© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Όταν η τέχνη γίνεται προσιτή

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην σημερινή, μετασεισμική Ζάκυνθο υπάρχουν, όπως και άλλες φορές έχουμε επισημάνει, ανάσες πολιτισμού και δημιουργίας, οι οποίες δείχνουν πως η παράδοση συνεχίζεται και μάλιστα όχι στείρα και μιμητικά, αλλά προσαρμοσμένη στο σήμερα και μπολιασμένη με τις απαιτήσεις και τις εκφράσεις των καιρών μας.
   Πολλές είναι οι μορφές της τέχνης, που καλλιεργούνται σήμερα στο νησί. Το θέατρο, για παράδειγμα, ανθεί και πάλι, είτε με επαγγελματική μορφή, είτε με ερασιτεχνική, αλλά προπάντων με την συνέχεια των «Ομιλιών». Η μουσική ακμάζει ξανά στο πρόσωπο πολλών νέων παιδιών, τα οποία με λαμπρές σπουδές και αναμφισβήτητο ταλέντο παραμένουν στον τόπο τους και τόπο μας και ποικιλόμορφα προσφέρουν. Η ποίηση βρίσκεται, πιστεύω, στην καλύτερη στιγμή της, μετά, βέβαια, από την γνωστή μεγάλη της έξαρση της ακμής του Φώσκολου, του Κάλβου και του Σολωμού, η οποία χάρισε ονόματα πανελλήνιας και διεθνούς φήμης. Τέλος η ζωγραφική  ακμάζει για μια ακόμα φορά και σε ποιότητα και σε ποσότητα, χαρίζοντας άλλη μορφή ψυχαγωγίας σε όλους τους κατοίκους του νησιού και αποδεικνύοντας πως ο σπόρος των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Καντούνη, έπεσε σε καρποφόρα γη και πως υπάρχουν άξιοι συνεχιστές του έργου τους.
   Μια από τις πιο αξιόλογες περιπτώσεις του εικαστικού χώρου της σημερινής Ζακύνθου είναι και η Ελένη Γούναρη, που πρόσφατα μας παρουσίασε την νεότερη δουλειά της στο ζεστό και φιλόξενο χώρο του Bliss Art Café Bar, στο κέντρο της πόλης.
   Όσοι παρευρεθήκαμε το ζεστό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) εκείνο βράδυ του Οκτώβρη στα εγκαίνια της έκθεσης, αλλά και όσοι την επισκέφθηκαν τις επόμενες μέρες, χαρήκαμε την δουλειά της ζωγράφου, την διεισδυτική της  ματιά, αλλά και την καλλιτεχνική εξέλιξη της.
   Δεν είναι σκοπός μου με αυτό το κείμενο να κάνω κριτική στο έργο της Ελένης Γούναρη. Αυτό το έχουν κάνει και μάλιστα θετικά άλλοι και πλέον αρμόδιοι. Απλά θέλω να σας μεταφέρω την χαρά που πήρα μέσα σ’ ένα χώρο όπου οι προεκτάσεις της ζωής και η άλλη ματιά της καθημερινότητας βοηθούσαν άριστα στο να δούμε καλύτερα.
   Υπήρχαν έργα που έδειχναν σπαράγματα της λεγόμενης προσεισμικής Ζακύνθου, τα οποία δεν επιτελούσαν μνημόσυνο σ’ αυτό που χάθηκε οριστικά στα ερείπια και τις φλόγες της 12ης Αυγούστου 1953, αλλά το αναζωογονούσαν και το έκαναν να επιζήσει στο σήμερα. Δεν ήταν το χθες, αλλά το τώρα. Απόδειξη πως η ιστορία συνεχίζεται και επαλήθευση του στίχου του γενάρχη ποιητή πως το χάσμα του σεισμού, «ευθύς εγιόμισ’ άνθη».
   Μέσα στο μπετόν και την άσφαλτο, ανάμεσα σε πεζόδρομο και εθνική οδό, η ζωγράφος κατόρθωσε να επισημάνει πως τα δαχτυλίδια χάθηκαν, αλλά παρέμειναν τα χέρια που τα φορούσαν και αυτό έχει την μεγαλύτερη σημασία, μια και τα τελευταία είναι το καλύτερο και πιο δυνατό μέσω έκφρασης και απασχόλησαν πολλούς και σημαντικούς καλλιτέχνες.
   Το ίδιο συνέβη και με τα έργα της Ελένης Γούναρη, που εκτέθηκαν στο Bliss Art Café Bar και είχαν αρχαιοελληνικές αναζητήσεις. Δεν ήταν στείρα αρχαιολατρία, αλλά μια απόδειξη της συνέχειας της φυλής. Μορφές αγαλμάτινες όχι για τα μουσεία και τις ιδιωτικές συλλογές, αλλά για τους δρόμους και τις πλατείες μιας σύγχρονης ελληνικής πόλης. Ζωντανές, δηλαδή, και περιφερόμενες ανάμεσά μας. Το παρελθόν, όπως επιβιώνει στο τώρα.
   «Γιατί σήμερα η Τέχνη οφείλει να είναι προσιτή…» ήταν το σύνθημα αυτής της έκθεσης και φαίνεται πως τελικά επιτέλεσε το σκοπό της. Η μεγαλοσύνη βγήκε από την απλότητα και το αιώνιο από το καθημερινό. Ένα απλό αντικείμενο, μια πολυθρόνα, μια σκάλα, μπορούν να πουν πολλά. Αρκεί να είναι ιδωμένα και  φωτισμένα από το βλέμμα ενός αληθινού καλλιτέχνη, ο οποίος μπορεί να δει πέρα από την επιφάνεια, να ξεπεράσει την επιδερμικότατα και να δωρίσει αυτήν του την κατάκτηση στους συνανθρώπους του.
   Πράγματι η τέχνη σήμερα πρέπει να είναι προσιτή και να αγγίζει τον καθένα. Δεν πρέπει να απαιτεί μόνο γνώση, αλλά και ευαισθησία και καθαρή ματιά.
   Αυτό φαίνεται να το γνωρίζει καλά η ζωγράφος Ελένη Γούναρη και το έχει κάνει βίωμα και πράξη. Αυτό είναι που κάνει να ξεχωρίζει και το έργο της.
   Της ευχόμαστε καλή συνέχεια και πάντα να προοδεύει. Έχουμε ανάγκη τα έργα της και την ματιά της.
Η πρώτη ερμηνεία γι’ αυτό είναι η συνέχεια της παράδοσης του τόπου μας, που αγαπάμε.  Η δεύτερη και πιο σημαντική είναι ότι κάθε δημιουργία μας βοηθά να επιβιώσουμε και να γίνουμε καλύτεροι.
   Η τέχνη, η γνήσια τέχνη, αντισταθμίζει την κρίση.

Ζαχαρία Στουφή: ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ


Ο θάνατος δεν λέει να αλλάξει, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει. Αυτό που αλλάζει είναι στάση των ανθρώπων μπροστά στο πλέον βέβαιο γεγονός που κάποτε θα τους συμβεί. Σε όλη την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, παρατηρούμε ότι ο άνθρωπος, μέσα από τις θρησκείες, τη μαγεία, την αστρολογία και τις επιστήμες, προσπαθεί να ερμηνεύσει τον θάνατο και πολλές φορές τη μετα-θάνατο κατάστασή του. Ολόκληρος ο πολιτισμός είναι τόσο άρρηκτα δεμένος με το φαινόμενο του θανάτου, που θα μπορούσε να πει κανείς πως, αν οι άνθρωποι δεν πέθαιναν ή δεν αποκτούσαν τη συνείδηση ότι κάποτε θα πεθάνουν, δεν θα δημιουργούσαν ποτέ πολιτισμό, τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε σήμερα. Κάθε φορά που γεννιέται μία θρησκεία ή ένα πολιτικό σύστημα, ο άνθρωπος βάζει μέσα στο κεφάλι του μια άλλη άποψη για το επέκεινα, ενώ γνωρίζει πολύ καλά πως όποια πολιτική θεωρία, θρησκεία ή φιλοσοφία και να ασπαστεί, ο θάνατος δεν επηρεάζεται καθόλου.
                Τον 20ό αιώνα, η ηλεκτρονική τεχνολογία σε συνδυασμό με τα επιστημονικά επιτεύγματα, κυρίως από τον χώρο της ιατρικής και της φυσικής, έκαναν τον άνθρωπο (συγκεκριμένα τον δυτικό άνθρωπο) να πιστέψει πως διαχειρίζεται σε μεγάλο βαθμό τον θάνατό του. Κάτι τέτοιο δυστυχώς, δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα…
                Με το τέλος του 20ού αιώνα, κάνει την εμφάνισή της η ψηφιακή τεχνολογία και έτσι ο άνθρωπος, προετοιμασμένος από την ηλεκτρική τεχνολογία και στη συνέχεια την ηλεκτρονική, μεταβαίνει σχετικά εύκολα στη ψηφιακή που σαν το μεγαλύτερό της επίτευγμα, εκτός από τις εφαρμογές της στην ιατρική, παρουσιάζει τον κυβερνοχώρο-ιντερνέτ, την εικονική πραγματικότητα και τα social media. Μέσα σε έναν αιώνα ο ανθρώπινος πολιτισμός άλλαξε ριζικά και οριστικά. Κακά τα ψέματα, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως, ο θάνατος έμεινε ασυγκίνητος από τα ανθρώπινα επιτεύγματα και συνεχίζει να υπάρχει χωρίς ο ίδιος να υποστεί καμία αλλαγή.
                Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά ο άνθρωπος, μεταφέρει στη νέα ψηφιακή εποχή τον πανάρχαιο πολιτισμό του, τον πολιτισμό του θανάτου. Όμως, είναι σίγουρο ότι τον μεταφέρει; Ή μήπως η ψηφιακή τεχνολογία προσπαθεί να γίνει ευχάριστη αποκρύπτοντας τον θάνατο; Και μήπως η απόκρυψη και κατά συνέπεια η άγνοια του θανάτου, έχει σαν αποτέλεσμα τη διαταραχή στην κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου;
                Στα εξελιγμένα βιντεοπαιχνίδια που πλέον διατείνονται και στο ιντερνέτ, ο θάνατος είναι η μόνιμη ευχαρίστηση και η σίγουρη νίκη, ο παίκτης μπορεί να σκοτώσει όσους θέλει χωρίς να έχει καμία συνέπεια και αν τύχει να σκοτωθεί, μπορεί να χρησιμοποιήσει την επόμενη ζωή του ή να αρχίσει ένα νέο παιχνίδι ολοκαυτώματος. Πιο παλιά σε κάποιο φιλικό σπίτι, ζήτησα από τα παιδιά που έπαιζαν και οδηγούσαν το όπλο ενός αδίστακτου στρατιώτη, αν μπορούν να κάνουν το στρατιώτη τους να αυτοκτονήσει, κάτι που φυσικά ήταν αδύνατον.  
                Με ένα ψέμα θανάτου εμποτίζουν τους ανθρώπους και ο στόχος είναι πάντα το μυαλό του νέου ανθρώπου. Για αυτό το ψέμα δεν φταίει η ψηφιακή τεχνολογία, αλλά αυτοί που την εμπορεύονται και στόχο έχουν καταρχήν τον πολιτισμικό αποπροσανατολισμό μέχρι να κάνουν τον άνθρωπο κοινωνικό υποχείριο. Ο άνθρωπος που δεν έχει πολιτισμό θανάτου, δεν έχει και πολιτισμό ζωής.
                Στην εικονική πραγματικότητα, μπορούμε να πεθάνουμε και να θανατώσουμε τους άλλους μόνο εικονικά. Τι γίνεται όμως, με τον σύγχρονο άνθρωπο που ενώ διατηρεί ένα μπλοκ στο ιντερνέτ, έχει παράλληλα ένα προφίλ στο FB και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο e-mail, όταν αυτός πεθάνει; Πώς θα το μάθει αυτό η ψηφιακή του κοινότητα; Αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ο κυβερνοχώρος δεν απευθύνεται σε νεκρούς και αυτό είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, δικαίωμά του. Από πότε, όμως, ο άνθρωπος απαρνήθηκε τους νεκρούς του; Ή μήπως όλο αυτό είναι ακόμα σε πολύ αρχικό στάδιο και δεν έχει προσαρμοστεί σε όλα τα πολιτισμικά επίπεδα που απαρτίζουν τον πολιτισμό; Άραγε θα γίνει ποτέ ένα νεκροταφείο των «νεκρών ιστοσελίδων» των ιστοτόπων, που είτε έχουν οριστικά εγκαταλειφτεί, είτε απεβίωσε ο ιδιοκτήτης τους; Θα γίνει ποτέ ένα ανάλογο νεκροταφείο των «νεκρών προφίλ» του FB; Θα κατασκευάσουν ποτέ ένα σύστημα αυτόματης ενημέρωσης για το πότε ένας λογαριασμός         FB ή ένας ισότοπος πεθαίνει; Πότε θα σερφάρουμε σε ψηφιακά νεκροταφεία;
                Παρόλη την κατευθυνόμενη απόκρυψη και απενοχοποίηση του θανάτου που επιχειρούν να περάσουν μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας για πολιτικοοικονομικούς λόγους, παρόλη την προπαγάνδα που στοχεύει στον πολιτισμικό αποπροσανατολισμό, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δημοσιεύουν στα social media την είδηση ενός θανάτου ή ανεβάζουν την φωτογραφία του προσφιλές προσώπου που μόλις έφυγε από τη ζωή. Στη Ζάκυνθο κάποια νέα παιδιά έκαναν μια ομάδα στο FB με τίτλο, Στη μνήμη των αγγέλων που έφυγαν νωρίς. Εκεί, γίνεται μία προσπάθεια συλλογής φωτογραφιών και βιογραφικών στοιχείων των νέων που «έφυγαν» (συνήθως από τροχαίο δυστύχημα) και ο κάθε φίλος ή συγγενής τους, σε αυτό το ψηφιακό νεκροταφείο των νέων Ζακυνθινών, μπορεί να αναρτήσει υλικό μνήμης, σχετικό με τη ζωή και το θάνατό τους. Αυτό όμως, είναι η εξαίρεση…
                Πιστεύω πως είναι στο χέρι μας να διαφυλάξουμε το θάνατό μας, πέρα από τις πολιτικές ή θρησκευτικές μας πεποιθήσεις. Το κάθε τεχνολογικό επίτευγμα είναι καλοδεχούμενο και ωφέλιμο, όμως, είναι και στο χέρι μας να το εντάξουμε στην υπηρεσία της ζωής μας και ταυτόχρονα στην υπηρεσία του θανάτου μας. Το πιο βασικό είναι ότι τα επιτεύγματα δεν πρέπει να τα αφήσουμε να μας αλλάξουν τη ζωή, εάν στην πραγματικότητα δεν το μπορούν. Όπως δεν πρέπει να τους επιτρέψουμε, να διαστρεβλώνουν και να αποκρύπτουν τον θάνατό μας, όταν μάλιστα, η τεχνολογία και η επιστήμη, όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει να νικήσουν το θάνατο, αλλά ούτε καν να τον ερμηνεύσουν δεν μπόρεσαν.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ανθούλας Δανιήλ: ΤΡΕΜΟΝ ΠΕΛΑΓΟΣ (δοκίμιο)

πρώτη δημοσίευση

[Χαρακτικό Άριας Κομιανού]
Στη Μαρία Κοτοπούλη

Πρέπει να είναι  κανείς στην εξοχή για να νιώσει το μεγαλείο της φύσης, όταν εκείνη αποφασίσει να το δείξει. Και το δείχνει, βέβαια, στις κακοκαιρίες. Γιατί ο καιρός σκηνοθέτης απαιτεί το φυσικό ντεκόρ του, τα σύνεργα της σκηνοθεσίας του, ώστε το φυσικό γεγονός να εντυπωθεί στην αίσθηση, να δημιουργήσει το ανάλογο στο πνεύμα και αυτό με τη σειρά του να καταλήξει στην Τέχνη. Ο Οδυσσέας Ελύτης στα γραπτά του κάνει λόγο για την αναλογία που έχουν τα φυσικά φαινόμενα στο πνεύμα και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης με την αναλογία ενός βίαιου φυσικού φαινομένου περιγράφει την προς την πατρίδα αγάπη του, με συνεχείς απορρίψεις -δεν είναι «διαβατάρικο πουλί», δεν είναι «κισσός αναίσθητος», δεν είναι «αστραπή χωρίς αστροπελέκι», δεν είναι «νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό»- για να καταλήξει εμφατικά:

            νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάγχνα χαλασμό.

 Μια κακοκαιρία στην πόλη είναι απλώς  ταλαιπωρία, ενώ μια κακοκαιρία στη φύση επιτρέπει να δεις τα βουνά τα βαρύθυμα, τα θυμωμένα, τα μουντά, τα κρυμμένα στην ομίχλη, την ώρα που οι αστραπές σκίζουν το συμπαγές του σκούρου ουρανού ψηλά, και την ίδια την ώρα ποτάμια ορμητικά τρέχουν κάτω  και θάλασσες αφρισμένες απειλούν καράβια που μισοπνίγονται, δέντρα που λυγίζουν τα κλαδιά τους και χάνουν τα φυλλώματά τους. Άλλοτε πάλι χιόνια, σαν απέραντα λευκά σεντόνια, καλύπτουν τη γη σε συμφωνία σε άσπρο.  
Ο Δίας, όταν η Σεμέλη ζήτησε να της δείξει το μεγαλείο του, βρόντηξε και έριξε τον κεραυνό του. Κι η Σεμέλη κάηκε μεν, πρόλαβε όμως να συλλάβει το σπέρμα από το οποίο γεννήθηκε ο Διόνυσος. Και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας, λέει ο Ανδρέας Κάλβος και η παραβολή έχει τα δικά της συμπαραδηλούμενα για να δηλώσει το μέγα μυστήριο της δημιουργίας της ζωής.
Από τις κακοκαιρίες η τρικυμία είναι μια ενδιαφέρουσα μορφή που δανείζεται ο μύθος για να δείξει τη δύναμη της φύσης. Και φυσικά εκείνος που ξέρει καλύτερα είναι ο θαλασσοπόρος. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Οδυσσέας ταλαιπωρήθηκε στη θάλασσα και όχι στη στεριά. Ο οδοιπόρος έχει να περάσει δάση και γκρεμούς, δύσβατα και σκοτεινά βουνά -ούρεα σκιόεντα, λέει ο Όμηρος στην Ιλιάδα-  και κάμπους με ξεχειλισμένα  ποτάμια - ο Ασωπός «ερρύη μέγας», λέει ο Θουκυδίδης στα «Πλαταϊκά». Έχει να περάσει και επικίνδυνα γεφύρια που απαιτούν μεγάλο θάρρος, είτε γιατί κρέμονται στον αέρα -της τρίχας το γεφύρι-  είτε γιατί το πέρασμα είναι πράξη σοβαρή  και μη  αναστρέψιμη· «alea iacta est» είπε ο Καίσαρας και πέρασε τον Ρουβίκωνα (ποτάμι και γεφύρι μαζί). Άλλες φορές πάλι τρέμει, όπως το γεφύρι της Άρτας, και πέφτουν τ’ άγρια πουλιά πέφτουν και οι διαβάτες.  Όμως, παρόλα αυτά, ο οδοιπόρος, έχει ένα κάπως σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια του, πράγμα που δεν έχει ο θαλασσοπόρος, όπως, ακόμη χειρότερα, δεν έχει ο αεροπόρος.
Από τα κλασικά κείμενα χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από την ε ραψωδία της Οδύσσειας, όπου ο Οδυσσέας αντιμετωπίζει την οργή του Ποσειδώνα: Του ’φυγε το τιμόνι της σχεδίας από το χέρι, η θύελλα θυμωμένη κι όλοι οι άνεμοι μαζί τού ’σπασαν το κατάρτι, η δίνη τον έκανε παιχνίδι της κι «ο κοσμοσείστης Ποσειδών» σήκωσε  κύμα  τρομερό και το ’ριξε καταπάνω του. Εκείνη τη δύσκολη στιγμή ο Οδυσσέας είχε ευχηθεί να είχε κι αυτός σκοτωθεί στην Τροία παρά να πνίγεται στη θάλασσα: «Τρεις και τέσσερις φορές ευτυχισμένοι οι Δαναοί που η τύχη τους έταξε να πέσουν στην πλατιά την Τροία για χάρη των Ατρειδών…».
Ανάλογο είναι και το απόσπασμα από την Ανειάδα του Βιργιλίου, όπου η θάλασσα, χωρίς έλεος, καταπίνει καράβια και ανθρώπους και ο Αινείας, μακαρίζει, σαν τον Οδυσσέα, εκείνους που έπεσαν στην Τροία. Μεταφράζω πολύ πρόχειρα από το πρώτο βιβλίο: «O terque quaterque beati, quis ante ora partum Troiae sub moenibus altis contigit oppetere» (Ω, τρις και τετράκις ευτυχισμένοι εκείνοι που τους έτυχε να πέσουν μπροστά στα μάτια των πατέρων τους κάτω από τα ψηλά τείχη της Τροίας). Και μετά από αυτή την κραυγή απελπισίας, θύελλα πλήττει το ιστίο και σηκώνει τα κύματα μέχρι τα άστρα και το νερό ψηλό σαν βουνό πλήττει το πλοίο, σπάνε τα κουπιά, σκορπίζουν οι ναύτες, άλλοι αιωρούνται στην κορυφή του κύματος,  άλλοι βυθίζονται στην άμμο του βυθού, άλλοι εδώ κι εκεί κολυμπούν και μαζί  όπλα, σανίδες, θησαυροί, όλα πλέουν στα κύματα.
          Φοβερή είναι και η περιγραφή της τρικυμίας στο ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ καθώς και της θύελλας, στο πιο δυναμικό μέρος της τραγωδίας του Βασιλιά Ληρ, με το φυσικό περιβάλλον να αποτελεί την τέλεια αναλογία της θύελλας του μυαλού του.
Οι θαλασσινές εικόνες ήταν πάντα προσφιλείς στους αρχαίους τραγικούς. Ο Αισχύλος δεν περιγράφει τρικυμία, στους Πέρσες του όμως μας δίνει την καταστροφή του περσικού στόλου, έτσι όπως ένα νησί -έστι τις νήσος- η θάλασσα δηλαδή μόνο μπορεί να τιμωρήσει τον υβριστή:

Και καράβι στο καράβι πάνω… Κουπαστές και πρύμνες…
Όλα τα συνέτριψε… Έπεφταν το ένα στ’ άλλο
Άνοιγαν οι πρώρες σπάζαν τα κουπιά.
 Μεταξύ μας βυθιζόμασταν…
Ανάσκελα τα καράβια μας
και θάλασσα δε φαινόταν.
Κορμιά πνιγμένων   Και ναυάγια
και μυρμήγκιαζαν στις παραλίες οι νεκροί
                                                                  (μετφ. Κώστα Τοπούζη)

Ο Σοφοκλής έχει επίσης ωραίες θαλασσινές εικόνες, με  χαρακτηριστική εκείνη του υβριστή καπετάνιου που δεν χαλαρώνει τα ιστία και «υπτίοις σέλμασιν ναυτίλεται» (με αναποδογυρισμένα τα καθίσματα πλέει), όπως παραστατικά περιγράφει ο Αίμων στην τραγωδία Αντιγόνη.
Πεδίο πολεμική δράσης με αντίκτυπο στη ψυχή είναι το «τρέμον πέλαγος»[1] του Ανδρέα Κάλβου στα «Ηφαίστεια», ενώ το «Ξάρμενο» ή «Κατάμερον» είναι το καταφύγιο για πλοία και ανθρώπους, που τρέχουν να γλιτώσουν την οργή της θάλασσας και της ζωής, όπως συμβαίνει με το μικρό βοσκόπουλο, στο «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη. Όμως όλες οι θάλασσες μαζί, όπως και να είναι, είναι η «θάλασσα της θαλάσσης» λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Γι αυτό και ο νησιώτης τραγουδιστής με μιαν αντίφαση, κάτι σαν  «Κύριε ελέησον» και «Δόξα Σοι» μαζί, εκφράζει την επίκλησή του και  τη λατρεία του: 

Θάλασσα, τους θαλασσινούς μην τους θαλασσοδέρνεις…
Θάλασσα κι αλμυρό νερό, να σε ξεχάσω δεν μπορώ

Η θάλασσα είναι εικόνα για ζωγραφιά, είναι ήχος, «ηχήεσσα» την λέει ο Όμηρος και η Τέχνη της Μουσικής έχει αποδώσει τις ηχητικές της ποικιλίες με αθάνατα έργα μεγάλων μουσουργών, όπως είναι του Βιβάλντι οι Τέσσερις Εποχές, η  τρικυμία στον Κουρέα της Σεβίλλης και του Μπετόβεν, η Ποιμενική, έκτη συμφωνία του, η οποία μετά τη γαλήνη των πνευστών με  τα βιολιά, τις βιόλες και τα φλάουτα, για την απόδοση του κελαδήματος  των πουλιών -  ό,τι μεγαλειωδέστερο υπήρξε στη μουσική - μπαίνει στα κρουστά της θύελλας,  για να δημιουργήσει το ρήγμα με τη μουσική παράδοση όλων των πριν και όλων των μετά -Μπετόβεν δημιουργών.
Το δημοτικό τραγούδι «του Κυρ βοριά» είναι μια συγκλονιστική παραλογή, η οποία δείχνει πως η ύβρις του καπετάνιου τιμωρείται. Το καράβι συντρίβεται, οι ναύτες πνίγονται και το μικρό ναυτόπουλο «σαράντα μίλια πάγει». Με παρόμοιο τρόπο, η ύβρις του καπετάνιου μετατρέπει  το αμερικάνικο καταδρομικό σε σανίδες και λαμαρίνες στον πάτο της θάλασσας, στη «Σοροκάδα» του Νίκου Κάσδαγλη. Επίσης,  «φτύμα» της θάλασσας κατάντησε ο «Αρχάγγελος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα και παιχνίδι της εκείνος που τόλμησε να πιστέψει πως μπορεί να πιάσει το θαλασσινό τέρας,  το «Γιούσουρι». Με «Μπουρίνι» παρομοιάζεται η μεγάλη ψυχική φουρτούνα και είναι πλατιά η θάλασσα του Μυριβήλη, πολλά τα πάθη του Ελληνισμού και μια διαρκής οδύσσεια διατρέχει τους στίχους του  Γιώργου Σεφέρη:

Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ' ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
                                                                            (Αργοναύτες Δ΄)

Εικαστικό, ποίημα, τραγούδι και πεζό, πάντα επιβλητική η θάλασσα, εμπνέει τους καλλιτέχνες, με το φύσημά της, με την αεικινησία της, με τη γαλήνη της, με τα νερά της που διαρκώς αλλάζουν χρώμα, «πανωραία» στην ηρεμία της και «αλλιώς ωραία» στους θυμούς της.
Θάλασσα, λέξη προελληνική, «χιλιάδες χρόνους περπατάμε λέμε τον ουρανό ‘‘ουρανό’’ και τη θάλασσα ‘‘θάλασσα’’», μας υπενθυμίζει ο Ελύτης. Θάλασσα μοιραία και ως υπόσταση και ως σύμβολο. Και ανάμεσα ουρανού και θάλασσας, ένα τρελοβάπορο, ανεμόδαρτα βράχια, αμμουδερές παραλίες, ακτές ιριδοχτυπημένες, βότσαλα και φύκια, ελαιώνες κι αμπέλια,  ομιχλώδη μακρινά βουνά. Αλλιώς, μια πατρίδα που σκαμπανεβάζει, αλλά και ελπίζει πάντα, μια φωνή μουσική που διατρέχει το σύμπαν και επιμένει: «Έχει ο Θεός».
                                                        


[1] Βλ. «Τα Ηφαίστεια», ΙΔ΄: «Κύτταξε πώς ο ήλιος/ Χρυσώνει τα πανιά των· / Κύτταξε πώς το πέλαγος / Από σπαθιών ακτίνας / Τρέμον αστράπτει». 

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Αχιλλέα Κατσαρού: Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ. Μια διαχρονική προσέγγιση από τον Όμηρο μέχρι σήμερα.




Παρακαλώ να μου επιτρέψετε να ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα, και συγκεκριμένα με αναφορά στον Νικηφόρο Βρεττάκο.

Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω,
όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους
διαδρόμους συναντήσω αγγέλους,
θα τους μιλήσω Ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική.

Κυρίες Κύριοι, αγαπητοί φίλοι και φίλες, βρισκόμαστε εδώ στον Κενό Χώρο -ακούγεται και καινός με αι- σ’ αυτό το πρωτοπόρα δημιουργικό Φεστιβάλ να μιλήσουμε για το βασικότερο στοιχείο ταυτότητας του Έλληνα. Αυτό είναι ο Λόγος. Η ολοζώντανη γλώσσα μας. Εδώ πρέπει εν συντομία ν’ αναφερθώ στον λόγο της συμμετοχής μου και στον στόχο της διάλεξης. Ως προς τον λόγο έχω να πω ότι ήταν πραγματικά ευχάριστη σύμπτωση να γράφω ορισμένες σκέψεις περί της μουσικότητας του ελληνικού λόγου και την ίδια στιγμή να βλέπω στο διαδίκτυο μια θεματική ενότητα που αφορούσε ακριβώς αυτό το ζήτημα. Μια ευχαριστία λοιπόν προς τις κυρίες Ευαγγελία Θαλασσινή και Βίλμα Ροδίου για το σύνολο της υλοποίησης της ιδέας και το αξιέπαινον του εγχειρήματος.
Ως προς τον στόχο της διάλεξης είναι απόλυτα σαφής η σύνδεση της μουσικότητας με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ελληνικού λόγου, που δεν είναι άλλο από το Εύηχον και το Εύρυθμον. Η διαχρονική προσέγγιση από τον Όμηρο μέχρι και τις μέρες μας θα επιχειρήσει να καταδείξει ακριβώς ότι υπάρχει τόσο έντονα στη γλώσσα μας ο εσωτερικός ρυθμός και η αρμονία, ώστε το αποτέλεσμα να είναι πραγματικά θαυμαστό για την ποιότητα του ελληνικού λόγου είτε σε έμμετρα κείμενα είτε και στα πιο σύγχρονα του ελεύθερου στίχου. Μια τέτοια προσέγγιση επίσης ούτε είναι δυνατό να εξαντληθεί μέσα σε 20 λεπτά ούτε φυσικά να είναι απόλυτα και αυστηρά επιστημονική αν και θα υπάρχουν και τέτοια σημεία.
Αυτά ως απαραίτητες διευκρινίσεις κι έρχομαι αμέσως στο θέμα μου.
Ας προσέξουμε εδώ τη σημασιολογική διαφορά των λέξεων μουσική και μουσικότητα. Η μουσικότητα είναι η τονικότητα ή αλλιώς η στιχουργική σχέση μεταξύ γραφής και προφορικότητας, ειδικότερα μεταξύ ποίησης και μουσικής.
Ας προσέξουμε επίσης την λέξη « στιχουργική », γιατί την χρησιμοποιούμε συνήθως μόνο όταν αναφερόμαστε σε έμμετρα έργα και παραβλέπουμε τα υπόλοιπα.
Το ταξίδι μας στο χρόνο ξεκινάει.
Πρώτη στάση φυσικά ο Όμηρος και διαλέγω Ιλιάδα, Προοίμιο, τον πρώτο πρώτο στίχο.
«Μήνιν άειδε θεά»
μφρ. Τραγούδησε την οργή θεά 

1

Ας συγκρατήσουμε ως λέξη κλειδί το ρήμα άειδε ή άδε.
Μικρή παρένθεση εδώ από την επιστήμη της Γλωσσολογίας, κλάδος της οποίας είναι και η Φωνητική. Στη Φωνητική λοιπόν συμβολίζουμε τη λέξη και τα γράμματά της με ήχους. Έχει επικρατήσει και εδώ να έχουμε την αγγλική ως κοινή.
Το άειδε θα γραφόταν aeide και να δούμε συνειρμικά τον συσχετισμό με το άιντε που θα γραφόταν aide και έχει επιβιώσει ως έκφραση πάνω στο χορό. Δε μας ενδιαφέρει εδώ η ετυμολογία, αν και δεν είναι άσχετες μεταξύ τους οι δυο λέξεις, αλλά ο ήχος. Άιντε. Ο ήχος είναι ο ίδιος.
Να προσέξουμε ακόμα και τις διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικά περιβάλλοντα και εννοώ τον διαφορετικό συνδυασμό λέξεων με τον ήχο να παραμένει ο ίδιος.
Ας το σκεφτούμε. Είναι μαγευτικό. Σα να είναι η λέξη το δέρμα μας κι ακριβώς από κάτω ή μέσα, εφαπτόμενη πάντως στο δέρμα, να κυλά η μουσική του λόγου, για να το δώσω με εικόνα.
Δεύτερη στάση. Εδώ θα κινηθώ σε 2 επίπεδα λόγου. Αφενός αναφορά σε Τραγωδία και Λυρική Ποίηση (έμμετρος λόγος), αφετέρου σε Ρητορεία ή Ρητορική και Φιλοσοφία. (πεζός λόγος)

Ξεκινώ από την Τραγωδία και διαλέγω Ευριπίδη Ιππόλυτο, στίχοι 79-80.

Όσοις διδακτόν μηδέν, αλλ’ εν τη φύσει
το σωφρονείν είληχεν ες τα πάνθ’ όμως.

μφρ. Σ’ όσους τίποτε δεν είναι δυνατό (επίκτητο),αλλ’ απ’ τη φύση τους δόθηκε η σωφροσύνη (ακεραιότητα) σ’ όλα.

Στίχος 12σύλλαβος μοιρασμένος ως εξής :
υ - / υ υ υ / - υ υ / υ-υ-/         4
υ- υ- /- - / υ υ υ υ / υ- /          4

Δεν θεωρώ εδώ απαραίτητο να γίνω ακόμα πιο αναλυτικός και επιστημονικός ώστε να εξηγήσω επακριβώς αρχαία μετρική. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο.
Είναι απόλυτη η γλώσσα των μαθηματικών. Τονισμένες και άτονες ουσιαστικά συλλαβές. Αυτή είναι η μουσικότητα. Παρατηρούμε 4 ισόποσα διαστήματα.
Νάτος λοιπόν ο εσωτερικός ρυθμός.
Θα κινηθώ αντιθετικά και θ’ αφήσω προς στιγμήν την Λυρική ποίηση.
Έρχομαι σε 2 παραδείγματα πεζού λόγου της αρχαίας ελληνικής.

Ρητορική.
Δημοσθένους περί συντάξεως λόγος κεφ. 30

Νυν δ’, ώ άνδρες Αθηναίοι, δημοσία μεν
η πόλις ημων τας οδούς αγαπά
κατασκευάζουσα
μφρ. Τώρα, άνδρες Αθηναίοι, στα δημόσια πράγματα
η πόλη μας δρόμους προτιμά (αγαπά)
να κατασκευάζει

Σχηματικά αν και δεν επιτρέπεται να το κάνουμε διότι είναι πεζός λόγος και δεν έχουμε μέτρο, εντούτοις ψάχνοντας να εντοπίσουμε το μουσικό στοιχείο της φράσης θα είχαμε :
υ-υυ / υ- - - παράλειψη / -υυ/ υ
-υυ / - - / υυ - / υ υ υ /
υ υ / - υ - υ

2

Να παρατηρήσουμε ακριβώς τους όχι τυχαίους χωρισμούς και ήχους των λέξεων. Αυτό μας δείχνει και το τι θα μπορούσε να παραλειφθεί. Θυμίζω βασικές αρχές του ελληνικού λόγου η οικονομία και η αφαίρεση. Όμως όλη αυτή η διαδικασία μας αποκαλύπτει τον κρυμμένο ποιητικό – μουσικό λόγο.
Γυμνή η φράση μας θα ήταν :
η πόλις οδούς αγαπά
-υυ / υ- / υυυ
καθαρός 8σύλλαβος με τονισμένες άτονες συλλαβές.
Ανάλογη παρατήρηση έχουμε να κάνουμε ακόμα και στην Φιλοσοφία όπου το παράδειγμα είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικό. Επιλέγω Πλάτωνα και Πολιτεία κεφ. 473e

ουδέ αύτη η πολιτεία μη ποτέ πρότερον φυή τε
εις το δυνατόν και φως ηλίου ίδη, ην νυν λόγω διεληλύθαμεν
μφρ. Ούτε αυτή η ίδια η πολιτεία δεν θα γεννιόταν και
δεν θα έβλεπε κατά το δυνατόν το φως του ήλιου, αυτήν για την οποία μόλις κάναμε λόγο.

Σχηματικά κι εδώ χωρίς πάλι να επιτρέπεται, χωρίζουμε ως εξής για να δούμε τι θα μείνει.

-υ / - - /- υ υ/ - υ - / υ υ υ υ/υ υ -/υ
-υ /υ υ υ -/ - - / -υ-/ - υ υ/-υ-υ / υ υ

Ουσιαστική σημείωση εδώ για τη Ρητορική και τη Φιλοσοφία αλλά και κάθε άλλο είδος πεζού λόγου. Ναι μεν δεν έχουμε μέτρο αλλά αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν έχουμε μουσικότητα. Αν παρατηρήσουμε βαθύτερα μάλιστα τις σχέσεις των λέξεων, γίνεται άμεσα σαφές τι θα μπορούσε ξανά να παραλειφθεί. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αν θέλουμε να δούμε εντελώς γυμνό τον λόγο, οφείλουμε ν’ αφαιρέσουμε την δ.αναφορική πρόταση – ην νυν λόγω διεληλύθαμεν, όπως και τον εμπρόθετο προσδιορισμό – εις το δυνατόν – μαζί με τη λέξη τε.
Έτσι θα είχαμε :
ουδέ αύτη η πολιτεία       8
μήποτε πρότερον φυή     8
και φως ηλίου ίδη           6

Και περνάμε αμέσως στην Λυρική ποίηση. Διαλέγω έναν ποιητή ανάμεσα στο 450π.Χ. και τον θάνατο του Μ.Αλεξάνδρου το 323π.Χ. από τους όχι και τόσο γνωστούς. Τότε βέβαια ήταν αρκετά γνωστός, τόσο μάλιστα ώστε να επηρεάσει αργότερα και την λατινική σκέψη. Νομίζω το παρακάτω παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό, ίσως μάλιστα σας φανεί γνωστό ακριβώς γιατί μέσα από την λατινική σκέψη πέρασε ως δάνειο σε πολύ μεταγενέστερες χρονικά ευρωπαϊκές λογοτεχνικές σχολές.
Αναφέρομαι στον Τιμόθεο – προσέξτε το όνομα είναι αρχαιοελληνικό και όχι βυζαντινό(μικρή παρένθεση) και διαλέγω το απόσπασμα 426Ρ όπου μεταξύ άλλων λέγει:

Ουκ αείδω τα παλαιά          7
καινά γαρ αμά κρείσσω.     7
μφρ. Δε θα τραγουδήσω(εξυμνήσω) τα περασμένα
γιατί τα καινούρια (είναι) καλύτερα(ή ομορφότερα). 

3
                                                              
Ισομετρία ή συμμετρία όπως διαπιστώνουμε στον στίχο μεταξύ τονισμένων και άτονων συλλαβών ως βασικό συστατικό του εσωτερικού ρυθμού.
Απαραίτητη η αναφορά εδώ στο χορικό. Το χορικό περιελάμβανε ποιητικό κείμενο, μελωδία, μουσική συνοδεία και όρχηση. Από αυτό και μόνο αναδεικνύεται η έμφαση στο να ισορροπήσει ένα υψηλό νόημα με την ποσότητα όλης αυτής της διαδικασίας. Η λέξη ποσότητα με το επίθετο μουσική μπροστά. Πόσες τέχνες ουσιαστικά συμμετέχουν μόνο και μόνο για να υπηρετήσουν το κελάηδισμα του λόγου! Γίνεται εύκολα αντιληπτό λοιπόν ότι απαιτείται μια φοβερή τεχνική και μια ευρύτερη ικανότητα γνώσης του λόγου, και γι’ αυτό, αν κι έχουν καταστραφεί πάρα πολλά κείμενα, δε θα δούμε πουθενά και σε κανέναν δημιουργό δεκάδες μετρημένα έργα. Συχνά μάλιστα ο αριθμός των ολοκληρωμένων έργων ενός ποιητή (δεν αναφέρομαι φυσικά στα αποσπάσματα) δεν ξεπερνά την δεκάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι η τραγωδία.
Μεταφερόμαστε αρκετά χρόνια μετά και η επόμενη στάση μας σηματοδοτείται κατά τα χρόνια του Βυζαντίου με κύριους εκπροσώπους τα λεγόμενα ακριτικά τραγούδια και κατ’ επέκταση και δημοτικά.
Επιλέγω το ακόλουθο. Τίτλος.
Τ’ Αντρονίκου ο γιος

Κάτου/στην άσ/πρη πέ/τρα και στο/ κρύο/νερό    6 με 12
εκεί/κείτεται/ο Γιάννος/τ’ Αντρονί/κου ο γιος.      5 με 14

Κι εδώ θα χρειαστεί να προσέξουμε το ακόλουθο σημείο. Φυσική εξέλιξη των ακριτικών τραγουδιών υπήρξαν τα δημοτικά τραγούδια. Στιχουργός είναι μεν ο λαός, ο οποίος διατηρεί ή προσπαθεί να διατηρήσει το μέτρο και το πετυχαίνει αλλά την αυστηρότητα της τεχνικής του 15 σύλλαβου και των πιο συμπυκνωμένων στίχων (8σύλλαβου λ.χ.)  όπως και την νοηματική – εσωτερικά δομική αρτιότητα (αυτό εξάλλου είναι η μουσικότητα) οφείλουμε να την περιμένουμε στους εκπροσώπους του ποιητικού λόγου.
Μεταβαίνω ταχέως στην Κρητική Σχολή και τον Ερωτόκριτο, μέρος Γ΄, στίχοι 599-600.

και θέλοντας να πουν πολλά, τα λίγα δε μπορούσι   15
το στόμα τους εσώπαινε, με την καρδιά μιλούσι      15

Θεωρώ ότι είναι ευδιάκριτη η διαφορά του επιπέδου όπως όμως ευδιάκριτο είναι και το κοινό σημείο των δυο προαναφερθέντων παραδειγμάτων. Από τη μια ο λαός από την άλλη ένας μεγάλος δημιουργός. Κοινή συνισταμένη το εύηχον και εύρυθμον του λόγου.
Επόμενη στάση στο ταξίδι μας που πλησιάζει προς το τέλος του η Επτανησιακή Σχολή με Κάλβο και Σολωμό.
Από τον Κάλβο διαλέγω την ιε (15η ) ωδή.

Καιγώ, καιγώ το σίδηρον               8
γυρεύω  ποιος μου δίδει              7
τας βροντάς του πολέμου ;          7                  ζευγάρωμα στίχων
ποιος μ’ οδηγεί την σήμερον       8                   με 4 ισόποσα διαστήματα               
εις τον αγώνα ;                            6

                                                               4

Και από τον Σολωμό ίσως τον πιο ζηλευτό στίχο σε ολόκληρη την παγκόσμια λογοτεχνία που τυχαίνει να είναι και κομμάτι του εθνικού μας ύμνου.
                                                           
Σε γνωρί/ζω από/την κόψη         9
του σπα/θιού την/ τρομερή       7          3 ισόποσα διαστήματα και στους 2 στίχους

Προσωπική μου άποψη είναι ότι με τον Σολωμό έχουμε να κάνουμε με μια ιδιοφυΐα που πρώτα είχε σκεφτεί το τραγούδι της γραφής του και μετά απλά αποτύπωνε το όραμα με την μορφή στίχου.
Από τον Διονύσιο Σολωμό και μετά αν ξεκινήσουμε μια αναφορά σε ποιητικά έργα που μπόρεσαν να γίνουν τραγούδια χωρίς να γράφονται ως τραγούδια, άρα με την βαθιά μουσικότητα ως προαπαιτούμενο έργου που άντεξε στον χρόνο, πρώτον δε θα έφτανε ο χρόνος και δεύτερον σίγουρα θα παραλείψουμε κάποιον. Ενδεικτικά λοιπόν αναφέρω τα ονόματα των Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσου, Καββαδία από τον έμμετρο θεωρητικά πάντα λόγο ( αν και βρισκόμαστε στην εποχή του ελεύθερου στίχου)  και τους  Παπαδιαμάντη – Καζαντζάκη από τον πεζό λόγο των οποίων το έργο σαφώς έχει έντονα βαθύτερα μουσικά στοιχεία.
Θα μου επιτρέψετε να αφήσω για τον επίλογο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ελεύθερου στίχου ποιητή εν ζωή μεγάλου σε ηλικία για τον οποίο η κριτική τον θεωρεί άμεση φυσική συνέχεια του Σολωμού. Θα λύσω την απορία σας σε λίγο.

Επίλογος:
Οι Ρωμαίοι όταν πρωτοάκουσαν Έλληνες ρήτορες συνέρρεαν να θαυμάσουν το άκουσμα και μόνο, αν και δεν γνώριζαν όλοι ελληνικά, διότι οι Έλληνες ελάλουν ως αηδόνες. Ο Οράτιος το επιβεβαιώνει :
«Η ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μια γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».
Ιστορικά είμαστε λαός της παγκόσμιας πρωτοτυπίας τόσο του ύψους όσο και του βάθους. Είμαστε λοιπόν ο μοναδικός λαός που δεν  χρησιμοποίησε ξεχωριστά σύμβολα για νότες. Τι χρησιμοποιήσαμε ; Μα τα ίδια γράμματα του αλφαβήτου.
Θα προσέξατε όλη αυτή την ώρα το μουσικό υπόβαθρο. Μυθωδία. Βαγγέλης Παπαθανασίου. Καθόλου τυχαία επιλογή. Θυμίζω είμαστε στο 2001 και το τραγούδι αυτό επιλέγεται από τη ΝΑΣΑ για την αποστολή σήματος εικόνας και ήχου στον Άρη. Ελληνική σύνθεση βασισμένη σε στίχους της αρχαίας ελληνικής.
Κυρίες και κύριοι, αυτό έχουμε και τώρα στις δύσκολες αυτές μέρες να προβάλλουμε ή να υπενθυμίσουμε ξανά στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όχι φυσικά με το πνεύμα ότι μόνο εμείς είμαστε. Σας ευχαριστώ. Καλή συνέχεια στο Φεστιβάλ τις υπόλοιπες μέρες.
Κλείνω με την επίλυση της απορίας στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Ορέστης Αλεξάκης. Διαλέγω ποίημα με ελεύθερο στίχο. Θα επιχειρήσω να το αναγνώσω χωρίς κανένα σχόλιο. Θ’ αφήσω την μουσικότητα αν υπάρχει να μιλήσει. 

5

Ορέστης Αλεξάκης από την συλλογή « Ο Ληξίαρχος »

Ο θάνατος των νεκρών

Όμως μια μέρα κι οι
νεκροί
πεθαίνουν
βυθίζονται διαρκώς μέσα στην πάχνη
χαμηλώνει το φως στα πρόσωπά τους
η φωνή τους ακούγεται σβημένη
σαν μέσ’ από κρυστάλλινους θαλάμους
Φυσάει βοριάς τρελός κι αναστενάζουν
τα ζωντανά και πεθαμένα ξύλα
σαλεύουν χέρια πέρ’ από τους τάφους
γίνεται το σκοτάδι μαύρος λάκκος
Κι αυτοί μαντεύουν πια πως ήρθε η ώρα
κι αυτοί βουλιάζουν πια
στη λησμονιά τους

Βέβαια στο τέλος κι οι
νεκροί
σωπαίνουν
κυλούν αργά στο σκοτεινό βυθό τους
γίνονται πέτρες άσπρες πέτρες μαύρες
Μες στη σιωπή τους πνίγονται οι νεκροί μας


Επίμετρο :

Η διάλεξη εκφωνήθηκε την Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013, στο Φεστιβάλ Άειδε, υπό την αιγίδα του Κενού Χώρου, οδός Αγησιλάου 77 Κεραμικός, διεύθυνση Ευαγγελία Θαλασσινή και Βασιλική Ροδίου. Διατηρεί ορισμένα στοιχεία προφορικότητας, αλλά μετά από παράκληση να υπάρξει ηλεκτρονική ενημέρωση δημοσιεύεται εδώ. Σε γραπτή μορφή, σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς προοριζόταν για άρθρο σε ειδικό επιστημονικό περιοδικό. 
Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email