© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Τα «απλωμένα ρούχα» και η Γκιόστρα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η αλήθεια είναι πως με τον πεζό λόγο ελάχιστα έχω ασχοληθεί. Από μικρός μάλιστα ένοιωθα πρόβλημα στο σχολείο, που πρωτοπήγα, σαν άκουγα τους δασκάλους μου να λένε στο μάθημα των ελληνικών πως το είδος αυτό της έκφρασης είναι πολύ ευκολότερο από την ποιητική δημιουργία και πως αν το καλλιεργήσουμε κατάλληλα, όλοι μπορούμε να το υπηρετήσουμε, ως ένα σημείο, βέβαια.

Αντιστεκόμουν τότε και αμφέβαλα. Πίστευα πως δεν ξέρουν τι λένε και πως προσπαθούν να οδηγήσουν τους μαθητές σ’ ένα μαντρί, από το οποίο εγώ θα ξέφευγα. Παιδικές φαντασιώσεις, περισσότερο κοντά στον στίχο, αλλά και την τέχνη γενικότερα.

Δύστροπος, μάλιστα, όπως ήμουν από τα γεννοφάσκια μου, θυμάμαι πως σαν η δασκάλα μου της Δευτέρας Δημοτικού, αν δεν με απατά η μνήμη μου, δίνοντας προτεραιότητα στην φαντασία, μας έβαλε σαν θέμα (τι άλλο τότε;) την 25η Μαρτίου του 1821, εγώ, παρασυρμένος και από τις ατέλειωτες επετειακές απαγγελίες, που λόγω του επαγγέλματος της μητέρας μου (ήταν δασκάλα) «εξ απαλών ονύχων» είχα υποστεί, αλλά, παρόλα αυτά, συνέχιζε να με συγκινεί η μεστότητα του λόγου, πήρα το μολύβι και σκάρωσα ένα αφελέστατο ποίημα. Θέλοντας, δε, ο άθλιος να ομοιοκαταλακτήσω την λέξη κλειδί, η οποία ήταν απαραίτητη, την «Αγία Λαύρα», εφηύρα του … «βουνού την αύρα» και νόμισα πως έκανα και κατόρθωμα!

Δεν μου είπε τίποτα η καημένη η δασκάλα, ίσως και γι’ αυτό την θυμάμαι με νοσταλγία, σεβασμό και αγάπη. Ίσως της οφείλω την αιτία πολλών μου ισορροπιών, γιατί αν έπαιρνε τότε τον κλασσικό και επιβαλλόμενο χάρακα ή μ’ έβανε να ξαναγράψω ή να αντιγράψω εκατό φορές την ορθογραφία, ίσως ποτέ να μην μπορούσα να εκφραστώ.

Από τότε το πρόβλημα δεν έπαψε σχεδόν ποτέ να υπάρχει. Ήθελα να γράψω γράμμα σε φίλους και στις πρώτες σελίδες είχα εξαντλήσει το θέμα μου. Μου ζητούσαν κάποιες σκέψεις μου, στριμωχνόταν όλες σε τηλεγράφημα. Προσπαθούσα να σκαρώσω κάποιο σημείωμα, το έγραφα και μετά προσέθετα λέξεις και φράσεις για να το μεγαλώσω. Πολλές φορές, μάλιστα, γνωστοί και οικείοι μου έλεγαν πως έχω πάρει διαζύγιο με τα επίθετα και πως τα χρησιμοποιώ σπάνια, ενώ σχεδόν πάντα τα επιτάσσω. Μα δεν με νοιάζανε όλα αυτά και πολύ. Εγώ έτσι είχα μάθει να εκφράζομαι και να επικοινωνώ. Σ’ όποιον αρέσει!

Πριν λίγους μήνες, όμως, κάπου εκεί κατά την μέση του Φθινόπωρου, ενώ ακόμα απολάμβανα τα θαλασσινά μου μπάνια, ο φίλος και καλός ζωγράφος Χαράλαμπος Πυλαρινός μ’ ενημέρωσε πως τον Δεκέμβρη που μας πέρασε, κάπου εκεί στο τριήμερο των γιορτών του Αγίου μας, είχε σκοπό να κάνει μια έκθεση με τίτλο και θέμα «Απλωμένα ρούχα» και μου ζητούσε, επειδή είχε σκοπό να εκθέσει και το έργο του για την Ζακυνθινή Γκιόστρα, το οποίο φιλοτέχνησε πέρυσι, για να χρησιμοποιηθεί στην αφίσα των εκδηλώσεων, να του γράψω και εγώ ένα κείμενο για να συνοδεύει το έργο στο έντυπο της έκθεσης, που θα τύπωνε, όπως θα έκαναν και άλλοι λογοτέχνες για άλλους του πίνακες.

Η ιδέα ήταν αληθινά γαργαλιστική. Παρότι, μάλιστα ο Μπάμπης, γνωρίζοντας σίγουρα τις αδυναμίες μου και τις εμμονές μου, μου είπε συμπληρωματικά πως το κείμενο αυτό μπορεί να είναι και ποίημα, εγώ αντιστάθηκα και προσπάθησα να γράψω το πρώτο μου ουσιαστικά πεζό λογοτέχνημα.

Δεν πήρα αυτή τη φορά το μπλοκ και το μολύβι μου (από ιδιορρυθμίες άλλο τίποτα) αλλά κάθισα μπρος στον υπολογιστή μου και το κείμενο απρόσμενα βγήκε σχεδόν από μόνο του.

Αν στην πρώτη μου δασκάλα οφείλω την μόνιμη ενασχόλησή μου, στην αναβίωση των ιππικών αγώνων της Γκιόστρας και στον ζωγράφο Χαράλαμπο Πυλαρινό χρωστάω την μεταστροφή μου στην πεζογραφία. Αν υπάρξει συνέχεια, σ’ αυτούς στηρίζεται η αιτία.

Τώρα δε, που οι μέρες της αναβίωσης της τζαντιώτικης Γκιόστρας πλησιάζουν και τα πέταλα των αλόγων θα ταράξουν και πάλι, έστω και για λίγο, την ησυχία και την απραξία μας, ανοίγω το καλαίσθητο φυλλάδιο της όμορφης αυτής και σημαντικής, εικαστικής έκθεσης και μεταφέρω το κείμενο στις σελίδες της βδομαδιάτικης στήλης μου. Είναι μια φιλική προσφορά σε όσους τόσο καιρό επιμένουν και με διαβάζουν, αλλά και σ’ εκείνους που στηρίζουν την επαναφορά του πανάρχαιου εθίμου της έφιππης αναμέτρησης και έχουν κάνει την Γκιόστρα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς για το νησί μας, μαζί μου.

Όπως λένε στην αρχή πολλών κινηματογραφικών ταινιών, αλλά και όπως ξεκαθαρίζουν στις πρώτες σελίδες αρκετών βιβλίων οι συγκρατημένοι συγγραφείς, πρέπει να δηλώσω και εγώ ευθαρσώς πως κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα οφείλεται καθαρά σε σύμπτωση και πως ο ήρωας υπάρχει, αλλά δεν είναι αληθινός. Μην τον αναζητήσετε, λοιπόν στις φωτογραφίες των περασμένων εκδηλώσεων της Γκιόστρας στο διαδίκτυο, ούτε να προσπαθήστε ν’ ανακαλύψετε την ντάμα του. Κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά ουτοπία. Η ιδέα του μετρά και ζει και αυτό πρέπει να το ξεδιαλύνετε.

Μα τι φλυαρώ; Εδώ πρέπει να σταματήσω. Σας παραθέτω το αφήγημα:


Ο Φίλιππος είχε μπει από καιρό στα είκοσι, μα, παρά το ελπιδοφόρο του όνομα, ποτέ δεν είχε ανέβει σ’ άλογο. Το περήφανο αυτό ζώο, μάλιστα, το γνώριζε μονάχα από το κόνισμα των έφιππων Αγίων Θεοδώρων, του Τύρωνα και του Στρατηλάτη, που η νόνα του είχε κρεμάσει, σαν κειμήλιο του προσεισμικού τους σπιτιού, το μοναδικό που διασώθηκε από την θεομηνία, στο δωμάτιό της, απέναντι από το κρεβάτι της, για να θυμάται τον άντρα της, δέκα χρόνια πεθαμένο, ο οποίος έφερε τ’ όνομά τους. Παρ’ όλα αυτά φέτος, για τα λαδοπράσινα μάτια και το καλλίγραμμο κορμάκι της τελευταίας του αγάπης, μιας μικρής μαθήτριας της δευτέρας Λυκείου - «πλάσμα» την έλεγε - αποφάσισε να τρέξει στην Γκιόστρα και να κερδίσει τ’ ασημένιο σπαθί. Σκέτη τρέλα, βέβαια, μα η εφηβεία στ’ αγόρια κρατά κάτι περισσότερο και ωριμάζουν με καθυστέρηση. Της το ’χε τάξει μάλιστα: «Αν δεν πάρω τον κρίκο, για πάρτη σου», της είπε, πίνοντας καφέ στο κεντρικό «San Marco» της πόλης τους, «χωρίζουμε για πάντα». Κι’ ο χωρισμός ήταν γι’ αυτόν άωρος θάνατος κι’ ας τον προκαλούσε ο ίδιος.

Για μήνες τον είχαν χάσει οι φίλοι του. Απομονωμένος σ’ άγνωστο μέρος, προσπαθούσε να κάνει το βαπτιστικό του πραγματικότητα και την ουτοπία του αλήθεια. Κόλλημα το ’βλεπε η παρέα του, όμως αυτός εκεί, βρέχει χιονίσει, εξαφανιζόταν και προπονιόταν.

Κι’ η μέρα ήρθε. Έφτασαν οι Απόκριες, το Καρναβάλι. Η Πλατεία Ρούγα, λίγο μετά τ’ απομεσήμερο του τελευταίου Σαββάτου, γιόμισε χρώματα αναμνήσεων, φωνές εκτόνωσης, ήχους τυμπάνων, κελεύσματα σαλπίγγων κι’ απόηχους πετάλων. Η κατάληξη στο ξέφωτο, όπου ο ανδριάντας του εθνικού μας ποιητή και τα ποθητά δαχτυλίδια, κρεμασμένα από το ξύλινο «Γ», που αν τα κέρδιζε, θ’ αποκτούσε και το δικαίωμα της ευτυχίας και το έπαθλο της αποκλειστικότητας.

Δεν κατάλαβε και πολλά, γιατί η εμπειρία του πρωτάρη είναι σχεδόν πάντα μεταφυσική και μυθική. Βλέπεις σ’ αυτήν τη ζωή σου, σαν να την παρακολουθείς σε πλούσια υπερπαραγωγή. Θυμάται άλογα να τρέχουν σαν αερικά, μαζί με το δικό του, βαθμολογίες ν’ ακούγονται ακατάπαυστα, επευφημίες να πλανιούνται, βρισιές ν’ απειλούν πολύ κοντά του, σημαίες ν’ ανεβοκατεβαίνουν περίτεχνα και τέλος τ’ όνομά του, ανέλπιστο για τους πολλούς, μα φυσικό για εκείνον, ν’ διαλαλιέται από τα μεγάφωνα κι’ αυτός να τρέχει, ν’ ανεβαίνει στο πάρκο, να υψώνει πανηγυρικά τα χέρια του, με τις ξυρισμένες μασχάλες, να ψάχνει το «πλάσμα» του κι’ αυτό να βρίσκεται ανέλπιστα πισωκάπουλα, με τα χέρια δεμένα στη μέση του, πριν τα χείλη τους ενωθούν κι’ η γυμνή αλήθεια του φανερωθεί, επάξια κερδισμένη.

Το σπαθί που κρεμόταν στον τοίχο του σαλονιού δεν του ’λεγε τίποτα στη συνέχεια. Αυτός πια γνώριζε καλά την πολυδιάστατη μορφή της Γκιόστρας! Ήταν πράγματι ένας φιλήδονος Φίλιππος.

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Η αφίσα της φετινής Γκιόστρας

Της Κατερίνας Δεμέτη

Γράφαμε, στο φυλλάδιο του 2009, του Σωματείου GIOSTRA DI ZANTE, που κάθε χρόνο από τότε που ξεκίνησε την αναβίωση της «γκιόστρας», του ιππικού δρωμένου, που σηματοδοτούσε, συμπλήρωνε και χαρακτήριζε σημαντικά ιστορικά γεγονότα της παρελθούσας ιστορίας μας, ότι η εικαστική τεκμηρίωσή της, μόνο σε εύνοια της Θεάς Τύχης θα μπορούσε ν’ αποδοθεί, αφού η συχνότητα της αναπαράστασής της είναι μικρή, και ακολουθεί τα κενά που όλα τα υλικά τεκμήρια του νησιού μας, συναντούν, μετά το σεισμό του 1953 και τη φωτιά που ακολούθησε.

Και συνεχίζαμε, γράφοντας με βεβαιότητα πιο κάτω ότι, ένα τέτοιο θέμα, θα είναι σίγουρα πολύ πιο πλούσιο σε εικαστικό τεκμηριωτικό υλικό, τις επόμενες δεκαετίες, αφού σ’ αυτό θα μπορούν να συμπεριληφθούν και οι αφίσες και τα ζωγραφικά θέματα για τα πληροφορικά φυλλάδια, που θα κυκλοφορήσουν και τα οποία, εκτός από γενικές πληροφορίες για τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της «γκιόστρας», στη διάρκεια του Ζακυνθινού Καρναβαλιού, περιλαμβάνουν και σημαντικές εργασίες σύγχρονων μελετητών.

Ο μαθητικός διαγωνισμός ζωγραφικής στα σχολεία του νησιού μας, με θέμα τη γκιόστρα, που πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη χρονιά και η έκθεση των έργων των παιδιών μας στον κινηματογράφο «ΦΩΣΚΟΛΟΣ», ως παράλληλη εκδήλωση μαζί με τη συνδιοργάνωση Ημερίδας του Σωματείου Giostra di Zante με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, στα πλαίσια της διεξαγωγής της «Γκιόστρας του Άι-Γιωργιού», από 23-25/4/2010, όχι μόνο έκαναν τη βεβαιότητά μας, βιωμένη πραγματικότητα, αλλά και έδωσαν την πιο ελπιδοφόρα νότα, στους απαισιόδοξους καιρούς, που διανύουμε σήμερα.

Έτσι μαζί με το υδατογράφημα του Κονίδη Πορφύρη που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τον Αύγουστο του 1965, στο τεύχος 127 και αναδημοσιεύτηκε από το Διονύση Φλεμοτόμο, στα Επτανησιακά Φύλλα (1) και τα δύο σκίτσα του Χρήστου Ρουσέα (1896-1978), που φυλάσσονται στο αρχείο του Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων (2) και δημοσιεύτηκαν σε εργασία μας στο ίδιο περιοδικό, τα έργα των παιδιών μας, από τα σχολεία που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του δραστήριου σωματείου Giostra di Zante (3), που ανήκουν πια στο αρχείο του Σωματείου, διατρανώνουν ότι δεν μιλάμε πια για απλή αναβίωση ενός ιππικού δρωμένου, αλλά για ενεργοποίηση της δημιουργικής φαντασίας του πιο αγνού και ελπιδοφόρου κυττάρου της κοινωνίας μας, που δεν έχει ανάγκη από ξένες βοήθειες και μνημόνια για να ορθοποδήσει, αλλά έχει τη δύναμη, στηριγμένο στις αξίες που φέρει μέσα του η μακραίωνη ιστορία της φυλής μας, να βρει το δρόμο για την έξοδο από την κρίση.

Την ίδια βεβαιότητα, άλλωστε μας δίνουν και οι αφίσες που φιλοτεχνήθηκαν ειδικά για τη «γκιόστρα» και που όλες αποτελούν «προϊόντα» της καλλιτεχνικής δημιουργίας σημαντικών εκπροσώπων της εικαστικής κοινότητας του νησιού μας.

Συγκεκριμένα αναφερόμαστε στις αφίσες των: Νίκης Πέρδικα (2005), Νίκου Μπιάζη (2005), Μαρίας Νικ. Πλέσσα (2006), Γιάννη Τσολάκου (2006), Διονύση Παπαδάτου (2008), Ελένης Γούναρη (2009), Μπάμπη Πυλαρινού (2010) και Αθηνάς Λυκούρεση (Η Γκιόστρα του Άι-Γιωργιού 23-25/4/2010).

Τη φετινή αφίσα της «Γκιόστρας 2011», έχει επιμεληθεί η ζωγράφος Μαρία Ρουσέα, η αγαπημένη, που σαν σταθερή αξία, ξέρει να παρεμβαίνει με τα έργα και με το λόγο της, για να ταρακουνήσει για τα κακώς κείμενα, να προτείνει και να ξαναθυμίσει για όσα κάνουμε πώς δεν τα βλέπουμε και δεν μας αγγίζουν.

Και η κ. Ρουσέα, κατάφερε φέτος να μας εκπλήξει ευχάριστα, αφού επέλεξε για τη φετινή αφίσα να δημιουργήσει μία σύνθεση που συμπυκνώνει το χθες με το σήμερα και μέσα από αυτή να κάνει την δική της εικαστική πρόταση:

Τρεις δυναμικές κάθετες ταινίες με διεύθυνση προς τα κάτω, όπως οι δείκτες του Dow Jones, που ακούμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων, δίνουν το δικό τους οπτικό μήνυμα μέσα από τη συνάρτηση των δυνάμεων που εμπεριέχουν. Η πρώτη, δουλεμένη με το μπλε, του ουρανού και της θάλασσας, συμβολίζει την καθαρή σκέψη και τη λογική συμπεριφορά, που θα έπρεπε να επιδείξουμε όλοι μας για να ξεφύγουμε από την κρίση της εποχής μας. Δίπλα της, η πράσινη ταινία, στο χρώμα που ντύνεται η γη την άνοιξη, φέρνει την ελπίδα για την αναγέννηση, που θα φέρει το τέλος της στέρησης και της ταλαιπωρίας και τέλος η κόκκινη, δουλεμένη με το χρώμα της έντασης, της συγκίνησης, της αγάπης, της ενότητας, και γιατί όχι του θυμού και της επανάστασης.

Και πάνω στις τρεις ταινίες, πατά η μία από τις δύο σπουδές του Χρήστου Ρουσέα, που φυλάσσονται στο αρχείο του Μουσείου Σολωμού και παρουσιάζει την παρέλαση των έφιππων αγωνιστών, την ώρα που διασχίζουν την Πλατεία Ρούγα.

Με γρήγορο σκιτσάρισμα ο Ρουσέας αποδίδει το θέμα της πομπής με τρόπο εντελώς ζωγραφικό. Χωρίς να υποκύψει στην υπερβολική αποτύπωση λεπτομερειών, καταφέρνει ν’ αποδώσει τη συνολική εντύπωση της στιγμής, αλλά και το μεγαλείο του θεάματος. Τα πρόσωπα χωρίς να είναι αναγνωρίσιμα, είναι αυθύπαρκτα. Οι λεπτομέρειες που λείπουν, σε συνδυασμό με ό,τι είναι ορατό, κάνουν παιχνίδι με το φως και έτσι το έργο κερδίζει σε εσωτερική ζωντάνια. Αισθανόμαστε σαν να ακούμε τις ζητωκραυγές και τα «ούρα» του πλήθους, το κοκκίνισμα των γυναικείων παριών στη θέαση των καβαλάρηδων και τη γιορτινή ατμόσφαιρα σε όλο της το μεγαλείο. Παρ’ ότι φτιαγμένο γρήγορα, το έργο του Ρουσέα, δεν έχει λάθη ούτε στην προοπτική ούτε στον βηματισμό των αλόγων, και μοιάζει σαν να βγαίνει από το παρελθόν της ιστορίας της γκιόστρας για να περπατήσει στο παρόν της φετινής γκιόστρας του 2011.

Και αυτή ακριβώς είναι η πρόταση της Μαρίας: μία πρόταση που μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: δηλαδή ότι τα προβλήματα του σήμερα μόνο μέσα από τη σωστή ερμηνεία της ιστορικής εμπειρίας μπορούν να βρουν τη λύση τους. Και αυτό όχι μόνο μέσα από περικοπές και αφαιμάξεις. Γίνεται και μέσα από το τραγούδι και το χορό, μέσα από την αισιόδοξη αντιμετώπιση της καθημερινής μας μιζέριας. Αυτό δηλαδή που εκφράζει το πνεύμα του Ζακυνθινού Καρναβαλιού.

Άντε, και του χρόνου μάσκαρες!

---------------------------------
1. Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΕ΄, 1-2, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2005, Διονύση Φλεμοτόμου: «Ετότες ιστορίστηκε ετούτη η ομιλία. Εικαστικά έργα του Κ. Πορφύρη για το Ζακυνθινό λαϊκό θέατρο».
2. Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΗ΄, 1-2, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2008, Κατερίνας Δεμέτη: «Σκέψεις γύρω από τη σύλληψη και την εκτέλεση της καλλιτεχνικής ιδέας με αφορμή τη δωρεά της Μαρίας Ρουσέα προς το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων».
3. Πρόκειται για τα σχολεία: 1ο Δημοτικό Σχολείο Καραμπίνειο, το 2ο Δημοτικό Σχολείο, το Δημοτικό Μουζακίου και το Πειραματικό Σχολείο Κάμπου.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ


[Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΠΟΡΦΥΡΑΣ, τεύχος 138 (Ιανουαρίου-Μαρτίου 2011),  σσ. 463-467]


ΠΑΡΟΔΙΚΟ

ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος
Αποστόλιος, Παροιμίαι, ΧΙΙ 58

Στη βεράντα μου
σιωπηλός ερωδιός ο Αστροφόρος
άλλοθι ζητά με σπασμένη φτερούγα

κι εγώ στο κλουβί
έστω κι αν ξέρω του καιρού το πρόσκαιρο
καναρινίζω.

Βροχή δεν ήρθε.
Τριγύρω μου πάντως το Αόμματο
«φιλείς με;» λέει σιγανά στο αυτί
και όπου φύγει...


ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΣΕ ΑΠΟΣΥΡΣΗ

Σκευή του βίου
σελήνη δαγκωμένη επισκευάζω
και είναι υγεία να φοβάμαι τον Φόβο
σαν τον Ίμερο
μια νίκη Άλφα
ενώ τραχύς ο πόνος μέχρι τ’ Ωμέγα.

Εκτός θαλάσσης
-άμμος έτσι τάφερε-
χαραμίζομαι
βρέξει χιονίσει άνεμοι με κατοικούν
ζώα ξεβαμμένα.

Τον άμμο ποθώ
των ψαριών τ’ αγγίγματα
συν όλα τ’ άλλα.


ETERNAL SUNSHINE

Στην Αιώνια Λιακάδα
μπαίνεις δωρεάν
άρτι αφιχθείς απ’ το Αεί
αρχαγγελικός και ανυπόδητος

με το Σπαθί σου δηλαδή
και την Απελπισία-

χαίρεις για τον χώρο
και τις διόδους λέξεις
όλοι χωράνε στη χαρά
η Αράχνη γαρ του ενταύθα
έχει κι αυτή ψυχή

οι δε Αγγελοκρουσμένοι
βρίσκουνε πάντα τρόπο ευάερο
για τ’ Όχι και το Ναι τους.


ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Την ανεπάρκεια των σωμάτων
αναπληρώνει Προμηθεύς εξ ουρανού

τι νόμιζες

δεν είναι κλάψε γέλασε η σιωπή
καλλιγραφία δεν είναι

αυτόκλητους περισυλλέγει ο Καιρός
τους πανθεΐζει

τους ετερόφωτους ουδείς
κονιορτός στα σαντάλια μας

αυτοσκοτώσου να τελειώνουμε λοιπόν
ως γέγραπται.


ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ

Επέχει θέση τάφου η Φιλία.

Ενθέτεις εκεί μέσα κτερίσματα θαυμάτων
θολά τζαμάκια της αποκαρδίωσης
φωνούλες ανεφάρμοστες
ή αισθήματα ληγμένα.

Μια ζωή σε Ονειροτροφείο
τι κατάλαβες;

Ορθώσου τώρα στη γωνιά με τόνα πόδι
παιδί τιμωρημένο
και τις φιλίες απ' την αυλή να σε χλευάζουν.


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αχώρητος χωράω
μονολογώ τα νερά
τα συλλαβίζω
με ανοίγω λάκκο
πέφτω εντός
ανεβαίνω σ’ εμένα
δε με γνωρίζω

ο Έρως όπου θέλει πνει αλαβάστρινος
ενός φιλιού μύρια έπονται
ενός θανάτου πρόφαση
ο Δρόμος όμως με αρρωσταίνει
όλο φιδάκια η γειτονιά
φλούδες της νιότης

ωστόσο να:

Κάνω την πέτρα μου καρδιά
παλτό τα πένθη
έτσι κι αλλιώς
μισώ τη νοσταλγία παιδιόθεν
-τι βαρετή επίδοση φερέλπιδων απελπισμένων-

στέκω στην άκρη του γκρεμού
βλέποντάς σε να πέφτω
αμηχανία όλος και ηδονή.


ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

1
Όχι δίπλα στο φρέαρ ως συνήθως
εδώ θα κοιμηθώ στην ορχήστρα
και σε όποιον αρέσω-
εδώ πλάι στη θυμέλη
ενώπιον του λαού παντός
και του φίλου Αισχύλου

στο κοίλο εσείς κοιτάτε με
χαλάλι
ξυπνάω αύριο εμπαθής
μα και θεραπευμένος.


2
Τον Ωτακουστή συλλάβετε πάραυτα.
Να μην εκπέσουν
των Μυστηρίων και των πάνω κερκίδων
τα Πειστήρια.

Άσε τις ντροπές
τι αρχαίος τι νέος ίδιος ψίθυρος.
Αντιπροτείνω εις επήκοον όλων τ’ Αυτονόητα.

(Οκτώβριος 2007-Σεπτέμβριος 2008)

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Γκιόστρα και οι τζελουτζίες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Οι τζελουτζίες ήταν σιδερένια πλέγματα, που χώριζαν την κοινωνία της παλιάς Ζακύνθου σε μέσα και σε έξω. Βέβαια ο διαχωρισμός αυτός, με άλλη μορφή, γινόταν την εποχή εκείνη κυρίως με την εκκλησία των Αγίων Σαράντων και το ιστορικό τους πλάτωμα και αυτό ήταν η αιτία να δημιουργηθεί το εξής χαρακτηριστικό στιχούργημα, το οποίο διασώθηκε ως τις μέρες μας και μας προβληματίζει:

Εις το Φόρο λένε αντίο
στην Ανάληψη περ ντίο
τσ’ Άϊ Σαράντες λένε γεια σας
και στον Άμμο γεια χαρά σας.

Άλλη κοινωνία, λοιπόν, πριν τους Μεγαλομάρτυρες της Σεβάστειας και άλλη μετά από τον χτισμένο για την διάσωση από μια επιδημία πανούκλας ναό τους. Αναλύοντας το τετράστιχο διαπιστώνουμε μια ροπή ελιτίστικου μιμητισμού στην λεγόμενη «Μέσα Μερία» και κάποια μαγκιά και λαϊκή τάση στην «Όξω». Ας μην την ερμηνεύσουμε. Η ιστορία κατανοείται και φωτίζεται με το φακό της εποχής της και όχι με την σημερινή πραγματικότητα. Αν εφαρμόσουμε το τελευταίο, σίγουρα θα αδικήσουμε και θα οδηγηθούμε σε λάθη.

Ως εκ τούτου αφήνουμε σε άλλους τις αναλύσεις και επανερχόμαστε στο δικό μας σημερινό θέμα, το οποίο είναι ο άλλος διαχωρισμός της τζελουτζίας. Για την ερμηνεία της λέξης καταφεύγουμε ξανά (πού αλλού;) στον πολύτιμο Λεωνίδα Χ. Ζώη και από το μοναδικό «Λεξικόν» του αντιγράφουμε: «Τζελουτζίες, το εν παραθύροις άλλοτε δρύφρακτον, όπως καθίστανται αθέατοι αι γυναίκες. Τοιούτα φρύφρακτα παρέμειναν εις τους γυναικωνίτας ολίγων ναών, δικτυωτόν, δρύφρακτον».

Αποφεύγω τον πειρασμό να ερμηνεύσω τον Ζώη σε γλώσσα απλουστευμένων ελληνικών, με αγγλική σύνταξη και επιμειξία και σταματώ στην ουσία, που είναι ο διαχωρισμός των φύλων και η απομόνωση της γυναίκας. Από τα «δικτυωτά» αυτά ή «δρύφρακτα», όπως είναι η ελληνικά απόδωση της τοπικής, ιταλικής προέλευσης λέξης «τζελουτζία», ο θηλυκός πληθυσμός του κάθε σπιτιού, κυρίως των αρχοντικών, μπορούσε να δει προς τα έξω, προς τη ζωή, αλλά δεν μπορούσε να την βιώσει. Γνώριζαν την κίνηση του δρόμου, μα δεν την ζούσαν. Ήξεραν και δεν μπορούσαν.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα παραπάνω ας δούμε τι γράφει η Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου στην πολυσυζητημένη «Αυτοβιογραφία» της: «[…] Επεθύμησα, είπα, από καρδίας, αλλά εκύταξα τους τοίχους του σπιτιού οπού με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον Ζακυνθία και αναστέναξα […]».

Τον καημό της πρώτης ελληνίδας πεζογράφου αντιλήφθηκε ο «χαμωλόγος», κατά τον Διον. Ρώμα, ποιητής Διονύσιος Γρυπάρης και σε στίχους της συμπαραστάθηκε:

Ποίος λέει να είν’ κλεισμένες
κόρες σαν φυλακισμένες
και να βλέπουν στες οικίες
μιλιούνια τζελουτζίες;

Αυτές οι «μιλιούνια τζελουτζίες», που βρίσκονταν όλο το χρόνο περιοριστικά «στες οικίες», έφευγαν για μια μέρα μόνο. Ήταν η Πέμπτη τση Τρυνής (Τυροφάγου), όπου στην Πλατεία Ρούγα και στον χώρο της ανάμεσα από τις εκκλησίες της Ανάληψης και της Βαγγελίστρας, διεξαγόταν η Γκιόστρα, κατεβασμένη από τον Αρίγκο της Μπόχαλης και όχι πια αναμέτρηση, αλλά επίδειξη δεξιοτεχνίας.

Πρώτος, αν δεν κάνω λάθος, μίλησε γι’ αυτήν την πρωτοπορία (γιατί αληθινά για κάτι τέτοιο πρόκειται) ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο οποίος στο κατατοπιστικό κείμενό του «Η προσωπίς και τα ιπποδρόμια εν Ζακύνθω επί Ενετοκρατίας», το οποίο δημοσιεύθηκε την 1 Φεβρουαρίου 1890 στο περιοδικό «Ανθών», σημειώνει, μεταξύ των άλλων πολύτιμων και σημαντικών και τα ακόλουθα: «[…]Αι στοαί ήσαν πλήρεις μύρτων και δάφνης, στεφάνων, ανθέων και σημαιών. Τα παράθυρα ανοικτά, ελεύθερα, ως επί το πλείστον κατά την ημέραν εκείνην από των “τζελουτζιών”, εστολίζοντο δια ταπήτων, στεφάνων ανθέων και άλλων τοιούτων, κατάμεστα, ενοείται, θεατών παντός φύλου και ηλικίας, προσωπιδοφόρων και μη […]».

Με τα παραπάνω συμφωνεί και ο Ανδρέας Α. Αβούρης, που στην νουβέλα του «Ο Αλαμάνος», ξεκινώντας την όλη τραγική ιστορία από την διεξαγωγή της Γκιόστρας, την μόνη φορά στο κύλισμα του χρόνου, όπου δινόταν η ευκαιρία στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι να ειδωθεί, να γνωριστεί και να φλερτάρει, περιγράφει γλαφυρά, θέλοντας να δώσει το κλίμα της προετοιμασίας της γιορτής: «[…] Ολοένα οι εργάται, οι γνωστοί μας της ταβέρνας του Λουρέντζου, εργάζονται για να τελειώσουν το στολισμό της εξέδρας με μυρτιές και σημαίες. Αποβραδίς αφαιρέθηκανε αι τζελουτζίαι από τα παράθυρα των σπιτιών που τα εστόλισαν με σημαίες και βαρύτιμους τάπητες κι ο κόσμος έκανε βόλτες στη Πλατεία Ρούγα θαυμάζοντας το στολισμό και τη κίνηση […]».

Οι τζελουτζίες, λοιπόν, έφευγαν για χάρη της Γκιόστρας και οι γυναίκες, απαλλαγμένες πια από τα πλέγματά τους, αυτά που έκαναν την Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου να ντρέπεται που ήταν γυναίκα και μάλιστα Ζακυνθινή, μπορούσαν να συνεορτάσουν το γεγονός και να κινηθούν όσο γινόταν πιο ελεύθερες.

Είναι άλλη μια ερωτική εκδοχή της Γκιόστρας και δικαιολογεί απόλυτα, μαζί με άλλα πολλά, την στέγασή της και στην περίοδο του Καρναβαλιού. Επίσης η αφαίρεση των περιοριστικών αυτών πλεγμάτων από τα τζαντιώτικα παραθύρια, μπορεί, άφοβα, να θεωρηθεί σαν μια πρώτη κίνηση του τοπικού, αλλά γιατί όχι και του παγκόσμιου φεμινιστικού κινήματος.

Ο Ζώης μας λέει πως στην εποχή του, πριν σίγουρα από την χρονιά της ανεπανόρθωτης καταστροφής της θεομηνίας του Αυγούστου του 1953, λίγες εκκλησίες υπήρχαν με τις διαχωριστικές αυτές κατασκευές στις εκκλησίες της Ζακύνθου. Στην εποχή μας υπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστες. Εμένα προσωπικά μού έρχεται στο νου μόνο το γυναιτίκι της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στο Φαγιά. Μπορεί να υπάρχουν και άλλες. Σημασία έχει πως σήμερα είναι ματαιότητα να φτιαχτούν στους νεότερους ναούς του νησιού, ακόμα και για ιστορικούς λόγους.

Το ότι, όμως, έφευγαν την ημέρα της διεξαγωγής της Γκιόστρας, τότε που ήταν αναπόφευκτος κανόνας, μας λέει πολλά και δίνει περισσότερη αξία στο ιππικό αγώνισμα.

Σημειώσαμε και πριν πως κάθε γεγονός πρέπει να το βλέπουμε με το μάτι και τις συνθήκες της εποχής του. Διαφορετικά παραπλανιόμαστε.

Η Γκιόστρα, για πολλούς λόγους, ήταν το μεγαλύτερο γεγονός του χρόνου. Αυτός που γνωρίσαμε σήμερα, την μέρα της αναβίωσής της, αρκεί να την στηρίξει και να αιτιολογήσει την παρουσία της στις μέρες μας.

Γιατί «τζελουτζίες» υπάρχουν ακόμα…


Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Δύο ειδήσεις από την πανέμορφη Βελγική πόλη Bruges

αφορμή για σκέψεις σχετικά με το κατά πόσο η θέαση της τέχνης παραδειγματίζει, προβληματίζει, νουθετεί και τελικά επηρεάζει το θεατή της

Της Κατερίνας Δεμέτη

Το να προσπαθούμε να κάνουμε απλή αναφορά σε έργα τέχνης της σύγχρονης ή της παλαιότερης καλλιτεχνικής παραγωγής, με στόχο την αποκάλυψη κάθε φορά του ωραίου ή του άσχημου, με όρους αισθητικής, θα περιοριζόταν σε μία επιφανειακή προσέγγιση του ρόλου της Τέχνης, και κανέναν άλλο σκοπό δεν θα εξυπηρετούσε παρά μόνο την κατανάλωσή της, με όρους ανώδυνους για τον θεατή.

Η Τέχνη ωστόσο είναι λειτουργία κατεξοχήν πνευματική, ενεργοποιεί μέσω της όρασης στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου, γι’ αυτό η αναφορά μέσα από τη στήλη μας σε ειδήσεις που σχετίζονται μ’ αυτή, και μας έρχονται από κάθε μεριά της γης, αποσκοπεί στο να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια πίσω από την πρόδηλη εικόνα της, και επιπρόσθετα να δώσει μία πιο γενική διάσταση των προβλημάτων, που ταλανίζουν τη ζωή μας, στη μικρή μας πόλη.

Οι ειδήσεις, αυτή τη φορά, μάς έρχονται από την πανέμορφη Βελγική πόλη Bruges.

H πρώτη, αφορά σε μία παρέμβαση του εννοιολογικού καλλιτέχνη Jan Verhaeghe σε γλυπτά δημοσίων χώρων, ο οποίος την πλήρωσε, όπως θα δείτε, πολύ ακριβά. Η δεύτερη έρχεται από το Μεσαίωνα ως παραγγελία της ίδιας πόλης, στο ζωγράφο Gerard David (1460-1523) του «Δίπτυχου της Δικαιοσύνης», προκειμένου να προειδοποιήσει τους κρατικούς λειτουργούς για την αυστηρή τιμωρία της διαφθοράς και της αδικίας και έρχεται στο μυαλό μας, κάθε φορά που διαβάζουμε τα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων για διαφθορά και κάθαρση, κατάχρηση εξουσίας και τιμωρία, μάσκες ντροπής και ξεσκέπασμά τους.

Την πρώτη είδηση την ψαρέψαμε από το περιοδικό Τέχνης Ίχνη του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Βορείου Ελλάδος (τεύχος 1-χειμώνας 2010-2011), και αναφέρει ότι όταν το 2002 η Bruges είχε τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, ο εννοιολογικός καλλιτέχνης Jan Verhaeghe, θέλοντας να προβληματίσει σχετικά με την επιλογή των έργων τέχνης για τους δημόσιους χώρους, τοποθέτησε προσωρινά μία πινακίδα με τις λέξεις «απαγορεύεται να κοιτάτε» πάνω στο άγαλμα «οι Νιόπαντροι» του Stefaan Depuydt και της Livia Canestrato και σε άλλα είκοσι αγάλματα.

Το ζεύγος γλυπτών που είχε φιλοτεχνήσει αρκετά από αυτά τα αγάλματα, κατέθεσε αγωγή εναντίον του, που έφτασε μέχρι το Εφετείο και τελικά δικαιώθηκε από το Δικαστήριο της Αμβέρσας. Το δικαστήριο έκρινε ότι ο Jan Verhaeghe είχε παραβιάσει το δικαίωμα του ελέγχου, που μπορεί να ασκεί ένας καλλιτέχνης όσον αφορά τη χρήση του έργου του («δικαίωμα του προορισμού»). Αποτέλεσμα της πράξης του αυτής ήταν ένα πρόστιμο ύψους 21.500 ευρώ, που του επιδικάστηκε από τα Βελγικά δικαστήρια, λόγω παραβίασης του «δικαιώματος προορισμού»!

Στην προκειμένη περίπτωση οι γλύπτες δεν είχαν δώσει άδεια στον Jan Verhaeghe για να χρησιμοποιήσει το έργο τους για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή αποτέλεσε περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης γνώμης και θέλησε με την πράξη του να δείξει στους κατοίκους της Bruges ότι η πόλη με την πλούσια καλλιτεχνική παράδοση του Van Eyck και του Memling, άξιζε κάτι περισσότερο από τα συγκεκριμένα αγάλματα, που είχαν παραγγελθεί σε μεγάλες ποσότητες από τον προηγούμενο δήμαρχο.


Για την υποστήριξή του μάλιστα οργανώθηκε και η ομάδα Censart ( www.censart.be ), η οποία ζήτησε από τους υποστηρικτές της να αποστείλουν μια φωτογραφία τους, όπου κρατούσαν τον δείκτη μπροστά από το στόμα τους, προτρέποντας σε σιωπή. Όσοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν το Facebook κλήθηκαν να αντικαταστήσουν για ένα διάστημα τη φωτογραφία τους στο προφίλ τους, με το νέο αυτό πορτρέτο. Με τον τρόπο αυτό υπέγραψαν συμβολικά την αντίδρασή τους στην απόφαση του Δικαστηρίου και τη συμπαράστασή τους στον καλλιτέχνη.

Κάθε φορά που ένα γλυπτό κακοποιείται στη μικρή μας πόλη, όπως πρόσφατα κακοποιήθηκε στη θέση που προσεισμικά βρισκόταν η οικία του Φώσκολου, το μνημείο για τον Ποιητή, που «στεφανώθηκε» με τα καλώδια της ΔΕΗ, στο μυαλό μας πρέπει να έρχεται αυτόματα η αντίδραση της Βελγικής πόλης και η αυστηρή τιμωρία που επιβλήθηκε στον Jan Verhaeghe για παραβίαση του «δικαιώματος προορισμού».

Αλλά και η αντίδραση των υποστηρικτών του Jan Verhaeghe, της ομάδας Censart πρέπει να μας προβληματίσει, για τη μεγάλη σημασία που παίζει για τον Ευρωπαίο, η κατανόηση μιας ακτιβιστικής πράξης μέσα από την αλληγορία που η πράξη αυτή μπορεί να υποδηλώσει, και που δεν είναι τίποτ’ άλλο από το να συλλάβουμε και να εκμεταλλευτούμε τη σχέση αναλογίας, ανάμεσα στην αλληγορία της πράξης και στο βαθύτερο νόημά της, για την φίμωση της ελευθερίας έκφρασης ενός καλλιτέχνη.

Η Ευρώπη άλλωστε, από τα μεσαιωνικά ακόμα χρόνια, ζούσε σ’ έναν κόσμο που μιλούσε συνεχώς σ’ ένα εραλδικό ιδίωμα, όπου ο λέων δεν ήταν μόνο λέων, το ρόδο δεν ήταν μόνο ρόδο και ο μονόκερος ήταν εξίσου πραγματικός με το λιοντάρι γιατί και τα δύο ήταν σύμβολα, μιας ανώτερης αλήθειας.

Στο Groeninge Museum & Arentshuis της Bruges, πριν από λίγα χρόνια είχα την τύχη να δω ένα τέτοιο αλληγορικό έργο, που φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Φλαμανδό ζωγράφο Gerard David, το 1498, o οποίος γεννήθηκε περ. το 1460 στο Oudewater και πέθανε στις 13 Αυγούστου 1523, στη Bruges και που είχε παραγγελθεί για την Αίθουσα του Δημαρχείου της πόλης (The Council Chamber of Bruges Town Hall).


«To Δίπτυχο της Δικαιοσύνης» (Justice diptych), όπως είναι γνωστό, παρουσιάζει στο αριστερό πάνελ την Κρίση του Καμβύση (182,3χ159,2 εκ.) και στο δεξί την Εκδορά του άδικου δικαστή (182,2χ159,4 εκ.). Πρόκειται για μία ζωγραφική απεικόνιση του 25ου κεφαλαίου από την «Τερψιχόρη», το Ε΄ βιβλίο του Ηροδότου, που έχει ως βασικό του θέμα την περιγραφή της Ιωνικής επανάστασης εναντίον των Περσών (499-493 π.Χ.). Γράφει λοιπόν ο Ηρόδοτος στο σχετικό χωρίο, στη μετάφραση του «Κάκτου»:

«Ο Δαρείος λοιπόν ξεκίνησε για τα Σούσα, υποχρεώνοντας τον Ιστιαίο να τον ακολουθήσει. Πριν φύγουν, όρισε τον Αρταφέρνη, αδελφό του από τον ίδιο πατέρα, κυβερνήτη των Σάρδεων κι έδωσε στον Οτάνη τον έλεγχο των ακτών. Ο πατέρας του τελευταίου, Σισάμνης, είχε εκτελεστεί από τον Καμβύση. Ήταν ένας από τους βασιλικούς δικαστές και, ως τιμωρία επειδή δωροδοκήθηκε και διαστρέβλωσε την αλήθεια, ο Καμβύσης διέταξε να τον γδάρουν. Το δέρμα του ξεσκίστηκε και κόπηκε σε λωρίδες, τις οποίες τέντωσαν πάνω στο κάθισμα που χρησιμοποιούσε στο δικαστήριο. Ο Καμβύσης έπειτα έβαλε τον γιο του δικαστή στη θέση του και του είπε να θυμάται από τί ήταν φτιαγμένη η καρέκλα του, όποτε έβγαζε μία ετυμηγορία.»

To Δίπτυχο της Bruges αναφέρεται σ’ αυτό το συγκλονιστικό περιστατικό. Στο αριστερό τμήμα του Διπτύχου διακρίνεται η σύλληψη του Σισάμνη με την παρουσία του Καμβύση, ο οποίος του απαγγέλλει τις κατηγορίες. Ένα από τα εγκλήματα του δικαστή ήταν εκείνο της δωροδοκίας, προκειμένου να εκδώσει μία άδικη απόφαση. Τον βλέπουμε στο βάθος αριστερά, στην είσοδο του σπιτιού του, να δέχεται ένα πουγκί. Στο επάνω δεξί τμήμα του άλλου πίνακα βλέπουμε τον Οτάνη καθισμένο πάνω στον δικαστικό θρόνο που έχει επενδυθεί από το δέρμα του πατέρα του Σισάμνη, ενώ το κεντρικό επεισόδιο παρουσιάζει το φρικιαστικό θάνατό του με εκδορά. Το επεισόδιο ο ζωγράφος φυσικά το τοποθετεί σε μία Φλαμανδική πόλη με γοτθικά κτήρια, ενώ διακρίνονται τα οικόσημα του Φίλιππου του Δίκαιου και του Ιωάννη της Αραγωγίας, που τότε κυβερνούσαν τις Κάτω Χώρες.

Φανταστείτε την αντίδραση όσων έμπαιναν μέσα στο Δημαρχείο της Bruges όταν αντίκριζαν αυτό το έργο, αλλά και την υποχρέωση που ένοιωθαν όσοι είχαν στα χέρια τους την απονομή της Δικαιοσύνης στην πόλη…

Στις μέρες μας, έχουμε επιμελώς παραλείψει το διδακτισμό ως άκρως αναχρονιστικό από την αισθητική της εποχής μας. Και σ’ αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει μία ολόκληρη συζήτηση που θα συμπαρέσυρε σίγουρα αρκετούς από τους ευαισθητοποιημένους εκπαιδευτικούς μας.

Αλλά σίγουρα αυτό που δεν πρέπει να παραλείψουμε είναι η επαφή των παιδιών μας με τα νάματα της τέχνης.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Αρχαιοελληνικές ερωτικές χαρακιές

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Αρχαιοελληνικές επιγραφές δίχως τέλος στα βάθρα των καλλιτεχνικών έργων, στους τάφους των νεκρών και στους τύμβους των πεσόντων… Οι περισσότερες είναι ποιητικοί θησαυροί, πραγματικά λυρικά κατορθώματα με μεγάλη ιστορική αξία, αφού εκεί παρελαύνει ολόκληρος ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος των αρχαίων Ελλήνων. Πάνω από 4.000 αρχαία ελληνικά επιγράμματα καταχωρίζονται στα 16 βιβλία της «Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας» [1]. «Μέσα στον σχεδόν ολότελα χαμό του απέραντου λυρικού δάσους των αρχαίων, ευτύχημα πώς απόμεινε το στενό κάπως, μα πανάνθιστο περιβόλι των Επιγραμμάτων», έλεγε ο Κωστής Παλαμάς. Εκεί, ανάμεσά τους, και τα ερωτικά επιγράμματα, ένα είδος ιδιαίτερα δημοφιλές κατά την περίοδο της διασποράς του ελληνισμού στις χώρες της Μεσογείου, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Βυζαντινού αντι-ερωτισμού. Με αφορμή τη γιορτή των Ακύλα και Πρισκίλλης, ορθοδόξων αγίων του έρωτα, και του καθολικού αλλά παγκοσμιοποιημένου Αγίου Βαλεντίνου, ας απολαύσουμε μερικά ερωτικά επιγράμματα, κόντρα στο πολεμικό κλίμα των ημερών που διανύουμε, γιατί η ζωή αναγεννιέται μέσα από τους έρωτές της.

Ταυτόσημη έμπνευση φαίνεται ότι έχουν τα τρία δίστιχα επιγράμματα που ακολουθούν και βρίσκονται στη σειρά (αρ. 82, 83, 84) με άγνωστο επιγραμματοποιό «Αδέσποτον»

82
«Ω σοβαρή βαλάνισσα, τι μ' ούτως έκπυρα λούεις;
πριν μ' αποδύσασθαι, του πυρός αισθάνομαι.»

Υπέροχη λουτράρισσα! Καυτό λουτρό ετοιμάζεις;
Ακόμη πριν γδυθώ, την πύρα αισθάνομαι ήδη!
83
«Είθ΄ άνεμος εγενόμην, συ δε (σας) στείχουσα παρ' αυλάς
στήθεια γυμνώσας και με πνέοντα λάβοις.»

Είθε να γινόμουν άνεμος, και όταν στο σπίτι σου θα επέστρεφες κόρη,
το στήθος σου να γύμνωνες και την πνοή μου να δεχόσουν στις πτυχές του!

84
«Είθε ρόδον γενόμην υποπόρφυρον, όφρα μεν χερσίν
αρσαμένη χαρίση στήθεσιν χιονέοις.»

Ας ήμουν ένα ρόδο πορφυρό! Στα χέρια σου να με έπαιρνες, ω κόρη,
Και στο λευκό σαν χιόνι στήθος σου, να με πρόσφερες, ως δώρο!

Η σωματική λεπτότητα των γυναικών εθεωρείτο κατά την αρχαιότητα ως ιδιαίτερο προσόν των γυναικών. Στα παρακάτω επιγράμματα του Ρουφίνου η προτίμηση γέρνει προς τη μεσότητα γενικώς.

37.
«Μητ΄ ισχνήν λίαν περιλάμβανε μήτε παχείαν,
τούτων δ΄ αμφοτέρων την μεσότητα θέλε.
Τη μεν γαρ λείπει σαρκών χύσις , η δε περισσήν
κέκετηται, λείπον μη θέλε μηδέ πλέον.»

Ισχνή πολύ μην προτιμάς, αλλ΄ ούτε και παχιά βεβαίως.
Ακρότητες! Η μέση λύση η πλέον ευάρεστη είναι.
Στη μια η σάρκα είναι ελλιπής, στην άλλη περισσεύει.
Το «ολίγον» απόφευγε, όπως και το «πλέον» επίσης.

42.
«Μισώ την αφελή, μισώ την σώφρονα λίαν
η μεν γαρ βραδέως, η δε θέλει ταχέως.»

Μισώ την πρόθυμη, απεχθάνομαι τη συνετή επίσης.
Υποχωρεί αργά με δυσκολία αυτή, είναι έτοιμη να υποκύψει εκείνη!

Οι πλαστικές τέχνες δεν παρέλειπαν, πολλές φορές, ν΄ απεικονίζουν τον ‘Ερωτα με δέρμα λιονταριού και μ΄ ένα ρόπαλο στο χέρι. Στο επίγραμμα του Μελέαγρου ως και το κουνούπι γίνεται αγγελιοφόρος του Έρωτα… Για λόγους οικονομίας παρατίθεται μεταφρασμένο:

152
Άνοιξε τα φτερά κουνούπι μου, γοργός γενού αγγελιαφόρος
Κι αλαφραγγίζοντας τ΄ αυτιά της Ζηνοφίλας, πες της:
«Άγρυπνος περιμένει αυτός κι εσύ αδιάφορη προς όλους
που σ΄ αγαπούν στον ύπνο έχεις δοθεί». Λοιπόν, πετάξου, τώρα!
Ωστόσο, ψιθύρισέ της απαλά, μήπως τον άνδρα της ξυπνήσεις.
Κι αν φέρεις τη μικρή μου εδώ, με λέοντος θα σε στέψω εγώ δορά,
ακόμη κι ένα ρόπαλο στο χέρι θα σου δώσω!

Το κάλλος της μορφής δε φτάνει στο επίγραμμα του Καπίτωνος, αποζητά και τη χάρη:

67.
« Κάλλος άνευ χαρίτων τέρπει μόνον, ου κατέχει δε,
ως άτερ αγκίστρου νηχόμενον δέλεαρ»

Το κάλλος δίχως τη χάρη, τέρπει απλώς και δεν αιχμαλωτίζει
καθώς στο κύμα ένα άγκιστρο, δίχως με δόλωμα οπλισμένο.

Είναι γεγονός ότι ο αισθησιακός έρωτας κυριαρχεί στην «Ανθολογία» αφού ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των αρχαίων, δίχως περιορισμούς, όπως συμβαίνει στις σύγχρονες θρησκείες. Ιδού ένα χαρακτηριστικό επίγραμμα του Λεοντίου:

295.
«Ψαύε μελισταγέων στομάτων, δέπας. Εύρε, άμελγε
ου φονέω, την σην δ΄ ήθελον αίσαν έχειν»

Στόματα, αν βρεις μελισταγή, ευθύς ν΄ αρμέξεις σπεύσε.
δεν σε φθονώ, την τύχη σου θα επιθυμούσα μόνο νάχω!

Στο ίδιο πνεύμα επιγραφοποιεί και ο Ασκληπιάδης:

85.
«Φείδη παρθενίης. Και τι πλέον; Ου γαρ ες Άδην
ελθούς΄ ευρήσεις τον φιλέοντα κόρη.
Εν ζωοίσι τα τερπνά της Κύπριδος, εν δ΄Αχέροντι
Οστέα και σποδιή, παρθένε, κεισόμεθα»

Φυλάς την παρθενιά σου. Και τι μ΄ αυτό; Τι θα κερδίσεις;
Δεν πρόκειται εραστή να βρεις στον Άδη, όταν κατέβεις.
Τα έργα τα τερπνά της Κύπριδας μόνο όταν ζεις απολαμβάνεις.
Στο κράτος του Αχέροντα οστά και τέφρα! Τίποτε άλλο!

Το αρχαίο ελληνικό ερωτικό επίγραμμα ανήκει στην υψηλή, τη μεγάλη, τη γνήσια ποίηση. Επέδρασε κι επηρέασε και τους μεγάλους Λατίνους ποιητές , όπως τον Κάτουλο, τον Τίβουλλο , τον Προπέρτιο, τον Μαρτιάλη. Η επίδρασή του δεν ανακόπηκε ούτε κατά τους μεταγενέστερους αιώνες. Ο Goethe ή ο Pierre Louis είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, τη στιγμή που ποιήματα μεγάλων ευρωπαίων ποιητών περιέπεσαν στη λήθη.

---------------------

[1] Το 900 περίπου μ.Χ. ο πρωθιερέας των ανακτόρων του Βυζαντίου Κ. Κεφαλάς κατάρτισε μια συλλογή επιγραμμάτων με τον τίτλο «Ελληνική Ανθολογία» που χάθηκε και ξαναβρέθηκε αργότερα ένα αντίγραφό της στη βιβλιοθήκη της Heidelberg, που ήταν πρωτεύουσα της μικρής ηγεμονίας του Παλατινάτου γι΄ αυτό και η νέα ονομασία.

Βιβλιογραφία:
* Β. Ι. Λαζανά, Τα αρχαία ελληνικά ερωτικά επιγράμματα, εκδ. Δ. Ν. Παπαδήμα 1990
* R.Flacelier, Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα. εκδ. Παπαδήμα 1995

Ζάκυνθος, 14-02-2011

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά: ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΙ ΕΝΟΧΕΣ (διήγημα)


Μισάνοιξε τα μάτια. Έξω είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει. Για μια μικρή στιγμή, ξεχνιέται, πως όλα είναι όπως πριν. Εκείνη πρέπει νάναι στην κουζίνα τώρα και να φτιάχνει καφέ, σε λίγο θα φτάσει ώς το δωμάτιό του η μυρωδιά. Μετά, θ' ανοίξει την πίσω πόρτα, να βάλει γάλα της ψιψίνας. Η Ομορφούλα, όπως την έλεγαν, θάναι εκεί στο σκαλοπάτι να περιμένει. Σειρά έχουν τα πετούμενα του ουρανού, πρωί-βράδυ κάτω από την ελιά ρίχνει σπόρια, ψωμί κι ό,τι άλλο απόμεινε για τα διαβατάρικα. Τους έχει πάντα και φρέσκο νερό. Το καλοκαίρι το αλλάζει κάμποσες φορές την ημέρα για νάναι δροσερό. Όλα και όλους τα νοιάζεται εκείνη. Για όλα έβρισκε πάντα χρόνο.

Δούλευε ασταμάτητα. Είχε τόση ζωντάνια και ενέργεια, απορούσε πώς τα κατάφερνε... Τον πονούσε πολύ, που δεν επικοινωνούσαν πια... Ούτε μια κουβέντα δεν άλλαζαν. Είχε καταλαγιάσει η οργή ή είχαν εξαντληθεί και δεν άντεχαν πια ούτε να μαλώνουν. Πώς άφησαν να φτάσουν ώς εκεί τα πράγματα, απορούσε. Δεν μπορεί όλα νά 'γιναν από τη μια στιγμή στην άλλη. Και τα πρώτα χρόνια φιλονικούσαν, είχαν διαφορετικές απόψεις σχεδόν σε όλα, σπάνια να συμφωνούσαν σε κάτι. Όμως, παλιά εκείνη υποχωρούσε, αν περνούσαν μέρες χωρίς να μιλιούνται, εκείνη του μιλούσε πρώτη. Κι αυτός μαλάκωνε πολύ μέσα του, μόνο που δεν είχε το θάρρος να κάνει το πρώτο βήμα ποτέ. Ίσως τον κρατούσε κι ο εγωισμός, μην του πάρει τον αέρα και μετά;

Πρέπει να σηκωθεί, η ώρα περνάει, εκείνη δεν πρέπει πια νάναι στο νεροχύτη, θάχει τελειώσει με τα πιάτα και άλλα. Ω, ναι, τώρα είναι ευκαιρία να τρέξει γρήγορα να φτιάξει τον καφέ του, για να μην αναγκαστεί να της μιλήσει ή να την ακουμπήσει, ανοίγοντας το ντουλάπι για να πάρει τον καφέ και τη ζάχαρη. Μέχρι πριν λίγο καιρό έφτιαχνε καφέ και για τους δυο τους, τώρα πια, ούτε αυτό. Τίποτα κοινό πια.

Ένιωθε μόνος, τόσο μόνος. Αχ, νάβρισκε το θάρρος να της μιλήσει, ν' απλώσει τα χέρια να την αγκαλιάσει, να της πει πως την αγαπάει πολύ, πάρα πολύ! Μα, πώς; Αν εκείνη γελάσει ειρωνικά; Αν τον κοιτάξει μ' εκείνο το άγριο βλέμμα; Εκείνος θα παγώσει, δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί από την ταπείνωση και μετά θάναι χειρότερα, πολύ χειρότερα. Μα τι λέει τώρα, άκου χειρότερα, δεν υπάρχει πια χειρότερα... Όχι, όχι, αυτά που σκέφτεται είναι κουτά. Αν εκείνη ένιωθε κάτι ακόμα γι' αυτόν, δεν θάταν τόσο απόμακρη. Θα τού έδειχνε κάποιο, έστω και μικρό, σημάδι ότι θέλει συμφιλίωση κι εκείνος, όπως πάντα, θάτρεχε κοντά της. Μα είναι ολοφάνερο πια πως δεν τον θέλει...

Α, μπα, δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Αν της δείξει την αδυναμία του, εκείνη θα τον ισοπεδώσει, άλλωστε δεν είναι μόνο αυτό, ακόμα κι αν υποχωρήσει, δεν θα κρατήσει πολύ, είναι αγέρωχη, εγωίστρια, δεν τον αγαπάει καθόλου πια... Μα, άντε και να σκύψει το κεφάλι ακόμα μια φορά, άντε και να μην φερθεί με αδιαλλαξία εκείνη, τάχα τι θα αλλάξει; Η όποια αλλαγή, θάναι πάλι προσωρινή, και μετά, μία από τα ίδια... Γιατί νάναι τόσο πολύπλοκη η ζωή; Γιατί οι σχέσεις νάναι τόσο δύσκολες, ή μήπως εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε όλα;

Σκέφτεται, σκέφτεται και άκρη δε βρίσκει... Δε βαριέσαι, άστα όπως είναι. Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια, τώρα πρέπει να σηκωθεί. Πετάει τα σκεπάσματα, ψάχνει για τις παντόφλες με τα πόδια στο πάτωμα. Φοράει τη ρόμπα πάνω από τις πυτζάμες και προχωρεί προς την κουζίνα. Σκοτάδι παντού, σκοτάδι και ησυχία...

Ξαφνικά, συνέρχεται... Τα ίδια σχεδόν κάθε μέρα τρία χρόνια τώρα. Ακόμα δεν έχει αποδεχτεί την πικρή πραγματικότητα. Ίσως γιατί τον βαραίνουν και τον ίδιο τα χρόνια, και τα νιώθει τόσα πολλά, νισάφι πια. Ακόμα ζει στο χθες το μακρινό... Πόσο πρέπει να τον πονάει το σήμερα, πόση μεταμέλεια μέσα του για όλα τα χρόνια που άφησε να περάσουν στη σιωπή χωρίς να της μιλάει... Γιατί να μην μπορέσει να νικήσει τον εγωισμό και τη δειλία του όσο ήταν ακόμα καιρός, αφού την αγαπούσε πολύ. Τώρα παραδέχεται πως κι εκείνη ίσως τον αγαπούσε. Πώς τα κατάφεραν λοιπόν;

Και τώρα, τι κάνει τώρα; Πώς θα αντέξει αυτό το βάρος, αυτή την ανυπόφορη απομόνωση και μοναξιά μέχρι να τον λυπηθεί ο Θεός και να τον πάρει; Κάθεται στον καναπέ με το κεφάλι στα χέρια, τι να κάνει, πώς να αντέξει;  Όχι, όχι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, κάτι πρέπει ν' αλλάξει. Σε λίγο τινάζει το κεφάλι, σηκώνεται πάνω, τις αποφάσεις του τις πήρε. Όταν ο Μωάμεθ δεν πάει στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ, ας τον ξέχασε ο Ύψιστος, αυτός ξέρει πια τι θα κάνει. Θα πάει να την δει σήμερα, θα της ζητήσει γονατιστός συγνώμην. Εκείνος, μόνο εκείνος φταίει για όλα. Θα φιλήσει τρυφερά τα μάτια της που τόσο αγάπησε, θα χαϊδέψει τα ωραία της ολόασπρα μαλλιά, θα την σφίξει στην αγκαλιά του για τελευταία φορά και μετά, μετά θα λιποτακτήσει από τη ζωή... Οι αίτιοι πρέπει να τιμωρούνται. Εκείνη θα τον κοιτάζει αδιάφορα, μα ποιός ξέρει; Μπορεί να νιώσει τη στοργή του, την αγάπη του. Μπορεί κάτι να καταλάβει από αυτά που θα της πει, μπορεί να γαληνέψει η ταλαιπωρημένη ψυχή της τώρα που θα επέλθει επιτέλους η κάθαρση.

Το πρώτο μίνι εγκεφαλικό, που το πήρε αψήφιστα, το έπαθε -ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνος- τότε που δεν της μιλούσε για μήνες κι εκείνη, απλά τον κοίταζε χωρίς να διαμαρτύρεται... Συνέχισε να τον φροντίζει, να μαγειρεύει, να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, κι εκείνος, της έκανε τη χάρη να τα δέχεται όλα αυτά αμίλητος και υπεροπτικός. Όχι, δεν ήταν εκείνη αγέρωχη και σκληρή. Η απαίσια συμπεριφορά του την ανάγκαζε να φέρνεται έτσι, ιδιαίτερα όταν την χτυπούσε, όταν εκείνη αγανακτισμένη του φώναζε κι όταν τολμούσε να τον βρίσει, όπως τότε που τον σιχτίρισε, εκείνος γινόταν θηρίο ανήμερο. Την είχε χτυπήσει πάμπολλες φορές κι εκείνη δεν μιλούσε, ούτε που έκλαιγε. Αποσυρόταν σε μια γωνιά, μόνη, χωρίς μιλιά...

Ω, ναι, κάπου εκεί πρέπει νάπαθε το πρώτο επεισόδιο, ήταν ίσως καταφύγιο, να ξεχάσει, να μη θυμάται, να μη γνωρίζει πια... Και μετά, ήλθε το μεγάλο εγκεφαλικό, μετά από έναν καυγά που της έκανε, μεγάλο καυγά, τσι για το τίποτα, χωρίς εκείνη να φταίει. Τώρα πια το γνωρίζει πως εκείνη ήταν αθώα. Έφταιγε το πιοτό. Έπινε πολύ, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, όχι μόνο γιατί του άρεσε, αλλά επί πλέον γιατί έτσι έπαιρνε θάρρος και νόμιζε πως ήταν κάποιος, τότε την έβριζε και τη χτυπούσε περισσότερο από ό,τι όταν ήταν νηφάλιος, και μετά, έτσι κλαμμένη και ταπεινωμένη που ήταν, την έπαιρνε στην αγκαλιά του, τη γέμιζε φιλιά και χάδια, της έλεγε τα πιο τρελά ερωτόλογα, εκείνη δεν μιλούσε, έκλαιγε μόνο σιωπηλά, υπομένοντας κι αυτήν την ταπείνωση μέχρι να ξεφύγει από τα χέρια του...

Τι άθλιος που ήταν... Πώς μπόρεσε να φέρνεται τόσο βάναυσα στη μόνη γυναίκα που αγάπησε; Πέρασαν πολλές από τη ζωή του πριν από αυτήν και με αυτήν, όλες τον έβλεπαν σαν θεό και τον έκαναν να νιώθει μοναδικός, μα εκείνος μόνο εκείνη θεωρούσε μοναδική, μολονότι δεν της τό 'δειξε ποτέ. Γιατί αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να τον δει έτσι όπως οι άλλες; Αναρωτιέται αν αυτό ήταν η αιτία για όλα. Γιατί μόνο τώρα, που είναι τόσο αργά, να βλέπει καθαρά τα πράγματα και να μην μπορέσει να τα δει όσο ήταν ακόμα καιρός για να επανορθώσει;

Μα όχι, δεν είναι πολύ αργά!... Χθες ακόμα ο γιατρός τού είπε ότι μπορεί να μη γνωρίζει, να μην μιλάει, να μη θυμάται, αλλά νιώθει, ο συναισθηματικός της κόσμος είναι ακόμα ζωντανός, τα αισθήματα δεν πεθαίνουν. Παραμένει αμετάκλητος στην απόφασή του. Σήμερα τελειώνουν όλα! Πρώτα θα πάει να της μιλήσει, κι ας μην γνωρίζει, ας μην καταλαβαίνει, γνωρίζει εκείνος, καταλαβαίνει εκείνος, θα της ζητήσει να τον συγχωρήσει και θ' αλαφρώσει η ψυχή του μ' αυτό. Μετά θα την αποχαιρετήσει τρυφερά και θα φύγει... Στο γκαράζ μέσα, έχει σκαμνί και σχοινί, θα κάνει τη θηλειά, μια απόφαση είναι. Όλα θα τελειώσουν στο άψε-σβήσε...

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον αποσπά από τις σκέψεις του. Ήταν από το Γηριατρείο... Εκείνη, του είπαν, έσβησε σήμερα το πρωί με το ξημέρωμα της καινούριας μέρας, την ώρα που εκείνος είχε την ψευδαίσθηση πως τού μύρισε ο καφές που έφτιαχνε...


[Εικόνα: CRISIS. Έργο του Sir Frank Bernard Dicksee (γεν. Λονδίνο, 27 Νοεμβρίου 1853 – 17 Οκτωβρίου 1928)]
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email