© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Ζαχαρία Στουφή: ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ


Έτσι καθώς βλέπουμε τα κοσμήματα στις βιτρίνες, στις διαφημίσεις, τα περιοδικά και πάνω στους ανθρώπους που τα φορούν, τα εκλαμβάνουμε σαν ένδειξη πλούτου και σαν στάση ζωής απέναντι στη χλιδή και την ευημερία. Τα συνδυάζουμε με τον γάμο, την βάπτιση αλλά και τον έρωτα, μιας και τα μοντέλα που τα διαφημίζουν είναι από τα πλέον ερωτικά. Τα κοσμήματα τα ταυτίζουμε με τη γυναίκα, αλλά κυρίως με τη ζωή γιατί όλα αυτά που προανέφερα την προϋποθέτουν.
Γεγονός είναι πως δεν έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τα κοσμήματα με τον θάνατο, αλλά είναι αλήθεια πως τα χρησιμοποιούμε στον θάνατο, γι’ αυτό σε τούτο το κείμενο θα προσπαθήσω να δώσω τη σχέση κοσμήματος - θανάτου και τα συμπεράσματα δικά σας.
Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα των ανασκαφών, από την αρχαιότητα πολλοί λαοί, ανάμεσά τους και οι Έλληνες, στόλιζαν με κοσμήματα τους νεκρούς τους. Το νεκρικό στόλισμα δεν αφορούσε μονάχα στα κοσμήματα, αλλά προεκτεινόταν στα ενδύματα, στα υποδήματα, στο μακιγιάζ και στο χτένισμα, προκειμένου να έχει την ωραιότερη εικόνα του στο ταξίδι για τον Άδη. Το κόσμημα είναι βασικό μέρος του καλλωπισμού και της ενδυμασίας και συνήθως είναι από χρυσάφι ή ασήμι, ενώ όταν έχει πετράδια αυτά είναι πολύτιμα.
Στην αρχαία Ελλάδα, ένας «κλάδος» της αργυροχρυσοχοΐας ήταν το νεκρικό κόσμημα, το οποίο εντοπίζουμε στις ανασκαφές με δύο κυρίως μορφές. Η μία μορφή είναι αυτή της «απομίμησης» πραγματικών κοσμημάτων. Πρόκειται, δηλαδή, πάλι για χρυσό ή ασημένιο κόσμημα, μονάχα που αποτελείται από μία πολύ λεπτή φλοίδα του πολύτιμου μετάλλου, το οποίο έχει «χτυπημένα» διακοσμητικά και αναπαριστά κολιέδες, μενταγιόν και βραχιόλια. Λέω ότι αναπαριστά, γιατί τα πραγματικά βραχιόλια και οι κολιέδες είναι πολύ πιο χοντρά, με σκαλισμένες παραστάσεις ή διακοσμητικά και το βάρος τους σε χρυσό δεκάδες φορές μεγαλύτερο. Αυτό σημαίνει ότι για λόγους οικονομίας δεν έθαβαν αξιόλογα κοσμήματα, είτε γιατί δεν υπήρχαν είτε γιατί ανήκαν στα θηλυκά της οικογένειας και ήταν τόσο πολύτιμα που αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία κληρονομιάς.  Όλα αυτά δεν αποκλείουν την ταφή των γυναικών (κυρίως νεαρής ηλικίας) με πραγματικά κοσμήματα. Εξάλλου, έχουν βρεθεί και τέτοια σε ανασκαφές αρχαίων τάφων, αλλά στην πλειονότητά τους είναι δαχτυλίδια και σκουλαρίκια.
Η άλλη μορφή της αρχαίας νεκρικής αργυροχρυσοχοΐας είναι αυτή που αφορά στους τάφους των βασιλιάδων, με πιο γνωστή την περίπτωση της Μακεδονίας. Σε αυτήν την περίπτωση, το χρυσάφι, το ασήμι και οι πολύτιμοι λίθοι δεν χρησιμοποιούνται κατ’ οικονομία αλλά καθ’ υπερβολή. Ολόχρυσες σαρκοφάγοι, νεκρικές μάσκες από χρυσό και στεφάνια φτιαγμένα με συνδυασμό πολύτιμων μετάλλων και λίθων, είναι λίγοι από τους θησαυρούς που έχουν έρθει στο φως. Δεν πρέπει, όμως, από τους αρχαίους χρόνους να μην αναφερθούμε και στα φαγιούμ που σαν νεκρικές απεικονίσεις (μιας και φτιάχτηκαν για να μπουν στον τάφο) εικονίζουν τις γυναίκες με τα κοσμήματά τους.
Με το πέρασμα των αιώνων και την καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημη θρησκεία των Ελλήνων, τα κοσμήματα συνέχισαν να κοσμούν τους ανθρώπους αλλά και τους νεκρούς. Εκτός από τα μοιρολόγια, αυτό μαρτυρείται και σε άλλα ταφικά έθιμα που έχουν επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας. Χαρακτηριστικό είναι το μοιρολόι που έχει καταγραφεί στο χωριό Λιθακιά της Ζακύνθου το 1965 και αναφέρεται στη σημασία που έχει η βέρα στο χέρι του νεκρού.

(απόσπασμα) 
…………………………………..
Ω! μη μου τη σκεπάσεις ουρανέ –ω, μανούλα μου
μη μου την πλακώσεις χώμα
Ω! δώσ’ του τη βέρα τη χρυσή
να πάρει άλλη γυναίκα
Ω! με δώδεκα πουκάμισα
και δεκατρία γελέκα
δώσ’ του τη βέρα τη χρυσή
να πάρει άλλη γυναίκα.

            Ήταν συνηθισμένο στα χωριά της Ζακύνθου (μερικές φορές ακόμα και σήμερα) να θάβουν τους νεκρούς με τη βέρα τους, όπου σε πολλές περιπτώσεις ήταν και το μοναδικό τους κόσμημα (οι γυναίκες είχαν και σκουλαρίκια ονομαζόμενα βεργέτες). Στο συγκεκριμένο μοιρολόι η κόρη που θρηνεί τη μητέρα της, την ικετεύει να αφήσει τη βέρα της στον πάνω κόσμο, προκειμένου με αυτήν ο πατέρας της να νυμφευθεί άλλη γυναίκα. Αυτή η έκκληση γίνεται επειδή ο πατέρας μπορεί να είναι ακόμη νέος ή τα παιδιά του να είναι κορίτσια και να έχουν παντρευτεί σε σπίτι με πεθερικά, οπότε να μην είναι σε θέση να τον γηροκομήσουν.
            Η έκκληση για τη βέρα δεν γίνεται για οικονομικούς λόγους, αλλά λόγω προλήψεων, μιας και πιστεύεται πως αν ο νεκρός φοράει τη βέρα του, παίρνει μαζί του και τον γάμο του, δεσμεύοντας έτσι τον εναπομείναντα σύντροφό του. Δηλώνει αιώνιο δέσιμο η βέρα που κατεβαίνει στον Άδη, ενώ η παραχώρησή της στον/ην σύντροφο σημαίνει την αποδέσμευση από τον γάμο που έτσι και αλλιώς διέκοψε ο θάνατος και την ελευθερία του/ης να ξαναπαντρευτεί. Πάντως για τη βέρα σε σχέση με τον θάνατο έχω ακούσει και μαρτυρίες για γριές (που αν και ήταν ήδη χήρες), όταν άρχισαν το χαροπάλεμα, έβγαλαν τη βέρα τους για να μπορέσουν να ξεψυχήσουν, θαρρείς και πίστευαν πως η βέρα στο δάχτυλο θα τις κρατούσε με τη βία στη ζωή, κάνοντας πιο επώδυνο το ψυχομαχητό τους.
            Εκτός από τη βέρα και τα σκουλαρίκια, στη νεότερη εποχή όχι μόνο γυναίκες αλλά και άντρες θαβόντουσαν με το ρολόι χειρός φορεμένο, με καδένες, δαχτυλίδια, κ.ά. Οι νεαρές κοπέλες που πέθαιναν ανύπαντρες-παρθένες, προκαλούσαν τεράστια θλίψη και από την αρχαιότητα μέχρι και το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα την στόλιζαν νύφες και εκτός από τις τιμές του γάμου, οι νύφες, ως γνωστόν, είναι γεμάτες κοσμήματα. Εδώ νομίζω πως πρέπει, σε σύγκριση με τα φαγιούμ, να αναφερθώ και στις φωτογραφίες που επιλέγουν οι οικείοι των νέων κοριτσιών της εποχής μας να βάλουν ως ανάμνηση στον τάφο τους. Είναι φωτογραφίες από κάποια «επίσημη» εκδήλωση της ζωής τους και πολλές φορές απεικονίζονται με τα κοσμήματά τους φορεμένα.
            Τα κοσμήματα στους νεκρούς διακόπηκαν απότομα όταν το ντύσιμό τους το ανέλαβαν τα γραφεία τελετών. Όχι μόνο επειδή τους νεκρούς δεν τους έντυναν σπίτι, αλλά γιατί οι συγγενείς φοβόντουσαν και την κλοπή των κοσμημάτων. Αυτή η συνήθεια του λαού να βάζει τα κοσμήματα στους νεκρούς του, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, δημιούργησε μία κατηγορία ληστών, που χωρίζεται σε τυμβωρύχους αρχαιοκάπηλους και σε απλούς τυμβωρύχους. Οι πρώτοι εντοπίζουν τα αρχαία νεκροταφεία και οτιδήποτε βρουν εκεί, επιτύμβιες στήλες, πήλινα αγγεία αλλά και κοσμήματα, έχουν μεγάλη αξία. Οι απλοί τυμβωρύχοι ανοίγουν τους τάφους στα σύγχρονα και εν ενεργεία νεκροταφεία, μιας και η ταφή χωρίς χώμα τους παρέχει τεράστια ευκολία. Κλέβουν από εκεί κοσμήματα, χρυσά δόντια και πολύτιμα μέταλλα που είχαν χρησιμοποιηθεί σε χειρουργεία για την αποκατάσταση καταγμάτων.
            Όμως, καλύτερα να μην ξεφύγουμε από το θέμα. Και όπως είπα αρχικά, τα συμπεράσματα δικά σας.

ΜΟΤΣΑΡΤ, Η ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑ ΤΟΥ ΤΙΤΟ / ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΟΠΕΡΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ήταν σε καλή ώρα ο Όμιλος  Antenna και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όταν το 2011 αποφάσισαν να συνεργασθούν με τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης για μία τριετία [2911-2914] και να αναμεταδίδουν τις εκπληκτικές παραστάσεις της στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη και σε πέντε ακόμα πόλεις της Ελλάδος, όπου η πληρότητα, όπως μαθαίνουμε, είναι εντυπωσιακή.  Καλό θα ήταν να διευρυνθεί όσο γίνεται περισσότερο ο κύκλος των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, “The MET Live in HD” πόλεων, ώστε να έχουν την ευκαιρία και τη χαρά και άλλοι συνάνθρωποί μας να παρακολουθούν τις σπουδαίες αυτές παραστάσεις.

Το 2013 συμπληρώνονται 130 χρόνια από την ίδρυση της διάσημης Όπερας, η οποία στην αρχή στεγάστηκε μεταξύ Broadway και 39ης Λεωφόρου ώς τη μεταφορά της στο Lincoln Center όπου το Σεπτέμβρη του 1966  έγιναν τα εγκαίνια της εγκατάστασής της. Από το ξεκίνημά της σπουδαίοι καλλιτέχνες από όλα τα μέρη του κόσμου, αναφέρουμε ενδεικτικά τον Enrico Carouzo, τη Μαρία Κάλλας, τους θρυλικούς Μαέστρους Mahler, Toscanini, Bruno Walter, τον δικό μας Δημήτρη Μητρόπουλο, καλούνται να λάβουν μέρος στις  παραστάσεις της διάσημης Όπερας. Ο James Levine, μουσικός διευθυντής της για 40 χρόνια, παρέδωσε  από το 2011 στον  Fabio Luisi τα ηνία της μουσικής διεύθυνσης του θεάτρου.

Η επιλογή σημαντικών προσωπικοτήτων της τέχνης και η άρτια προετοιμασία της Όπερας είναι εγγύηση για το αποτέλεσμα. Μεγάλο επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συνεντεύξεις των καλλιτεχνών, του μαέστρου, του σκηνοθέτη, του διευθυντή σκηνής που παίρνουν ντίβες της όπερας κατά τη διάρκεια του διαλείμματος και αποκαλύπτουν τα μυστικά των παρασκηνίων στους θεατές. Στη συγκεκριμένη παράσταση τής 1η Δεκεμβρίου του 2012 οικοδέσποινα στο Live in HD ήταν η Αμερικανίδα mezzo-soprano Susan Graham.
Δύσκολο να ξεχωρίσουμε  την καλύτερη, μέχρι σήμερα, παράσταση της Όπερας της ΜΕΤ, που παρακολουθήσαμε. Θα σταθούμε στο φαινόμενο Μότσαρτ. Δεν τον ονόμασαν τυχαία «Αγαπημένο των Θεών». Σε κάθε νότα σε κάθε μελωδία νιώθει κανείς την παρουσία  του Θεού όπως νιώθει την ανάσα Του όταν περιδιαβαίνει μόνος  στη μαγεία της Φύσης.
La Clemenza di Tito”, «Η Μεγαλοψυχία του Τίτο»  είναι η τελευταία  όπερα του Μότσαρτ. Περί τα μέσα Αυγούστου του 1791 ενώ ήταν αφοσιωμένος στη σύνθεση του Μαγικού Αυλού, το Εθνικό Θέατρο της Πράγας τού ζητά να συνθέσει μια όπερα για τις προγραμματισμένες στις 6 Σεπτεμβρίου του 1791 εορταστικές εκδηλώσεις της στέψης του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄, αντί του ποσού των διακοσίων δουκάτων. Τη σημαντική αυτή παραγγελία που αποτελεί αναγνώριση της συνθετικής ικανότητάς του, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό, την αποδέχεται ο συνθέτης. Και, αγνοώντας τον ελάχιστο χρόνο που έχει στη διάθεσή  για να περαιώσει ένα απαιτητικό έργο, ρίχνεται νυχθημερόν στη δουλειά, αφού πρέπει παράλληλα να εργαστεί σκληρά για την ολοκλήρωση του  Μαγικού Αυλού, αλλά και του Ρέκβιεμ, τελευταία παραγγελία  ενός  μυστηριώδους αγνώστου.
Αν και βαριά άρρωστος η εσωτερική φλόγα της έμπνευσης δεν τον εγκαταλείπει. Απεναντίας, φουντώνει και τον μετουσιώνει σε Θεϊκό Πλαστουργό, δημιουργώντας εξαίσια Μουσικά Μνημεία, που διατρέχουν την αιωνιότητα! 
Το λιμπρέτο, «Η Μεγαλοψυχία του Τίτο» ήταν του διάσημου Ιταλού ποιητή  Μεταστάζιο [1698-1782], γραμμένο το 1734 για τον Antonio Caldara. Το ίδιο λιμπρέτο χρησιμοποίησαν για τις δικές τους όπερες  πάνω από 40 συνθέτες  ανάμεσά τους ο Γκλουκ και ο Σκαρλάττι.  O Μότσαρτ συνέθεσε την Opera  Seria    σε δύο πράξεις   πάνω στο διασκευασμένο λιμπρέτο  του Κατερίνο Ματσόλα. Στην πρώτη παράσταση, στο Estates Theatre της Πράγας, τον ρόλο του Σέστο ερμήνευσε ο διάσημος Ιταλός σοπράνο-καστράτο Domenico Bedini.
Ο θρυλικός Γάλλος σκηνογράφος  Jean Pierre Ponnelle  με την υψηλής αισθητικής  σκηνοθεσία του, τα εντυπωσιακά σκηνικά,  τα κοστούμια και τους ωραίους φωτισμούς του  Gil Wechsler, μας μεταφέρει στη Ρώμη του Α΄ αιώνα π. Χ  όπου διαδραματίζεται η υπόθεση της Όπερας. Η αρχική απόφαση του ρωμαίου  αυτοκράτορα Τίτο,  να παντρευτεί  τη Βερενίκη κόρη του βασιλιά της Ιουδαίας, ματαιώνεται από τον ίδιο και επιλέγει στη θέση της τη  Σερβίλια, αδελφή του πιστού του φίλου Σέστο.  Εξοργισμένη η Βιτέλια, κόρη πρώην αυτοκράτορα, καθώς  επιθυμεί να καθίσει η ίδια στο θρόνο της Ρώμης, εκμεταλλεύεται την αγάπη που της έχει ο  Σέστο, και του αναθέτει να   δολοφονήσει τον Τίτο. Ανήμπορος να αντισταθεί στον έρωτά του, ο Σέστο, δέχεται. Αλλά ο αυτοκράτορας και πάλι αλλάζει γνώμη όταν μαθαίνει από τη Σερβίλια ότι αγαπά τον Άννιο πιστό φίλο του αδελφού της κι έχει υποσχεθεί να τον παντρευτεί. Τότε ο Τίτο επιλέγει την Βιτέλια για σύζυγο, η οποία όμως αγνοούσε αυτή την απόφασή του, όταν έστελνε τον ερωτευμένο Σέστο να πυρπολήσει το Καπιτώλιο και να τον σκοτώσει. Τραγική ειρωνεία,   το Καπιτώλιο καίγεται καθώς τής γνωστοποιούν την απόφαση του αυτοκράτορα να την παντρευτεί. Ευτυχώς, η απόπειρα δολοφονίας   αποτυγχάνει χωρίς οι συνωμότες να το γνωρίζουν. Ο  δολοφόνος  ζητά μέρος να κρυφτεί και πνιγμένος στις τύψεις θέλει να ομολογήσει το έγκλημά του αλλά η Βιτέλια τον αναγκάζει να σιωπήσει. Όταν ο Σέστο μαθαίνει ότι ο αυτοκράτορας ζει, ομολογεί την πράξη του και ζητά συγχώρεση αλλά η Γερουσία τον καταδικάζει σε θάνατο. Αμέσως ο Άννιο τρέχει στον Τίτο, επικαλούμενος την ευσπλαχνία του. Ο αυτοκράτορας διστάζει να υπογράψει την απόφαση της Γερουσίας πριν μιλήσει  με τον Σέστο. Μένοντας  μόνοι, ο ένοχος, του εξομολογείται ότι δεν επιζητούσε το θρόνο του, αποκρύπτοντας την εμπλοκή της αγαπημένης του. Ο Τίτο δεν ικανοποιείται από τις απαντήσεις του  και τον διώχνει ενώ ακούει την παράκλησή του να θυμηθεί τη φιλία τους. Ο αυτοκράτορας παλεύει, υπογράφει και σχίζει την εντολή. Δεν είναι τύραννος, δεν μπορεί να συναινέσει   στην εκτέλεση του φίλου του. Μόνο η Βιτέλια που την εκλιπαρούν ο Άννιο και η Σερβίλια μπορεί να τον σώσει. Εκείνη αντιλαμβάνεται στο τέλος ότι δεν αξίζει να  θυσιάσει τη ζωή  του Σέστο για το θρόνο και ομολογεί το έγκλημά της. Ο Τίτο, όχι μόνο συγχωρεί τον επίδοξο δολοφόνο του, αλλά απαλλάσσει από όλες τις κατηγορίες τους συνωμότες, ενώ ο λαός της Ρώμης υμνεί τη μεγαλοψυχία του!
Το θέμα που πραγματεύεται το λιμπρέτο της συγκεκριμένης όπερας αποτελεί αξιοθαύμαστη επιλογή, αφού έμμεσα  μεν αλλά όμως με σαφήνεια, υποδεικνύει προς τον μέλλοντα βασιλέα τον τρόπο διακυβέρνησης του κράτους. Ας μη λησμονούμε ότι ο Τίτος έλαβε την προσωνυμία και έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «Αγάπη και χάρμα του ανθρωπίνου γένους».
Όλοι οι ρόλοι ερμηνευμένοι θαυμαστά από τους καλλιτέχνες ανέδειξαν την μεγαλοφυή γραφή του Μότσαρτ. Οι δύο όμως ωραίες κυρίες σε ρόλους ανδρών ήσαν αξεπέραστες με τις  Αγγελικές φωνές τους. Η mezzo-soprano από τη Λετονία  Elina Garanca ήταν μοναδική στο ρόλο του νεαρού ερωτευμένου αριστοκράτη Σέστο. Με εκπληκτική τεχνική, με τέλεια φωνητική άρθρωση και εκθαμβωτικό ηχόχρωμα μαζί με την Αμερικανίδα mezzo-soprano Kate Lindsey στο ρόλο του πιστού φίλου Άννιο έδιναν την αίσθηση ότι κατέρχονταν από το μαγικό κόσμου του μοτσάρτειου ονείρου! Στον ομώνυμο ρόλο του γαλήνιου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, ο Ιταλός τενόρος Giuseppe Filianoti πρόβαλε όλες τις αρετές και την πραότητα του ήρωα. Η Αγγλίδα  σοπράνο  Lusy Crowe ανέδειξε το λυρισμό τής Σερβίλια, ενώ η Ιταλίδα σοπράνο Barbara Frittoli, ερμήνευσε με πάθος την εκδικητική και ραδιούργα Βιτέλια και ο λαμπερός  βαρύτονος Oren Gradus ως Πούμπλιο συμπλήρωσε επάξια τον κύκλο των ερμηνευτών. 
Στη φαντασμαγορική αυτή παράσταση, σημαντικότατο ρόλο έπαιξε ο Άγγλος Αρχιμουσικός Harry Bicket, ειδικευμένος στη μουσική Μπαρόκ, που οδήγησε τους Μονωδούς, τη Χορωδία και την Ορχήστρα σε  ερμηνείες αψεγάδιαστες! 

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email