© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΟΥΡΑΝΟΣ (νέο ποίημα)


Τόσο πολύ τη λάτρεψα την ομορφιά που ασχήμυνα.
Κι όμως ενώ εκτίω την ποινή μου διαρκώς
στη φυλακή των θελημάτων μου
-ο διχασμός ν’ αντιπαλεύω συνεχώς
την αγάπη που χρειάζομαι για να μένω ζωντανός-
κάθε στιγμή μ’ αναλογεί κι ένα κομμάτι ουρανός
ο φωτεινός και μακρινός.
Προχωρημένο το φθινόπωρο
κι όμως γιορτάζουνε της αναλήψεως τα δέντρα
που τώρα γίνηκαν ουρανοπαγίδες τα γυμνά κλαδιά τους.
Κοίτα. Κάθε στιγμή σ’ αναλογεί κι ένα κομμάτι ουρανός
ο μακρινός ή κοντινός.

14.11.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες]

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΤΑΝ ΔΑΨΙΛΩΣ ΕΣΚΕΠΕ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ἤ, Ἀλησμόνητες εἰκόνες τοῦ χθές

«....οἱ ἄνθρωποι ὅλοι κατεκοιμήθησαν καὶ ἡ ἀμυδρὰ γλυκεῖα ἀπολαμπὴ τῶν κανδηλίων, ὁποὺ φέγγουν ἐμπρὸς εἰς τὰ παλαιὰ εἰκονίσματα τῶν ἀμαυρῶν μελαγχολικῶν Ἁγίων, ἐξέρχεται ἀπὸ τοὺς μικροὺς φεγγίτας» (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)
Εἶναι ἀλήθεια πιά, πὼς στὶς μέρες μας, νυχτερινὲς σκηνὲς σὰν ατὲς ποὺ μᾶς διασώζει ἡ ἄχραντη γραφίδα τοῦ γείτονα λογοτέχνη, μοιάζουν σὰν ψεύτικες ἤ ἔστω τοῦ παραμυθιοῦ κάποιο κομματι. Κι ὅμως, ὅσοι τὶς ζήσαμε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν δωρεὰ αὐτή. Ἄλλωστε, πιστεύω πὼς κι ὁ Παπαδιαμάντης τυχαῖα δὲν τὶς ἀπαθανάτισε, καθὼς τὶς συνέκρινε μὲ κεῖνες τὶς λόφωτες θηναϊκὲς νύχτες.
Μὲ συγκίνηση, λοιπόν, θυμᾶμαι τὰ χειμωνιάτικα τὰ βράδυα στὸ χωριό μας, τὰ ἀχνοφωτισμένα παραθυρα νὰ ἀκτινοβολοῦν ἕνα λαρό, χρυσαφένιο καὶ γλυκὸ φῶς, ποὺ περίσσευε ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χάριζε μοναδικὴ ἡ λάμπα τοῦ πετρελαίου. Πάντα μὲ χαμηλωμένη φλόγα, ἴσα-ἴσα νὰ φέγγει -γιατὶ σὲ περίπτωση ποὺ ὑψώνονταν περισσότερο ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ σπάσει τὸ λαμπογυάλι. Κι ἦταν μεγάλη παραμυθία αὐτὴ ἡ ταπεινὴ φωτεινὴ ἀνάσα μέσα στὸ χειμωνιάτικο βράδυ γιὰ τὸν καθυστερημένο δοιπόρο, ποὺ βιάζονταν νὰ μαζευτεῖ στὸ φωχικό. Κι στερα, σὰν ψήλωνε πιὸ πολὺ ἡ νύχτα καὶ τὸ σκοτάδι ἀνακατεύονταν μὲ τὸ ἀνεμόβροχο, τόχε χαμήλωνε στὸ ἐλαχιστο τὸ φῶς τῆς λάμπας ἤ κι ἔσβηνε γιὰ οἰκονομία καὶ στὸ σπίτι δέσποζε τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ ἀπὸ τὴν ἑσπερινὴ τὴν ὥρα ἴσαμε ἀργὰ τὴ νύχτα. Ναί, ἐκεῖνο τὸ ἀσθενικὸ φῶς, τὸ λόχρυσο -λὲς καὶ ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ τὰ τὰ φωτοστέφανα τῶν Ἁγίων- ἐκεῖνο τὸ φῶς ποὺ τρεμόπαιζε σὰ φοβισμένο ὅταν κροτάλιζε τὸ ἀνεμόβροχο τὰ πορτοπαράθυρα, ἦταν αὐτὸ ποὺ κράτησε συντροφιὰ στὸν ἄρρωστο, στὸ φοβισμένο παιδί, στὴν ἄγρυπνη μάνα ποὺ ἀγωνιοῦσε γιὰ τὸ γιό της ποὺ ταξίδευε, στὸν φτωχὸ πατέρα ποὺ συλλογιζόταν πς νὰ ἑτοιμάσει τὴν προίκα γιὰ τὴ θυγατέρα...
Ὅλους αὐτοὺς συντροφευε ἡ φτωχή, εἰρηνική κι ἅγια φλόγα τοῦ καντηλιοῦ, ἡ ὁποία, μαζὶ μὲ τὶς ὅποιες κεσίες καὶ προσευχές τους, γαλήνευαν τὴ ψυχή, καὶ, περισσότερο, τῆς θεμελίωναν ὅλο καὶ βαθύτερα τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν τοὺς σκέπει ἡ Χάρις Του;
π. κ.ν.κ.

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

ἤ, Κοιτώντας τοὺς ξεθωριασμένους τοίχους μιᾶς παλιᾶς Κληματιανῆς καλιάγριας, μέρες ποὺ εἶναι...
Στὸν Βαγγέλη Θ. Τσουκαλᾶ, χαιρετισμός 

Σιμὰ στὰ λείψανα κατοικίας ἀνθρώπων στὸ Παλιὸ τὸ Κλῆμα σώζονται καὶ κάποια ἄλλα λέιψανα ἀπὸ παλιὰ ἐργαστήρια, χρήσιμα στὴν ἐποχή τους ἐργαστήρια, ἐρείπια σήμερα, ὡστόσο γιὰ κάποιους ἀπὸ μᾶς, ποὺ τὰ ζήσαμε -καὶ μᾶς ἔζησαν ἐδῶ ποὺ τά λέμε- εἶναι καὶ ἀποτελοῦν ἀναπόσπαστα κομμάτια ἑνὸς πολιτισμοῦ βαφτισμένου στὴν ἁπλότητα καὶ στὴ νοικοκυροσύνη.
Πρόκειται γιὰ τὶς παλιὲς τὶς καλιάγριες, τὰ ἐλαιοτριβεῖα τοῦ χωριοῦ ποὺ βρίσκονταν κάτω στὸ Ρέμα. Στὸν τόπο μὲ τὰ πολλὰ νερά, ἀφοῦ πρωτίστως το νερὸ χρειάζονταν γιὰ νὰ βγεῖ τὸ λαδι.
Ἄν καὶ κοντὰ πενήντα χρόνια σιωποῦν καὶ μὲ τὸ χρόνο ὅλο καὶ ἐρειπώνονται, ἐν τούτοις ἀκόμα κρατοῦν ἐκείνη τὴν παλιά γοητεία τους μὲ τὸ καλοχτισμένο οἰκοδόμημα. Ὅπως ἐπίσης φαίνονται ἀκόμα οἱ μεγαλες μυλόπέτρες ποὺ στέκουν ἀκίνητες, ἀφοῦ δεκαετίες ὁλάκερες ἔχουν νὰ «τρίψουν» ἐλιὲς... Οἱ μυλόπετρες, ποὺ ὁ μαστρο-Γιώργης ὁ Τσουκαλᾶς πῆγε καὶ τὶς «ἔκοψε»στὴ Ψαθούρα, ὅταν ἔστησε τὴν καλιάγρια στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ.
Πᾶνε χρόνια ὅταν σὲ μιὰ ἐπίσκεψή μου στὸ Ρέμα πρόσεξα σὲ κομμάτι τοίχου τῆς καλιάγριας τοῦ παπποῦ τοῦ Γ. Τσουκαλᾶ, ποὺ εἶχε πέσει τὸ ἕνα στρῶμα τοῦ ἀσβέστη, νὰ ὑπάρχουν κάποιοι λογαριασμοὶ γραμμένοι μὲ τὸ μολύβι στὴ λευκὴ ἐπιφάνειά του. Λογαριασμοὶ χρόνων παλιῶν, τότε ποὺ λειτουργοῦσε ἀκόμα ἡ καλιάγρια. Τότε, πρὶν ἀπὸ πενήντα-ἐξήντα χρόνια... Καὶ ποῦ νὰ ξέραμε ὅτι ἦταν οἱ στερνὲς μέρες ποὺ δούλεψε, ποὺ ἔβγαλε τὰ λάδια τῶν Κληματιανῶν. Γιατὶ ἦρθε μιὰ χρονιά, πού, ἀφοῦ ἔτριψε τὸ στερνὸ τὸ στάμα καί, ἀφοῦ μπῆκε στὰ τσουπιὰ τὸ λάμα, βγῆκε καὶ τὸ τελευταῖο λάδι. Κι ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα σταμάτησε νὰ λειτουργεῖ. Σφάλισε τὶς πόρτες της γιὰ πάντα. Καὶ μόνο ἡ ἐρημιὰ κι ἡ ἐγκατάλειψη ἀπόμειναν ν᾿ ἁπλώνονται, σὰν ἐπιδημία, μέσα στὸ μισοφωτισμένο κτίριο... Γιὰ νὰ θυμίζει μέρες ἀρχαῖες. Μέρες ποὺ μοσχοβολοῦσαν φρέσκο λάδι, καψαλισμένο ψωμί, κομμένο πορτοκάλι καὶ τηγανίτες μὲ πετιμέζι.
Κι εἶναι μεγάλο κρίμα ποὺ αὐτὰ τὰ μοναδικὰ ἐργαστήρια δὲ διασώθηκαν ὡς μουσεῖα, γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ νεότεροι ὅτι οἱ λαδιὲς ἐκεῖνα τὰ χρόνια εἶχαν μεγάλο κόπο γιὰ νὰ βγοῦν. Κόπο στὸ κτῆμα, στὸ κουβάλημα, στὸ «τρίψιμο», στὸ βγάλσιμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ θεωροῦσαν ἱερὸ καὶ πρόσεχαν μὴ τὸ σπαταλοῦν.
Γιὰ νὰ καταλάβει δὲ ὁ ἀναγνώστης τὸ πὼς δούλευαν οἱ παλιὲς ἐκεῖνες καλιάγριες παραθέτω τὴν ἀνεπανάληπτη περιγραφὴ τοῦ γείτονα Σκιαθίτη λογοτέχνη Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη. 
«(…) Νὺξ παγερὰ τοῦ Δεκεµβρίου. Γαλήνη χιονώδης καὶ κρύα νηνεµία. Ὀµίχλη ἐλαιοκαπνοῦ, σύννεφον, σχηµατισθέν, ὡς ἀπὸ ἐστιῶν ἀπειραρίθµων λουκουµαδοπωλείων, κατεκάλυπτε τοὺς οἰκισµοὺς καί τὸν λιµένα, πυκνωθὲν εἰς µίαν ἀτµοσφαῖραν, ὄζουσαν ἐλαίου καί τηγανίτας (…). 'Ήδη τὰ ἐλαιοτριβεῖα εἶχον ἀρχίσει τὴν ἐργασίαν των, ἐκ τῶν πυραύνων τῶν ὁποίων ἐξήρχετο ὁ ἐλαιώδης καπνός, ἡ πνοὴ τῆς καιοµένης πυρήνας. Βαρέα τινὰ πατήµατα ὡς λαθρεµπόρων, ἠκούοντο εἰς τὰς στενωπούς, αἵτινες ἐβούιζον ὑποκώφως. Οἱ ἐργάται ἀπὸ τῶν οίκιῶν µετεκόµιζον εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα τὰς ἐλαίας πρὸς ἔκθλιψιν (…). Ὁ ἀρχιεργάτης µὲ λαδωµένον ὑαλίζοντα ὡς βαύκαλιν ὑψηλὸν κοῦκκον καὶ ῥυπαρὰν ποδιάν, ἁπτόµενος ἐλαφρὰ-ἐλαφρὰ τοῦ µοχλοῦ -τῆς µακρᾶς δρυΐνης µανέλλας- τῆς περιστρεφούσης τὸν κοχλιώδη σιδηροῦν ἄτρακτον, µόνον ἵνα διευθύνῃ τήν κίνησιν, ἐνῶ τρεῖς ἄλλοι νεανίαι ὡς λαδωµένοι ποντικοί, ἀκτένιστοι, χασµώµενοι, µόλις ἐγερθέντες -ἡ πρωϊνὴ φρουρὰ- ἐντὸς τῆς ὁµίχης, παραπλεύρως τῆς µηχανῆς, περιέστρεφον ἐπιµόχθως τὸν ἀργάτην τὸν προσέλκοντα τὸν µοχλόν, τὴν παχεῖαν µανέλλαν, διὰ χονδροῦ καραβοσχοίνου περιελισσοµένου περὶ αὐτόν. Καὶ ἠκούοντο οἱ τριγµοὶ τοῦ ἀτράκτου κοχλιουµένου ἐντὸς τοῦ ὄγκου τοῦ δρυΐνου βουρδουναρίου, ὅπερ ὡς ἀρχαῖον δωρικὸν ἐπιστύλιον, µὲ σιδηροὺς κρίκους περιεσφιγµένον, ἐπιστεγάζει τοὺς δύο κίονας τῆς ἐλαιοθλιπτικῆς µηχανῆς, τριγµοὶ φοβεροὶ ὡς µυκηθµοὶ σφαζοµένου ταύρου, θρηνώδεις στεναγµοὶ ραγιζοµένης αἰωνοβίου δρυός, νὰ πέσῃ νὰ θραυσθῇ. Καὶ ὁ ἄτρακτος κατήρχετο ὁλονὲν συστρεφόµενος ἐν τῷ κoχλίᾳ συνθλίβων, πιέζων τὰς ὑπ' αὐτὸν τριχίνας πάνας, εἶκοσι τέσσαρας τὸν ἀριθµόν, κ' ἔρρεεν ἀπὸ τῶν ἀραιῶν πλεγµάτων αὐτῶν στάγδην τὸ ἔλαιον, ὕδατι θερµῷ ἀνάµικτον. Καὶ ὅσον συνεθλίβετο τὸ εἰς τάς πάνας ἔνδον περιτυλιγµένον λάµα -ἡ πολτώδης µᾶζα τῶν συντριβεισῶν ἐλαιῶν- τόσον αἱ σταγόνες µετεβάλλοντο εἰς ἐλαιώδεις σταλακτίτας, καστανοξάνθους, ἀναπέµποντας χρυσοπρασίνους µαρµαρυγὰς ἐν τῷ φωτί, τῆς ἀπὸ τοῦ ἐπιστυλίου κρεµαµένης µεγάλης λυχνίας, κατασταλάζοντες καί πληροῦντες τὰ κοῖλα χείλη τοῦ τετραγώνου βάθρου τῆς µηχανῆς, ἔλαιον ἀχνίζον, ὡς τὸ αἷµα εἰς τοὺς βωµοὺς τῶν ἀρχαίων, εἰσρέον εἰς τὴν βαθεῖαν κοπάναν, δρυΐνην τετράγωνον λεκάνην. 
- Φόρτε! ἐκέλευσεν ὁ ἀρχιεργάτης, ὅταν συνεπληρώθη ἡ µία στροφὴ τοῦ ἀτράκτου, ἐκταθέντος τοῦ σχοινίου τοῦ µοχλοῦ. Οἱ νεανίαι ἔπαυσαν τότε νὰ στρέφωνται, ἀνέκυψαν. Εἷς ἐξ αὐτῶν ἀποτυλίσσει τὸ περὶ τὸν ἀργάτην σχοινίον, περιστρέφων αὐτὸν διὰ ταχείας κινήσεως ὡς σβούραν, ὁ δὲ ἀρχιεργάτης ἐκβαλῶν τὸν µοχλόν, τὴν µανέλλαν, ἔθηκεν ἤδη αὐτὴν εἰς τὴν ἄλλην ὀπὴν τῆς ἀτράκτου, ἵνα πάλιν ἀρχίσῃ νέα στροφὴ αὐτοῦ µετὰ φοβερωτέρου τριγµοῦ ὅλης τῆς µηχανῆς, τριγµοῦ καθελκυοµένου εἰς τὴν θάλασσαν πλοίου». 
(Πηγή: Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Τὰ Διηγήµατα, ἐπιµ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. «Γνώση καὶ Στιγµή», Αθήνα 1991, τ. Β, 100-102. Το ἀπόσπασµα εἶναι ἀπὸ τὸ διήγηµα, «Ο δεκατιστής»).
π. κ.ν.κ. 

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΙΕΡΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΞΕΩΝ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

ἤ, Ἐπιλογικὲς σημειώσεις ἀπὸ ἕνα Ἱερατικὸ Συνέδριο

«Σήμερον ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγεν...» γιὰ τὴν ἐτήσια συνάντηση ἀνανεώσεως τῆς γνωριμίας μας (καὶ ὄχι μόνο), ἀλλὰ καὶ τῆς, ἐν εὐχαριστιακῷ σώματι, συνερχομένης εὐτάκτου συνάξεως τοῦ καθόλου ἱεροῦ κλήρου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως καὶ Ἐπισκοπῆς μας. Συνάντηση πραγματοποιουμένη στὴ γενέθλιο γῆ, στὴν ὁπόια ἔλαβαν τὸ μέγα τῆς Ἱερωσύνης Χάρισμα οἱ πλείονες τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἱεροδιακόνων. Γιατὶ εὐχαριστιακὴ εἶναι κι αὐτὴ ἡ σύναξις πάντων τῶν ἰερέων, ἱερομονάχων καὶ ἱεροδιακόνων ὑπὸ τὴν ἐπισκοπὴν τοῦ Ἱεράρχου καὶ Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος συγκαλεῖ μὲν, ἀλλὰ καὶ καλεῖται συνάμα νὰ βεβαιώσει ὅλην αὐτήν, τὴν συναχθεῖσαν ἀπὸ τῶν περάτων τῆς Ἐπαρχίας του ὁμήγυριν, ὅτι εἶναι, καὶ παραμένει νὰ εἶναι, ὁ Ἐπίσκοπός των καὶ ἐκ παραλλήλου νὰ πείσει ὅτι ἀπέναντί τους δὲν ἔχουν ἕναν ἀπόμακρο προϊστάμενο μὲ ἄκαμπτο στάση καὶ ἐπιμονή, ἀλλὰ ἕναν πατέρα οἰκτιρμῶν, συνεργασίας καὶ φιλανθρωπίας, ποὺ ὅλη του ἡ βιοτὴ καὶ ἡ διακονία ἑδράζεται στὸν εὐαγγελικὸ τὸ λόγο: «ἐγὼ ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν» (ω. 10, 14). Γιατὶ αὐτὴ ἡ γνωριμία γεννᾶ τὴ συνεργασία, ἡ ὁποία γιὰ νὰ κυριαρχήσει ἀπαιτεῖ ὑπευθυνότητα καὶ εἰλικρίνεια. Κι ὅπως δίχως πιστοὺς ὁ ἱερέας ἀδυνατεῖ νὰ ἱερουργήσει, ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴ εὐρύτερη πνευματικὴ οἰκογένεια, τὴν Ἐπισκοπή, τὴ Μητρόπολη. Χωρίς τὴν παρουσία τοῦ ἑνὸς ἤ τοῦ ἄλλου, τὰ πάντα ὑπολειτουργοῦν, ἀποσυντονίζονται. Ἔτσι, χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Ἐπισκόπου ἀπορφανίζεται ἡ πνευματικὴ οἰκογένεια-Ἐκκλησιαστική Ἐπαρχία, ὅπως καὶ χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ κληρου, ἀδυνατεῖ ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ ταξιδέψει τὴ νοητὴ ὀλκάδα πρὸς τὰ Ἔσχατα. Καὶ τί πιὸ ἁπλὸ καὶ κορυφαῖο παράδειγμα μᾶς χαρίζεται ἀπὸ τὸ Θεό!... Νὰ διανοηθοῦμε, δηλαδή, ποτὲ τὸν Κύριο, δίχως τοὺς μαθητές Του...
Ὡστόσο μὴ λησμονοῦμε πὼς αὐτὲς οἱ Συνάξεις ἔχουν βαθειὰ στὸν πυρήνα τους καὶ τὸ μέγα γεγονὸς τῆς προσδοκίας. Ποὺ ἴσως νὰ μὴν εἶναι ὁρατό, ὅμως, γιὰ ὅποιον σταθεῖ μὲ περίσκεψη καὶ στοχαστικότητα καὶ παρατηρήσει τὰ πράγματα, τότε συνειδητοποιεῖ πὼς ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς συναχθέντας κληρικούς, ἀκόμα καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, ἀναμένει νὰ ξανα-ἰδεῖ τὰ πρόσωπα τῶν συνεργατῶν / συλλειτουργῶν του ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων. Ὅπως ἐπίσης κι ἐκεῖνοι νὰ ξαναδοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἀλλὰ καὶ νὰ συνειδητοποιήσουν, καθὼς τὰ χρόνια περνοῦν, πὼς μπορεῖ αὐτὴ ἡ συνάντηση νὰ εἶναι κι ἕνας ἀποχαιρετισμός. Δηλαδή τὴν ἑπομένη χρονιὰ κάποιοι νὰ ἀπουσιάζουν... Ὅπως ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀκούστηκαν στὴν ἐπιμνημόσυνο δέηση...
Γιατὶ πέρα ἀπὸ τοὺς λόγους, τὶς εἰσηγήσεις καὶ τὶς ἐνημερώσεις ἐκεῖνο ποὺ στέκει καὶ φωτίζει μὲ τὸν προβολέα τῆς συναντήσεως καὶ κάτι ἀκόμα: Ἡ ἐφημερία μας! Αὐτὸ τὸ πρόσκαιρο τῆς διακονίας, τῆς βιοτῆς, τῆς κάθε μας δραστηριότητας. Διότι, ἄν μὲ προσοχή, σοφία καὶ νήψη σταθοῦμε καὶ σὲ τούτη τὴ συνάντηση, θὰ προσέξουμε ὅτι ἔχει δύο ὄψεις. Ὅπως τὸ νόμισμα. Αὐτὴ δηλ. ποὺ εὐδιάκριτα παρατηροῦμε καὶ τὴν ἄλλη, τὴ ἀθέατη. Ναί, τὴν ἀθέατη, ὅπου ἐκεῖ εἶναι ὅλα τὰ ζητούμενα μαζεμένα, ὅλες οἱ προσδοκίες συμπυκνωμένες καὶ βαφτισμένες μέσα στὴν ἀχλὺ τοῦ Χρόνου, μὲ πρώτη τὴν ἐφημερία μας. Δηλαδή, ἄν καὶ πῶς θὰ διαβοῦμε τὸν ἡμερήσιο κύκλο καὶ θὰ φτάσουμε στὸ αὔριο. Γιατὶ ὁ Κύριος δὲν ἔθεσε τυχαῖα στὴν θεμελιώδη, γιὰ τὴν κατάρτισή μας, προσευχή Του, τὸ γνωστὸ δηλ. σὲ ὅλους μας «Πάτερ ἠμῶν» τὸ χωρίο: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δός ἠμῖν σήμερον...». Πολλὰ ἤθελε νὰ μᾶς πεῖ, νὰ μᾶς συμβουλεύσει. Κι ἀλήθεια, πόσοι ἔχουμε κατανοήσει τὸ ἐκρηκτικὸ περιεχόμενο τῆς λ. σἠμερον. Μιὰ λέξη μὲ τόσες προσδοκίες ταμιευμένες, μὲ τόσες ἐμπειρίες δομημένη...
Γιατὶ, ἄν σωστὰ προσέξουμε, μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ σήμερον γευτήκαμε κι αὐτὴ τὴ συνάντηση, ξαναζήσαμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας «ἐπὶ τὸ αὐτό» (Α΄ Κορ. 11, 20) συντονισμένοι σὲ μιὰν ἱερουργία: λόγου, διαλόγου, παραμυθίας, ἀλλὰ καὶ ποιμαντικῶν ἀδιεξόδων κάποτε. (Ἀλήθεια, «Ποιοὺς νὰ βραβεύσεις μὲ τὸν ἔπαινο / καὶ ποιοὺς νὰ συνετίσεις μὲ τὸν ψόγο» [Σ. Σ Χαρκιανάκης, Ἀρχ. Αὐστραλίας). Ποὺ κι αὐτὰ ἐνέχουν τὸ νόημά τους καὶ τὴν δικιά τους σημειολογία. Ἄλλωστε,
«Στὰ σχέδιά [μας] ἡ ἡμέρα/δείχνει ἀτελεύτητη» (Κικὴ Δημουλᾶ),
Μόνο ποὺ δὲν εἶναι... ( πρβλ. Ψαλμ. 103, 19-23)
......Κι ὅπως ὅλα, στὴν ἐπίγειο διαδρομή μας καὶ πορεία, ἐνέχουν -ὡς θεῖο δώρημα- καὶ τὴν κατάπαυσή τους, ἔτσι καὶ μὲ τὸ πέρας τῆς Ἱερατικῆς αὐτῆς συναντήσεως, οἱ πάντες ἀναχωροῦν πρὸς τὰ ἴδια. Κι ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὁ κλῆρος ἅπας. Ἀναχωροῦν, λοιπόν, «αἵροντες τὸν σταυρόν Του [ὁ καθένας]» μὲ τὴν προσδοκία: Νὰ ἀνατείλει τὸ νέο ἔτος, γιὰ μιὰ νέα συνάντηση, τῆ μακροθυμίᾳ Του πάντα. Ἀμήν.

π. κ. ν. κ. Χαλκίδα 23, Σκόπελος 25 Ὀκτ. 2017

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ιταλική βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Καλλιτεχνικές ανταποκρίσεις

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Οτορίνο Ρεσπίγκι, 1879-1936 (Πηγές της Ρώμης), Φραντς Λιστ, 1811- 1886 (Ισπανική Ραψωδία), Τζουζέπε Μαρτούτσι 1856-1909 (Νυχτερινό) και Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι 1840-1893 (Φραντσέσκα ντα Ρίμινι).

Αυτοί ήταν οι δημιουργοί και τα έργα που παίχτηκαν το βράδυ της Παρασκευής, 20 Οκτωβρίου 2017. Η συναυλία δόθηκε με τη συνεργασία του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Το έργο του Ρεσπίγκι αναφέρεται σε τέσσερα σιντριβάνια. Το πρώτο ανήκει στην Ιουλία Έπαυλη, την αυγή, το δεύτερο στον Τρίτωνα, το πρωί, το τρίτο στη γνωστή σε όλους μας Φοντάνα ντι Τρέβι, το μεσημέρι και το τέταρτο στο σιντριβάνι της Βίλας των Μεδίκων, το δειλινό. Κάθε ένα και μια σημαντική στιγμή της μέρας. Η μουσική του Ρεσπίγκι, επηρεασμένη από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό αλλά και από την ιταλική Αναγέννηση και το Μπαρόκ, συμμετείχε στην αλλαγή των ωρών με το ανάλογο ηχόχρωμα. Η κρήνη στην Ιουλία Έπαυλη να αποπνέει κάτι το βουκολικό, οπότε ανάλογη είναι η απόδοση των ήχων· κοπάδια που περνούν και χάνονται μες στην ομίχλη. Το κόρνο φέρνει το ξύπνημα της μέρας με τους Τρίτωνες και τις Νηρηίδες στη δεύτερη κρήνη. Στη Φοντάνα ντι Τρέβι είναι ο Ποσειδώνας με τους ιππόκαμπους, τις Σειρήνες και τους Τρίτωνες που ταράζουν τα νερά, πολύ πριν ο Φεντερίκο Φελίνι βάλει την Ανίτα Έκμπεργκ να περπατήσει μέσα στα ίδια αυτά νερά, σύγχρονη νύμφη και θεά, με την πλατιά τουαλέτα και το χείμαρρο των ξανθών μαλλιών, κάνοντας πασίγνωστη την πηγή και μεγαλειώδες τουριστικό αξιοθέατο. Όμως, ενώ η ωραία πρωταγωνίστρια ανήκει στο τώρα της ταινίας- La Dolce Vita-, η πηγή, που προηγείται και έπεται αυτής, ανήκει στο διηνεκές τώρα. Τα σημαντικά έργα τέχνης δεν έχουν ηλικία και δεν πεθαίνουν ποτέ. Η πηγή ή Κρήνη των Μεδίκων επειδή, η ώρα είναι, πλέον, δειλινή, αποδίδεται μουσικά με αιθέριους ήχους, καμπανάκια, τιτιβίσματα των πουλιών και θρόισμα των φύλλων που χάνονται σιγά σιγά μέσα στο σούρουπο. Η κρήνη αυτή, σήμερα, είναι συλημένη και απογυμνωμένη από τα ωραία γλυπτά που την κοσμούσαν κάποτε και όλα έχουν μεταφερθεί στο Μουσείο. Όμως, μια άλλη, η δίδυμή της, ας πούμε, βρίσκεται στον κήπο του Λουξεμβούργου στο Παρίσι, στο παλάτι του Λουξεμβούργου που η φλωρεντινή Μαρία των Μεδίκων, μητέρα του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄ της Γαλλίας, έχτισε για να ξεκουράζεται, το 1630. Ο επισκέπτης, που θα κοιτάξει με προσοχή την κρήνη και τον περιβάλλοντα χώρο της, θα αναγνωρίσει αυτό που λέει ο Ρεσπίγκι, βρίσκοντας το ανάλογό του σε εικόνες και χρώμα, και ας μην είναι η πηγή της Ρώμης αλλά του Παρισιού. Τα δέντρα με τη σκιά τους κάνουν τα νερά μελαγχολικά, ήρεμα και γαλήνια, αποπνέοντας όμως συγχρόνως με την ομορφιά και θλίψη.

Την περίφημη αυτή κρήνη φιλοτέχνησε ο Ωγκύστ Οτέν (Auguste OttinΠαρίσι 1811 – 1890), Γάλλος γλύπτης, εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος στη Γαλλία του 19ου αιώνα. Γι’ αυτή την κρήνη, ο πολυταξιδεμένος, κοσμοπολίτης ποιητής Κώστας Ουράνης έχει γράψει ένα ωραίο δεκατετράστιχο, το οποίο ανήκει στη συλλογή Νοσταλγίες και φέρει φυσικά τον τίτλο «Fontaine de Medicis». Ο ευαίσθητος συμβολικός και νεορομαντικός ποιητής παρατηρεί ότι εκεί «είναι μαύρα τα νερά γιομάτα σάπια φύλλα / και ίσκιοι βαθυπράσινοι τα υγρά τους πέταλα γέρνουν /…/ κι είναι αγάλματα γυμνά που τα ’χει ντύσει η χλόη,’ μια ησυχία θανατερή - κι αδιάκοπα και μόνο. / μυστηριώδικων νερών τ’ αργό το μοιρολόι … / Εκεί είδα πάντα ανώνυμες και κίτρινες γυναίκες, / δίχως ζωή στα μάτια τους και δίχως ηλικία, / που άπλωναν στα γόνατα το αιώνιο κέντημά τους, / και νέους χλωμούς που κράταγαν στα χέρια τους βιβλία∙ / όμως κι αυτές δεν κένταγαν και κείνοι δε διαβάζαν, / μόνο, σκυφτοί, τ’ ακίνητα μαύρα νερά εκοιτάζαν». Ο ποιητής, επισκέπτης και παρατηρητής, κρατάει κι αυτός το δικό του βιβλίο ή το τετράδιο που γράφει το ποίημα. Ξανακοιτάζοντας τις πηγές στα χρονικά διαστήματα της ημέρας και συνυπολογίζοντας τους ήχους που επέλεξε ο Ρεσπίγκι για να τα δηλώσει, αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέρη της σύνθεσής του αναλογούν στις ηλικίες ενός ανθρώπου, όπως γεννιέται, εξελίσσεται, θορυβεί και, τέλος, γαληνεύει. Η τελευταία κρήνη με τους ήχους που «χάνονται σιγά σιγά μέσα στο σούρουπο» με τα μελαγχολικά, ήσυχα, γαλήνια νερά αναλογεί στα «ακίνητα» και «μαύρα» νερά στο ποίημα του Ουράνη και την «νοσταλγία» του.

***

Την Ισπανική Ραψωδία του Λιστ την ακούσαμε σε μεταγραφή, για πιάνο και ορχήστρα, από τον Φερούτσιο Μπουζόνι (και έτσι εντάσσεται στην ιταλική βραδιά). Ο Λιστ εμπνεύστηκε αυτό το έργο από την Ισπανία, την οποία επισκέφτηκε το 1844-1845, όπου γνώρισε τους εγχώριους ήχους και αργότερα τους αξιοποίησε στη Ραψωδία του, σύνθεση για σόλο πιάνο στα 1858.

Αυτής της ραψωδίας η αφορμή με πήγε τριάντα χρόνια μετά τη σύνθεσή της και εκατόν τριάντα από σήμερα, όταν ο ποιητής, και συνοδοιπόρος του Κωστή Παλαμά, Γεώργιος Δροσίνης, βρέθηκε για σπουδές στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, από το 1885 ως το 1888. Κατά την παραμονή του εκεί, έστελνε ανταποκρίσεις στην εφ. Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη. Σε μία από αυτές κάνει λόγο για τον Οίκο του Λίστ στη Βαϊμάρη. Απλοποιώντας την καθαρεύουσα της εποχής μεταφέρω εδώ, εν συνόψει, πληροφορίες σχετικές με ό,τι αφορά το χώρο που έζησε και δημιούργησε ο μουσικός. Ο Δροσίνης περιεργάζεται λεπτομερώς το σπίτι, τη σκάλα, τα σαλόνια, τις βαριές κουρτίνες, τα χαλιά, τα πιάνα, το χρονόμετρο, το χρυσό καθρέφτη στον τοίχο και το αληθές ερημητήριον, τον κοιτώνα, όπου «συνελήφθησαν τα έργα που δόξασαν την ανθρωπότητα». Ακόμη είδε και θαύμασε τα δώρα των επιφανών και των ηγεμόνων, το εκμαγείο της δεξιάς χειρός του Λιστ στα 26 χρόνια του, το αγαπημένο του κλειδοκύμβαλον. Ο Ούγγρος συνθέτης είναι ο ηγεμών στη μουσική και το όργανο ο θρόνος του, γράφει ο ανταποκριτής Δροσίνης. Στη συνέχεια, στοχαζόμενος, με αφορμή τα πολύτιμα ενθύμια, τι απέμεινε από τον μεγάλο Ούγγρο μουσουργό, καταλήγει: «ούτω λήγουσι λοιπόν η ζωή, η δόξα, η τέχνη… Ματαιότης». Όμως, βγαίνοντας στο δρόμο, ήχοι πιάνου ακούγονται και από ένα παράθυρο, ένα όμορφο ξανθό κορίτσι παίζει και πάνω από το πιάνο του κρέμεται το πορτρέτο του Λιστ. Ο Δροσίνης αναγνωρίζει την Ουγγρική Ραψωδία και τότε σηκώνει με θάρρος την κεφαλή και διορθώνει την προηγούμενη σκέψη του: «όχι! η ζωή φθείρεται, η δόξα συντρίβεται, αλλ’ η Τέχνη ζη αιωνία και αθάνατος!…». Αυτή η παρατήρηση, που και πολλοί άλλοι την έχουν κάνει, φέρνει ισορροπία και παρηγορία στη ζωή.

Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών όμως, δεν είναι η Ουγγρική αλλά η Ισπανική Ραψωδία, που, όπως είπαμε εμπνεύστηκε στη φλογερή Ισπανία δεκατέσσερα χρόνια πριν τη σύνθεσή της. Αυτής της Ραψωδίας πρώτη ακούστηκε η μελωδία La Folia, σε τρίσημο μέτρο, κάτι που είχε εμφανιστεί στην Ιβηρία στα τέλη του 16ου αιώνα και έχει επηρεάσει επίσης και τους Μπαχ Λουλλύ, Κορέλι Ραχμάνινωφ και στη συνέχεια παίχτηκε ο, επίσης, τρίσημος, αλλά γρήγορος χορός, Jota, που έρχεται από την Αραγονία και επηρέασε, πέραν του Λιστ και τον Σαιν-Σανς, Μπιζέ και Γκλίνκα.

Ακούγοντας την Ισπανική Ραψωδία δεν είναι δυνατόν να μην αισθανθούμε την Ισπανία, όσο κι αν η απόσταση του χρόνου και του τόπου μας χωρίζει από την πηγή. Γιατί το αίσθημα δεν σταματά στη μουσική, αλλά μεταπηδά σε πρόσωπα και έργα που έβαλαν τις βάσεις στην παγκόσμια Λογοτεχνία. Τέτοιος είναι ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη του, ο Λόπε ντε Βέγκα στο θέατρο και οι ποιητές Τίρσο ντε Μολίνα , Γκόγκορα και άλλοι. Ξεπροβάλλει, εν ολίγοις, όλος ο χρυσός αιώνας της Ισπανίας, El Siglo de Oro. Και στις καστανιέτες πλέον του Λιστ, προκλητικά πετάει τα δώρα της η Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ και του Προσπέρ Μεριμέ, κατεβαίνοντας από τα άγρια βουνά με τους ληστές και τους μαχαιροβγάλτες. Να την η απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο Δροσίνης, πριν από εκατόν τριάντα χρόνια, «τι απέμεινε από τον μεγάλο Ούγγρο μουσουργό». Τα πάντα. Η τέχνη, που είναι μακρά, και ας είναι ο βίος βραχύς.

***

Το Νυχτερινό του Μαρτούτσι. Ο Μαρτούτσι, δημιουργός με τριπλή ιδιότητα, συνθέτης, πιανίστας και αρχιμουσικός, αν και εκτιμούσε τον Βάγκνερ, στο Νυχτερινό του δεν παρουσιάζει επίδραση από τον μεγάλο Γερμανό. Ακολουθεί την παράδοση του Μπετόβεν, του Σούμαν και του Μπραμς και διατηρεί τη μελωδία, όπως την παρέλαβε από την ιταλική Σχολή. Το έργο που ακούσαμε το έγραψε αρχικά για σόλο πιάνο το 1891 και δέκα χρόνια μετά το ενορχήστρωσε. Ανήκει στα πιο προβεβλημένα έργα του, χάρη στον θρυλικό Αρτούρο Τοσκανίνι που το διηύθυνε, όπως και πολλά άλλα έργα του. Νυχτερινά έχουν γράψει πολλοί. Το Noturno, ως φόρμα, είναι μικρό σε έκταση και παίζεται στο πιάνο, έχει ρομαντικό χαρακτήρα και λόγω νυχτερινής ατμόσφαιρας προδίδει μια αίσθηση θλίψης.

Στην Ποίηση τα νυχτερινά είναι, επίσης, πολλά και όλα παρεμφερή ως προς την ατμόσφαιρα, με τη Σελήνη να κυριαρχεί κάπως περισσότερο από την αστροφεγγιά. Σ’ ένα τέτοιο νυχτερινό τοπίο, λουσμένο στο φως του φεγγαριού εμφανίζεται «η ασπροντυμένη κορασιά» ή «Φεγγαροντυμένη» του Διονυσίου Σολωμού. Παρόμοιο το τοπίο και το κλίμα και στου Ανδρέα Κάλβου τους στίχους: «Όλην την Οικουμένην / σκεπάζουν σκοτεινά, // ήσυχα, παγωμένα, /τα μεγάλα πτερά / της βαθείας νύκτας» και, τέλος (για κάτι που δεν έχει τέλος), στου Οδυσσέα Ελύτη, το έβδομο νυχτερινό επτάστιχο: «Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας… το μελαγχολικό / Σιωπητήριο».

***

Αν και ιταλική η βραδιά, η συμφωνική φαντασία του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, είναι ρωσικής προελεύσεως αλλά ιταλικής εμπνεύσεως. Η Φραντζέσκα ντα Ρίμινι, πηγάζει κατευθείαν από τον μεγάλο Δάντη Αλλιγκέρι. Στην Θεία Κωμωδία του και συγκεκριμένα στην «Κόλαση», πρωταγωνιστεί ένα ερωτικό ζευγάρι, παραδομένο στη θύελλα της τιμωρίας. Η Φραντσέσκα και ο Πάολο. Η καταδίκη τους ήταν η ίση ανταπόδοση στο μέγα αμάρτημά τους. Ερωτεύτηκαν, ενώ η Φραντσέσκα ήταν ήδη παντρεμένη με τον Μαλατέστα, μεγαλύτερο αδελφό του Πάολο. Κι όταν ο σύζυγος ανακάλυψε τη μοιχεία τους σκότωσε και τους δύο. Αυτά στα 1285. Ωστόσο, ο Δάντης πρέπει να λυπήθηκε τους δύο εραστές που δεν μπόρεσαν να χαρούν τον έρωτα τους στη ζωή, γι’ αυτό τους έβαλε μαζί για πάντα, στην κόλαση, όμως. Ωστόσο, μαζί. Ο μεγάλος ποιητής της Αναγέννησης είχε ανοιχτό μυαλό και έδειξε μεγαλοψυχία. Έτσι, με ένα σχήμα, ας το πούμε οξύμωρο ή αντινομικό, τους τιμωρεί και τους σώζει ταυτοχρόνως. Δείχνει τους νόμους που κυβερνούν τον κόσμο αλλά και τους άλλους που κυβερνούν την καρδιά των ανθρώπων, τους οποίους δεν είναι δυνατόν να τους παραβλέπουμε ή να κάνουμε πως δεν υπάρχουν.
Το επεισόδιο αυτό απέδωσαν με τον τρόπο τους πολλοί διάσημοι ζωγράφοι. Συγκλονίζει όμως το διάσημο Φιλί του μεγάλου γλύπτη Γκυστάβ Ροντέν, το πρώτο και μοναδικό φιλί που καταδίκασε τους δυο ερωτευμένους στην αιώνια κόλαση. Αυτή ήταν η μοιχεία που είχε διαπραχθεί. Σε μια προέκταση του συμβολισμού, λένε πως πρόκειται για το απελπισμένο «φιλί» του Ροντέν με την τραγικά ερωτευμένη μαζί του, μέχρι τρέλας κυριολεκτικής, Καμίλ Κλωντέλ.

Ο Τσαϊκόφσκι αξιοποίησε, μουσικά, το επεισόδιο αυτό της «Κόλασης» για να εκφράσει τα δικά του ψυχικά «δαιμόνια». Με τη Συμφωνική Φαντασία του έδωσε καλλιτεχνική υπόσταση στα δικά του πάθη και στη δική του κόλαση. Για να το φτάσουμε παραπέρα, υπάρχει μια εξαιρετική ταινία του Άγγλου δημιουργού Ρόλαντ Τζόφι με τον τίτλο Mission. Η Αποστολή (1986), όπου μια παρόμοια Φραντσέσκα ερωτεύεται τον νεαρό αδελφό του δουλέμπορου συζύγου της, κι όταν εκείνος το ανακαλύπτει σκοτώνει τον μικρό σε μονομαχία. Η συνέχεια είναι οι τύψεις και η αφιέρωση της ζωής του φονιά αδελφού σε μια Ιεραποστολή στα βουνά των ιθαγενών, τους οποίους προσπαθεί να εκχριστιανίσει, σαν να είναι η δική του εξιλέωση ο αγώνας για τη διάσωση της πρωτόγονης ζωής, κόντρα στα συμφέροντα των δουλεμπόρων αποικιοκρατών. 

Συνεξετάζοντας τα ανωτέρω βλέπουμε την ανταπόκριση των τεχνών σαν μεταγραφή της μίας στην άλλη, όπου τα αισθητήρια όργανα και ο νους συμμετέχουν στη μέθεξη της μουσικής και της φιλοσοφίας, με την έννοια που έδιναν οι Αρχαίοι μας και στη μία και στην άλλη. 

Στο πιάνο του Μεγάρου κάθισε ο διακεκριμένος Ιταλός πιανίστας Φραντσέσκο Νικολόζι και την Κρατική μας Ορχήστρα διηύθυνε ο πολλά υποσχόμενος μαέστρος Γεώργιος Μπαλατσινός.

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Αντώνης Παπαβασιλείου: ΠΙΝΔΟΣ ΤΟ ΠΡΩΙ (νέο ποίημα)


Χιόνι στα βουνά.
Μια φέτα λευκή
ίσα ίσα 
για να γευματίσεις με εκπλήξεις.

Οι εξατμίσεις
των τροχών 
δεν ξέρουν από τέτοια.
Μεροδούλι μεροφάι.

Χιονίζει και μέσα
στα χαρτιά σου.
Λεπτό το χιόνι,
μνήμες και πονίδια.

Νιφάδες του χρόνου.
Το ρίχνει καλά
στις σκέψεις μας.
Θα στρώσει λογισμούς.

Γεώργιος-Νεκτάριος Λόης: «Το κράτος των Ρως (Ρώσων) και ο εκχριστιανισμός των Ανατολικών Σλάβων (9ος-10ος αιώνας)» [περιοδικό "Θεολογία"]


Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Σκέψεις κι ἐκτιμήσεις ἑνὸς ἁπλοῦ ἐπαρχιώτη παπᾶ

Εἴχαμε, πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες καὶ πάλι Ἀρχιερατικὲς ἐκλογές,  μὲ κάποιους ἀδελφοὺς καὶ συλλειτουργοὺς ὑποψηφίους ν᾿ ἀγωνίζονται στὸ κοινὸ στάδιο  τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ν᾿ ἀναδειχθοῦν αὐτοὶ ποὺ μέλλει νὰ διακονήσουν στὶς Ἐπισκοπές, τίς ὁποῖες θ’ ἀναλάβουν. Καὶ νὰ ἐξηγούμαστε: Ἐδῶ δὲ μιλᾶμε γιὰ νικητὲς καὶ ἡττημένους· γιὰ κερδισμένους καὶ χαμένους· γιὰ ἐπιτυχημένους κι ἀποτυχημένους. Αὐτὰ ὅλα εἶναι τοῦ κόσμου παιχνίδια καὶ ἐφευρέσεις. Γιατὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας ἀδυσώπητος ἀνταγωνισμὸς ποὺ λειτουργεῖ μὲ πνεῦμα πάλης καὶ ἀντιπαλότητας. Κάτι ποὺ δὲν πρέπει νὰ συμβαίνει μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιατὶ τότε μεταποιεῖται τὸ ἱερὸ σὲ ἀνίερο, τὸ θεῖο σὲ χυδαῖο. Στὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ ξέρουμε,  πὼς ὁ «νικητὴς» καὶ ὁ «ἡττημένος» εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. Δηλαδή καὶ οἱ δύο ἀγωνιστὲς εἶναι καὶ κάτω ἀπὸ τὸ θέλημά Του πορεύονται. Ἐκεῖνος, λοιπόν, εἶναι ποὺ τὰ ἐπιτρέπει ὅλα «πρὸς τὸ συμφέρον» μας. Κι ἀκόμη,  πρέπει νὰ γνωρίζουμε, πὼς ὅλοι ἔχουν τὰ χαρίσματά τους, τό τάλαντο ποὺ τοὺς δόθηκε καί, φυσικά, τὴν ἐπίγνωση ὅτι διάκονοι εἶναι ὅλοι μέσα στὸν ἀμπελώνα Του κι ὄχι ἀφεντικά. Ἀφεντικὸ εἶναι μονάχα Ἐκεῖνος, στὸν Ὁποῖο καὶ βάζουμε μετάνοια, τὸν Ὁποῖον ἐπικαλούμαστε, ἀλλὰ κι ἐμπιστευόμαστε.  

Ὅταν ἕνας βυζαντινὸς λόγιος ἔγραψε τό, «Ἡγοῦμαι στεφανοῦσθαι νικώντων ἄλλων», πιστεύω ὅτι συμπύκνωνε, μὲ σὲ λίγες λέξεις ὅλο τὸ νόημα ποὺ ἔχει τὸ ἀληθινὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ὁποῖο ἦθος ἑδράζεται καὶ στηρίζεται πάνω σ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἀξεπέραστο Ἁγιοπατερικὸ λόγιο ποὺ ἀκούγεται μιὰ φορὰ τὸ χρόνο στὴν πιὸ κορυφαία Ἡμέρα καὶ Γιορτὴ τῆς Ἐκκλησίας. «Φιλότιμος γὰρ ὤν ὁ Δεσπότης δέχεται τὸν ἔσχατον καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον· ἀναπαύει τὸν τῆς ἐνδεκάτης ὠς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης...» (Κατηχητικὸς Λόγος Ἰω. Χρυσοστόμου). Μὲ λίγα λόγια, ὅλοι ἔχουν θέση στὸν πάντιμο χῶρο τῆς Ἐκκλήσίας, ὅλοι χρειάζονται, ἀπὸ τὸν ἁπλὸ κανδηλάπτη μέχρι τὸν Πατριάρχη. Ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ διακόνημα ποὺ ἐπιτελεῖ ὁ καθένας νὰ εἶναι πρὸς δόξαν Θεοῦ  κι ὄχι γιὰ αὐτοπροβολή. Νὰ εἶναι κάτι σὰν προσευχή, ἱερουργία ἔνθερμος, αὐτοπροσφορὰ  ἀνιδιοτελής. Γι᾿ αὐτὸ, καλὸν εἶναι νὰ μὴν «διαφημίζεται» προκλητικὰ τὸ καθετὶ ποὺ συντελεῖται σὲ ἐνορίες, ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες, Ἐπισκοπές, ὅτι δηλαδή εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων τους κι ὄχι ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Γιατὶ τότε ἡ ὅλη αὐτὴ ὑπόθεση θυμίζει ἐπιχείρηση. Κι ἀλίμονο ἄν μετατραπεῖ ἡ διακονία μας σὲ ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα μὲ σκοπό τὸ κέρδος. [Γιὰ ὅσους δὲ στέκονται στὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία καὶ θεωροῦν οἰκονομικὴ δύναμη, μιὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση: ὅπως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴν ὕλη γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὸ σωτήριο ἔργο Της, ἔτσι ἀναγκάζεται νὰ χειρίζεται χρηματικὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ διαθέτει γιὰ σκοπούς ἱερούς π. χ. φιλανθρωπία, ἐνίσχυση ἀσθενῶν ὁμάδων, ἀνακούφιση πληγέντων, ἔκδοση ψυχωφελῶν ἐντύπων κ.λ.π.].   

Ἐντύπωση δημιουργεῖ, ὡστόσο, τὸ γεγονὸς τῆς φωτογράφησης μετὰ τὴν ἐκλογή. Ἐκεῖ, λοιπόν, παρατηροῦμε τὸ ἑξῆς παράδοξο: Νὰ φωτογραφίζονται οἱ ἐκλεγέντες μὲ τοὺς σύν αὐτοῖς οἰκείους καὶ μέλλοντας συνεργάτας. Καὶ μέχρι ἐδῶ ὅλα καλά, ὅμως καλύτερα θὰ ἦταν, ἄν καὶ οἱ τρεῖς συνυποψήφιοι φωτογραφίζονταν εἰς μνήμην ἀγαθήν, ὥστε νὰ τιμηθοῦν ἀμφότεροι. Γιατὶ ὅλοι ἐκοπίασαν... Καὶ δὲν θὰ πρέπει ὅλοι μας νὰ ξεχνᾶμε, πὼς οἱ μεγαλύτεροι ἀποτυχόντες μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Λκ. 9, 58), ἀλλὰ καὶ οἱ Ἅγιοι, ποὺ, ἐνῶ θὰ μποροῦσαν νὰ «κάνουν καριέρα» ἀρνούμενοι τὴν Πίστη τους, ἐν τούτοις ὡς «περικαθάρματα τοῦ κόσμου» ἐγενήθησαν (Α΄ Κορ. 4, 13). 

Κοιτώντας τώρα τὰ βιογραφικὰ τῶν Ἐπισκόπων ἤ καὶ τῶν ὑποψηφίων ἀκόμη, παρατηροῦμε νὰ γράφονται ἐκεῖ τὰ πλεῖστα ὅσα ἀφοροῦν στὶς σπουδές, τὶς ποιμαντικὲς δραστηριότητες, τὸ συγγραφικὸ ἔργο τους κ. ἄ. Κι εἶναι καλά καὶ ἐνημερωτικὰ ὅλ᾿ αὐτά. Γιατὶ περιγράφουν τὴν προσωπικότητα καὶ κοινοποιοῦν τὶς διάφορες περγαμηνὲς ἤ καὶ δραστηριότητές τους. Ὅμως δὲν εἶναι ἐκεῖ  τὸ ζητούμενο. Γιατὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖται πρωτίστως καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλ’ αὐτά, εἶναι ἡ ἁγιότητα μὲ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἐμφορεῖται ὁ κάθε κληρικός. Ἐπειδὴ αὐτὴ πρέπει νὰ ἀκτινοβολεῖ, νὰ καταυγάζει τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν, νὰ φωτίζει τὰ γύρω σκοτάδια. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι τοῦ κόσμου καὶ οὐδεμία συνδρομὴ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας προσφέρουν. Ἀντίθετα ἡ ἁγιότητα εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναπαύει ψυχές, νουθετεῖ καὶ παραμυθεῖ, καθοδηγεῖ καὶ σώζει. Γιατὶ «ὁ ἅγιος φέρει μέσα του τὸν Χριστό καὶ τὴν ἀνίκητη δύναμη τῆς ἀγάπης Του, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων» (π. Δημήτριος Στανιλοάε).  

Ἀρχιερατικὲς ἐκλογές, λοιπόν. Μὲ νέα πρόσωπα στὸ πλήρωμα τῆς νοητῆς νηός, τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ταξιδεύει κλῆρο καὶ λαό, πρὸς τὰ ἔσχατα, πρὸς τὴν «ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Νέα πρόσωπα κι ἀπὸ τοὺς ἐκλεγέντες κι ἀπὸ τοὺς συνεχίζοντες νὰ διακονοῦν καὶ νὰ προσφέρουν, ἀγογγύστως πάντα. Ποῦ ἀλλοῦ; Μά, στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι δὲν πρέπει;  

π. κ. ν. κ.

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Η διδασκαλία της ιστορίας

Γράφει ο Παναγιώτης Αγησιλάου Ζιωτόπουλος
Βασικόν χαρακτηριστικόν όλων των νομοσχεδίων και υπουργικών αποφάσεων που αφορούσαν την παιδεία-εκπαίδευση στην χώρα μας ήταν το «ή του ύψους ή του βάθους». Με άλλα λόγια κάθε νέα κυβέρνηση νομοθετούσε όχι με γνώμονα το «εθνικόν συμφέρον» αλλά μόνον το λεγόμενον κομματικόν συμφέρον( εκείνο που θα εξασφάλιζε περισσοτέρους ψηφοφόρους στην κυβερνώσα παράταξη), επί πλέον δε το εντελώς αντίθετον από ό.τι είχεν νομοθετήσει η προηγουμένη παράταξις. Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα το κομματικόν συμφέρον, ως είναι ευνόητον, συνδέθηκε με την εφαρμογή της λεγομένης «αποχουντοποίησης», που στην πράξη εξομοιώθηκε με την νομοθέτηση της ήσσονος προσπαθείας. Δικαιολογία ήταν ο δήθεν εκμοντερνισμός της εκπαίδευσης, βάσει νέων διεθνών προτύπων, η απαλλαγή των μαθητών από το βάρος περιττών και απηρχαιωμένων υποτίθεται γνώσεων και η παροχή χρόνου προς απόκτησιν γνώσεων απαραιτήτων για την προσαρμογή στον νέο τρόπο ζωής που επιβάλλουν οι καινούργιες τεχνολογίες(πληροφορική κ..λ.π.). Θύμα της ανωτέρω νοοτροπίας κατά το τελευταίον τρίτον του περασμένου αιώνος υπήρξεν εν πρώτοις η ελληνική γλώσσα. Τοιουτοτρόπως, περιορίσθηκε η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, καθιερώθηκε το λεγόμενον μονοτονικόν σύστημα, περιθωριοποιήθηκε η διδασκαλία κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που η μελέτη τους δημιουργούσε βαθμιαίως υγιά και όχι περιθωριακήν νεοελληνικήν αυτοσυνειδησίαν, καταργήθηκε το μάθημα των εκθέσεων ως εν δυνάμει κειμένων αποκάλυψης και καλλιεργείας λογοτεχνικού ταλάντου και προωθήθηκε η μελέτη των λεγομένων κειμένων κοινωνικού προβληματισμού. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω είναι οι σημερινοί νέοι να μη είναι σε θέση να γράψουν σωστά ούτε μιάν αίτηση, αλλά και να πλήττονται από μεγάλη λεξιπενία, όσο κι αν ο Κύριος Μπαμπινιώτης και οι φωστήρες των τηλεοπτικών διαύλων προσπαθούν μέσω ατέχνων τακτικών που χαρακτηρίζονται reportage, να μας πείσουν περί του αντιθέτου. Αραγε μπορεί να φαντασθεί κανείς τι θα γίνει εάν ζητήσουμε από έναν έφηβο να αναπτύξει «εν συνεχεί λόγω» σε 10 έως 15 λεπτά ένα απλό και συνηθισμένο θέμα, π.χ. περί του Ερυθρού Σταυρού, περί των Ολυμπιακών Αγώνων, περί των Χριστουγέννων κ.λ.π., χωρίς να σταματά και να κομπιάζει, χωρίς να επαναλαμβάνει συνεχώς τις ίδιες λέξεις; Θα είναι μία πραγματική τραγωδία. Έφθασαν να «βάλουν χέρι» και στην νεοελληνική γραμματική, την γνωστή σε όλους μας «μετεξέλιξη της θυγατέρας του αειμνήστου Μανώλη Τριανταφυλλίδη». Μέσα από μια απολύτως άρτια από πλευράς εμφανίσεως παρουσίαση(το βιβλίο της σχολικής γραμματικής για την 5η και 6η τάξη του δημοτικού σχολείου αποτελεί αριστούργημα από αισθητικής πλευράς) προσπαθούν να προοωθήσουν την ιδέα της φωνητικής ορθογραφίας. Εξ άλλου, τα παιδαγωγικά στοιχεία του βιβλίου αυτού(εικόνες, διάλογοι κ.λ.π.) δίνουν την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό προορίζεται για ανεγκεφάλους ή τουλάχιστον ευήθεις.
Άλλα θύματα υπήρξαν η γεωγραφία (Αναφέρεται ότι όταν κάποιος μαθητής ερωτήθηκε «που βρίσκεται η τάδε πόλη;» απάντησε «Πού να ξέρω; Μήπως έχει παίξει ποτέ εκεί ο Ολυμπιακός;»), τα θρησκευτικά (έχουμε γράψει επανειλημμένως για την προσπάθεια αποδυνάμωσης της διδασκαλίας του μαθήματος, και της δήθεν μετατροπής του σε θρησκειολογία. Υπ’ όψιν ότι η θρησκειολογία είναι μάθημα δυσκολώτατο που μόλις και μετά βίας διδάσκεται στους φοιτητές των θεολογικών σχολών) και βεβαίως η ιστορία μας. Η γεωγραφία, η γλώσσα και η ιστορία μιάς χώρας αποτελούν την ταυτότητά της στο πέρασμα των αιώνων. Ειδικώς για μας τους Νεοέλληνες η θρησκεία μας έχει την ιδιαιτερότητα να αποσαφηνίζει πλήρως το γιατί οι πιστοί είναι Έλληνες και δεν μπορεί παρά να είναι Έλληνες τουλάχιστον στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Η γεωγραφία μας είναι οι αιώνιες συντεταγμένες στις οποίες άνθισε ο πολιτισμός μας. Η γλώσσα μας με όλες της τις εκφάνσεις της και τα δημιουργήματά της είναι ο ίδιος ο πολιτισμός μας. Η ιστορία μας είναι η ιστορία της δημιουργίας, της ανάπτυξης, του μεγαλουργήματος, και της εξέλιξης του πολιτισμού μας. Τέλος, η θρησκεία μας εκτός από τρόπος βίωσης της σύνδεσης του ρητού με το άρρητο και το απόλυτο, είναι συγχρόνως και το όλον θαύμα της υφ’ ημών πρόσληψης των ανωτέρω ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, δηλαδή είναι η πραγμάτωση του «…ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου (Ιωαν. 12, 20-23)». Όποιος συνεπώς παραποιεί την θρησκεία, την γεωγραφία, την γλώσσαν και την ιστορίαν μας, είναι εχθρός του Ελληνισμού.
Το μάθημα της ιστορίας άρχισε να διδάσκεται για πρώτη φορά στο «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν ηγεμόνας ήταν ο βασιλεύς Όθων. Ευνόητον ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια, όταν κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, παρά τον ιδιαίτερον ζήλον και τις άοκνες προσπάθειες του τελευταίου για την δημιουργία, την στελέχωση και την λειτουργία σχολείων, δεν ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για κατά κυριολεξίαν διδασκαλίαν της ιστορίας. Τοιουτοτρόπως, στον νόμο «Περί Δημοτικών Σχολείων, τμήμα Α’, άρθρον 1»αναγράφεται ότι «Εις έκαστον δημοτικόν ή του λαού σχολείον θέλουν διδάσκεσθαι Κατήχησις, Στοιχεία της Ελληνικής, Ανάγνωσις, Γραφή…στοιχεία της ελληνικής ιστορίας…», ενώ στο «τμήμα Β’, κεφάλαιον Β’, άρθρον 8, ορίζεται ότι «Οι υπεύθυνοι δια την θέσιν του δημοδιδασκάλου πρέπει να έχουν γνώσιν της Ιεράς και της Ελληνικής Ιστορίας». Ο ανωτέρω νόμος (6/18 Φεβρουαρίου 1834) έχει υπογραφεί από τους αντιβασιλείς Αρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Ευδεκ και τους γραμματείς της επικρατείας(υπουργούς) Α. Μαυροκορδάτον, Ν. Θεοχάρην, Κ.Δ. Σχινάν, Ι. Κωλέττην, Ι. Σμαλτς. Το 1852 (20 Ιουλίου) ο υπουργός Σ. Βλάχος με εγκύκλιόν του συνέστησεν την προμήθειαν διαφόρων βιβλίων από το βιβλιοπωλείον- τυπογραφείον του Α. Κορομηλά, που τα προσέφερε σε τιμές χαμηλότερες των αναγραφομένων.Το βιβλίον π.χ. της ιστορίας προσεφέρετο αντί 20 λεπτών, ενώ η αναγραφομένη τιμή ήταν 25 λεπτά. Ο ίδιος υπουργός επίσης με εγκύκλιόν του της 3 Οκτωβρίου 1953 συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου Ελληνικής Ιστορίας των Ιρβιγγος- Αντωνιάδου (ο πρώτος συγγραφεύς, ο δεύτερος μεταφραστής) σε τιμή 20 λεπτών, έναντι της αναγραφομένης τιμής των 50 λεπτών. Στις 4 Ιουλίου ο υπουργός Π. Αργυρόπουλος συνέστησεν την προμήθειαν του βιβλίου «Σύνοψις της Ελληνικής Ιστορίας» του Σ. Κ. Βλαστού(Τιμή 20 λεπτά αντί της αρχικής των 50 λεπτών). Σε βασιλικόν διάταγμα της 8 Ιουνίου 1956(υπογράφουν η βασίλισσα Αμαλία και ο υπουργός Χ. Χριστόπουλος αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι οι υποψήφιοι δημοδιδάσκαλοι εξετάζονται και εις την ιστορίαν.
Στα λεγόμενα «Ελληνικά Σχολεία» οι μαθητές διδάσκονταν και στις τρεις τάξεις την «Παλαιάν ιστορίαν Ελλάδος και Ρώμης και τα γενικώτερα εκ των της μεσαίας και νέας ιστορίας μέχρι τέλους». Οι ώρες διδασκαλίας ήταν 3 εβδομαδιαίως. Επίσης, οι δάσκαλοι των Ελληνικών Σχολείων έπρεπε να ήταν καλοί γνώστες της «Παλαιάς και Νέας ιστορίας»(Διάταγμα της 31 Δεκ./12 Ιαν. 1837. Υπογράφουν οι αντιβασιλείς και οι υπουργοί Ι. Ρίζος, Δ. Μανσόλας, Α.Γ. Κριεζής, Γ. Λασάνης και Ι. Σμαλτς). Στο ίδιο διάταγμα υπάρχουν τα αναφερόμενα στην διδασκαλία της ιστορίας στα Γυμνάσια, τότε 4ετή(Δυο ώρες εβδομαδιαίως). Στα ελληνικά σχολεία η διδασκαλία της ιστορίας έπρεπε να είχεν «πρότυπον σκοπόν να εντυπώνη εις την μνήμην των μαθητών τα κυριώτερα συμβάντα, ονόματα και χρονολογίας, περιοριζομένης της διηγήσεως εις τα αναπόφευκτα και τα τερπνότερα, και να αποβλέπη πάντοτε εις το να μορφώνη την εις ελευθέραν έκθεσιν των ιδεών έξιν των μαθητών». Επίσης, οι δάσκαλοι έπρεπε να έδειχναν πάντοτε στον γεωγραφικό χάρτη τους τόπους στους οποίους αναφέρονταν. Στα Γυμνάσια το μάθημα της ιστορίας ήταν το ίδιο όπως και στα ελληνικά σχολεία, αλλά « η παράδοση γινόταν σε περισσότερη έκταση και αναφέρονταν οι πηγές. Κατά την πρώτη τάξη η παράδοση περιελάμβανε την γενική ιστορία από τις αρχές των ιστορικών χρόνων μέχρι του 5ου αιώνος π.Χ. Κατά την δευτέρα τάξη από του 5ου μέχρι του 16ου αιώνος, ενώ κατά την Τρίτη τάξη από του 16ου αιώνος και εφεξής. Κατά την Τετάρτη τάξη γινόταν η διδασκαλία ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το νεοσύστατον Ελληνικόν κράτος εμερίμνησεν εξ αρχής για την διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας, θέτοντας επί σταθερών βάσεων την ήδη υπάρχουσαν ελληνικήν αυτοσυνειδησίαν των νεαρών μαθητών. Ανέκαθεν ο σωστός δάσκαλος, είτε με λίγα είτε με πολλά εποπτικά μέσα, κατώρθωνε το ίδιο πράγμα, αρκεί να ήταν ευσυνείδητος, επαρκώς καταρτισμένος και να είχε ζήλο και μεράκι για το μάθημα και αγάπη για τους μαθητές του. Εννοείται, ότι ειδικά στην Νέα Ελλάδα για να δημιουργούσε ελληνική αυτοσυνειδησία ο δάσκαλος, θα έπρεπε προηγουμένως να είχε κι ο ίδιος ελληνική αυτοσυνειδησία. Εννοείται επίσης, ότι ήδη οι μαθητές είχαν από τις οικογενειακές εστίες τους όλες τις απαραίτητες καταβολές, που θα τους επέτρεπαν να βιώσουν ότι Ρωμιοί και (Νέο)Ελληνες ήταν το ίδιο πράγμα. Οι κάτοικοι της νέας μικρής χώρας γνώριζαν ήδη 1) Ότι ήταν χριστιανοί και ότι οι γονείς και οι πρόγονοί τους είχαν πολεμήσει τον αλλόθρησκο κατακτητή για την ελευθερία τους. 2) Ότι η χριστιανωσύνη τους ήταν διαφορετική από την χριστιανοσύνη των άλλων Ευρωπαίων (εκείνοι ήταν Φράγκοι). 3) Ότι ήταν Ρωμιοί, δηλαδή ελληνόφωνοι απόγονοι των επίσης ελληνοφώνων κατοίκων της πάλαί ποτέ κραταιάς Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας ή Ρωμανίας. 4) Ότι στα εδάφη των είχαν ζήσει κατά την αρχαιότητα άνθρωποι τρανοί και μεγάλοι, των οποίων τα κατορθώματα είχαν γίνει γνωστά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο δάσκαλος ήταν εκείνος που θα επιχειρούσε την τελική σύνθεση προς όφελος των μαθητών. Για να γίνονταν κατορθωτά όλα τα ανωτέρω, χρειάζονταν χρόνος, κατάλληλα πρόσωπα και κατάλληλα βιβλία. Είναι προφανές, ότι στην αρχή άλλα μέρη της Ελλάδας θα είχαν σχολεία και άλλα δεν θα είχαν. Εννοείται επίσης ότι μέχρις ότου γραφούν σχολικά βιβλία ιστορίας από Έλληνες συγγραφείς, θα χρησιμοποιούνταν μεταφράσεις ξενογλώσσων βιβλίων είτε γενικής είτε ελληνικής ιστορίας. Τοιουτοτρόπως δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν βιβλία λίαν αξιόλογα για την εποχή τους, όπως π.χ. «Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας, τόμοι 3, 1849-1853 του Κ. Παπαρρηγοπούλου», «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον-1853» του ιδίου, «Ο ελληνικός αγών, προς χρήσιν όλων των τάξεων του λαού, ιδίως δε της εις τα δημοτικά σχολεία φοιτώσης νεολαίας-1860» του Σ. Αντωνιάδου, «Επίτομος ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως-1860» του Γ. Θεοφίλου, κ.λ.π. Μετά το 1860 η συγγραφή παρομοίων βιβλίων ακολούθησεν ραγδαία. Ηταν επόμενο, δεδομένου ότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι απόψεις του περιφήμου Φαλμεράγιερ, οι οποίες έπρεπε να αμφισβητηθούν- ανατραπούν και από Ελληνες. Μνημειώδη έργα προς την κατεύθυνσιν αυτήν υπήρξαν μεταξύ άλλων τα «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κ. Παπαρρηγοπούλου(1860), «Η Κωνσταντινούπολις» του Σκαρλάτου Βυζαντίου(1851) και «Ασματα δημοτικά» και «Βυζαντιναί Μελέται» του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου(1852).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθούν δύο σημεία. 1) Η δημιουργία εθνικής αυτοσυνειδησίας στους κατοίκους του μικρού Βασιλείου δεν ήταν έργον των ξένων(Ευρωπαίων) καθώς και μιάς ρωμέικης ελίτ της διασποράς, όπως ενασμενίζονται να δηλώνουν ανερυθριάστως πολλοί εκ των συγχρόνων οπαδών της ανάγκης αλλαγής του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας. Φαίνεται ότι εζήλωσαν την δόξαν των Φαλμεράγιερ, Ρόμιλλυ Τζένκινς και Σύριλ Μάνγκο. Οι Νεοέλληνες δεν είχαν ανάγκην «Χρονικού του Παισίου»,  όπως οι Βούλγαροι. Την εθνικήν τους αυτοσυνειδησία δεν την έχασαν ποτέ, αλλά την είχαν πάντοτε μέσα τους «Σαν την σπίθα κρυμμένη στην στάχτη». Την σπίθα αυτήν ανερρίπιζαν κάθε τόσο φλογεροί εθνεγέρτες (διαφωτιστές κατά την ευρωπαϊκήν ορολογίαν), όπως ο Ρήγας Φερραίος, που από τον 18ον αιώνα ομιλούσε περί Ελλήνων και ελλάδος. 2) Είναι γνωστόν ότι μέχρι και τον 18ον αιώνα σε πολλά μέρη του τότε γνωστού κόσμου ίσχυε η λεγομένη «Αρχή της νομιμότητος». Αυτό εσήμαινε ότι σε εδάφη μιάς μεγάλης συνήθως αυτοκρατορίας ζούσαν πολλές διαφορετικές εθνότητες- λαοί (άρα πολλές διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, παραδόσεις) υπό τον ζυγόν του «αφέντη». Στην οθωμανική Αυτοκρατορία ζούσαν π.χ. Ελληνες- Ρωμιοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρβανίτες, Βλάχοι(ο όπος Ρουμάνοι είναι μεταγενέστερος) και φυσικά και Τούρκοι- Οθωμανοί. Στην Αυστρουγγαρία ζούσαν πλην των Αυστριακών, Ούγγροι, Λομβαρδοί, Πεδεμόντιοι, Σικελοί κ.λ.π., κ.ο.κ. Κατά τον 19ον αιώνα έπαυσεν να ισχύει η αρχή της νομιμότητος, όσο κι αν προσπάθησαν οι « Μεγάλοι» της εποχής να την διατηρήσουν και δημιουργήθηκαν πολλά εθνικά κράτη( Αρχή των εθνοτήτων), δηλαδή η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ιταλία κ.λ.π. Έχει υποστηριχθεί (είναι γραμμένο και στα κυκλοφορήσαντα βιβλία ιστορίας από τις «προοδευτικές κυβερνήσεις» της χώρας μας) ότι τα εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν υπό την επίδρασιν των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επαναστάσεως. Ειδικώς εις την Ελλάδα μπορεί να επέδρασαν και τα ανωτέρω, πλην όμως εθνική ελληνική συνείδηση υπήρχεν ήδη από τα τέλη του Μεσαίωνος. Επιλεκτικώς και χάριν συντομίας αναφέρομεν το του Γεωργίου Γεμιστού- Πλήθωνος (14ος-15ος μ.Χ. αιώνες) «Έλληνες εσμέν ως η πάτριος φωνή και η παιδεία ημών μαρτυρεί». Καθ’ όλην την τουρκοκρατίαν οι Ρωμιοί απόγονοι των κατοίκων της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διετήρησαν την ρωμέικη- ελληνική τους συνείδηση, όταν δε άρχισε ο αγώνας του 1821, πολλοί ρομαντικοί εξ αυτών πίστευαν ότι θα δημιουργούσαν ένα μεγάλο κράτος ελληνικό, αντίστοιχο και διάδοχο της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Κατά τα σημερινά χρόνια (21ος αιών μ.Χ.) φαίνεται ότι στα πλαίσια της λεγομένης παγκοσμιοποίησης(κυρίως πλην όμως όχι αποκλειστικώς με την οικονομικήν έννοιαν) είναι πιθανόν οι «ισχυροί της γης» να έχουν λόγους να δημιουργήσουν ομοιογενή κατά το μάλλον ή ήττον σύνολα, όπου οι εθνικές γλώσσες θα αφεθούν εις παρακμήν ή θα διαλυθούν, οι θρησκείες θα τεθούν εκποδών και δεν θα παίζουν πλέον ιδιαίτερον πλέον ρόλον εις την κοινωνικήν ζωήν, οι δε εθνικές παραδόσεις και «κουλτούρες» θα τεθούν στο περιθώριο. Με άλλα λόγια, πιθανώς να επιδιώκεται αναβλάστηση της «αρχής της νομιμότητας» υπό νέαν-σύγχρονον μορφήν. Δεν αποκλείεται το πρότυπον να είναι η δημιουργία «ατόμων- καταναλωτών», μετεώρων στον χρόνο, χωρίς ιστορική εθνική και πολιτισμική αυτοσυνειδησία. Τα άτομα αυτά δεν θα είναι υπεύθυνες προσωπικότητες με συγκεκριμένες πνευματικές συντεταγμένες αλλά «φτερά στον άνεμο». Κάτι τέτοιο φαίνεται να επιδιώκεται στην σύγχρονη Ελλάδα, τα δε καμώματα των επιθυμούντων και εισηγουμένων αλλαγήν του τρόπου διδασκαλίας ωρισμένων «καιρίων μαθημάτων» στα σύγχρονα σχολεία διευκολύνουν τα σχέδια των εγκεφάλων της «Νέας τάξης πραγμάτων» και της «παγκοσμιοποίησης»(όχι βεβαίως με την έννοιαν της οικουμενικότητας αλλά της ομογενοποίησης). Δεν πρέπει να λησμονούμε δύο πράγματα. Α) Υπάρχουν δύο χώρες με πολύ παλαιά ιστορία, κάθε μια από τις οποίες προσέφερε στην ανθρωπότητα και τον παγκόσμιο πολιτισμό κάτι το μοναδικό. Το Ισραήλ προσέφερε τον ένα και μοναδικό Θεό και την δική του Βίβλο, που αποτελεί το πρώτο καταστάλαγμα συγκροτημένης αυτοσυνειδησίας περί της δημιουργίας του κόσμου. Είναι δυνατόν να πούμε στους Ισραηλινούς «σταματείστε να διδάσκετε στα σχολεία σας την ιστορία και την θρησκεία σας έτσι όπως τα εδιδάσκατε μέχρι τώρα;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε «Καθήστε να σας πνίξουν οι Άραβες». Είναι δυνατόν να τους πούμε «Σταματήστε να διδάσκετε στα σχολεία σας για το χρυσό μοσχάρι του Ααρών;». Είναι ωσάν να τους προτρέπουμε να απαρνηθούν συμβολικώς εκείνο με το οποίο επεβίωσαν ολόκληρους αιώνες σε χρόνους χαλεπούς και εξακολουθούν να μεγαλουργούν μέχρι σήμερα, δηλαδή το εμπόριο; Η Ελλάδα προσέφερε στην ανθρωπότητα τις βάση για την παγκόσμια διανόηση και επικοινωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα, τον απαράμιλλο υλικό για τον ορθό τρόπο του σκέπτεσθαι και κρίνειν, καθώς και την τεράστια ελληνική γραμματεία. Τα ανωτέρω υπήρξαν οι βάσεις του λεγομένου «δυτικού πολιτισμού». Υπήρξαν επίσης ο φορέας μέσω του οποίου επέρασε σε όλα τα έθνη το μεγαλύτερο και σημαντικώτερο γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας, δηλαδή η έλευση, διδασκαλία και κληρονομία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εάν με την αλλαγή διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας, της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής θρησκείας διασαλευθούν τα ανωτέρω, η Ελλάδα του μέλλοντος θα είναι Ελλάδα; Να γιατί δεν πρέπει να διακοπεί η διδασκαλία π.χ. περί του δήθεν αναληθούς κατά μερικούς «ιστορικούς εγκεφάλους» «κρυφού σχολειού». Η διδασκαλία αυτή θα θυμίζει εις τους αιώνες έστω και με συμβολικό τρόπο(πολλοί ειδήμονες αμφισβητούν το εάν το κρυφό σχολειό ήταν μόνον θρύλος) μια μεγάλη αλήθεια. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας η εκκλησία ήταν ο μοναδικός φορέας της διάσωσης της ελληνικότητας. Β) κάτι άλλο που δεν πρέπει να λησμονείται είναι το εξής. Υπάρχουν δύο κράτη, Η Σερβία και η Ελλάδα που στις αρχές του περασμένου αιώνα κατώρθωσαν να αυξήσουν κατά πολύ τα εδάφη των. Η Σερβία με τους Βαλκανικούς Πολέμους, κυρίως όμως με τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον (συνθήκες που ακολούθησαν) έγινε η μεγάλη Γιουγκοσλαβία. Φαίνεται ότι οι «μεγάλοι» ποτέ δεν το «χώνεψαν» αυτό και κατά την λαϊκή έκφραση «της το φύλαγαν». Ετσι, μετά από 80 και πλέον χρόνια την διέσπασαν και σήμερα η μικρή πλέον Σερβία ζει με τις αναμνήσεις του παρελθόντος της. Πιθανώς κάτι ανάλογον να συμβαίνει και με την Ελλάδα. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον 1ον Παγκόσμιον Πόλεμον, μολονότι δεν μπόρεσε να γίνει τελικώς η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, κατώρθωσε να υπερδιπλασιασθεί. Πολλοί εκ των τότε «μεγάλων» δεν είχαν δει με καλό μάτι την επέκταση του Ελληνισμού. Μήπως άραγε μετά από 100 χρόνια θα ήθελαν να μας επιφυλάξουν μοίρα ανάλογη με εκείνη της Σερβίας; Να γιατί το εθνικό φρόνημα των Νεοελλήνων πρέπει να διατηρείται συνεχώς ακμαιότατο, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να γίνει με διδασκαλίες που αποσιωπούν όλες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας και αποσκοπούν εις την δήθεν ανάπτυξιν της ιστορικής κριτικής σκέψης. Πως να το κάνουμε; Η ιστορική εκπαίδευση των μαθητών μας είναι κάτι το πολύ σημαντικό για το έθνος, γι αυτό και δεν είναι δυνατόν να το εμπιστευόμεθα μόνον στους υποτίθεται επιστημονικώς αμερολήπτους καθηγητές της ιστορίας.
Θα ήταν παράλειψη μας να τελειώναμε την παράθεση των σκέψεων και των προβληματισμών μας για τις επιχειρούμενες αλλαγές στην διδασκαλία του προβλήματος της ιστορίας στα σχολεία, αν δεν αναφερόμαστε έστω και δι’ ολίγων στην ανάγκη δημιουργίας της περίφημης «κριτικής ιστορικής σκέψης» στους μαθητές των σχολείων. Αυτό το τελευταίο είναι η σημαία και το ευαγγέλιο όλων εκείνων των «προοδευτικών εκπαιδευτικών», που ευαγγελίζονται μια εκπαίδευση ασυγκρίτως ανωτέρας ποιότητος από εκείνην που παρείχετο μέχρι προσφάτως. Δεν θα αναφερθώ ως ιστορικός, επειδή δεν είμαι ιστορικός, πλην όμως θα παρουσιάσω ωρισμένες εύλογες απορίες μου, που απορρέουν από τις ανακοινώσεις του αρμοδίου υπουργείου αλλά και των εκπαιδευτικών, για το «όλον πνεύμα» της επιχειρουμένης μεταρρύθμισης. Επίσης, θα αποθέσω στο χαρτί ευλαβικώς μερικές αγαθές μνήμες δικές μου από την διδασκαλία της ιστορίας τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο (τότε εξατάξιο).
Eίναι πέρα πάσης αμφισβητήσεως ότι 1) Το μάθημα της ιστορίας δεν πρέπει να καταντά «παπαγαλία» 2) Η καλή «παπαγαλία» ωρισμένων ιστορικών αλληλουχιών και ωρισμένων ημερομηνιών δεν οδηγεί στην σωστή ιστορική γνώση. Ολοι θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, ότι με μοναδικό μας εφόδιο τα ανωτέρω ήταν αδύνατον να απαντήσουμε σωστά στις περισσότερες από τις ερωτήσεις- θέματα των εξετάσεων. Ο καλός εξεταστής ήταν σε θέση με τις κατάλληλες ερωτήσεις να εξουδετερώσει το υποτιθέμενο πλεονέκτημα της παπαγαλίας. 3) Οι περισσότεροι μαθητές, ακόμη και εκείνοι του δημοτικού σχολείου, ήταν πάντα σε θέση να καταλάβουν ότι ό.τι ήταν γραμμένο στα βιβλία και ό.τι έλεγε ο δάσκαλος, ήταν παρμένα από πολλά άλλα βιβλία που είχε συμβουλευθεί ο συγγραφέας. Μεταξύ εκείνων υπήρχαν και μερικά που ονομάζονταν σημαντικές ιστορικές πηγές, που ήταν στην διάθεση κάθε ενδιαφερομένου και ευρίσκονταν στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Ολοι μας, τουλάχιστον στα δικά μας χρόνια γνωρίζαμε χάρις στο αμέριστο ενδιαφέρον καθηγητών όπως οι αείμνηστοι Ευάγγελος Μανής, Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς, Σακελλάριος Γερακιός(Βαρβάκειον) την ύπαρξη των συγγραμμάτων των Αρχαίων Ελλήνων, Λατίνων και λοιπών συγγραφέων, τις κυριώτερες εκδόσεις των(Σαλιβέρου, Belles Lettres, Λειψίας, Ηarvard, Garnier- Frammarion κλπ), τα μεγάλα συγγράμματα στα οποία μπορούσαμε να καταφεύγαμε(περιώνυμα έργα των Παπαρρηγοπούλου, Καρολίδου, Ντρόυζεν, Μπερτολίνι, Κουκουλέ, Κοκκίνου, Πουκεβίλ και πλήθους άλλων που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν), τις βιβλιοθήκες στις οποίες θα ευρίσκαμε τα ανωτέρω(Εθνική με ειδικό σημείωμα των καθηγητών, Βιβλιοθήκη της Βουλής, Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, Βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης κλπ), καθώς και ορισμένα παλαιοπωλεία της οδού Ασκληπιου όπου θα ευρίσκαμε ό.τι θέλαμε σε χαμηλές τιμές. Οσον αφορά το δημοτικό σχολείο, εκτός από το συνιστώμενο βιβλίο ιστορίας ο δάσκαλος μπορούσε να συστήσει στους μαθητές την αγορά οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, που εκείνος έκρινε επωφελές. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να έχουμε κατανοήσει από μικράς ηλικίας, ότι η ιστορία και η διδασκαλία της είχαν δύο συνιστώσες, αφ’ ενός μεν τα γεγονότα καθ’ εαυτά, αφ’ ετέρου δε το ποιος είχε γράψει την ιστορία. Αργότερα συνειδητοποιήσαμε ότι μεγάλη σημασία είχε το να είχε βιώσει ο συγγραφέας εκείνα για τα οποία έγραφε, καθώς και υπό ποίες άλλες προυποθέσεις ο συγκεκριμένος συγγραφέας είχε γράψει ό.τι είχε γράψει(Πολιτικές του πεποιθήσεις, προσωπικές του γνωριμίες με πρόσωπα για τα οποία είχε γράψει κ.ο.κ.). Όλα αυτά τα είχαμε κατανοήσει χωρίς να χρειαζόταν ποτέ κάποιος διδάσκων να μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα περί αυτών. Τέλος, υπήρχαν και τα σχετικώς πρόσφατα γεγονότα-πρόσφατη ιστορία, που δεν διδάσκονταν για πολλούς και διαφόρους λόγους. Είτε επειδή ήταν πολύ πρόσφατα και η συναισθηματική φόρτιση από την αναφορά σε αυτά θα ήταν μεγάλη αλλά και ασύμφορη( άραγε τι θα γινόταν, εάν π.χ. κατά την 5ετία 1950-1955 θίγονταν θέματα αφορώντα τον λεγόμενο «Εμφύλιο Πόλεμο» 1946-1949), είτε επειδή η ιστορία γι’ αυτά δεν είχε καλά- καλά γραφεί(Κατά το προαναφερθέν διάστημα το μόνο βιβλίο που υπήρχε ήταν η «Εικονογραφημένη Ιστορία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου», έργο γραμμένο από δημοσιογράφους και όχι βεβαίως ιστορικούς. Ας μη λησμονείται έπίσης ότι τα «Μυστικά Αρχεία του Foreign Office» δόθηκαν στην δημοσιότητα πολύ αργότερα), είτε τέλος για πολιτικούς λόγους, δηλαδή επειδή αρκετά εν ενεργεία πολιτικά πρόσωπα είχαν εμπλακεί στα γεγονότα αυτά. Τότε θυμάμαι ότι είχαμε σχηματίσει την απλοϊκή αντίληψη ότι η πρόσφατη ιστορία ήταν υπόθεση όχι των ιστορικών αλλά των πολιτικών. Eδώ και πολλά χρόνια (10ετία 1980-1990) ο πολύς κύριος Βασίλειος Κρεμμυδάς είχεν υποστηρίξει σε μια συνέντευξή του στην τηλεόραση, ότι ακόμη και η πρόσφατη ιστορία θα έπρεπε να διδασκόταν. Θυμάμαι ότι στην 5η και στην 6η τάξη του δημοτικού σχολείου(24ον Δημοτικόν Σχολείον στα Πατήσια) οι δάσκαλοι Ιωάννης Αγγελόπουλος και Νικόλαος Αντιπάτης, καθώς και ο δάσκαλος Σακκάς σε κάποιο δημοτικό σχολείο του Παγκρατίου, δίδασκαν ως εκ περισσού στους μαθητές τους το «Επος της Αλβανίας». Επίσης, όσον αφορά το «Κυπριακόν», θυμάμαι ότι κατά την προ των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου περίοδο, αρκετοί δάσκαλοι από την Κύπρο(μεταξύ εκείνων και ο νεαρός τότε δάσκαλος Αχιλλέως) είχαν ενημερώσει πλήρως τους μαθητές τους για όλες τις πτυχές του θέματος. 4) Οσον αφορά το περίφημον θέμα της χρησιμοποίησης και αξιολόγησης των πηγών, ήδη από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου, οι δάσκαλοί μας μας έλεγαν «Αυτό το λέει η παράδοση και όχι η επίσημη ιστορία» ή «Γι αυτό το θέμα θα κοιτάξουμε τι λένε ο Παπαρρηγόπουλος, ο Καρολίδης, ο Σάθας ή ο Ελευθερουδάκης ή ο Πυρσός»(24ον Δημοτικόν σχολείον). Όλα αυτά τα βιβλία υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του σχολείου μας χάρη στις προσπάθειες του δασκάλου μας αειμνήστου Νικολάου Δημητροκάλλη, πατρυιού του Μανώλη Γλέζου). Στο γυμνάσιο πάλι, όταν οι «πηγές» δεν συμφωνούσαν, ο αείμνηστος Ευάγγελος Μανής μας έλεγε «Τι γράφει ο Ηρόδοτος;…τι γράφει ο Θουκυδίδης;…τι αναφέρει ο Πλούταρχος στο Βίοι Παράλληλοι;…πότε έζησαν οι δύο πρώτοι;…πότε έζησεν ο Πλούταρχος;…ποιος ήταν πιο κοντά στα γεγονότα;…ποιος κατά τεκμήριον μας τα λέει καλύτερα;», ενώ σε άλλα σημεία μας έλεγε ότι θα έπρεπε να ερευνούσαμε, ποιες ήταν οι πιθανές σχέσεις- δεσμοί του ιστορούντος με τα ιστορούμενα πρόσωπα. 5) Eχει διατυπωθεί από τους σημερινούς αναθεωρητές του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας η άποψη ότι το μάθημα, έτσι όπως γίνεται σήμερα, είναι «δασκαλοκεντρικό και μονολιθικό». Οι δικές μου αναμνήσεις από τα μαθητικά μου χρόνια είναι εντελώς διαφορετικές. Όταν οι μετεκπαιδευόμενοι καθηγητές στο υπό την εποπτείαν του αειμνήστου Κωνσταντίνου Γεωωργούλη «Διδασκαλείον Μέσης Εκπαιδεύσεως»(έδρα του το Βαρβάκειον) διαμαρτύρονταν επειδή οι καθηγητές μας επέτρεπαν στους μαθητές τους παρατηρήσεις- αμφισβητήσεις του τύπου «Ο Προκόπιος δεν είναι πάντοτε αντικειμενικός όταν αναφέρεται στην θεοδώρα» ή «Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα» ή «Οι ιστορικές περιγραφές του Σπύρου Μελά δεν πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε τοις μετρητοίς, μολονότι ήταν πολεμικός ανταποκριτής», εκείνοι (Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Νικόλαος Τζουγανάτος, Αναστάσιος Γιανναράς) έδιναν απαντήσεις του τύπου «Δεν επιθυμούμε να δίνουμε στους μαθητές μας την εντύπωση ότι η γνώση είναι έτοιμη τροφή(ο Τζουγανάτος χρησιμοποιούσε τον όρο μασημένη τροφή) που παρέχεται δίκην ιατρικής συνταγής. Είναι προτιμώτερο οι μαθητές να έχουν την αίσθηση ότι κατά κάποιο τρόπο συμμετέχουν στην δημιουργία της γνώσης, συμπληρώνοντας με την αυτενέργειά τους την διδασκαλία των μαθημάτων». 6) Αναφερόμενος ειδικώς στο θέμα της περίφημης «ιστορικής κριτικής σκέψης», ομολογώ ότι αναπολώ με νοσταλγία την διδασκαλία της απαράμιλλης δασκάλας της «Σχολής Χατζιδάκη- Γουναράκη» Αγγελικής Ζαχαροπούλου-Πάτση, συζύγου του γνωστού εκδότη και συγγραφέα Χάρη Πάτση. Είχε αφιερώσει ολόκληρο μάθημα για να μας κάνει να κατανοήσουμε το πως ο βασιλέας της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ εφάρμοζε την τακτικήν του «Διαίρει και βασίλευε» για να διασπάσει τους υπολοίπους Ελληνες πριν από την μάχη της Χαιρωνείας. Θυμάμαι συγκεκριμένως ότι ρωτούσε στην τύχη ωρισμένους μαθητές «Εσύ τι θα έκανες εάν ο Φίλιππος σου έταζε εκείνο ή το άλλο προκειμένου να τα χάλαγες με τους Φωκείς ή με τους Θηβαίους;» ή «Εσύ τι θα έκανες προκειμένου να συμμαχούσαν οι Φωκείς, οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί, ούτως ώστε ο Φίλιππος να μη εύρισκε αφορμή για να κατέβαινε προς τα κάτω» κ.ο.κ. Η ίδια δασκάλα μας έλεγε από τότε, «Μεγάλη σημασία για την έκβαση ενός πολέμου, είχε η σωστή εκτίμηση τόσον των δυνάμεων όσον και των δυνατοτήτων των εμπολέμων. Ο Φίλιππος ήταν πολύ δύσκολο να έχανε τον πόλεμο, επειδή συν τοις άλλοις είχε στην διάθεσή του απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες(μεταλλεία του Παγγαίουκ.λ.π.), άφθονες πρώτες ύλες και ήταν δεξιοτέχνης στο να δωροδοκεί τους αντιπάλους του. Ο στρατηγός Φωκίων, άνθρωπος μυαλωμένος, είχε καταλάβει ότι ήταν αδύνατον ο Φίλιππος να μη αναδεικνυόταν νικητής». Στο τέλος για να τελειώσει το μάθημα μας είπε «Να γιατί ο Λίνκολν ήταν σίγουρος ότι στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο οι Νότιοι θα έχαναν τον πόλεμο, κι ας ήταν πιο παλληκαράδες από τους Βορείους. Να γιατί κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Τσώρτσιλ ήταν βέβαιος ότι οι Γερμανοί θα έχαναν τον πόλεμο, μολονότι είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου». Αλησμόνητη είναι επίσης η διευθύντρια- επόπτρια του δημοτικού σχολείου της ίδιας σχολής Χαχή (δεν θυμάμαι πλέον το μικρό της όνομα) που μας έκανε ιδιαίτερο μάθημα για την στρατιωτική τακτική του Μιλτιάδη στην μάχη του Μαραθώνα, καθώς και για τις εφαρμογές της κατά τους μετέπειτα χρόνους (Αννίβας, Γερμανοί κ.λ.π.). Ειδικώς τα ανωτέρω θέματα έχουν χαρακτηρισθεί από τους σημερινούς «αναθεωρητές» των πάντων ασήμαντες λεπτομέρειες, που θα ταίριαζαν μάλλον σε μαθητές της Σχολής Ευελπίδων. Προφανώς κάτι τέτοια θέματα δεν θεωρούνται πλέον σημαντικά, ίσως επειδή η μελέτη και εκμάθησή των δεν συμβάλλει στη δημιουργία πολιτών με δημοκρατικόν φρόνημα.
Ολοι εμείς οι παλαιότεροι αισθανόμαστε ρίγη και ίλιγγο κάθε φορά που διαβάζουμε στις εφημερίδες ή ακούμε από τα τηλεοπτικά κανάλια ότι τόσα χρόνια οι Ελληνόπαιδες διδάσκονταν ιστορία, αλλά δεν την μάθαιναν, επειδή απλώς την παπαγάλιζαν. Αραγε είναι δυνατόν να παπαγαλίσει κάποιος την ιστορία χωρίς να την έχει κατανοήσει; Μήπως οι σημερινοί επικριτές εννοούν ότι οι διάφοροι καθηγητές- φροντιστές έχουν έτοιμες απαντήσεις έναντι σωρείας τυποποιημένων ερωτήσεων-θεμάτων; Ενδεχομένως αυτές οι απαντήσεις να είναι δυνατόν να απομνημονευθούν προσωρινώς δια της παπαγαλικής μεθόδου. Εάν πράγματι συμβαίνουν τα ανωτέρω, τότε βεβαίως δεν φταίει η διδασκαλία αλλά ο τρόπος των εξετάσεων. Μήπως τελικώς σκοπός των νέων μεθόδων διδασκαλίας δεν θα είναι ο έλεγχος των γνώσεων των μαθητών στην ιστορία, αλλά η εξακρίβωση του τρόπου με τον οποίον οι μαθητές προσεγγίζουν τα διάφορα ιστορικά γεγονότα; Άραγε αυτή είναι η κριτική ιστορική σκέψη; Το να προσεγγίζει και εξετάζει η νεολαία μας τα πάντα ατομοκεντρικά, ντετερμινιστικά, ωφελιμιστικά και πάντοτε χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την εποχή που διαδραματίστηκαν τα αντικείμενα της ιστορικής γνώσης; Μήπως επίσης ένας από τους σκοπούς της διδασκαλίας του μαθήματα κατά τα καινούργια πρότυπα είναι αφ’ ενός μεν η αποηρωοποίηση της ιστορίας, δηλαδή των μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων, αφ’ ετέρου δε ο εμβολιασμός τωμ μαθητών με απόψεις του τύπου «Δεν υπάρχουν ήρωες…κανένας δεν ήταν ήρωας…όλοι είναι ή ήταν απλά ανθρωπάκια που σε δεδομένες στιγμές έλαβαν αποφάσεις που εκ των υστέρων επιδοκιμάσθηκαν;». Μήπως σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος είναι η διδασκαλία μιάς «ανεπίσημης και αντίπαλης» προς την μέχρι σήμερον διδασκομένην ιστορίας; Αυτό το τελευταίο ήταν επίσημη πρόταση ημιανωνύμου εκπαιδευτικού προς τους συναδέλφους του καθηγητές. Εννοείται ότι αυτό το τελευταίο δεν έχει καμιά σχέση με την συνεχή έρευνα που ενδεχομένως οδηγεί στην ανασκευή παγιωμένων απόψεων. Οπωσδήποτε υπάρχουν θέματα που θα μπορούσαν να γίνονταν αποδεκτά ως αντικείμενα προς συζήτησιν ή ακόμη και προς έρευναν, πλην όμως όχι στο σχολείο, αλλά μόνον σε ειδικές ημερίδες, επιστημονικές συζητήσεις- επιστημονικές εργασίες κ.λ.π. Όσον αφορά τα 1) Εάν υπάρχουν πράγματα που γράφονται ή γράφτηκαν αλλά δεν λέγονται 2) Εάν υπάρχουν πράγματα που έγιναν αλλά δεν λέγονται 3) Εάν γράφονται ή λέγονται πράγματα που ουδέποτε έγιναν, οπωσδήποτε είναι θέμα που δεν αφορά τους μαθητές. Εάν πρέπει να ασχολούνται με αυτά οι μαθητές, ώστε να προσπαθούν π.χ. να «ανακαλύψουν» εάν υπήρξε ποτέ το « Κρυφό σχολειό», τότε γιατί να μη ασχοληθούν λεπτομερώς και με το τι έγινε ακριβώς κατά τα τέλη του Αυγούστου του 1922 στην προκυμαία της Σμύρνης, ώστε να διαλευκάνουν τι ακριβώς ήταν ο περίφημος και κατά κόρον διατυμπανισθείς «συνωστισμός;». Γιατί επίσης να μη διδαχθούν και ερευνήσουν τι ακριβώς έγινε τον Ιούλιο του 1974 μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο; Πλέον των ανωτέρω, γιατί να μη διδάσκονται πλέον οι μαθητές μας όλες εκείνες τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας, για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι όλοι οι Έλληνες; (Ως γνωστόν οι «μεταρρυθμιστές» ενοχλούνται από το ότι μέχρι τώρα γίνονταν ιδιαίτερα μαθήματα για όλες τις μεγάλες μάχες- νίκες των ελληνικών όπλων). Μήπως μετά από όλα τα ανωτέρω εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι ότι η καλλιέργεια της ιστορικής κριτικής συνείδησης της νεολαίας μας, που τόσο πολύ διατυμπανίζεται τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να γίνεται από εμάς τους ιδίους; Δεν θα πρέπει να διδάξουμε τα παιδιά μας πως να καταλαβαίνουν αμέσως, ποιος, καθηγητής ή μη, προσπαθεί να διαταράξει την ιστορική εθνική τους συνείδηση, ώστε να τον αντιμετωπίζουν αναλόγως; Επί πλέον από τα μαθητικά μας χρόνια, άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο, δεν διστάζαμε να προσφεύγουμε σε πλήθος εγκυκλοπαιδειών και άλλων συγγραμμάτων, προκειμένου να είχαμε μια καλή αντίληψη περί του « πως είχαν γίνει τα πράγματα». Οι ίδιοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας μας προέτρεπαν σε αυτό. Σήμερα με τον πλούτο των βιβλίων που κυκλοφορούν και με τις τεράστιες δυνατότητες του διαδικτύου τα πάντα είναι ευκολώτερα.
Θα ήταν παράλειψη εάν η ευρεία αναφορά μας περί του τρόπου διδασκαλίας της ιστορία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση σταματούσε εδώ, χωρίς να παραδεχόμαστε ότι όντως τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο συστηματικός μελετητής της ιστορίας είναι πολλά. Πως συλλέγεται το ιστορικό υλικό (που σε αρκετές περιπτώσεις είναι αρχαιολογικό υλικό), πως αξιολογείται και πως ερμηνεύεται, με τι συμφωνούν και με τι ευρίσκονται σε αντίθεση τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την μελέτη του υλικού μας (δεδομένου ότι με το ίδιο θέμα ενδεχομένως να έχουν ασχοληθεί και άλλοι ερευνητές), πως γράφονται τα συμπεράσματά μας, πως γράφεται η ιστορία (δεδομένου ότι η μετατροπή των γραπτών μας με τα ευρήματά μας σε ιστορία είναι κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο), η ενδεχομένη συμμετοχή προσωπικών- συναισθηματικών στοιχείων στο γράψιμο της ιστορίας, ο παράγων της «προκατανόησης»(vorverständnis), καθώς και πολλά άλλα προβλήματα. Πιστεύουμε ότι δεν είναι σκόπιμον ούτε και δυνατόν όλα τα ανωτέρω να επιχειρήσουμε να τα ενσωματώσουμε στην διδακτέα ύλη ιστορίας, που προορίζεται για τους μαθητές, έστω κι αν στην σχολική τάξη θα υπάρχουν πάντοτε δύο ή τρία «σαΐνια» που ενδεχομένως θα ανταποκριθούν σε αυτό το «κάλεσμα».
Είναι γεγονός ότι κατά το δεύτερον ήμισυ του περασμένου αιώνα ένας Γάλλος διανοούμενος, ο Michel de Certeau, διατύπωσε πολύ επαναστατικές για την εποχή του απόψεις, που αφορούσαν κυρίως το πως γράφεται και πως ερμηνεύεται η ιστορία (L’ écriture de lhistoire), κατ’ ουδένα τρόπον όμως το πως πρέπει να διδάσκεται η ιστορία στους μαθητές. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φορτώνουμε στους μαθητές μας τους προβληματισμούς του Certeau, καθώς επίσης και τους δικούς μας. Ας αφήσουμε για τους ειδικούς το «ξεμπάζωμα»(όρος του αειμνήστου Νεοκλή Σαρρή) της ιστορίας. Είναι εντελώς απαράδεκτο το να προσπαθούμε να ενσωματώσουμε τα ανωτέρω στην διδακτέα ύλη, αφαιρώντας συγχρόνως όλα εκείνα τα στοιχεία της ιστορίας που κάνουν τους μαθητές υπερηφάνους για την πατρίδα τους, δηλαδή τα στοιχεία που ο αείμνηστος δάσκαλος της ιστορίας Erneste Lavisse αποκαλούσε «Le roman national=το εθνικόν μυθιστόρημα». Βεβαίως ο Ernest Lavisse δεν υπάρχει πλέον και τα πράγματα στον τομέα της εκπαίδευσης έχουν αλλάξει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να φθάσουμε στο εντελώς αντίθετο άκρο, να αφαιρούμε εντελώς από τα σχολικά βιβλία το «roman national» και στην θέση του να βάζουμε παραδοξολογίες του τύπου «Ο νεαρός Αλέξανδρος υπόταξε τις Ινδίες… μπα μοναχός του τις υπόταξε;» (Από ένα ποίημα του Μπρέχτ), που συνιστά ένας από τους «αναθεωρητές» της διδασκαλίας της ιστορίας. Oπως και να το κάνουμε, προκειμένου περί της εθνικής ιστορίας κάθε λαού, το κάθε roman national είναι γεμάτο από ρομαντικά στοιχεία τα οποία είναι σταθερά προσκολλημένα στο συλλογικό ασυνείδητο και τα οποία πάντοτε βρίσκουν τρόπο να εξωτερικεύονται. Η στενή σχέση της ιστορίας με την ίδια την ύπαρξη ενός έθνους καθιστά αυτονόητο και το γιατί η ιστορία ως μάθημα ανήκει κατά παγίαν αντίληψιν εις τα λεγόμενα φιλολογικά μαθήματα. Μερικοί εκ των πολεμίων του τρόπου διδασκαλίας της ιστορίας μας διαμαρτύρονται, επειδή «η υπαγωγή της ιστορίας στην λογική του μαθήματος της γλώσσας, υποβιβάζει το μάθημα σε δορυφόρο του μαθήματος της γλώσσας». Οι ίδιοι ενοχλούνται σφοδρώς από «το μεγάλο ειδικό βάρος που έχει η γλώσσα στον εθνικό μας αυτοπροσδιορισμό(χρησιμοποιούν τον όρο γλωσσικό φετιχισμό) και στην εμπέδωση του ιδεολογήματος της συνέχειας μας ως έθνους». Υποστηρίζουν ότι δήθεν σημασίαν έχει μόνον το πνεύμα που διείπε όλες τις πράξεις και ενέργειες των προγόνων μας και όχι το γράμμα. Λησμονούν φαίνεται την μεγάλη και ιδιαίτερη συμβολική φόρτιση που έχει ο συνδυασμός του ιστορικού γεγονότος με τον τρόπο γλωσσικής εκφοράς του. Αραγε είναι δυνατόν να συγκριθεί από πλευράς βαρύτητος μια απάντηση ωσάν το «μολών λαβέ;» Ο.τι και να απαντούσαμε σήμερα, π.χ. «αν θέλεις έλα» ή «αν σου βαστάει έλα» ή «αν είσαι άντρας έλα» ή «έλα και θα δεις τι έχεις να πάθεις» κ.λ.π. δεν συγκρίνεται με την λακωνική απάντηση του Σπαρτιάτη βασιλέα. Κάθε φορά που αναφωνούμεν «μολών λαβέ» ουσιαστικώς ομιλεί ο Λεωνίδας και μαζί του όλη η Ελλάς. Κάθε φορά που συμβουλεύουμε «Ωφελέειν και μη βλάπτειν» ομιλεί ο ίδιος ο Ιπποκράτης, κάθε φορά που ομολογούμε «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ομιλεί το συλλογικό ασυνείδητο του λαού μας με τα υποτιθέμενα λόγια του Αθανασίου Διάκου κ.ο.κ. Υπάρχει άραγε ιστορικός που θα μπορέσει να περιγράψει λιτότερα και συγκλονιστικώτερα τα της μάχης του Μαραθώνος από τον Σιμωνίδη «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν»;
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email