© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Διονύση Α. Ζήβα, ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ, έκδοση Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, Δεκέμβριος 2012


Της Κατερίνας Δεμέτη

Ο Καθηγητής Διονύσης Α. Ζήβας υπογράφει την πρόσφατη έκδοση του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) με τίτλο: Αρχιτεκτονικός Οδηγός Αθηνών.
          Πρόκειται για μία εξαίρετη χρηστική καταγραφή που περιλαμβάνει, μέσα σε 144 σελίδες, όλα τα μνημεία της αρχαιότητας και των μέσων και νεοτέρων χρόνων της Αθήνας, όλα τα αξιόλογα δημόσιου χαρακτήρα κτήρια της πόλης (κρατικά, δημοτικά, των κρατικών Οργανισμών), τα κτήρια με πολιτιστικό χαρακτήρα (δημόσια και ιδιωτικά), τα κτήρια της εκπαίδευσης, κτήρια ιδιωτικά, όπως Τράπεζες, κτήρια Πρεσβειών, μεγάλα ξενοδοχεία και κτήρια γραφείων.
          Ο Οδηγός καλύπτει το τμήμα της πόλης που ορίζεται από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας προς Β., το Ολυμπιείο και την Διονυσίου Αρεοπαγίτου προς Ν., την Βασιλίσσης Σοφίας προς Α. και τους δύο σιδηροδρομικούς σταθμούς προς Δ. Με χρηστικό αλφαβητικό ευρετήριο, φωτογραφία και κάτοψη κάθε κτηρίου και αναλυτικό παράρτημα χαρτών, το βιβλίο καταφέρνει με ένα μοναδικό τρόπο να παρουσιάσει το αρχιτεκτονικό προφίλ της πρωτεύουσας.  
          Όπως σημειώνει ο κ. Ζήβας στον πρόλογο, με την έκδοση αυτή γίνεται μία προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της θέασης της πόλης, χωρίς παρεμβολές που διαστρεβλώνουν την εικόνα της και προέρχονται από οχήματα κάθε είδους, σήματα, πινακίδες, διαφημίσεις, φωτιστικά, καλώδια και ήχους, μέσα από μερικές βασικές πληροφορίες για τα σημαντικά κτήρια.
          Ο Οδηγός προσφέρεται τόσο για τους επισκέπτες της πόλης, όσο και για τους κατοίκους της, προκειμένου να μάθουν κάτι περισσότερο  για τα κτήρια, τους δρόμους και τις πλατείες, για τα μνημεία, τους  κήπους και τα πάρκα της πόλης, σε μια προσπάθεια επανεκτίμησης του αστικού περιβάλλοντος, στο οποίο ζουν. Στοχεύει δε πολύ περισσότερο στη γόνιμη συζήτηση που μπορεί να αναπτυχθεί για το πώς συγκροτείται και πώς λειτουργεί το αστικό περιβάλλον, για το πώς το μεταχειριζόμαστε και το τι θα μπορούσε να προσφέρει.
           Όπως σημειώνει η κ. Σοφία Στάικου, Πρόεδρος ΠΙΟΠ: «Στόχος του ΠΙΟΠ, αλλά και του συγγραφέα είναι, ο Οδηγός να βοηθήσει το σημερινό Νεοέλληνα να ανακαλύψει τις ομορφιές της Αθήνας, περπατώντας πολύ και ανατρέχοντας στα πολύτιμα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας για κάθε κτίσμα».
          Συγχαίρουμε τον κ. Ζήβα για την εξαίρετη εργασία του και του ευχόμαστε σύντομα να επιμεληθεί την μετάφραση της ανωτέρω έκδοσης και σε άλλες γλώσσες,  όπως επίσης και να επιμεληθεί έναν αντίστοιχης ποιότητας οδηγό και για το νησί μας, που δείχνει να έχει χάσει τελείως την αρχιτεκτονική του ταυτότητα και αισθητική μετά το σεισμό του 1953.



   
 Βιογραφικό Δ. Ζήβα

Ο Διονύσης Α. Ζήβας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1928. Είναι αρχιτέκτων (1953), διδάκτωρ μηχανικός ΕΜΠ (1970), καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου από το 1973 και κοσμήτωρ της Σχολής κατά τα έτη 1979-1983 και 1989-1995. Από το 1997 είναι ομότιμος καθηγητής της Σχολής. Έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με τα προβλήματα προστασίας ιστορικών κτηρίων και πόλεων και έχει δημοσιεύσει περισσότερες από 90 εργασίες (βιβλία, άρθρα, ανακοινώσεις) στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής και του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Αισθητικής (2001-2004). Έχει τιμηθεί με το βραβείο Εuropa Nostra (1982) για τη μελέτη προστασίας της ιστορικής γειτονιάς της Πλάκας, στην Αθήνα, και με το βραβείο Gottfried v. Herder (1993) του Πανεπιστημίου της Βιέννης για το σύνολο του έργου του. Το βιβλίο του Πλάκα 1973-2003. Το χρονικό της επέμβασης για την προστασία της Παλαιάς Πόλεως Αθηνών (ΠΙΟΠ 2007), βραβεύτηκε το 2007 από την Ακαδημία Αθηνών. Από 12 Φεβρουαρίου 1989 είναι επίτιμο μέλος του  Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, του οποίου έκανε αφιλοκερδώς τα σχέδια για την επέκταση του κτηρίου που ευρίσκεται στην Πλατεία Αγίου Μάρκου, καθώς επίσης και τα σχέδια για το κτήριο της Βιβλιοθήκης Μητσάκη-Μέγαρο Σταύρου Νιάρχου, στην Παναγούλα.

Αντίλογος: Η Παράδοση πώς και γιατί…

Γράφει η ΜΙΜΙΚΑ ΣΤΑΜΙΡΗ


Η οικείωση και αξιοποίηση της παράδοσης αποτελεί, κατά την άποψή μας, σημαντικό ζήτημα για έναν τόπο με τόσο πλούσια πολιτιστική κληρονομιά. Σαφώς και  «οι καιροί ου μενετοί». Σαφώς και οι κανόνες και  η καλλιτεχνική λειτουργία ορίζονται από τις επιταγές του επίκαιρου. Από το χαρακτήρα, τη δομή, τις ανάγκες και τις αγωνίες των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτών, που δεν είναι «κλειστές», που δε λειτουργούν με κανόνες μιας απόλυτης ομοιογένειας χωρίς έξωθεν επιρροές και που δημιουργούν στηριγμένες στα στοιχεία που τις εκφράζουν στη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτές ή κάποιοι μέσα σ’ αυτές δημιουργούν με βιωμένη και απόλυτα αποδεκτή την παράδοση, αλλά συγχρονισμένοι στα θετικά ή αρνητικά που ορίζουν τη σημερινή πραγματικότητα.
            Αλλά, γιατί τόση εμμονή με τις «Ομιλίες»; Μήπως δε θα ‘πρεπε να τραγουδάμε καντάδες ή αρέκιες ως έκφραση μιας εσωτερικότητας που συγκινείται με τέτοια μουσικά είδη σε χώρους όπου σήμερα συχνάζουν τουρίστες, γιατί αυτό αλλοιώνει τον παραδοσιακό χαρακτήρα τους; Μήπως η «Γκιόστρα» ή ο «Βενετσιάνικος Γάμος» δε θα ‘πρεπε να παρουσιάζονται με τόσο επιτηδευμένο και «φαμφαρόνικο» τελετουργικό, με το σκεπτικό ότι η παράδοση χρησιμοποιείται εδώ για λόγους εντυπωσιασμού και τουριστικής κατανάλωσης; Ή πόσο εκφράζουν κι αγγίζουν αυτά τα δρώμενα το σημερινό ζακυνθινό στη διαφορετική ιστορική και κοινωνική του πραγματικότητα; Ακούγεται και η άποψη ότι υπάρχουν στη συνείδησή του ως βίωση ενός παρελθόντος αριστοκρατικού και άκρως καταπιεστικού για το λαό.
Οι «Ομιλίες», με τις όποιες αναγκαίες προσαρμογές ή διαφοροποιήσεις κι ακόμα με την προσωπική κι όχι συλλογική δημιουργία, διακωμωδούν τα σύγχρονα ήθη και πάθη. Γι’ αυτό και απολαμβάνουν τέτοια αποδοχή. Είναι άκρως ενθαρρυντικό ότι, κυρίως, νέοι άνθρωποι ασχολούνται με το είδος σε μια εποχή αρνητισμού και φθοράς.  Ότι διαιωνίζοντας τα χαρακτηριστικά της ζακυνθινής ψυχής μπορούν να λυτρώνονται με τι σάτιρα.
Εν τέλει, πώς και από ποιους ορίζονται οι κανόνες της «σωστής» χρήσης της παράδοσης  σ’ έναν τόπο  που σήμερα αχνοφέγγουν κάποιες αχτίδες πνευματικής δημιουργίας; Σ’ έναν τόπο που «κλαίει στη θύμηση περασμένων πνευματικών μεγαλείων» πώς μπορούμε να εκτιμάμε τα πράγματα με μια ελιτίστικη προσέγγιση, θεωρώντας «μοντερνισμό» ή ακόμα και «αυθαίρετη  παρέμβαση»  την αναγκαία προσαρμογή και το συνταίριασμα του χθες με το σήμερα; Καλά τα παραμύθια για  τους κρυφούς έρωτες των αφεντάδων με τις λαϊκές υπηρέτριες. Αλλά, ποιος ζει σήμερα μόνο με αυτά; Βεβαίως και μας αγγίζουν ως ένα ιδιαίτερα τονισμένο παρελθόν που χρωμάτισε την ψυχή μας με τα χρώματα αυτής της επτανησιακής ιδιαιτερότητας. Όμως δε μας εκφράζουν. Γιατί σήμερα δεν είμαστε «εμείς» μέσα σ’ αυτά. Κι όλα αυτά συμβαίνουν όχι γιατί «έτσι μας αρέσει», αλλά γιατί «έτσι είναι».
Εξ άλλου, όπως λέει κι ο Γ. Σεφέρης στις «Δοκιμές»: «…ο ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να υπηρετήσει την αλήθεια παρά προσπαθώντας να εκφράσει τη δική του αλήθεια, αλήθεια μιας εποχής, που δεν αποκλείεται να είναι κι ένα κομμάτι αλήθειας άλλων εποχών…».
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email