© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Δήμητρα Σταμίρη: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ποίημα)


Νύχτα χειμώνα σκοτεινή στης παγωνιάς το πέπλο,
στης σιγαλιάς την αγκαλιά κοιμάται όλη η Πλάση 
το κρύο άπλωνε παντού ένα λευκό σεντόνι
και οι καρδιές παγώνανε στο φόβο του Ηρώδη
οι μάνες βρέφη κρύβανε ζωές για να γλιτώσουν.
Ήθελε, λέει, ο άρχοντας το θρόνο του να σώσει.
Η προφητεία έλεγε θα γεννηθεί ο νέος
του κόσμου όλου ο βασιλιάς τις αμαρτίες να διώξει
κάπου εκεί στης Βηθλεέμ τον ιερό τον τόπο
μια μάνα  μέρος έψαχνε σπλάχνο της να γεννήσει
κι ο Ιωσήφ στο πλάι της βουβός και σαστισμένος
τη Θεομήτορα συντρόφευε, την Πάναγνη Μαρία
και βρήκαν καταφύγιο σε στάνη των προβάτων,
στα στρώματα του άχυρου, στη ζεστασιά των χνώτων
πάνω στης γης την αγκαλιά, του ουρανού τη σκέπη
ήρθε στον κόσμο ο Χριστός για χάρη των ανθρώπων.
Άνοιξε τα ματάκια του στη φτωχική τη φάτνη
του κόσμου αυτού ο βασιλιάς, σωτήρας και προστάτης.

Άστρο λαμπρό από ψηλά εφώτισε την πλάση
με ένα φως υπέρκοσμο, του λυτρωμού σημάδι
χίλιες ακτίνες σκόρπισαν, φωτίσανε τον κόσμο
τον δρόμο να του δείξουνε μακριά από τις κακίες
φως που τρυπώνει στην ψυχή, ζεστά την αγκαλιάζει
και το σκοτάδι χάνεται, η παγωνιά ξεχνιέται.

Στη φάτνη μέσα οι βοσκοί σκύβουν και προσκυνάνε
και η φτωχή τους η καρδιά αγάπη πλημμυρίζει
άδολα και αγνά το Βρέφος αγκαλιάζουν
ειλικρινείς προσκυνητές στο θαύμα Θεανθρώπου.

Στο δρόμο του φωτός τρεις Μάγοι οδηγούνται
για ν’ αποθέσουν στοργικά σμύρνα και το λιβάνι
δόξας αυτά παντοτινής αληθινά σημάδια
που πρέπουν στον Θεάνθρωπο, του κόσμου το Σωτήρα.

Στο ουράνιο στερέωμα Αγγέλων χορωδία
αρμονικά ψάλλει «Ωσαννά» και «Δόξα εν υψίστοις»
κ’ η μελωδία απλώνεται και κάμπους αγκαλιάζει
στεριές και πέλαγα ηχούν από πανώριες νότες
γιορτής κι αγάπης μήνυμα, προάγγελοι ειρήνης

στον κόσμο, το υπέρκοσμο της Γέννησης το θαύμα,
του Θείου Βρέφους ο ερχομός υπόσχεση ελπίδας
ελπίδα σαν τριαντάφυλλο τα πέταλα που ανοίγει
το αίμα, το ψέμα, το κακό πάντα μοσκοβολίζει!

Δεκέμβρης 2014

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ζακυνθινά Χριστούγεννα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Hans Baldung Grien (Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν), Η Γέννηση του Χριστού
Περίπου 1520. Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου (Alte Pinakothek-München)
Τα Χριστούγεννα είχαν κι εν μέρει έχουν στο νησί μας, τη Ζάκυνθο, ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό χρώμα. Πρώτα απ’ όλα είναι η ονομασία της μεγάλης γιορτής. Εμείς απλά και περιεκτικά την ονομάζουμε «του Χριστού» κι έτσι αποδίδουμε, νομίζω, την αληθινή της σημασία, εντοπίζοντας την ουσία και ξεχωρίζοντας την θεολογική της υπόσταση, μια κι αυτός που γεννιέται είναι ο λυτρωτής του κόσμου κι εκείνος που θα μας απαλλάξει από όλες μας τις αμαρτίες.
   Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, συμβολίζεται και στην πατροπαράδοτη κουλούρα, που εμείς οι Τζαντιώτες κόβουμε την παραμονή, «με σμπάρα και με ούρα», όπως χαρακτηριστικά διαιώνισε ο ποιητής των αντετιών μας, ο μοναδικός Γιάννης Τσακασιάνος, στους περίφημους «Σπουργίτες» του.
   Ναι πράγματι, η κοπή του αγαπημένου και γευστικού αυτού εδέσματος, που με αγάπη, στοργή, ευσέβεια και γνώση ζυμώνουν όλα απαραίτητα τα σπίτια δεν είναι μια εθιμοτυπική συνήθεια, όπως για παράδειγμα η ξενική για μας βασιλόπιτα, αλλά περικλείει ένα ξεχωριστό τυπικό κι έναν μοναδικό συμβολισμό.
   Η ίδια, όπως σώζει η παράδοση, εικονίζει το λαμπρό άστρο, που οδήγησε τους Μάγους στον νεογέννητο, μικρό Θεό. Το «ηύρεμά» της (έτσι λέμε το νόμισμα που έχει μέσα και προς Θεού όχι «φλουρί», κατά τηλεοπτική μίμηση) είναι ο στα σπάργανα ακόμα Ιησούς κι όποιος το βρει και τον βρει θα έχει την ευλογία και την προστασία του. Τα σμπάρα, που ρίχνονται είναι η καταδίκη του παιδοκτόνου Ηρώδη και το κρασί με το λάδι, με τα οποία κάνουμε την σπονδή, πριν την κοπή, αντικαθιστούν τον χρυσό, τον λίβανο και τη σμύρνα τής προσφοράς των σοφών εκείνων ανδρών της εποχής, οι οποίοι διέσχισαν χιλιόμετρα για να προσκυνήσουν τον βασιλέα του κόσμου. Μα εκείνο, που έχει τον μεγαλύτερο συμβολισμό είναι τα δύο κούτσουρα, που καίνε στη φωτιά, η προσωποποίηση του Αδάμ και της Εύας στην κόλαση, που βρίσκονται εκεί λόγω της προπατορικής παρακοής και καίγονται, μέχρι την ώρα της Ανάστασης του Θεανθρώπου, η οποία αναζωπυρώνεται με το λάδι, που ήδη αναφέραμε, για μια στιγμή και μετά εξαφανίζεται οριστικά.
   Γιορταστικά λιτό το δείπνο αυτό της παραμονής, με τα απαραίτητα μπρόκολα κι όλα τα άλλα της νηστείας, για να τηρηθεί η ορθόδοξη παράδοση, αλλά και με μια δόση χαράς, μια και σ’ αυτό συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια, ευωχείται και χαίρεται και παλιότερα το συνόδευαν και κάποιοι περιφερόμενοι για το σκοπό αυτό κανταδόροι, οι οποίοι έδιναν μια ξεχωριστή νότα στην βραδιά, γυρίζοντας από καντούνι σε καντούνι, από σκοντράδα σε σκοντράδα και από σπίτι σε σπίτι, χαρίζοντας καλλίφωνες νότες σους νοικοκυραίους  και ζεστασιά σε μια από τις πιο κρύες νύχτες της χρονιάς.
   Με λίγα λόγια έχω την άποψη πως το δείπνο αυτό της παραμονής των Χριστουγέννων στο νησί μας περικλείει όλο το ζακυνθινό κι επτανησιακό πνεύμα. Είναι η δυτική γιορταστική ατμόσφαιρα της νυχτιάς, αφομοιωμένη από την δική μας, ορθόδοξη παράδοση. Όχι μια στείρα και παθητική αντιγραφή, αλλά μια δημιουργική κι ελπιδοφόρα προσαρμογή. Αυτό δηλαδή που έγινε στο Ιόνιο και του έδωσε ύπαρξη. Η δική του και δική μας ταυτότητα.
   Χαρακτηριστικό φυτό της ημέρας, αυτό το κι όλων των πανηγυριών, η ευωδιαστή μερτία, η οποία στολίζει όχι μόνο τις εκκλησίες, ριγμένη στο πάτωμα και τοποθετημένη στα μπρος από την προσπετίβα μανουάλια, αλλά γίνεται και συντροφιά γιορταστική  στα σπίτια μας, μαζί με άλλους ευωδιαστούς θάμνους.
  Όσο για το φαγητό της ημέρας, αυτό είναι το ιδιαίτερα αγαπητό σε όλους τους γνήσιους Ζακυνθινούς αυγολέμονο, με τα τρία κρέατα, πουλερικό (συνήθως γριά κότα), μοσχάρι και χοιρινό, με τ’ αυγά τόσα, όσα και τα πιάτα και τα μέλη της οικογένειας, συν ένα επιπλέον και ρύζι πολύ, τόσο, που, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, «να στέκει το κουτάλι όρθιο», όταν τοποθετείται στο πιάτο!!!
   Το ψητό στο φούρνο είναι για την άλλη μέρα, «της Παναγίας», όπως ενδεικτικά την λέμε, αφιερώνοντας την επόμενη της γιορτής στο δεύτερο, μετά το Χριστό, πρόσωπο της μεγάλης επετείου, την Θεοτόκο, η οποία είναι η αιτία της μεγάλης ενανθρώπισης. Σε μας, μάλιστα, συνεχίζοντας την παράδοση των παρεκκλίσεων, οι οποίες είναι αρκετές μέσα στον κύκλο του χρόνου, την ημέρα αυτή γιορτάζουν οι Παναγιώτηδες κι αυτοί έχουν την τιμητική του. Την ίδια μέρα, επίσης, γιορτάζει και το όνομα Ζέπος (Ιωσήφ), προς τιμήν του Μνήστορος! Διαφορετικότητα κι αυτή του νησιού μας, μια και του ιερού αυτού προσώπου η μνήμη, τιμάται, κατά το ορθόδοξο εορτολόγιο, την πρώτη Κυριακή μετά την δεσποτική γιορτή και απορίας άξιον, επειδή στο νησί έχουμε το ολόσωμο λείψανο στο χωριό Γαϊτάνι, του ομώνυμου εκ Κρήτης προερχόμενο Οσίου, του οποίου η μνήμη είναι στις 22 Ιανουαρίου.
   Μα μια και αναφερθήκαμε σε τοπικούς Αγίους και σκηνώματα, ας πούμε πως και τα Χριστούγεννα, όπως κι όλες τις άλλες μεγάλες γιορτές (Φώτα, Πάσχα) το λείψανο του πολιούχου μας Αγίου Διονυσίου τοποθετείται «στην Θύρα του», για ευλογία των πιστών και του τόπου, αλλά για ν’ αποδειχθεί για μια ακόμα φορά πως για το μέρος μας ο Άγιος είναι πάνω απ’ όλα και πως σ’ αυτόν αποδίδουμε την μεγαλύτερη τιμή και λατρεία.
   Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε κι άλλα. Μα ο χώρος δεν το επιτρέπει. Τ’ αφήνουμε για μιαν άλλη χρονιά. Προς το παρόν φίλες και φίλοι, καλά Χριστούγεννα! Να είμαστε καλά και του χρόνου!

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΟΙ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, ταπεινὸς ἑόρτιος χαιρετισμός

[Άγγελος σε τοιχάρμαρο, στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου]

Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν ἀστείρευτο Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη. «Ἰδοὺ οἱ ὀλίγοι ἀγρόται -οἱ ἄλλοι πᾶνε εἰς τὴν Ἀμερικήν- ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἡμέρας. Κουρασμένοι, βραδυποροῦντες, μὲ τὴν σκαπάνην ἤ ἀξίνην ἐπ᾿ ὤμων, ἄλλοι πεζοί, ἄλλοι ἐπὶ ὀναρίων, μὲ τὰ τράστρα καὶ τὰ φλασκία ἀδειανά, μὲ καμμιὰ λαχανίδα διὰ τὸ δεῖπνον, ἤ μὲ ζαλίκαις ξύλα διὰ τὴν πυρεστίαν….
Καὶ μόνον ὁ μικρὸς βοσκὸς τεσσάρων τεσσάρων καλῶν ἀροτήρων δὲν σπεύδει. Ἐμπρὸς οἱ ἀροτῆρες μὲ ὅλον τὸ λιπαρόν των καμαρωμα, καὶ πίσω ὁ βοσκός, ὅστις θαρρεῖς κ᾿ ἐπίτηδες θέλει ἀργοπορῇ, βαστάζων ἄχρηστον τὴν κέντραν του∙ καὶ μόνον ἐνίοτε ξυπνᾷ μὲ κάποιαις ἐπικλήσεις καὶ ἀναφωνήσεις:
-Ἄ, Μελίσση!
-Ἄ, Κοκκίνη!
Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐπὶ τούτῳ βραδυπορεῖ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἀροτήρας του∙ διότι σταματῶν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ προγυμνάζεται εἰς τὸ τραγούδι τῶν Χριστουγέννων, ὁποῦ θὰ ὑπάγῃ μεθαύριον τὴν παραμονὴν νὰ τὸ τραγουδήσῃεἰς τὸν κολλήγαν του:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα
πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου…».
Εἶναι οἱ εἰκόνες αὐτὲς ἀπὸ τὶς μοναδικὲς ποὺ ζήσαμε κάποιο καιρό, ξεχασμένο σήμερα καιρό, ὡστόσο πολύτιμο νὰ τὸν ἐπισκέπτεται κανείς, μέρες ποὺ εἶναι, γιὰ νὰ διαπιστώνει ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι, φτωχοὶ καὶ λησμονημένοι ξέρανε νὰ τιμοῦν τὶς μέρες αὐτές, τὶς προεόρτιες τοῦ ἱ. Δωδεκαημέρου. Γιατὶ ἡ ἄσκηση εἶχε ταυτιστεῖ μὲ τὴ ζωή τους, ὁπότε ἡ νηστεία λ.χ. εἶχε χαρακτῆρα συνειδητῆς προετοιμασίας γιὰ τὴ Γιορτή. Ἔτσι ἡ τρυφερὴ λαχανίδα μὲ ζυμωτὸ ψωμί, φρέσκο λάδι καὶ ἐλιές, γινόταν στὸ δεῖπνο ἡ παραμυθία ποὺ ἀνάπαυε τὴν οἰκογένεια ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἡμέρας. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτά, προσαρμοσμένο ἀπόλυτα στὴν ὅλη ἀτμόσφαιρα καὶ τὸ τζἀκι,  ἡ παραστιά,  ἡ ἑστία δηλαδή, ποὺ χάριζε στὴν ψυχὴ τοῦ ἁπλοῦ νησιώτη ἤ καὶ χωρικοῦ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. (Πρβλ. Στρ. Μυριβήλη, Τὰ Παγανά), μὲ τὴν εὐλογημένη σύναξη τὴς οἰκογένειας καὶ ὄχι μόνο. Γιατὶ ἡ ἑστία φρόντιζε πάντα νὰ συνάζει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν οἰκογένεια,  καὶ  τὸν νοῦ, καθὼς συνόδευε τοὺς σιωπηλοὺς στοχασμοὺς τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων ἀνθρώπων. Στοχασμοὶ γεννημένοι ὕστερα ἀπὸ πολυώδυνα βάσανα καὶ καθημερινὸ μαρτύριο, γιὰ νὰ καλλιεργηθεῖ ἡ γῆς, νὰ τραφεῖ ἡ οἰκογένεια, νὰ συναχτεῖ ἡ προίκα, νὰ πληρωθοῦν οἱ ὀφειλές, νὰ ξεπεραστοῦν οἱ δυσκολίες... Καὶ τόσα ἄλλα. Ἀνάπαυε ἡ φωτιά, ἄνοιγε τὶς φλέβες τῆς ψυχῆς γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ μέσα τους ἡ γαλήνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ τέτοιες μέρες, μέρες τοῦ Χριστοῦ τὴ ζητοῦσαν ὅσο τίποτε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κουβαλοῦσαν τὰ ξύλα «ζαλίκα», στὸν μο δηλαδή ὅταν δὲν εἶχαν ζῶο, γιὰ τὴν λατερεμένη τους «πυρεστίαν», τὴν παραστιά τους δηλαδή, ποὺ τοὺς φύτευε «μικρὸ ποσό ὑπομονῆς» (Π. Β. Πάσχος), δανεισμένο ἐξάπαντος ἀπὸ τὸν Ἰώβ.
Ἄλλη εἰκόνα κι αὐτή: «Οἱ ἄνθρωποι... συμμαζευθέντες εἰς τὰς εὐρυχώρους ἑστίας των, τὰ νησιώτικα τζακια,ὅπου ἄφθονα ξύλα τοῦ βουνοῦ, δρυῶν καὶ σφενδάμων καὶ πρίνων καὶ ἐλαιῶν καὶ πεύκης, ἀναμίξ μὲ τοὺς εὐπρήστους κλώνους τῆς κομάρου καὶ τῆς ἐρείκης, ἀνέπεμπον μίαν πολὺ ἀνακουφιστικὴν φλόγα, θερμαίνουσαν τὰς σεμνὰς νησιωτοπούλας, ὅπου ἐνυκτέρευον...( τὰς ὁποίας) ὁ γέρων παππούς μὲ τὰς ὡραίας διηγήσεις διευθύνει ἀριστοτεχνικῶς...».
Θεώρησα σωστό, μέρες ποὺ εἶναι, νὰ στείλω, ὡς ἄλλο εὐχετήριο στοὺς ἁπανταχοῦ γῆς συνέλληνες, ποὺ τιμοῦν «τὴν Ἅγια Νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη» κι ὅλο τὸ Ἅγιο Δωδεκαήμερο, νοσταλγοὶ γενόμενοι τέτοιων εὐλογημένων στιγμῶν, νὰ στείλω λέω αὐτὲς τὶς εἰκόνες. Γιὰ νὰ θυμηθοῦν παρόμοια στιγμιότυπα, ξεχασμένα ἀσφαλῶς σήμερα καὶ περιφρονημένα στὴν ἐποχὴ τῆς ταχύτητας, τῆς βιασύνης καὶ φυσικὰ τῆς ἀπανθρωπίας. Γιατὶ, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἄς μὴ λησμονοῦμε καὶ κάτι ἄλλο: τὴν ἐμβιωμένη ἀρετὴ τῆς πτωχείας ποὺ διακονοῦσαν ὅλοι ἐκενοι οἱ ἁπλοϊκοὶ χωρικοί, ἀρκούμενοι πάντα στὸ ἀπαράιτητο καὶ ποτὲ στὸ παραπανίσιο ἤ καὶ ἄχρηστο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸν «ἐξαίσιον δρόμον» τῆς φιλοπονίας, τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς ἀνόθευτης φιλίας μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς Ἁγίους. Χωρὶς προσποιήσεις καὶ φαρισαϊκὲς συμπεριφορές.

Παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων τοῦ 2014

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΗΟΣ, Ο ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ, ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ο διακεκριμένος πιανίστας Απόστολος Παληός, παρά τη λαμπερή καριέρα στο εξωτερικό, συνεχίζει τις εμφανίσεις του στη χώρα μας με προγράμματα άκρως επιμελημένα τόσο θεματικά όσο και ερμηνευτικά, όπως αυτό που παρακολουθήσαμε πρόσφατα, στις 11 Δεκεμβρίου του 2014, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη. Στον Κύκλο, Οι μεγάλοι Ρομαντικοί, ακούσαμε Δυο από τα τρία μεγάλα γερμανικά Β: Bach και Brahms, αφού έλειπε ο Beethoven, ο οποίος αντικαταστάθηκε με έναν από τους σπουδαιότερους συνθέτες του 20ού αιώνα, τον Αυστριακό  Alban Berg,  γεννημένο στη Βιέννη (1885-1935). Ο Berg, μέλος της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης μαζί με τον Arnold Schoenberg, του οποίου υπήρξε  μαθητής και τον Anton Webern, επιστήθιου φίλου του, έζησε μια εποχή, όπου η μορφή του Mahler κυριαρχούσε, ανάμεσα σε άλλες σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης, όπως οι ζωγράφοι Oskar Kokoschka, Egon Schiele, Gustav Klimt, ο αρχιτέκτονας Walter Gropius οι οποίοι αποτελούσαν το καλλιτεχνικό ρεύμα της Jugendstill.  Εκτός από τις θρυλικές Όπερές του  Wozzeck και Lulu, ο Alban Berg, έχει γράψει τραγούδια, έργα για ορχήστρα, μουσική δωματίου και άλλα, καθώς και τη νεανική του σύνθεση, Σονάτα για πιάνο έργο 1 σε λα ελάσσονα (1907-8), που ακούσαμε, καθηλωμένοι από την  ερμηνευτική του δεινότητα του Σολίστ. Η Σονάτα αποτελείται από ένα μόνο μέρος όπως η φόρμα της παραδοσιακής σονάτας. Δύο θέματα δεμένα μεταξύ τους αναπτύσσονται, κάνουν τον κύκλο τους και κλείνουν αρμονικά, δίνοντας την ευκαιρία στον πιανίστα να ανιχνεύσει τα συναρπαστικά της  μέρη  και να  αναδείξει με την εκπληκτική δεξιοτεχνία του, το ρομαντικό και εξπρεσιονιστικό ιδίωμά της, τη φρεσκάδα, τη νεανική ορμή και την πρωτοτυπία της Σονάτας.

Η Ουβερτούρα, αντικαθιστά την Allemande, από τους πιο δημοφιλής χορούς της Μουσικής Μπαρόκ, που ήταν αρχικά το πρώτο μέρος μιας Σουίτας. Η φόρμα της Γαλλικής Ουβερτούρας συναντάται στον Jean -Baptiste Lully κατά το 1650. Αργότερα τη βρίσκουμε στις Ορχηστρικές Σουίτες  και Παρτίτες του Bach καθώς και στις Όπερες και τα Ορατόρια του Handel, του Messiah συμπεριλαμβανομένου. Η Ουβερτούρα παιζόταν στην αρχή ενός προγράμματος και είναι συνήθως η εισαγωγή σε μια Όπερα. Πρώτοι ο Beethoven και ο Mendelssohn  χρησιμοποίησαν τον όρο «Ουβερτούρα» για αυθύπαρκτα έργα. Ο Johann Sebastian Bach, σύμβολο διαύγειας και τελειότητας, ακρίβειας στην ανάπτυξη των ιδεών, δεν είναι μόνο ο Μεγάλος Κάντορας αλλά και ο Μέγας Δάσκαλος! Η σύνθεσή του, Γαλλική Ουβερτούρα (Overture) BWV 831, γράφτηκε το 1733 και δημοσιεύτηκε το 1735 μαζί με το Ιταλικό Κοντσέρτο. Οι συνθέσεις του Bach απαιτούν ένα ιδιαίτερο πνευματικό προσανατολισμό, αρετή, που διαθέτει ο Απόστολος Παληός και δεν αφέθηκε στιγμή στη «ρομαντική νωθρότητα», αντίθετα, με αίσθηση ρυθμικής συνοχής και απαράμιλλα σταθερό παλμό,  ανέδειξε τη μουσική ιερότητα του μεγάλου Κάντορα,  τον πνευματικό του πλούτο,  σε μια εκ βαθέων ερμηνεία, «εν αρμονία», με τον συναισθηματικό και νοητό  του κόσμο.

Νεανική σύνθεση και η Πιάνο Σονάτα Νο. 3, έργο 5 του Johannes Brahms, γράφτηκε στα είκοσι  χρόνια του, το 1853 στο Dusseldorf και αφιερώθηκε στην Κοντέσα της Λειψίας,  Ida Von Hohental. Είναι δε η τελευταία από τις σονάτες του που παρουσίασε ο συνθέτης στον Robert Schumann για σχολιασμό, το Νοέμβρη του ίδιου έτους. Το έργο δημοσιεύτηκε τον επόμενο χρόνο. Η Σονάτα είναι ασυνήθιστα μεγάλη και αποτελείται από πέντε μέρη σε αντίθεση με την παραδοσιακή Σονάτα που αποτελείται από τρία ή τέσσερα μέρη. Ο Brahms θαύμαζε και  λάτρευε τον  Beethoven και την κλασική φόρμα. Τρανή απόδειξη του θαυμασμού και της λατρείας του αποτελεί η ενσωμάτωση και εξαίσια ανάπτυξη του περίφημου “Fate motif” της Πέμπτης  Συμφωνίας του Τιτάνα στη Σονάτα του. Ο Σολίστ σε μια ερμηνεία έξοχη, λαμπερή, ανέδειξε με μαεστρία το πέρασμα από την αυστηρή κλασική φόρμα στο ελεύθερο πνεύμα του Ρομαντισμού, διάχυτο στη σύνθεση του Brahms, επαληθεύοντας την αρχική μας επισήμανση για τα άκρως επιμελημένα, τόσο θεματικά όσο και ερμηνευτικά, προγράμματά του, για τα οποία και τον συγχαίρουμε. 

Ο Μεγάλος Αφέντης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Η γιορτή της μνήμης του Αγίου μας, στις 17 του Δεκέμβρη, είναι η δική μας, η οικογενειακή γιορτή του. Σε αντίθεση με αυτήν του Αυγούστου, που έχει πανελλαδικό χαρακτήρα, η επέτειος της κοίμησής του, κρατά ακόμα εκείνη την ζεστή και οικεία σχέση του Ζακυνθινού με τον Πολιούχο και Προστάτη του και όλα σ’ αυτήν θυμίζουν την μεγαλόπρεπη απλότητα του γνήσιου Επτανησιακού χώρου. 
   Ο Άγιος στο νησί μας, έτσι όπως απλά τον λέμε, δίχως την χρήση του ονόματός του, μια και είναι ο ένας και μοναδικός, είναι κυριολεκτικά η κορυφή της θρησκευτικής πυραμίδας και σ’ αυτόν προστρέχουμε πρώτα απ’ όλα σε χαρές και λύπες. Παρ’ ότι θεολογικά δεν ευσταθεί, έχει αντικαταστήσει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις και αυτόν τον ίδιο το Θεό. «Άγιέ μου!», λέμε κάθε που υπάρχει ανάγκη, όπως οι άλλοι λένε «Θεέ μου!» ή «Παναγία μου!» και ο μοναδικός μας όρκος είναι το «μα τον Άγιο». Επίσης συχνά χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις «δεν έμεινε Άγιος», «θα μας ξεχάσει και ο Άγιος» ή και αυτήν την πιο συνηθισμένη «ο Άγιος να βάλει το χέρι του», δίνοντας με τον τρόπο μας στη ιερή μορφή του όλα τα πρωτεία. Επίσης, όσο και αν σας φανεί παράξενο και παράδοξο, υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι δηλώνουν άθεοι, αλλά παρ’ όλα αυτά … πιστεύουν στον Άγιο, ο οποίος υπάρχει και είναι ολοζώντανος δίπλα μας και κοντά μας.
   Τη νοοτροπία αυτή δύσκολα μπορεί να την καταλάβει ένας μη Ζακύνθιος ή πιο σωστά ένας μη Επτανήσιος, μια και τα ίδια συμβαίνουν και στην γειτονική Κεφαλονιά και στην όμαιμη Κέρκυρα, με τους δικούς της προστάτες, Γεράσιμο και Σπυρίδωνα, αντίστοιχα.
   Θυμάμαι, που όταν είμαστε παιδιά, τις ημέρες των εξετάσεων, τον Φλεβάρη και τον Ιούνιο, καταφεύγαμε στο «Δωμάτιο του Αγίου», εκεί που στην εκκλησία του φυλάσσεται η ασημένια λάρνακα με το ιερό σκήνωμά του, για να μας δείξει το μάθημα, το οποίο θα έπεφτε. Ανοίγαμε τα βιβλία και τα πετάγαμε μπροστά του και είχαμε την πεποίθηση πως ο πολιούχος μας, τον οποίο αισθανόμαστε περισσότερο συμπολίτη και γείτονα (και έτσι τον ένοιωθαν και τον νοιώθουν όλοι οι Ζακυνθινοί) θ’ άνοιγε στην σελίδα που είχε επιλέξει ο καθηγητής μας για να μας εξετάσει και έτσι θα μας απάλλασσε από σκοτούρες και περιττά διαβάσματα, γενόμενος και αυτός συμμαθητής και καταλαβαίνοντας τον καημό μας.
   Δεν ξέρω και δεν θυμάμαι αν κάποιες φορές άνοιγε το βιβλίο στην επίμαχη σελίδα και αν έτσι γράφαμε καλά. Μα ούτε και αυτό έχει σημασία. Η ουσία βρίσκεται στην ενέργεια, η οποία δείχνει την υπέρμετρη οικειότητά μας με την ιερότερη μορφή του τόπου μας και την ανάγκη να τον θεωρούμε δίπλα μας και κοντά μας, ολοζώντανο και συνοδοιπόρο.
   Αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα κλείνουν και δύο εκφράσεις, οι οποίες συχνά μπαίνουν, σχεδόν ασυναίσθητα στα χείλη του κάθε Ζακυνθινού, όταν απευθύνεται στον Άγιό του και δείχνουν και οι δύο το πόσο συνδημότη τον αισθανόμαστε και τον πιστεύουμε.
   Η πρώτη είναι η επίκληση «Άγιο μου Κορμάκι», την οποία όλοι ανεξαίρετα έχουμε χρησιμοποιήσει, όχι μονάχα σε δύσκολες περιπτώσεις, αλλά και στο αντίκρισμα της μορφής ή και της εκκλησίας του. Είναι η επαλήθευση της ένσαρκης παρουσίας του και η ανάγκη να τον έχουμε κοντά μας, φίλο και συγγενή, συνεργάτη και συνδαιτυμόνα. Επίσης μ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζουμε την ανάγκη μας για την αφθαρσία και τη νίκη του θανάτου, κάτι που για μας χαρακτηριστικά εκφράζεται στην μορφή του Αγίου μας.
   Η δεύτερη είναι η φράση – επίκληση «ο Μεγάλος Αφέντης», η οποία λέγεται συχνά και δεν αναφέρεται στην ευγενική καταγωγή του και επειδή η φαμίλια των Σιγούρων ήταν γραμμένη στο Libro d’Oro (αυτό το υπερνικά και το ξεπερνά η αγιότητα), αλλά επειδή η μορφή του επίσκοπου της Αίγινας είναι για τον Τζαντιώτη η πιο ευγενική των αιώνων και του αξίζουν αιώνιοι τίτλοι και ευσεβής υποταγή. Με τον τρόπο αυτό ο πιστός δίνει στον Προστάτη του τα πρωτεία. Του παρέχει τα δεδομένα. Ενώνει γη και παράδεισο.
   Συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, «βοήθεια μας ο Άγιος» και «αύριο με καλό».

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΤΟΥ 1814, Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ 1881 ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΕΩΣ ΑΥΤΟΥ ΕΙΣ ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
(Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2014)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε,
Ἱερώτατοι ἀδελφοὶ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐλλογιμώτατοι κυρία Πρύτανις καὶ κύριοι Καθηγηταὶ τοῦ ἱστορικοῦ Ἰονίου Πανμεπιστημίου,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν,
Εὐλογημένοι φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Κέρκυραν, νῆσον μὲ μεγάλην μουσικὴν παράδοσιν, συνεχιζομένην μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ εἰς Πανεπιστήμιον ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ μουσικαὶ σπουδαὶ κατέχουν κεντρικὴν θέσιν, ἐκφράζομεν πρωτίστως τὴν ἰδιαιτέραν ἡμῶν εὐχαριστίαν διὰ τὴν ἀπονεμομένην εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα τιμὴν καὶ διάκρισιν τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος τοῦ Τμήματος Μουσικῶν Σπουδῶν τοῦ ὑμετέρου περιπύστου Ἰονίου Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον προσέφερε πολλὰ κατὰ τὴν μακραίωνα ἱστορικὴν πορείαν του, παρὰ τὰς διακυμάνσεις τῶν καιρῶν. Ἀποδεχόμεθα, λοιπόν, εὐχαρίστως αὐτὴν ὡς διάκρισιν ἀναγομένην εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν ἡμῶν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας μακρὰν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὑμνολογικὴν μουσικὴν παράδοσιν. Διὸ καὶ κρίνομεν ὅτι τὸ ὑμέτερον Μουσικὸν Τμῆμα δικαίως τιμᾷ τὴν ζῶσαν μέχρι σήμερον ἐν ἀκμῇ ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐλέῳ Θεοῦ Προκαθημένου αὐτῆς.
Στοιχοῦντες τῷ ἀκαδημαϊκῷ ἔθει ὅπως ἀπευθύνωμεν πρὸς τὴν ἀγάπην σας λόγον τινὰ συναφῆ πρὸς τὴν ἀπονεμηθεῖσαν ἤδη τιμήν, ὁμοῦ μετὰ τῶν προσωπικῶν ἡμετέρων εὐχαριστιῶν, ἐκρίναμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἑνὸς ἐπικαίρου μουσικοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἑορτάζομεν ἐφέτος ἐν τῷ Ἱερῷ ἡμῶν Κέντρῳ τὴν διακοσιοστὴν ἐπέτειον. Πρόκειται περὶ τῆς γνωστῆς μουσικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἔτους 1814, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλυθῶμεν ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ ἔργον τῆς Πατριαρχικῆς Μουσικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1881, ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν μουσικὴν παράδοσιν καὶ τὸ σύγχρονον ἐκκλησιαστικὸν μουσικὸν ὕφος καὶ ἦθος, τὸ ὑμνολογικόν, τὸ τυπικόν, τὸ ἁπλοῦν καὶ συγχρόνως σύνθετον, τὸ μελῳδικόν, ὡς τηρεῖται πιστῶς εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Φαναρίῳ Πάνσεπτον Πατριαρχικὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.

***

Ὁ λόγος, πρῶτον, διὰ τὴν γνωστὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἔτους 1814, τὴν μελετηθεῖσαν καὶ προωθηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μουσικὴν μεταρρύθμισιν εἶναι ἀφιερωμένον τὸ ἐκπνέον ἔτος, μὲ ἀφορμὴν τὴν συμπλήρωσιν 200 ἐτῶν ἀπὸ αὐτῆς.
Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν καταγραφὴν καὶ διδασκαλίαν τῆς ψαλμῳδίας, τῆς ἱερᾶς ὑμνῳδίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀπευθυνόμεθα εἰς κοινόν, τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται κυρίως μὲ τὴν κοσμικὴν μουσικὴν τέχνην, ὀφείλομεν, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα, νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένας διευκρινήσεις.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν θύραθεν, δὲν ἔχει στόχον τὴν αἰσθησιακὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἀκροατηρίου, δηλαδὴ μίαν ἁπλῆν μουσικὴν τέρψιν καὶ μίαν συναισθηματικὴν συγκίνησιν. Τὸ βασικὸν αὐτὸ στοιχεῖον τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας συνοψίζεται ὑπὸ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, γράφοντος ἐπιγραμματικῶς: «Οὔκ ἐστιν θέατρον ἡ Ἐκκλησία, ἵνα πρὸς τέρψιν ἀκούωμεν». Ὁ σκοπὸς τῆς ψαλμῳδίας καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μέλους, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, εἶναι ἡ ἀπόδοσις εἰς τὸν Θεὸν πνευματικῆς καρποφορίας. Ἡ ἀπόδο-σις ἀρετῆς.
Διὰ τοῦτο ἐνωρὶς ἡ Ἐκκλησία ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς ὄχι τόσον εἰς τὴν μουσικήν, ὅσον εἰς τοὺς ᾀδομένους λόγους, εἰς τοὺς ὕμνους. Λίαν ἐνωρίς, ἐπίσης, ἐμφανίζεται ἡ διάθεσις ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς τῶν στοιχείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν ὑπηρετοῦν τὴν πνευματικὴν οἰκοδομὴν καὶ καρποφορίαν, τὴν ἐπιτυγχανομένην διὰ τῆς συλλήψεως τῶν βαθυτέρων νοημάτων τῶν ὕμνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ συγκαλύπτωνται ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν τὸ κέντρον τῆς λατρείας.
Οὕτως, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ μάλιστα εἰς τὸ κλῖμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κατὰ τεκμήριον, τοὐτέστιν ἐν τῇ συντριπτικῇ πλειονοψηφίᾳ, οὐδόλως θὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ ὄργα-να, ὡς μὴ ὑπηρετοῦντα τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ θὰ περιορισθῇ ἡ ἀπόδοσις τῆς ὑμνῳδίας εἰς τοὺς χοροὺς τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ μόνον. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Πρόγονος αὐτοῦ θεωρεῖται ἡ ἀρχαία ὕδραυλις, τὰ ἀρχαιότερα ὑπολείμματα τῆς ὁποίας ἔχουν εὑρεθῆ ὑπὸ τῶν ἀρχαιολόγων εἰς τὸ ὑπὸ τὸ ὄρος Ὄλυμπος γνωστὸν Δίον τῆς Πιερίας. Παρότι τὸ ὄργανον τοῦτο ἦτο διαδεδομένον εἰς τὴν κοσμικὴν μουσικὴν τοῦ Βυζαντίου καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Δύσιν ἐξ αὐτοῦ, ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἤδη ἀπὸ τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, δὲν τὸ υἱοθέτησεν εἰς τὴν λατρείαν.
Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Μουσικὴ δὲν ἀξιολογεῖται ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς αὐτοσκοπὸς ἀλλὰ ἁπλῶς τὸ μέσον, ὥστε ὁ λόγος τῶν ὕμνων, διὰ τῆς μουσικῆς αὐτοῦ ἐπενδύσεως, τοῦ μέλους, νὰ καθίσταται προσιτός, εὔληπτος, κατανυκτικός, πνευματικῶς καρποφόρος. Ἡ χρῆσις τῶν ὀργάνων, καθ᾿ ὅσον παράγει μόνον ἦχον μελῳδίας καὶ ὄχι λόγον μετὰ μελῳδίας, ὡς ἡ ψαλμῳδία, ἡ «ᾠδή», ἀποφεύγεται εἰς τὴν λατρείαν. Χαρακτηριστικῶς Γρηγόριος ὁ Νύσσης, γράφει: «Ὥσπερ γὰρ ἐκ τῶν μουσικῶν ὀργάνων μόνος ὁ ἦχος τῆς μελῳδίας προσπίπτει ταῖς ἀκοαῖς, αὐτὰ δὲ τὰ μελῳδούμενα ρήματα οὐ διαρθροῦται τοῖς φθόγγοις· ἐν δὲ τῇ ᾠδῇ τὸ συναμφότερον γίνεται, καὶ ὁ τοῦ μέλους ρυθμὸς καὶ τῶν ρημάτων ἡ δύναμις ἡ συνδιεξαγομένη μετὰ τοῦ μέλους, ἣν ἀγνοεῖσθαι πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν διὰ μόνων τῶν μουσικῶν ὀργάνων ἡ μελῳδία γένηται...» (PG 44, 493, 496). Δηλαδή, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ συνίσταται εἰς τὸν τοῦ μέλους ρυθμὸν καὶ τῶν ρημάτων τὴν δύναμιν, τὸ δὲ μουσικὸν μέρος αὐτῆς διακονεῖ τὴν δύναμιν τῶν λόγων καὶ οὐδέποτε νοεῖται αὐθύπαρκτον.
Ὁ τελικὸς σκοπός, ὅμως, ἐκτείνεται πέραν καὶ τῆς δυνάμεως τῶν λόγων, εἰς τὸ βάθος τῶν πνευματικῶν νοημάτων, δηλαδὴ εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ νοός μας μὲ τὸν Θεόν: «Ἡ δὲ πνεύματι μόνῳ κατορθουμέ-νη ψαλμῳδία, τὴν ὑπερέχουσαν κατάστασιν τῶν ἁγίων ἐνδείκνυται, ὅταν κρεῖττον ᾖ τῆς διὰ τῶν φαινομένων ἐνδείξεως τὸ τῷ Θεῷ προσαγόμενον» (Γρηγόριος Νύσσης, ἔ.ἀ.). Δηλαδή, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ἔχει σημασίαν εἶναι τί προσφέρει κάποιος μὲ τὸν νοῦν του εἰς τὸν Θεὸν τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποῖαν ψάλλει ἢ ἀκροᾶται τὴν ψαλμῳδίαν.
Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας τὰ στόματα τῶν ἱεροψαλτῶν γίνονται καὶ ἰδικά μας στόματα. Μεταβιβάζουν πρὸς ἡμᾶς τὴν φωνὴν τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ στόμα τῶν ἱεροψαλτῶν γίνεται ἀναφορεὺς τῆς φωνῆς, τοῦ πόνου, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κραυγῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γίνεται ὄργανον ὑμνήσεως καὶ δοξολογίας τοῦ Κυρίου. Διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ἀπαραίτητον ὁ ἱεροψάλτης νὰ προσέχῃ ἰδιαιτέρως τὸ στόμα αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι μία πηγὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ρέῃ καὶ πικρὸν καὶ γλυκὺ ὕδωρ συγχρόνως.
Ἀπαιτεῖται ἀσφαλῶς συνεχὴς ἐγρήγορσις καὶ πνευματικὸς ἀγών, ὥστε ὁ νοῦς τοῦ ψάλλοντος καὶ τῶν ἀκροωμένων νὰ μὴ μένῃ ἀδρανὴς καὶ ἄκαρπος. Ἐὰν ἡ ψαλμῳδία δὲν κατανοῆται καὶ δὲν γίνεται ἀφορμὴ συγκινήσεως ἀληθινῆς καὶ ἐπηρεασμοῦ τῶν πιστῶν, τότε ἀσφαλῶς καθίσταται ἁπλοῦς τύπος καὶ ὄχι τυπικόν. Ἄλλωστε, ἡ ψαλμῳδία δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἁπλῆν ἐφαρμογὴν μουσικῶν κανόνων ἢ εἰς τὴν ἐμμελῆ ἀνάγνωσιν τῆς ἀκολουθίας. Ὁ τύπος οὗτος τῆς ψαλμῳδίας, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λαοῦ μας, πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ γίνεται τυπικὸν ζωῆς καὶ ὄχι τύπος παρακμῆς, ὁ ὁποῖος παρατηρούμενος ἐσχάτως ἀποτελεῖ δι᾿ ἡμᾶς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ἀφορμὴν προβληματισμοῦ.
Διὰ τοῦτο καὶ διὰ Πατριαρχικῆς ἡμῶν Ἐγκυκλίου πρό τινων ἐτῶν ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τῶν εἰδημόνων, ἤδη δὲ καλλιεργοῦμεν ὅση ἡμῖν δύναμις διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδέσμου τῶν Μουσικοφίλων καὶ διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Συλλόγου Μουσικοφίλων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τὸ παραδοσιακὸν ὕφος καὶ μέλος τῆς Νέας Μεθόδου, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσωμεν παρακατιόντες, τὸ ὁποῖον, μέλος καὶ ὕφος, ἐτήρησαν σχολαστικῶς καὶ οἱ σύγχρονοι Ἄρχοντες Πρωτοψάλται τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντῖνος Πρίγγος, Θρασύβουλος Στανίτσας καὶ Βασιλάκης Νικολαΐδης, τὸ δεκάτομον ἔργον τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλομεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μετὰ συγκινήσεως καὶ χαρᾶς, ὅτι θέλει ἐπανεκδοθῆ ἐκ σημειώσεων καὶ ἐκ «προχείρων» ἐκδόσεων ἐγχειριδίων διδασκαλίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν μουσικῆς ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντος Συλλόγου Μουσικοφίλων.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Στόχος καὶ ἡμῶν τῶν συνεχιζόντων τὴν παράδοσιν τῶν μακαρίων ἐκείνων προκατόχων ἡμῶν, εἶναι ὅπως κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν ὁ νοῦς «τεκνοποιῇ» καὶ συγκλονίζῃ τοὺς ἀκροωμένους, ὥστε νὰ μεταβάλουν τὴν ζωὴν καὶ νὰ αἰσθάνωνται ὅτι ἡ καρδία των μεταβιβάζεται εἰς τὸν οὐρανόν, νὰ ἀποδίδεται δηλαδὴ ἡ ἀρετὴ τῶν μελωδουμένων ᾀσμάτων καὶ ὕμνων. Φρονοῦμεν ὅτι ἡ ψαλμῳδία δὲν εἶναι μέσον ἁπλῆς ζώσης ἀποδόσεως τῶν ἐπὶ χάρτου ἀποτετυπωμένων. Ἀσφαλῶς, ἡ μουσικὴ κατάρτισις, ἡ γνῶσις τοῦ τυπικοῦ, ἡ καλὴ φωνή, ἡ ὀρθὴ ἐκτέλεσις, εἶναι ἀπαραίτητα, ὥστε οἱ ᾀδόμενοι ὕμνοι «μὴ ἀπαιδεύτῳ φωνῇ τὴν τοῦ πλησίον ἀκοὴν κατακτυπῶσι καὶ διασκεδάζωσι τὴν διάνοιαν» (Κασσιανοῦ τοῦ Ρωμαίου, Πρὸς Κάστορα, ΒΕΠΕΣ 35, σ. 171-2). Καθ᾿ ὅσον «γλυκέα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι» τῶν ἀγαπώντων Αὐτόν, καὶ «ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» ἐν τῷ στόματι τῶν ἐπιγινωσκόντων Αὐτόν, οὕτω πρέπει νὰ ἡδύνῃ τὸν ἀκροώμενον καὶ ἡ μουσικὴ ἔκφρασίς των, ὥστε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸ κάλλος καὶ ἡ ἡδύτης τῶν νοημάτων νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὴν ἐν μέτρῳ ἡδύτητα τοῦ μέλους, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸ ἐκκλησίασμα νὰ κατανοῇ καὶ νὰ γεύεται καὶ αἰσθητῶς «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος».

***

Ἐρχόμενοι νῦν εἰς τὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ 1814, δὲν ἀναφερόμεθα εἰς τὰ προκαλέσαντα αὐτὴν ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλ᾿ ἁπλῶς ἐπισημαίνομεν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν βαθύτερον σκοπὸν καὶ στόχον αὐτῆς.
Τὰ δύο ἱστορικὰ Πατριαρχικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ ἐν Ἀδριανουπόλει μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1821 Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλλος Στ΄, ἡ Πατριαρχικὴ Διακήρυξις, συνοδευομένη ὑπὸ τῆς Πατριαρχικῆς Ἁπανταχούσης, ἐκτυπωθέντα ἀμφότερα εἰς τὸ Πατριαρχικὸν Τυπογραφεῖον ἐν ἔτει 1815 (Πατριαρχικὰ Μονόφυλλα), παρέχουν τὴν μαρτυρίαν τοῦ σκοποῦ τῆς μεταρρυθμίσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν υἱοθέτησεν, ἐστήριξε καὶ διέδωσεν ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Δηλαδή, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ νὰ καταστῇ κτῆμα μόνον μιᾶς μικρᾶς μερίδος τῶν πιστῶν, λόγῳ τῶν μεγάλων δυσχερειῶν εἰς τὴν ἐκμάθησιν αὐτῆς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ παρεκτραπῇ ἀπὸ τοῦ πρωταρχικοῦ σκοποῦ της, ἤτοι τῆς προκλήσεως κατανύξεως καὶ συντριβῆς καρδίας, διὰ τῆς μελῳδικῆς ἐκτελέσεως τῶν ὕμνων καὶ τῶν τροπαρίων τῆς Ἐκκλησίας.
Οὕτως, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία προέβη, μετ᾿ ἐνδελεχῆ ὑπὸ τῆς Γ΄ Πατριαρχικῆς Μουσικῆς Σχολῆς μελέτην, εἰς τὴν υἱοθέτησιν καὶ διάδοσιν τῆς ἐν ἔτει 1814 ὑπὸ τῶν τριῶν διδασκάλων αὐτῆς, Χρυσάνθου ἐκ Μαδύτου, Γρηγορίου τοῦ Λαμπαδαρίου καὶ Χουρμουζίου τοῦ Χαρτοφύλακος, συντεθείσης καὶ ἐκδοθείσης Νέας Μεθόδου.
Ἡ υἱοθέτησις ἐκκλησιαστικῶς καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς Νέας Μεθόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς σημειογραφίας, καθὼς καὶ ἡ σύστασις τοῦ Κοινοῦ Πατριαρχικοῦ Σχολείου εἰς τὸ ἐν Βαλατᾷ Κωνσταντινουπόλεως Σιναϊτικὸν Μετόχιον (ἡ περίφημος Δ΄ Πατριαρχικὴ Σχολή) διὰ τὴν εὐμέθοδον παράδοσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν τριῶν διδασκάλων εἰς τὸ φιλόμουσον πλήρωμα, κλῆρον καὶ λαόν, σηματοδοτοῦν τὴν ἔναρξιν μιᾶς νέας περιόδου εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἱεροψαλτικῆς τέχνης εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τῆς Νέας Μεθόδου προέκυψε μία δημιουργικὴ καὶ γοητευτικὴ σύνθεσις τοῦ παλαιοῦ μὲ τὸ νέον, μὲ σεβασμὸν καὶ πιστότητα ταυτοχρόνως εἰς τὴν ὑπερχιλιετῆ ἐκκλησιαστικὴν γραπτὴν μουσικὴν παράδοσιν.
Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη τοῦ 1814, ὡς ὑπὸ πάντων ὁμολογεῖται σήμερον, ἐπέτυχε διότι, κινουμένη ἐν τῇ ἐνδεικνυμένῃ μέσῃ ὁδῷ καὶ ἀποφεύγουσα τὰ ἄκρα, συνεδύασεν ἁρμονικῶς δύο στοιχεῖα: τὴν παράδοσιν καὶ τὸν ἐκσυγχρονισμόν, τὴν πρόοδον καὶ τὸν συντηρητισμόν.
 Οἱ τρεῖς Πατριαρχικοὶ διδάσκαλοι ἐπροίκισαν τὴν νέαν μέθοδον μὲ ἁπλότητα, σαφήνειαν καὶ οἰκονομίαν καὶ διέδωσαν αὐτὴν διὰ τῆς ζώσης ἐφαρμογῆς καὶ διδασκαλίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς τύποις ἐκδόσεως αὐτῆς.
Ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸ κείμενον τῆς Πατριαρχικῆς Διακηρύξεως, ἡ ἐπινόησις τῆς Νέας Μεθόδου ἐγένετο «θείᾳ φιλανθρωπίᾳ καὶ χάριτι», «οὐδαμῇ οὐδαμῶς παραχαραττούσης ἢ λυμαινομένης, οὐδὲ πρὸς βραχὺ ἐκπιπτούσης καὶ ἀποκλινούσης» τοῦ παραδοσιακοῦ μέλους. Ἡ μαρτυρικὴ φωτεινὴ προσωπικότης ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Στ΄, κατὰ τὴν βραχεῖαν Πατριαρχίαν αὐτοῦ (1813-1818), ἐπέτυχε, διὰ τῆς συγκλήσεως Γενικῆς Συνοδικῆς Συνελεύσεως, τὴν ἐπίσημον καθιέρωσιν τῆς Νέας Μεθόδου «εἴς τε ὠφέλειαν τῶν Ἱερῶν Ἐκκλησιῶν τὰ μέγιστα συμβαλλομένης καὶ μεγίστης εὐκλείας τῷ Γένει περιποιητικῆς».

***

Τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως τῆς νέας μεθόδου ὡλοκληρώθη εἰς μακρὸν διάστημα, τῇ ἀγρύπνῳ μερίμνῃ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, τὸ ἕτερον πνευματικὸν ἀνάστημα τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πολυτάραχον ἐκείνην περίοδον περὶ τὸ 1821, ἐμερίμνησε διὰ τὴν σύστασιν Μουσικοῦ Τυπογραφείου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξεδόθησαν πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ μουσικὰ ἔργα μεγάλων μουσικοδιδασκάλων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς εὐρυτέρας Ἀνατολῆς.
Ὁ δὲ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ συνέστησεν ἒν ἔτει 1881 τὴν Πατριαρχικὴν Μουσικὴν Ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς μουσικοδιδασκάλους Γεώργιον Βιολάκην, Εὐστράτιον Παπαδόπουλον τὸν Βυζάντιον, Παναγιώτην Κηλτζανίδην, Νικόλαον Ἰωαννίδην, Γεώργιον Πρωγάκην, Ἰωάσαφ μοναχόν, τὸν καλούμενον «καὶ ρῶσσον», καὶ Ἀνδρέαν Σπαθάρην, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Γερμανοῦ Ἀφθονίδου πρὸς ἐμπεριστατωμένην μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, «πρὸς καθαρισμὸν αὐτῆς ἀπὸ παντὸς ξενισμοῦ καὶ πάσης αὐθαιρεσίας» καὶ «ἐκπόνησιν σχεδίου τινὸς τῶν εἰσακτέων τακτοποιήσεων τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἱερᾶς μουσικῆς», κατὰ τοὺς λόγους τῆς μελέτης «Στοιχειώδης διδασκαλία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἐκπονηθείσης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ψαλτηρίου», (ΚΠολις 1888, σελ. 3). Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διώρθωσε, συνεπλήρωσε καὶ ἐτελειοποίησε τὴν μέθοδον τῶν τριῶν διδασκάλων διὰ τῆς ὑπ' αὐτῆς ἐκδοθείσης «Στοιχειώδους Μεθόδου πρὸς διδασκαλίαν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς» καὶ συνέστησε τὸ γνωστὸν Ἰωακείμειον Ψαλτήριον, ὡς ἐποπτικὸν μέσον «γιὰ τὴν περαιτέρω διδασκαλία τῶν μαθητῶν».
Ὡς εὐστόχως παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς Ἠλίας Ρεδιάδης, ἡ Πατριαρχικὴ Ἐπιτροπὴ «δὲν προσπάθησε νὰ ὁδηγήσει τὴν μουσική μας παράδοση οὔτε στοὺς δρόμους τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε στὸ ξεστράτισμα τῆς Δύσης» (Ἡ Πατριαρχικὴ μουσικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ 1881. Κατάταξη καὶ ἀξιολόγηση τοῦ ἔργου της, σελ. 104).
Εἶναι ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν πρόλογον τῆς Ἐγκυκλίου «τοῖς ἱεροψάλταις τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱερῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ ὁποία μέμφεται «τόσον ἐκείνους ποὺ εἰσάγουν τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ στὴν λατρεία, ὅσον καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν νεωτέρας συνθέσεις ἐντὸς τῶν Ναῶν», καὶ καθορίζει τὰ μουσικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα «δέον μόνα νὰ ψάλλωνται ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις», καὶ συγχρόνως «ἐξεπόνησε μουσικὸν κείμενον τῆς ἱερᾶς Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόμου ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ ὑπογραμμὸς πασῶν τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν».
Ἡ Πατριαρχικὴ Μουσικὴ Ἐπιτροπὴ αὕτη, προέβη εἰς ἓν συστηματικὸν πολυσχιδὲς ἔργον, τὸν ὁποῖον ἤνοιξε νέους ὁρίζοντας εἰς τὴν παρ᾿ ἡμῖν ἐκκλησιαστικὴν μουσικὴν ἔρευναν, τακτοποιηθέντων τότε χρονίων αὐτῆς προβλημάτων.

***

Ἡ συμβολὴ τῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ 1814, λοιπόν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν βραχεῖ τῷ ρήματι ἐκτεθέντων πρὸς τὴν ἀγάπην σας, διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν τριῶν Πατριαρχῶν Κυρίλλου τοῦ Στ΄, Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄, ὄχι μόνον συνετέλεσε καὶ ὑπῆρξε καθοριστικὴ διὰ τὴν εὐρυτέραν διάδοσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς μουσικῆς παιδείας τοῦ Γένους ἀλλὰ καὶ ἀπέτρεψε τὸ «δυστύχημα» νὰ καταστῇ ἡ μουσικὴ κληρονομία τοῦ Γένους ἡμῶν κτῆμα μόνον μιᾶς προνομιούχου ὀλιγομελοῦς τάξεως καὶ συνέβαλεν εἰς τὴν διαφύλαξιν σημαντικοῦ τμήματος αὐτῆς, διότι ἡ ἀσάφεια καὶ τὸ πλῆθος τῶν σημείων τῆς λεγομένης Παλαιᾶς Μεθόδου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔλλειψιν ἢ τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον τῆς μουσικῆς παιδείας, ἥτις ἠκολούθει τὴν γενικωτέραν χαμηλὴν στάθμην τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατὰ τὴν δυσχερῆ ἐκείνην ἀπὸ πάσης πλευρᾶς περίοδον, καθίστα τὴν διδασκαλίαν αὐτῆς δύσκολον. Κυρίως ὅμως ἡ Νέα Μέθοδος συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ παραδοσιακοῦ μέλους.
Ἀσφαλῶς, τὸ ἐπίτευγμα τοῦτο ἔχει καὶ πνευματικάς, διαστάσεις, προεκτάσεις καὶ συνεπείας, ἀποδεικνύει ὅμως καὶ τὴν προθυμίαν καὶ ἱκανότητα τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας νὰ συλλαμβάνῃ τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θείας λατρείας της, νὰ προσλαμβάνῃ λελογισμένως τὴν νέαν πραγματικότητα καὶ τὰ νέα ἐπιτεύγματα τῆς κοινωνίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῇ καὶ κινεῖται, νὰ συνδιαλέγεται ἄνευ ἀντιπαλότητος μὲ προοδευτικὰς ἰδέας καὶ ἀντιλήψεις καὶ νὰ προσαρμόζεται εἰς αὐτάς, ἐμμένουσα ἐν τῇ οὐσίᾳ εἰς τὰ παραδοσιακὰ θεμέλια αὐτῆς καὶ εἰς τὸ πατροπαράδοτον μουσικὸν ἦθος καὶ ἐκκλησιαστικὸν μουσικὸν μέλος, τὸ διδάσκον καὶ συγχρόνως μεταρσιοῦν τὸν μετέχοντα βιωματικῶς τῆς θείας λατρείας πιστόν.

***

Κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖται προσπάθεια παρακάμψεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀπεκκλησιοποιήσεως τρόπον τινὰ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμικοῦ πλούτου τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας καὶ ὀργανώσεως τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου του ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, διακηρύττομεν ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εὐρύτερον προσλαμβάνομεν δημιουργικῶς τὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς καὶ καταβάλλομεν προσπαθείας νὰ τὰ ἀναχωνεύσωμεν ἐντὸς τοῦ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων ἐρχομένου ἀστειρεύτου ρεύματος τῆς κοινῆς παραδόσεως, ὑμνολογίας καὶ δοξολογίας τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου.
 Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς γνωστόν, ἐξ εὐγνωμοσύνης καὶ τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς σπουδαιότητος τῆς διὰ τῆς Νέας Μεθόδου συνεχιζομένης -πεποίθαμεν- προσπαθείας τῶν μεγαλοφυῶν διδασκάλων Χρυσάνθου, Γρηγορίου καὶ Χουρμουζίου, ἀλλὰ καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Κυρίλλου τοῦ Στ΄, Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄, τῶν υἱοθετησάντων καὶ προωθησάντων εὐρύτερον τὴν κεφαλαιώδη ταύτην ἐκκλησιαστικὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν, ἀφιέρωσε τὸ ἤδη ἐκπνέον ἔτος 2014 εἰς τὸ κορυφαῖον τοῦτο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν μουσικῆς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε σταθμὸν διὰ τὴν τότε ἐποχὴν καὶ συγχρόνως ἀφετηρίαν διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς.
Ὁμιλοῦντες περὶ ἀφετηρίας καὶ ἐν τούτῳ, φρονοῦμεν ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς μουσικῆς ἐκείνης ἐκκλησιαστικῆς μεταρρυθμίσεως δέον ὅπως προβληματίζῃ τοὺς εἰδότας εἰς μίμησιν. Νὰ ἐμπνέῃ εἰς ἀναζήτησιν τρόπων, προκειμένου ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ παράδοσις ἡμῶν νὰ διαδίδεται εὐρύτερον, νὰ διευκολύνεται ἡ ἐκμάθησις αὐτῆς καὶ νὰ γίνεται κτῆμα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων, πάντοτε ὅμως μετὰ τοῦ δέοντος σεβασμοῦ πρὸς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἱερότητα τῶν ᾀσμάτων. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Ἐκκλησία νὰ μεριμνήσῃ καὶ σήμερον, ὥστε ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξις τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ κατέχουσα τὴν μουσικήν, νὰ μὴ ἀποκόπτηται ἀπὸ τὰς εὐρείας μάζας τοῦ λαοῦ ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ αὐξάνεται ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος εἰς τὴν ἱερὰν ψαλμῳδίαν, ὥστε νὰ γίνεται ἡ λατρεία πλέον ζῶσα καὶ δυναμική.
Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐπαρεμυθήθημεν κατὰ τὴν ἀποστολικὴν καὶ συγχρόνως προσκυνηματικὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν ἐπὶσκεψιν ταύτην εἰς τὴν εὐλογημένην νῆσον σας, διαπιστώσαντες ὅτι μὲ τὰς ἐκκλησιαστικὰς χορῳδίας καὶ μὲ τὴν συστηματικὴν σπουδὴν καὶ χρῆσιν, ἐκτὸς τῆς βυζαντινῆς, καὶ τῆς ἐπιτοπίου πολυφωνικῆς χορῳδιακῆς μουσικῆς, ἐπιτυγχάνεται ἡ μαζικωτέρα συμμετοχὴ τοῦ Ὀρθοδόξου Κερκυραϊκοῦ λαοῦ εἰς τὴν λατρείαν. Ἄλλωστε, ὁ ἀοίδιμος ἐκ τῶν προκατόχων ἡμῶν Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὡς Μητροπολίτης Κερκύρας, ἐπέτρεψεν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις μόνον, συνοδευτικῶς καὶ οὐχὶ εἰς ὑποκατάστασιν τοῦ ἱεροῦ ἀναλογίου, τὴν χρῆσιν μουσικοῦ ὀργάνου πρὸς προσέλκυσιν τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν καὶ εἰς ἐξυπηρέτησιν συγκεκριμένων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς, χρώμενος τῇ πατροπαραδότῳ οἰκονομίᾳ. Εὐχόμεθα δὲ νὰ ἐνταθῇ πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν ἡ προσπάθεια τὴν ὁποίαν καταβάλλει ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Κερκύρας καὶ Παξῶν, ὑπὸ τὴν ἐμπνευσμένην ποιμαντορίαν τοῦ Ἱερωτάτου ἀδελφοῦ καὶ συλλειτουργοῦ ἡμῶν Μητροπολίτου κυρίου Νεκταρίου, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἰδίᾳ τῶν ἱεροψαλτῶν, συνεργατῶν αὐτοῦ, πρὸς οὐσιαστικὴν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Θείαν Λατρείαν.
Εὐχαριστοῦντες, Ἐλλογιμωτάτη κυρία Πρύτανις καὶ φίλτατοι κύριοι Καθηγηταί, διὰ τὴν προσγενομένην ἡμῖν καὶ τῇ φιλοστόργῳ Μητρὶ τοῦ Γένους ἡμῶν καὶ τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων τιμὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου Διδάκτορος τοῦ Μουσικοῦ Τμήματος τοῦ ὑμετέρου Ἰονίου Πανεπιστημίου, τοῦ πολλὰ διαχρονικῶς προσενεγκόντος εἰς τὴν παιδείαν τοῦ Γένους εἰς καιροὺς χαλεποὺς καὶ σήμερον διὰ τῶν ἐν αὐτῷ λειτουργούντων Τμημάτων Ἱστορίας, Ξένων Γλωσσῶν, Μεταφράσεως καὶ Διερμηνείας, Μουσικῶν Σπουδῶν, Ἀρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας καὶ Μουσειο-λογίας, Πληροφορικῆς καὶ Τεχνῶν, Ἤχου καὶ Εἰκόνος, ἐκφράζομεν τὴν διάπυρον εὐχὴν ὑπὲρ πλουσίας εὐοδώσεως καὶ ἄνωθεν εὐλογίας τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου σας καὶ πλουσίου τοῦ πνευματικοῦ ἀμητοῦ, ὥστε τὸ Πανεπιστήμιόν σας νὰ ἑτοιμάζῃ στελέχη ἔχοντα ἱκανὰ ἐφόδια, ὥστε καὶ αὐτά, ὅλοι σας φίλοι φοιτηταὶ καὶ ἀγαπηταὶ φοιτήτριαι, νὰ ἐπιβιώσετε καὶ πνευματικῶς κατὰ Χριστόν, καὶ ἠθικῶς κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Γένους καὶ τῆς εὐλογημένης ἑλληνικῆς οἰκογενείας, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγελματικῶς ἐντὸς τῆς συγχρόνου ἀνταγωνιστικῆς καὶ μὴ ἐχούσης «σπλάγχνα οἰκτιρμῶν» κοινωνίας, καὶ νὰ ὠφελήσετε τὸ εὐρύτερον κοινωνικὸν σύνολον μὲ τὴν καρποφόρον, πεποίθαμεν, προσφοράν σας. 
Καὶ πάλιν εὐχαριστοῦμεν. Καλὰ Χριστούγεννα!

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email