© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΠΡΟΚΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


(Περιοδικό Νέα Ευθύνη, τεύχος 15, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2013, σσ. 1-3)

Ο εικοστός αιών, περίοδος εντυπωσιακής προόδου της επιστήμης και της τεχνολογίας, οικονομικών κατακτήσεων, ανόδου του βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου μεγάλων τμημάτων του παγκοσμίου πληθυσμού, υπήρξεν ο πιο βίαιος αιών της ιστορίας, τόσον αναφορικώς προς την άσκησιν βίας του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπον, όσον και ως προς την ωμότητα απέναντι εις την φύσιν. Αντιμέτωπη προς τα πολιτικάς και οικονομικάς προκλήσεις των καιρών, με την αυτονόμησιν της επιστημονικής και τεχνολογικής αναπτύξεως από τας πραγματικάς ανάγκας του ανθρώπου, με την ραγδαίαν παγκοσμιοποίησιν της κοινωνίας της πληροφορίας και των ποικιλωνύμων εξαρτήσεων, τας οποίας αυτή δημιουργεί εις το όνομα της οργανώσεως και της επικοινωνίας, ενώπιον των πρωτογνώρων απειλών κατά του ανθρωπίνου προσώπου και της ακεραιότητος του κόσμου του, η Ορθόδοξος Εκκλησία καλείται σήμερον να δώση την μαρτυρίαν της εν Χριστώ ελευθερίας, της αλληλεγγύης προς τον άνθρωπον και την κτίσιν, να αρθώση τον ιδικόν της λόγον της αγάπης, της δικαιοσύνης και της ελπίδος, ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Αυτό είναι το έργον της εκκλησιαστικής θεολογίας, η οποία ανέκαθεν εστοχάζετο, ερμήνευε και διετύπωνε την αλήθειαν της Ορθοδοξίας, έναντι των εκάστοτε προκλήσεων, και προσήγγιζε τα προβλήματα των καιρών υπό το φως της πίστεως και της παραδόσεώς της. 

Το ζητούμενον από την Ορθοδοξίαν σήμερον είναι να λειτουργήσει η ιδία ως θετική πρόκλησις διά τον σύγχρονον άνθρωπον, ως προοπτική ενθέου βιοτής και σχεσιακής ελευθερίας. Εις μίαν εποχήν "ανατροπής των αξιών", η οποία απαξιώνει πολλά σημαντικά και απολυτοποιεί πλείστα όσα ασήμαντα, η Εκκλησία προβάλλει θεοφιλή ιεράρχησιν αξιών, με επικεφαλής την ιερότητα του κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού πλασθέντος ανθρώπου και την ακεραιότητα της καλής λίαν δημιουργίας. 

Η Εκκλησία, όταν ομιλή, το πράττει διά να υπερασπισθή τον άνθρωπον. Επίσης ημπορεί να σιωπά διά τον ίδιον λόγον. Είναι αδύνατον όμως η Εκκλησία να παραμείνη αδρανής απέναντι εις την κραυγήν αγωνίας των "κοπιώντων και πεφορτισμένων" και εις τον στεναγμόν της κτίσεως, να σιωπήση όταν απειλήται ο "ελευθερία τετιμημένος" (Ι. Χρυσόστομος) άνθρωπος και ο κόσμος του. 

Δεν συμβιβάζεται η Εκκλησία προς την αδικίαν, προς όλας εκείνας τας αντιπερσοναλιστικάς δυνάμεις, αι οποίαι υποσκάπτουν την κοινωνικήν συνοχήν. Αντιστέκεται, προβάλλουσα το κοινωνικόν περιεχόμενον του χριστιανικού Ευαγγελίου, ασκούσα έργον διακονίας και φιλανθρωπίας. Το εκκλησιαστικόν γεγονός, ο βεβιωμένος κοινοτισμός της Ορθοδοξίας και η κοινωνία των σχέσεων, αποτελεί απτήν πρόκλησιν διά τον ατομοκεντρισμόν του συγχρόνου ανθρώπου, διά τον δικαιωματισμόν και τον αυτοσωτηρικόν ναρκισσισμόν του. Το ασκητικόν ήθος της προσφέρεται ως εναλλακτική πρότασις ζωής εις τον άνθρωπον του έχειν, ο οποίος ταυτίζει την ευδαιμονίαν του προς τον πολλαπλασιασμόν των ικανοποιημένων αναγκών του. 

Ως χώρος θεοσδότου ελευθερίας η Ορθόδοξος Εκκλησία απορρίπτει την τοποθέτησιν του έθνους υπεράνω της κοινωνίας προσώπων. Είναι αδιανόητον το έθνος να ανάγηται εις καθοριστικόν παράγοντα της εκκλησιαστικής ζωής, να αποτελή τον άξονα της οργανώσεως της Εκκλησίας, να εκφέρη η Εκκλησία εθνοκεντρικόν λόγον, να γίνεται κοιτίς κρυπτοεθνικισμού ή να συμπράττει ανοικτά προς εθνικιστικάς πολιτικάς δυνάμεις. 

Εις την πρωτοφανή καταστροφήν του περιβάλλοντος και την λεηλασίαν της φύσεως, αι οποίαι απειλούν άμεσα και το ανθρώπινον πρόσωπον, η Εκκλησία απαντά με την ευχαριστιακήν χρήσιν του κόσμου και τους αγώνας διά την οικολογικήν ευαισθητοποίησιν και την προστασίαν της κτίσεως. Απέναντι εις τον οικονομισμόν της παγκοσμιοποιήσεως, τον "φονταμενταλισμόν της αγοράς", την κυριαρχίαν των αριθμών, των ποσοτικών κριτηρίων και του αχαλινώτου κερδοσκοπισμού, η Ορθοδοξία προβάλλει μετ' εμφάσεως το βιβλικόν "ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος" (Λουκ. 4,3), και την αλήθειαν ότι η οικονομία οφείλει να υπηρετή τας ζωτικάς ανάγκας του ανθρώπου. 

Εις "το σόν και το εμόν, τούτο δη το πάντα ανατρέπον και θορυβούν" (Ι. Χρυσόστομος), ο λαός του Θεού απαντά με τον μετοχικόν πολιτισμόν της αλληλεγγύης, με την μικροδιακονίαν και την μακροδιακονίαν, με την ευλογημένην σταυροαναστάσιμον αγάπην. "Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστι, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν" (1 Ιωάν. 4,7-9). 

Εις τους θιασώτας του επιστημονισμού η Εκκλησία υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική πρόοδος, όταν φαλκιδεύεται το ανθρώπινον πρόσωπον και η ελευθερία του. Τίποτε δεν γιγαντώνει την αλαζονείαν του συγχρόνου ανθρώπου όσον η πίστις εις την παντοδυναμίαν της επιστήμης και της τεχνολογίας. Το μέλλον, όμως, δεν φαίνεται να ανήκη εις τον αυτοχειροτόνητον ανθρωποθεόν, ο οποίος αγνοεί ή καταργεί προμηθεϊκώς όρια και μέτρα και καταστρέφει τους όρους ζωής επί της γης. Είναι βέβαιον ότι η ανθρωπότης δεν θα επιβιώση, εάν δεν αλλάξη τον υπεροπτικόν κτητικόν προσανατολισμόν της. 

Η Ορθόδοξος ημών πίστις, η οποία είναι πηγή ανεξαντλήτου δυναμισμού, δεν μας αποκόπτει από τον κόσμον και την ιστορίαν. Αι υψωμέναι κατά την προσευχήν χείρες ημών κατέρχονται δια να γίνουν χειρ βοηθείας, συμπαραστάσεως και φιλαλληλίας. "Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού" (Γαλ. 6,2). Η μέριμνα διά τον άνθρωπον και τον κοινόν "οίκον" είναι κεντρική διάστασις του ορθοδόξου εκκλησιαστικού ήθους. Τόσον η άγονος εσωστρέφεια και η απόρριψις του κόσμου όσον και η ασύνετος εξωστρέφεια και ταύτισις με τον κόσμον είναι ασυμβίβασται με την αυθεντικότητα της εν Χριστώ ζωής, αφού ακυρώνουν την διαλεκτικήν του εν τω κόσμω και ουκ εκ του κόσμου χαρακτήρος της Εκκλησίας. 

Η Ορθοδοξία δεν φοβείται τον διάλογον, αλλά τον επιζητεί και τον καλλιεργεί. Διαλεγόμεθα με σύνεσιν και αποφασιστικότητα διά το καλόν του ανθρώπου και την διάσωσιν του κόσμου του, διά την ειρήνην των θρησκειών και των πολιτισμών, διερευνώμεν τας δυνατότητας συνεργασίας διά το κοινόν ημών παρόν και το μέλλον, διά την οικοδόμησιν της κοινωνίας και της αλληλεγγύης. Ο διάλογος οδηγεί εις την άρσιν των προκαταλήψεων και της δυσπιστίας, προωθεί την αλληλογνωριμίαν και την αλληλεοκτίμησιν και οικοδομεί τον σεβασμόν προς το διαφορετικόν. Είναι ουτοπικόν να πιστεύωμεν ότι η αλληλεγγύη και η κοινωνική συνοχή ημπορούν να επιτευχθούν διά μέσου της παγκοσμιοποιήσεως, της ανόδου του βιοτικού επιπέδου και της διαδικτυακής επικοινωνίας. Σημαντικός παράγων της παγκοσμίου ειρήνης είναι αι θρησκείαι, αι οποίαι οφείλουν να λειτουργούν ως δυνάμεις καταλλαγής και συμφιλιώσεως. Η αξιοπιστία των θρησκειών κρίνεται σήμερον εις μέγα βαθμόν από την συμβολήν των εις τον καλόν αγώνα διά την ειρήνην. 

[Επιμέλεια: Π. Α. Ανδριόπουλος / Φως Φαναρίου]

Νίκου Γράψα: ΣΙΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΑ ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΜΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΚΛΗΣΕΙΣ

[Ομιλία κατά την 6η σύναξη του β΄ κύκλου δράσεων 
τού Μορφωτικού Κέντρου Λόγου «Αληθώς»,
Παναγούλα Μπανάτου, 20 Ιανουαρίου 2013]

Α΄ ΜΕΡΟΣ

·        Η μυθολογούσα συνείδηση στα δημιουργήματα της λαϊκής φαντασίας
·        Άσματα, τραγώ(ου)δια, κάλαντα, παραλογές, πλαστά διηγήματα
·        Σχέση μύθου και τέχνης
·        Σχέση μύθου και θρησκευτικού συναισθήματος

Με τον μύθο ανατέλλει η συνείδηση, κάνει το πρώτο βήμα πέρα από το ζωϊκό βασίλειο
Κ. Τσάτσος

Ο μύθος, ως αντικείμενο αντίληψης, απαιτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία της νόησης για ένα κόσμο που δεν είναι ούτε φυσικός ούτε ιστορικός, όπου υπάρχουν όντα εξωφυσικά και εξωιστορικά αλλά και που μπορεί να μην είναι και τέτοια, όπου εξελίσσονται πλαστές ή πραγματικές καταστάσεις, τα ζώα μιλούν ή είναι φανταστικά, η φύση υπακούει, οι άνθρωποι έχουν υπερφυσικές δυνάμεις,  συνομιλούν με τους θεούς.
Έτσι κατά την πλατωνική ρήση ο μύθος μετέχει της διάνοιας με σκοπό την κατανόηση και ερμηνεία του κόσμου αλλά δεν υπακούει στους νόμους της διάνοιας, εφ’ όσον παρεμβάλλει άλογα, πλαστά στοιχεία, πρόσωπα ή καταστάσεις.
Για τη νόηση του μύθου η διάνοια συνδυάζεται με τη φαντασία, αν έτσι ονομάσουμε τα άλογα στοιχεία που εμφανίζονται σ’ αυτόν, σε μια μίξη λογικού και παράλογου.
  Όταν η ανθρώπινη συνείδηση μυθολογεί και συνθέτει νέους μύθους ή εννοεί και εξηγεί παλαιότερους, δεν το κάνει με την μέθοδο της επιστήμης, δεν διαχειρίζεται μια επιστημονική αλήθεια που τακτοποιεί τη φύση σε νόμους ούτε μελετά το ιστορικό γίγνεσθαι, την αποδεδειγμένη ιστορική πραγματικότητα με κατηγορίες της διάνοιας. Αίτημα της ανθρώπινης συνείδησης είναι, δίπλα στον χώρο του συστηματικού επιστημονικού λόγου να υπάρχει ο χώρος του μύθου όπου επιζεί επί χιλιάδες χρόνια η αισθητική και θρησκευτική νόηση.
Ο ίδιος ο μύθος, βέβαια,  αποτελεί μία ιδιαίτερη αξία πέρα από τη χρήση του ως ψυχοκοινωνικού ερμηνευτικού μέσου. Στο χώρο της δικιάς μας θάλασσας, της Μεσογείου, η μυθολογούσα συνείδηση γεννά και παράγει έργα αισθητικού κάλους, έργα παραστατικής τέχνης, έργα λόγου και μουσικής, εδώ και 4.000 χρόνια.
Ο μύθος δεν είναι δημιούργημα απλώς άλογων στοιχείων πέρα από τις μορφές αντίληψης, γιατί τότε θα ήταν ακατανόητος και ανεξήγητος από την ανθρώπινη διάνοια. Στο μύθο βρίσκουν χρήση τα στοιχεία του χώρου, του χρόνου και της αιτιότητας, όχι όμως με την μαθηματική τους έννοια. Αρκεί μια χρονική τάξη και όχι η αιτιοκρατική αναγκαιότητα.
Ο κόσμος της μυθολογούσας συνείδησης είναι, λοιπόν, εν μέρει λογικός και εν μέρει άλογος. Εκεί συντίθενται έλλογα και άλογα στοιχεία, αδιαφορώντας για τους φυσικούς νόμους. Κι αυτό δεν συνέβαινε μόνο πριν γεννηθεί η συστηματική γνώση και επιστήμη αλλά και αργότερα, στο ρωμαϊκό και βυζαντινό κόσμο, κατά τον ευρωπαϊκό μεσαίωνα και την Αναγέννηση και μέχρι των ημερών μας. Ο μύθος αλλάζει μορφές, αλλάζει κέλυφος, αλλάζει περιεχόμενο, διασταυρώνεται άλλοτε  με αισθητικά ή θρησκευτικά στοιχεία  αλλά δεν εκτοπίζεται ποτέ, αν ο άνθρωπος δεν περιχαρακωθεί, εντελώς αφύσικα, στον χώρο της αυστηρά επιστημονικής αντίληψης. Κι έτσι συμβαίνει το παράδοξο, αντί να καταργείται ο μύθος και να σταθεροποιείται η επιστήμη, να επιζεί σταθερά ο μύθος και συνεχώς να «διορθώνεται» η επιστήμη. Πάντα θα υπάρχει ένας χώρος στην ανθρώπινη συνείδηση, όπου επιζούν οι άλογες δυνάμεις της ψυχής και συνυπάρχουν με τη λογική, ικανοποιώντας τις υπαρξιακές ανθρώπινες ανάγκες.
 Η μυθοπλασία, ως αντικείμενο της διάνοιας, υπακούει στην αισθητική νόηση. Κοινό τους στοιχείο η φαντασία. Στον μύθο και στην τέχνη συνδυάζονται οι νόμοι του έλλογου νου με την φαντασία του αλόγου νου, λογικές φόρμες φιλοξενούν φανταστικές μορφές και καταστάσεις, προκαλώντας την αισθητική συγκίνηση. Φυσικά μύθος και έργο τέχνης δεν ταυτίζονται. Η ποίηση του μύθου δεν είναι η ποίηση του έργου τέχνης. Μύθος και τέχνη διευρύνονται ξεχωριστά στις δικές τους διαστάσεις, γιατί δημιουργήθηκαν για άλλο σκοπό και υπηρετούν διαφορετικούς λόγους.
Τα παραμύθια του Αισώπου και τα ομηρικά έπη είναι  τέτοια, ακριβώς, δημιουργήματα. Πολλά από τα έργα των ελλήνων τραγικών ποιητών, τα λαϊκά παραμύθια, τα κάλαντα, τα ακριτικά τραγούδια και οι εκτενείς αφηγηματικές παραλογές του ελληνικού και ευρωπαϊκού ιπποτικού μεσαίωνα, είναι δημιουργήματα όπου συνδυάζονται έλλογα και άλογα στοιχεία.
Αυτά, όμως τα δημιουργήματα, μύθοι και παραμύθοι, προσομοιάζουν στα θρησκευτικά βιώματα. Πολλοί μύθοι ή παραμύθια δεν παρουσιάζουν καθαρά ένα θρησκευτικό περιεχόμενο ή δεν αναφέρονται σε κάτι ιερό αλλά προβάλλουν ηθικές έννοιες και αξίες, κανόνες συμπεριφοράς, αποδεκτές ή όχι συνήθειες και νοοτροπίες ώστε από νοησιαρχική άποψη να ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους θρησκευτικούς μύθους.
Η σύνδεση του μύθου με την τέχνη είναι, ίσως, το μεγαλύτερο δώρο που έκανε ο άνθρωπος στον εαυτό του, στην πορεία του στον κόσμο του πολιτισμού του. Το να δίνει λαμπρότητα, ζωντάνια και μεγαλοπρέπεια σε όσα πλάθει η μυθολογούσα του συνείδηση ως αποτέλεσμα ψυχολογικής ανάγκης, το να δημιουργεί έργα αισθητικής ανάτασης, συνθέτοντας  με κανόνες μετρικούς και μουσικούς κάθε φορά νέα, σύγχρονα περιβάλλοντα συνείδησης, μουσικά, λογοτεχνικά και εικαστικά έργα,  ίσως αποτελεί το ευτυχέστερο γεγονός της ζωής του επάνω στον πλανήτη που κατοικεί.
Βέβαια, σήμερα για μας οι αρχαίοι μύθοι δεν είναι πραγματικοί μύθοι, αλλά πλαστοί. Επιζούν ως φιλοσοφικά νοήματα ή ως αισθητικά σύμβολα υψηλών και ωραίων νοημάτων, επιζούν η σοφία, η δύναμη, η ομορφιά κι όχι η Αθηνά, ο Ηρακλής, η Αφροδίτη. Ως πλαστοί μύθοι συνυπάρχουν με την επίγνωση ότι δεν ανταποκρίνονται σε τίποτα αληθινό. Πρόκειται για το παιχνίδι μιας φαντασίας που έχει απαρνηθεί το φανταστικό.
Τον μεγαλύτερο χώρο του μύθου τον υποκατέστησε κατά την ρωμαϊκή εποχή η «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια, διότι, όπως και ο μύθος, η αλήθεια αυτή δεν νοείται κατά τους νόμους της διάνοιας και της επιστήμης. Όπως και ο πραγματικός μύθος, στηρίζεται στην πίστη, στην πεποίθηση ότι αυτά που δηλώνει είναι μια αλήθεια υπεραισθητή. Στον ελάχιστο χώρο που απέμεινε στην μυθολογούσα συνείδηση του ανθρώπου, όσο υπάρχουν απλές ψυχές και παιδιά, το πιθανότερο είναι ότι και θα επιζεί ο αρχαίος μύθος, ο ησιόδειος και ο ομηρικός, ως πλαστός,  και θα γεννιούνται νέοι μύθοι που θα συνυπάρχουν με την «εξ αποκαλύψεως» αλήθεια ως αισθητικές μορφές και συμβολικές εκφράσεις και θα  εκτείνονται πέρα από τον χώρο και το χρόνο του ανθρώπου και του σύμπαντος.

Β΄ ΜΕΡΟΣ

Στο μουσικό πρόγραμμα «Σιγανά και ταπεινά άσματα του Αιγαίου με θρησκευτικές επικλήσεις» έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα διάφορα είδη των ελληνικών παραδοσιακών ασμάτων, ως προς το περιεχόμενο διαφορετικών και όχι ως προς τη μουσική τους φόρμα η οποία είναι απλή διμερής ασματική μορφή.
Παρουσιάζονται άσματα του γάμου, επιθαλάμια, άσματα της ναυτοσύνης, μία παραλογή και άσματα κοινωνικά. Οι έρρυθμες μελωδίες των ασμάτων, είτε προέρχονται από την Καππαδοκία, είτε από την Κύπρο, την Κρήτη, την Πόλη, τη Θράκη ή το Αιγαίο παρακολουθούν αρκετά στενά τα μελίσματα τής ελληνορθόδοξης θρησκευτικής μελοποιΐας, μεγαλυνάρια, κοντάκια, τροπάρια, και αυτό το χαρακτηριστικό, ακριβώς, είναι που τα εντάσσει στην ίδια ενότητα ύφους ως  ελληνικών ασμάτων.
Τα θέματά τους, απόηχοι σοβαρών κοινωνικών συμβάντων ή χαρακτηριστικών θεμάτων που πάντα απασχολούν την καθημερινότητα των Ελλήνων  γάμος, δουλειά, ξενιτιά κι όλα αυτά σε σχέση με το θείο. Όπως στην ευριπίδεια τραγωδία, η θεότητα υπάρχει στο φόντο της ανθρώπινης ζωής έτοιμη να παρέμβει όταν ο άνθρωπος την επικαλεστεί στην προσπάθειά του για ζωή ευτυχή και γαλήνια.

ΤΑ ΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ

1. Ζιμπούλι, όσταν εξεχωρίσαμε. Κάρπαθος
2. Τούρνα. Δωδεκάνησα
3. Μεσ' του Αιγαίου τα νησιά. Δωδεκάνησα
4. Πέρα στους πέρα κάμπους. Δωδεκάνησα
5. Ερήνη πούσουν το πρωί. Δωδεκάνησα
6. Εβραίος στο καράβι. Κάλυμνος (17ος αι.)
7. Η νύφη μας. Κάλυμνος
8. Γάντα γιαλέσα. Κάλυμνος
9. Η τράτα. Αιγαίο
10. Για ιδές περβόλιν όμορφο. Κρήτη
11. Απόψε τα μεσάνυχτα. Καππαδοκία
12. Ώρα καλή κι ώρα χρυσή. Κύπρος
13. Καράβι καραβάκι. Προποντίδα
14. Έχε γεια Παναγιά. Πόλη

[Ζάκυνθος, ημέρα των Φώτων 2013]
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email