© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

"… μετά των φρονίμων ημάς συναρίθμησον…"

  Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ  

Το φετινό Μεγαλοβδόμαδο, αν και αρκετά πρώιμο, όπως είχαμε ξαναγράψει στο προηγούμενο κείμενό μας, αν θυμάστε, ήταν καθαρά ανοιξιάτικο και παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις μας, οι οποίες προέρχονταν από την μαρτιάτικη αρχή του, μας αποκαλύφθηκε στην πλήρη του μεγαλοπρέπεια, βοηθώντας μας να ξαναζήσουμε στιγμές μοναδικές, όπως ακριβώς χρόνια τις είχαμε συνηθίσει και συνηγορώντας στην βίωση των ευφρόσυνων για την εορταστική αυτή περίοδο συνηθειών μας, έτσι όπως μας τις παρέδωσαν οι πατέρες μας και για χρόνια, με την μορφή των αντετιών μας, τις είχαμε μάθει και αγαπήσει.

Χαρακτηριστικά μάλιστα, το ευαίσθητο εκείνο μεσημέρι της τζαντιώτικης Μεγάλης Παρασκευής, με την μοναδική στον ορθόδοξο χώρο λιτανεία του δικού μας, του καθαρά αναγεννησιακού Εσταυρωμένου, που ενώ όλα έδειχναν πως θα ήταν βροχερό, μια και μέχρι τη μία, περίπου, μετά το μεσημέρι, σιγοψιχάλιζε και πως η συγκινητικότερη και ιερότερη για όλους ανεξαιρέτως τους ζακυνθινούς αυτή στιγμή του χρόνου δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εφέτος, εξελίχτηκε σε έκπληξη και αντίθετα με τις προβλέψεις ο σύμμαχος καιρός άνοιξε και η ώρα εκείνη ήταν γεμάτη φως, βοηθώντας στο να πραγματοποιηθεί η περιφορά και να ξανακουστεί και πάλι, έστω και από την σε περίληψη μπάντα μας, το περίφημο «Ίνα τι…», σκορπώντας ξανά ρίγη συγκίνησης και υπερηφάνεια καταγωγής.

Το ίδιο έγινε και με την λιτανευτική επάνοδο της ιστορικής Παναγίας της Λαουρένταινας, το δειλινό της Δευτέρας του Πάσχα στον οικείο της χώρο, την μετατοπισμένη μετασεισμικά εκκλησία της Αγίας Τριάδας, όπου την βρήκε σαν σκέπη αρωγής μετά την κάθοδό της στον Αιγιαλό, όταν εγκατέλειψε τον φημισμένο Καστρόλοφο, ακολουθώντας την πορεία των πιστών της. Καθαρά ανοιξιάτικο και μυροβόλο εκείνο το βράδυ, ενώ η επόμενη ξημέρωσε σκυθρωπή, κρύα και σχεδόν βροχερή, αλλάζοντας κλίμα και θυμίζοντάς μας πως παρότι Νια Βδομάδα, βρισκόμαστε ακόμα στην απαρχή της εαρινής περιόδου και πως αργεί ακόμα ο καιρός να καλοκαιρέψει. Έτσι η τύχη, που τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως εγκατέλειψε το νησί του Σολωμού, του Κάλβου και του Φώσκολου, για λίγες τουλάχιστον μέρες, αλλά καίριες, έδειξε την επιείκεια της και βοήθησε όλα να γίνουν όπως τους αρμόζει και τους πρέπει.

Με πολλά θα μπορούσα ν’ ασχοληθώ σ’ αυτό το κείμενό μου, τα οποία δίνουν την διαφορετικότητα στο ζακυνθινό Μεγαλοβδόμαδο, αλλά και την ίδια την ημέρα της Λαμπρής, αλλά αυτά, λίγο πολύ, είναι σ’ όλους μας οικεία και η επανάληψή τους ίσως είναι περιττή, μια και άλλες χρονιές είχαμε ασχοληθεί μαζί τους. Για το λόγο αυτό θ’ ασχοληθούμε σήμερα με την επαναφορά μιας συνήθειας, η οποία τελευταία μας είχε γίνει βίωμα και ανάγκη -θέλω να πιστεύω- και ενώ για μια μικρή περίοδο είχε σταματήσει, φέτος επανέκαμψε και μας έδωσε ξανά την χαρά και το προνόμιο μιας διαφορετικής και πιο ποιοτικής προσέγγισης του Θείου Πάθους, φέρνοντάς μας σε επαφή μαζί του με την τέχνη της μουσικής και τους ήχους της κλασσικής καλλιφωνίας.

Όπως σίγουρα καταλάβατε, πρόκειται για την συναυλία που έγινε το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας στην μια από τις λίγες εναπομείνασες ζακυνθινές εκκλησίες, αυτήν του Αγίου Νικολάου του Μόλου, που είτε με «ο» γράφεται, όπως είναι το σωστότερο, είτε με «ω», όπως παλιότερα συνηθιζόταν, είναι μια από τις ελάχιστες γωνιές που μας θυμίζουν το παρελθόν μας και μας υπογραμμίζουν την μοναδική αλήθεια πως η αντιγραφή και η μίμηση σε τίποτα δεν ωφελούν, αλλά αντίθετα μας αναζωογονεί η ελπίδα της συνέχισης και η παρηγοριάς της καταγωγής και της διαφορετικότητάς μας.
Το εισαγωγικό εις το εορταστικό κλίμα των αγίων ημερών εκείνο βράδυ, στην εκκλησία που πριν χρόνια έχτισαν οι ναυτικοί μας προς τιμήν του προστάτη τους, σ’ ένα νησάκι τότε, που αργότερα ενώθηκε με την στεριά, η Ελισάβετ Μαντοπούλου στο πιάνο και ο Άρης Τσακάλης στο βιολοντσέλο, μας χάρισαν την κατάνυξη του Bach και την ικεσία του Sibelious, υπενθυμίζοντάς μας πως η τέχνη, η γνήσια και η αληθινή, είναι ουσιαστική προσευχή και πως η μουσική μπορεί να γίνει ο πιο εναρμονισμένος ύμνος για τον ερχόμενο Νυμφίο, ο οποίος «κάλλει ωραίος ανά πάντας ανθρώπους» και «καλέσας ημάς εις εστίασιν πνευματικήν του νυμφώνος του», έχαιρε στην εσπερινή αυτή δέηση, ακουμπισμένος στην παμπάλαιη προσπετίβα του ναού του κορυφαίου Ιεράρχη του, δίπλα στην δακρυρροούσα Mater Dolorosa του, η οποία σε λίγες μέρες θα τον συνόδευε συντετριμμένη «ελκόμενον επί του Σταυρού» από τον ίδιο χώρο, σε μια πορεία λυτρωτικής χαρμολύπης.

Η συνήθεια των συναυλιών μέσα σε ιερούς χώρους μπορεί ν’ αντικρούει στον «ζήλον», ο οποίος, κατά τον μεγάλο εκκλησιαστικό ποιητή, «λήψεται λαόν απαίδευτον», της ανατολίζουσας νεοελληνικής νοοτροπίας, αλλά σε μας τους Επτανήσιους, όπου η «καθ’ ημάς ανατολή» δεν φαίνεται να είναι και τόσο ανάγκη, είναι οικεία έκφραση, προσαρμοσμένη στο γνωστό ύφος των εκκλησιαστικών ύμνων των ημερών, αλλά και με την λατρεία ενός Πολιούχου, ο οποίος αναμφίβολα χαίρεται κατά την έξοδο και την είσοδό του από τον τόπο της ετήσιας κοιμήσεώς του στη «Θύρα του» με τους ήχους της μπάντας του και τις αρμονικές μελωδίες της σε πατρικό του άκουσμα δοξολογίας του.

Η εκδήλωση αυτή γινόταν παλιότερα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος ονομάζεται για ιστορικούς λόγους «των Ξένων», αλλά για λόγους αισθητικής και σεβασμού στην παράδοση θα έπρεπε να λέγεται «ο Ξένος». Φέτος, όμως, ευτυχώς ροβόλησε προς τον άλλον ομώνυμό του και έτσι η χαρά των συνδαιτυμόνων, για να μην ξεχνούμε και την ποίηση του επίκαιρου υμνογράφου, ήταν διπλή, μια και οι ήχοι που ακούστηκαν ταίριαζαν αρμονικά με τον διάκοσμο και πουθενά δεν απειλούσε η αυθάδεια της νεοτερικής τοιχογραφίας.

Πριν λίγες στιγμές στις πενθηφορούσες εκκλησίες του νησιού, αλλά και ολόκληρης της ορθοδοξίας, στους λιτούς και περιεκτικούς, όπως ταιριάζει στην γνήσια ποίηση, στίχους του μηνολογίου είχε ακουστεί η ευχετική σοφία με την φράση: «… μετά των φρονίμων ημάς συναρίθμησον παρθένων και τη εκλεκτή σου σύνταξον ποίμνη …», δίνοντάς μας έτσι αιτία για τον μη αποκλεισμό μας από τον πνευματικό «νυμφώνα», όπου «… ήχος καθαρός εορταζόντων…» και την συγκατάταξή μας στην χορεία των πέντε «φρονίμων».

Αυτό, πιστεύω, πως έγινε και με όσους εκείνο το εαρινό και σταυροαναστάσιμο βράδυ παρακολούθησαν την μουσική πανδαισία στην ελπιδοφόρα παρουσία του Μόλου. Γέμισαν τα λυχνάρια τους με λάδι παιδείας και ευχές καλαισθησίας και ήταν έτοιμοι να μπουν στην χαρά του γάμου. Ακόμα και ο θαλασσομάχος οικοδεσότης, το μύρο των Μύρων, φαίνεται να ξαπόστασε εκείνες τις ώρες από την σωρεία των θαυμάτων του και να συλλειτούργησε υλικά και πνευματικά, αφουγκραζόμενος και προσευχόμενος, από την εφέστια άκρη του ξυλόγλυπτου και χρυσωμένου τέμπλου του.

Μακάρι τέτοιες εκδηλώσεις να γίνουν θεσμός και η παρουσία τους να είναι πιο πυκνή στο νησί που καυχιέται για την μουσική του παράδοση, αλλά τώρα ρυπαίνει και ρυπαίνεται με την παρουσία του κάθε επικίνδυνου και τυχοδιώκτη αοιδού, που είτε κρέμεται στις ακαλαίσθητες αφίσες των στύλων της Δ.Ε.Η., καθόλου «ελκόμενος», είτε δήθεν διασκεδάζει, σε μιαν αμαρτία μη συγχωρούμενη μιας τηλεοπτικής απομίμησης. Με τον τρόπο αυτό ο λαός μας θ’ αποκτηθεί παιδεία και καλλιέπεια και ο τόπος μας θα πάει μπροστά, επιστρέφοντας στις ρίζες του.

Μακάρι ο προσφάτως αναστημένος Χριστός να συνεγείρει και 'μας από τους τάφους. Αυτό θα είναι το αληθινό μας Πάσχα. Η γνήσια Ανάστασή μας. Η σωτηρία μας.
Μα κάτι τέτοιο «θέλει δουλειά πολλή». Ας την τολμήσουμε.
«Χριστός Ανέστη»! Ας αναστηθεί και η Ζάκυνθος!

Ο δικός μας Τσίλλερ

Της Κατερίνας Δεμέτη

H έκθεση «Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923», που λειτουργεί στην Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου (Μιχαλακοπούλου 1 και Βασ. Κωνσταντίνου 50) έως τις 29 Αυγούστου, στάθηκε η αφορμή για το σημερινό αφιέρωμα στο μεγάλο αρχιτέκτονα.
Γιατί ο Ερνέστος Τσίλλερ δεν υπήρξε μόνο ο άνθρωπος που μεταμόρφωσε την Αθήνα του 19ου αιώνα από χωριό σε ευρωπαϊκή πόλη, προσδίδοντάς της λάμψη διαρκείας, αρχιτεκτονική ταυτότητα και αισθητική. Ούτε ο απόλυτος εκλεκτικιστής, που πάντρεψε ισορροπημένα ρυθμούς και μορφολογίες της Αναγέννησης και του νεο-κλασικισμού, δημιουργώντας το προσωπικό του αρχιτεκτονικό ιδίωμα. Ούτε πάλι ο σπουδαίος μηχανικός και καινοτόμος κατασκευαστής, που έκτισε περισσότερα από 500 κτήρια σε όλη την Ελλάδα. Από τα πολύ γνωστά έργα του είναι το Προεδρικό Μεγάρο -τότε ανάκτορο του διαδόχου Κωνσταντίνου- το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών (πλατεία Κοτζιά, γκρεμίστηκε το 1940), το Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο, το Θέατρο Πατρών, το Μέγαρο Σλήμαν, το Μέγαρο Σταθάτου, το Μέγαρο Μελά, το Παλαιό Χημείο, το Μέγαρο Δεληγιώργη, αλλά και βίλες, εκκλησίες, αγορές και σχολεία σε πολλές ελληνικές πόλεις, έτσι που ο κατάλογος να μοιάζει πραγματικά ατελείωτος. Ούτε ο εισηγητής του εξωραϊσμού του Λυκαβηττού, ως κέντρου αναψυχής των αστών Αθηναίων. Ούτε ο επί δέκα χρόνια (1872-1882) Καθηγητής στο Πολυτεχνείο Αθηνών και Διευθυντής δημοσίων έργων στην κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη.


Για όλους τους ευαίσθητους Ζακυνθινούς, υπήρξε εκείνος, που έδωσε το άλλοθι, μέσα από την κατασκευή ενός και μόνο έργου του, του θεάτρου «Φώσκολος», που καταστράφηκε με τους σεισμούς του 1953, να κλαίνε το αλλοτινό κλέος ενός από τα ωραιότερα θέατρα της ανατολικής Μεσογείου, κατορθώνοντας παράλληλα να το μετατρέψει σε σύμβολο μιας εποχής που χάθηκε ανεπιστρεπτί.


Η μακέτα του προσεισμικού θεάτρου, που εκτίθεται στο Μουσείο Ζακύνθου, φιλοξενείται σήμερα στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης μαζί με τα 430 σχέδια από το αρχείο Τσίλλερ. Το αρχείο αυτό αγοράστηκε το 1961, από τον τότε διευθυντή της Μαρίνο Καλλιγά, στον οποίο και είναι αφιερωμένη η έκθεση, αντί του ευτελούς ποσού των 20.000 δραχμών και σήμερα παρουσιάζεται ολόκληρο για πρώτη φορά.


Στο παρόν δημοσίευμα, αξίζει να ξαναθυμηθούμε κάποια στοιχεία από το προσεισμικό θέατρο της πόλης μας, για ν’ αντιληφθούμε για ποιο λόγο κέρδισε τις καρδιές των αλλοτινών Ζακυνθινών, τιμώντας έτσι το μεγάλο αρχιτέκτονα, που ακόμα και μετά το θάνατό του, καταφέρνει να φέρει στην επικαιρότητα το νησί μας, μέσα στις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης, αλλά και να τον αναζητήσουμε και σε μια άλλη ξεχωριστή κατασκευή, που σώζεται, αλλά σε ερειπιώδη δυστυχώς μορφή.

To Θέατρο λοιπόν θεμελιώθηκε το 1872, επί Δημαρχίας Φραγκίσκου Τζουλάτη, στη θέση του σημερινού Πνευματικού Κέντρου πάνω στα θεμέλια της διαλυμένης οινοπνευματικής εταιρείας «Μέλισσα». Ήταν επιβλητικό, με μεγάλη πλατεία, τρεις σειρές θεωρείων και υπερώο. Στην ανατολική πτέρυγα στεγάστηκε η πολιτική λέσχη «Λομβάρδος», το περίφημο «Λομβαρδιανό Καζίνο». Ο προϋπολογισμός του ήταν 70.000 δρχ., αλλά τελικά για την αποπεράτωσή του το ποσό θα υπερβεί τις 120.000 δρχ. Στην πεταλόσχημη αίθουσά του, με τη μεγάλη πλατεία, τις τρεις σειρές θεωρεία και το υπερώο, ανέβηκαν όπερες, μελοδράματα, κωμειδύλλια.

Εγκαινιάστηκε το 1875, αλλά δεκαοκτώ χρόνια αργότερα αχρηστεύτηκε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1893. Το 1903, επί Δημαρχίας Αντωνίου Μακρή (1853-1937), κατεδαφίστηκε και ξαναχτίστηκε απαράλλαχτο πάνω στα ίδια σχέδια του Τσίλλερ. Η ζωή του κράτησε 50 χρόνια.








Σήμερα σώζονται μόνο τα κιονόκρανα των εξωτερικών παραστάδων του, που κοσμούν την κύρια όψη του Μουσείου Ζακύνθου.





Το άλλο έργο, που ο Τσίλλερ σχεδίασε για τη Ζάκυνθο λίγο μετά τα μέσα του ΙΘ΄ αι., είναι το αρχοντικό της οικογένειας Καρρέρ στο Παληοκάντουνο.











Σχεδιάστηκε από τον Τσίλλερ, σ’ ένα πρωτότυπο για την τοπική παράδοση νεογοτθικό ρυθμό και με διάθεση σαφώς ρομαντική. Το κτήριο, όπως και όλο το συγκρότημα ακολουθούσε μια τυπική συμμετρική διάταξη. Στο ελαφρά υπερυψωμένο ισόγειο είχαν διαταχθεί οι χώροι υποδοχής και οι βοηθητικοί, καθώς και ένα άνετο κλιμακοστάσιο. Στον όροφο ήταν τα υπνοδωμάτια και το κεντρικό σαλόνι. Αριστερά και δεξιά, συμμετρικά, υπνοδωμάτια και χώροι βοηθητικοί (σταύλοι, λινοί, κλπ.), σε ξέχωρα νεογοτθικά κτίρια. Η διαμόρφωση των όψεων έγινε με ιδιαίτερη επιμέλεια, αξιοποιώντας στοιχεία μιας επίσημης αρχιτεκτονικής, όπως τα λαξευτά μαρμάρινα υπέρθυρα. Το ευγενικό «ροζ αντίκο» χρωμάτιζε τους εξωτερικούς τοίχους και έκανε μία γλυκιά αντίθεση με το πράσινο του ζακυνθινού κάμπου.
Το κτήριο υπέστη μεγάλες ζημιές από τους σεισμούς του ’53, και σήμερα διατηρείται μόνο η ισόγεια βάση του και αυτή αρκετά ερειπωμένη.


Κλείνοντας το δημοσίευμά μας για το μεγάλο Βαυαρό αρχιτέκτονα, που άλλαξε με τα έργα του τη μορφή της Αθήνας, αλλά και πολλών πόλεων της νεώτερης Ελλάδας, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι Ζακυνθινοί του ΙΘ΄ αιώνα, τόλμησαν μια ουσιαστική αναμέτρηση με τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά πρότυπα, αξιοποιώντας στο έπακρο τα μέσα της εποχής.
Εμείς, δύο αιώνες μετά, με όλη την ευμάρεια και την επάρκεια των μέσων, γιατί εξακολουθούμε να φαινόμαστε υποδεέστεροί τους;
Μία επίσκεψη στην Εθνική Πινακοθήκη ίσως μάς πείσει ότι το κλέος έρχεται μόνο μέσα από την Ομορφιά.
Καλό Πάσχα σε όλους.


Βιβλιογραφία

• Διον. Ζήβα, Η Αρχιτεκτονική της Ζακύνθου Από τον ΙΣΤ΄ μέχρι τον ΙΘ΄αι., Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Αθήνα 2002.
• Περιοδικό «Κ», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21 Μαρτίου 2010, τεύχος 355, και το άρθρο της Τατιάνας Καποδίστρια: «Δια χειρός Τσίλλερ».
• Διονύση Ν. Μουσμούτη, Το Θέατρο στην πόλη της Ζακύνθου 1901-1915, εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999.
• Ζωή Α. Μυλωνά, Μουσείο Ζακύνθου, ΥΠ.ΠΟ.-Τ.Α.Π.Α., Αθήνα 1998.
• Robert Sargint, Η Ζάκυνθος κάποτε…, κείμενα Νίκος Λούντζης, εκδ. «Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων», 1990.
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email