© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΝΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ


Ὅταν ζεῖς καὶ διακονεῖς ἐνορίες μὲ πληθωρικὴ τὴν παρουσία θερινῶν ἐπισκεπτῶν (τουριστῶν), εἶναι βέβαιο πὼς οἱ ποιμαντικὲς ἐμπειρίες αὐξάνονται, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἀπρόσμενες ἐνοχλήσεις-γιατί, κακὰ τὰ ψέματα, κι αὐτὲς ὐπάρχουν. Κι εἶναι ὀχλήσεις κάθε εἴδους, ὅπως συμπεριφορᾶς, ὑπερβολῆς, ἀδιακρισίας καὶ ἀδιαφορίας προκλητικῆς. Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν παραπάνω περιστατικῶν, ποὺ σὲ περιπτώσεις ἀπορρυθμίζουν καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἴδιου τοῦ ποιμένα, ὑπάρχει μιὰ ἄλλη ὄψη, ἀδιόρατη γιὰ πολλούς, ἄφαντη, ἀλλὰ καὶ πολὺ εύεργετικὴ ἀπὸ ἀπόψεως ποιμαντικοῦ ἔργου ἐνισχύσεως καὶ καταρτίσεως ψυχῶν. Γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται στὸ τόπο μας καὶ διαθερίζουν, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅποιας ἐθνικότητας ἤ καὶ κοινωνικῆς τάξεως εἶναι μέτοχοι. Ἑπομένως αὐτὸ ποὺ πρωτίστως ἔχει σημασία νὰ φανεῖ εἶναι ἕνα: Ποιᾶς ποιμαντικῆς μέριμνας χρήζουν;
Εἶναι γνωστό, πὼς ὁ κάθε θερινὸς ταξιδιώτης, ὁ δυνάμενος νὰ ϋπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς στυγνῆς καθημερινότητας ποὺ ζεῖ καὶ ἀντέχει ὁλάκερο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο, ὅταν φανοῦν οἱ μέρες τῆς ἄδειάς του (τί λέξη στ’ἀληθεια κι αύτή, σοβαρή, εὐεργετικὴ στὸν ψυχισμό, κυριολεκτικὴ στὴ σημασία της) «ὀνειρεύεται καὶ σχεδιάζει τὴν ἔξοδο αὐτή» (Κ. Ε. Τσιρόπουλος)1. Μιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ πορεία του γιὰ τὸν ἀπαράιτητο βιοπορισμό, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἀναζωογονεῖ, θεραπεύει καὶ ἀναγεννᾶ, καθὼς ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸ σκάμμα τῆς ὅποιας του ὀδύνης, στε νὰ χαρεῖ αὐτὲς τὶς μέρες/δῶρο Θεοῦ, τῆς ἀναπαύσεώς του. Τῆς ἀναπαύσεως ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κατάπαυση (πρβλ. Γεν.1) τῶν ἔργων του. Γιατὶ εἶναι πιὰ γνωστό, πὼς οἱ διακοπές, ὅσο καὶ σύντομες κι ἄν εἶναι, δωρήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς κατάπαυση ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως τοῦ δωρήθηκε καὶ ἡ Κυριακή...
Ἔρχονται, λοιπόν, οἱ ἐπισκέπτες μὲ τὴν αἰσιοδοξία νὰ φωτίζει τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναι τους ὁλάκερο. Λαχταροῦν νὰ ζήσουν κάοιοιες μέρες δίχως τὸ ἐλάχιστο ἶχνος ζάλης καὶ πνευματικῆς κόπωσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σεργιανοῦν στὰ σοκάκια, περιφέρονται στὶς ἀκρογιαλιές, γευματίζουν στὰ μαγαζιά τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐπισκέπτονται ναοὺς καὶ μοναστήρια μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲ θέλει παρεξήγηση. Ἐξήγηση θέλει καὶ πιὸ πολὺ στοργή, φιλοτιμία καὶ ποιμαντικὰ φιλαδελφο ἔλεγχο. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ βλέπεις νὰ ἔρχονται κάποιοι μὲ τὰ κοντὰ πανταλόνια καὶ τὸ ὅποιο ἐλαφρὸ ντύσιμο, κυρίως σὲ ὧρες ἑσπερινοῦ -τὰ πρωϊνὰ γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι δύσκολα, ἕως κι ἀκατόρθωτα- τότε τὸ μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπὸ μέρους τοῦ ποιμένα/φύλακα εἶναι ἡ ὑπομονή, ἡ δυνατὴ ἐπικοινωνία καὶ ἡ φιλαδελφία. Γιατὶ τὸ νὰ εἰσοδεύσει κάποιος ἐπισκέπτης στὸ ναό, ἀσφαλῶς κάτι ἐπιζητεῖ. Δὲν εἶναι τυχαία, τουλάχιστον γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς, ἡ ἐπίσκεψη ποὺ πραγματοποιοῦν. Κάτι ἀσφαλῶς ἐπιζητοῦν κι ἴσως εἶναι μιὰ εὐκαιρία ἀποτοξινώσεως τους ἐτούτη ἡ παρουσία τους στὸ ναό. Γιατὶ ποιὸς γνωρίζει τὶ σταυρὸ φέρει ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς, πόσους κόπους κατέβαλαν ὥστε ν᾿ ἀποδράσουν ἀπὸ τὸ τσιμέντο, τὸ καυσαέριο καὶ τὸ πνιχτὸ διαμέρισμα ὅπου ζοῦν, γιὰ νὰ ζήσουν λίγες μέρες ἀνθρώπινες, ζωογόνες, θεραπευτικές, γνήσιες. Νὰ ἀνασάνουν τὸ ἄρωμα τοῦ πεύκου ἀλλὰ καὶ τοῦ νυχτολούλουδου ποὺ τὸ συνοδεύει τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα. Νὰ κολυμπήσουν στὰ λαμπερὰ νερὰ τῆς βαθυγάλανης θάλασσας, ἀλλὰ καὶ νὰ βρεθοῦν «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» κάποιες στιγμὲς ποὺ τὸ νοιώθουν, ὥστε νὰ προσευχηθοῦν καὶ συνάμα νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ καταθέσσουν τὸν καημό τους, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἔγνοιες καὶ ὅ, τι βαρύνει τὴν ψυχή. Φυσικὰ ὅλοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ὅμως πάντα ἀρέσκονται νὰ ποῦν δυὸ λόγια μὲ τὸν παπᾶ, ν᾿ ἀκούσουν κάτι, νὰ τὸ παρουν μαζί τους, γιατὶ ἴσως νὰ μὴ ξαναδεῖ ὁ ἔνας τὸν ἄλλο.
Εἶναι μιὰ περίεργη, στ᾿ ἀλήθεια, ποιμαντικὴ αὐτὴ ἡ τοῦ θερινοῦ ἐπισκέπτη, γιατὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπαγρύπνηση τοῦ ποιμένα, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπομονή. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ γιὰ πρώτη φορὰ ἀντικρύζει τὰ πρόσωπα αὐτά. Κι ἀλήθεια, εἶναι φυσικὸ ν᾿ ἀναρωτιέται, τὸ πόσο εἰλικρινῆ εἶναι, ἄν ἔχουν ἴχνη ἐκκλησιαστικῆς παιδείας ἤ ἁπλῶς εἶναι θεατές. Γιατὶ μόνο μὲ αὐτὴ τὴ διακρίβωση θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἡ ὅποια ποιμαντικὴ προσέγγιση, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ἡ παραμικρὴ ἐνόχληση -κάτι τέτοιο εἶναι σίγουρο ὅτι θεωρηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς ἀνάκριση ἤ κάτι παρόμοιο- ὁπότε καὶ θὰ ὁδηγήσει τὰ πράγματα ἀλλοῦ. Κι ἴσως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, ἤ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀναζητοῦν, ὅλοι αὐτοὶ χρειάζονται τὴ στοργή Της. Ἄλλωστε, δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα ὁ Κυριακὸς λόγος «δεῦτε πρὸς με κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» ( Μτθ. 11, 28). Γιατὶ ὅλοι αὐτοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀναπαυση ἐπιζητοῦν καὶ τὴν ἀναπαυση τῆς ψυχῆς, τὴν ἀποφόρτισή της ἀπὸ πολλὰ δυσάρεστα καὶ ἐπιβλαβῆ, τὴν ἀναζήτηση τῆς παραμυθίας, ἀλλὰ καὶ τῆς εἰρἠνης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἰσορροπήσουν.
Ὁ θερινὸς ἐπισκέπτης, πρέπει νὰ ξέρουμε, δὲν εἶναι μονάχα πηγὴ ἐσόδων ποὺ θὰ αἱμοδοτήσει τὸν τόπο ὅπου διαθερίζει, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι κι ἔνα θεῖο δημιούργημα, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνἀγκη νὰ λησμονήσει γιὰ λίγο τὸ στυφὸ πρόσωπο τῆς καθημερινότητας καὶ ἐλέυθερα νὰ ζήσει τὶς μέρες ποὺ εἶναι ἀδέσμευτος ἀπὸ ὑποχρεώσεις. Κι οἱ μέρες αὐτές, ποὺ εἶναι ἀναμφίβολα πολὺ σημαντικὲς γι᾿ αὐτόν, ἄν ἀξιοποιηθοῦν σωστὰ γίνονται τὸ βάλσαμο ποὺ κλείνει πολλὲς πληγές. Πληγὲς ποὺ δέχεται ὁ καθένας μέσα στὴν βιοπάλη. Πληγὲς μὲ βαθειὰ σημἀδια καὶ αἰμορραγία κάποτε ἀσταμάτητη. Κι ἐδῶ, λοιπόν, ἔχει τὴ θέση του ὁ κάθε ποιμένας, ποὺ ὡς ἄλλος καλὸς Σαμαρείτης καλεῖται νὰ ἐπιδέσει τὶς πληγές, ἀφοῦ τὶς καθαρίσει μὲ ἔλαιον καὶ οἶνον. Γιατὶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὴ ξεχνᾶμε πὼς ὁ κάθε συνειδητὸς ποιμένας εἶναι καὶ θεραπευτής.
π. κ. ν. καλλιανός
Ἰούλιος 2017

1 Τὸ γραφτὸ αὐτὸ θὰ σταθεῖ κυρίως στοὺς Νεοέλληνες ἐπισκέπτες. Μιὰ ἄλλη φορὰ θὰ γίνει λόγος γιὰ τοὺς ἀλλοδαπούς.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

π. Κων. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Στὴν ἀξ. κ. Μαρία Κοτοπούλη, θερινὸς χαιρετισμός τιμῆς καὶ ἀγάπης 

Ψιχαλίζει στὴν ψυχὴ δροσιὰ κατανύξεως καὶ νοσταλγίας καὶ τοῦτο τὸ καλοκαίρι. Ὅσο κι ἄν μακραίνουν οἱ μνῆμες, τὰ χρόνια καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἰδίως, οἱ ἄνθρωποι, τὰ πρόσωπα δηλαδή, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα ποὺ ἀπόμειναν κρυσταλλωμένες Μορφές, ὅπως οἱ ἁγιογραφίες, νὰ μᾶς παρατηροῦν ἀπό τὸ βάθος τοῦ Χρόνου μὲ τὸ ἴδιο μεράκι καὶ τὴν ἀδιάπτωτη τρυφερότητα ποὺ σπανίζει στὶς μέρες μας.
Κάπου μέσα στὸ Αἰγαῖο νοσταλγικὰ ταξιδεύει, σὲ ἀπόβραδη ἤ νυχτερινὴ ὥρα, ψυχή μας, στολισμένη ἀπὸ ἕναν καθαρὰ ἔναστρο οὐρανό, ποὺ κάποτε τὸν συντρόφευε καὶ τὸ περίεργα ἔντονο, χρυσόγκριζο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἥσυχες ρες τότε, στὴν πεζούλα τοῦ φούρνου καὶ στὰ «Κάγκελα». Ἀγνάντεμα νυχτερινό, πρὸς τὸ πέλαγο ποὺ ἁπλώνονταν ἀπέναντι κεντημένο μὲ μικρά-μικρὰ φωτάκια, ἀπὸ κεριὰ λὲς ἀναμμένα σὲ λιτανεία μυστική, τὰ φῶτα ἀπὸ τὶς λάμπες τῶν γρὶ γρί... Κι ἀπὸ τὸ βάθος, κατὰ τὴν Εὔβοια καὶ τὴ Σκιάθο, μιὰ λάμψη ἀνέβαινε πρὸς τ᾿ ἀστέρια.
Ναί, τότε δὲν εἴχαμε στὸ χωριό μας ἠλεκτρικό κι ὅλα ἦταν γνήσια καὶ φροντισμένα ἀπὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἀνασασμοὶ εὐωδιαστοὶ κύκλωναν τὸ νυχτερινό μας ρεμβασμό, ποὺ δώριζε στὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴ μοναδικὴ γαλήνη, τὴ ψυχοθεραπευτικὴ καὶ εὐλογημένη πλούσια. Γιατὶ μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς ἔναστρης θερινῆς νύχτας, μὲ τὸ λαμπυρισμένο ἀπέναντι πέλαγος νὰ στέλνει τὴν ἁπαλή του δροσιά, τὸ εἶναι ὁλάκερο ἀναβαπτιζόταν μέσα στὴν ἱερὴ Σιωπή. Σιωπὴ θεραπευτική, σιωπὴ κοσμημένη μὲ πλῆθος στολιδιῶν, δώρων τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ ταμίευαν οἱ ἁπλὲς ψυχές τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, ὡς γιατρικὰ πολύτιμα γιὰ τὶς μέρες ποὺ θύμωνε καιρός, ἀναμαλλιάζονταν τὸ πέλαγος, κλείδωναν ρμητικὰ τὰ πορτοπαράθυρα ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀνεμόβροχου.
Ἦταν τότε ποὺ οἱ χειμῶνες ἀπειλοῦσαν καὶ τυράννιζαν τοὺς ἁπλοὺς ἐκείνους χωρικούς. Ποὺ ὑπέμεναν νὰ περάσουν οἱ χιονιάδες, οἱ ἐγκλεισμοί, οἱ ζημιὲς σὲ ζωντανὰ καὶ χτήματα, γιὰ νἄρθουν τοῦτες οἱ ὧρες οἱ θερινές, οἱ παραδείσιες νύχτες, μὲ τὴ γνήσια τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πάνω του, γιὰ νὰ ζωντανέψουν οἱ ψυχές, νὰ χαροῦν νὰ βιώσουν τὰ διδάγματα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ χαρίζανε ἐκεῖνες οἱ βραδυές.
Κι ὅταν ἔφτανε Αὔγουστος μὲ τὶς ποικίλες εὐωδιές του, τότε στρώνονταν ἀπέναντι στὸ πέλαγο χαλὶ ἀπέραντο, μὲ γνήσια χρυσόσκονη πασπαλισμένο. Ἦταν οἱ φωτεινοὶ ο δρόμοι τοῦ αγουστιάτικου τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ μὲ τὴν ἴδια χρυσόσκονη πασπάλιζε τὰ σπίτια, τὰ δέντρα, τὰ πρόσωπα ἀκτινοβολώντας μιὰ γοητεία περίεργη δεμένη μὲ αἰσιοδοξία.
Τέλος δὲν εἶχαν ἐκεῖνες οἱ θερινὲς ο βραδιές, ποὺ μέχρι σήμερα συντροφεύουν τὴν ὕπαρξή μας. Γιατὶ κι ἄν ἔχουμε φῶτα πολλὰ, ποὺ μέχρι τὴν ἔσχατη τὴ λεπτομέρεια πάνω μας δείχουν, ἐν τούτοις καμιὰ σύγκριση δὲν ἔχουν μὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες τὶς καλοκαιρινὲς νύχτες. Ἐπειδὴ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα φῶτα μᾶς παρατύφλωσαν σκορπώντας μέσα μας πολὺ σκοτάδι. Τοῦ ἀπελπισμοῦ σκοτάδι...
π. κ. ν. καλλιανός, Ἀρχὲς Ἰουλίου 2017

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Τιμώντας τά σαραντατρία ἔτη ἀόκνου ἱερατικῆς διακονίας τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου

Κάθε ἐπέτειος μέσα στὴ ζωή μας εἶναι πάντα μιὰ συγκινητικὴ συναντηση μὲ να μεγάλο γεγονὸς ποὺ ζήσαμε καί, ἀσφαλῶς, μᾶς συγκλόνισε. Κι ἀπομένει ἡ ἡμέρα ἐκείνη σφραγίδα ἱερὴ κι ἀνεξίτηλη στὴν ψυχή, γιατὶ διακρίνεται ἀπὸ τὶς ἄλλες ἡμέρες, ἀφοῦ εἶναι κατάφωτη ἀπὸ τὶς μαρμαρυγὲς αὐτοῦ καθαυτοῦ τοῦ γεγονότος ποὺ βιωματικὰ ἀπολαμβάνουμε.
Ἀνατέλλει, λοιπόν, στὶς 14 Ἰουλίου ἡ τεσσαρακοστὴ τρίτη Ἐπέτειος τῆς εἰς Διάκονον χειροτονίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου. σως γιὰ πολλοὺς ἡ 14η Ἰουνίου νὰ εἶναι μιὰ συνήθης ἡμέρα, ποὺ χωνεύεται μέσα στὴν κάμινο τοῦ Χρόνου, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιπες τοῦ ἔτους ἡμέρες. Ὡστόσο γιὰ τὸν ὡς ἄνω σεπτὸ Ἱεράρχη ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον κορυφαῖες τοῦ βίου του, ἀφοῦ εἶναι καὶ ἀπομένει τὸ Μέγα Εἰσοδικό Του στὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ δή στὴ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία μέχρι σήμερα διακονεῖ ἀγογγύστως, ἀνυστάκτως, συνειδητῶς, καρποφόρως καὶ φιλοτίμως. Διότι μέσα στοὺς κόλπους Της ἐγαλουχήθη καὶ ἀνετράφη. Ἐκεῖ ἔλαβε τὰ ερώτερα τῶν βιωμάτων του, ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν οἱ ὁραματισμοί, οἱ προσδοκίες, ὁ θυσιαστικὸς ἀγὼν προασπίσεως τῶν Παναγίων Δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Αὐτὸ ἄλλωστε μαρτυρεῖ ἡ σπουδαία μελέτη του, ἡ ὁποία ἐξεδόθη τὸ ἔτος 2006 μὲ τὸν τίτλο, «Ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξις τοῦ 1928 παρακωλυομένη τοῖς ροις». Μελέτη σοβαρή, ἄρτια, τεκμηριωμένη μὲ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια καὶ μετ᾿ ἐπαίνων ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους, ἀφοῦ μὲ σταθερὰ ἐπιχειρήματα ἀπεκαλυψε τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Θρόνου. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ πογραμμιστεῖ τὸ ἑξῆς: Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀποτελεῖ σταθμὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ εἰδικότερα τὴν Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Καὶ εἶναι παράλληλα ἕνα ἀντίδωρο τιμῆς καὶ ἀφοσιώσεως στὴν Μητέρα Μ. τ. Χ. Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία καὶ πιστῶς διακόνησε ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη θέση τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ σημερινοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαἰου.
Ἀλλὰ τὴν Μ. τ. Χ Ἐκκλησία ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιερεὺς ὑπηρέτησε καὶ ἀλλοῦ, σὲ εὐαίσθητες δηλαδή ὑποθέσεις Της, ὅπως οἱ Κληρικολαϊκὲς Συνελεύσεις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς τῆς Ἀμερικῆς, κρίσιμα ζητήματα μοναχικῆς εὐταξίας καὶ κανονικότητος στὸ Ἅγιον Ὄρος κ. ἀ.
Γι᾿ αὐτὸ κάθε χρόνο, ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὰ βλέφαρά της ἡ 14η Ἰουλίου, αὐτὴ ἡ ὁλόφωτη Ἐπέτειος τῶν εἰσοδίων τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας στὸν πάντιμο Χορὸ τοῦ ἱ. Κλήρου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὰ σαραντατρία χρόνια διακονίας περνοδιαβαίνουν ἀπὸ τὴν ὡραία του ψυχὴ ραντισμένα μὲ τὴν δρόσο τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ πασπαλισμένα μὲ ποικίλους χρωματισμούς. Χρωματισμούς, ποὺ ἐμφανίζουν μίαν λαμπράν, πλήν ἔγκοπον, ἱερατικὴν διαδρομήν, μὲ ποικίλους σταυροὺς καὶ πικρίες στεφανωμένη, ἀλλὰ καὶ μικρὲς ἤ μεγάλες χαρές, καταυγασμένες πάντα ἀπὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο φαίνει τοῖς πᾶσι. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ μνημονευτεῖ πὼς αὐτὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τοῦ τὸ παρέδωσε ἡ μεγάλη Μορφὴ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, τοῦ σοφοῦ Γέροντος Μελίτωνος, τὰ τίμια χέρια τοῦ ποίου τὸν ὁδήγησαν στὸν πρῶτο τῆς ερωσύνης βαθμό στόν Ἱερό Ναό τῆς πολιούχου τῆς Χαλκηδόνος καί τοῦ Δόγματος τῆς Χαλκηδόνος Ἁγίας καί πανευφήμου Εὐφημίας.
Κλείνοντας τὸ ταπεινὸ αὐτὸ ἑόρτιο σημείωμα μὲ υἱϊκὸ σεβασμὸ καταθέτουμε τὸ ταπεινό μας εὐχολόγιο προσευχόμενοι, ὅπως, τῇ πρεσβείᾳ τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ καὶ τοῦ σοφωτάτου Διδασκάλου ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πολυχρόνιος, πανευλόγητος καὶ εὔκαρπος εἴη ἡ συνέχεια τῆς Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μεγάλων Διακόνων Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου.

παπα-κων. ν. καλλιανός, σκόπελος 

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ

Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας, γιός τοῦ Δημητρίου Βακράτσα ἤ Μπακράτζα, γεννήθηκε στή Βέροια γύρω στά 1820. Τόν καιρό τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, καί μετά τά γεγονότα στήν περιοχή τῆς Βέροιας καί τῆς Νάουσα, σύμφωνα μέ προφορικές πληροφορίες, ἔφυγε σέ πολύ μικρή ἡλικία μαζὶ μέ τούς γονεῖς του καί ἦλθαν στή Σκόπελο. Ἀπό ἐκεῖ δέ, ὅταν τά πράγματα ξεκαθαρίζουν, μεταβαίνουν στήν Ἀθήνα, ὅπου καί διαμένουν. Στό μεταξύ ὁ Δημήτριος Βακράτσας διορίζεται ὑγειονονοφύλακας στή συστάδα τῶν εὐβοϊκῶν νησίδων Πεταλιοί.
Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές του ὁ Ἰωάννης Βακράτσας γράφεται στήν Ἰατρική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ' ὅπου ἀπεφοίτησε τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1851, ἐπί Πρυτανείας τοῦ Ἀρχιμ. Μισαήλ Ἀποστολίδη. Στό πτυχίο του γράφεται Βακρατσόπουλος, ἐνῶ ὡς τόπος δέ καταγωγῆς του σημειώνεται ἡ Βέροια.
Τό ἑπόμενο ἔτος διορίζεται γιατρός στήν Ἐπαρχία Καρυστίας, σύμφωνα μέ τό 1284/23-2-1852 ἔγγραφο τοῦ Νομάρχη τῆς Εὐβοίας, στό ὁποῖο σημειώνονται μεταξύ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἐξῆς: "Ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἰατρόν Δημήτριον Βακράτσαν νά μετέρχηται τήν ἰατρικήν εἰς τήν Ἐπαρχίαν Καρυστίας".
Ἐργάστηκε συνειδητά στήν περιοχή αὐτή ἔχοντας ὡς ἕδρα τήν Κύμη, ὅπου καί ἔζησε, ἀφήνοντας μνήμη ἀγαθή. Περιέθαλψε ἐπίσης καί τούς λεπρούς τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν τότε ἀποκομμένοι ἀπό τήν κοινωνία. Μάλιστα, μέ δικές του ἐνέργειες κατασκευάστηκε καί λεπροκομεῖο, γιά τή στέγαση καί τήν περίθαλψη τους. Γι' αὐτήν του, λοιπόν, τήν προσφορά στόν τομέα τῆς ὑγείας ἡ Ἑλληνική Πολιτεία τόν τίμησε ἀπονέμοντάς του τόν ἀργυροῦ σταυρό τοῦ Τάγματος τῶν Ἱπποτῶν, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1892, μέ ἐντολή τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Α΄ καί μέ τήν 663/30-1-1892 διαταγή τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν.
Τόν Ἰούλιο τοῦ 1865 παντρεύεται στή Σκόπελο τήν Ζαχαρίτσα, κόρη τοῦ Σταμάτη Ἀστέρη ἤ Ἀστεριάδη καί τῆς Οὐρανίας Φάλκου Βαλσαμάκη. Ὁ Σταμάτης Ἀστεριάδης ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς ἀγωνιστές τοῦ 21 καί ἦταν Κυμαῖος. Ἡ Ουρανία Βαλσαμάκη ἦταν Σκοπελίτισσα. Ἐδῶ, μάλιστα, πρέπει νά σημειωθεῖ, πως ἡ οἰκογένεια Ἀστεριάδη ζοῦσε στή Σκόπελο, μετά τόν ξαφνικό θάνατο τοῦ Σταμάτη Ἀστεριάδη, πού συνέβη στήν Κύμη στά τέλη τοῦ 1848.
Ἀπό τόν γάμο αὐτόν γεννήθηκαν δύο παιδιά· ὁ Ἀντώνιος καί ὁ Σταμάτης. Ὁ Σταμάτης ἀκολούθησε τήν ἱστορία τῆς οἰκογένειας σπουδάζοντας κι ὁ ἴδιος Γιατρός, ὅπως καί ἡ κόρη του Ἀντιγόνη, ἐγγονή τοῦ Ἰωάνου Βακράτσα. Ἐδῶ δέ πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς ὁ Ἰω. Βακράτσας ἐργάστηκε ὡς Γιατρός καί γιά καποιο διἀστημα στή Σκὀπελο, γιατί τόν Φεβρουάριο τοῦ 1884, τόν συναντοῦμε νά προσφέρει τίς ὑπηρεσιες του στό νησί.
Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας ἀπεβίωσε τόν Μάρτιο τοῦ 1900 στή Κύμη. Μεταξύ αὐτῶν πού τόν ἐνεκρολόγησαν ἦταν καί ὁ Ἰωάννης Παπασταματίου, Πρόεδρος τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου τῶν Κυμαίων, ὁ ὁποῖος εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: "Τί πρῶτον ν' ἀναφέρω καί τί ὕστατον νά εἴπω περί τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρός; Τό ὑπέρ τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ἔζησε καί περάν ἔτι αὐτῆς ἐνδιαφέρον του, ἤ τήν ἀφιλοκέρδειάν του; Τό προσηνές καί μειλίχιον τοῦ χαρακτῆρος του ἤ τήν καλοκαγαθίαν καί τήν χρηστότητά του;... Ἀρυόμεθα ἐκ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ πολιτείας τό δικαίωμα νά ὀνομάσωμεν τοῦτον, χωρίς νά αἰσθανώνεθα καί τόν ἐλάχιστον φόβον, ὅτι αἱ γνῶμαι μας ἐξέρχονται τοῦ σημείου τῆς ἀσφαλείας, μ έ γ α ν τῆς κοινωνίας μας καί ἔτι πλέον -ὁλοκλήρου τῆς Ἐπαρχίας Καρυστίας- εὐεργέτην, διότι κατηνάλωσε τόν βίον του ὁλόκληρον, ὁλόκληρον τήν ζωήν του ἐξασκῶν ἡμίσειαν περίπου ἑκατοντάδα ἐνιαυτῶν τό ἱερόν ἔργον τοῦ θείου Ἀσκληπιοῦ, μεθ' ἡδονῆς ἀρρήτου πρός ἀνακούφισιν καί ἐξυπηρέτησιν τῶν πασχόντων, χωρίς οὐδεμίαν νά προσπορίσῃ ἑαυτῷ ὑλικήν ὠφέλειαν, χωρίς οὐδέν ὑπέρ ἑαυτοῦ νά ὑπολογίσῃ ἐν τοῖς χρόνοις, καθ' οὕς εὑρείας, δυστυχῶς, ἀπ'ἄ κρου ἕως ἄκρου τῆς γῆς, ἔχει ἁπλώσῃ τάς πτέρυγάς του ὁ ὑπολογισμός".
Τέλος, ἡ ἑβδομαδιαία τοπική ἐφημερίδα τῆς Κύμης "ΚΥΜΗ" ἀφιέρωσε κάποια δημοσιεύματα στήν προσωπικότητα τοῦ Γιατροῦ Ἰωάννη Βακράτσα, ὅπως αὐτό, πού παρουσιάζω σέ φωτοτυπία παρακάτω καί τό ὁποῖο δημοσιεύτηκε στίς 23 Ἀπριλίου 1906, (βλ. ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Γ΄, φ. 74) . Ὑπάρχει καί κάποιο ἀκόμη δημοσίευμα, τό ὁποῖο ἔχει γράψει κάποιος μέ τό ψευδώνυμο "Ἴστωρ" πού δημοσιεύτηκε στίς 8 Αὐγούστου 1904 (βλ.ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Α΄, φ. 33). Ἐκεῖ, μεταξύ τῶν ἄλλων, γράφονται καί τά ἑξῆς:
"Πρό τῆς σεπτῆς τοῦ ἀτρήτου τῆς ἐπιστήμης σκαπανέως μνήμης, ταπεινός ὑποκλίνομαι θεράπων, δέον δέ πᾶς τις μετά πολλῆς τῆς εὐλαβείας καί σεβασμοῦ νἀ φέρῃ εἰς τά χείλη του τό ὄνομα τοῦ μόνου ἀληθοῦς τῆς Κύμης εὐεργέτου τοῦ ἀειμνήστου Ἰατροῦ ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΚΡΑΤΣΑ. Παρῆλθεν ἤδη ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ σιδηροῦς στυλοβάτης τοῦ ὅλου κοινωτικοῦ οἰκοδομήματος... ἀλλ' ὦ τῆς ἀχαριστίας ἡμῶν! Οὐδέ ἕν μνημόσυνον και κατά τύπον ἐτελέσθη πρός ἀνάπαυσιν τῆς ἁγίας αὐτοῦ ψυχῆς, οὐδέ κόκος γῆς ἀπέναντι τοῦ τοῦ σύμπαντος ἀπεδόθη εἰς μνήμην τοῦ γίγαντος ἰατροφιλοσόφου, πικραί δέ τήν στιγμήν ταύτην μοί ἐπέρχονται αἱ τοῦ παρελθόντος ἀναμνήσεις, αἱ διάφοροι κατά τόν θάνατον ἐκείνου ριφθεῖσαι προτάσεις, φόροι εὐγνωμοσύνης πρός τό ἀκάματον τῆς φιλανθρωπίας ἐργάτην...."
Σκόπελος, Καλοκαίρι 2000
(Τὸ κείμενο αὐτὸ γράφτηκε μὲ βάση τὶς προφορικὲς πληροφορίες τῆς κυρίας Ἀντιγόνης Στ. Βακράτσα καὶ τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ ποὺ φυλάσσεται στὴν οἰκογενειακή της συλλογὴ)


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Για το βιβλίο του Μάκη Τσίτα “Ο δικός μου ο μπαμπάς” | Εικονογράφηση, Λίλα Καλογερή | εκδ. Πατάκη 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Κατ’ αρχάς ο τίτλος -Ο δικός μου ο μπαμπάς- του νέου παιδικού βιβλίου του Μάκη Τσίτα μας μεταφέρει ολοταχώς στην τρυφερή ηλικία που τα παιδιά μέσα στην αθωότητά τους αισθάνονται υπερηφάνεια για ό,τι έχουν και κυρίως για τους γονείς τους. Και ό,τι έχουν είναι τεράστια περιουσία. Η αξία και η σημασία της δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Η οικογένεια είναι το κοχύλι που μέσα του μεγαλώνει το μαργαριτάρι και το μαργαριτάρι λάμπει και αστράφτει μέσα στην πολύτιμη φωλιά του.

Ο Τσίτας, μελετώντας τη συμπεριφορά και την αντίδραση της μικρής ηρωίδας του, προβάλλει τις λεπτές και μη άμεσα ορατές πτυχές της παιδικής της ψυχής, κατακυρώνοντας το ρόλο του «μπαμπά» και της παντοδυναμίας του, στα μάτια της μικρής κόρης. Πίσω από κάθε προβολή του «μπαμπά», όμως, αναγνωρίζουμε ένα ζητούμενο από την πλευρά του παιδιού. Τα πράγματα είναι έτσι, επειδή εκείνη, η μικρή κόρη, τα θέλει έτσι και αυτό φαίνεται από την πρώτη παράγραφο και την τελευταία, την καταληκτική, που είναι «Κι αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια». Με άλλα λόγια η δική μου η αλήθεια είναι το αγκωνάρι στην οικοδόμηση του κόσμου μου και, ανεξάρτητα από ό,τι νομίζετε εσείς, εγώ έχω το δίκιο.

Η ηρωίδα της μικρής ιστορίας είναι δυναμική, επιβλητική, δε σηκώνει αντίρρηση και μύγα στο σπαθί της. Μικρή σταγόνα, δυναμίτη όμως.

Το διακύβευμα είναι ο μπαμπάς της. Και ο τίτλος με τη διατύπωσή του και μόνο έχει αφαιρέσει την όποια αμφισβήτηση σε ό,τι πει η μικρή. Ο δικός μου ο μπαμπάς έχει το βάρος μιας κτήσης.. είναι «ο δικός μου» και όχι ο οποιοσδήποτε μπαμπάς· και αυτό το «δικός μου» τον διαφοροποιεί από τους άλλους μπαμπάδες. Από την άλλη, είμαι εγώ που η παρουσία μου απαιτεί έναν τέτοιον μπαμπά. Σαν να λέει από μένα πηγάζουν όλα. Και αυτά τα όλα εκτυλίσσονται σιγά σιγά σαν λογικά επιχειρήματα και συμπεράσματα ελλιπών συλλογισμών από αυτούς που διδάσκει η τυπική λογική. Μόνο που εδώ τα επιχειρήματα δεν είναι ούτε τυπικά ούτε λογικά, αλλά αυθαίρετα· είναι πορίσματα μιας συναισθηματικής λογικής, η οποία όμως υπερβαίνει την καθιερωμένη και ενέχει θέση ισχυρότερη της επιστημονικής απόδειξης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι σε θέματα καρδιάς λογική ερμηνεία δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο συναισθηματική. Όσο μικρή εμβέλεια και αν έχει, αφού είναι προσωπική, ιδιοτελής και εγωιστική, είναι τεκμήριο μιας σχέσης που εδραιώνεται στην αγάπη προς και από τον μπαμπά. Η μικρή με τα αστήρικτα επιχειρήματά της μας επιβάλλει το δικό της λογικό άλμα. Και γι’ αυτό είναι χαριτωμένα και αυτά και αυτή και ο μπαμπάς της. Το ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος, αφενός βασίζεται στο ότι «Όλοι οι μπαμπάδες είναι καλοί. Αν ρωτήσετε τα παιδιά τους θα σας το πουν», αφετέρου, στο ότι είναι ο δικός μου. Επειδή είναι δικός μου, εγώ τον κάνω εξέχοντα μέσα σ’ ένα σύνολο ομοίων. Η κλιμάκωση γίνεται απλώς από το καλός στο καλύτερος, με μια απλουστευτική λογική, σύμφωνα με την οποία το μυαλουδάκι του παιδιού κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, που δεν υποψιάζεται, ευτυχώς, το κακό και που ο μπαμπάς για το κάθε παιδί είναι εκεί για βοήθεια, προστασία και ασφάλεια. Και με την απόλυτη ρήση «αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια» έχει αποκλείσει κάθε δικαίωμα για άρνηση.

Το εικαστικό που πλαισιώνει τα κείμενα συμπληρώνει την συναισθηματική επιχειρηματολογία της μικρής, ενώ ταυτόχρονα, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη που πρέπει να συμφωνήσει γελώντας με την ανατροπή της όλης θέσης. Σελίδα σελίδα λοιπόν και εικαστικό εικαστικό ξετυλίγονται τα πάντα· ο λόγος στήνοντας και η ζωγραφιά ξεστήνοντας, βαδίζουν χέρι χέρι με χιούμορ και φαντασία.

Έτσι ο μπαμπάς είναι πιο δυνατός, τον φοβούνται οι κλέφτες και οι πειρατές, δεν διστάζει να τα βάλει με τα άγρια θηρία, ξέρει τις πιο ωραίες, παράξενες και αστείες ιστορίες, έχει ιδέες για να περνάς ευχάριστα, είναι όμορφος και γλυκομίλητος, φτιάχνει κάστρα και χιονανθρώπους, είναι σοφός και μπορεί να απαντήσει στα πάντα, ξέρει να φτιάχνει ομελέτες, να κάνει πρωτότυπα δώρα, θυμώνει αλλά άμα ζητήσεις συγγνώμη συγχωρεί εύκολα, δίνει γλυκά φιλιά και έχει τρυφερή και ζεστή αγκαλιά.

Το εικαστικό όμως, είπαμε, υποσκάπτει ό,τι λέει ο λόγος. Συγκεκριμένα, η Λίλα Καλογερή έχει συλλάβει την ιδέα των διαδοχικών ανατροπών. Ενώ όλοι οι μπαμπάδες κινούνται στις τρεις αποχρώσεις της διαβαθμισμένης μονοτονίας -άσπρο, γκρι, μαύρο- προβάλλεται ο ένας και μοναδικός, με χρώματα ζωηρά και μακράν πάσης συγκρίσεως. «Τον τρέμουν οι κλέφτες / τον φοβούνται οι πειρατές», εφόσον πρόκειται για επιτραπέζιο παιχνίδι. Όσο για τα άγρια θηρία δεν τα φοβάται γιατί ζωγραφισμένα στην αφίσα και πίσω από τα κάγκελα είναι ακίνδυνα. Στις ιστορίες του μόνο εκείνος και η κόρη του γελούν. Τα άλλα πρόσωπα – παππούς, μαμά, αδελφή, ακόμα και ο σκύλος ως εκ της φύσεώς του- δεν γελούν και μάλλον δυσανασχετούν. Όταν όμως αγαπάς τον μπαμπά σου αυτός είναι το πρότυπο για όλα· ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν κάνει. Ο μαξιλαροπόλεμος είναι μια ωραία ιδέα για να περάσεις καλά, αλλά η μεγάλη αδελφή ενοχλείται. Λύνει όλα τα δύσκολα προβλήματα, γιατί κοιτάζει το λυσάρι. «Ο δικός μου ο μπαμπάς είναι ο πιο όμορφος απ’ όλους. Ο πιο ευγενικός και ο πιο γλυκομίλητος». Η εικόνα δεν μας πείθει για την αξία της αισθητική της εκτίμησης αλλά περί ορέξεως ουδείς λόγος. Κάνει καλή ομελέτα, αλλά κάνει μαντάρα την κουζίνα. Κι όταν θυμώνει κι η μικρή ζητά συγγνώμη εκείνος τη συγχωρεί. Εδώ πρέπει να σταθούμε. Το κοριτσάκι παραδέχεται ότι έκανε λάθος και «δεν είναι κακό να ζητάς συγγνώμη» σαν να υποδεικνύει στα άλλα παιδάκια να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να ζητούν συγγνώμη. Για όλα αυτά ο μπαμπάς της είναι ο καλύτερος.

Στα μάτια των παιδιών δεν έχουν σημασία οι αλήθειες των μεγάλων αλλά οι αλήθειες οι δικές τους που μέσα από αυτές, μέσα από τα παιχνίδια, μέσα από τα χατίρια που τους κάνουν οι γονείς, που παίζουν μαζί τους, που τους αφιερώνουν χρόνο, που τα απασχολούν, τα παιδιά μαθαίνουν τους ρόλους τους και στεριώνουν τις σχέσεις τους με τους γονείς τους που είναι πρότυπα στα μάτια τους και ειδικά ο «μπαμπάς» που παραδοσιακά σηκώνει το βαρύ φορτίο του ισχυρού φύλου.

Το βιβλιαράκι είναι μεγάλη απόλαυση για τα μικρά παιδιά που το διαβάζουν στην τρυφερή αγκαλιά, με τα γλυκά φιλιά του μπαμπά. Μάλιστα παρακολουθώντας τα κείμενα παράλληλα με τις ζωγραφιές απολαμβάνουμε και εμείς την ανατροπή κάθε θέσης, χωρίς να κλονίζουμε την πίστη της μικρής στις ικανότητες του μπαμπά της. Και το συμπέρασμα πέραν όποιας άλλης κρίσης είναι ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος από όλους γιατί ασχολείται μαζί της, παίζει μαζί της, διαβάζει τα μαθήματά της, κάνει τα πάντα μαζί της. Νοιάζεται γι’ αυτήν. Γι’ αυτό είναι ο καλύτερος μπαμπάς. Ο καλύτερος μπαμπάς είναι αυτός που ασχολείται με το παιδί του, λέει ο Τσίτας. 

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΖΟΥΜΕ (νέο ποίημα)


Γιατί κοιτώ χωρίς να βλέπω
και πριν προλάβω να τ’ ακούσω
αυτό σιωπά;
Τι να μου κλέβει την αφή
καθώς σ’ αγγίζω
κι από τα χείλη μού σκουπίζει
το φιλί μας βιαστικά;
Τι επιτέλους μ’ εμποδίζει ἀπ’ το να ζω
ολόκληρος σαν «φχαριστῶ»
πριν να ‘ναι αργά;
Απ’ το πολύ να ζούμε για κάτι άλλο
ξεχάσαμε πώς είναι
απλώς να ζούμε.

30.6.2017

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΙΟ ΔΑΠΟΝΤΕ

Ναί, εἶναι μεγάλη ἡ τιμὴ γιὰ τὸ νησί μας καὶ τὸν μεγάλο μας Καισάριο Δαπόντε


Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων ἐνεκρίθη μὲ βαθμὸ ἄριστα μεταπτυχιακὴ καὶ διπλωματικὴ ἐργασία τῆς δ. Νικολέτας Ζαμπάκη, μὲ θέμα «Μετρικολογικὰ στόν ΚΗΠΟ ΧΑΡΙΤΩΝ τοῦ Καισάριου Δαπόντε», μὲ ἐπόπτρια Καθηγήτρια τὴν κ. Ἀθην Βογιατζόγλου, Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ ὡς ἄνω Πανεπιστημίου.
Φυσικὰ ἐδῶ δὲν θὰ ἀναλύσω τὴν ἐν λόγῳ σημαντικὴ διατριβή, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι ἐπιστημονικὰ τεκμηριωμένη καὶ μὲ τὴν δέουσα προσοχὴ γραμμένη, ὅμως θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω στοὺς σημερινοὺς Σκοπελίτες καὶ ἰδίως στοὺς νέους καὶ τὶς νέες ποὺ σπουδάζουν σὲ παρόμοιες Πανεπιστημιακὲς Σχολές, τὸ πόσο ἀστείρευτος εἶναι ὁ μεγάλος μας λόγιος, ὁ Καισάριος Δαπόντες, ἀλλὰ καὶ συνάμα ἀξιόλογος. Ἄσχετα ἄν ἐδῶ, στὸ νησί μας δηλαδή, εἶναι σχεδὸν λησμονημένος (ὁ διαγωνισμὸς ποίησης μὲ τὴν ἐπωνυμία «Καισάριος Δαπόντες» νομίζω ὄτι εἶναι χωρὶς οὐσία. Καὶ θὰ ἐξηγήσω στὴ συνέχεια τὶ θέλω νὰ πῶ) ἤ περιφρονημένος π. χ. Σ᾿ ἕνα στενάκι εἶναι μισογραμμένο τὸ ὄνομά του, ἐνῶ τόσα και τόσα χρόνια δὲ φρόντισε κανένας νὰ γίνει μιὰ προτομή του ἤ ἔστω ἕνα μεγάλο πορτραῖτο ποὺ νὰ στηθεῖ σὲ περίοπτη θέση, ὥστε νὰ τὸ βλέπουν οἱ ἐπισκέπτες. Χώρια ποὺ πέρασαν τὰ ἔτη 2013-14, ὅπου εἴχαμε τὴν ἐπέτειο 300 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση καὶ 280 ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τέκνου τῆς Σκοπέλου, χωρὶς νὰ τιμηθεῖ, ὅπως τοῦ ἔπρεπε. Ἀντίθετα, λλες ἐκδηλώσεις ἔχουμε ὄχι καὶ λίγες....
Τώρα, λοιπόν, ἔρχεται ἡ αὐτὴ ἡ ἀξιόλογη διατριβὴ τῆς δ. Ν. Ζαμπάκη νὰ μᾶς θυμίσει αὐτὸ τὸ κορυφαῖο αὐτοβιογραφικὸ ἔργο τοῦ μεγαλο μας Δαπόντε, τὸν «Κῆπο Χαρίτων», πού, ἐκδόθηκε μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Δαπόντε: Πρῶτα ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ Σοφοκλέους τὸ 1880 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὸ 1881 ἀπὸ τὸν E. Legrand, γιὰ νὰ ἐπανεκδοθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Γ. Σαββίδη (1995) καὶ σὲ πολὺ προσεγμένη μορφή ἀπὸ τὸν λκη Ἀγγέλου (1997). Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπέλιτες ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο αὐτό ἤ ἔστω ἔχει δεῖ τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Δαπόντες γιὰ τὴ Σκόπελό του, τὴν χρυσῆ πατρίδα; Φοβᾶμαι ἐλαχιστοι.
Ἤ ἀκόμη, πόσοι ἀπὸ τοὺς Σκοπελίτες γνωρίζουν ὅτι τὸ ἐκδεδομένο ἤ ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Δαπόντε εἶναι ἀντικείμενο σήμερα σοβαρῆς μελέτης, κάτι πού, ἀσφαλῶς, μᾶς τιμᾶ ἰδίατερα;
Γράφει πολὺ χαρακτηριστικὰ ἡ δ. Ζαμπάκη: « Ἡ νεότερη ἔρευνα ἔχει ἐπανεκτιμήσει τὴ λογοτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀξία τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε καὶ τὸν κατατάσσει στὴ χορεία τῶν πιὸ ἀντιπροσωπευτικῶν μορφῶν τοῦ 18ου αἰ.1 Ἐπιπλέον, ἡ πρόσφατη μετάφραση στὰ ἀγγλικὰ τοῦ «Κανόνα Πολλῶν ἐξαιρέτων πραγμάτων» καὶ ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸν «Κῆπο Χαρίτων» τοῦ Δαπόντε τῶν ἐκδόσεων Harvand University Press, 2017 ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη ὅτι ἡ νεότερη μεταφραστική ἔρευνα ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Δαπόντε» (σελ. 7). Κι ἐδῶ θέλω νὰ θυμίσω πὼς αὐτὸς ὁ Κανόνας, στὸν ὁποῖο μνημονεύονται τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς ἀρίζει τὸ κυρίως ἀγαθὸ τῆς Σκοπέλου, τὸ σκοπελίτικο κρασί...
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ κι ἄλλες ἀξιόλογες μελέτες πάνω στὸ ἔργο τοῦ Δαπόντε παρουσιάστηκαν, ἐνῶ συνεχίζεται κι ἡ ἔκδοση τοῦ ἀνέκδοτου ἔργου του. Θυμίζω ἐδῶ τὸ κορυφαῖο πόνημα τοῦ καθ. Σ. Πασχαλίδη, Ἡ αὐτόγραφη νεομαρτυρολογικὴ Συλλογὴ τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784), Θεσσαλονίκη 2012, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν σπουδαία μελετη τοῦ κ. Χαρ. Καρανάσιου, Δ/τῆ τοῦ ΚΕΜΕ, Τὸ ἄγνωστο ἔργο τοῦ Καισαρίου Δαπόντε <Βρύσις λογική> [1778]: Ἐπιστολαὶ ἐκ τῆς φυλακῆς καὶ κατὰ τῶν Κολυβάδων, στὸ περ. Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, 12 (2016) 255-388 κ. ἄ. Ἀλήθεια, πόσοι ἐνδιαφέρθηκαν ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπελίτες νὰ δοῦν, ὄχι νὰ διαβάσουν αὐτὰ τὰ ἔργα; Κι ὕστερα, γιατὶ νὰ μὴ συστηθεῖ στὸ νησί μας να Κέντρο Μελετῶν Καισαρίου Δαπόντε, ὅπου ὁ κάθε μελετητὴς θὰ μπορεῖ νὰ βρεῖ ὅλη τὴν ἐργογραφία του; Μεράκι χρειάζεται, πιστεύω, κι ὄρεξη γιὰ προσφορὰ καὶ τιμὴ στὸν μεγάλο μας συμπατριώτη.
Προσωπικὰ εὐχαριστῶ τὴν δ. Νικολέτα Ζαμπάκη ποὺ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Δαπόντε μας κι εὔχομαι γρήγορα νὰ συνειδητοποιήσουμε κι ἐμεῖς οἱ Σκοπελίτες τὸ τὶ θησαυρὸς εἶναι γιὰ μᾶς ὁ κατὰ κόσμον Κωνσταντῖνος Δαπόντες, υἱὸς τοῦ Χαζῆ Στεφανῆ καὶ τῆς Μαγδαληνῆς Δαπόντε, τὸ γένος Ἰωάννου Γραμματικοῦ. Ἕνα θὰ θυμίσω ἐδῶ μὲ κίνδυνο νὰ παρεξηγηθῶ μάλιστα: Πῶς, ἄν δὲν εἴχαμε τὸν Δαπόντε, μήτε ποὺ θὰ ξέραμε τὸν Ἅγιο Ρηγνο μας.
π. κ.ν.κ

1 Ἡ ὑπογράμμιση δική μου

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email