτίρισε, εκείνος γινόταν θηρίο ανήμερο. Την είχε χτυπήσει πάμπολλες φορές κι εκείνη δεν μιλούσε, ούτε που έκλαιγε. Αποσυρόταν σε μια γωνιά, μόνη, χωρίς μιλιά...

Ω, ναι, κάπου εκεί πρέπει νάπαθε το πρώτο επεισόδιο, ήταν ίσως καταφύγιο, να ξεχάσει, να μη θυμάται, να μη γνωρίζει πια... Και μετά, ήλθε το μεγάλο εγκεφαλικό, μετά από έναν καυγά που της έκανε, μεγάλο καυγά, τσι για το τίποτα, χωρίς εκείνη να φταίει. Τώρα πια το γνωρίζει πως εκείνη ήταν αθώα. Έφταιγε το πιοτό. Έπινε πολύ, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, όχι μόνο γιατί του άρεσε, αλλά επί πλέον γιατί έτσι έπαιρνε θάρρος και νόμιζε πως ήταν κάποιος, τότε την έβριζε και τη χτυπούσε περισσότερο από ό,τι όταν ήταν νηφάλιος, και μετά, έτσι κλαμμένη και ταπεινωμένη που ήταν, την έπαιρνε στην αγκαλιά του, τη γέμιζε φιλιά και χάδια, της έλεγε τα πιο τρελά ερωτόλογα, εκείνη δεν μιλούσε, έκλαιγε μόνο σιωπηλά, υπομένοντας κι αυτήν την ταπείνωση μέχρι να ξεφύγει από τα χέρια του...

Τι άθλιος που ήταν... Πώς μπόρεσε να φέρνεται τόσο βάναυσα στη μόνη γυναίκα που αγάπησε; Πέρασαν πολλές από τη ζωή του πριν από αυτήν και με αυτήν, όλες τον έβλεπαν σαν θεό και τον έκαναν να νιώθει μοναδικός, μα εκείνος μόνο εκείνη θεωρούσε μοναδική, μολονότι δεν της τό 'δειξε ποτέ. Γιατί αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να τον δει έτσι όπως οι άλλες; Αναρωτιέται αν αυτό ήταν η αιτία για όλα. Γιατί μόνο τώρα, που είναι τόσο αργά, να βλέπει καθαρά τα πράγματα και να μην μπορέσει να τα δει όσο ήταν ακόμα καιρός για να επανορθώσει;

Μα όχι, δεν είναι πολύ αργά!... Χθες ακόμα ο γιατρός τού είπε ότι μπορεί να μη γνωρίζει, να μην μιλάει, να μη θυμάται, αλλά νιώθει, ο συναισθηματικός της κόσμος είναι ακόμα ζωντανός, τα αισθήματα δεν πεθαίνουν. Παραμένει αμετάκλητος στην απόφασή του. Σήμερα τελειώνουν όλα! Πρώτα θα πάει να της μιλήσει, κι ας μην γνωρίζει, ας μην καταλαβαίνει, γνωρίζει εκείνος, καταλαβαίνει εκείνος, θα της ζητήσει να τον συγχωρήσει και θ' αλαφρώσει η ψυχή του μ' αυτό. Μετά θα την αποχαιρετήσει τρυφερά και θα φύγει... Στο γκαράζ μέσα, έχει σκαμνί και σχοινί, θα κάνει τη θηλειά, μια απόφαση είναι. Όλα θα τελειώσουν στο άψε-σβήσε...

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον αποσπά από τις σκέψεις του. Ήταν από το Γηριατρείο... Εκείνη, του είπαν, έσβησε σήμερα το πρωί με το ξημέρωμα της καινούριας μέρας, την ώρα που εκείνος είχε την ψευδαίσθηση πως τού μύρισε ο καφές που έφτιαχνε...


[Εικόνα: CRISIS. Έργο του Sir Frank Bernard Dicksee (γεν. Λονδίνο, 27 Νοεμβρίου 1853 – 17 Οκτωβρίου 1928)]

Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου: [ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ]

Εισήγηση στην ημερίδα Θεολόγων Εκπαιδευτικών της Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, με θέμα: «Θεολογία και Τέχνη», 15 Φεβρουαρίου 2011

Μέ μεγάλη χαρά καί ἰδιαίτερη πατρική συγκίνηση χαιρετίζω τήν ἐτήσια Ἡμερίδα τῶν Θεολόγων Ἐκπαιδευτικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως, ἡ ὁποία διοργανώνεται μέ τήν ἀξιέπαινη μέριμνα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ, κ. Βαρνάβα. Ἀπευθυνόμενος ἐγκαρδίως πρός ὅλους τούς ἐκλεκτούς συμμετέχοντες, γιά τούς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι τήν Χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, μέσῳ τῶν ὁποίων κάθε διάνοια καί γνώση καί ἀρετή στίς ἄξιες ψυχές ἐμπλατύνεται, θά ἤθελα νά σᾶς συγχαρῶ γιατί τό θέμα πού ἐπιλέξατε γιά τήν ἐφετινή συνάντηση ἀποτελεῖ θεολογικῶς ἕνα ἀπό τά μεστότερα καί πιό ἐνδιαφέροντα.

Θεολογία καί τέχνη συμπορεύονται ἐξ ἀρχῆς συζυγεῖς καί ἀλληλένδετες μέσα στήν Ἐκκλησία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευσμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεολόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας Βασίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στολίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμοῦ, νά ἀναπτύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, νά τήν ἐκφράσει καί αὐτός, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του ὁ καθένας μέσα, ὅπως ὁ ἁπλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνιστῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.

Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χριστός καί σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κατεξοχήν καί ὄντως θεολόγος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότερος καλλιτέχνης, ἤ ἀριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς Ὁμιλίες του εἰς τήν Ἑξαήμερον, «ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγιγνώσκεσθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνομάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκαλία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργικό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτισαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τοῦ «νοητοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πολύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.

Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δημιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζομένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσοφική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκοσμος καί Εἰκόνα. Ἐπειδή ἀκριβῶς πηγάζει ἀπό, καί ἀπευθύνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο, ἡ τέχνη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀρτιώτερη καί πληρέστερη ἔκφραση τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Ὡς τέτοια, καθίσταται ἀναπόσπαστο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῶν ὑπολοίπων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐτῆς συνεκφαίνονται οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκκλησία οἰκειώθηκε καί διαχειρίστηκε τόν λόγο τῆς τέχνης σέ μιά ποικιλότροπη καί πολυεπίπεδη σημαντική, γιά νά ἐκφράσει τό κοινό βίωμα καί νά ὑπηρετήσει τήν λειτουργική, μυστηριακή ζωή καί λατρευτική πράξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Μεταχειρίστηκε ἀπ’ ἀρχῆς τήν τέχνη τῆς ποίησης καί τοῦ μέλους μέ θεολογική ἐνάργεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζωγράφου, γιά νά πεῖ τήν ἴδια ἀλήθεια μέ τόν χρωστήρα, καί ἐπίσης αὐτή πού ἀποτυπώνει στό σχέδιο καί στά ὑλικά του ὁ ἀρχιτέκτονας, καθώς μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ καλλιτεχνική εἰκόνα γίνεται ἔκφραση τῆς πίστεως καί διαρκής ἀναφορά στήν Δημιουργία καί τήν Ἐνσάρκωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁποίων δικαιώνεται ἡ σύμπασα κτίση καί τό κάλλος τοῦ κόσμου.

Αὐτή ἡ παρουσία τῆς τέχνης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται μόνο σέ εἰκαστικό καί ποιητικό πεδίο, ἀλλά συνίσταται ἐξίσου στήν ἱερά διακόσμηση τῆς θείας λατρείας μέσῳ τῶν λειτουργῶν τῆς ἱερωσύνης, τήν εὐταξία τῶν ἱερῶν δρωμένων, τήν ροή τοῦ λόγου μέσῳ τῆς προσωδίας καί τοῦ μέλους. Ἐντοπίζεται ἀκόμη καί στήν λειτουργική καί θεολογική ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων διαμέσου τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί τῆς ἐκπαίδευτικῆς διδασκαλίας.

Ἡ μοναδική αὐτή κατάφαση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός κάθε τομέα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας ἀνέδειξε τήν Ἐκκλησία μας ὄχι μόνο σέ δημιουργό τέχνης, ἡ ὁποία σφράγισε ὁλόκληρες περιόδους τῆς ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς της, ἀλλά ἐπιπλέον σέ κιβωτό τῆς κοσμικῆς κλασικῆς παιδείας, γραμματείας καί καλλιτεχνικῆς παράδοσης ἀνά τούς αἰῶνες.

Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, Θεολογία καί Τέχνη ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους ἐκφράσεις ἑνός κοινοῦ βάθους. Ἡ καλλιτεχνική γλώσσα διατυπώθηκε ὡς εἰκονογραφική καί τεχνοτροπική θεολογία, ὅπως ἀντιστοίχως καί ἡ Θεολογία, ὡς ὀντολογία καί «φιλοσοφία πρώτη», ἀποτελεῖ «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τήν προσφιλῆ ἔκφραση τῶν σχολιαστῶν τοῦ Ἀριστοτέλους. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά παραχαράσσεται καί νά ἀλλοιώνεται τό ἴδιο ἀπό τήν εἰκόνα ὅπως καί μέ τόν λόγο.

Οἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπεικονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιεχόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει: «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὅλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους, ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι».

Μέ αὐτές τίς σκέψεις, καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, εὔχομαι ὁλόψυχα νά «ὑπερπλεονάσῃ ἡ χάρις» τῆς πολύτιμης αὐτῆς Ἡμερίδας, καί οἱ ἐργασίες της νά τύχουν κάθε ἐπιτυχίας καί καρποφορίας γιά τούς Θεολόγους καί λειτουργούς τῆς Ἐκπαίδευσης, ὥστε ἡ ἴδια ἀληθής μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας νά εὐδοκιμεῖ ὁμοίως στό χῶρο τοῦ σχολείου πρός ὠφέλεια τῶν παιδιῶν μας.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email