© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ. ΛΕΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ




Στὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ στὴν προσφιλή οἰκογένειά της, θερινὸς χαιρετισμός
Ἕνα τρυφερὸ διήγημα τῆς κ. Νατάσας Κεσμέτη, Ἡ ἱστορία τοῦ Γιώτη, ἱστορία ποὺ ἰχνογραφοῦσε, μὲ ζωηρὲς καὶ συγκινητικὲς πινελιές, τὸν παγοπώλη τῆς γειτονιᾶς της εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ θυμηθῶ κι ἐγὼ τὰ παλιὰ τὰ Κληματιανὰ τὰ καλοκαίρια τῆς δεκαετίας τοῦ 1950-60, ὅταν μὲ τὸ καΐκι, κάθε Τετάρτη μεσημέρι, ἔφτανε στὸ σχεδὸν ὀρεινὸ χωριό μας ὁ πάγος.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὄχι τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ νεότεροι, οἱ σημερινοί δηλαδὴ Νεο-Κληματιανοί, τὶς μικροχαρὲς τῶν παλιῶν, νοσταλγικῶν καλοκαιριῶν. Τῶν καλοκαιριῶν τοῦ παλιοῦ μας χωριοῦ, ποὺ δὲν εἶχαν τουρισμό, ἄρα σκληρὸ ἀνταγωνισμό, εἶχαν ὅμως πλούσια τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκεῖνα τὰ δροσερὰ πρωϊνὰ ἤ τ᾿ ἀστροστόλιστα τὰ βράδυα, ἄνοιγε ψυχὴ καὶ χαιρόταν μέσα σὲ κείνη τὴ θεϊκὴ ὀμορφιὰ ποὺ εὐωδίαζε βρεγμένο χῶμα, γαρύφαλλο, βασιλικό, πεῦκο καὶ φρέσκο θαλασσινὸ ἀγέρα.
Τότε, λοιπόν, ποὺ δὲν εἶχε τὸ χωριὸ ἠλεκτρικό, κάθε Τετάρτη ποὺ ἔρχονταν στὸ Λουτράκι τὸ καΐκι μὲ τὶς πραμάτιες ποὺ παραγγέλνανε οἱ μπακάληδες τοῦ χωριοῦ ἤ καὶ οἱ νοικοκυραοι, μαζὺ μὲ ὄλα τὰ ἄλλα ἔφτανε στὸ χωριὸ κι ὁ πάγος. Δηλαδή, παγοκολόνες, ποὺ ἦταν τοποθετημένες μέσα σὲ μεγάλα σακκιὰ καὶ τυλιγμένες σὲ ἐφημερίδες ἤ σὲ χυρο... Κι ἔβλεπες νὰ στάζουν μέσα στὸ θερινὸ τὸ μεσημέρι τὰ τσουβάλια μὲ τὸν πάγο, φορτωμένα στὰ μουλάρια, τὰ ὁποῖα τότε φέρνανε τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ Λουτράκι σὲ ἀτελείωτες στράτες..
Ἀκόμα θυμᾶμαι τὴν ρα ποὺ ξεφόρτωναν τὸν πάγο στὴν τσιμεντένια αὐλὴ τοῦ μαγαζιοῦ τοῦ μπάρμπα–Παναὴ τοῦ Παλαιολόγου, κι ὕστερα τὴ διαδικασία νὰ τὸν κόψουν, ὥστε νὰ χωρέσει στὸ μεγάλο ἐκεῖνο ξύλινο ψυγεῖο, μὲ τὸ καφετὶ τὸ χρῶμα καὶ τοὺς ψευτοασημένιες κλειδωνιὲς νὰ σφαλίζει ν᾿ ἀνοίγει...
Πόση χαρὰ κάναμε ὅταν περίσευε κανένα μικρὸ κομματακι ἀπὸ τὸν πάγο! Τὸ πάιρναμε καὶ χωρὶς νὰ ξέρουμε τὶ κάναμε, τὸ πιπιλίζαμε μὲ εὐχαρίστηση, λὲς καὶ τρώγαμε παγωτό!!! Ὅμως ἡ μεγάλη μας χαρὰ ἦταν τὸ βραδυ, ὅταν πάγωναν οἱ λεμονάδες στὸ ψυγεῖο, ἐκεῖνες οἱ περίφημες καὶ γευστικότατες λεμονάδες ΕΨΑ... Μέσα στὸ θεϊκὸ τὸ θερινὸ τὸ βράδυ, λοιπόν, ἡ οἰκογένεια ἀγόραζε ἕνα μπουκάλι καὶ τὸ μοιραζομασταν ὅλοι: Ἀπὸ να φλυτζανάκι, ἔτσι γιὰ τὸ καλό... Κι ὅμως εἴμασταν εὐχαριστημένοι, γιατὶ μετὰ ἀπὸ μιά-δυὸ μέρες ὁ παγος ἔλιωνε καὶ περιμέναμε τὴν ἑπομένη Τετάρτη γιὰ νὰ φτάσει ὁ νέος πάγος στὸ χωριό...
Μέχρι ποὺ ἦρθε μιὰ μέρα, ὅπου ἄρχισαν νά σκάβουν στὸ χωριὸ καὶ νὰ βάζουν μεγαλους ,ψηλοὺς στύλους, ποὺ μύριζαν πίσσα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ ξετυλίγουν τὰ καλώδια καἲ νἄσου ὅλα τὰ σπίτια δέχτηκαν τὸ ἠλεκτρικό.
Παραμέρισαν τότε οἱ λάμπες τοῦ πετρελαίου, λησμονήθηκε ὁ πάγος καὶ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ψυγεῖα πῆγαν στὸ περιθώριο γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους τὰ ἠλεκτρικὰ τὰ ψυγεῖα...
Τώρα πιὰ οἱ λεμονάδες ἦταν σὲ ἀφθονία, ὅπως οἱ μπύρες κι ἄλλα ἀκόμα ἀγαθά. Μόνο ποὺ ἡ νοστιμιὰ κείνης τῆς λεμονάδας τοῦ πάγου, κάτω ἀπὸ τὸν ἀστροστόλιστο θερινὸ οὐρανὸ δὲ ματάρθε ποτέ.

π. κ. ν. κ   

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Τ᾿ ἀριτσνουπιάσματα» ἤ, τὰ ξεχασμένα πελεκούδια


Καθὼς τὸ καλοκαίρι ἀνοίγεται μπροστά μας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ προσέρχεται καὶ πάλι, σὲ τοπία  περιούσια χρόνων παιδικῶν, γιὰ νὰ θυμηθεῖ, καὶ νὰ ξαναζήσει, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν εἰρήνη ἐκείνων τῶν, δύσκολων μέν,  ἀλλὰ εὐλογημένων  καιρῶν.
Νὰ θυμηθεῖ πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τῶν παιδιῶν, μόλις ἔκλειναν τὰ Σχολεῖα, ἦταν νὰ μαζέψουν τὰ λεγόμενα «ἀριτσνουπιάσματα», γιὰ τὴ φωτιά.
Τί, ὅμως ἦταν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα»;
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, δὲν εἶχαν μήτε ἠλεκτρικὲς κουζίνες -τὸ ἠλεκτρικὸ ἦρθε πολὺ ἀργότερα, στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970- ἀλλὰ καὶ τὰ «πετρογκάζ» ἦταν σχεδὸν ἀνύπαρκατα, ἐνῶ οἱ γκαζιέρες σπάνιζαν. Ἔτσι, γιὰ νὰ μαγειρέψουν, ἀκόμα καὶ ζεστὸ γιὰ νὰ κάνουν, εἶχαν πάντα «ἀπήκου» τὴν παραστιά, ἕτοιμη δηλαδή νὰ τὴν ἀνάψουν τώρα τὸ καλοκαίρι, γιατὶ τὸ χειμώνα ἔκειγε νύχτα-μέρα. Λοιπόν, ὡς προσάναμμα χρησιμοποιοῦσαν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα», τὰ πελεκούδια, δηλαδή, ποὺ ἀπόμεναν ἀπὸ τὸ πελέκημα τοῦ πεύκου μὲ σκοπὸ τὴ ρητινοσυλλογή. Γιατὶ τὸ νησί, πευκόφυτο καθὼς εἶναι, εἶχε τὸ μέγιστο προνόμιο κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, νὰ συλλέγει πολὺ μεγάλες ποσότητες ρετσίνας, καθὼς σὲ ὅλα τὰ δάση δούλευαν ἀσταμάτητα, ἀπὸ τὸν Ἀπριλομάη μέχρι τὸ φθινόπωρο, τόσο ντόπιοι ἐργάτες, ὅσο καὶ   Εὐβοιῶτες, ἀλλὰ καὶ Λιαδρομίτες.
Πρὶν βγοῦν τὰ διάφορα «φάρμακα» (εἰδικὰ ὀξέα ἦταν), τὰ ὁποῖα ἔβαζαν στὴν «πληγὴ», ὅταν δηλαδή ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιὸ καὶ φτάνανε στὸ ξύλο τοῦ πεύκου, γιὰ νὰ αὐξάνεται ἡ ροὴ τῆς ρετσίνας, πελεκοῦσαν τὸν κορμό, μέχρι ν᾿ ἀρχίζει νὰ «δακρύζει». Τότε βάζανε ἀποκάτω τὸ κουβούλι, τὸ τριγωνικό, δηλ. τσίγκινο δοχεῖο καὶ τὸ ἄφηναν μέχρι νὰ γεμίσει.
Ἔ, λοιπόν, αὐτὰ τὰ πελεκούδια μαζεύαμε.  Ποὺ οἱ παλιὲς οἱ νοικοκυρὲς τὰ λέγανε κι «ἀριτσνουπιάσματα». Δηλαδή, ἀ+ρετσίνα+πιάνω. Τὸ πιάνω δὲ ἐδῶ ἔχει τὴ σημασία τοῦ ἀνάβω, κατὰ τὰ γνωστὴ στὸ νησὶ φρασεολογία: «ἔπιασε φωτιὰ στὸ τάδε μέρος κ.λ.π.
Πηγαίναμε στὸ δάσος μὲ τσουβάλια, τὰ γεμίζαμε καὶ τὰ φορτώναμε στὰ γαϊδουράκια, γιὰ νὰ περάσουμε τὴ χρονιά.
Μοσχομύριζε τὸ σπίτι φρέσκια  ρετσίνα καθὼς αὐτὰ τὰ προσανάμματα, ποὺ ἄναβαν ἀμέσως, βοηθοῦσαν ν’ ἀναψει ἡ φωτιά.
Μόνο ποὺ μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν καὶ ἄρχισε, ὅπως ἀναφέρθηκε,  ἡ χρήση τῶν ὀξέων γιὰ αὔξηση τῆς ροῆς τῆς ρετσίνας ἀπὸ τὰ πεῦκα, τὰ πελεκούδια χάθηκαν, γιατὶ ἔπαψαν οἱ «ρετσινάδες» νὰ τὰ πελεκοῦν τὰ πεῦκα. Ἁπλῶς τὰ χάραζαν, ἀφοῦ ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιό. Μέχρι ποὺ σταματησε κι ἡ ρητινοκαλλιέργεια στὸ νησί, γιὰ νὰ μείνουν ὅλ᾿ αὐτὰ στὴ Μνήμη καὶ στὴν καρδιὰ, τεκμήρια νοσταλγικὰ ἀπὸ ἕναν καιρὸ ποὺ δὲν θὰ ἐπιστρέψει πιά.

π. κ. ν. κ  

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΜΗΝΑΣ ΙΟΥΝΙΟΣ



Θεέ μου τί μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! (Ὀδ. Ἐλύτης)
Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς σίμωσε κι ὁ πρῶτος μήνας τοῦ θεϊκοῦ Ἑλληνικοῦ Καλοκαιριοῦ. Ὁ Ἰούνιος, ποὺ οἱ ἀνίδεοι τὸν πετσόκοψαν σὲ Ἰούνη!!! Ὁ τρυφερὸς αὐτὸς μήνας μὲ τὶς εὐωδιές του, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μὲ τὴ συγκίνηση ποὺ ἀποπνέει, καθὼς ἀνοίγει καὶ τὶς πύλες τῆς Μνήμης. Τῆς Μνήμης καὶ τῆς νοσταλγίας, ποὺ στεφανώνουν μὲ περίσσια χάρη κάποιες ἀθάνατες στιγμές, κυρίως τῆς σχολικῆς ζωῆς. Ζωῆς καὶ δραστηριότητας ποὺ ἔχει χρωματιστεῖ τόσο ἔντονα μὲ βιώματα ζωντανά, φωτεινά, εὐλογημένα πλούσια.
Ἰούνιος, λοιπόν, εἰσοδικὸς τοῦ θέρους καὶ τὴ θύμηση νὰ στέκει σιμὰ σὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες ἡμέρες τοῦ Ἰουνίου τῶν παιδικῶν μας χρόνων ποὺ εὐωδίαζαν βερύκοκο, βύσινο, κομμένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα.
Κι ὔστερα ἦταν ἐκεῖνες οἱ γυμναστικὲς ἐπιδείξεις τῶν μικρῶν μαθητῶν, γιὰ νὰ συνεχιστοῦν μὲ τὴν καταληκτήρια Σχολικὴ Γιορτή γιὰ νἄρθει ἡ στερνὴ ἡ ἡμέρα μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν Ἐνδεικτικῶν καὶ Ἀπολυτηρίων.
Ἀλήθεια, ποιὸς θὰ λησμονήσει ποτέ του ἐκεῖνο τὸ θερινὸ τὸ ἀπόβραδο, τὸ στολισμένο μὲ τὰ στερνὰ τὰ καλοκαιρινὰ τὰ χρώματα τοῦ σούρουπου, μὲ τὶς ἀναπνοὲς τοῦ πεύκου καὶ τοῦ σκίνου νὰ δροσίζουν τοὺς Κληματιανοὺς, ποὺ συνάχτηκαν νὰ καμαρώσουν τὰ παιδιά τους στὴ σχολικὴ γιορτὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ;
Ὅσα χρόνια κι ἄν περάσουν αὐτὲς οἱ σελίδες ζωῆς καὶ προσφορᾶς θὰ παραμένουν νωπές, ἀλησμόνητες, ερές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος χῶρος τοῦ παλιοῦ μας τοῦ Σχολειοῦ πρέπει νὰ μείνει ρθιος καὶ ἀπείραχτος ἀπὸ κάθε εἴδους περιφρόνηση καὶ ἐρήμωση, γιατὶ εἶναι Μνημεῖο. Καὶ τὰ Μνημεῖα τὰ συντηρεῖς δὲν τὰ βάζεις στὸ περιθώριο ἤ τὰ ἀφήνεις νὰ τὰ ροκανίσει ἡ ἐρημιὰ κι ἡ ἐγκατάλειψη. Γιατὶ ἐκεῖ εἶναι ἀκόμα ἡ ψυχὴ ὅλων μας ἀφημένη, ἡ παιδική μας ἡ ψυχὴ μὲ τὰ ὄνειρα καὶ τοὺς ὁραματισμοὺς τοῦ καθένα μας νὰ κυματίζουν ἀκόμα...
Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ μήνας αὐτός, ὁ τόσο τρυφερὸς μὲ τὶς Μνῆμες ποὺ μᾶς προσφέρει, ἔρχεται κάθε χρόνο νὰ μᾶς θυμίσει, νὰ μᾶς ξαναπροβάλει στὴν ὀθόνη τῆς ψυχῆς σχολικές, ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ εἶχαν τὴ σημασία τους, ποὺ κατεῖχαν τὸ εἰδικό τους βάρος. Γιατὶ ὅλοι περάσαμε ἐκεἰνη τὴ μεγαλειώδη ὥρα, τῆς ἀπολύσεως δηλαδή, ὅταν μέσα στὸ δροσερὸ τὸ πρωϊνὸ τοῦ Ἰουνίου περνούσαμε γιὰ στερνὴ φορὰ τὴ θύρα τοῦ Σχολείου μὲ τὸ Ἀπολυτήριο στὸ χέρι καὶ τὴν ἀπορία στὴν καρδιά: «Καὶ τώρα, τί κάνουμε»; Γιατὶ ἄλλοι δρόμοι ἀνοίγονταν, ἄλλες προοπτικές, ποὺ κάποτε θὰ γίνονταν συγκλονιστικές, κορυφαῖες.
Ἔτσι, τὸ κλάμα κάποιων ποὺ παιδιῶν στὴν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία τοῦ Δασκάλου δὲν ἦταν τυχαῖο. Εἶχε κι αὐτὸ τὴ σημασία του...
Αὐτὰ τὰ δάκρυα ραντίζουν κάθε χρόνο, λοιπόν, τὶς μορφες μέρες τοῦ Ἰουνίου, ποὺ συνεχίζουν νὰ εὐωδιάζουν βερύκοκο, βύσινο, κομένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα... Μόνο ποὺ δὲν ἔμαθα ποτές μου ἄν αὐτὴ ἡ ρμύρα ἦταν ἀπὸ τὴ θάλασσα ἤ ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν μαθητῶν...
Ἰούνιος 2017
π. κ. ν. κ

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ και ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ (νέα ποιήματα)


ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Εσύ Θεός ων
δεν έχεις άλλο θέλημα
παρά του Πατρός Σου
κι εγώ έργο Σου ων
δεν έχω άλλο θέλημα
παρά το δικό μου.
13.5.17.


ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ
Υπόδουλος στο θέλημά του
ο άνθρωπος βλέπει
ακόμα και στον Παράδεισο
μιαν άθλια Κόλαση
τόσο που τελικά
τα καταφέρνει να την φτιάξει
και για να τιμωρήσει τον εαυτό του
αυτοκτονεί.
Καθώς δεν βλέπει στον Θεό του
τον πιο πολύτιμο εαυτό του
αυτό που νόμισε πως είναι ο ίδιος
τον τιμωρεί.
21.5.17.


Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Γιώργος Κεντρωτής: ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΡΑΖΕ ΤΟ «ΤΕΜΑΧΙΟ» ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Στην Πολυξένη

Με ανάπαιστο αρχινάει, με ίαμβο τελειώνει
ο στίχος ο οπερατικός το πρωτοτύπου
Un mar crudele: θάλασσα είναι που θυμώνει,
γιατί τη σκίζει το άρμενό μου με αρμονία ίππου
ατίθασου, και δοκιμάζεται στο αμόνι
της άριας το σφυρί τριπλού επιμόνου χτύπου.
Κρατώ τους αναπαίστους· βγάζω τους ιάμβους·
και μες στους ζόφους διεκδικώ πηγές του θάμβους.

Il ciel simbruna… ναι…: του αιθέρος η γλαυκότη
μαυρίζει. Αυτό ακριβώς αισθάνομαι σημαίνει:
πιο μελανό απ’ το μαύρο. Κι αν με πουν προδότη
του ιταλικού κειμένου, απλώς τί το συσταίνει
(καθώς το νιώθω) εδώ εξηγώ. Τα δικά της σκότη
η κάθε γλώσσα απηχεί , και αυτά καταλαβαίνει.
Σκληρό, σκληρότατο το πέλαγο τού λόγου –
μα το δαμάζει η ορμή του λυρικού μου αλόγου.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΑ ΑΠΡΟΟΠΤΑ

Κάποτε, ὅταν πιὰ περάσουν τὰ χρόνια καὶ μακρύνει ὁ καιρός, τότε ὁ Θεὸς σοῦ χαρίζει, ὡς ἄλλο δώρημα πολύτιμο, κάποιες εἰκόνες ἤ ὅ, τι ἄλλο σχετίζεται μὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἤθελες πολὺ νὰ συναντήσεις καὶ νὰ δεῖς. Γιατὶ πάντα, ὅσο ἔχει ἀνοιχτὰ τὰ μάτια του κανένας, ἐλπίζει νὰ δεῖ καὶ νὰ συναντήσει κάτι ποὺ ἐπιθυμοῦσε χρόνια πολλά. Ὅπως πρόσωπα ἀγαπημένα, στόσο μακρινά, ἀφοῦ κι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐπικοινωνία ἔχει χαθεῖ, τόπους ποὺ ἔζησε στιγμὲς εὐλογημένες καὶ τόσα ἄλλα.
Ὅμως τὸ πλέον κορυφαῖο γιὰ τὸν ὁποιοδήποτε φυσιολογικὸ καὶ σεβόμενο τὶς ρίζες του ἄνθρωπο, εἶναι νὰ βρεθεῖ, νὰ σιμώσει καὶ προσκυνήσει τὸν τάφο τῶν γονιῶν του. Ἐκεῖ δηλαδή, ποὺ ἀναπάυεται τὸ σῶμα τους, αὐτὸ τὸ λέιψανο ποὺ μᾶς ἄφησαν ἀναχωρώντας... Κι εἶναι ὄντως ἱερὲς ἐκεῖνες οἱ στιγμές, γιατὶ τὸ μνημεῖο ἐκεῖνο γίνεται αὐτόματα ἡ γέφυρα νὰ θυμηθεῖ: Νὰ ξαναζήσει, μὲ λίγα λόγια, κάποια ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ τοῦ σφράγισαν τὸν βίο. Γιατὶ αὐτὸ σημαίνει νὰ θυμᾶσαι... Νὰ κρατᾶς ζωντανὴ τὴ μνήμη δηλαδή, τιμώντας ἔτσι τὸ πρόσωπο ποὺ ἀναπαύεται μέσα στὸ μνημεῖο τὸ ὁποῖο κοιτᾶς.
Ἄς εἶναι καλά, λοιπόν, ὁ ἀγαπητὸς Βίκτωρας Κων. Πολύζος, ποὺ μέσα στὴ λαμπρή του στοσελίδα γιὰ τὶς οἰκογένειες Πολύζου κ.λ.π., τὴν ὁποία καὶ κοσμοῦν διάφορες φωτογραφίες, ἔχει συμπεριλάβει καὶ τὴν παρακάτω ἐπιτύμβια ἐπιγραφή:
NICK C. KALLIANOS
MAY 17 1917
APRIL 7 1969
Εἶναι ἀλήθεια πὼς πέρασαν κοντὰ πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969, τότε δηλαδή, ποὺ ἔμαθα τὴν ἀναχώρηση τοῦ Πατέρα… Ἐκεῖ, στὴν Ἀμερική, ὅπου ἀναπαύεται ἀπὸ τότε...
Κι ἦρθε αὐτὴ ἐπιγραφή, ποὺ δὲν εἶναι λίγες μέρες ὅπου τὴν εἶδα, νὰ μοῦ θυμίσει τὴ Μορφή του, ποὺ ἐλάχιστα θυμᾶμαι, ἀλλὰ κυρίως νὰ μὲ φέρει, ἔστω καὶ νοερά, σιμὰ στὸ μνημεῖο ποὺ ἀναπαύεται...
Μπορεῖ αὐτὲς οἱ ἐπιγραφὲς νὰ δείχνουν μιὰ τραγικὴ σελίδα τοῦ βίου μας, ὡστόσο εἶναι καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ εἶναι τὰ τεκμήρια ἐκεῖνα ποὺ φανερώνουν τὸ πέρασμα ἐνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, ἀλλὰ καὶ μιὰ πραγματικότητα: ὅτι, δηλαδή, ἐκεῖ ἀναμένει κεκοιμημένος αὐτὸς τὴν Ἀνάσταση.
Τῆς Ἀναλήψεως 2017
π. κ. ν. κ


Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Κικής Δημουλά: ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΣΥΛΛΟΓΗ “ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ”

ΔΕΝ ΑΣΤΟΧΕΙ

Ένα Αλτ, υπόκωφο,
άκουσα να με σημαδεύει.

Ουδέν πρόβλημα. Έτσι κι αλλιώς
μες στην ακινησία προ πολλού
με είχε η αίσθησή μου μεταφέρει

ωστόσο νιώθοντας ωσάν
ακόμα ν' αναδεύεται το μέσα μου κατάτι
υπάκουσα στο άκουσμα του Αλτ
περιμένοντας να εκπυρσοκροτήσει
η φοβέρα.

Τίποτα, σιγή απόλυτη
μα δεν ξεθάρρεψα,
τα ξέρω εγώ τα κόλπα ξέρω
ότι με σιγαστήρα σε καθαρίζει
το ανεξήγητο

κι άντε να το συλλάβεις.


***


ΠΡΕΠΕΙ

Τηρώ, Χρέος,
το κατά δύναμιν τις εντολές σου
τα δύσκολα Πρέπει σου.

Υπάκουες δείχνουν οι σκέψεις
αλλά όρκο δεν παίρνω
μια και έχουν την άνεση
να παραβαίνουν εν κρυπτώ.

Αλλά τις πράξεις μου
πώς να τις δαμάσω;
Βγαίνουν έξω κόσμο συναντούν
γείτονες πειρασμούς
να μην κοντοσταθούν;

Μα φταίνε κι οι εντολές σου
ούτε πλήρεις ούτε ξεκάθαρες είναι.

Για παράδειγμα:
Πρέπει να είναι πιστή η αγάπη;

Κι αν δεν είναι, εμείς τι πρέπει;
με σταυρωμένα τα χέρια
ν
' αγαπάμε;

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

  1. «Dούρι...»
Ὅταν ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου ἄρμεγε τὴ γίδα μας, τὴν ἀκουγα συχνὰ νὰ λέει μιὰ παραξενη λέξη, ἐπειδὴ τὸ ζωντανό, λόγω τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀνησυχίας ποὺ εἶχε, κουνιόταν κι ἔτσι μποροῦσε νὰ «μπατάρει» τὸ καζάνι ποὺ ἔπεφτε τὸ γάλα κατὰ τὸ ἄρμεγμα. Ἡ λέξη αὐτή, λοιπόν, ἦταν «dούρι».
Προφανῶς ἡ λ. αὐτὴ θὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ «ντοῦρος», ποὺ σημαίνει ἄκαμπτος.
Μὲ λατινικὲς ρίζες, λοιπόν, ἡ λ. duros=σκληρός, σὠθηκε καὶ τὸ Παλιὸ τὸ Κλμα παραλλαγμένη. Ἔτσι, ὅταν φώναζαν στὸ ζωντανό «dούρι», αὐτὸ σήμαινε πὼς ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ μὴ κινεῖται, νὰ στέκει ἀκίνητο, ὥστε νὰ συνεχιστεῖ ἡ διαδικασία τοῦ ἀρμέγματος.
    2. «Ἀρή, κρύουσι τ᾿ ἁπαλό μ»
Μιὰ συνηθισμένη φράση ποὺ λέγανε οἰ παλιὲς οἱ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες-πρέπεινὰ τὸ σημειώσουμε πὼς ἦταν πάντα μαντηλωμένες ἤ στὴν ἔσχατη περίπτωση «τζbιρουμένις», δηλ. φοροῦσαν τσεμπέρι - ἦταν καὶ ἡ  ξῆς: «Ἀρή, κρύουσι τ᾿ παλό μ».
Ἀλήθεια, ποιὸ ἦταν αὐτὸ τὸ παλό καὶ γιατὶ λέγανε αὐτὴ τὴ φράση;
Ὅπως ἀνάφερα, οἱ παλιὲς οἱ γυναῖκες ποτὲ δὲν ἦταν «ξεσκούφωτες», οὔτε «ξιτσοτράπουτις» (χωρὶς κάλτσες δηλαδή). Ἔτσι, σὲ κάποια περίπτωση ποὺ βγάζανε τὸ μαντίλι -κι αὐτὸ γινόταν κυρίως τὸ καλοκαίρι, ὅταν δρωναν καὶ τὸ ἔβγαζαν γιὰ λίγο γιὰ νὰ πάρουν ἀέρα - συνήθιζαν νὰ λένε αὐτὴ τὴ φραση, ἐννοώντας ὅτι κρύωσε ἡ κορυφὴ τοῦ κεφαλιοῦ τους...
    3.«Ἀρή, ἀκοίτα, παραdαριὰ γίν’κει τοὺ πουδάρι μ’»
Ἄλλη μιὰ περίεργη φράση τῶν παλιῶν Κληματιανῶν ἦταν καὶ ἡ ἑξῆς: «Ἀρή, ἀκοίτα, παραdαριὰ γίνκι τοὺ πουδάρι μ’».
Πράγματι, ὅταν κουραζονταν πολὺ ἀπὸ τὶς δουλιὲς –τὶς ἀγροτικὲς καὶ τοῦ σπιτιοῦ-ἑπόμενο ἦταν τὰ ποδια νὰ πονοῦν, κάποτε νὰ πρήζονται κιόλας. Ἔτσι, ἔμοιαζαν μὲ τὸ χοντρὸ ξύλο τῆς παρταριᾶς, τὸ ὁποῖο τοποθετοῦσαν ὅταν ἔφτιαχναν τὴ σκεπὴ (τὴν κουκούλα) τοῦ σπιτιοῦ. Γι᾿ αὐτὸ παρομοίαζαν, λοιπόν, οἱ παλιὲς Κληματιανὲς τὸ πρησμένο καὶ κουρασμένο τους πόδι, ὡς «παραdαριά»...

π. κ. ν. κ

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΔΥΟ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΚΑΒΑΦΙΚΟΝ

Ντροπή σου μνήμη
να μην μπορείς
ν’ ανασυστήσεις
την εμπειρία ζωντανή
σαν τη θυμάσαι.

6.5.17

*   *   *

ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΟ

Για μπάνιο στο Παράλιο με τα παιδιά μικρά
Πού να ’ναι οι φίλοι;
Λες και δεν θα μεγαλώναμε ποτέ
Πού να ‘ναι οι φίλοι;
Ή στη χειρότερη πως θα γερνούσαμε μαζί
Πού να ‘ναι οι φίλοι;
Νυχτώνει κι απομακρύνεται το Παράλιο
Πού να ‘ναι οι φίλοι;
Όμως, έρχεται πάλι καλοκαίρι στο Παράλιο
Και θα μπορέσουνε να δοκιμάσουν από την αρχή
Καινούργιοι φίλοι.

6.5.17


[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΤΟ “ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ” ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ

Μέρες κατανυκτικὲς καὶ εὐφρόσυνες οἱ μέρες τῆς Μεγαλοβδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα ποὺ περάσαμε. Μέρες, ποὺ φτερώνουν τὴν ψυχὴ καὶ τῆς χαρίζουν τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογία τῶν Ἁγίων. Γιατὶ φανερώνουν, μὲ ἀφειδώλευτη πάντα ἀγάπη καὶ συνδρομή, τὴν σωτηριολογική τους διάσταση καὶ προοπτική, ὥστε νὰ μπορεῖ ὁ κάθε πιστὸς νὰ βιώνει τὰ θεῖα Γεγονότα καὶ συνάμα νὰ καταρτἰζει τὸν ἑαυτό του, ὥστε νὰ ἀναπαύεται ἠ ψυχή του, τὸ εἶναι του ὁλόκληρο. 
Ἀπὸ τὰ βιβλία ἐκεῖνα ποὺ στερέωσαν μέσα μαςτὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ τὴ γμήσια,εὐκατάνυκτη Λειτουργική μας Παράδοση καὶ ζωὴ εἶναι καὶ τὸ βιβλίο τοῦ γνωστοῦ σὲ ὅλους μας κορυφαίου λογοτέχνη Π. Β. Πάσχου, «Ἔρως Ὀρθοδοξίας».
Ἄν καὶ τὸ ἐν λόγω πόνημα ἔχει τελευταία ἐπανεκδοθεῖ τὸ 2006 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς «Ἀποστολικῆς Διακονίας», ἐμένα θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ σταθῶ σ᾿ ἐκείνη τὴν πρώτη ἔκδοση τοῦ1964. Ἔκδοση ποὺ μᾶς πρόσφερε ὁ ἀλήστου μνήμης φιλόκαλος καὶ φιλορθόδοξος ἐκδοτικὸς Οἶκος τοῦ «Ἀστέρος», τῶν ἀδελφῶν Παπαδημητρίου. Ἐκεῖ ποὺ μαθήτευσε ὁ Π. Β. Π. καὶ συνάμα ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου, ὁ Βασιλης Μουστάκης, ὁ Κωστὴς Μπαστιᾶς, ὁ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος κ. ἄ. Κι ἀγαπῶ αὐτὴ τὴν ἔκδοση, γιατὶ μοιάζει σάν παλαίτυπο πιά, ἀλλὰ καὶ ἔχει κλείσει μέσα του τὶς πρῶτες συγκινήσεις ἑνὸς ἐφήβου, ποὺ μαθήτευε στὸν εὐγενῆ καὶ τόσο ἱεροπρεπῆ λόγο τοῦ Π. Β. Π.
Γιατὶ οἱ σελίδες ἐκεῖνες εὐωδίαζαν καὶ συνεχίζουν νὰ εὐωδιάζουν μοσχολίβανο καὶ μελισσοκέρι, ἐπειδὴ εἶναι γραμμένες μὲ εὐλάβεια, ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Κι αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἐγώ, ἀλλὰ μᾶς τὸ ἐξομολογεῖται ὁ ἴδιος ὁ Π. Β. Π. στὸν προοίμιο, ὅπου μεταξὺ τῶν λλων ὑπογραμμίζει καὶ τὰ ἑξῆς:
«Ὅλα τα κείμενα, πού περιέχονται σ' αὐτό τόν τόμο εἶναι καρπός ἀναστροφῆς μέ τούς ἁγίους Πατέρας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό ἀκριβῶς γίνεται καί τόσο συχνά -ἀδικαιολόγητη ἴσως γιά μερικούς συγχρόνους- ἀναφορά στά ἔργα τους, πού εἶναι ἄστρο πολικό γιά τή Θεολογία μας. Στή Νέα Βαβυλώνα τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν τά πάντα σχεδόν σέ κάνουνε ν' ἀσφυκτιᾶς, ν' ἀηδιάζεις καί νά ὑποφέρεις, ὁ ὑπογραφόμενος εὕρισκε μιά ζεστή κι ὡραία συντροφιά, σκύβοντας στίς σελίδες τῆς φιλολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἡ ἀδιαφορία μας μέ τόσ' ἀγκάθια τούς ἔχει περιορίσει στό λειμώνα τους. Ἐκεῖνοι τοῦ ἔδιναν τίς ἐμπνεύσεις καί τίς κύριες γραμμές τῶν θεμάτων του, ὅταν, ἀτελείωτες νύχτες, προσπαθοῦσε νά προσεγγίσει τό μυστικό κόσμο τους, μέσ' ἄπ' τό ἔργο τους.» (Προοίμιον [1964], σελ. 8-9)
Ἔχοντας κύριο κορμό του, λοιπόν, τὸ ἐν λόγῳ βιβλιο τὴν Ὀρθόδοξο Πατερικὴ διδαχὴ καὶ πάραδοση, εἰσοδεύει τὸν ἀναγνώστη στὸν πάτερπνο κόσμο τῆς «φίλης Ὀρθοδοξίας» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος), ὥστε νὰ κατανυγεῖ καὶ νὰ ἀναπαυτεῖ ἡ κουρασμένη κι ἀγανακτισμένη ἀπὸ τὴν καθημερινότητα ψυχή του.
Ἄν καὶ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ βιβλίου ἔχουν τὸ κάλλος καὶ τὴν πνευματική τους δρόσο, προσωπικὰ θεωρῶ ὡς κορωνίδα κι ὡς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ πονήματος αὐτοῦ τοῦ Π. Β. Π. τὴν ἑνότητα ποὺ ἐπιγράφεται, Εἰσαγωγὴ στὸ Τριώδιο (σελ. 93-196). Παραθέτω δὲ τοὺς τίτλους τῶν κειμένων αὐτῶν.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

α'. Κατανυκτικά
1. Μικρό προοίμιο 
2. Προοίμια Μέγ. Τεσσαρακοστής 
3. Ἡ "Πατρική δωρεά" καί ὁ Ἄσωτος - του Ἄσωτου
4. "Οἶμοι, μέλαινα ψυχή!..." - τῶν Ἀπόκρεω
5. "Ἔφθασε καιρός" - τῆς Τυρινῆς
6. Ἡ χαρά καί τά δάκρυα (α΄ Ὁ Μέγας Κανών, β' Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, γ' Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγύπτια)
7. Ἔνδοξα προεόρτια - Λαζάρου-Βαΐων
8. Ἔρως τῆς ἁμαρτίας - ὁσία Κασσιανῆ ἡ ποιήτρια
9. Τῆς προδοσίας τό φίλημα - ἡ μορφή τοῦ Ἰούδα
β'. Ὁ Σταυρός καί ὁ ἄνθρωπος
10. Ἡ "θύρα τοῦ Παραδείσου"
11. Τό ζωοποιόν Ξύλον 
12. Πορεία κάτω ἀπό τό Σταυρό 
13. Ἡ χαρμολύπη τοῦ Σταυρού 
14. Εἰσαγωγικά στή Μεγ. Ἐβδομάδα 
15. Τό ὑπερευλογημένον Σάββατον 
γ'. Τό "Τριώδιον τῶν ρόδων"
16. "Εὐφροσύνη αἰώνιος" - ἀναστάσιμο 


Νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβει ὁ ἀναγνώστης τὸ ἑξῆς: Ὅτι δηλαδή, βρισκόμαστε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 . Μὲ λίγα λόγια εἴμαστε στὴν ἐποχὴ τῆς ἀναζήτησης τοῦ αὐθεντικοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους, ποὺ τὸ εἶχε σκεπασει ἡ στάχτη τοῦ δυτικότροπου εὐσεβισμοῦ. Ἔτσι, μὲσα σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση, ἡ ὁποία ξεκινᾶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ Παπαδιαμαντη, τὴν παρουσία τοῦ περ. «ΚΙΒΩΤΟΣ», τὰ γραφτὰ τοῦ Κόντογλου, τοῦ Μπαστιᾶ, τοῦ ἀείμνηστου Γ. Θεοκλήτου Διονυσιάτου κ. ἄ, συνεχίζεται μὲ τὶς θεοδίδακτες ἐκπομπὲς τῆς τότε Ε. Ι. Ρ ( Ἐθν. Ἵδρ. Ραδιοφωνίας) μὲ θέμα «Τὸ Ὀρθόδοξο Χρονικὸ τῆς Ἑβδομαδος» (συντάκτης καὶ ἐκφωνητὴς τῶν κειμένων ὁ Π. Β. Π.), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ βιβλίο «Ἔρως Ὀρθοδοξίας». Βιβλίο ποὺ ἄνοιξε τὶς θύρες πολλῶν ψυχῶν πρὸς τὸν οὐρανό.
Δὲν τὸ κρύβω πὼς κάθε χρόνο τὶς μέρες τὶς εὐλογημένες τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου μὲ συντροφεύουν αὐτὰ τὰ εὐλογημένα γραφτά, γιατὶ εἶναι διατυπωμένα μὲ ἁπλότητα, εὐλάβεια καὶ ταπείνωση. Μάλιστα κάθε χρόνο τὴ Μ. Τριτη τὸ βραδυ, ἀφοῦ ψαλεῖ τὸ περίφημο τροπαριο τῆς Κασσιανῆς, «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις..» μὲ ἀναπαύει πολὺ νὰ διαβασω στὸ ἐκκλησίασμα τὴν ὑπέροχη (γιατὶ τὴ λέει «πρόχειρη» ὁ Π. Β. Π. βλ. σελ. 139 δὲ γνωρίζω) μετάφραση τοῦ τροπαρίου, ποὺ πραγματικὰ μᾶς συγκινεῖ ὅλους. Τὴν παραθέτω στὴ συνεχεια πρὸς πνευματικὴ τέρψη τῶν ἀναγνωστῶν.
«Κύριε, ἡ γυναῖκα ποὺ ξεστράτισε ἀπὸ τὸ δρομο σου κ’ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες, μόλις καταλαβε πὼς βρίσκεται κοντά της ἡ πραγματικὴ ἀγάπη, ὁ Κύριος τῶν πάντων, ὁ Θεός, τὰ πούλησε λα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει πολύτιμα μύρα, καὶ σὰν ἄλλη μυροφόρα, ἔρχεται μὲ σεναγμοὺς καὶ δάκρυα, καὶ σοῦ φέρνει λίγο πρὶν τὸν ἐνταφιασμό σου, τὰ μύρα τῆς ἀγαπης της. Ἀλλοίμονό μου, στενάζει ἡ μαρτωλή, ποὺ ἔχω μέσα μου νύχτα ὁλοσκότεινη· καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀναδεύει στὸ πηχτὸ σκοτάδι μου, εἶναι ὁ οἶστρος τῆς ἀκολασίας καὶ ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας ὁ παντοτινός, ποὺ κάνουν τὴ ζωή μου σὰν μιὰ ζοφερὴ νύχτα, δίχως φεγγάρι. Ἀλλὰ ἐσὺ, Κύριέ μου, δέξου τὰ δάκρυα ποὺ τρέχουνε βρύσες ἀπ᾿ τὰ μάτια μου, Ἐσύ, ποὺ κάνεις τὸ θαλασσινὸ νερὸ νὰ γίνεται σύννεφο, κι ὕστερα πάλι ἁπαλὰ στὴ γῆ νὰ πέφτει. Σκύψε καὶ ἄκουσε τοὺς βαρυοστεναγμοὺς τὴς πονεμένης μου καρδιᾶς, Ἐσὺ ποὺ ἐχαμήλωσες τοὺς οὐρανούς, μὲ τὴν ἀνέκφραστή Σου ἐνανθρώπηση. Ἄφησέ με νὰ καταφιλήσω καὶ νὰ λούσω μὲ τὰ δάκρυά μου τὰ πόδια Σου, κ᾿ ὕστερα νὰ τὰ σφουγγίσω μὲ τὰ μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου·νὰ καταφιλήσω αὐτὰ τὰ πόδια, ποὺ ὅταν, ἕνα δειλινό, ἡ Εὔα ἄκουσε τὰ βήματά τους στὸν Παράδεισο, ἔτρεξε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸ φόβο της. Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλή, Κύριε. Μά, ὅπως δὲν μπορεῖ κανένας νὰ μετρήσει καὶ τὶς ἀβύσσους τῆς δικαιοκρισίας καὶ τῆς ἀγάπης Σου, μὲ τὶς ὁποῖες σώζεις τὶς ψυχές μας, Σωτήρα μου καὶ Θεέ μου. Μὴν παραβλέψεις καὶ περιφρονήσεις τώρα πιὰ τὴ δούλη σου, ποὺ μετανόησε καὶ σὲ παρακαλεῖ νὰ τὴ σπλαχνιστεῖς, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἀμέτρητη καὶ ἡ ἄπειρη εὐσπλαχνία». (σελ. 140)
Κλείνοντας αὐτὸ τὸ γραφτὸ δὲν μοῦ φαίνεται καλὸ νὰ μὴ θυμίσω στὸν ἀναγνώστη μου τὸ ποῦ ἀφιερώνει ὁ Π. Β. Π. τὸ βιβλίο του. Ἀντιγράφω, λοιπόν, τὴν τόσο σεμνὴ καὶ φιλάγια ἀφιέρωση, ποὺ τὴ θεωρῶ ὡς ἔνα ἐπιπρόσθετο στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο καὶ πιστοποιεῖ τὴν εὐλαβεια καὶ ἐμμονὴ τοῦ συγγραφέα στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ διδαχή.

Εὐγνώμονι καρδίᾳ καὶ ψυχῇ , τῶ μεγίστῳ
πατρὶ καὶ διδασκάλῳ τῶν πιστῶν Νικοδήμῳ
κλεινῷ ἐκ Νάξου καλουμένῳ δ’ Ἁγιορείτῃ
πανεκθύμως προσάγετ’ «Ἔρως Ὀρθοδοξίας»·
σὺν τοὐτῳ δὲ καὶ πᾶσιν ἀδελφοῖς ὀρθοδόξοις
τοῖς ἔρωτι καὶ πόθῳ μετὰ λόγου βιοῦσιν
ὡς κεῖνος, κατακόρως πρᾶξιν καὶ θεωρίαν
σεπτῆς Μητρὸς λυτρούσης κόσμον, Ὀρθοδοξίας.
π. β. π.» ( σελ. 4)

Τέλος, παρουσιαζω καὶ τὸ ὑπέροχο ἐκδοτικὸ σημείωμα τοῦ ὀπισθοφύλλου-ξένο ἐντελῶς γιὰ τὶς μέρες μας- ἔτσι γιὰ τὴν ἱστορία...

Ο
ΕΡΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ ΕΣΤΟΙΧΕΙ
ΟΘΕΤΗΘΗ, ΤΥΠΩΘΗ Κ᾿ ΕΒΙ
ΒΛΙΟΘΕΤΗΘΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΑΝ
ΒΑΒΥΛΩΝΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΝ ΤΟΥ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ «ΑΣΤΗΡ»
ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗ
ΤΡΙΟΥ, ΑΛΙΤΣΗΣ 4 ΚΑΤΑ ΜΑΡ
ΤΙΟΝ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ
1964. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗ
ΣΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝ. Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗ
ΤΡΙΟΥ, «ΤΑΧΑ ΕΚΔΟΤΟΥ».
Ἡ ὑπογράμμιση δική μου.

π. κ. ν. καλλιανός, σκόπελος Μ. Τρίτη -Τῶν Μυροφόρων 2017

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Γιώργος Κεντρωτής: Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ ΠΕΤΡΑΡΧΗ (σονέτο)

Στον γιό μου Δημήτρη

Νερά καθαροφλοίσβιστα, γλυκύτατα και κρύα…
Ο δεκαπεντασύλλαβος θα μοιραστεί στα δύο
(εγώ ’μαι ο βασιλιάς εδώ, δικό μου είν’ το μαντείο)
και μέλιτος ποιητικού θα πληρωθεί η υδρία.

Ελληνική να γίνει ωδή, ενός μονάχα χρεία
παρίσταται: στα μέτρα της ν’ ακούγεται ένα ωδείο
να ορχείται – νά ’χει φρένα εκστατικά και νά ’ν’ αγγείο
με φίλτρα λυρικά που εξημερώνουν φύση αγρία.

Αυτό είναι, ναι, η μετάφραση: εξημέρωση αγρίων στίχων!
Να γαληνέψω μού ’πεσε εγώ τον πόνο του Πετράρχη,
του ποιητή των ποιητών. Μα και για μένα υπάρχει

το κίνητρο στη μεταγλώττιση να μπώ των ήχων:
δροσόχορτα, δροσάνθη ερωτικά μού λένε «Γι’ άκουε,
Διονύσιε, πώς μιλάνε chiare, fresche e dolci acque

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ

«Τοὺ Μαϊάτ’κου τοὺ κουφνά’κ μὶ τοὺ γάλα, τὰ καψμάδια κι τοὺ Μάη...»

Χαιρετισμὸς ἑόρτιος καὶ πάλι στούς Παναγιώτη, Γιάννη, Ἀντώνη καὶ Στάθη 




Ἔχουν περάσει πιὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια ποὺ ἡ ἁπλότητα, ἡ νοικοκυρωσύνη καὶ ἡ «πτηδιοσύνη» μετροῦσαν ς τεκμήρια ἑνὸς ἰδιώνυμου πολιτισμοῦ, ξεχασμένου σήμερα. Γιατὶ ἦρθε καιρὸς ποὺ ὅλα, ἤ σχεδὸν ὅλα ὅσα ζήσαμε οἱ παλιότεροι ὡς ἀξίες καὶ κανόνες εὐπρεποῦς συμπεριφορᾶς ἀμφισβητοῦνται πιά, καταργοῦνται μὲ τὸ χρόνο καὶ ἐμπαίζονται. Ἔτσι οἱ γιορτάδες οἱ παραδοσιακὲς παραμέρισαν, γιὰ νὰ καταλάβουν τὶς θέσεις τους ἄλλες «γιορτές», ποὺ καμμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὴν Ἑλληνορθοδοξία: Τὸν βασικὸ αὐτὸν πυλώνα ἐξακτινώσεως ἑνὸς μεγαλου ἀριθμοῦ πολιτισμικῶν μας ἐκφάνσεων (π.χ. πανηγύρεων, ἀγροτοναυτικῶν δραστηριοτήτων, ἐκδηλώσεων ἐθιμικῆς συμπεριφορᾶς, κ. ἄ). Γι᾿ αὐτὸ σήμερα εὔκολα ἀπεκδύεται ὁ χιτώνας τῆς Ἑλληνορθοδόξου ταυτότητος, ὥστε νὰ θεωρηθεῖ ἡ κάθε ἐκδήλωση ἁπλῶς «folklor” ἤ, ἔστω μιὰ ἀκόμα εὐκαιρία νὰ ψυχαγωγηθοῦμε (μὲ τὴν τρέχουσα σημασία της γράφεται ἡ λ. κι ὄχι μὲ τὴν ἀρχική, τὴν οὐσιαστικὴ).
Πρωτομαγιὰ αὔριο, λοιπόν. Μὲ ὅλη της τὴν ἐθιμικὴ μορφιὰ στολισμένη καὶ φυσικὰ μὲ τὴν ἀνάλογη εἰδική της βαρύτητα, ποὺ τῆς προσδίδει μιὰν ἱεροπρέπεια, καθὼς τὰ πάντα πρέπει νὰ γίνουν καὶ νὰ τελεστοῦν σύμφωνα μὲ τοὺς ἀπαράβατους κανόνες. Κανόνες ποὺ συντηροῦν ἕνα τελετουργικό, ἀλλὰ καὶ καθησυχάζουν τὶς συνειδήσεις τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἔπραξαν τὸ καθῆκον τους. Κι εἶναι, ὄντως, μεγαλη ἡ συγκίνηση ποὺ πλημμυρίζει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι, καθὼς ἀναλογίζεται κάποιος ὅλους ἐκείνους τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, ποὺ ἤξεραν πολὺ καλὰ νὰ τιμοῦν καὶ νὰ χαίρονται τὴ μέρα αὐτή, ὅπως ἤξεραν νὰ τιμοῦν καὶ νὰ χαίρονται τὶς μεγαλες γιορτάδες.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ φαίνεται σήμερα παράξενο στὴ νέα γενιὰ τὸ νὰ θυμίσεις ὅτι π.χ. τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτομαγιᾶς ἦταν ἀπαραίτητο ἡ νύφη νὰ πάει στὴν πεθερά της τὸ «Μάη», δηλαδή, ἐκεῖνο τὸ κοφινάκι μὲ λεπτοδουλειὰ καμωμένο (τέτοια ἔφτιαχνε τοῦ «Κώστα» ὁ μπάρμπα Γιάννης ὁ Καραστάθης), στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε καράφα μὲ τὸ φρεσκο γιδινό γάλα, τὰ «κσψ’μάδια» ἠ τὰ «κ’λούρια» κι ὁ μάης, δηλαδή, ἕνα στεφάνι φτιαγμένο μὲ μεγάλες μαργαρίτες, μαγιάτικα τριαντάφυλλα καὶ ἄλλα λουλούδια.
Σὲ ρα δειλινοῦ ξεκινοῦσαν μὲ τὸ κοφινάκι σκεπασμένο πάντα μὲ τὸ φρεσκοσιδερωμένο πετσετάκι, ἐνῶ ἀπὸ μέσα, ἀπὸ τὰ παράθυρα οἱ γειτόνισσες παρακολουθοῦσαν λέγοντας, ἀκόμα καὶ στὸν ἑαυτό τους.
-Ἀρή, τοὺ Μάη πάει ζ’ biθιρά τς᾿!!!
Γιὰ νὰ μὴ λησμονηθεῖ, θυμίζω ἐδῶ, πὼς στὰ χρόνια τοῦ τέλους τοῦ 1950 καὶ μετά, τὰ παξιμάδια, ἐκεῖνα τὰ θαυμάσια καὶ μὲ τέχνη καμωμένα γλυκίσματα, τὰ προμηθεύονταν ἀπὸ τὴ Γλώσσα, ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο μπάρμπα-Τρύφωνα καὶ τὴ θειὰ Χρυσάνθη, ποὺ ἦταν κορυφαῖοι στὴ δουλειά τους τότε...
Τὴν ἄλλη μέρα τώρα, τὴν Πρωτομαγιά. Τὸ πανάρχαιο τελετουργικὸ ἤθελε νὰ σηκωθεῖ πρωῒ ὁ νοικοκύρης, πρὶν γκαρίξει ὁ γάϊδαρος, καὶ νὰ «ξορκίσει» ὅλα τὰ κακά. Μαμούδια, ἀγουστέρες, φίδια, ποντίκια κ. λ. π.
Ὕστερα δένανε τὸ μάη, γιὰ τὸ καλὸ στὴν ἐξώπορτα -ἐκτὸς ἄν τὸν εἶχε φέρει ἡ νύφη- κι ἀμέσως ἄρχιζε ἡ ἑτοιμασία γιὰ γιορτάσουν τὴ μέρα αὐτή.
Ὅπως εἶχα γράψει παλιότερα, ἀμίμητες καὶ ἀλησμόνητες θὰ μείνουν οἱ πρωτομαγιὲς στὴν Ἁρμενόπετρα, ποὺ εὐωδίαζε ἄνοιξη καὶ φρεσκοπλυμένο φύκι.
Μέσα στὸ ἐαρινὸ τὸ μεσημέρι ἄκουγες βελάσματα κατσικιῶν καὶ τραγούδια... Κι ἄν αὔρα τῆς θάλασσας, γύρω στὸ ἀπόγευμα, δυνάμωνε κάπως ἀνέβαζε ἐκεῖνες τὶς εὐωδιές, τὶς ἀλησμόνητες, ἀπὸ ἅλμη, μαντζουράνας καὶ τριαντάφυλλου, ἀλλὰ καὶ εὐώδους παλιοῦ κληματιανοῦ κρασιοῦ πνιγμένου στὶς ἔσχατες καπνιὲς ἀπὸ τὰ ψητὰ παΐδια...

π. κ. ν. κ. Παραμονὴ Πρωτομαγιᾶς 2017   

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΚΛΗΜΑΤΙΑΝΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Ἐπειδὴ καταλαβαίνω πὼς κάποιες φράσεις ἤ λέξεις τῶν παλιῶν Κληματιανῶν μέρα μὲ τὴ μέρα χάνονται, ἀφοῦ ἐκεῖνοι ποὺ τὶς χρησιμοποιοῦσαν καὶ γνώριζαν πολὺ καλὰ τὴ σημασία τους ἀναχώρησαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, θεώρησα, λοιπον, σωστὸ νὰ τὶς παρουσιάσω -ἔστω καὶ τμηματικά- ἔτσι, γιὰ νὰ σωθοῦν μονάχα... Γιατὶ σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ νοιώθω καὶ ὡς χρέος μου, ἱερὸ μάλιστα... Θὰ μποροῦσα δὲ νὰ πῶ ὅτι, τὸ παρόν, ὅπως κι ἄλλα παρόμοια γραπτά μου πάνω στὸ ἴδιο θέμα, στὴν παλιὰ Κληματιανὴ διάλεκτο, συμπληρώνουν τὸ γλωσσάριο πού παρουσιάστηκε στὸ βιβλίο μου, «Σεργιάνι σὲ ξεχασμένα μονοπάτια. Γύρω ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ λαογραφία τοῦ χωριοῦ Κλμα τῆς Σκοπέλου», Κλμα 2000.
1. «Οὑ Δμάκ’ς τ’ Λαλοῦ»
Συνήθιζε ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου νὰ ἀποκαλεῖ ἐκεῖνον ποὺ ἤθελε νὰ «χωρατέψει», δηλαδή νὰ τὸν ἀστειευτεῖ, μὲ τὸ παράξενο (σήμερα) ὄνομα «Δμάκ’τ᾿ Λαλοῦ».
Ἀπὸ πρώτης ὄψεως τὰ ὀνόματα, Δμάκ᾿ ς καὶ Λαλοῦ ἔχουν τὸ ἐνδιαφέρον τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱστορία τους, ἡ ὁποία, ὡστόσο, μέχρι σήμερα παραμένει ἀνεκμετάλλευτη. Γιατὶ δὲ γνωρίζω ἄν κάποιοι ἀσχολήθηκαν μὲ αὐτὰ τὰ ὀνόματα -ἰδίως μὲ τὸ πρῶτο. Τὸ Δ’μάκ’ς , δηλαδή Δημάκης.
Ὡστόσο, τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ πῶς στὸ παλιὸ Κληματιανὸ λεξιλόγιο διατηρήθηκε τὸ ὄνομα Δημακης;
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς στὴ γειτονικὴ Γλώσσα, τὸν πυρήνα τῆς συστάσεως τοῦ χωριοῦ Κλμα τὸν 18ο αἰ., τὸ ὄνομα Δημάκης δὲν εἶναι ἄγνωστο. Τὸ συναντοῦμε στὰ 1770 στὸ Ἀφιερωτικὸ Γράμμα τῶν κτιτόρων τοῦ Μονυδρίου τῶν Ταξιαρχῶν, στὴ Γλώσσα, πρὸς τὴν Ἀθωνική Μονὴ τοῦ Ξηροποτάμου.
Ἀλλὰ καὶ στὴ Χώρα τῆς Σκοπέλου βρίσκουμε τὸ ὄνομα αὐτό, καθὼς ὁ τελευταῖος ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Προδρόμου, «τῆς κατὰ τὴν θέσιν τοῦ Δοκίμου κειμένην», Κύριλλος ἱερομόναχος ἔφερε τὸ πατρωνύμιο «τοῦ Δημάκη».
Ἑπομένως τὸ ὄνομα αὐτὸ δὲν ἦταν ἄγνωστο στὸ νησί.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸ «Λαλοῦ» -στὸ Κλήμα ὑπάρχει μέχρι σήμερα τὸ τοπωνύμιο < Σ᾿ Λαλοῦ»- αὐτὸ παράγεται ἀπὸ τὸ ὄνομα «Λαλιοῦ», τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ χαϊδευτικὸ τοῦ γυναικείου ὀνόματος Εὐλαλία. Εὐλαλία< Λαλάκι< Λαλιῶ< Λαλιοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ι, «Λαλοῦ».
Ἄρα ὁ Δημάκης πρέπει νὰ ἦταν γιὸς ἤ ἄντρας τῆς Λαλιῶς, ἐπειδὴ στὸ Κλήμα εἶναι σύνηθες τὰ ὀνόματα τῶν ἀντρῶν νὰ συνοδεύονται ἀπὸ μητρωνύμια. Π.χ. Οὑ Γιάνν᾿ ς τς᾿ Ρουδοῦς, οὑ Μανώλ’ς τς᾿ Παταζίνας κ.λ.π.
2. Ἀ ρή, νὰ κι τοὺ λαδακουνου!!!
2α. Ἀρή, ἀκοίτα τοὺ ξ’λουδόκανου!!»
Μιὰ ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀκούγονταν μὲ σκωπτικὸ τρόπο ἀπὸ τὶς παλιὲς Κληματιανὲς ἦταν καὶ ἡ λ. «Λαδάκουνου». Δηλαδή, ἄν κάποια γυναίκα ἤθελε νὰ εἰρωνευτεῖ μιὰν ἄλλη, μεταξὺ τῶν ἄλλων λεκτικῶν κοσμημάτων ποὺ τὴ στόλιζε ἦταν κι αὐτή. «Ἀρή, τ᾿ ἄκσεις τοὺ λαδακουνου»; [Ἀρή, τὸ ἄκουσες τὸ λαδάκονο;].
Ὅμως τὶ ἀκριβῶς ἦταν τὸ λαδάκονο;
Ἡ λ. εἶναι σύνθετη: λάδι+ἀκόνι. Καὶ ἀκόνι ἦταν ἡ λεία πέτρα πάνω στὴν ὁποία τροχοῦσαν τὰ μαχαίρια καὶ τσεκούρια γιὰνὰ εἶναι κοφτερά. Τὸ λάδι δὲ τὸ ρίχνανε ὥστε νὰ γλιστράει πάνω στὸ ἀκόνι ὁ ἐργαλεῖο.
Ὅπως, λοιπόν, τροχίζεται τὸ ἐγαλεῖο, ἔτσι καὶ ἡ γλώσσα κάποιων γυναικῶν ἀκονίζεται μὲ ὑπερβολικὸ τρόπο καὶ ρυθμό, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν «ἀνακατοσοῦρα καὶ τὸ ξεδιάλεμα». Ἐξ οὗ, λοιπόν, καὶ ἡ παροιμιώδης φράση, «Ἀρή, τοὺ λαδάκουνου».
Σχεδὸν παρόμοια ἦταν κι ἡ λ. «ξ’λουδόκανου» (δόκανο ἀπὸ ξύλο), ποὺ τὴ λέγανε γιὰ νὰ εἰρωνευτοῦν, κυρίως, τὶς ξερακιανὲς τὶς γυναῖκες.
3. «Ἄχ, πίσου εἶν᾿ τὰ κουφτιρά μ’...»
Ἡ φράση αὐτὴ συνηθιζόταν νὰ λέγεται, σὲ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ἤθελαν νὰ τονίσουν τὰ βάσανα ποὺ τοὺς περιμένουν.
Κοφτερά, δηλαδή, οἱ μαχαιριές.
Ἐπίσης, ὅταν ἤθελαν νὰ συμμεριστοῦν κάποιον ποὺ εἶχε πολλὲς στενοχώριες τοῦ λέγανε, «Ἀχ, ἀγάπη μ’, τοὺ βλέπου, ὅτι πίσου εἶνι τὰ κουφτιρά σ’» .
4. «Φύτσα κι ἔφτασις...»
Ἡ φράση αὐτὴ λεγόταν ὡς ἕνα εἶδος ἀπειλῆς, κυρίως στὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα τὰ ἔστελναν νὰ κάμουν κάποιο «χοσμέτι», μιὰ δουλειά. Γιὰ νὰ μὴν ἀργήσουν, λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ τἄστελναν, τὰ συμβούλευαν μὲ αὐστηρὸ τρόπο: «Μὴ τριμουκουτήξεις κι ἀργήσεις, ἀρέ; Ἀκοίτα, φύτσα κι ἔφτασις». Δηλ. «Μὴ θελήσεις ν᾿ ἀργήσεις ἐκεὶ ποὺ σὲ στελνω, γιατὶ θὰ τιμωρηθεῖς. Θὰ πᾶς καὶ θὰ γυρίσεις γρήγορα. Κοίτα, φτύνω, καὶ μέχρι νὰ πέσει τὸ σάλιο μου κάτω, νὰ ξέρεις, πρέπει νὰ ἐπιστρέψεις».
π. κ. ν. κ.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email