© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΤΟ ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ (νέο διήγημα)

Ήμασταν στοιβαγμένοι στο σπιρτόκουτο. Έτσι λέγαμε το σπίτι, γιατί ήτανε μικρό. Το μήνα Αύγουστο σπάσαμε κάθε προηγούμενο. Τριάντα ψυχές, ο ένας πάνω στον άλλο. Δεν μπορούσες να γυρίσεις ούτε πλευρό. Κάθε πρωί περίμενες να βγούνε οι πρώτοι και ύστερα κατηφόριζες τη σκάλα για την έξοδο. Απέναντι από το σπίτι υπήρχε μια μαρκέτα. Όποιος είχε λεφτά αγόραζε ψωμί και έτρωγε, οι υπόλοιποι σχολιάζαμε τις μπουκιές του. Ο ντόπιος μπακάλης μάς κοίταζε αφ' υψηλού. Ακόμη και τα ρέστα τα έδινε από απόσταση. Δεν ήθελε επαφές και αγγίγματα. Ήμασταν αναγκαίο κακό. Φυσικά θα προτιμούσε να του αδειάσουμε τον τόπο, θα έχανε όμως χρήματα και αυτό μέτραγε περισσότερο. Την ίδια άποψη είχαν όλοι στην γειτονιά.

- Απολίτιστοι, μαυριδεροί και αντίχριστοι, μας τραγουδούσε μια γιαγιά κάθε βράδυ, προτού την βάλει η κόρη της μέσα. Ήταν η μόνη που μας μιλούσε. Οι άλλοι μας έλεγαν καλημέρα μόνο όταν ήταν να εισπράξουν ενοίκιο. Έβαζαν τα λεφτά μέσα σε σακούλες και φτύνοντας έφευγαν.

- Πώς κατάντησε η γειτονιά..., σχολίαζε με πίκρα ο μπακάλης. Όλοι ζούσαμε στο φόβο και στην έκπληξη.

- Ξένοι και ανεπιθύμητοι, έλεγε ο ένας στον άλλο. Στον ύπνο μας βλέπαμε συχνά ότι μας έπιανε το ιμιγρέσιο και μας έστελνε πίσω.

- Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, μου ψιθύριζε ο διπλανός μου και κανονίζαμε πλευρό για τον ύπνο. Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε όσα ακούγονταν. Κατακάθια, κλέφτες, εγκληματίες, παράσιτα. Κυκλοφορούσαμε κουρελήδες και βρωμιάρηδες. Κάναμε ό,τι μάς ζητούσαν για ελάχιστα χρήματα. Νόμιμα και παράνομα. Καθαρίζαμε βόθρους, σκάβαμε δρόμους, πουλούσαμε πράγματα, προστατεύαμε κορμιά, πολλοί επαιτούσαν και άλλοι γύριζαν μισόγυμνοι στο κρύο και απελπισμένοι. Σχεδόν μισότρελοι καταριόνταν τους πράκτορες, που μας υποσχέθηκαν τη Γη της Επαγγελίας και έψαχναν τον κρυμμένο θησαυρό ανάμεσα στα πεταμένα στις προκυμαίες.

- Είστε ακατάλληλοι για πολίτες στη χώρα μας, να γυρίσετε πίσω, μου τόνισε ο κύριος έξω από το Μέγαρο. Του γέλασα κι εκείνος απόρησε. Έσκυψα, πήρα το γλυκό που πέταξε και το απόλαυσα, μελετώντας την αρχιτεκτονική του κτηρίου. Μου θύμισε την πατρίδα μου. Αυτός άρχισε να φωνάζει. Ο σεκιουριτάς με πλησίασε, μα σιχαινόταν να με δείρει. Τη γλίτωσα. Γύρισα πίσω στο στάβλο που μέναμε. Απέξω κόσμος σαν διαδήλωση.

- Τι έγινε; ρώτησα έναν συγκάτοικο.

- Μπήκε η αστυνομία. Μας έβγαλε έξω και απολύμανε το χώρο. Δεν μπαίνει κανείς. Στο δρόμο πια..., και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Είχα στην τσέπη ελάχιστα χρήματα. Τα φύλαγα για μια τέτοια ώρα. Πήγα στο σταθμό και ανέβηκα στο πρώτο μπάσι για επαρχία. Δεν ξέρω ποια. Μετά από ώρες έφτασα σε μια όμορφη πόλη. Εκεί αντάμωσα έναν αράπη. Με λυπήθηκε. Με πήρε στο σπίτι του και κοιμήθηκα στην αποθήκη. Έμεινα χρόνια κοντά του. Με φρόντισε, έγινα πάλι άνθρωπος και κάποτε έβγαλα και πράσινη κάρτα.

Χριστούγεννα και είπα να βγούμε. Γυναίκα, παιδιά και πάνω στο κάρο. Στο κέντρο σταμάτησα. Πεινούσαμε όλοι.

- Εδώ, τους είπα και μπήκαμε στο στολισμένο μαγαζί. Κάτσαμε και περιμέναμε. Μα περιμέναμε ώρα και ύστερα από κάποιες διευκρινίσεις βρεθήκαμε πάλι στο δρόμο. Κοίταξα πίσω στο τζάμι. Διακριτικά μια επιγραφή τόνιζε:

«Αμιγές αμερικανικό. Όχι ποντίκια. Όχι Έλληνες»*

--------------------------------------------------------------------------------

* Dan Georgakas, Greek Αmerica at work, Labor Resource Center, Ν. Υόρκη 1992, παραθέτει ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, 2.7.2000.

Σαράντη Αντίοχου: ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΥΛΛΙΑ [1982-1992]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]


 μικρά ειδύλλια


μέρα και νύχτα

κόκκινο στοιχειό που τρέχει
η θύμησή της

*

πριν από το φιλί

η Νίκη φτερουγίζει
της Σαμοθράκης

*

λύθηκε ο φιόγκος

μα τo χαμόγελό σου
τό ’δεσα κόμπο

*

με μια της λέξη

μπορούσε λέει να λύσει
το γόρδιό του

*

του Γ. Β.

άι, δεν χωράει
η αγάπη όλη Γιωργή

σε ένα ‘χάι’

*

Κασσιανή

ήμαρτον Κύριε
που δεν... αμάρτησα

όσο έπρεπε

*
το πρόσωπό της
τό ’χει ζωγραφισμένο

στην απαλάμη του

*

κοίτα και μένα
νούφαρο / που διαβάζεις

την Ανδρομέδα

*

πριν από μένα
το πήρες το φιλί της

μωβ αποτσίγαρο

*

του Δ.Σ.

ήλιος στη δύση

το σώμα υπέρκειται
της θύμησής του

*

black hole

έκπτωτο αστέρι
τώρα δε σου ξεφεύγει

ούτε μία σκέψη

*

μαύρο ραδίκι

αν δεν αγάπησες
θα αγαπήσεις

*

τί τα θέλεις

όταν φύγει το κάδρο
μένει το καρφί

*

sogni di sogni

μες στ’ όνειρό μου
η ίδια πεταλούδα

μ’ ονειρευότανε

*

καθαρομελάχροινη
με είδε

και με μάγεψε

*
όμορφο απόγευμα
σε λίγο θά ’σαι

κι εσύ παρελθόν



τρικοτυλήδονα


στο χιόνι το ψαρόνι
μου γράφει ένα χάι

για δυό ψίχουλα

*

μες στη βοή της πόλης
αμέτοχη η λεύκα

το ίδιο κι εγώ

*

κάνει την ψόφια
απ’ τον καιρό του Νώε

η αναγελάστρα

*

ακόμα κλωσσάει
το πετροχειλιδόνι μου

το γαλάζιο αυγό

*

le Roi c´est moi
αργυροπελεκάνε

κι ας μην το ξέρεις

*

η κλέφτρα η κίσσα

πώς να βλέπει τον κόσμο
με τα γυαλιά μου;

*

λοφίο και ιδέα
ο τσαλαπετεινός μου
τον γνωρίζω καλά

*

δροσία φτερών

μες στο ποτήρι πλέει
ένα κουνούπι

*

κόβει κεφάλια
στο θερισμένο κάμπο

το νιό φεγγάρι

*

μαύρο εικοσάεδρο

ο κύβος του χειμώνα
δεν είναι μακριά

*
νύχτα των Φώτων

στο περιβόλι σκούζει
τ’ άσπρο κοτσύφι

*

σήμερα στήνουν
νέες θηλιές στη λήμνο

ήλιε τρισήλιε

*

marea negra

κύκλοι απαλοί

σταχτιές κρωξιές πουλιών
μελλοθανάτων

*

γούρμο λεμόνι

με κόβεις // ένα μάτσο
άτιμα φύτρα

*

κουτσός Φλεβάρης

κι εγώ με τη χολή μου
το δρόμο – δρόμο

*
τρομάζει ο κήπος

βήματα που σκοτώνουν
το χαμομήλι

*

παίρνω τσεκούρι
κι αλλάζει χρώμα η λεύκα

έτσι φιλιώνουμε

*

πικρή αλόη
ο ανθός του καμέντριου

αύριο μέλι



χώμα και νερό


σκληρό σιτάρι
η πίκρα μου απόψε

δεν πάει στο μύλο

*

τα βόδια του Ήλιου
στην πιο καλή τους ώρα

κι ούτε μια πέτρα

*

σειρά τα φέρετρα

εξέχουν τα κεφάλια
των σκοτωμένων

*

αγκάθια κι άνθια

βατοπέδια οι τόποι
του Απριλομάη

*

μικρό παιδί
κι ο ίσκιος μου μεγάλος

πάνω στον τοίχο

*

άσπρη Θάλασσα

στο μπουχό του δρόμου
φιδοσυρμίες


*

Κ. Μόντης
...κι όλο ρωτάει
τί απόγινε η ασπίδα

του κύπριου ρήγα

*

ενάλια ρίγη

τούτη η γλυμμένη πέτρα
δεν πάει άλλο

*

national day

περνούν οι γέροι
με τα δεκανίκια

του Σαγγάριου

*

τί να σας κάνω
ας όψονται οι παππούδες

του Κουατροτσέντο

*

Κύπρος 1979

βουβά λιοστάσια

μια λεύκα δείχνει μόνο
τ’ αθώο φεγγάρι

*

άδειο φουσέκι
απ’ τον καιρό του Άρη

βουνά της Ρούμελης

*

πρώιμη βροχή

γεννάει η χρυσή χήνα
του τυμβωρύγχου

*

asian diary

όπου κι αν πήγα
μιλιούνια μου φωνάζαν

‘γιουνάν’ – ‘γιουνανί’

*

Αθήναζε

τρίχας εγκώμιο

ξεντερολοϊσμένο
το νέο σαφάρι

*

και ποίος ξέρει
τώρα τί συλλογίζονται

τα ακρόπρωρα

*

με τόση ακρίδα
είμαι ή πια δεν είμαι

ο Ιωάννης;

*

αλλάζει ο μύθος
λίγο σαν το κουνήσεις

το κατακάθι

*

παίξε το λοιπόν
κορώνα – γράμματα

το σοφό πουλί

Σαράντη Αντίοχου: ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ [1980-1995]


[Από τον Τόμο "ΠΡΟΗΓΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ Ποιητική Ανθολογία (1965–2000)", Εκδόσεις Μπάστα, Αθήνα/Ζάκυνθος 2008]



Happening σε δύο πράξεις
(Σημειώσεις για το σκηνικό και την πλοκή)

Ι. Ο ΛΑΒΥΡΙNΘΟΣ

Ένας κόσμος αλλοπρόσαλλος
από καθώς πρέπει κι ανυπόληπτα πρόσωπα
που τρέχουν – τρέχουν ακολουθώντας
στις δαιδαλώδεις στοές
τον κοντό μαυροντυμένο κύριο.
Κι εκείνος
Να τυλίγει και να ξετυλίγει το μίτο
της Αριάδνης
-υποτίθεται.

Κι Μινώταυρος να βρυχιέται
μια κοντά μια απόμακρα
σαν απειλή σαν παράκληση
και ποτέ να μη φαίνεται.

Προσωπεία παραφροσύνης και ιλαρότητας
η αλλοπρόσαλλη σύναξη
κάποτε φτάνει στη ΕΞΟΔΟ
όπου έχει στηθεί το τεράστιο πανό με το τέρας
της Πασιφάης
το αχόρταγο.


II. ΤΟ ΠΑΛΑΤΣΟ

Κλειστή
λιθόστρωτη αυλή
ασβεστωμένοι μαντρότοιχοι
και μπροστά να κλείνει τη θάλασσα
σφραγισμένο μυστήριο
το Παλάτσο
του Κουντουριώτη ή του Μίνωα.
Στα ενδότερά του μια μόνη προσπέλαση
Η χοντρή ανεμόσκαλα.
Την ανεβαίνουν όλοι – ο καθείς με την τέχνη του
νηστικοί και περίεργοι.

Το πρώτο δώμα είναι για τον Άντρα
Το δεύτερο για τη Γυναίκα
Το κατώι για τον Γέροντα και την ηλακάτη
Η τραπεζαρία για τους καλοφαγάδες και τους ζωντανούς
Το μαγειρείο για τη λογομαχία
Το μπάνιο για το έγκλημα και την Κλυταιμνήστρα
Το σαλόνι για τις Τρεις Χάρητες και τα βίτσια τους
(τη Σιμονέττα Βεσπούτσι με το φίδι της
τη Λου Σαλομέ με το καμτσίκι της
τη Μουμπουλίνα με το κοχύλι της)
Ο ξενώνας για τον Θεμιστοκλή και τους Έλληνες
(φυσικά πλην Λακεδαιμονίων)
Το λιακωτό για τον Ελύτη
Για το Σεφέρη η στέρνα
Και ο μέσα κήπος με το κυπαρίσσι
Για τα σταμνιά των Μυροφόρων και την Ελλάδα
(επί ξύλου)
Ανάμεσα στα εκμαγεία της Σκύλας και της Χάρυβδης
Με το πουλί της 21ης Απριλίου να της τρώει
Τα σπλάχνα.
Και μια φωνή
Να λέει και να
Επαναλαμβάνει
Σε όλες τις κλίμακες:

ΔΕΝ ΕΧΕΙ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΛΟΙΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΟΝΙΠΠΟ
ΜΕΓΑΛΑ
ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΥΨΗΛΑ ΓΥΡΩ ΑΝΟΙΞΑΝ ΣΚΕΛΗ
ΚΑΝΕΙΣ
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΟΒΟΛΟ
ΚΑΙ ΤΩΡΑ
ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟ
ΑΞΙΟΝ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΜΟΝΗΣ
ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΗΝ ΜΑΣΤΙΓΩΣΕΙ
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΑ ΗΝΙΑ
MAKE
MAKE LOVE DON´T MAKE WAR
ΔΕΥΤΕ
ΔΕΥΤΕ ΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ
(Σειρήνες)
ΣΤΑ ΚΑΤΑΦΥ
ΣΤΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ...

για τα λοιπά
μπορούμε να αυτοσχεδιάζουμε.


Συνάντηση στην έκθεση του ισπανικού εμφυλίου πολέμου στο Palacio de Cristal del Retiro

για τη Rosa Chacel

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά
Εδώ που διαφεντεύει ο θάνατος
Στα βίντεο
Στις μετέωρες κραυγές των στημένων ηρώων
Στην πλημμυρίδα των ματωμένων δειλινών
Στα βασιλεμένα μάτια της παιδικής
Αθωότητας.

Viva la muerte
No pasarán – no pasarán

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά
Γυναίκες της Ισπανίας
(Αυγουστίνα ντε Αραγκόν
Μαριάνα Πινέδα
Αϊντα Λαφουέντε
Λίνα Οντένα
Ντολόρες Ντολόρες)
Τί πάθος και ο πόνος ατελεύτητος.

Ποιός έχει μάτια για ομορφιά...
Μα ήσουν εκεί
Δραπέτισσα ενός κόσμου που έχει σβήσει
Στην άλλη άκρη του βυθισμένου θωρηκτού
ALSEDO
Μεσογειακή απέραντη θλίψη μου.
Ήσουν εκεί
Εξαίσια υπόσχεση ζωής
Μέσα στον παραλογισμό του θανάτου
Κάτω από τα μεγάλα τόξα –ερωτηματικά
Τα μεγάλα κρύσταλλα
Χωρίς λέξη
Ανεπαίσθητα
Συνοδοιπόρος στην κάθε φρικτή λεπτομέρεια.

Plus – ultra
Soldado respeta a la enfermera

Η Καρμενθίτα της πατρίδας
Και οι πρώτες τρακόσιες «Μάννες του Στρατού».
Γυναίκες της Ισπανίας
Από δω πάει η ομορφιά.
Ποιός έχει μάτια για δάκρυα.

Χωρίς λέξη
Και οι ποιητές ν’ αγρυπνούνε στα χαρακώματα
Της αξιοπρέπειας
(Χουάν Ραμόν
Λεόν Φελίπε
Μπεργκαμίν
Ματσάδο
Αλτολαγκύρε
Αλμπέρτι
Χουάν Χίλ Αλμπέρτ
Φεδερίκο –αγάπη μου Ανδαλουσία).
Είδες εκείνο τον στρατιώτη με το χέρι
Στην καρδιά
Και τ’ άδειο βλέμμα
Δίπλα στον ποιητή πάνω στην τάπια
Όταν ο θάνατος μαύριζε πια τον ορίζοντα
Εκεί στη Γουαδαράμα;

Bajo cielos de imperio
La tradición vuelve

Γυναίκες της Ισπανίας
Λίνα Οντένα – Λίνα Οντένα
Κι Εσύ μοναδική ανώνυμη θλίψη μου
Στα «ντεπόζιτα» των αιχμαλώτων της Μπανταχόθ
Κάτω από έναν ήλιο ανελέητο
Nuevo y augusto
Πόσο γρήγορα ξεχνιέται το αίμα
Πόσο γρήγορα στερεύει στη ρίζα του το δάκρυ.

Plus – Ultra
Ημερολόγιο Σωτηρίου Έτους
Ποιός έχει μάτια για ομορφιά:
«Στρατιώτες
βοηθό μας και προστάτη
έχουμε ’μείς τη Μινέρβα της Αθήνας.
Με τη μεριά του Άρη είναι οι άλλοι.
Χαράζει η μέρα της ειρήνης της κουλτούρας».

Χωρίς λέξη
Στο Γεφύρι του Τολέδου
Στη Μάχη του Έβρου
Amor amor en el Frente
Με τις πένθιμες μάσκες
Στη Μαδρίτη
Κάτω από το ζώδιο του Ταύρου
Περάσαμε τη μεγάλη Πύλη
Χωρίς ελπίδα για μια νέα συνάντηση
Χωρίς λέξη
Το Σωτήριον Έτος 1939.


Lady Godiva

της Charo de Tapia

Ώ γυμνή θαλπωρή της παγερής Αγγλίας
Ένας αγέρας ομορφιάς σε ντύνει
Καθώς καλπάζει ο πόθος στα λιθόστρωτα
Κι Εσύ περνάς – περνάς
Αδιάφορη κι απόμακρη
Εξαίσια κόμη όνειρο
Νικήτρια
Ομορφιά
Γυναίκα.


Εγκώμιο

της Τερέζας

Στα χέρια σου και το λιθάρι ανθίζει
Στο χαμογέλιο σου ανασαίνει η γή
Το μίλημά σου σαν αυγή ροδίζει
Ένα τραγούδι – θεία μουσική.
Το βλέμμα σου αγκαλιά που νανουρίζει.


Eleonor d´ Aragón

...κι είναι ανελεήμονες οι Καταλάνοι.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Με τον Ρουχά στη Λευκωσία
Στη Βαρκελώνη Αγία!
Η ρήγισσα Λινόρα.


Σχέδιο για μία λαϊκή Λιτανεία

Ο σκοπός δεν είναι πάρεξ δια ξεφάντωσιν των φίλων.
ΔΗΜ. ΓΟΥΖΕΛΗΣ

Restano gli ornamenti; e questi si lasciano all´ invenzione del pintore.
ANNIBAL CARO

Α΄
Σαν όνειρο. Μια εκκλησία ένα πλάτωμα. Πισκοπιανή Φανερωμένη Άγιος Μάρκος. Ακούστηκε μια μπαταριά. Φωνές καμπάνες νιάκαρες ταμπούρλα γκάιντες. Φωτίες στον Άϊ-Νικόλα πάνω από τη θάλασσα. Ντελάληλδες. Ποίος έρχεται ποίος φεύγει με την Πύλαρο; Ποιανού Αγίου Λομβάρδου σύναξη; Έρχεται ο Γλάδστωνας η Ένωση; Γυρίσανε οι εξόριστοι απ’ τα Κύθηρα; Σίγουρα επέσανε τα Γιάννινα. Θα κάψουνε τον Γκάυ τον Μαίτλαντ και τον παπά-Γαρτζώνη.

Β΄
Ανοίξαν οι καταπαχτές της μνήμης οι αυλόπορτες. Χύθηκε ο κόσμος στα καντούνια φίσκα ο Φόρος. Δώσμου το χέρι σου δώσμου το χέρι σου να μη χαθούμε. Σταθήκαμε λίγο παράμερα, πλάι σε μια κολόνα του Ρωμιάνικου. Αν δεις τα σκούρα πιάσου κι από το δέντρο εδώ των γιακωβίνων, όπως τη μέρα του σεισμού τον Αύγουστο. Όσο μπορείς άσε ανοιχτά τα μάτια σου, μη φοβηθείς τις τρακατρούκες. Κοίτα:

Γ΄
Περνάει πρώτος ο Γουζέλης με το φράκο του κι ένα τρομπόνι. Ξοπίσω ο Χάσης κι όλο νάζια η Αγγέλω με το σάρωμα. Να ο Μαγκαστάρας κι ο Αφέντης με το γάιδαρο. «Πανάθεμά σε βάλθηκες να με συντρίψεις». Να ο Κρίνος ο Αλέξης ο Πανάρετος. Η Αρετή μ’ ένα ριπίδι βάσανα η Ανθία η Χρυσαυγή η Ερωφίλη η Ρεβέκκα. Ο Μπαρμπαδήμος με την πείνα του, ο Νοδάρος η Γαϊδουροκαβάλα η Προίκα, ο Βασιλικός μέσα στη γλάστρα του. Άκου:

Δ΄
Βούλα μαλαματένια πέτρα του γιαλού, οι αρέκιες. Οι Κεριώτες ο Κουκής και ο Πατρώνης απ’ το Κούκεσι, ο Κισκινάς και ο Φαγιώτης που έπεσε στη θάλασσα. Έρχονται και τα βοσκαρού(δ)ια από τον Εμποριό και η Μαρία κι από κοντά οι ποιητάρηδες από τ’ Αγιάναπα. Ο Παμπούκης ο Ιορδάνης ποταμός και οι Μωμόγεροι, ο Αβούρης με τον Τσικολή ο Ρούσμελης, η Ευγένα μαύρο κρέπι ο Μοντσελέζε, ο Πορφύρης κι όλο το Σκουλικάδο με τη Γκιόστρα του. Πρόσεξε μη σε πατήσουν τ’ άλογα. Κι άλλα χωρία, το Μαχαιράδο η Λιθακιά το Καταστάρι ο Αγγερικός η Αναφωνήτρια οι Μαριές ο Καλιπάδος οι Βολίμες το Τραγάκι ο Άϊ-Λιός, ένα φεγγάρι ολόγυμνο η Ελένη κι ο Ρουσσέας με την Άμοιρη. Πιο πίσω ο Ανθρωπάκης ο Πομόνης ο Ταρτάγιας με τις μαντσιες τους. Κυράτσες δούλοι ρηγάδες βουλευτάδες μερτίες χλοεροί κυπάρισσοι δάφνες και χλόες βελάσματα και καβαλίνες. Και οι ποπολάροι από τον Άμμο μια ψυχή με τη βερντέα και τους γκράδες. Βάλε καλά τα χρώματα.

Ε΄
Πρόσεξε τώρα στο μπαλκόνι εκεί τους σιωπηλούς: Ο Μαρτελάος ο Μαρτινέγκος η Μουτσάν η Παπαγεωργοπούλου (προσοχή: η Φαρμακωμένη) ο Κόντες η Ευρυκόμη ο Άλλος χωρίς πρόσωπο η Μαριέττα με την Εύα παραμάσχαλα ο Μάτεσης ο Χιώτης ο Δεβιάζης ο Καρρέρ ο Ζώης ο Πελεκάσης ο Σπουργίτης (τζόγια μου) ο Σιγούρος ο Μπαρμπίας ο Παλαιός ο Μάργαρης ο Μισοπούλης ο Γρυπάρης ο Φαίδων ο Καντούνης ο Λάτας στα μενεξελί ο παπά-Δανδής και η γάτα του ο Κατραμής και ο παπά-Καψάσκης κι ο Μπουκής (ο καπετάνιος) κι άλλοι που δε διακρίνεται το πρόσωπό τους. Σεβάσου τις σκιές. Καμιά ανάγκη για εγκώμια.

ΣΤ΄
Μας είδανε μας ...προσκυνούν ο Πέρας με το Ναύαρχο από το Μισολόγγι. Να ο Ρώμας κι ο Περίπλους. Μπάμ. Μπαμ-μπάμ. Φυλάξου. Ο Πουλτσινέλα οι Ιταλοί, την τσέπη σου, ο Ρολάντ και οι μαφιόζοι πούπι του Παλέρμο, ο Βίττι ο Ρότολο η Ρενάτα, ο Πάντς και η Τζούντη, ο Μάης, η Χαριάτη, ο Πολισινέλ ο Χρυσικόπουλος, ο Κασπαρέκ, ο Σπέιτ, ο Δόκτωρ Πούσκε, ο Βασιλάτσε, ο Μινώτος, ο Τσαντσές, ο Κάσπερλ, οι κινέζικες σκιές, η Τζίνα η Κούλα η Ιωάννα η Καίτη, ο Μιχόπουλος ο Καραγκιόζης ο Σπαθάρης, ο Τζων Ράιτ - άκου πώς κάνουν τα παιδιά - με τους Μικρούς Αγγέλους απ’ το Ίσλιγκτον, οι Σεβιλιάνοι η Κουάδρα, ο Άντερσεν οι Πολωνοί κι ο Ντάριο Φό (λογομαχώντας), η Σάρρα η Άγδα ο Αβραάμ, άσπροι και μαύροι άγγελοι, οι μάσκες τους. Μυστήρια και Θαύματα και Ηθολογίες. Το νού σου τα χρώματα τους τόνους και τα κόμματα.

Ζ΄
Στην Μποτέγα του Κομούτου βγήκανε τώρα όλο πόζα οι αφεντάδες. Αρχίζει κιόλας η παράσταση. Έπειτα θά ’χει βαρκαρόλες και χορούς και σερενάδες και καντάδες. Σωπάτε κύυυυργοι το λοιπόοοο(ν) οι ντελάληδες, ο Κόμης κι ο Πανάς. Απόψε θα το κάψουμε το Τζάντε. Αν προτιμάς βλέπουμε την υπόθεση στο βίντεο.


Ανακύκληση

η εν κύκλω
επάνοδος
στροφή
επιστροφή

μνήμη Κωστή Παλαμά
στα πενηντάχρονα
του θανάτου του


1. ξύπνησα
νά ’βρω
τη ροδο
γελούσα
που κορφο-
λογώ

πλάση
κεράσι
ουρανό

ήλιο
τοπάζι
χέρι

έν’ αστέρι

δίνω
και παίρνω
λύτρα


2. τ’ απόκρυφα
των κύκλων
μιλώντας γιγαν-
τεύεις

διαβάζω στο σκολειό

υπάκουος δένω
γύρους
ζώνη που μιλείς
γλώσσα ερωτική

δικά σου

όλα τ’ άνθη
όλα τα φιλιά


3. η θάλασσα
το πλάθει
το κύμα
το κορμί

μέτρο
υγεία
πλην τάξη

μα ποιός
θα κόψει
τ’ άνθη;


4. λίγωμα το κορμί
και το φτερό
σαλεύει

το δυναμάρι που το δέρνουν
τα νερά

χτυπά η καρδιά
κι απλώνονται τα χέρια

ένας και δυό
βιβλίο και τυλιγάδι

βαρειά σταμνιά
και οι σάρκες τους
μετάξι


5. χλωρά νερά
γυρεύουν
ταξίδια
τρεχαντήρια

άτι
που αγριεύει
η ακροθαλασσιά

η οργή
βαρύ το πόδι
το χέρι – όλο φώς;


6. η σάρκα
η γλώσσα
η κούραση

μου ξύπνησε
το τέρας

ένας αγέρας πλάθεται
η έγνοια
-μια πεταλούδα-
και το ποτήρι
το κρασί
και ο κομμένος
κρίνος

ανθός
στον ίσκιο καίγεται
στη φλόγα
παίρνει σχήμα



7. ποιό σαράκι
τρώει το νού
τ’ ουρανού;

το βιολί
μιλεί και βλέπει
και καλά κρατεί

γλυτώνει
όποιος από-
κριση να δώσει
δεν μπορεί



8. το σίδερο
παράτα
αφύσικο
λουλούδι

αλλού ειναι
το κλειδί

λάμια
γοργόνα
η φλόγα

το πρόσωπο
το σώμα
τ’ όνο-

μα δεν αρκεί



9. θα διώξω
τα όξω

το ουράνιο
τόξο

δεν ξέρω τίποτε

το αίμα σου
το χτήμα σου
στα θράκια του κακού
η Φοινικιά σου
για άλλο δεν φελάν;

δεν ξέρω τίποτε

θα διώξω
τα όξω

το ουράνιο
τόξο
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email