© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΜΑΚΜΠΕΘ ΤΟΥ ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΒΕΡΝΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Όποιος φέρνει τη ντροπή πάει στον όλεθρο όποιος σκοτώσει το πληρώνει. Και μένει ο νόμος του Δία του αιώνιου: Ό,τι έκαμες θα βρεις»
Αισχύλος. Αγαμέμνων (Χορός 1562)


Μία από τις συναρπαστικότερες  όπερες του Τζουζέπε Βέρντι [1813-1910], τον Μάκμπεθ παρακολουθήσαμε στις 17 Ιανουαρίου 2014 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από την Εθνική Λυρική Σκηνή σε μια εξαιρετική παράσταση με πρωταγωνιστές διακεκριμένους Έλληνες σολίστ που τιμούν τη χώρα μας στο εξωτερικό με τη  λαμπερή τους παρουσία, όπως η υψίφωνος Δήμητρα Θεοδοσίου και ο  βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, σε σκηνοθεσία του Λορέντζο Μαριάνι και αρχιμουσικό τον Μύρωνα Μιχαηλίδη.

Ο Μάκμπεθ είναι η μικρότερη από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ [1564-1616]. Γράφτηκε μεταξύ 1603-1606 και βασίζεται στο Holinsheds Chronicles of England, Scotland and Ireland [1577-1578], τη μεγαλύτερη πηγή από την οποία ο Σαίξπηρ άντλησε υλικό για τα έργα του,  Μάκμπεθ,  Βασιλιάς Ληρ και Κυμβελίνος.

 Ο ενθουσιασμός του Βέρντι μετά την ανάγνωση  του Μάκμπεθ φαίνεται από το γεγονός ότι αμέσως άρχισε να σχεδιάζει την όπερά του. Επιλέγει και  επεξεργάζεται δραματουργικά το λιμπρέτο και το στέλνει στον Φραντζέσκο  Μαρία Πιάβε για να το μεταπλάσει σε στίχους με την εξής αναφορά: «Η τραγωδία αυτή είναι μία από τις σπουδαιότερες δημιουργίες του ανθρώπου». Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο Βέρντι περνά από το ρομαντισμό στον «ρεαλιστικό» κόσμο του Σαίξπηρ. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο του τενόρου θα δώσει στον βαρύτονο. Πλάθει μια διαβολική Λαίδη Μάκμπεθ και επιθυμεί η φωνή της σοπράνο που θα την ερμηνεύσει να έχει κάτι το «διαβολικό». Η όπερα, σε τέσσερεις πράξεις  και με προσθήκες του Αντρέα Μαφέι, γράφτηκε το 1842-1847 και έχει πολλές εκδοχές. Την ίδια δε εποχή συνθέτει το Ναμπούκο [1842] και τον Ερνάνη [1844].  Η πρεμιέρα της πρώτης  εκδοχής  δόθηκε στις 4 Μαρτίου  του 1847 στο Τεάτρο ντελλα Πέργκολα της Φλωρεντίας. Η αναθεωρημένη από το συνθέτη εκδοχή της όπερας με  μπαλέτο, η γαλλική, παρουσιάστηκε στο Αυτοκρατορικό Λυρικό Θέατρο του Παρισιού στις 21 Απριλίου του 1865 και αυτή τη δεύτερη εκδοχή  παρακολουθήσαμε.

Σωστά επισημαίνει ο  Ιταλός σκηνοθέτης και θεωρητικός Λορέντζο Μαριάνι ότι η λέξη που επανέρχεται συχνά στον Μάκμπεθ  είναι  η λέξη φόβος. Φόβος αρχέγονος, κεκρυμμένος στο βάθος του είναι του ανθρώπου· φόβος για το άγνωστο της διαδρομής, εκεί όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο και παρασύρει την ψυχή στα σκότη της αβύσσου που νους ανθρώπου δε χωρεί.

Το σκηνικό του Μαουρίτσιο Μπαλό, περίκλειστο σιδερένιο κάστρο, αφαιρετικό, παγιδεύει τους ήρωες και επιτείνει το φόβο,  την εσωτερική αγωνία και την  πάλη. Εντυπωσιακός ο γοτθικός κόκκινος θρόνος και εντυπωσιακή η ενδυματολογική πρόταση της Σίλβια Αϋμονίνο. Αναφέρουμε ενδεικτικά το παραδοσιακό σκοτσέζικο κιλτ,  με το οποίο έντυσε τους άνδρες, το απαστράπτον χρυσό φόρεμα της Λαίδη Μάκμπεθ και τη βασιλική ερμίνα.

Ο Μάκμπεθ και η Λαίδη Μάκμπεθ, ζευγάρι χωρίς ηθικές αξίες, γίνονται τραγικοί ήρωες από έλλειψη αυτογνωσίας. Ο πρώτος κυριευμένος από το πάθος της εξουσίας, θύμα της ψευδούς προφητείας των Μαγισσών- μεταφυσικών δυνάμεων του σκότους-  έτοιμος για το έγκλημα, χρειάζεται μόνο το σπρώξιμο της ισχυρής γυναίκα του, έτοιμη, κι αυτή για  στυγερά εγκλήματα προκειμένου να ικανοποιήσει τα  φιλόδοξα σχέδιά της για να αναρριχηθούν στο θρόνο της Σκωτίας. Και οι δυο παρασυρμένοι  από τη γοητεία της δόξας και του αγνώστου, δρουν ανεξέλεγκτα,  βυθίζονται στο έγκλημα ξανά και ξανά, όπου κανείς θνητός δεν μπορεί να τους σταματήσει, παρά μόνο, όταν το δάσος Μπέναμ «κινηθεί». Αλλά πριν το δάσος «κινηθεί» προς τον τύραννο, τιμωρός για τη Λαίδη Μάκμπεθ,  η   συνείδησή της που θα φέρει στην επιφάνεια τις Ερινύες της ψυχής και θα την οδηγήσουν  στην αποτρόπαιη αυτοκτονία, όπως αποτρόπαιες ήσαν και οι πράξεις της.  Ο ευγενικός άρχοντας Μακντάφ, υπερασπιστής του διαδόχου του θρόνου, είναι εκείνος που θα εκτελέσει τον Μάκμπεθ, καθώς το δάσος «προχωρεί» και θα ελευθερώσει την πατρίδα του από την τυραννία. Βαρύ το τίμημα της λύτρωσης και για τους δύο ήρωες,  τραγικά θύματα των άμετρων φιλοδοξιών τους.


Παρά τα κάποια σκηνοθετικά ατοπήματα, η παράσταση ήταν εντυπωσιακή με θαυμάσιους πρωταγωνιστές. Ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός υποβλητικός στο απαιτητικό και υπεράνθρωπο ρόλο του Μάκμπεθ ανέδειξε όλα εκείνα τα στοιχεία που σηματοδοτούν την εμβληματική αυτή θεατρική προσωπικότητα. Φιλόδοξος, σκοτεινός, βίαιος, άβουλος, δολοφόνος και τι περίεργο ανθρώπινος, καθ’ όλα πειστικός.

Η Δήμητρα Θεοδοσίου, θαυμαστή Λαίδη Μάκβεθ, σκληρή αλλά ταυτόχρονα γοητευτικά διαβολική, όπως ο συνθέτης επιθυμούσε, σχοινοβατούσε επικίνδυνα ανάμεσα στα πάθη της, με εκρήξεις χαράς, αγωνίας, φόβου, και με  τη λογική  να αντιμάχεται την ψυχή και να αναδεικνύει στο τέλος την ευθραυστότητά της.

Εξαιρετικός ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου στο ρόλο του γενναίου στρατηγού Μπάνκο, όπως και ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου στο ρόλο του ευγενούς Σκωτσέζου άρχοντα Μακντάφ.

Ο Ρενάτο Τζανέλλα μάς έχει χαρίσει υπέροχες χορογραφίες στο παρελθόν, όμως το μπαλέτο του φάνταζε κάπως αδύναμο μέσα στην  τραγική ιστορία του Μάκμπεθ, ωστόσο οι εκλεκτοί χορευτές του στήριξαν, όπως και οι μικρότεροι βοηθητικοί ρόλοι,  επάξια την παράσταση.

Η Χορωδία υπό τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο ήταν στην καλύτερή της ώρα, πρωταγωνίστρια ανάμεσα σε πρωταγωνιστές. Στον  ίδιο πρωταγωνιστικό ρόλο και η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που ανέδειξε την αριστουργηματική ενορχήστρωση του Βέρντι, υπό την καθοδήγηση του αρχιμουσικού Μύρωνα Μιχαηλίδη.       

Τρία από τα έργα του Σαίξπηρ, Μάκμπεθ [1847], Οθέλλο [1887] και  Φάλσταφ [1893]  συνέθεσε ο Βέρντι και είναι κρίμα που ο Βασιλιάς Ληρ, τον οποίο επεξεργάστηκε για δεκαετίες δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Αν και τους χωρίζουν 250 περίπου χρόνια οι δυο μεγαλοφυείς δημιουργοί Σαίξπηρ και Βέρντι συναντώνται για να αποδώσουν στην ανθρωπότητα ένα ακόμα αριστούργημα! Και όση ώρα παρακολουθούσαμε την παράσταση ταυτίζαμε τη Λαίδη Μάκμπεθ  με την μυκηναία εκείνη Βασίλισσα, την Κλυταιμήστρα, η οποία, πίσω από το βαμμένο στο αίμα του Αγαμέμνονα χέρι του Αίγισθου, διακατέχεται από το ίδιο φονικό πάθος  και σκεπτόμαστε με πόση τελειότητα οι δύο δημιουργοί τόνισαν ότι τα ίδια  πάθη συγκλονίζουν και θολώνουν το νου του ανθρώπου  κατά τον ίδιο πάντα τρόπο ανά τους αιώνες.


Related Posts with Thumbnails