© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΣΤΟΝ ΚΑΔΟ ΜΟΥ (διήγημα)

«Τι ώρα είναι;» μονολόγησα. Κοίταξα από μακριά το ρολόι του σταθμού. «Αλλοίμονο, το 'χασα πάλι το τρένο».

Γυρίζω πίσω και στέκομαι στην ουρά. Σκύβω, δένω δήθεν το παπούτσι μου και σηκώνομαι με το αναμμένο κατοστάρι στο στόμα.

- Απαγορεύεται το τσιγάρο, μου λέει ο μπροστινός μου, σκουπίζοντας τη φέτα από πάνω του. Τι να απαντήσω; Τον κοιτάω στο στόμα. Φυσάω τον καπνό κατευθείαν στα μάτια του.

– Ντροπή, ακούω κάποιον να λέει.

Το ξανακάνω και φυσικά το θύμα, με αίσθηση αηδίας, πετάει την τυρόπιτα κατευθείαν στον κάδο. Γελάω. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να μπω στη δίαιτα από αύριο. Τρώω το αλμυρό και μετά αδειάζω το κουτί με τα ληγμένα σοκολατάκια. Πίνω μονορούφι ό,τι αφήνει η κυρία με τις γόβες. Δεν φτάνει. Κοιτώ γύρω μου και ορμώ. Κι όμως πάλι πεινάω. Η αλήθεια είναι ότι έχω παχύνει τελευταία. Όλο λιπαρά και τοξίνες. Σαβουριάζω. Κι έπειτα σκέφτομαι και κείνα τα καλοχτενισμένα παιδιά που τελευταία παίζουνε κυβέρνηση και μου 'ρχεται εμετός.

Περνάω απέναντι. Ανοίγω το καπάκι. Είναι πεντακάθαρα. Στα σίγουρα έχω πιάσει το καλύτερο πόστο στην πόλη. Είμαι στο κέντρο και η υπηρεσία καθαριότητας περνάει τρεις φορές την ημέρα. Τα κάνει όλα αγνώριστα. Ακόμη και χλωρίνη ρίχνουν για να μυρίζει άνοιξη, καταμεσής του χειμώνα.

Κάνει κρύο. Φορώ αδιάκοπα διπλές κάλτσες και γενικά δείχνω κινούμενη μάζα. Θα έλεγα κρεμμύδι, αλλά με πιάνουν τα κλάματα... Δεν είμαι ο άνθρωπος για συγκινήσεις εγώ. Αυτό απαιτεί ανέσεις και τούτες τις έχασα, όταν πρωτοκοιμήθηκα νύχτα κοντά στην Ακρόπολη. Αντί για το πνεύμα του Διονύσου αντίκρισα τον μπάτσο κάποιου κουρεμένου με την ψιλή, που μου μίλαγε για την πατρίδα και την θρησκεία.

Αξέχαστη νύχτα. Και είχε πανσέληνο. Τουλάχιστον όσο θυμάμαι, γιατί μετά από τη συνάντηση, βρέθηκα μόνος ξανά στο ράντζο, έξω από τα επείγοντα. Μου φέρθηκαν άψογα. Με ψηλάφισαν από απόσταση και μου έριξαν σπρέι επάνω στο τραύμα. Κάτι για παραμονή μού είπαν, μα εγώ το έσκασα μαζί με τα απορρίμματα που έβγαιναν από την πίσω πόρτα. Κεφάλι πρησμένο και μάτι κλειστό. Ήταν η μέρα που ο αντιπρόεδρος κάτι έλεγε για κοπρίτες. Το άκουσα όταν με ξεφόρτωσαν μαζί με τα υπόλοιπα σκουπίδια. Ήτανε θέμα. Με αυτό σαν απόηχο με πήρε ο ύπνος. Τι άνετα που ήταν!... Ζεστά και να μυρίζει κουζίνα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου. Εκεί έκανα τα χέρια μου φτερά και μετά από γρήγορο τρέξιμο απογειώθηκα. Πέταγα. Όλο και πιο ψηλά. Έφτασα κοντά στον ήλιο. Στοργή και ασφάλεια.

«Εδώ», φώναξα, «αφήστε με για πάντα».

Τι το ’θελα; Εκατοντάδες μικρές μύγες με άκουσαν και μου επιτέθηκαν από παντού. Έκανα ανάποδα πλάνα, τσαλιμάκια στον αέρα, μικρές και μεγάλες στροφές. Τίποτα. Οι αφιλότιμες, όλο και πιο πολλές, όλο και πιο άγριες με κυνηγούσαν παντού. Δεν είχε ο ουρανός τόπο για να κρυφτώ.

Έτσι άρχισε το χαμήλωμα. Στην αρχή κράτησε λίγο. Όσο για να τις πείσω ότι δήθεν καταρρίφθηκα. Ύστερα αναγκάστηκα να πέσω σε ύψος αρκετά και τότε κάτι χάλασε στη μηχανή του ονείρου. Από μακριά είδα το κίτρινο φως ενός περιστρεφόμενου γλόμπου. «Ευτυχώς, με είδαν και ετοιμάζονται για τη διάσωση. Θα στήσουν ένα τεράστιο τραμπολίνο και φυσικά, αφού γκελάρω θα απογειωθώ εκ νέου», σκέφτηκα και συνέχισα να χαιρετάω τα ύψη. Και έπεφτα, έπεφτα και οι μύγες μιλιούνια να με ακολουθούν. Μ' έπιασε δύσπνοια.

«Πεθαίνω», ψέλλισα και βράχηκα από την απελπισία μου. Κοίταξα κάτω και είδα μια χοάνη γεμάτη χρώματα και ένα μαχαίρι που έπεφτε με βάρος πάνω τους.

- Άνθρωπος, άνθρωπος! άρχισε κάποιος να ουρλιάζει.

Πετάχτηκα όρθιος, είχα σωθεί. Έκανα το σταυρό μου, βγήκα από το απορριμματοφόρο και περπάτησα.

«Σκατογειτονιά», είπα κι αποφάσισα να μεταναστεύσω αλλού.

Από τότε δεν εγκαταλείπω τον κάδο μου. Δεν τον διαπραγματεύομαι με κανέναν και για τίποτα. Βαστάω μαχαίρι στην τσέπη και περιμένω. Περιμένω τον Δαίδαλο να μου φτιάξει φτερά, να φύγω για πάντα, μακριά από τις άτιμες μύγες, που ακόμη με καταδιώκουν.

[Στη φωτό: Έργο του Κώστα Τσόκλη]

Περικλή Παγκράτη: ΚΑΛΒΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ

Παρά τη δεδηλωμένη πρόθεση να κινητοποιήσει με την έκδοση των Ωδών τη συλλογική συνείδηση πάνω στο θέμα του ελληνικού απελευθερωτικού Αγώνα, ο Ανδρέας Κάλβος εμφανίζεται κάποτε αναπάντεχα εξομολογητικός: εκφράζοντας το βίωμα του ξεριζωμού, τον σπαραγμό της απώλειας, την a priori απόσταση απ' την εξουσία.

«Ο Φιλόπατρις», η αισθαντικότερη, αλλά και η πλέον προσωπική απ' τις Ωδές του, αποτυπώνει έκτυπα το ανομολόγητο ψυχικό τραύμα του παιδιού, που υπό άγνωστες συνθήκες υποχρεώνεται να εγκαταλείψει περίπου δέκα ετών τη γενέτειρα Ζάκυνθο και τη μητρική αγκάλη. Η γενέτειρα θα είναι πάντα για τον Ποιητή ο επίγειος παράδεισος που τον στερήθηκε πρόωρα, η γενεσιουργός πηγή των πρώτων ενδιαφερόντων, η υποσυνείδητη χαρά, η χαρά των ονείρων, η ασύγκριτη εν μέσω μεγαθηρίων μικρή, αλλά ωραία και μόνη και θαυμασία και φιλτάτη Νήσος. Η διηνεκής βούληση επιστροφής δηλώνεται με τον εξορκισμό του θανάτου σε ξένη γη και την ευχή του τελικού ύπνου στην πατρίδα. Κι όμως, η υποκειμενική αυτή εκκίνηση των Ωδών δεν θα μείνει μετέωρη στο corpus των είκοσι συνθεμάτων, τα οποία στο σύνολό τους προσεγγίζουν την εν πολλοίς αντικειμενική επικαιρικότητα σημαντικών γεγονότων του Αγώνα. Η λαχτάρα για την αναγέννηση της μεγάλης πατρίδας πυρώνεται στη φλόγα της μικρής γενέτειρας.

Ο ξεριζωμός απ' τη γενέτειρα συνεπιφέρει και την απώλεια της μητέρας, που αποτελούσε την των πρώτων του χρόνων «σταθεράν παρηγόρησιν». Δεν είναι μόνον ο αποχωρισμός. Επεται ο σπαραγμός του θανάτου. Κατά τον χρόνον συγγραφής των Ωδών έχει μεσολαβήσει ο θάνατος της μητέρας, της μικρής κόρης και της πρώτης συζύγου. Για τον θάνατο της κόρης σιωπά στην επίσης εξομολογητική Ωδή «Εις θάνατον». Ίσως γιατί αποτελεί αξεπέραστο γεγονός τη στιγμή που επιχειρεί να συμφιλιωθεί με το «άφευκτον» της μίας και μόνης οδού που «εις τον τάφον φέρει». Παροδική, εξάλλου, είναι και η μνεία της πρώτης συζύγου, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των «τρυφερών γυναικών», που ο θάνατος αγκάλιασε. Αλλά υπάρχει ατέρμων τρυφερότητα στην εξομολόγηση της «απείρου αβύσσου» που τον χωρίζει από την ερωτική σύντροφο - «το στόμα που εφίλησα τόσες φορές, με τόσην θερμοτάτην αγάπην».

Η Ωδή «Εις θάνατον» είναι αφιερωμένη στη μητέρα. Δεν ομολογείται η πρόωρη απώλεια. Ομολογείται η ο ρ ι σ τ ι κ ή απώλεια. Και εφευρίσκεται η υπό τύπον «φάσματος» εμφάνισή της, για να δικαιολογήσει την επιζητούμενη συμφιλίωση με το «ανέκφραστο μυστήριο του θανάτου». Είναι φανερό πως η μητρική απώλεια δεν ξεπεράστηκε. Η οριστικότητά της δεν παρέχει δυνατότητα επανόρθωσης, παρά μόνον τη συμφιλίωση με το «άφευκτον». Ο Ποιητής εφεξής επιχειρεί να αντικειμενικοποιήσει το προσωπικό συναίσθημα, απαιτώντας από την «ανδρική καρδία να ρίψει τον φόβον». Γιατί η Αρετή («αμάργαρος», «ολόγυμνος», «αυτάγγελτος») οφείλει να αψηφά τον θάνατο. Ο Ποιητής προσπαθώντας να πείσει εαυτόν ότι επήλθε η συμφιλίωση, άραγε πείθει τους άλλους; Μένει κενό! Η διαβεβαίωση «Δεν με θαμβώνει πάθος/κανένα, εγώ την λύραν/κτυπάω και ολόρθος στέκομαι/σιμά εις του μνήματός μου/τ' ανοικτόν στόμα», συνεκτιμάται ως η εκπληκτική κατακλείδα της εσωτερικής ρητορικότητας της Ωδής «Αι ευχαί» -μιας Ωδής που επικεντρώνεται στην αποκάλυψη της πικρής εμπειρίας της ψευδούς προστασίας των ισχυρών της Γης προς τη μαχόμενη πατρίδα. «Παρά προστάτας νάχωμεν...».

Αντιθέτως, ο καλβικός βίος ακαταπαύστως επιβεβαιώνει μιαν άλλην διαβεβαίωση: «Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/πλούτη ή μεγάλα ονόματα/Με ποτέ δεν εθάμβωσαν/σκήπτρων ακτίνες». Η ρήξη με την εξουσία προαναγγέλλεται - αν όχι ρήξη, αποστασιοποίηση. Και αυτό γίνεται ο κανόνας μιας ολόκληρης ζωής... Ακολουθούν η σιωπή και η άγνωστη μορφή.

[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 16. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]

Βασίλη Ζηλάκου: ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΔΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ «Ο ΩΚΕΑΝΟΣ»

Ο Σπανδωνίδης, σε άρθρο του στο Περιοδικό Νέα Γράμματα (Οκτώβριος 1935), γράφει για τη 10η Ωδή του Κάλβου: «είναι ένα βαγνερικό κομμάτι, καθώς είπαν, κ' ένα καθαρό, κρυστάλλινο ποίημα». Ο Σωτηριάδης, στην τέταρτη διάλεξή του περί ελλήνων ποιητών του ΙΘ' αιώνα (Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, 1916), θεωρεί πως το ποίημα «είναι η ιστορία της Ελλάδας». Σύσσωμη η γνώμη της κριτικής όλων των περιόδων εκλαμβάνει τον «Ωκεανό» ως την πιο εντελή σύνθεση του ζακυνθινού δημιουργού. Πρώτον, το ποίημα καταγράφει την περιπέτεια της Ελλάδας από τα χρόνια της Αλωσης έως την εθνική παλιγγενεσία, και έτσι, με τρόπο ενιαίο και καίριο, παρίσταται σε αυτό η βασική επιδίωξη του εμπνευστή της ως ποιητού: να υμνήσει τον αγώνα και να κινήσει τη συμπάθεια υπέρ αυτού· κατά δεύτερο, εντυπώνεται ως μια τέτοια, καθολικού δηλαδή τύπου, σύνθεση μέσω της έκτακτης μουσικότητας που το διακρίνει - γνωρίσματος αναγκαίου για την αξιολόγηση της παραδοσιακής ποίησης.

Γραμμένη εν γένει σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που όμως χωρίζεται σε δύο ημιστίχια, ώστε να αποφεύγεται η μονοτονία, η Ωδή δημιουργεί ποικίλες αρμονίες. Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες 19. Εντούτοις, στη συγκεκριμένη, η συχνή συναρμογή διαφόρων οξύτονων και προπαροξύτονων, καθώς και η απουσία ομοιοκαταληξίας, εντείνουν στον υπέρτατο βαθμό τη δύναμη και το εύρος των ηρωικών στίχων. Αν προσθέσουμε σε αυτά τα χαρακτηριστικά τον τρόπο που ο ίδιος ποιητής χειρίζεται γλωσσικά το ειδικό βάρος του θέματός του -ένδοξο παρελθόν - τουρκοκρατία - ένδοξο παρόν- το ποίημα όντως μετουσιώνεται σ' ένα μουσικό άκουσμα, σε μια έκθεση (exposition au relatif), που παρουσιάζει διαδοχικά όλες τις φωνές και το δραματικό τους υπόβαθρο, καθότι περνά από την αρμονία στη δυσαρμονική συγχορδία (dissonantia), και από αυτήν στη λύση (resolutio). Τα συναισθήματα του αναγνώστη επιβάλλονται καθ' οδόν: από δέος σε θλίψη και νοσταλγία, από θλίψη και νοσταλγία σε διάφεγγη χαρά. Κι ενώ διαρκούν όλα αυτά, ένα μουσικό στοιχείο -ίσως ο ήχος κυμβάλων, ίσως ο ήχος του μεγαλείου- εμφανίζεται πλήρως σωματοποιημένο στη συγκίνηση του αναγνώστη.

Η Ωδή χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη (α'-ε'), αποδίδονται τιμές στη μητέρα πατρίδα και περιγράφεται ο ξεπεσμός της. Στη δεύτερη (ς'-κθ'), με μία εξελικτική ποιητική παρομοίωση, ο Κάλβος παρακολουθεί το χρονικό του ξεσηκωμού. Σε αυτή μάλιστα την ενότητα εμφανίζεται ο Ωκεανός (ο πατέρας των Θεών κατά τον Ομηρο) ως σύμβολο ελευθερίας, αλλά και ως το αντικειμενικό στοιχείο (η θάλασσα) που έπαιξε τον πρωτεύοντα ρόλο στο 1821. Στην τρίτη ενότητα (λ'-λζ), το εικονιστικό στοιχείο περιορίζεται προκειμένου ο ποιητής να εκφράσει την έκρηξη χαράς που αισθάνεται να τον συνεπαίρνει.

Πολλοί κριτικοί, ο Σπανδωνίδης συμπεριλαμβανομένου, θεωρούν πως η τελευταία ενότητα του ποιήματος είναι ανεπαρκής. Ειδικότερα, ισχυρίζονται πως δεν δείχνει την ίδια δύναμη με τις προηγούμενες, γιατί εξαντλείται σε γλωσσικές μεθοδεύσεις, που βρίθουν από χαιρετισμούς, παρορμήσεις, και επιφωνήσεις. Αντίθετα με αυτή την άποψη, πιστεύω πως οι εν λόγω στροφές διασφαλίζουν την ενότητα του έργου και συμπληρώνουν την ανάγνωσή του. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η παράλειψή τους θα απέβαινε μοιραία, τόσο από τεχνικής όσο και από αισθητικής πλευράς.

Αναφέρθηκα ήδη στη μουσικότητα που διακρίνει το έργο, κι επισήμανα εν συντομία πώς η διαδοχική ανάπτυξη των φωνών του δημιουργεί το στοιχείο της δραματικότητας. Αν και αδόκιμη, η μεταφορά εννοιών από τον χώρο της μουσικής αποδείχνεται ενίοτε εργαλείο χρήσιμο για την ταυτοποίηση των ιδιοτήτων ενός έργου. Ετσι, μίλησα για τρία στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ποίημα: την αρμονία, τη δυσαρμονική συγχορδία και τη λύση, και τα οποία αντιστοιχούν γενικώς στις δύο πρώτες ενότητες, αφού τόσο η αρμονία και η δυσαρμονική συγχορδία έχουν κοινό τόπο την πρώτη ενότητα (α'-ε'). Ο αναγνώστης που θα προσπαθήσει να εντοπίσει το στοιχείο της αρμονίας στην πρώτη ενότητα συναντά εκ πρώτης δυσκολία, αλλά μία προσεκτικότερη ματιά μπορεί να του επιστήσει την προσοχή στους πέντε εναρκτήριους στίχους του ποιήματος και στον τόνο της προσφώνησης που αυτοί προτείνουν: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα, / φίλη, γλυκιά πατρίδα μου, / νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε, / νύκτα αιώνων.

Υποβλητικά, ουσιαστικοποιημένα και μη, επίθετα, λέξεις που δημιουργούν παρηχήσεις και μεταμορφώνουν τον γεωγραφικό χώρο της πατρίδας σε σώμα ερωτικό, συνθέτουν το πρώτο επίπεδο της προσφώνησης, από τους στίχους 1 έως 3. Με μια μεγαλόπρεπη και μεγαλειώδη προσφώνηση, λοιπόν, ξεκινά το ποίημά του ο Κάλβος. Σχεδόν ταυτόχρονα όμως, η βίαιη είσοδος της νύχτας -του νυχτερινού ερέβους που εξαπλώνοντας τα πλατέα και πένθιμα εμβόλιά του ολόγυρα στη χώρα, έρχεται να αποκρούσει ώς και τον τελευταίο απόηχο της προϊούσης κατάστασης-, μας διώχνει από τα ξέφωτα της αλήθειας γιατί μετατοπίζει τον τόνο του ποιητή στους αιώνες της ασφυξίας και του θανατερού σκότους. Η γλώσσα αλλάζει, γίνεται σκληρή, και σε κάθε στίχο κυριαρχεί η άρνηση. Ωσπου ο θάνατος ανατρέπεται και η γλώσσα αλλάζει πάλι· γίνεται δροσερή και φωτεινή με υπαινικτικές εικόνες της ερωτικής αμεσότητας και αγαλλίασης και έντονες παρηχήσεις του μ, του φ και χ. Εν κατακλείδι: ένα μουσικό δράμα ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη!

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκτά κεντρική σημασία το ερώτημα σχετικά με την ενότητα της μορφής του ποιήματος. Ποιο στοιχείο του ποιήματος τη διασφαλίζει στον βαθμό που το αποτέλεσμα μάς συγκινεί; Και τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο ενότητα σ' ένα ποίημα σαν αυτό, που υπαινίσσεται μία χρονική ακολουθία γεγονότων, ένα πριν κι ένα μετά; Ποιο, με άλλα λόγια, γνώρισμα του έργου κρατά ενωμένες τις διαφορετικές ιστορικές αναφορές του ποιητή, αφ' ενός, την αναφορά του, σε χρόνο παρελθόντα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και αφ' ετέρου, την αναφορά του, σε χρόνο παρόντα, στα χρόνια του ξεσηκωμού;

Το ότι το ποίημα ξεκινά με μία δοξαστική προσφώνηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο γνώρισμα του έργου, γιατί ακριβώς πετυχαίνει αυτό το αποτέλεσμα. Αν υποθέταμε πως αυτή εξέλιπε από τη σύνθεση, τότε ο αναγνώστης που διαβάζει τα όσα έπονται έως και τη στροφή κθ', ούτε θα μπορούσε να εξηγήσει το ξαφνικό σκοτείνιασμα των στίχων του Κάλβου, ούτε να καταλάβει γιατί ο ποιητής αντιστρέφει, πάλι ξαφνικά, το ύφος του και τη γλώσσα του. Η προσφώνηση όχι μόνο θέτει τον ορίζοντα μέσα στον οποίο κινείται ο μελιχρός λόγος του ποιητή στις στροφές α' έως ε', ούτως ειπείν, η Ελλάδα, αλλά και μας κάνει να δούμε την αναγέννηση του Γένους των Ελλήνων ως επιστροφή στην πρότερη λάμψη (ς'-κθ').

Είναι σε αυτό το σημείο που εγείρεται το ακανθώδες ζήτημα της τρίτης ενότητας (λ'-λζ'). Τεχνικώς το ποίημα ολοκληρώνεται στην στροφή κθ', γιατί σε αυτό το σημείο επέρχεται η τελική λύση του δράματος, η κάθαρση: Ούτως, εάν την δύναμιν / άκουσον των πτερύγων / οι αετοί, το κτύπημα / των βρόντων υπερήφανοι / καταφρονούσι. Είναι άραγε τόσο απλά τα πράγματα; Ο Σπανδωνίδης μάς λέει ναι. Όμως η προσφώνηση του Κάλβου μας λέγει άλλα. Την υπενθυμίζω: Γη των θεών φροντίδα, / Ελλάς, ηρώων μητέρα / φίλη, γλυκεία πατρίδα μου... Με ηθικώς επιμελημένο τρόπο ο ποιητής διαχωρίζει το υψηλό (γη των θεών, γη των ηρώων) από το ταπεινό (γη που είσαι πατρίδα μου), και άρα, το αντικειμενικό από το υποκειμενικό ή το πνευματικό (ιστορικό) από το σωματικό. Εάν θεωρήσουμε πως το αντικειμενικό βρίσκει την ολοκλήρωσή του με το τέλος της δεύτερης ενότητας -αφού η Ελλάδα ξαναγίνεται η χώρα των θεών και των ηρώων-, τότε τί γίνεται με το υποκειμενικό μέρος της προσφώνησης, αυτό που αφορά τον ποιητή και όλους εκείνους που αυτός εκφράζει, εν δυνάμει όλους τους Ελληνες; Κανείς θα μπορούσε να ισχυριστεί πως η ηθική ικανοποίησή τους συνεπάγεται από την εξέλιξη των δύο προηγούμενων ενοτήτων. Εντούτοις, κοινός τόπος παραδοχής είναι πως στην ποίηση κάτι μπορεί να υπάρξει στον βαθμό που γράφεται. Κατά δεύτερο, το ποίημα, το κάθε ποίημα, είναι ένας ζωντανός οργανισμός - πόσω μάλλον ένα ποίημα σαν την Ωδή του Κάλβου, όπου ποιητής και θέμα συνδέονται ουσιαστικά. Είναι, συνεπώς, φυσική και απολύτως νόμιμη η ελεύθερη έκφραση του ποιητικού υποκειμένου, έστω και με χαιρετισμούς, παρορμήσεις και επιφωνήσεις, όταν το θέμα για τον οποίο γράφει τον αφορά τόσο άμεσα όσο η Ελλάδα τον στρατευμένο Κάλβο. Και έπειτα, ποιος μας λέγει πως η τρίτη ενότητα δεν αποδίδει τα λόγια όλων των ελεύθερων Ελλήνων; Ποιος τελικά αποφασίζει για το αν η τρίτη ενότητα είναι αντανάκλαση μιας υποκειμενικής ή μιας αντικειμενικής συγκίνησης; Έτσι κι αλλιώς, ένας αληθινός ποιητής εκφράζει πρωτίστως την αγωνία του ανθρώπου.


[Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 4.12.2009, σ. 18 εξ. Αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, με επιμέλεια Διονύση Ν. Μουσμούτη]
Related Posts with Thumbnails

Follow by Email