© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Γιάννη Ρίτσου: Αρχαίο θέατρο

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το «αρχαίο θέατρο» λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της συνέχειας της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς  και της σύνδεσής της με τη σύγχρονη Ελλάδα. Η περίοδος 1956-1966 για τον Γιάννη Ρίτσο είναι κυρίως  η εποχή της Τέταρτης διάστασης. Ο  ποιητής σαν ηθοποιός βυθίζεται στο χρόνο και ασκεί κριτική σε όλους, σε όλα και στον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι,  επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα και σε μια απόπειρα να φέρει το παρελθόν στο παρόν και να  καταργήσει τον ενδιάμεσο χρόνο, αναπαριστά την ιστορική συνέχεια..

 Ένα νέος που βρίσκεται μέσα σ’ ένα αρχαίο θέατρο, είναι ένα θέμα προσφιλές σε ποιητές και σε άλλων τεχνών καλλιτέχνες. Στο συγκεκριμένο ποίημα είναι μια ρομαντική  σκηνή, που όμως λαμβάνει χώρα μεσημέρι (όχι νύχτα με φεγγάρι), με τον ήλιο, σαν φυσικό προβολέα  και καθρέφτη αιωνιότητας, μέσα στο θέατρο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ρίτσος δούλεψε ως ηθοποιός και ότι έγραψε ποιητικά κείμενα κατάλληλα να παρασταθούν θεατρικά. Το σκηνικό του «έργου» του λοιπόν είναι έτοιμο· του το παρέχει το αρχαίο θέατρο. Ο ηθοποιός είναι κι αυτός εκεί· ο «νέος Έλληνας», που είναι «ωραίος, όπως «εκείνοι», οι αρχαίοι, έτσι όπως μας τους έχει παραδώσει η αρχαία γλυπτική. Δεν διαφεύγει από το μάτι του ποιητή η ομορφιά, ιδεώδες του αρχαίου Έλληνα και έργο τέχνης του γλύπτη. Ο Ρίτσος μοιάζει να προεκτείνει τη ματιά του γλύπτη στη σύγχρονη εποχή σαν να επιδιώκει να δει στους σύγχρονους άντρες να ζωντανεύουν τα αγάλματα.
          Όλα είναι έτοιμα για την παράσταση και για το θαύμα.  Ο τόπος και ο χρόνος. Ο αφηγητής ποιητής,  ο θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του και η υπόθεση του έργου που είναι η «κραυγή» και η ηχώ της. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο γραμμένο με μια ιερατικότητα για να «μεταφέρει» τον αναγνώστη στην κατάλληλη περίσταση και να ακούσει κι εκείνος την «κραυγή».

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.


Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει στην επιμελημένη στίξη του ποιήματος την διακριτική καθοδήγηση του ποιητή στην απαγγελία. Ο ηθοποιός ελέγχει κατάλληλα τις αναπνοές του και ο Ρίτσος αυτό το ξέρει καλά.  Και αυτή η ελεγχόμενη ανάσα είναι που προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον προετοιμαζόμενο «θαύμα». Πρέπει και αυτός να ακούσει την «κραυγή».
          Στην καρδιά του ποιήματος, μια παρένθεση δίνει οδηγίες, όπως ο σκηνοθέτης στον ηθοποιό. Πρέπει να ακουστεί η «κραυγή» όχι αυτή που έβγαλε ο νέος αλλά εκείνη που έβγαλαν οι αιώνες, εκείνη που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής τη  ονομάζει «ελληνική ηχώ που δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου» Κι εδώ, με μεγάλη μαεστρία ο ποιητής μας μεταφέρει το άκουσμα εξελισσόμενο από στίχο σε στίχο –κραυγή, ηχώ, ιαχή- σαν να επιδιώκει με αυτή την λεκτική μετατόπιση, από τη μια λέξη στην επόμενη, να δείξει το θρίαμβο του διθυράμβου. Και έχει σημασία αυτή η παρατήρηση γιατί η κραυγή ήρθε από τα βουνά·  είναι «ιαχή του διθυράμβου» που διέσχισε τους αιώνες,  για να «ανταποκριθεί» στο κάλεσμα και να δώσει το «παρών» στην νέα Ελλάδα. Μ’ αυτό τον τρόπο οι δυο Ελλάδες, καταργώντας την απόσταση, γίνονται μία και συνεχής.
          Μπορεί να καταδίκασε με το χρησμό της η Πυθία τον αρχαίο κόσμο- «ουκέτι Φοίβος  έχει καλύβην ου μάντιδα δάφνην απέσβετο και λάλον ύδωρ»- και αργότερα και ο Καρυωτάκης πικραμένος παρατηρούσε την απέραντη σιγή των Φαιδριάδων :

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.
5Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα…

 Τρεις ποιητές συναντώνται σε παρόμοιο τόπο, ο ένας έρχεται από πολύ μακριά, ο Αισχύλος. Οι άλλοι δύο σχεδόν συνομήλικοι, με διαφορετική αίσθηση  αυτής της ελληνικής συνέχειας. Το ποίημα του Καρυωτάκη έχει τον σκεπτικισμό του. Μοιάζει να συνεχίζει τον απέλπιδα  χρησμό. Ωστόσο, εκείνος ο «αετός», του Δία, βεβαίως, «έσχισε τον αιθέρα», σαν μια διάψευση των λόγων. Σαν ο ποιητής να λέει άλλα και να εύχεται άλλα.
          Το αρχαίο θέατρο είναι ο καλύτερος τόπος για να διερευνηθεί κάτι τέτοιο, αφού εκεί μέσα ακούστηκε η φωνή των ποιητών, παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται. Εκεί μέσα, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία παράσταση. Έχει σημασία ότι τα δρώμενα του ποιήματος συμβαίνουν «κατά το μεσημέρι», όταν δηλαδή ο ήλιος, το σύμβολο της  αιωνιότητας, μεσουρανεί. Και ο χρόνος μεσουρανεί και η Ελλάδα, δεν είναι παρελθόν, αλλά μεσουρανεί επίσης.
          Ατού μεγάλο για να ακουστεί η «κραυγή» του αρχαίου κόσμου είναι η ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, η οποία ανταποκρίνεται θετικά σε  κάθε πειραματισμό. Η έκπληξη όμως είναι ότι η «κραυγή» έχει απάντηση· έρχεται από τα γύρω βουνά, τα οποία είναι προγενέστερα  του αρχαίου κόσμου. Είναι αυτά που στέλνουν πίσω την αφομοιωμένη στα πέτρινα σπλάχνα τους ηχώ του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για κραυγή των βουνών. Αυτή η φαινομενικά αναίτια «απλή κραυγή» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση και αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο ποιητής. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε, για να μεταφέρει το μήνυμα, εν αγνοία του: «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη.

Γνωρίζοντας πάντα ότι τίποτα σε ένα έργο τέχνης δεν μπαίνει τυχαία, τίποτα και στο  ποίημα δεν είναι τυχαίο. Ο ρόλος της κάθε λέξης  είναι καλά μελετημένος, ζυγισμένος και υπολογισμένος. Η παρένθεση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο.  Ο ποιητής διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για κραυγή θαυμασμού. Το «θαυμασμό δεν τον ένιωσε διόλου». Ο νέος έχει τη συμπεριφορά του «τουρίστα» που βλέπει αλλά δεν νοιώθει. Είναι εξοικειωμένος με τα αρχαία μνημεία, ώστε να μην του κάνουν εντύπωση. Από την άλλη, πάλι, ο λόγος για τον «θαυμασμό» πάντα,  «κι αν τον ένιωθε σίγουρα δε θα τον εκδήλωνε», πράγμα που παραπέμπει σε έναν ορθολογιστικό έλεγχο του αυθορμητισμού, ή ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος. Ορθολογισμός σημαίνει απομυθοποίηση. Ο νέος κραύγασε έτσι, για να εκφράσει τη νιότη του ή για να δοκιμάσει την ακουστική του χώρου, όπως οι αδιάφοροι τουρίστες. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Οι παράπλευρες πιθανότητες αποκλείονται. Μένει μόνο η ιαχή του διθυράμβου. Αυτήν ο ποιητής θέλει να αφήσει τελευταία. Την ιαχή του διθυράμβου, του θρησκευτικού τραγουδιού και του χορού του θεού του θεάτρου και της ποίησης,  του Διόνυσου- με κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη ίσως ότι επικοινωνεί με τους προγόνους του και  γίνεται συνέχεια της δικής τους ουσίας. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email