© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Οι λαβωματιές της αγάπης και η συμφιλίωση

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Πρέπει να διαβάσεις!», σε ριπές οπλοπολυβόλου. Μάτωμα, πόνος, λαβωματιές της αγάπης - απόλαυσης του διαβάσματος τρυπούν την ακοή, παγώνουν τη διάθεση της νιότης. Ο σχολικός προγραμματισμός - ανταγωνισμός, προσαρμοσμένος στην αγορά εργασίας, επιβάλλει το δόγμα «πρέπει να διαβάσεις». Η ζωντάνια ποτέ δεν μπήκε στ’ αναλυτικά προγράμματα της διδακτέας ύλης. Μόνο το καθήκον του δασκάλου και του μαθητή, η αλαζονεία ή η ταπείνωση του γονιού για τις επιδόσεις… Η ζωή είναι αλλού.

Είναι και τα όπλα της τηλεόρασης, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τ’ απαρχαιωμένα βιβλία, η ανικανότητα των δασκάλων, ο προϋπολογισμός του Υπουργείου για το βιβλίο, ο καταναλωτισμός, η εκτροπή από τη φυσική αγάπη για την ανάγνωση! Πώς γίνεται, υπό τέτοιες συνθήκες, να διαβάζει ο γιος μου, η κόρη μου, τα παιδιά μας, η νεολαία; Νυσταγμένα βιβλία, ταξινομημένα, περιμένουν στα ράφια το ξύπνημα, να ανοίξουν διάπλατα τις εικόνες της φαντασίας στην γκαλερί του ονείρου!

Χάθηκε ο αναγνώστης, μα πού κρύφτηκε και ο αφηγητής; Ειρηνοποιός από την αντάρα της ημέρας, ιερουργός στο μυστήριο του παραμυθιού, πώς γλιστρούσε μες στο προσκεφάλι με τις παιδικές πιτζάμες. Η κοκκινοσκουφίτσα, η χιονάτη, η μαμουνοπαρέα, βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, πειρατές και κουρσάροι, η Τριάδα της βραδινής προσευχής: το βιβλίο, εμείς και τα παιδιά στην πιο ιερή στιγμή της οικειότητας και της αγάπης δίχως αντάλλαγμα, δωρεάν! Δίχως να το ξέρουμε, ανακαλύπταμε και μια από τις πιο ουσιαστικές λειτουργίες του παραμυθιού και της τέχνης γενικότερα, που είναι να επιβάλλει μιαν ανακωχή στη μάχη των ανθρώπων. Εκκολάπταμε νέους αναγνώστες, μέχρι να ’ρθει η ώρα του σχολείου, που οι νεράιδες και οι μάγισσες έγιναν σκουτελάκια και μπαστουνάκια, κουλουράκια και γεφυρούλες το ένα δίπλα στ’ άλλο μες στις αράδες σε συμπιεσμένες σελίδες. Πώς άλλαξε μορφή η μαμά πάνω στο λευκό χαρτί με τις οριζόντιες γραμμές! Φόρεσε τα γράμματά της πιο ωραία κι από τα στολίδια της! Πού πήγε ξαφνικά το χαμόγελό της, η ταξιδιάρικη φωνή της μες στο δάσος με τα ψηλά τα δέντρα; Πρέπει να διαβάσεις κι άλλο, να γράψεις με καλύτερα γράμματα, να πάρεις καλύτερο βαθμό, η δασκάλα είπε ότι έχεις δυνατότητες, μπορείς να πετύχεις κάτι παραπάνω! Γιατί η μαμά κατάντησε λογιστής; Ποιο είναι το παραπάνω, τι είναι οι δυνατότητες; Στα παραμύθια ποτέ δε ζητούσε ανταλλάγματα, μόνο μοίραζε φιλιά κάτω απ’ τα σκεπάσματα του Μορφέα, στο χαμηλωμένο φως της σελήνης.

Ο εκκολαπτόμενος αναγνώστης ξεστράτισε στην αρχή του δρόμου, όταν οι ράγες του τραίνου της απόλαυσης βυθίστηκαν στο τσουνάμι της προσταγής. Πρέπει να διαβάσεις, πρέπει να ονειρευτείς, πρέπει ν΄ αγαπήσεις… «Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ απ’ το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι!». Ορισμένα πράγματα δεν δέχονται προσταγές! Οι επαναλήψεις των μαθημάτων δεν είναι ίδιες με τις επαναλήψεις των παραμυθιών, ούτε βέβαια και με τις επαναλήψεις των προσταγών.

Η απόλαυση της ανάγνωσης και η επιθυμία της μάθησης είναι το ζητούμενο. Η έμπνευση της επιθυμίας της μάθησης κάνει κάθε μέθοδο κατάλληλη, ο πιο σίγουρος όμως και πιο γρήγορος τρόπος ν’ αποκτήσει κανείς κάτι είναι να μη βιάζεται να το αποκτήσει. Γιατί βιάζονται οι γονείς να επιβάλουν στα παιδιά τους να τα μάθουν όλα και μάλιστα όλα μαζί; Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, μουσική, αθλητισμό, ελληνικά, μαθηματικά φυσική, υπολογιστές… Πότε θα βρει ανάπαυλα ο ψυχικός κάματος και θ’ ανασάνει τη δροσιά της απόλαυσης το νεανικό μυαλό; Η ποίηση, το διήγημα και το μυθιστόρημα αναζητούν τον κλεμμένο χρόνο στην καρδιά του αναγνώστη, όταν εκείνος θα θελήσει να κλείσει τ’ αυτιά του από τα παράσιτα των αναλυτών τους στις σχολικές τάξεις και τις ηλεκτρονικές οθόνες στα δωμάτια των σύγχρονων κατοικιών.

Παγιδευμένοι στ’ αναλυτικά προγράμματα γίναμε στα σχολεία εξηγητές των έργων, κριτικοί, βιογράφοι, ερμηνευτές, ενίοτε και ερευνητές. Αντί ν’ αφήσουμε το κείμενο να μας ταξιδέψει στο μαγικό του κόσμο, εμπιστευτήκαμε τη δική μας ευφυΐα και μιλάμε εμείς για το κείμενο... Απουσιάζει δραματικά η φωνή του αφηγητή, ο ήχος των φθόγγων και των λέξεων, η χροιά της φωνής και η αυξομείωσή της, ο καλός οδηγός στο χαραγμένο δρόμο. Βαριέται ο γονιός-αφηγητής στο σπίτι, πιέζεται ο δάσκαλος-αφηγητής στο σχολειό, αγχώνεται απροσάρμοστος ο νέος και η νέα στο ταξίδι της εφηβείας.

Τα βιβλία δε γράφτηκαν για να τα σχολιάσουν τα παιδιά μας, αλλά για να τα διαβάσουν, αν κάνουν κέφι. Η συμφιλίωση με το διάβασμα απαιτεί έναν αδιαπραγμάτευτο όρο: να μη ζητάς τίποτε ως αντάλλαγμα, (επεξηγηματικές πληροφορίες, ερωτήσεις, εργασία, εξήγηση λεξιλογίου, κρίση, συζήτηση, βιβλιογραφική ένδειξη). Ο αναγνώστης έχει δικαίωμα να μη διαβάζει, να πηδά σελίδες, να μην τελειώνει ένα βιβλίο, να διαβάζει οπουδήποτε και οτιδήποτε, να διαβάζει μεγαλόφωνα, να σωπαίνει, να ικανοποιεί άμεσα και αποκλειστικά τις αισθήσεις του, να διαβάζει για να τον πάρει ο ύπνος, να διηγείται αυτά που διάβασε. Το καθήκον του παιδαγωγού (γονιού και δασκάλου) είναι να δώσει στα παιδιά, μαθαίνοντάς τα να διαβάζουν, μυώντας τα στη Λογοτεχνία τα μέσα να κρίνουν ελεύθερα να νιώθουν ή όχι «την ανάγκη των βιβλίων». Τα δόγματα λαβώνουν την αγάπη.

Το βιβλίο, ο αναγνώστης, ο αφηγητής-παιδαγωγός στον αγώνα της συμφιλίωσης με το διάβασμα, «την πράξη της ανάγνωσης». Κι απ’ την άλλη, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, ο θεατής στον καναπέ των μασημένων: εικόνα, ήχος, ντεκόρ, ακόμα και ατμοσφαιρική μουσική, μην τύχει και δεν καταλάβεις την πρόθεση του σκηνοθέτη…

Το διάβασμα είναι μια πράξη διαρκούς δημιουργίας. Όσο διαστέλλεται ο χρόνος του τόσο ελευθερώνεται το φυλακισμένο όνειρο και διαστέλλεται ο χρόνος της ζωής μας. Γλυκόφωνα στο παιδικό προσκεφάλι των παραμυθιών, τελετουργικά θεμελιώνεται η ασπίδα της αγάπης και ιερουργείται το μυστήριο της μύησης στην απόλαυση του διαβάσματος.

Τούτο το δύσκολο καιρό των φυσικών καταστροφών, της αβεβαιότητας, της κρίσης και της ανατροπής των πάντων από τη δύναμη των ολίγων και ισχυρών, η ανθρώπινη σκέψη έχει την ανάγκη της απασχόλησης, ώστε να μη χαθεί στις εμμονές του, να αντέξει. Πλάι στους κοινωνικούς αγώνες, το προσωπικό ταξίδι στα ποιητικά και λογοτεχνικά καντούνια ίσως αμβλύνει τον πόνο και τη δυστυχία, ίσως μας κάνει έτσι να καταλάβουμε ότι η ζωή είναι μαζί μας. Η γιορτινή μέρα της παγκόσμιας ημέρας της Ποίησης (21 του Μάρτη) μπορεί να είναι η ώρα της συμφιλίωσης, η ώρα για τη γιατρειά της αγάπης-απόλαυσης του διαβάσματος από τις λαβωματιές της.

Ζάκυνθος, 15-3-2010

Στη φωτό: That's Life, έργο Θεόδωρου Καλούμενου

Γιάννη Ρηγόπουλου: ΜΙΑ ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Η επιστολή αυτή γράφτηκε ως απάντηση σε κείμενο του Βιβλιοδείκτη της εφημερίδας Η Καθημερινή, στις 25-27 Δεκεμβρίου 1998 (!!)


Κύριε Διευθυντά,

Οι αξιολογικές κρίσεις του Βιβλιοδείκτη (25-27 Δεκεμβρίου 1998) για την επτανησιακή τέχνη, η οποία εντάσσεται στην έκθεση «Θησαυροί της Νεοελληνικής Τέχνης: Η Συλλογή Γιάννη Περδίου» στην Εθνική Πινακοθήκη είναι στο σύνολό τους σχεδόν αβάσιμες και προδίδουν ανεπαρκή πληροφόρηση και γνώση της ιστορίας των καλλιτεχνικών μορφών, των συμβολικών συστημάτων, της τέχνης γενικά και της νεοελληνικής ειδικότερα:

1) ο κατάλογος της έκθεσης, με κείμενα της Νέλλης Μισιρλή και του Στέλιου Λυδάκη, δεν έχει καμιά «αποκαλυπτική λειτουργία», επειδή δεν αποκαλύπτει τίποτε σχεδόν νέο για την ως τώρα σχετική με την επτανησιακή τέχνη έρευνα (των Αγγέλου Προκοπίου, Ανδρέα Ιωάννου, Άλκη Χαραλαμπίδη, Νίκου Ζία, Δημήτρη Τριανταφυλλόπουλου και άλλων) και κατά συνέπεια δεν επανατοποθετεί σε καμία νέα θέση και μάλιστα «πρωτεύουσα» τον επτανησιακό πολιτισμό, όπως διατείνεται ο Β.,

2) γιατί η επτανησιακή τέχνη αποτελεί σύστημα πλήρες, με εύρος και αυτάρκεια; Αλλά πως ορίζει και εννοεί το σύστημα αυτό ο συγγραφέας; Πιστεύει ότι πρόκειται για συγκροτημένο παραστατικό, εικονογραφικό, συμβολικό και εικονολογικό σύστημα με θεωρητικό και αισθητικό υπόβαθρο του οποίου γνωρίζουμε την αφετηρία και διαδικασία διαμόρφωσης και του οποίου έχουμε εντοπίσει με βεβαιότητα τα προδρομικά μνημεία; Με ποια κριτήρια θεωρεί ο Β. ότι το πορτρέτο του κόμη Γιόχαν Ματίας φον ντερ Σούλενμπεργκ, που ζωγράφισε ο Παναγιώτης Δοξαράς το 1719, είναι το πρωιμότερο έργο της νεοελληνικής τέχνης; Μήπως με τα κριτήρια ότι είναι το πρώτο γνωστό κοσμικό έργο στη νεοελληνική τέχνη και ότι είναι πλήρως εξιταλισμένο; Αλλά και των δύο κριτηρίων αυτών υπάρχουν μορφές ήδη το 17ο και τις αρχές του 18ου αιώνα. Τα έργα του Θ. Πουλάκη και του άγνωστου ζωγράφου στις τοιχογραφίες στο Περιβόλι της Κέρκυρας του 1704, για να περιοριστώ στην αναφορά ευάριθμων παραδειγμάτων, διακρίνονται για την τάση εκκοσμίκευσης και εξιταλισμού τους. Οι τοιχογραφίες μάλιστα του Περιβολιού θεωρήθηκαν ως προδρομικά μνημεία της τέχνης του Π. Δοξαρά (Τριανταφυλλόπουλος 1985). Ασαφής επίσης είναι και η σημασία της έννοιας της πληρότητας της επτανησιακής τέχνης. Μήπως εννοεί ο Β. την ποικιλία των καλλιτεχνικών ειδών, την εκφραστική πληρότητα και την τεχνική τελειότητα; Και πώς αντιλαμβάνεται το εύρος και την αυτάρκεια του εν λόγω συστήματος;

Η έρευνα έχει επισημάνει τη διεικαστική σχέση της συνολικής καλλιτεχνικής παραγωγής της επτανησιακής τέχνης με τη δυτική: στη σύνθεση των πορτρέτων, των λιτανειών, των ουρανιών, των εικονογραφικών θεμάτων (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης), των εμβλημάτων κ.ά. Πρόσφατα εξάλλου αμφισβητήθηκε η από παλιά κρατούσα άποψη (Σπ. δε Βιάζης) για την ύπαρξη στην επτανησιακή τέχνη καλλιτεχνικών ειδών (Ρηγόπουλος, Επτανησιακά Φύλλα, Χειμώνας 1997).

Ο υβριδικός χαρακτήρας της επτανησιακής τέχνης (ζωγραφικής, γλυπτικής) είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Η εν λόγω τέχνη δεν καινοτομεί, δεν εφευρίσκει τίποτε, της λείπει η έμπνευση (invention). Ως εκ τούτου δεν αναλαμβάνει καμιά πρωτοβουλία σε κανέναν τομέα εικαστικό: θεματικό, συνθετικό, στυλιστικό αλλά και θεωρητικό. Το «Περί Ζωγραφίας» τεχνολογικό εγχειρίδιο του Π. Δοξαρά, στο μέτρο που δεν αποτελεί εν πολλοίς αντιγραφή δυτικών εγχειριδίων, δε χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και καινοφανείς αισθητικές προτάσεις. Η επτανησιακή τέχνη είναι συνηθισμένη περίπτωση δορυφορικής τέχνης και κυρίως μια επαρχιώτικη όψιμη εκδοχή του δυτικού ιταλικού μπαρόκ.

3) Θα ήταν, τέλος, χρήσιμο να διευκρινίσει ο Β. αναλυτικότερα και πειστικότερα την πρότασή του ότι μπορούμε δηλαδή με τη βοήθεια της επτανησιακής τέχνης να δούμε «με άλλο μάτι τη λογοτεχνία της Επτανήσου, τον Κάλβο, τον Σολωμό, τη μουσική...». Η αντιστοιχία των τεχνών, τηρουμένης βέβαια της αυτονομίας των καλλιτεχνικών ειδών και των επιμέρους πεδίων τους, είναι δυνατή φτάνει όμως να επαληθεύεται η ομολογία αυτή στο δομικό, το σημασιολογικό και προπάντων στο κοσμοθεωρητικό, το φιλοσοφικό επίπεδο και ακόμη στο επίπεδο των ιδεών και της αισθητικής της εποχής. Δε γνωρίζω ερευνητικές δοκιμές επαλήθευσης της αντιστοιχίας αυτής στα πλαίσια της επτανησιακής τέχνης. Ωστόσο η δική μας προσπάθεια αναζήτησε στην ευρωπαϊκή τέχνη τις εικαστικές αφορμήσεις του Κάλβου για να δικαιολογήσουμε την εικονιστική κατασκευή των Ωδών του (βλ. «Φιλολογική», φ. 41 [1992]).

Παρακαλώ να δημοσιευθεί χωρίς συντομεύσεις, αν κριθεί δημοσιεύσιμο.

Σας ευχαριστώ,
Γιάννης Ρηγόπουλος
Φιλόλογος
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email