© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Για το βιβλίο του Σπύρου Μπρίκου “Ιατρικό παράδοξο”. Επιμέλεια ιατρικών όρων: Ελένη Χρήστου (Εκδ. Μανδραγόρας 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Βιβλίο παρόμοιο δεν έχουμε διαβάσει. Η σύλληψη είναι μοναδική, πρωτότυπη και εντυπωσιακή. Τα ποικίλα περιστατικά περιμένουν τη γνωμάτευση του ειδικού. Με την ψυχρή επιστημονική, ιατρική συγκεκριμένα ορολογία, όλα φαίνεται ότι βρίσκουν την αιτία τους κι εδώ ακριβώς κρύβεται μια αντινομία. Η αιτία δεν είναι λογική αλλά βαθιά συναισθηματική. Το ιατρικό παράδοξο στην επιφάνεια έχει τη ρίζα του σε τραυματικό ιστορικό γεγονός. Ο συγγραφέας, δηλαδή, αναζητά την αιτία της ασθένειας στην ιστορία, ή, για να το πούμε καλύτερα, κάνει γνωμάτευση. Και είναι, μάλιστα, τόσοι πολλοί οι ιατρικοί όροι στην αφήγηση που ο απρόσεκτος αναγνώστης θα νομίσει πως ο γιατρός γνωματεύει επί σπανίων ιατρικών περιστατικών, όχι ότι λογοτεχνεί. Αλλά και το αντίστροφο θα μπορούσε να συμβαίνει. Να εξετάζει ιατρικά την ιστορία.

Ο συγγραφέας Σπύρος Μπρίκος στο βιβλίο του με τον τίτλο Ιατρικό παράδοξο, κατ’ αναλογίαν αλλά και κατ’ αντιδιαστολή μας προσφέρει Histoires Exraordinaires σαν του Edgar Alan Poe και μετά του Baudelaire, προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. Και από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, προκύπτει ξανά κάτι που είναι ήδη γνωστό· τίποτα δεν υπάρχει παράδοξο όσο η ζωή η ίδια.

Το βιβλίο περιέχει τις ενότητες: «Κεφαλή», «Σώμα», «Άκρα», «Ιατρόλεξο», «Ιστορική αναδρομή». Στο «Ιατρόλεξο» μας δίνει την ερμηνεία των ιατρικών όρων. Στην «Ιστορική αναδρομή» μας δίνει τις ιστορικές συντεταγμένες -τόπο, χρόνο, γεγονός- που είναι η πραγματολογική αφετηρία. Έτσι μαθαίνουμε τι έγινε, πού και ποιοι οι πρωταγωνιστές οι θύτες και τα θύματα, οι αρχηγοί ομάδων και η δράση τους, το Σύστημα Υγείας στο βουνό, το Σανατόριο των εξορίστων στην Ικαρία και άλλα σημαντικά τα οποία φωτίζουν την τραμπαλιζόμενη ανάμεσα στην ιστορία και λογοτεχνία ατμόσφαιρα. Μετά είναι οι συνέπειες. Οι άνθρωποι που επέζησαν του πολέμου, των Γερμανών, των εκτελέσεων. Και άλλοι που έρχονται από μακριά, μετανάστες, ταλαιπωρημένοι, κακοζωισμένοι, κακοδεχούμενοι, ανεπιθύμητοι. Κι άλλοι που περιμένουν στη σειρά για μεταμόσχευση, όπως ο νεαρός που χάνει το μόσχευμα από το «ζόμπι», τον «εκατοντάχρονο μεγαλοτραπεζίτη» που έχει και πληρώνει και εξαγοράζει συνειδήσεις. Κανείς αλώβητος. Και τα ιατρικά περιστατικά πολλά και ποικίλα. Όλα σαν παράθυρα ανοιχτά για να φανούν οι πληγές της κεφαλής, του σώματος, των άκρων. Ζαλάδες, μικρόβια, εξανθήματα ορατά με γυμνό οφθαλμό και άλλα ορατά μόνο με το μικροσκόπιο και άλλα αόρατα γενικώς, παραισθήσεις και παραληρήματα, με φόντο πάντα αντάρτες, Γερμανούς, αντίσταση, σκοτωμούς, Ελευθερία ή Θάνατο.

Πρώτο ιατρικό παράδοξο είναι ο Ίλιγγος περιστροφικού τύπου, ο οποίος βασανίζει έναν οδηγό της διαδρομής Γιάννενα-Πρέβεζα και που μάλλον οφείλεται στο αυχενικό του, επιδεινούμενο από τις στροφές δρόμου. Σε μια παράκαμψη που οδηγεί στο χωριό «Αβγό», λόγω ομίχλης, τα μάτια δεν βλέπουν καλά, ενώ, αντιθέτως, η ακουστική του χώρου είναι εκκωφαντική. Ουρλιαχτά, γερμανικά οχήματα, σκηνές βίας. Η οδήγηση είναι αδύνατη, υποχρεωτικά γυρίζει πίσω. Είναι Σεπτέμβρης και ο μήνας αυτός για τον οδηγό είναι μήνας πικρών αναμνήσεων. Τελικά φτάνει στην Πρέβεζα, όπου το προηγούμενο ακουστικό σκηνικό συνεχίζεται εμπλουτισμένο με εικόνα. Αντάρτες οχυρωμένοι στο κάστρο, η ΕΠΟΝ πάει για εκτέλεση, χειροβομβίδες, οπλοπολυβόλα, ο ρόγχος του ενός, ο τραυματισμός κάποιου άλλου. Επιμύθιο, γραμμένο με άλλη γραμματοσειρά. Στο νοσοκομείο οι γιατροί «με μια επιπόλαιη ματιά» διέγνωσαν: Ίλιγγος περιστροφικού τύπου. Στο διπλανό κρεβάτι ένας παππούς με όνομα αγωνιστού τότε, ενώ το ημερολόγιο δείχνει σήμερα. Σεπτέμβριος 2013!!! Κι ο νοών νοείτω κι έτσι τελειώνει το κείμενο.

Από τι πάσχει ο οδηγός, στην ουσία; Με τη δική μας «επιπόλαιη ματιά», ο άρρωστος από ιστορικό σύνδρομο, έκανε αναδρομή, θα έλεγαν τα μέντιουμ, οι ψυχολόγοι και οι παραψυχολόγοι. Ο καιρός, ο χρόνος, η ομίχλη, ο τόπος ευνόησαν τις συνθήκες για να γίνει η μετάβαση και όλο το δράμα ξαναπαίχτηκε μπροστά του. Συμβαίνει αυτό, είναι δυνατόν; Ναι, είναι. Κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Οι επιστήμονες, οι ορθολογιστές και οι έχοντες μαθηματικό νου, λένε πως ναι· και οι αλαφροΐσκιωτοι, σαν τους ποιητές, συνυπογράφουν. Στους σχολιαστές δεν πέφτει λόγος, αν και αυτοί συμφωνούν.

Κείμενο δεύτερο: στα Δούβιανα (υποτροπή ιλίγγου).

Ο χρόνος οπισθοδρόμησε στον δραματικό Απρίλη του 1944 και κόλλησε στον αριθμό 23. Ο Θωμάς, όταν γλίτωσε από τη σφαγή των Γερμανών, επειδή είχε χάσει τη λαλιά του, έγραψε στο θρανίο του δημοτικού σχολείου το Νο 23. Τόσους εκτέλεσαν εκείνοι την ημέρα. Ο Θωμάς σιγά σιγά ανέκτησε την ομιλία αλλά λίγες λέξεις επιλεκτικά. Πώς αναγράφεται στο ιατρικό δελτίο η περίπτωση; «Λίγες λέξεις. Που αναδύονταν από τα βάθη του κέντρου λόγου στον μετωπιαίο λοβό. Περνούσαν στον υποθάλαμο, στον ιππόκαμπο και μέσω της υπόφυσης διαχέονταν στα στάδια της συνείδησης». Όλο αυτό, που σε φυσιολογικές καταστάσεις γίνεται αυτομάτως, για τον Θωμά είναι διαδικασία πόντο πόντο ελεγχόμενη. Γιατί ο Θωμάς γνώρισε «Γη και Ελευθερία» και ότι οι εκτελεσμένοι «ήταν κομμουνιστές. Τη Μεγάλη Παρασκευή. Και ήταν απ’ τα Δούβιανα (Κρυοπηγή)». Ο Θωμάς, σαν ευαγγελιστής, έκανε μεταγραφή του θείου πάθους σε ανθρώπινο. Ο σωσμένος μοιάζει με αναστημένο, αλλά δεν είναι πλέον του κόσμου τούτου. Μπορεί το σώμα του να παρέμεινε πάνω στη γη, η ψυχή του όμως και το μυαλό του κατέβηκαν στον κάτω κόσμο. Κι όταν ξανανέβηκαν στο μυαλό, την ψυχή και τα μάτια είχε αφήσει αποτύπωμα το ακραίο γεγονός. Και η επίσημη ερμηνεία: υποτροπή ιλίγγου, τόσο απλά!

Στη νόσο του κινητικού νευρώνα ο συγγραφέας θέτει το πολύ σοβαρό πρόβλημα της ευθανασίας, όταν τίποτα δεν λειτουργεί κι όταν η ηρωίδα μάνα, που δεν ευτύχησε να πεθάνει τη μάχη, πάσχει από «παράλυση με ιστορική μνήμη». Τι γίνεται σε μια τέτοια περίπτωση; Ταλαιπωρούμε το ζωντανό πτώμα μέχρι να φύγει τυραννισμένο; Όχι. «Με λίγα μιλιγκράμ δόσης στην ηπαρισμένη φλέβα. Η ανάσα της χάθηκε και οι σφύξεις της έσβησαν». Ακολουθεί το επιμύθιο: «Με μια αποτέφρωση. Η μάνα του ξέμπλεξε από την μεταθανάτια ζωή. Δεν την θέλησε ποτέ της». Έτσι, τηλεγραφικά, πρόταση και τελεία, για να διασωθεί μόνο η ουσία και του λόγου και της πράξης και της πίστης.

Αλλού το ιατρικό δελτίο, όπως στη διαφορική διάγνωση εμπεριέχει δέκα εναλλακτικές διαγνώσεις. Κάθε μία έχει τη λογική και την παρα-λογική της πλευρά. Κάθε εκδοχή εμπεριέχει και μια άλλη. Τίποτε δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται και πολλά που δεν φαίνονται είναι η αιτία των ανθρώπινων δεινών. Τίποτα δεν είναι απόλυτα διευκρινισμένο. Το λέει και ο γιατρός: «μη βιάζεστε να βγάλετε διάγνωση».

Αυτή η πρωτότυπη αντιμετώπιση του θέματος με ιατρικούς όρους έχει, νομίζω, έναν στόχο. Από την μία να προσδιορίσει λογικά επιστημονικά την «ασθένεια» αλλά και να παρεμβάλει την περίπτωση του ά-λογου, του τυχαίου, του απρόσμενου που κυριαρχεί στη ζωή και άλλοι το βαφτίζουν μοίρα, άλλοι θαύμα, άλλοι κατάρα, άλλοι ξαφνικό, άλλοι πεπρωμένο. Το γεγονός είναι πως οι δρόμοι της λογικής δεν επαρκούν για να δώσουν ερμηνεία στα θέματα του μυαλού και της ψυχής. Είναι πάμπολλες οι παράμετροι που παραμένουν αδιευκρίνιστες. Από την άλλη, πρέπει να αποδεχτούμε πως και η ιατρική επιστήμη, όπως και κάθε επιστήμη, έχει την ποίησή της και τις θαυμαστές ποιητικές εικόνες της, όπως το, σαν «μονόπετρο δαχτυλίδι», πλασμώδιο της ελονοσίας, στο μικροσκόπιο.

Τα σχέδια, τα σκίτσα, οι πίνακες, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία του κλίματος. Το συγκεκριμένο βιβλίο, πέρα από την υπόθεση της λογοτεχνίας επιδιώκει να συνδέσει το ιατρικό με το ιστορικό παράδοξο, πρώτον, για να δείξει την αρρώστια του κόσμου και δεύτερον, για να αποτίσει φόρο τιμής σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν και έπαθαν, στους μαρτυρικούς τόπους, στον γάιδαρο που μετέφερε τα όπλα των ανταρτών, στα αετόπουλα του θεάτρου Γκλόρια, στους μαρμαρωμένους αντάρτες στα υψώματα της Αγίας Τριάδας, στο Τσαβαλοχώρι, στην Κοκκινιά, σ’ αυτούς που τα σπλάχνα τους φύτρωσαν και ενσωματώθηκαν με το φυτοπλαγκτόν. Γιατί «Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα» είπε ο Αντόνιο Γκράμσι και βάζει μότο στο βιβλίο του ο Μπρίκος, που δίνει σημασία «στον παράγοντα άνθρωπο» τον «μόνο παράγοντα που δεν κατάφεραν να υπολογίσουν σωστά» οι εξουσίες.


Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ 1, ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ ΤΑ ΒΡΟΧΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΑ

Στὸν κ. Δημ. Νόλλα, εὐχετήριο
Ὁ δρόμος ἀνηφόριζε ἥσυχος μέσα στὸ ὑγρὸ τ᾿ ἀπόβραδο, ποὺ τὸ κένταγε μιὰ ψιλή, ἀθόρυβη καὶ μονότονη βροχή. Τὰ φωτισμένα παράθυρα τῶν σπιτιῶν ἦταν ἡ παρηγοριά του τοῦτες τὶς χρονιάρες μέρες. Γιατὶ ἦταν μέρες ἀκριβὲς γιὰ κεῖνον, μέρες τῆς Ἀποκριᾶς, ποὺ ἔσταζαν νοσταγλία μέσα του, καθὼς μετὰ τὸ ἀπογευματινὸ τὸ μάθημα ἀνηφόριζε γιὰ τὴ μοναξιά του, γιὰ τὸ ἀπόμερο τὸ δωμάτιο, τὸ καταφύγιό του στὴ μεγαλη τὴν πολιτεία. Κι ἦταν ὄντως καταφύγιο, ἀφοῦ ἐκεῖ ξεκούκιζε τὸ κομποσκοίνι τῶν στεναγμῶν του, ἐκεῖ μετροῦσε, μαζὶ μὲ τὰ λίγα χρήματα καὶ τὸ Χρόνο ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ στραγγίξει ἀπὸ μέσα του κὰι ν᾿ ἀφήσει τόπο στὸ Νόστο νὰ σεργιανίσει μαζί του, μέρες ποὺ ἦταν, σὲ περιούσια τοπία, ποὺ εὐωδίαζαν πρώιμη ἄνοιξη κι ἀνάσα καμμένου πεύκου καὶ ἐλιᾶς.
Σαββατόβραδο, λοιπόν. Τς Ἀποκριᾶς τὸ γελαστὸ τὸ Σαββατόβραδο μὲ τὶς μυρωδιὲς ἀπὸ τὰ μαγειρεμένα φαγητὰ νὰ ἁπλώνονται στὴν μεγάλη τὴν πόλη, λὲς κι ὅλοι, ἤ σχεδὸν ὅλοι, ἀπόψε ἕνα μεγαλο τραπέζι θὰ στρώσουν καὶ θὰ εὐφρανθοῦν, θὰ γλεντήσουν.
Ἀπὸ μακρυὰ σὰ νὰ διακρίνονται ἥχοι μουσικῆς. Μουσικῆς φορτωμένης ἐλπίδες γλεντιοῦ καὶ ξεφαντώματος. Μέχρι νὰ χαθοῦν ἀπὸ σιμά του, ὅταν ξεκλειδώνει τὴ θύρα τοῦ δωματίου καὶ νοίωθει τὸν παγωμένο ἀέρα νὰ τὸν ὑποδέχεται μαζὺ μὲ τὸ χλωμὸ τὸ φὼς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ποὺ ἁπλώνει γύρω του ὀ σκονισμένος λαμπτήρας. Κι ὕστερα, ἐκείνη ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ «δακράκια», τὰ λουλούδια τοὺ ἀγροῦ, ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸ χωριὸ μαζὶ μὲ ἐκείνη τὴν πλουμιστὴ κολοκυθόπιττα. Τὸ ἔδεσμα τῶν ἠμερῶν τῆς Ἀποκριᾶς, ποὺ τὸ παρασκεύαζαν στὸ χωριό του μὲ τὀση χάρη καὶ γιορταστικὴ διάθεση. Άπὸ κολοκύθι καλοκαιρινό, ξερό τὸ λέγανε, μὲ τὸ ρύζι, τὸ γίδινο γάλα, τὴν κανέλα καὶ τὴ ζάχαρη βρασμένο, κι ὕστερα πασαλισμένο μὲ τριμμένο ἀμύγδαλο, γιὰ νὰ ψηθεῖ μετὰ μέσα στὸ φοῦρνο, νὰ γίνει τὸ γλύκισμα τῆς Ἀποκριᾶς γιὰ τὸ καλὸ τοῦ χρόνου.
Παγωμένο ἀπὸ τὴ χειμωνιάτικη νύχτα τὸ δωματιο ἄφηνε τὴν ὑγρή του ἄχνα νὰ σταλαζει πάνω στοὺς τοίχους, τὰ ροῦχα καὶ τὰ βιβλία. Τί νὰ σοῦ κάνει, βλέπεις, ἕνα μικρὸ ἠλεκτρικὸ καλοριφέρ, ποὺ μάλιστα τὸ πρόσεχε μὴν καὶ κάψει πολύ, γιατὶ ἐξοικονομοῦσε καὶ τὴ στερνὴ τὴ δεκάρα νὰ περάσει.
Ἔξω, σὰ νὰ τοῦ φάνηκε πὼς ἄρχισε νὰ βρέχει πάλι. Σφάλισε μὲ προσοχὴ τὰ παραθυρα καὶ τὴν πόρτα, καὶ ντυμένος ὅπως ἦταν κάθισε στὸ τραπέζι, ποὺ τὸ εἶχε καὶ γιὰ γραφεῖο, νὰ ξετυλίξει τὰ χαρτιά του ἀπὸ τὸ ἀπογευματινὸ τὸ μάθημα. Πρόσεξε τότε ἕνα σημείωμα ποὺ εἶχε προσθέσει στὰ τόσα ποὺ ἔσερνε μαζύ του. «Νὰ θυμηθῶ νὰ τηλεφωνήσω στὸ χωριό», ἔγραφε.
Ναί, τὸ εἶχε ἀνάγκη αὐτό. Νόμιζε πὼς τὰ δυό, τρία λεφτὰ συνομιλίας μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς δικούς του παραμέριζαν τὰ βαρειὰ τὰ χνῶτα τῆς μοναξιᾶς κι ἄνοιγαν ἕνα παράθυρο στὸ φῶς, ἀναδύοντας συνάμα καὶ τὴν πολύτιμη τὴ συντροφιά τῆς μνήμης.
Δὲν εἶχε τηλέφωνο στὸ σπίτι κι ἀναγκάστηκε νὰ φορτωθεῖ πάλι τὴ σπιτονοικοκυρά του, ποὺ τὴ σεβόταν καὶ βοηθοῦσε ὅποτε τοῦ ἦταν βολετό, ἀφοῦ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του.
Μετὰ τὸ τηλεφώνημα σὰ νὰ χάρηκε, ἀφοῦ ἔμαθε πὼς ὄλοι εἶναι γεροί καὶ πὼς κι ἐκεῖ χειμώνας εἶναι, γερὸς μάλιστα...
-Νὰ προσέχεις, μὴν ἀρρωστήσεις. Σέρνεται γρίππη, τοῦ εἶπε ἡ ἀδερφή του ἀπὸ τὸ χωριό, ἐνῶ ὑποσχέθηκε πὼς θὰ τοῦ στείλουν κι ἄλλη κολοκυθόπιττα καὶ μπακαλιάρο μὲ τὸ ρύζι ποὺ τοῦ ἄρεσε, μόλις βροῦν εὐκαιρία.
Καθὼς ἀνέβαινε ἡ νύχτα ἔξω οἱ φωνὲς πληθαιναν ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ πήγαινε νὰ γλεντήσει. Ἀπὸ ἀπέναντι, μάλιστα, ἄκουσε τὰ παιδιά -κορίτσια κι ἀγόρια-, ποὺ ξένοιαστα θορυβοῦσαν. Φαίνεται πὼς εἶχαν κάποιο πάρτυ. Μέρες ποὺ ἦταν ἄλλωστε.
Τοὺς ἤξερε ὅλους... Κι αὐτοὶ τὸν γνώριζαν καὶ κάποιες φορὲς τὸν καλοῦσαν, ὅμως ἐκεῖνος ντρεπόταν... Ἦταν, βλέπεις, μεγάλη ἡ φτώχεια του καὶ κοιταζε νὰ τὰ βολέψει μὲ τὰ λίγα χρἠματα ποὺ διέθεταν οἱ δικοί του, γιὰ νὰ σπουδάσει. Καὶ τώρα τὸν εἶχαν καλέσει, ὅμως προτίμησε νὰ μείνει μέσα, συντροφιὰ μὲ τὰ γραφτά, τὰ βιβλια καὶ τὸ μικρό τὸ ραδιόφωνο, ποὺ τὸν συντρόφευε. Ὅπως τοῦ ἔγινε, καὶ τούτη τὴ βραδυὰ συντροφιὰ περισσή. Γιατὶ κάποια στιγμή, ἀπὸ τὴ μικρή, ἀπέριττη καὶ φτωχικὴ συσκευὴ ἄνοιξε ἔνα παράθυρο στὴν αἰσιοδοξία, ἀλλὰ καὶ στὴ νοσταλγία, ποὺ τὴ χρειαζόμαστε τόσο, γιατὶ μᾶς παραμερίζει τὸ παραπέτασμα καὶ μᾶς συνορεύει μὲ κόσμους καὶ ἀνθρώπους ἀγαπημένους. Κι ἡ μουσικὴ ποὺ ἀπόψε ἄκουσε, μουσικὴ ἀπὸ τὸν τόπο του γιορταστικὴ μουσικὴ γιὰ τὶς μέρες αὐτές, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ ρεμβάσει γιὰ λίγο, νὰ θυμηθεῖ πὼς ἐκεῖ, στὸ μικρὸ καὶ φτωχικό του τὸ χωριὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτὲς τὶς μέρες τὶς χαίρονται ξεχωριστά. Ἀνταμώνουν, γλεντοῦν, τραγουδάνε, χορεύουν, γεύονται τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων τους, τὰ εὐωδιαστὰ ρυζόγαλα, τὶς τραγανὲς καὶ μυρωμένες κολοκυθόππιτες, τὸν καπαμᾶ, τὰ στριφταρια μὲ τὸ τυρί, τὰ μακαρόνια μὲ τὴ μυζήθρα καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ τὰ ποτίζει τὸ κεχριμπαρένιο τὸ κρασί...
Κι ὕστερα ὀ χορός, μὲ τὸ τραγούδι νὰ τὸν συνοδευει, σὰν κι αὐτὸ ποὺ ἄκουσε ἀπόψε στὴν ἐκπομπὴ «Ἀποκριὰ στὴν Ἑλλάδα»... Τραγούδι παλιό, τοῦ τόπυ του τραγούδι, φορτισμένο μὲ μνῆμες, νόστο, συγκίνηση καὶ πολιτισμό. Καὶ τότε θυμήθηκε κάτι ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά του τὰ χρόνια κράτησε ἱερὸ κειμήλιο στὴν ψυχή του, ὅταν ἄκουσε ἔνα ἀρχαῖο χορὸ ἀνδρῶν νὰ χορεύουν στὴν πλατεία μὲ κορυφαῖο τοῦ χοροῦ ἕναν παπποῦ-μακαρίτη σήμερα, τὸν μπάρμπα-Σταμάτη, νὰ λέει ἕνα ξεχωριστὸ τραγούδι, ποὺ στὴ συνέχεια ἐπαναλάμβαναν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄντρες τοῦ χοροῦ. Ἤταν μιὰ κορυφαία τοῦ βίου του στιγμή, γιατὶ τοῦ φάνηκε τότε, καὶ μέχρι σήμερα τὸ κρατεῖ άνόθευτο, πὼς αὐτὲς οἱ φωνές, ποὺ σκορπίζονταν μέσα στὸ συννεφιασμένο ἀπόβραδο, ἔρχονταν ἀπὸ πολὺ μακρυά. Ἀπὸ τὰ πλέον μακρυνὰ κι ἄγνωστα τοπια τῆς Παράδοσης καὶ τῆς Βιοτῆς ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὰ σεβάστηκαν, τὰ κράτησαν μέσα τους καὶ κάθε χρόνο, τετοιες μέρες, τὰ ξαναφέρνουν σιμά μας, Ὅπως οἱ νοικοκυρὲς σηκώνουν ἀπὸ τὰ σεντούκια τους ὅ,τι τὸ ὡραῖο, «πτίδιο» καὶ πολύτιμο, γιὰ νὰ στολίσουν τὸ σπίτι τους στὶς γιορτάδες ἤ στὶς σημαδιακὲς τὶς μέρες.
Ἔξω ἀκούγονταν φωνὲς καὶ θόρυβοι ἀπὸ αὐτοκίνητα, μηχανὲς καὶ ἀκατανόητες μουσικές. Ἡ βροχὴ δυνάμωσε καὶ ράντιζε μὲ δύναμη τὰ κλειστὰ παράθυρα. Εὐτυχῶς τὸν συντρόφευε κι ἀπόψε. Γιατὶ πάντα αὐτὸς ὁ καιρός, ὁ μουντὸς καὶ βροχερὸς καιρός, τοῦ χάριζε εὐκαιρίες στοχασμοῦ καὶ ἀναπόλησης. Καὶ δὲν εἶχε ἄδικο... Τοῦ παραγέμιζαν τὰ μοναχικὰ του Σαββατόβραδα, αὐτὲς οἱ γιορτινὲς τοῦ χωριοῦ του οἱ μνῆμες καὶ τῶν συγχωριανῶν του οἱ πηγαῖες κι ἄφθορες συνήθειες. Καὶ τὸν συντρόφευαν... Ὅπως κι ἀπόψε. Κι αὐτὸ τοῦ ἔφτανε. Μέχρι νἄρθει κι ὁ ζωοδότης ὕπνος νὰ συνεχιστεῖ τὸ ὄνειρο καὶ τὸ ταξιδι...

π. κ.ν. κ Τσικνοπέμπτη 2017

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΛΟΙΠΟΝ...

Μνήμη ιερὴ Γονέων, συγγενῶν, «μισούντων καὶ ἀγαπώντων»

Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς σιμώνει κι ἡ ἑβδομαδα τῆς Ἀποκριᾶς, γιὰ νὰ μᾶς κομίσει δυὸ μέρες πολὺ σημαντικές, κορυφαῖες θὰ τὶς ἔλεγα, τῆς Τσικνοπέμπτης καὶ τοῦ Ψυχοσάββατου. Μέρες, ποὺ ἄν τὶς δεῖ κάποιος ἔτσι απλᾶ καὶ σύντομα, μήτε ποὺ θὰ προσέξει τὸ περιεχόμενό τους, τὸ ὁποῖο ψυχωφελεῖ τὰ μέγιστα τὸν κάθε πιστό. Γιατὶ γνωρίζει πολὺ σωστὰ ἡ Ἐκκλησία, ὅτι ὀφείλει νὰ συνδράμει τὸν κάθε δικό Της ἄνθωπο μὲ χίλιους τρόπους, ὥστε νὰ ζεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐφροσύνη τῶν ἠμερῶν αὐτῶν, σὲ συδυασμὸ μὲ τὸ χαροποιὸν πένθος καὶ τὸν ὅποιο βαθὺ προβληματισμὸ ἀποπνέουν. Ἔτσι ἡ Τσικνοπέμπτη προβάλλεται ὡς μιὰ μέρα ποὺ ὁ κάθε νοικοκύρης τὴ χαίρεται καὶ τὴν ἀξιοποιεῖ, γιατὶ εἶναι μέρα γιορτῆς καὶ ἀπόλαυσης τῶν ὅσων τοῦ προσφέρει ἠ Χάρις Του. Γιὰ νὰ τὴ διαδεχτεῖ στὴ συνέχεια ἡ σημαδιακὴ τοῦ Ψυχοσάββατου ἡμέρα, μὲ τὸ ἀθάνατο Πανηγύρι τῶν κεκοιμημένων, ὥστε νὰ κατανυγεῖ ἡ ψυχὴ καὶ νὰ σκεφτεῖ μὲ ἱερὸ στοχασμό, τὸ ἄλλο μέγιστον μάθημα ποὺ τῆς δίδεται μὲ νόημα βαθύ. Ὅτι δηλαδή, μετὰ τὸ εὐφρόσυνο γιορτινὸ τραπέζι, τώρα πιὰ στρώνεται ἡ ἄλλη τράπεζα, ἐκείνη γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, τράπεζα ἱερή, πάντιμος καὶ τὰ μέγιστα συγκινητική, τὴν ὁποία καλεῖται νὰ ἀξιοποιήσει ἡ κάθε φιλόθεη ψυχή, γιατὶ γνωρίζει πολὺ καλά, πὼς μετὰ ἀπὸ κάποια χρόνια κι αὐτὴ θὰ εἶναι ἕνα ὄνομα γραμμένο γιὰ μνημόνευση τὴν ὥρα τοῦ Νεκρωσίμου Τρισαγίου, ἕνα σπυρὶ σιτάρι στὸ πιλάτο μὲ τὰ κόλυβα καὶ μιὰ μερίδα στὴ θέση τῆς μνημόνευσης τῶν κεκοιμημένων στὸ ἱερὸ Δισκαριο κατὰ τὴν Προσκομιδή.
Ἑβδομάδα τῶν Ἀπόκρεω, λοιπόν, ἀνατέλλει. Μὲ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη μας τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας. (Ἀνακαλοῦν, ἄραγε, ἤ μᾶς προετοιμαζουν;). Μὲ μηνύματα ποικίλα, ποὺ ὀφείλουμε νὰ τὰ δοῦμε κάτω ἀπὸ μιὰ προοπτική: Αὐτὴ τῆς μετανοίας ἤ πιὸ ἁπλᾶ τῆς ἀποκάλυψης τοῦ πραγματικοῦ μας προσώπου μὲ τὴν ἀπόρριψη τοῦ κάθε προσωπείου, τῆς κάθε μασκας, τῆς κάθε ὑποκριτικῆς. Γιὰ νὰ σταθοῦμε ἔτσι γνήσιοι στὸ φοβερό Του βήμα. Ἀλλιῶς ποιὸ νόημα ἔχει νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸ Τριώδιο, γιὰ τὴν Ἀποκριά, ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν Τσικνοπέμπτη;
π. κ. ν. κ.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑΜΕΙΟΝ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΚΟΠΕΛΟΥ

Μιὰ ἀπόπειρα ἀνάγνωσης τοῦ νέου βιβλίου τῆς Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρίστου, Σκοπέλου «λάλον ὕδωρ», ἐκδ. ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ Ἀθήνα 2016, σ. σ. 576
Κάθε νέα μελέτη γιὰ τὸν τόπο μου, «τὴ Σκόπελό μου, τὴν ἀγαθὴν πατρίδα», ὅπως τὴν ὀνόμαζε ὁ μεγάλος μας λόγιος, ὁ Καισάριος Δαπόντες, ἀναμφίβολα εἶναι μιὰ φωτεινὴ γραμμὴ μέσα στὰ σκοτάδια τῶν καιρῶν μας, ποὺ σοῦ χαρίζει τὴ δυνατότητα νὰ συνεχίσεις τὸ δρόμο σου. Γιατὶ αὐτοὶ οἱ φάροι οἱ στημένοι μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, μποροῦν νὰ σὲ ὁδηγησουν σὲ λιμάνια σωτήρια, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι κι ἡ γλώσσα μας. Ὁ ἀθάνατος Ἕλλην Λόγος. Ἄν δὲ τώρα αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι ὁ λόγος, ἡ λαλιὰ τῶν προγόνων σου, τοῦ τόπου δηλ. ποὺ σὲ ἀναστησε, τότε γίνεται ἀκόμα πιὸ ἱερός, θεῖος, ἐξάπαντος πασπαλισμένος μὲ συγκίνηση, κατάνυξη καὶ εὐλογία. Γιατὶ εἶναι ἡ μιλιὰ τῶν δικῶν σου ἀνθρώπων, ποὺ σὲ συντροφεψε, παραμύθισε, καὶ σ᾿ ἀγκαλιασε μὲ στοργὴ περίσσια. Καὶ γιὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ κουράζω, λέω τὰ παραπάνω, ἐπειδὴ θέλω νὰ εὐχαριστήσω πρωτίστως τὴν ὡς ἄνω συγγραφέα, γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ νέου της βιβλιου μὲ θέμα αὐτὴ τὴ φορὰ τὴ σκοπελίτικη διάλεκτο. Διάλεκτο, ποὺ ἀφομοίωσε ἕνα πλῆθος λέξεων καὶ τὶς ἐπεξεργάστηκε στὸ καμίνι τῆς καθημενινότητας καὶ ἐπικοινωνίας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σκύβουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ νὰ ἐξετάσουν μὲ προσοχὴ αὐτὸν τὸν πολύτιμο, ὄντως, γλωσσικὸ θησαυρὸ τοῦ νησιού μας. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ στεκόμαστε μὲ μεγαλο θαυμασμὸ.
Στὸ ἐν λόγῳ πόνημα τῆς κ. Μαρίας, λοιπόν, ταμιεύεται ὁ μέγιστος ἀριθμὸς ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ τὶς παροιμιώδεις ἐκφράσεις τῆς νήσου Σκοπέλου, γιατὶ ὑπάρχουν καὶ λέξεις ποὺ ἔχουν ἐντελῶς λησμονηθεῖ , ὅπως π. χ. ἡ λ. « φαμπρικάρω», ποὺ ἦταν τῆς ἴδιας σημασίας μὲ τὴ λ. «ναυπηγῶ». Ὅταν δὲ γίνεται λόγος γιὰ τὴ Σκόπελο, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅτι τὸ νησὶ αὐτό, μὲ τὴ Χώρα καὶ τὰ δύο μεγαλα χωριὰ Γλώσσα καὶ Κλήμα, ἔχει μεγαλο ἐνδιαφέρον ὅσον ἀφορᾶ τὸν λαϊκό του πολιτισμό, ποὺ ἔχει δεχτεῖ ἐπιδράσεις ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς παροικοῦντες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀποδήμους κατοίκους του, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι στὸν τόπο τους κόμισαν καὶ νέα πράγματα.
Αὐτὰ ὅλα, λοιπόν, ἀναλύονται διεξιοδικὰ στὸ πρῶτο μέρος, στὴν Εἰσαγωγή (σ. 19-42). Γιὰ νὰ φτάσουμε στὴ φωνητικὴ καὶ τὴ φωνολογία (σ. 25-38) καὶ στὴν ἀναλύτικὴ Γραμματικὴ τῆς σκοπελίτικης διαλέκτου (σ. 83-186). Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ λεξιλόγιο (σ. 191-506) μέ τὴν ἑτυμολογία τῆς κάθε λέξεως, κάτι ποὺ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ ἀπ᾿ ὅσα γνωρίζω. Σημαντικὴ προσφορὰ στὸν ἀναγνώστη εἶναι καὶ ἡ χρήση τῶν λατινικῶν χαρακτήρων στὴ γραφὴ ὁρισμένων λέξεων, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν ἀπαραίτητων συμβόλων, γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερη προφορά, ποὺ θὰ προσεγγίζει κατὰ τὸ δυνατὸ τὸ πρωτογενὲς γλωσσικὸ ἰδίωμα.
Τέλος, στὶς σελ. 511-565 ταμιεύονται παροιμιώδεις ἐκφράσεις, δίστιχα σκωπτικὰ κ. ἄ, ἐνῶ τὸ βιβλιο κλείνει μὲ τὴν ἀναλυτικὴ βιβλιογραφία (σ. 567-571).
Οἱ λέξεις αὐτές, λοιπόν, ποὺ ὑπῆρξαν οἱ κώδικες ἐπικοινωνίας καὶ συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν προγόνων μας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀπαραίτητα ὀχήματα ἐννοιῶν γιὰ τὶς διαπροσωπικές τους σχέσεις, ἔχουν τὶς ρίζες τους στὸ βαθὺ ἱστορικοκοινωνικὸ παρελθὸν τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω τὴ λ. «κνώδαλου», [τοὺ] ( σ. 296), ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. μὲ τὸν Καισάριο Δαποντε χαριτωμένα νὰ μᾶς θυμίζει, «Ὅμως ἐγὼ τὸ κνώδαλο γιὰ νὰ μὲ ζωγραφίσουν / Σ᾿ ἕνα πανὶ ἐπλήρωσα, ἄξιος νὰ μὲ φτύσουν» (Κῆπος Χαρίτων, κεφ. 16, στ. 289-90).
Ἡ λ. λοιπόν αὐτή, «κνώδαλου» βλέπουμε νὰ διατηρεῖται μέχρι σήμερα, ἀντίθετα μὲ τὴ λ. «μποτάμι», ποὺ ἔχει τὴν ἴδια ἔννοια μὲ τὴ λ. «στοίβα» (σ. 452), τὴ σχετικὴ μὲ τὴν ἀποθήκευση τῶν κρασοβάρελων. Καὶ νὰ φανταστεῖ κανεὶς πὼς ἡ λ. αὐτὴ γράφεται στὰ συμφωνητικὰ κατασκευῆς βαρελιῶν ἀπὸ τὸ 1830, 31 κ.λ.π. ἴσως καὶ λίγο πιὸ πρίν, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰ, ἴσως καὶ παλιότερα.
Ὅπως ἐπίσης τὸ τοπωνύμιο «Δρακοντοσχίσμα», ποὺ πάλι τὸ ἀναφέρει ὁ Δαπόντες καὶ σώζεται μέχρι σήμερα,ἀπὸ τὸν 4ο αί, ἐνῶ τὸ ἄλλο τοπωνύμιο, «τοῦ Δοκιμου», ποὺ ἀφορᾶ τὴ Μονή τοῦ Προδρόμου, σήμερα ἔχει λησμονηθεῖ. κ. ἄ πολλά τέτοια. Πάντως ἡ σ. πολὺ σωστὰ γράφει τὶς ὀνομασίες τῶν τοπωνυμίων σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πῶς λέγονται π. χ. ἀκούγεται σήμερα «Τς᾿ Πρασᾶς τοὺ ρέμα», ἐνῶ εἶναι τὸ σωστὸ «στοῦ Πρασᾶ» -ἔτσι μᾶς τὸ παραδίδει, ἄλλωστε, κι ὁ Δαπόντες.
Θέλω, λοιπόν, νὰ πῶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ παραδείγματα, πὼς ἡ ταμίευση καὶ ἡ καταγραφὴ τῶν λ. τῆς διαλέκτου τοῦ νησιοῦ μας εἶναι μιὰ ἱερὴ ὑπόθεση, στὴν ὁποία καλούμεθα νὰ σταθοῦμε μὲ σεβασμό. Γιὰ νὰ μὴ λησμονηθοῦν, δηλ. ἄλλες λέξεις, νὰ μὴ χαθοῦν μαζὶ μὲ τὰ πρόσωπα τῶν παλιῶν ποὺ τὶς γνωριζαν, τὶς ἔλεγαν καὶ ἦταν κομματια τῆς ψυχής τους.Γι᾿ αὐτὸ ἐπαινεῖται αὐτὴ ἡ προσφορὰ τῆς σ. , ἡ ὁποία μὲ μεγαλο κόπο κατόρθωσε νὰ κλείσει μιὰ προσπάθεια ποὺ ἄρχισε ὁ πολὺς Νικόλαος Γεωργάρας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ μὲ τὶς πολύτιμες «Αἱ ἐν Σκοπέλῳ προθέσεις», συνέχισε ὁ Ἀδ. Σάμψων μὲ τὸ «Γλωσσικὸ ἰδίωμα» (1972) , ὁ Χρ. Ἀντωνίου (λιγότερο) μὲ τὸ γλωσσάριο στὸ βιβλίο του «Γλώσσα Σκοπέλου» (2000) καὶ σφράγισε μὲ τὴ λαμπρὴ αὐτὴ μελέτη καί, ἀσφαλῶς, τὴν πλέον κορυφαία, ἡ κ. Μαρία Δελήτσικου-Παπαχρίστου. Τῆς σφίγγουμε μὲ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη τὸ χέρι καὶ εὐχόμαστε, εὐλογημένη συνέχεια...
π. κ. ν. κ  

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email