© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

π. Κων. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Στὴν ἀξ. κ. Μαρία Κοτοπούλη, θερινὸς χαιρετισμός τιμῆς καὶ ἀγάπης 

Ψιχαλίζει στὴν ψυχὴ δροσιὰ κατανύξεως καὶ νοσταλγίας καὶ τοῦτο τὸ καλοκαίρι. Ὅσο κι ἄν μακραίνουν οἱ μνῆμες, τὰ χρόνια καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἰδίως, οἱ ἄνθρωποι, τὰ πρόσωπα δηλαδή, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα ποὺ ἀπόμειναν κρυσταλλωμένες Μορφές, ὅπως οἱ ἁγιογραφίες, νὰ μᾶς παρατηροῦν ἀπό τὸ βάθος τοῦ Χρόνου μὲ τὸ ἴδιο μεράκι καὶ τὴν ἀδιάπτωτη τρυφερότητα ποὺ σπανίζει στὶς μέρες μας.
Κάπου μέσα στὸ Αἰγαῖο νοσταλγικὰ ταξιδεύει, σὲ ἀπόβραδη ἤ νυχτερινὴ ὥρα, ψυχή μας, στολισμένη ἀπὸ ἕναν καθαρὰ ἔναστρο οὐρανό, ποὺ κάποτε τὸν συντρόφευε καὶ τὸ περίεργα ἔντονο, χρυσόγκριζο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἥσυχες ρες τότε, στὴν πεζούλα τοῦ φούρνου καὶ στὰ «Κάγκελα». Ἀγνάντεμα νυχτερινό, πρὸς τὸ πέλαγο ποὺ ἁπλώνονταν ἀπέναντι κεντημένο μὲ μικρά-μικρὰ φωτάκια, ἀπὸ κεριὰ λὲς ἀναμμένα σὲ λιτανεία μυστική, τὰ φῶτα ἀπὸ τὶς λάμπες τῶν γρὶ γρί... Κι ἀπὸ τὸ βάθος, κατὰ τὴν Εὔβοια καὶ τὴ Σκιάθο, μιὰ λάμψη ἀνέβαινε πρὸς τ᾿ ἀστέρια.
Ναί, τότε δὲν εἴχαμε στὸ χωριό μας ἠλεκτρικό κι ὅλα ἦταν γνήσια καὶ φροντισμένα ἀπὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἀνασασμοὶ εὐωδιαστοὶ κύκλωναν τὸ νυχτερινό μας ρεμβασμό, ποὺ δώριζε στὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴ μοναδικὴ γαλήνη, τὴ ψυχοθεραπευτικὴ καὶ εὐλογημένη πλούσια. Γιατὶ μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς ἔναστρης θερινῆς νύχτας, μὲ τὸ λαμπυρισμένο ἀπέναντι πέλαγος νὰ στέλνει τὴν ἁπαλή του δροσιά, τὸ εἶναι ὁλάκερο ἀναβαπτιζόταν μέσα στὴν ἱερὴ Σιωπή. Σιωπὴ θεραπευτική, σιωπὴ κοσμημένη μὲ πλῆθος στολιδιῶν, δώρων τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ ταμίευαν οἱ ἁπλὲς ψυχές τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, ὡς γιατρικὰ πολύτιμα γιὰ τὶς μέρες ποὺ θύμωνε καιρός, ἀναμαλλιάζονταν τὸ πέλαγος, κλείδωναν ρμητικὰ τὰ πορτοπαράθυρα ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀνεμόβροχου.
Ἦταν τότε ποὺ οἱ χειμῶνες ἀπειλοῦσαν καὶ τυράννιζαν τοὺς ἁπλοὺς ἐκείνους χωρικούς. Ποὺ ὑπέμεναν νὰ περάσουν οἱ χιονιάδες, οἱ ἐγκλεισμοί, οἱ ζημιὲς σὲ ζωντανὰ καὶ χτήματα, γιὰ νἄρθουν τοῦτες οἱ ὧρες οἱ θερινές, οἱ παραδείσιες νύχτες, μὲ τὴ γνήσια τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πάνω του, γιὰ νὰ ζωντανέψουν οἱ ψυχές, νὰ χαροῦν νὰ βιώσουν τὰ διδάγματα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ χαρίζανε ἐκεῖνες οἱ βραδυές.
Κι ὅταν ἔφτανε Αὔγουστος μὲ τὶς ποικίλες εὐωδιές του, τότε στρώνονταν ἀπέναντι στὸ πέλαγο χαλὶ ἀπέραντο, μὲ γνήσια χρυσόσκονη πασπαλισμένο. Ἦταν οἱ φωτεινοὶ ο δρόμοι τοῦ αγουστιάτικου τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ μὲ τὴν ἴδια χρυσόσκονη πασπάλιζε τὰ σπίτια, τὰ δέντρα, τὰ πρόσωπα ἀκτινοβολώντας μιὰ γοητεία περίεργη δεμένη μὲ αἰσιοδοξία.
Τέλος δὲν εἶχαν ἐκεῖνες οἱ θερινὲς ο βραδιές, ποὺ μέχρι σήμερα συντροφεύουν τὴν ὕπαρξή μας. Γιατὶ κι ἄν ἔχουμε φῶτα πολλὰ, ποὺ μέχρι τὴν ἔσχατη τὴ λεπτομέρεια πάνω μας δείχουν, ἐν τούτοις καμιὰ σύγκριση δὲν ἔχουν μὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες τὶς καλοκαιρινὲς νύχτες. Ἐπειδὴ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα φῶτα μᾶς παρατύφλωσαν σκορπώντας μέσα μας πολὺ σκοτάδι. Τοῦ ἀπελπισμοῦ σκοτάδι...
π. κ. ν. καλλιανός, Ἀρχὲς Ἰουλίου 2017

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Τιμώντας τά σαραντατρία ἔτη ἀόκνου ἱερατικῆς διακονίας τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου

Κάθε ἐπέτειος μέσα στὴ ζωή μας εἶναι πάντα μιὰ συγκινητικὴ συναντηση μὲ να μεγάλο γεγονὸς ποὺ ζήσαμε καί, ἀσφαλῶς, μᾶς συγκλόνισε. Κι ἀπομένει ἡ ἡμέρα ἐκείνη σφραγίδα ἱερὴ κι ἀνεξίτηλη στὴν ψυχή, γιατὶ διακρίνεται ἀπὸ τὶς ἄλλες ἡμέρες, ἀφοῦ εἶναι κατάφωτη ἀπὸ τὶς μαρμαρυγὲς αὐτοῦ καθαυτοῦ τοῦ γεγονότος ποὺ βιωματικὰ ἀπολαμβάνουμε.
Ἀνατέλλει, λοιπόν, στὶς 14 Ἰουλίου ἡ τεσσαρακοστὴ τρίτη Ἐπέτειος τῆς εἰς Διάκονον χειροτονίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου. σως γιὰ πολλοὺς ἡ 14η Ἰουνίου νὰ εἶναι μιὰ συνήθης ἡμέρα, ποὺ χωνεύεται μέσα στὴν κάμινο τοῦ Χρόνου, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιπες τοῦ ἔτους ἡμέρες. Ὡστόσο γιὰ τὸν ὡς ἄνω σεπτὸ Ἱεράρχη ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον κορυφαῖες τοῦ βίου του, ἀφοῦ εἶναι καὶ ἀπομένει τὸ Μέγα Εἰσοδικό Του στὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ δή στὴ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία μέχρι σήμερα διακονεῖ ἀγογγύστως, ἀνυστάκτως, συνειδητῶς, καρποφόρως καὶ φιλοτίμως. Διότι μέσα στοὺς κόλπους Της ἐγαλουχήθη καὶ ἀνετράφη. Ἐκεῖ ἔλαβε τὰ ερώτερα τῶν βιωμάτων του, ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν οἱ ὁραματισμοί, οἱ προσδοκίες, ὁ θυσιαστικὸς ἀγὼν προασπίσεως τῶν Παναγίων Δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Αὐτὸ ἄλλωστε μαρτυρεῖ ἡ σπουδαία μελέτη του, ἡ ὁποία ἐξεδόθη τὸ ἔτος 2006 μὲ τὸν τίτλο, «Ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξις τοῦ 1928 παρακωλυομένη τοῖς ροις». Μελέτη σοβαρή, ἄρτια, τεκμηριωμένη μὲ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια καὶ μετ᾿ ἐπαίνων ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους, ἀφοῦ μὲ σταθερὰ ἐπιχειρήματα ἀπεκαλυψε τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Θρόνου. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ πογραμμιστεῖ τὸ ἑξῆς: Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀποτελεῖ σταθμὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ εἰδικότερα τὴν Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Καὶ εἶναι παράλληλα ἕνα ἀντίδωρο τιμῆς καὶ ἀφοσιώσεως στὴν Μητέρα Μ. τ. Χ. Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία καὶ πιστῶς διακόνησε ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη θέση τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ σημερινοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαἰου.
Ἀλλὰ τὴν Μ. τ. Χ Ἐκκλησία ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιερεὺς ὑπηρέτησε καὶ ἀλλοῦ, σὲ εὐαίσθητες δηλαδή ὑποθέσεις Της, ὅπως οἱ Κληρικολαϊκὲς Συνελεύσεις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς τῆς Ἀμερικῆς, κρίσιμα ζητήματα μοναχικῆς εὐταξίας καὶ κανονικότητος στὸ Ἅγιον Ὄρος κ. ἀ.
Γι᾿ αὐτὸ κάθε χρόνο, ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὰ βλέφαρά της ἡ 14η Ἰουλίου, αὐτὴ ἡ ὁλόφωτη Ἐπέτειος τῶν εἰσοδίων τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας στὸν πάντιμο Χορὸ τοῦ ἱ. Κλήρου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὰ σαραντατρία χρόνια διακονίας περνοδιαβαίνουν ἀπὸ τὴν ὡραία του ψυχὴ ραντισμένα μὲ τὴν δρόσο τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ πασπαλισμένα μὲ ποικίλους χρωματισμούς. Χρωματισμούς, ποὺ ἐμφανίζουν μίαν λαμπράν, πλήν ἔγκοπον, ἱερατικὴν διαδρομήν, μὲ ποικίλους σταυροὺς καὶ πικρίες στεφανωμένη, ἀλλὰ καὶ μικρὲς ἤ μεγάλες χαρές, καταυγασμένες πάντα ἀπὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο φαίνει τοῖς πᾶσι. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ μνημονευτεῖ πὼς αὐτὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τοῦ τὸ παρέδωσε ἡ μεγάλη Μορφὴ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, τοῦ σοφοῦ Γέροντος Μελίτωνος, τὰ τίμια χέρια τοῦ ποίου τὸν ὁδήγησαν στὸν πρῶτο τῆς ερωσύνης βαθμό στόν Ἱερό Ναό τῆς πολιούχου τῆς Χαλκηδόνος καί τοῦ Δόγματος τῆς Χαλκηδόνος Ἁγίας καί πανευφήμου Εὐφημίας.
Κλείνοντας τὸ ταπεινὸ αὐτὸ ἑόρτιο σημείωμα μὲ υἱϊκὸ σεβασμὸ καταθέτουμε τὸ ταπεινό μας εὐχολόγιο προσευχόμενοι, ὅπως, τῇ πρεσβείᾳ τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ καὶ τοῦ σοφωτάτου Διδασκάλου ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πολυχρόνιος, πανευλόγητος καὶ εὔκαρπος εἴη ἡ συνέχεια τῆς Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μεγάλων Διακόνων Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου.

παπα-κων. ν. καλλιανός, σκόπελος 

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ

Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας, γιός τοῦ Δημητρίου Βακράτσα ἤ Μπακράτζα, γεννήθηκε στή Βέροια γύρω στά 1820. Τόν καιρό τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, καί μετά τά γεγονότα στήν περιοχή τῆς Βέροιας καί τῆς Νάουσα, σύμφωνα μέ προφορικές πληροφορίες, ἔφυγε σέ πολύ μικρή ἡλικία μαζὶ μέ τούς γονεῖς του καί ἦλθαν στή Σκόπελο. Ἀπό ἐκεῖ δέ, ὅταν τά πράγματα ξεκαθαρίζουν, μεταβαίνουν στήν Ἀθήνα, ὅπου καί διαμένουν. Στό μεταξύ ὁ Δημήτριος Βακράτσας διορίζεται ὑγειονονοφύλακας στή συστάδα τῶν εὐβοϊκῶν νησίδων Πεταλιοί.
Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές του ὁ Ἰωάννης Βακράτσας γράφεται στήν Ἰατρική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ' ὅπου ἀπεφοίτησε τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1851, ἐπί Πρυτανείας τοῦ Ἀρχιμ. Μισαήλ Ἀποστολίδη. Στό πτυχίο του γράφεται Βακρατσόπουλος, ἐνῶ ὡς τόπος δέ καταγωγῆς του σημειώνεται ἡ Βέροια.
Τό ἑπόμενο ἔτος διορίζεται γιατρός στήν Ἐπαρχία Καρυστίας, σύμφωνα μέ τό 1284/23-2-1852 ἔγγραφο τοῦ Νομάρχη τῆς Εὐβοίας, στό ὁποῖο σημειώνονται μεταξύ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἐξῆς: "Ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἰατρόν Δημήτριον Βακράτσαν νά μετέρχηται τήν ἰατρικήν εἰς τήν Ἐπαρχίαν Καρυστίας".
Ἐργάστηκε συνειδητά στήν περιοχή αὐτή ἔχοντας ὡς ἕδρα τήν Κύμη, ὅπου καί ἔζησε, ἀφήνοντας μνήμη ἀγαθή. Περιέθαλψε ἐπίσης καί τούς λεπρούς τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν τότε ἀποκομμένοι ἀπό τήν κοινωνία. Μάλιστα, μέ δικές του ἐνέργειες κατασκευάστηκε καί λεπροκομεῖο, γιά τή στέγαση καί τήν περίθαλψη τους. Γι' αὐτήν του, λοιπόν, τήν προσφορά στόν τομέα τῆς ὑγείας ἡ Ἑλληνική Πολιτεία τόν τίμησε ἀπονέμοντάς του τόν ἀργυροῦ σταυρό τοῦ Τάγματος τῶν Ἱπποτῶν, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1892, μέ ἐντολή τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Α΄ καί μέ τήν 663/30-1-1892 διαταγή τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν.
Τόν Ἰούλιο τοῦ 1865 παντρεύεται στή Σκόπελο τήν Ζαχαρίτσα, κόρη τοῦ Σταμάτη Ἀστέρη ἤ Ἀστεριάδη καί τῆς Οὐρανίας Φάλκου Βαλσαμάκη. Ὁ Σταμάτης Ἀστεριάδης ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς ἀγωνιστές τοῦ 21 καί ἦταν Κυμαῖος. Ἡ Ουρανία Βαλσαμάκη ἦταν Σκοπελίτισσα. Ἐδῶ, μάλιστα, πρέπει νά σημειωθεῖ, πως ἡ οἰκογένεια Ἀστεριάδη ζοῦσε στή Σκόπελο, μετά τόν ξαφνικό θάνατο τοῦ Σταμάτη Ἀστεριάδη, πού συνέβη στήν Κύμη στά τέλη τοῦ 1848.
Ἀπό τόν γάμο αὐτόν γεννήθηκαν δύο παιδιά· ὁ Ἀντώνιος καί ὁ Σταμάτης. Ὁ Σταμάτης ἀκολούθησε τήν ἱστορία τῆς οἰκογένειας σπουδάζοντας κι ὁ ἴδιος Γιατρός, ὅπως καί ἡ κόρη του Ἀντιγόνη, ἐγγονή τοῦ Ἰωάνου Βακράτσα. Ἐδῶ δέ πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς ὁ Ἰω. Βακράτσας ἐργάστηκε ὡς Γιατρός καί γιά καποιο διἀστημα στή Σκὀπελο, γιατί τόν Φεβρουάριο τοῦ 1884, τόν συναντοῦμε νά προσφέρει τίς ὑπηρεσιες του στό νησί.
Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας ἀπεβίωσε τόν Μάρτιο τοῦ 1900 στή Κύμη. Μεταξύ αὐτῶν πού τόν ἐνεκρολόγησαν ἦταν καί ὁ Ἰωάννης Παπασταματίου, Πρόεδρος τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου τῶν Κυμαίων, ὁ ὁποῖος εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: "Τί πρῶτον ν' ἀναφέρω καί τί ὕστατον νά εἴπω περί τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρός; Τό ὑπέρ τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ἔζησε καί περάν ἔτι αὐτῆς ἐνδιαφέρον του, ἤ τήν ἀφιλοκέρδειάν του; Τό προσηνές καί μειλίχιον τοῦ χαρακτῆρος του ἤ τήν καλοκαγαθίαν καί τήν χρηστότητά του;... Ἀρυόμεθα ἐκ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ πολιτείας τό δικαίωμα νά ὀνομάσωμεν τοῦτον, χωρίς νά αἰσθανώνεθα καί τόν ἐλάχιστον φόβον, ὅτι αἱ γνῶμαι μας ἐξέρχονται τοῦ σημείου τῆς ἀσφαλείας, μ έ γ α ν τῆς κοινωνίας μας καί ἔτι πλέον -ὁλοκλήρου τῆς Ἐπαρχίας Καρυστίας- εὐεργέτην, διότι κατηνάλωσε τόν βίον του ὁλόκληρον, ὁλόκληρον τήν ζωήν του ἐξασκῶν ἡμίσειαν περίπου ἑκατοντάδα ἐνιαυτῶν τό ἱερόν ἔργον τοῦ θείου Ἀσκληπιοῦ, μεθ' ἡδονῆς ἀρρήτου πρός ἀνακούφισιν καί ἐξυπηρέτησιν τῶν πασχόντων, χωρίς οὐδεμίαν νά προσπορίσῃ ἑαυτῷ ὑλικήν ὠφέλειαν, χωρίς οὐδέν ὑπέρ ἑαυτοῦ νά ὑπολογίσῃ ἐν τοῖς χρόνοις, καθ' οὕς εὑρείας, δυστυχῶς, ἀπ'ἄ κρου ἕως ἄκρου τῆς γῆς, ἔχει ἁπλώσῃ τάς πτέρυγάς του ὁ ὑπολογισμός".
Τέλος, ἡ ἑβδομαδιαία τοπική ἐφημερίδα τῆς Κύμης "ΚΥΜΗ" ἀφιέρωσε κάποια δημοσιεύματα στήν προσωπικότητα τοῦ Γιατροῦ Ἰωάννη Βακράτσα, ὅπως αὐτό, πού παρουσιάζω σέ φωτοτυπία παρακάτω καί τό ὁποῖο δημοσιεύτηκε στίς 23 Ἀπριλίου 1906, (βλ. ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Γ΄, φ. 74) . Ὑπάρχει καί κάποιο ἀκόμη δημοσίευμα, τό ὁποῖο ἔχει γράψει κάποιος μέ τό ψευδώνυμο "Ἴστωρ" πού δημοσιεύτηκε στίς 8 Αὐγούστου 1904 (βλ.ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Α΄, φ. 33). Ἐκεῖ, μεταξύ τῶν ἄλλων, γράφονται καί τά ἑξῆς:
"Πρό τῆς σεπτῆς τοῦ ἀτρήτου τῆς ἐπιστήμης σκαπανέως μνήμης, ταπεινός ὑποκλίνομαι θεράπων, δέον δέ πᾶς τις μετά πολλῆς τῆς εὐλαβείας καί σεβασμοῦ νἀ φέρῃ εἰς τά χείλη του τό ὄνομα τοῦ μόνου ἀληθοῦς τῆς Κύμης εὐεργέτου τοῦ ἀειμνήστου Ἰατροῦ ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΚΡΑΤΣΑ. Παρῆλθεν ἤδη ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ σιδηροῦς στυλοβάτης τοῦ ὅλου κοινωτικοῦ οἰκοδομήματος... ἀλλ' ὦ τῆς ἀχαριστίας ἡμῶν! Οὐδέ ἕν μνημόσυνον και κατά τύπον ἐτελέσθη πρός ἀνάπαυσιν τῆς ἁγίας αὐτοῦ ψυχῆς, οὐδέ κόκος γῆς ἀπέναντι τοῦ τοῦ σύμπαντος ἀπεδόθη εἰς μνήμην τοῦ γίγαντος ἰατροφιλοσόφου, πικραί δέ τήν στιγμήν ταύτην μοί ἐπέρχονται αἱ τοῦ παρελθόντος ἀναμνήσεις, αἱ διάφοροι κατά τόν θάνατον ἐκείνου ριφθεῖσαι προτάσεις, φόροι εὐγνωμοσύνης πρός τό ἀκάματον τῆς φιλανθρωπίας ἐργάτην...."
Σκόπελος, Καλοκαίρι 2000
(Τὸ κείμενο αὐτὸ γράφτηκε μὲ βάση τὶς προφορικὲς πληροφορίες τῆς κυρίας Ἀντιγόνης Στ. Βακράτσα καὶ τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ ποὺ φυλάσσεται στὴν οἰκογενειακή της συλλογὴ)


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Για το βιβλίο του Μάκη Τσίτα “Ο δικός μου ο μπαμπάς” | Εικονογράφηση, Λίλα Καλογερή | εκδ. Πατάκη 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Κατ’ αρχάς ο τίτλος -Ο δικός μου ο μπαμπάς- του νέου παιδικού βιβλίου του Μάκη Τσίτα μας μεταφέρει ολοταχώς στην τρυφερή ηλικία που τα παιδιά μέσα στην αθωότητά τους αισθάνονται υπερηφάνεια για ό,τι έχουν και κυρίως για τους γονείς τους. Και ό,τι έχουν είναι τεράστια περιουσία. Η αξία και η σημασία της δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Η οικογένεια είναι το κοχύλι που μέσα του μεγαλώνει το μαργαριτάρι και το μαργαριτάρι λάμπει και αστράφτει μέσα στην πολύτιμη φωλιά του.

Ο Τσίτας, μελετώντας τη συμπεριφορά και την αντίδραση της μικρής ηρωίδας του, προβάλλει τις λεπτές και μη άμεσα ορατές πτυχές της παιδικής της ψυχής, κατακυρώνοντας το ρόλο του «μπαμπά» και της παντοδυναμίας του, στα μάτια της μικρής κόρης. Πίσω από κάθε προβολή του «μπαμπά», όμως, αναγνωρίζουμε ένα ζητούμενο από την πλευρά του παιδιού. Τα πράγματα είναι έτσι, επειδή εκείνη, η μικρή κόρη, τα θέλει έτσι και αυτό φαίνεται από την πρώτη παράγραφο και την τελευταία, την καταληκτική, που είναι «Κι αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια». Με άλλα λόγια η δική μου η αλήθεια είναι το αγκωνάρι στην οικοδόμηση του κόσμου μου και, ανεξάρτητα από ό,τι νομίζετε εσείς, εγώ έχω το δίκιο.

Η ηρωίδα της μικρής ιστορίας είναι δυναμική, επιβλητική, δε σηκώνει αντίρρηση και μύγα στο σπαθί της. Μικρή σταγόνα, δυναμίτη όμως.

Το διακύβευμα είναι ο μπαμπάς της. Και ο τίτλος με τη διατύπωσή του και μόνο έχει αφαιρέσει την όποια αμφισβήτηση σε ό,τι πει η μικρή. Ο δικός μου ο μπαμπάς έχει το βάρος μιας κτήσης.. είναι «ο δικός μου» και όχι ο οποιοσδήποτε μπαμπάς· και αυτό το «δικός μου» τον διαφοροποιεί από τους άλλους μπαμπάδες. Από την άλλη, είμαι εγώ που η παρουσία μου απαιτεί έναν τέτοιον μπαμπά. Σαν να λέει από μένα πηγάζουν όλα. Και αυτά τα όλα εκτυλίσσονται σιγά σιγά σαν λογικά επιχειρήματα και συμπεράσματα ελλιπών συλλογισμών από αυτούς που διδάσκει η τυπική λογική. Μόνο που εδώ τα επιχειρήματα δεν είναι ούτε τυπικά ούτε λογικά, αλλά αυθαίρετα· είναι πορίσματα μιας συναισθηματικής λογικής, η οποία όμως υπερβαίνει την καθιερωμένη και ενέχει θέση ισχυρότερη της επιστημονικής απόδειξης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι σε θέματα καρδιάς λογική ερμηνεία δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο συναισθηματική. Όσο μικρή εμβέλεια και αν έχει, αφού είναι προσωπική, ιδιοτελής και εγωιστική, είναι τεκμήριο μιας σχέσης που εδραιώνεται στην αγάπη προς και από τον μπαμπά. Η μικρή με τα αστήρικτα επιχειρήματά της μας επιβάλλει το δικό της λογικό άλμα. Και γι’ αυτό είναι χαριτωμένα και αυτά και αυτή και ο μπαμπάς της. Το ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος, αφενός βασίζεται στο ότι «Όλοι οι μπαμπάδες είναι καλοί. Αν ρωτήσετε τα παιδιά τους θα σας το πουν», αφετέρου, στο ότι είναι ο δικός μου. Επειδή είναι δικός μου, εγώ τον κάνω εξέχοντα μέσα σ’ ένα σύνολο ομοίων. Η κλιμάκωση γίνεται απλώς από το καλός στο καλύτερος, με μια απλουστευτική λογική, σύμφωνα με την οποία το μυαλουδάκι του παιδιού κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, που δεν υποψιάζεται, ευτυχώς, το κακό και που ο μπαμπάς για το κάθε παιδί είναι εκεί για βοήθεια, προστασία και ασφάλεια. Και με την απόλυτη ρήση «αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια» έχει αποκλείσει κάθε δικαίωμα για άρνηση.

Το εικαστικό που πλαισιώνει τα κείμενα συμπληρώνει την συναισθηματική επιχειρηματολογία της μικρής, ενώ ταυτόχρονα, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη που πρέπει να συμφωνήσει γελώντας με την ανατροπή της όλης θέσης. Σελίδα σελίδα λοιπόν και εικαστικό εικαστικό ξετυλίγονται τα πάντα· ο λόγος στήνοντας και η ζωγραφιά ξεστήνοντας, βαδίζουν χέρι χέρι με χιούμορ και φαντασία.

Έτσι ο μπαμπάς είναι πιο δυνατός, τον φοβούνται οι κλέφτες και οι πειρατές, δεν διστάζει να τα βάλει με τα άγρια θηρία, ξέρει τις πιο ωραίες, παράξενες και αστείες ιστορίες, έχει ιδέες για να περνάς ευχάριστα, είναι όμορφος και γλυκομίλητος, φτιάχνει κάστρα και χιονανθρώπους, είναι σοφός και μπορεί να απαντήσει στα πάντα, ξέρει να φτιάχνει ομελέτες, να κάνει πρωτότυπα δώρα, θυμώνει αλλά άμα ζητήσεις συγγνώμη συγχωρεί εύκολα, δίνει γλυκά φιλιά και έχει τρυφερή και ζεστή αγκαλιά.

Το εικαστικό όμως, είπαμε, υποσκάπτει ό,τι λέει ο λόγος. Συγκεκριμένα, η Λίλα Καλογερή έχει συλλάβει την ιδέα των διαδοχικών ανατροπών. Ενώ όλοι οι μπαμπάδες κινούνται στις τρεις αποχρώσεις της διαβαθμισμένης μονοτονίας -άσπρο, γκρι, μαύρο- προβάλλεται ο ένας και μοναδικός, με χρώματα ζωηρά και μακράν πάσης συγκρίσεως. «Τον τρέμουν οι κλέφτες / τον φοβούνται οι πειρατές», εφόσον πρόκειται για επιτραπέζιο παιχνίδι. Όσο για τα άγρια θηρία δεν τα φοβάται γιατί ζωγραφισμένα στην αφίσα και πίσω από τα κάγκελα είναι ακίνδυνα. Στις ιστορίες του μόνο εκείνος και η κόρη του γελούν. Τα άλλα πρόσωπα – παππούς, μαμά, αδελφή, ακόμα και ο σκύλος ως εκ της φύσεώς του- δεν γελούν και μάλλον δυσανασχετούν. Όταν όμως αγαπάς τον μπαμπά σου αυτός είναι το πρότυπο για όλα· ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν κάνει. Ο μαξιλαροπόλεμος είναι μια ωραία ιδέα για να περάσεις καλά, αλλά η μεγάλη αδελφή ενοχλείται. Λύνει όλα τα δύσκολα προβλήματα, γιατί κοιτάζει το λυσάρι. «Ο δικός μου ο μπαμπάς είναι ο πιο όμορφος απ’ όλους. Ο πιο ευγενικός και ο πιο γλυκομίλητος». Η εικόνα δεν μας πείθει για την αξία της αισθητική της εκτίμησης αλλά περί ορέξεως ουδείς λόγος. Κάνει καλή ομελέτα, αλλά κάνει μαντάρα την κουζίνα. Κι όταν θυμώνει κι η μικρή ζητά συγγνώμη εκείνος τη συγχωρεί. Εδώ πρέπει να σταθούμε. Το κοριτσάκι παραδέχεται ότι έκανε λάθος και «δεν είναι κακό να ζητάς συγγνώμη» σαν να υποδεικνύει στα άλλα παιδάκια να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να ζητούν συγγνώμη. Για όλα αυτά ο μπαμπάς της είναι ο καλύτερος.

Στα μάτια των παιδιών δεν έχουν σημασία οι αλήθειες των μεγάλων αλλά οι αλήθειες οι δικές τους που μέσα από αυτές, μέσα από τα παιχνίδια, μέσα από τα χατίρια που τους κάνουν οι γονείς, που παίζουν μαζί τους, που τους αφιερώνουν χρόνο, που τα απασχολούν, τα παιδιά μαθαίνουν τους ρόλους τους και στεριώνουν τις σχέσεις τους με τους γονείς τους που είναι πρότυπα στα μάτια τους και ειδικά ο «μπαμπάς» που παραδοσιακά σηκώνει το βαρύ φορτίο του ισχυρού φύλου.

Το βιβλιαράκι είναι μεγάλη απόλαυση για τα μικρά παιδιά που το διαβάζουν στην τρυφερή αγκαλιά, με τα γλυκά φιλιά του μπαμπά. Μάλιστα παρακολουθώντας τα κείμενα παράλληλα με τις ζωγραφιές απολαμβάνουμε και εμείς την ανατροπή κάθε θέσης, χωρίς να κλονίζουμε την πίστη της μικρής στις ικανότητες του μπαμπά της. Και το συμπέρασμα πέραν όποιας άλλης κρίσης είναι ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος από όλους γιατί ασχολείται μαζί της, παίζει μαζί της, διαβάζει τα μαθήματά της, κάνει τα πάντα μαζί της. Νοιάζεται γι’ αυτήν. Γι’ αυτό είναι ο καλύτερος μπαμπάς. Ο καλύτερος μπαμπάς είναι αυτός που ασχολείται με το παιδί του, λέει ο Τσίτας. 

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΖΟΥΜΕ (ποίημα)


Γιατί κοιτώ χωρίς να βλέπω
και πριν προλάβω να τ’ ακούσω
αυτό σιωπά;
Τι να μου κλέβει την αφή
καθώς σ’ αγγίζω
κι από τα χείλη μού σκουπίζει
το φιλί μας βιαστικά;
Τι επιτέλους μ’ εμποδίζει ἀπ’ το να ζω
ολόκληρος σαν «φχαριστῶ»
πριν να ‘ναι αργά;
Απ’ το πολύ να ζούμε για κάτι άλλο
ξεχάσαμε πώς είναι
απλώς να ζούμε.

30.6.2017

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΙΟ ΔΑΠΟΝΤΕ

Ναί, εἶναι μεγάλη ἡ τιμὴ γιὰ τὸ νησί μας καὶ τὸν μεγάλο μας Καισάριο Δαπόντε


Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων ἐνεκρίθη μὲ βαθμὸ ἄριστα μεταπτυχιακὴ καὶ διπλωματικὴ ἐργασία τῆς δ. Νικολέτας Ζαμπάκη, μὲ θέμα «Μετρικολογικὰ στόν ΚΗΠΟ ΧΑΡΙΤΩΝ τοῦ Καισάριου Δαπόντε», μὲ ἐπόπτρια Καθηγήτρια τὴν κ. Ἀθην Βογιατζόγλου, Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ ὡς ἄνω Πανεπιστημίου.
Φυσικὰ ἐδῶ δὲν θὰ ἀναλύσω τὴν ἐν λόγῳ σημαντικὴ διατριβή, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι ἐπιστημονικὰ τεκμηριωμένη καὶ μὲ τὴν δέουσα προσοχὴ γραμμένη, ὅμως θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω στοὺς σημερινοὺς Σκοπελίτες καὶ ἰδίως στοὺς νέους καὶ τὶς νέες ποὺ σπουδάζουν σὲ παρόμοιες Πανεπιστημιακὲς Σχολές, τὸ πόσο ἀστείρευτος εἶναι ὁ μεγάλος μας λόγιος, ὁ Καισάριος Δαπόντες, ἀλλὰ καὶ συνάμα ἀξιόλογος. Ἄσχετα ἄν ἐδῶ, στὸ νησί μας δηλαδή, εἶναι σχεδὸν λησμονημένος (ὁ διαγωνισμὸς ποίησης μὲ τὴν ἐπωνυμία «Καισάριος Δαπόντες» νομίζω ὄτι εἶναι χωρὶς οὐσία. Καὶ θὰ ἐξηγήσω στὴ συνέχεια τὶ θέλω νὰ πῶ) ἤ περιφρονημένος π. χ. Σ᾿ ἕνα στενάκι εἶναι μισογραμμένο τὸ ὄνομά του, ἐνῶ τόσα και τόσα χρόνια δὲ φρόντισε κανένας νὰ γίνει μιὰ προτομή του ἤ ἔστω ἕνα μεγάλο πορτραῖτο ποὺ νὰ στηθεῖ σὲ περίοπτη θέση, ὥστε νὰ τὸ βλέπουν οἱ ἐπισκέπτες. Χώρια ποὺ πέρασαν τὰ ἔτη 2013-14, ὅπου εἴχαμε τὴν ἐπέτειο 300 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση καὶ 280 ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τέκνου τῆς Σκοπέλου, χωρὶς νὰ τιμηθεῖ, ὅπως τοῦ ἔπρεπε. Ἀντίθετα, λλες ἐκδηλώσεις ἔχουμε ὄχι καὶ λίγες....
Τώρα, λοιπόν, ἔρχεται ἡ αὐτὴ ἡ ἀξιόλογη διατριβὴ τῆς δ. Ν. Ζαμπάκη νὰ μᾶς θυμίσει αὐτὸ τὸ κορυφαῖο αὐτοβιογραφικὸ ἔργο τοῦ μεγαλο μας Δαπόντε, τὸν «Κῆπο Χαρίτων», πού, ἐκδόθηκε μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Δαπόντε: Πρῶτα ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ Σοφοκλέους τὸ 1880 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὸ 1881 ἀπὸ τὸν E. Legrand, γιὰ νὰ ἐπανεκδοθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Γ. Σαββίδη (1995) καὶ σὲ πολὺ προσεγμένη μορφή ἀπὸ τὸν λκη Ἀγγέλου (1997). Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπέλιτες ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο αὐτό ἤ ἔστω ἔχει δεῖ τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Δαπόντες γιὰ τὴ Σκόπελό του, τὴν χρυσῆ πατρίδα; Φοβᾶμαι ἐλαχιστοι.
Ἤ ἀκόμη, πόσοι ἀπὸ τοὺς Σκοπελίτες γνωρίζουν ὅτι τὸ ἐκδεδομένο ἤ ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Δαπόντε εἶναι ἀντικείμενο σήμερα σοβαρῆς μελέτης, κάτι πού, ἀσφαλῶς, μᾶς τιμᾶ ἰδίατερα;
Γράφει πολὺ χαρακτηριστικὰ ἡ δ. Ζαμπάκη: « Ἡ νεότερη ἔρευνα ἔχει ἐπανεκτιμήσει τὴ λογοτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀξία τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε καὶ τὸν κατατάσσει στὴ χορεία τῶν πιὸ ἀντιπροσωπευτικῶν μορφῶν τοῦ 18ου αἰ.1 Ἐπιπλέον, ἡ πρόσφατη μετάφραση στὰ ἀγγλικὰ τοῦ «Κανόνα Πολλῶν ἐξαιρέτων πραγμάτων» καὶ ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸν «Κῆπο Χαρίτων» τοῦ Δαπόντε τῶν ἐκδόσεων Harvand University Press, 2017 ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη ὅτι ἡ νεότερη μεταφραστική ἔρευνα ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Δαπόντε» (σελ. 7). Κι ἐδῶ θέλω νὰ θυμίσω πὼς αὐτὸς ὁ Κανόνας, στὸν ὁποῖο μνημονεύονται τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς ἀρίζει τὸ κυρίως ἀγαθὸ τῆς Σκοπέλου, τὸ σκοπελίτικο κρασί...
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ κι ἄλλες ἀξιόλογες μελέτες πάνω στὸ ἔργο τοῦ Δαπόντε παρουσιάστηκαν, ἐνῶ συνεχίζεται κι ἡ ἔκδοση τοῦ ἀνέκδοτου ἔργου του. Θυμίζω ἐδῶ τὸ κορυφαῖο πόνημα τοῦ καθ. Σ. Πασχαλίδη, Ἡ αὐτόγραφη νεομαρτυρολογικὴ Συλλογὴ τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784), Θεσσαλονίκη 2012, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν σπουδαία μελετη τοῦ κ. Χαρ. Καρανάσιου, Δ/τῆ τοῦ ΚΕΜΕ, Τὸ ἄγνωστο ἔργο τοῦ Καισαρίου Δαπόντε <Βρύσις λογική> [1778]: Ἐπιστολαὶ ἐκ τῆς φυλακῆς καὶ κατὰ τῶν Κολυβάδων, στὸ περ. Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, 12 (2016) 255-388 κ. ἄ. Ἀλήθεια, πόσοι ἐνδιαφέρθηκαν ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπελίτες νὰ δοῦν, ὄχι νὰ διαβάσουν αὐτὰ τὰ ἔργα; Κι ὕστερα, γιατὶ νὰ μὴ συστηθεῖ στὸ νησί μας να Κέντρο Μελετῶν Καισαρίου Δαπόντε, ὅπου ὁ κάθε μελετητὴς θὰ μπορεῖ νὰ βρεῖ ὅλη τὴν ἐργογραφία του; Μεράκι χρειάζεται, πιστεύω, κι ὄρεξη γιὰ προσφορὰ καὶ τιμὴ στὸν μεγάλο μας συμπατριώτη.
Προσωπικὰ εὐχαριστῶ τὴν δ. Νικολέτα Ζαμπάκη ποὺ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Δαπόντε μας κι εὔχομαι γρήγορα νὰ συνειδητοποιήσουμε κι ἐμεῖς οἱ Σκοπελίτες τὸ τὶ θησαυρὸς εἶναι γιὰ μᾶς ὁ κατὰ κόσμον Κωνσταντῖνος Δαπόντες, υἱὸς τοῦ Χαζῆ Στεφανῆ καὶ τῆς Μαγδαληνῆς Δαπόντε, τὸ γένος Ἰωάννου Γραμματικοῦ. Ἕνα θὰ θυμίσω ἐδῶ μὲ κίνδυνο νὰ παρεξηγηθῶ μάλιστα: Πῶς, ἄν δὲν εἴχαμε τὸν Δαπόντε, μήτε ποὺ θὰ ξέραμε τὸν Ἅγιο Ρηγνο μας.
π. κ.ν.κ

1 Ἡ ὑπογράμμιση δική μου

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ


Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅσο δηλαδή στοιβάζονται, μαζὶ μὲ τὶς μέρες, τὶς ἑβδομάδες, τοὺς μῆνες, ἐμπειρίες καὶ γεγονότα, κυρίως ἀπὸ συμπεριφορὲς συν-ανθρώπων (συναδέλφων, προϊσταμένων, φίλων ἤ συγγενῶν) τόσο  καὶ μαζεύεται κανεὶς στὸ “καβούκι” του, κατὰ τὴ λαϊκὴ τὴ ρήση. Μαζεύεται καὶ ἀρχίζει νὰ μετρᾶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο του μὲ περίσκεψη καὶ προσοχή, γιατὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἔρχεται ἐκεῖνο τὸ Γεροντικὸ τὸ λόγιο νὰ τοῦ θυμίσει τὴ ρευστότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, νὰ τοῦ ὑπογραμμίσει τὴν ἀνάγκη γιὰ περισσότερη ἀνοχὴ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων καί, φυσικά, στὶς ὅποιες ἀπρέπειές τους. Γιατὶ ἄν ὑπολογίσει κανεὶς τὰ ὅσα χρήσιμα, καὶ μὲ πυκνὰ νοήματα εἰπωμένα,  περικλέιονται στὸ παρακατω λόγιο, τότε εἶναι εὔκολο νὰ δικαιολογήσει τὴν ὅποια καταφυγὴ στὴ γνήσια Ἀσκητικὴ σοφὶα καὶ διδαχή.
- Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ἁλώνιος· ἐὰν μὴ εἴπῃ ἄνθρωπος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ μὸνος καὶ ὁ Θεὸς ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὐχ ἕξει ἀνάπαυσιν.
Μὲ λίγα λόγια, τὸ παραπάνω λόγιο μᾶς συμβουλεύει, πὼς καμμιὰ ἀνάπαυση δὲν μπορεῖ νὰ νοιώσει κάποιος -ὅσες συντυχίες, φιλίες, γνωριμίες καὶ συναναστροφὲς κι ἄν κάνει. Γιατὶ ἡ ἀπογοήτευση παραφυλᾶ στὴν πόρτα ἐξ αἰτίας τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν πάθῶν ποὺ ἔχουμε κληρονομήσει. Κι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ γεννήτορές μας, ὁ Ἀδὰμ,  δηλαδή, κι ἡ Εὔα μᾶς κληροδότησαν πολλά... Ἑπομένως οἱ ὅποιες φιλίες καὶ σχέσεις ἔχουν τὰ προβλήματά τους καὶ τὶς ἀστοχίες τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν μόνη ἀνάπαυση ποὺ νοιώθει κάποιος εἶναι μονάχα ἄν παραμερίσουν τὰ πάντα μέσα του (ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀνθρώπινες παρουσίες) καὶ μονάχα  Θεὸς κυριαρχήσει στὴ ζωή του.  Ἤ, πιὸ ἁπλᾶ,  βιωθεῖ μὲ ὄλο του τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμη ποὺ κρύβει ἡ Κυριακὴ προσευχή, τὸ γνωστό μας «Πάτερ ἡμῶν». Ἐκεῖνο, π.χ.  τό, «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου...», ἀλήθεια, ποιὸς τὸ βίωσε καὶ δὲν ἀναπαύτηκε ἠ ψυχή του;
Φυσικά, ὅπως εἶναι -ἄλλωστε- κατανοητό, στὸν ἐπίγειο βίο του κανεὶς,  μὰ κανεὶς,  δὲν μπορεῖ νὰ μείνει μόνος του. Θὰ ὑπάρξει δηλαδή, ἡ ἀδιαμφισβήτητη κι ἡ ἐν πολλος ἀπαραίτητη ἐπι-κοινωνία μὲ τὸν συνάνθρωπο, τὸν συνάδελφο, τὸν γνωστό, τὸ φίλο κι ἀδελφό.
Ἀλήθεια, πῶς ὁρίζεται αὐτὴ ἡ συνύπαρξη καὶ ἡ ὅποια συντυχία; Κι ἐδῶ πάλι ἡ ἀλάνθαστη σοφία τῆς Ἐρήμου ἔχει ἀπάντηση. Ἀπάντηση στερεή καὶ ὑπεύθυνη.
 «Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ποιμήν· ἄνθρωπος συνοικῶν τῷ πλησίον, ὀφείλει εἶναι ὡς στήλη λιθίνη, ὑϐριζόμενος καὶ μὴ ὀργιζόμενος, δοξαζόμενος καὶ μὴ ἐπαιρόμενος».
Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ ν᾿ ἀντέξει αὐτὴ τὴ γνήσια ἀλήθεια, ἤ πιὸ ἁπλᾶ τὸ Σταυρὸ ἐτοῦτο, πού, ὡστόστο, ἄν τὸν γυρίσει ἀνάποδα θὰ δεῖ  καὶ θὰ βιώσει τὴν Ἀνάσταση; Ἤ, γιὰ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, θὰ  γεμίσει ψυχή του θεῖο φῶς, κατάνυξη καὶ χαρά. Ἤ, ὅπως παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ καὶ πάλιν ἐρῶ χαίρετε» (Φιλ. 4, 4). Αὐτὸ δὲ θέλουμε; Ἤ, πιὸ ἁπλᾶ, αὐτὸ δὲν μᾶς εἰρηεύει,  ἀναπαύει καὶ ζωοποιεῖ;  

π. κ. ν. κ

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ. ΛΕΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ




Στὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ στὴν προσφιλή οἰκογένειά της, θερινὸς χαιρετισμός
Ἕνα τρυφερὸ διήγημα τῆς κ. Νατάσας Κεσμέτη, Ἡ ἱστορία τοῦ Γιώτη, ἱστορία ποὺ ἰχνογραφοῦσε, μὲ ζωηρὲς καὶ συγκινητικὲς πινελιές, τὸν παγοπώλη τῆς γειτονιᾶς της εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ θυμηθῶ κι ἐγὼ τὰ παλιὰ τὰ Κληματιανὰ τὰ καλοκαίρια τῆς δεκαετίας τοῦ 1950-60, ὅταν μὲ τὸ καΐκι, κάθε Τετάρτη μεσημέρι, ἔφτανε στὸ σχεδὸν ὀρεινὸ χωριό μας ὁ πάγος.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὄχι τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ νεότεροι, οἱ σημερινοί δηλαδὴ Νεο-Κληματιανοί, τὶς μικροχαρὲς τῶν παλιῶν, νοσταλγικῶν καλοκαιριῶν. Τῶν καλοκαιριῶν τοῦ παλιοῦ μας χωριοῦ, ποὺ δὲν εἶχαν τουρισμό, ἄρα σκληρὸ ἀνταγωνισμό, εἶχαν ὅμως πλούσια τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκεῖνα τὰ δροσερὰ πρωϊνὰ ἤ τ᾿ ἀστροστόλιστα τὰ βράδυα, ἄνοιγε ψυχὴ καὶ χαιρόταν μέσα σὲ κείνη τὴ θεϊκὴ ὀμορφιὰ ποὺ εὐωδίαζε βρεγμένο χῶμα, γαρύφαλλο, βασιλικό, πεῦκο καὶ φρέσκο θαλασσινὸ ἀγέρα.
Τότε, λοιπόν, ποὺ δὲν εἶχε τὸ χωριὸ ἠλεκτρικό, κάθε Τετάρτη ποὺ ἔρχονταν στὸ Λουτράκι τὸ καΐκι μὲ τὶς πραμάτιες ποὺ παραγγέλνανε οἱ μπακάληδες τοῦ χωριοῦ ἤ καὶ οἱ νοικοκυραοι, μαζὺ μὲ ὄλα τὰ ἄλλα ἔφτανε στὸ χωριὸ κι ὁ πάγος. Δηλαδή, παγοκολόνες, ποὺ ἦταν τοποθετημένες μέσα σὲ μεγάλα σακκιὰ καὶ τυλιγμένες σὲ ἐφημερίδες ἤ σὲ χυρο... Κι ἔβλεπες νὰ στάζουν μέσα στὸ θερινὸ τὸ μεσημέρι τὰ τσουβάλια μὲ τὸν πάγο, φορτωμένα στὰ μουλάρια, τὰ ὁποῖα τότε φέρνανε τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ Λουτράκι σὲ ἀτελείωτες στράτες..
Ἀκόμα θυμᾶμαι τὴν ρα ποὺ ξεφόρτωναν τὸν πάγο στὴν τσιμεντένια αὐλὴ τοῦ μαγαζιοῦ τοῦ μπάρμπα–Παναὴ τοῦ Παλαιολόγου, κι ὕστερα τὴ διαδικασία νὰ τὸν κόψουν, ὥστε νὰ χωρέσει στὸ μεγάλο ἐκεῖνο ξύλινο ψυγεῖο, μὲ τὸ καφετὶ τὸ χρῶμα καὶ τοὺς ψευτοασημένιες κλειδωνιὲς νὰ σφαλίζει ν᾿ ἀνοίγει...
Πόση χαρὰ κάναμε ὅταν περίσευε κανένα μικρὸ κομματακι ἀπὸ τὸν πάγο! Τὸ πάιρναμε καὶ χωρὶς νὰ ξέρουμε τὶ κάναμε, τὸ πιπιλίζαμε μὲ εὐχαρίστηση, λὲς καὶ τρώγαμε παγωτό!!! Ὅμως ἡ μεγάλη μας χαρὰ ἦταν τὸ βραδυ, ὅταν πάγωναν οἱ λεμονάδες στὸ ψυγεῖο, ἐκεῖνες οἱ περίφημες καὶ γευστικότατες λεμονάδες ΕΨΑ... Μέσα στὸ θεϊκὸ τὸ θερινὸ τὸ βράδυ, λοιπόν, ἡ οἰκογένεια ἀγόραζε ἕνα μπουκάλι καὶ τὸ μοιραζομασταν ὅλοι: Ἀπὸ να φλυτζανάκι, ἔτσι γιὰ τὸ καλό... Κι ὅμως εἴμασταν εὐχαριστημένοι, γιατὶ μετὰ ἀπὸ μιά-δυὸ μέρες ὁ παγος ἔλιωνε καὶ περιμέναμε τὴν ἑπομένη Τετάρτη γιὰ νὰ φτάσει ὁ νέος πάγος στὸ χωριό...
Μέχρι ποὺ ἦρθε μιὰ μέρα, ὅπου ἄρχισαν νά σκάβουν στὸ χωριὸ καὶ νὰ βάζουν μεγαλους ,ψηλοὺς στύλους, ποὺ μύριζαν πίσσα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ ξετυλίγουν τὰ καλώδια καἲ νἄσου ὅλα τὰ σπίτια δέχτηκαν τὸ ἠλεκτρικό.
Παραμέρισαν τότε οἱ λάμπες τοῦ πετρελαίου, λησμονήθηκε ὁ πάγος καὶ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ψυγεῖα πῆγαν στὸ περιθώριο γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους τὰ ἠλεκτρικὰ τὰ ψυγεῖα...
Τώρα πιὰ οἱ λεμονάδες ἦταν σὲ ἀφθονία, ὅπως οἱ μπύρες κι ἄλλα ἀκόμα ἀγαθά. Μόνο ποὺ ἡ νοστιμιὰ κείνης τῆς λεμονάδας τοῦ πάγου, κάτω ἀπὸ τὸν ἀστροστόλιστο θερινὸ οὐρανὸ δὲ ματάρθε ποτέ.

π. κ. ν. κ   

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Τ᾿ ἀριτσνουπιάσματα» ἤ, τὰ ξεχασμένα πελεκούδια


Καθὼς τὸ καλοκαίρι ἀνοίγεται μπροστά μας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ προσέρχεται καὶ πάλι, σὲ τοπία  περιούσια χρόνων παιδικῶν, γιὰ νὰ θυμηθεῖ, καὶ νὰ ξαναζήσει, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν εἰρήνη ἐκείνων τῶν, δύσκολων μέν,  ἀλλὰ εὐλογημένων  καιρῶν.
Νὰ θυμηθεῖ πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τῶν παιδιῶν, μόλις ἔκλειναν τὰ Σχολεῖα, ἦταν νὰ μαζέψουν τὰ λεγόμενα «ἀριτσνουπιάσματα», γιὰ τὴ φωτιά.
Τί, ὅμως ἦταν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα»;
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, δὲν εἶχαν μήτε ἠλεκτρικὲς κουζίνες -τὸ ἠλεκτρικὸ ἦρθε πολὺ ἀργότερα, στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970- ἀλλὰ καὶ τὰ «πετρογκάζ» ἦταν σχεδὸν ἀνύπαρκατα, ἐνῶ οἱ γκαζιέρες σπάνιζαν. Ἔτσι, γιὰ νὰ μαγειρέψουν, ἀκόμα καὶ ζεστὸ γιὰ νὰ κάνουν, εἶχαν πάντα «ἀπήκου» τὴν παραστιά, ἕτοιμη δηλαδή νὰ τὴν ἀνάψουν τώρα τὸ καλοκαίρι, γιατὶ τὸ χειμώνα ἔκειγε νύχτα-μέρα. Λοιπόν, ὡς προσάναμμα χρησιμοποιοῦσαν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα», τὰ πελεκούδια, δηλαδή, ποὺ ἀπόμεναν ἀπὸ τὸ πελέκημα τοῦ πεύκου μὲ σκοπὸ τὴ ρητινοσυλλογή. Γιατὶ τὸ νησί, πευκόφυτο καθὼς εἶναι, εἶχε τὸ μέγιστο προνόμιο κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, νὰ συλλέγει πολὺ μεγάλες ποσότητες ρετσίνας, καθὼς σὲ ὅλα τὰ δάση δούλευαν ἀσταμάτητα, ἀπὸ τὸν Ἀπριλομάη μέχρι τὸ φθινόπωρο, τόσο ντόπιοι ἐργάτες, ὅσο καὶ   Εὐβοιῶτες, ἀλλὰ καὶ Λιαδρομίτες.
Πρὶν βγοῦν τὰ διάφορα «φάρμακα» (εἰδικὰ ὀξέα ἦταν), τὰ ὁποῖα ἔβαζαν στὴν «πληγὴ», ὅταν δηλαδή ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιὸ καὶ φτάνανε στὸ ξύλο τοῦ πεύκου, γιὰ νὰ αὐξάνεται ἡ ροὴ τῆς ρετσίνας, πελεκοῦσαν τὸν κορμό, μέχρι ν᾿ ἀρχίζει νὰ «δακρύζει». Τότε βάζανε ἀποκάτω τὸ κουβούλι, τὸ τριγωνικό, δηλ. τσίγκινο δοχεῖο καὶ τὸ ἄφηναν μέχρι νὰ γεμίσει.
Ἔ, λοιπόν, αὐτὰ τὰ πελεκούδια μαζεύαμε.  Ποὺ οἱ παλιὲς οἱ νοικοκυρὲς τὰ λέγανε κι «ἀριτσνουπιάσματα». Δηλαδή, ἀ+ρετσίνα+πιάνω. Τὸ πιάνω δὲ ἐδῶ ἔχει τὴ σημασία τοῦ ἀνάβω, κατὰ τὰ γνωστὴ στὸ νησὶ φρασεολογία: «ἔπιασε φωτιὰ στὸ τάδε μέρος κ.λ.π.
Πηγαίναμε στὸ δάσος μὲ τσουβάλια, τὰ γεμίζαμε καὶ τὰ φορτώναμε στὰ γαϊδουράκια, γιὰ νὰ περάσουμε τὴ χρονιά.
Μοσχομύριζε τὸ σπίτι φρέσκια  ρετσίνα καθὼς αὐτὰ τὰ προσανάμματα, ποὺ ἄναβαν ἀμέσως, βοηθοῦσαν ν’ ἀναψει ἡ φωτιά.
Μόνο ποὺ μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν καὶ ἄρχισε, ὅπως ἀναφέρθηκε,  ἡ χρήση τῶν ὀξέων γιὰ αὔξηση τῆς ροῆς τῆς ρετσίνας ἀπὸ τὰ πεῦκα, τὰ πελεκούδια χάθηκαν, γιατὶ ἔπαψαν οἱ «ρετσινάδες» νὰ τὰ πελεκοῦν τὰ πεῦκα. Ἁπλῶς τὰ χάραζαν, ἀφοῦ ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιό. Μέχρι ποὺ σταματησε κι ἡ ρητινοκαλλιέργεια στὸ νησί, γιὰ νὰ μείνουν ὅλ᾿ αὐτὰ στὴ Μνήμη καὶ στὴν καρδιὰ, τεκμήρια νοσταλγικὰ ἀπὸ ἕναν καιρὸ ποὺ δὲν θὰ ἐπιστρέψει πιά.

π. κ. ν. κ  

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΜΗΝΑΣ ΙΟΥΝΙΟΣ



Θεέ μου τί μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! (Ὀδ. Ἐλύτης)
Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς σίμωσε κι ὁ πρῶτος μήνας τοῦ θεϊκοῦ Ἑλληνικοῦ Καλοκαιριοῦ. Ὁ Ἰούνιος, ποὺ οἱ ἀνίδεοι τὸν πετσόκοψαν σὲ Ἰούνη!!! Ὁ τρυφερὸς αὐτὸς μήνας μὲ τὶς εὐωδιές του, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μὲ τὴ συγκίνηση ποὺ ἀποπνέει, καθὼς ἀνοίγει καὶ τὶς πύλες τῆς Μνήμης. Τῆς Μνήμης καὶ τῆς νοσταλγίας, ποὺ στεφανώνουν μὲ περίσσια χάρη κάποιες ἀθάνατες στιγμές, κυρίως τῆς σχολικῆς ζωῆς. Ζωῆς καὶ δραστηριότητας ποὺ ἔχει χρωματιστεῖ τόσο ἔντονα μὲ βιώματα ζωντανά, φωτεινά, εὐλογημένα πλούσια.
Ἰούνιος, λοιπόν, εἰσοδικὸς τοῦ θέρους καὶ τὴ θύμηση νὰ στέκει σιμὰ σὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες ἡμέρες τοῦ Ἰουνίου τῶν παιδικῶν μας χρόνων ποὺ εὐωδίαζαν βερύκοκο, βύσινο, κομμένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα.
Κι ὔστερα ἦταν ἐκεῖνες οἱ γυμναστικὲς ἐπιδείξεις τῶν μικρῶν μαθητῶν, γιὰ νὰ συνεχιστοῦν μὲ τὴν καταληκτήρια Σχολικὴ Γιορτή γιὰ νἄρθει ἡ στερνὴ ἡ ἡμέρα μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν Ἐνδεικτικῶν καὶ Ἀπολυτηρίων.
Ἀλήθεια, ποιὸς θὰ λησμονήσει ποτέ του ἐκεῖνο τὸ θερινὸ τὸ ἀπόβραδο, τὸ στολισμένο μὲ τὰ στερνὰ τὰ καλοκαιρινὰ τὰ χρώματα τοῦ σούρουπου, μὲ τὶς ἀναπνοὲς τοῦ πεύκου καὶ τοῦ σκίνου νὰ δροσίζουν τοὺς Κληματιανοὺς, ποὺ συνάχτηκαν νὰ καμαρώσουν τὰ παιδιά τους στὴ σχολικὴ γιορτὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ;
Ὅσα χρόνια κι ἄν περάσουν αὐτὲς οἱ σελίδες ζωῆς καὶ προσφορᾶς θὰ παραμένουν νωπές, ἀλησμόνητες, ερές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος χῶρος τοῦ παλιοῦ μας τοῦ Σχολειοῦ πρέπει νὰ μείνει ρθιος καὶ ἀπείραχτος ἀπὸ κάθε εἴδους περιφρόνηση καὶ ἐρήμωση, γιατὶ εἶναι Μνημεῖο. Καὶ τὰ Μνημεῖα τὰ συντηρεῖς δὲν τὰ βάζεις στὸ περιθώριο ἤ τὰ ἀφήνεις νὰ τὰ ροκανίσει ἡ ἐρημιὰ κι ἡ ἐγκατάλειψη. Γιατὶ ἐκεῖ εἶναι ἀκόμα ἡ ψυχὴ ὅλων μας ἀφημένη, ἡ παιδική μας ἡ ψυχὴ μὲ τὰ ὄνειρα καὶ τοὺς ὁραματισμοὺς τοῦ καθένα μας νὰ κυματίζουν ἀκόμα...
Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ μήνας αὐτός, ὁ τόσο τρυφερὸς μὲ τὶς Μνῆμες ποὺ μᾶς προσφέρει, ἔρχεται κάθε χρόνο νὰ μᾶς θυμίσει, νὰ μᾶς ξαναπροβάλει στὴν ὀθόνη τῆς ψυχῆς σχολικές, ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ εἶχαν τὴ σημασία τους, ποὺ κατεῖχαν τὸ εἰδικό τους βάρος. Γιατὶ ὅλοι περάσαμε ἐκεἰνη τὴ μεγαλειώδη ὥρα, τῆς ἀπολύσεως δηλαδή, ὅταν μέσα στὸ δροσερὸ τὸ πρωϊνὸ τοῦ Ἰουνίου περνούσαμε γιὰ στερνὴ φορὰ τὴ θύρα τοῦ Σχολείου μὲ τὸ Ἀπολυτήριο στὸ χέρι καὶ τὴν ἀπορία στὴν καρδιά: «Καὶ τώρα, τί κάνουμε»; Γιατὶ ἄλλοι δρόμοι ἀνοίγονταν, ἄλλες προοπτικές, ποὺ κάποτε θὰ γίνονταν συγκλονιστικές, κορυφαῖες.
Ἔτσι, τὸ κλάμα κάποιων ποὺ παιδιῶν στὴν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία τοῦ Δασκάλου δὲν ἦταν τυχαῖο. Εἶχε κι αὐτὸ τὴ σημασία του...
Αὐτὰ τὰ δάκρυα ραντίζουν κάθε χρόνο, λοιπόν, τὶς μορφες μέρες τοῦ Ἰουνίου, ποὺ συνεχίζουν νὰ εὐωδιάζουν βερύκοκο, βύσινο, κομένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα... Μόνο ποὺ δὲν ἔμαθα ποτές μου ἄν αὐτὴ ἡ ρμύρα ἦταν ἀπὸ τὴ θάλασσα ἤ ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν μαθητῶν...
Ἰούνιος 2017
π. κ. ν. κ

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ και ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ (νέα ποιήματα)


ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Εσύ Θεός ων
δεν έχεις άλλο θέλημα
παρά του Πατρός Σου
κι εγώ έργο Σου ων
δεν έχω άλλο θέλημα
παρά το δικό μου.
13.5.17.


ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ
Υπόδουλος στο θέλημά του
ο άνθρωπος βλέπει
ακόμα και στον Παράδεισο
μιαν άθλια Κόλαση
τόσο που τελικά
τα καταφέρνει να την φτιάξει
και για να τιμωρήσει τον εαυτό του
αυτοκτονεί.
Καθώς δεν βλέπει στον Θεό του
τον πιο πολύτιμο εαυτό του
αυτό που νόμισε πως είναι ο ίδιος
τον τιμωρεί.
21.5.17.


Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Γιώργος Κεντρωτής: ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΡΑΖΕ ΤΟ «ΤΕΜΑΧΙΟ» ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ

Στην Πολυξένη

Με ανάπαιστο αρχινάει, με ίαμβο τελειώνει
ο στίχος ο οπερατικός το πρωτοτύπου
Un mar crudele: θάλασσα είναι που θυμώνει,
γιατί τη σκίζει το άρμενό μου με αρμονία ίππου
ατίθασου, και δοκιμάζεται στο αμόνι
της άριας το σφυρί τριπλού επιμόνου χτύπου.
Κρατώ τους αναπαίστους· βγάζω τους ιάμβους·
και μες στους ζόφους διεκδικώ πηγές του θάμβους.

Il ciel simbruna… ναι…: του αιθέρος η γλαυκότη
μαυρίζει. Αυτό ακριβώς αισθάνομαι σημαίνει:
πιο μελανό απ’ το μαύρο. Κι αν με πουν προδότη
του ιταλικού κειμένου, απλώς τί το συσταίνει
(καθώς το νιώθω) εδώ εξηγώ. Τα δικά της σκότη
η κάθε γλώσσα απηχεί , και αυτά καταλαβαίνει.
Σκληρό, σκληρότατο το πέλαγο τού λόγου –
μα το δαμάζει η ορμή του λυρικού μου αλόγου.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΑ ΑΠΡΟΟΠΤΑ

Κάποτε, ὅταν πιὰ περάσουν τὰ χρόνια καὶ μακρύνει ὁ καιρός, τότε ὁ Θεὸς σοῦ χαρίζει, ὡς ἄλλο δώρημα πολύτιμο, κάποιες εἰκόνες ἤ ὅ, τι ἄλλο σχετίζεται μὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἤθελες πολὺ νὰ συναντήσεις καὶ νὰ δεῖς. Γιατὶ πάντα, ὅσο ἔχει ἀνοιχτὰ τὰ μάτια του κανένας, ἐλπίζει νὰ δεῖ καὶ νὰ συναντήσει κάτι ποὺ ἐπιθυμοῦσε χρόνια πολλά. Ὅπως πρόσωπα ἀγαπημένα, στόσο μακρινά, ἀφοῦ κι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἐπικοινωνία ἔχει χαθεῖ, τόπους ποὺ ἔζησε στιγμὲς εὐλογημένες καὶ τόσα ἄλλα.
Ὅμως τὸ πλέον κορυφαῖο γιὰ τὸν ὁποιοδήποτε φυσιολογικὸ καὶ σεβόμενο τὶς ρίζες του ἄνθρωπο, εἶναι νὰ βρεθεῖ, νὰ σιμώσει καὶ προσκυνήσει τὸν τάφο τῶν γονιῶν του. Ἐκεῖ δηλαδή, ποὺ ἀναπάυεται τὸ σῶμα τους, αὐτὸ τὸ λέιψανο ποὺ μᾶς ἄφησαν ἀναχωρώντας... Κι εἶναι ὄντως ἱερὲς ἐκεῖνες οἱ στιγμές, γιατὶ τὸ μνημεῖο ἐκεῖνο γίνεται αὐτόματα ἡ γέφυρα νὰ θυμηθεῖ: Νὰ ξαναζήσει, μὲ λίγα λόγια, κάποια ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ τοῦ σφράγισαν τὸν βίο. Γιατὶ αὐτὸ σημαίνει νὰ θυμᾶσαι... Νὰ κρατᾶς ζωντανὴ τὴ μνήμη δηλαδή, τιμώντας ἔτσι τὸ πρόσωπο ποὺ ἀναπαύεται μέσα στὸ μνημεῖο τὸ ὁποῖο κοιτᾶς.
Ἄς εἶναι καλά, λοιπόν, ὁ ἀγαπητὸς Βίκτωρας Κων. Πολύζος, ποὺ μέσα στὴ λαμπρή του στοσελίδα γιὰ τὶς οἰκογένειες Πολύζου κ.λ.π., τὴν ὁποία καὶ κοσμοῦν διάφορες φωτογραφίες, ἔχει συμπεριλάβει καὶ τὴν παρακάτω ἐπιτύμβια ἐπιγραφή:
NICK C. KALLIANOS
MAY 17 1917
APRIL 7 1969
Εἶναι ἀλήθεια πὼς πέρασαν κοντὰ πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴ Μ. Τρίτη τοῦ 1969, τότε δηλαδή, ποὺ ἔμαθα τὴν ἀναχώρηση τοῦ Πατέρα… Ἐκεῖ, στὴν Ἀμερική, ὅπου ἀναπαύεται ἀπὸ τότε...
Κι ἦρθε αὐτὴ ἐπιγραφή, ποὺ δὲν εἶναι λίγες μέρες ὅπου τὴν εἶδα, νὰ μοῦ θυμίσει τὴ Μορφή του, ποὺ ἐλάχιστα θυμᾶμαι, ἀλλὰ κυρίως νὰ μὲ φέρει, ἔστω καὶ νοερά, σιμὰ στὸ μνημεῖο ποὺ ἀναπαύεται...
Μπορεῖ αὐτὲς οἱ ἐπιγραφὲς νὰ δείχνουν μιὰ τραγικὴ σελίδα τοῦ βίου μας, ὡστόσο εἶναι καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ εἶναι τὰ τεκμήρια ἐκεῖνα ποὺ φανερώνουν τὸ πέρασμα ἐνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, ἀλλὰ καὶ μιὰ πραγματικότητα: ὅτι, δηλαδή, ἐκεῖ ἀναμένει κεκοιμημένος αὐτὸς τὴν Ἀνάσταση.
Τῆς Ἀναλήψεως 2017
π. κ. ν. κ


Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email