© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου: ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΘΕΙΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ

[Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Essex, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200]

Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.

Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του άϋλου· αίσθηση νοερή και όχι λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.

Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.

Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.

Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος τη μετανοούσα ψυχή.

Το Θείο Φως θεωρείται άσχετα από συνθήκες, και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να μένη με τα μάτια ανοιχτά και να βλέπη ταυτόχρονα δύο φώτα, και το φυσικό φως και το Θείο φως. Αυτήν την όραση οι ʼγιοι Πατέρες την ονομάζουν όραση με τους φυσικούς οφθαλμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πράξη της οράσεως του Θείου φωτός είναι ανάλογη σ' όλα με τη συνήθη ψυχοφυσιολογική πορεία της φυσικής οράσεως. Δεν σημαίνει δηλαδή πως το Θείο φως είναι όμοιο με το φυσικό, το οποίο- ανεξάρτητα από το ποια επιστημονική θεωρία για το φως δεχόμαστε- προκαλεί τη γνωστή διέγερση του οπτικού νεύρου και στη συνέχεια περνά στην ψυχολογική διαδικασία της οράσεως. Το Θείο φως είναι διαφορετικό στη φύση του, είναι φως νοερό, φως πνευματικό, φως αγάπης, φως ζωής.

Εικόνα του Θείου φωτός στο φυσικό κόσμο είναι το φυσικό φως. Η θέα των γύρω μας αντικειμένων είναι δυνατή, μόνον όταν υπάρχη φως, κι αν το φως είναι αμυδρό, το μάτι μόλις που διακρίνει τα αντικείμενα· αν είναι αφθονότερο, βλέπει καθαρότερα· τέλος η όραση φτάνει στην πληρότητά της στο πλήρες ηλιακό φως. Παρομοίως και στον πνευματικό κόσμο κάθε αληθινή όραση είναι δυνατή μόνο στο Θείο φως, κι όχι αλλιώς. Αυτό το φως παρέχεται στον άνθρωπο σε διαφορετικό μέτρο. Κι η πίστη είναι φως, αλλ' ανεπαρκές. Κι η ελπίδα είναι φως, αλλ' ακόμη ατελές. Κι η αγάπη είναι φως, αλλά τέλειο πια.

Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο κι αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πνευματικές οδούς, που είναι αθέατες μ' άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος ούτε να εννοήση ούτε πολύ περισσότερο να εκπληρώση τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης. Μάλλον το ίδιο είναι η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη.

Όποιος δεν είδε με δύναμη και πληροφορία το άκτιστο φως, αυτός δεν γεύτηκε ακόμη την αληθινή θεωρία. Κι όποιος, πριν από την όραση του άκτιστου φωτός, απλώνεται μ' αυθάδεια «με το νου του» στη θεωρία των μυστηρίων του πνεύματος, αυτός όχι μόνο δεν πετυχαίνει τον σκοπό του, αλλά φράζει και τον δρόμο ακόμα προς αυτά μπροστά του. Θα δη μόνο τα προσωπεία της αλήθειας, που τα φαντάζεται ο ίδιος ή του προσφέρουν απατηλές δαιμονικές δυνάμεις.

Η πραγματική θεωρία έρχεται άνωθεν, με ηρεμία. Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι σαν την αφηρημένη, τη διανοητική. Είναι ποιοτικά διαφορετική, είναι το φως της ζωής που δίνεται από την ευδοκία του Θεού κι η οργανική οδός προς αυτό είναι όχι η διανόηση, αλλ' η μετάνοια.

Το Θείο φως είναι η αιώνια ζωή, η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Δεν περιλαμβάνεται φυσικώς μέσα στον άνθρωπο, γιατί είναι άλλης φύσης από τη δική μας κτιστή φύση· γι' αυτό δεν μπορεί να ξετυλιχτεί μέσα μας μ' οποιαδήποτε ασκητικά μέσα, αλλ' έρχεται αποκλειστικά σαν δώρο του Ενός Αγαθού.

Ρωτήσαμε τον Γέροντα: με ποιο τρόπο μπορεί να το αντιληφθή αυτό ο άνθρωπος με την πείρα του; Ο μακαριστός Γέροντας εβεβαίωνε πως όταν ο Θεός εμφανίζεται σε μέγα φως, τότε ο άνθρωπος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι αυτός που φανερώθηκε είναι ο Κύριος, ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας. Όποιος όμως αξιώθηκε να έχη αμυδρή ακόμη θεωρία του φωτός, δεν μπορεί ν' αντιληφθή σαφώς πως το φως που θεωρεί είναι διαφορετικό στην υφή του από την ψυχή του· έτσι γι' αυτόν η οδός για βεβαιότερη επίγνωση, μπορεί να είναι η πλήρης εμπιστοσύνη στην πείρα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που αξιώθηκαν αυτή την θεωρία ή η περαιτέρω επανάληψη των επισκέψεων και των άρσεων της χάρης, που θα τον διδάξουν να διακρίνη την άκτιστη θεία ενέργεια από τη φυσική ενέργεια του ανθρώπου.

Όταν η προσευχή του ανθρώπου περνά για πρώτη φορά στην όραση του Θείου φωτός, τότε το θεώμενο και βιούμενο είναι τόσο νέο και καταπληκτικό γι' αυτόν, που δεν μπορεί να εννοήση τίποτε. Αισθάνεται πως πλάτυναν ανείπωτα τα όρια της υπάρξεώς του, πως το φως που φανερώθηκε τον πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, αλλ' από το μεγαλείο του συμβάντος μένει σ' απορία και έκπληξη, και μόνο μετά από επανειλημμένες επισκέψεις εννοεί το δώρο που του χορήγησε ο Θεός.

Η ψυχή κατά την όραση και μετά απ' αυτήν είναι γεμάτη από βαθειά ειρήνη και από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού. Εξαφανίζεται απ' αυτήν κάθε επιθυμία δόξας, πλούτου, οποιασδήποτε γήϊνης ευτυχίας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά θεωρούνται «σκύβαλα» και η επιθυμία της την σύρει προς το ζωντανό άπειρο, το Χριστό, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος ούτε σκοτάδι ούτε θάνατος.

Από τους δύο αυτούς τρόπους θεωρίας του Θείου φωτός που περιγράψαμε, ο Γέροντας προτιμούσε εκείνον κατά τον οποίον «ο κόσμος λησμονείται παντελώς», όταν δηλαδή την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου βγαίνη έξω από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στη σφαίρα του ατελείωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του «μέλλοντος αιώνος». Στην κατάσταση αυτής της οράσεως η ψυχή αισθάνεται ενεργώς την κοινωνία στη Θεία ζωή και δοκιμάζει υπαρξιακώς μια τέτοια έλευση του Θεού, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήση η ανθρώπινη γλώσσα. Όταν η όραση αυτή τελειώση, για λόγους άγνωστους στον άνθρωπο κι ανεξάρτητα από την θέλησή του, όπως κι άρχισε ανεξάρτητα, τότε επιστρέφει σιγά-σιγά η ψυχή στην αντίληψη του γύρω κόσμου και στην γλυκειά χαρά της αγάπης του Θεού προστίθεται μια λεπτή λύπη, γιατί θα βλέπη και πάλι το φως του φυσικού τούτου ήλιου.

Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αλλ' ερωτάται: τι είναι σ' αυτόν η εικόνα του Θεού; Ή αλλιώς: σε τι έγκειται αυτή η εικόνα; Στο σώμα; Στην ψυχική ή στην ψυχοφυσική σύσταση του ανθρώπου; Στο τριαδικό των ψυχικών του δυνάμεων και εκδηλώσεων;... Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Μερικές διαθλάσεις και ανταύγειες της εικόνας του Θεού δεν αποκλείονται σ' όλα όσα απαριθμήσαμε, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστό ον κοινωνεί κατά τη δωρεά της ευδοκίας με την άκτιστη άναρχη Ύπαρξη...Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι τόσο ανεξήγητο όσο ακατάληπτο και ανεξιχνίαστο είναι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου « εκ του μηδενός». Κι όμως είναι τέτοια η ευδοκία του ουράνιου πατέρα, ώστε ο κτισθείς «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση » είναι προικισμένος με την ικανότητα να δεχθή την θέωση , να γίνη κοινωνός δηλαδή της θείας ζωής, να λάβη το θείο τρόπο υπάρξεως, να γίνη Θεός κατά χάρη.

Τη θέωση ο άνθρωπος την επιδέχεται, δηλαδή ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή στην πράξη της θεώσεως κι ο άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψη όμως αυτή δεν είναι καθαρά παθητική και η πράξη της θεώσεως δεν μπορεί να τελεσθή αλλιώς παρά με τη συμφωνία και την συνεργασία του ίδιου του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση χάνεται και η ίδια η δυνατότητα της θεώσεως. Σ' αυτό έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από το ακόλουθο στάδιό της. Της θεώσεως της λογικής κτίσεως.

Αν είναι απερινόητο το μέγα μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου γενικώς, το μυστήριο της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι ακόμη περισσότερο απείρως πιο μεγαλειώδες. Αν όλη η ζωή γύρω μας είναι θαύμα που μας καταπλήσσει με το μεγαλείο του, η συνείδηση του Θείου θαύματος, μέσα στον άνθρωπο που εισέρχεται στον κόσμο του Ακτίστου φωτός, αποκτά ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και βάθος.

Για κάθε άνθρωπο που θ' αναλογισθή το γεγονός της υπάρξεώς του, αυτό θα είναι αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού. Έτυχε να συναντήσωμε ανθρώπους που μπαίνοντας στη νοερή σφαίρα, που προσιδιάζει φυσικά στον άνθρωπο, εκπλήσσονταν από το φωτόμορφο κάλλος της. Όταν όμως ο άνθρωπος με τη Θεία ενέργεια εισάγεται στον κόσμο του ακτίστου φωτός, τότε το «θάμβος Θεού» φτάνει να γίνη τελείως ανέκφραστο και δεν βρίσκει πια λόγια ούτε τρόπους ούτε στεναγμούς ευγνωμοσύνης.

Γιατί το "Καραμπίνειο" δεν χάθηκε στα ερείπια και τις στάχτες του 1953



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Όπως κι άλλες φορές έχουμε ξαναγράψει η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν κάποτε - κι αυτό το «κάποτε» συμπίπτει με την ακμή της - το μεγαλύτερο και το σπουδαιότερο γεγονός της χρονιάς για το νησί μας. Ήταν μάλιστα, παρά τον φαινομενικά αριστοκρατικό της χαρακτήρα - μια και σ’ αυτήν λάβαιναν μέρος μόνο ευγενείς απόγονοι των οικογενειών του Libro d’ Oro - κι ένα καθαρά λαϊκό γεγονός, μια και σ’ αυτήν, σαν θεατές, παρευρίσκονταν όλοι οι κάτοικοι του νησιού και των τριών τάξεων και με τον τρόπο τους συμμετείχαν στην εξέλιξή της.
Αυτό ακριβώς φαίνεται πως συμβαίνει και στις μέρες μας ή πιο σωστά και για ν’ ακριβολογούμε και στην περίοδο του Ζακυνθινού Καρναβαλιού. Η Γκιόστρα του 2010, με την συμμετοχή τριών άλλων κρατών, της Ιταλίας, της Σλοβακίας και του Σαν Μαρίνο, αλλά και της επίσημης αντιπροσωπείας που ήρθε ειδικά γι’ αυτήν την εκδήλωση και αποτελείτο από τον Δήμαρχο της Sulmona, τον Πρόεδρο του Δημοτικού της Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της εκεί Ευρωπαϊκής Γκιόστρας και εφτά άλλων μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, έδωσε ένα άλλο χρώμα στο τοπικό μας Καρναβάλι και θεμελίωσε προοπτικές ουσίας για το μέλλον του νησιού μας.
Τα όσα συνέβησαν τα είδατε ζωντανά, τα παρακολουθήσετε από την τηλεόραση και τα διαβάσατε στον τοπικό τύπο, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρες σελίδες στους ιππικούς αγώνες, που πραγματοποιήθηκαν και φέτος στην πλατεία Σολωμού και στις άλλες εκδηλώσεις που τις πλαισίωσαν. Εμείς μ’ αυτό μας το κείμενο θα σταθούμε σε μια όχι ευκαταφρόνητη λεπτομέρεια, η οποία ενθουσίασε τους πάντες και είναι το αύριο της Γκιόστρας της Ζακύνθου, αλλά και του νησιού μας γενικότερα.
Πρόκειται, όπως ίσως καταλάβατε, για την συμμετοχή του 1ου Δημοτικού Σχολείου της πόλης μας, του ιστορικού Καραμπίνειου, στην εκδήλωση, με μια μεγάλη αντιπροσωπεία μαθητών του, οι οποίοι ντυμένοι με τις τοπικές μας φορεσιές, άνοιξαν την μεγάλη πομπή, αμέσως μετά τους πρώτους καβαλάρηδες και το καπίτουλο του Σωματείου «Giostra di Zante», το οποίο διοργανώνει το δρώμενο και κέρδισαν με την αξία τους τα χειροκροτήματα και τους επαίνους των χιλιάδων θεατών, οι οποίοι παρακολούθησαν τα τεκταινόμενα.
Με τον τρόπο αυτό οι μικροί συμμετέχοντες στο δρώμενο της Ζακυνθινής Γκιόστρας μαθαίνουν την ιστορία του τόπου τους όχι στις κλειστές αίθουσες των συχνά αφιλόξενων τάξεων, αλλά σε ευχάριστες και δημιουργικές συνθήκες, συνηθίζουν να είναι πρωταγωνιστές και όχι θεατές στον πολιτισμό του νησιού τους και πάνω απ’ όλα ξεφεύγουν από την όχι πάντα φωτεινή καθημερινότητα του τόπου μας και παίρνουν την υπόθεση της καλυτέρευσης της ζωής μας και ζωής τους στα χέρια τους. Γι’ αυτούς τους λόγους και μόνο η παρουσία των Μαθητών - το «Μ» δεν μπήκε τυχαία κεφαλαίο - του Καραμπίνειου στην Γκιόστρα του 2010 δεν ήταν ένα απλό γεγονός, αλλά η θεμελίωση ενός καλύτερου αύριο για το στις διηγήσεις, δυστυχώς, μόνο «Φιόρο του Λεβάντε» και μια ελπίδα για μια μελλοντική «Φλωρεντία της Ανατολής».
Η μεγάλη πομπή ξεκίνησε φέτος με πολλά φωτεινά, παιδικά μάτια, τα οποία κοίταζαν κατάματα το αύριο του νησιού τους, περήφανα για την ιστορία τους και συνεχιστές του πολιτισμού τους. Κρατούσαν το καλαίσθητο λάβαρο του Σχολείου τους, που κι αυτό έχει την δική του ιστορία, που για χάρη τους δεν θάφτηκε στα ερείπια και τις στάχτες του σεισμού και της φωτιάς του Αυγούστου του 1953, αλλά, σαν τον Φοίνικα, αναγεννήθηκε κι εξακολουθεί να υπάρχει και με περηφάνια, όπως αξίζει σε κατοίκους ενός νησιού, που γέννησε έναν Φώσκολο, έναν Κάλβο κι έναν Σολωμό - για να περιοριστούμε στα μεγάλα μόνο αναστήματα - σήκωσαν το βάρος αυτής της παράδοσης κι απέδειξαν πως το ζακυνθινό πνεύμα μπορεί να επιβιώσει ακόμα και στις πιο άγριες συνθήκες, όπως οι νόνοι τους, που μετά από μια ολική καταστροφή και μια απρόσμενη ισοπέδωση, κατόρθωσαν να γιορτάσουν το Καρναβάλι τους μέσα στις αφιλόξενες μπαράκες της Παναγούλας!
Η παρουσία των παιδιών του 1ου Δημοτικού Σχολείου της Ζακύνθου δεν ήταν βέβαια καθόλου τυχαία στην φετινή Γκιόστρα της Ζακύνθου και η εμφάνισή τους σ’ αυτήν δεν είναι η μόνη έκπληξη που μας ετοιμάζουν. Το Προσωπικό του Σχολείου τους και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του, σε άριστη συνεργασία με το σωματείο «Giostra di Zante», το οποίο έχει κάνει τις επαφές, έχει από καιρό προετοιμάσει και την συμμετοχή αυτών των μαθητών και κάποιων άλλων του Σχολείου τους στην παιδική Γκιόστρα της Sulmona, η οποία πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην ιταλική αυτή πόλη, με την οποία, από καιρό, το νησί μας έχει αναπτύξει ιδιαίτερους δεσμούς και σύντομα θα πραγματοποιηθεί η αδελφοποίηση του Δήμου μας με τον δικό της, όπως ακούστηκε από τα χείλη των δύο Δημάρχων, οι οποίοι στα πλαίσια της Γκιόστρας της Ζακύνθου συναντήθηκαν την περασμένη Κυριακή στο Δημοτικό Μέγαρο της πόλης μας και συζήτησαν αυτήν την υπόθεση, η οποία πολλά θα ωφελήσει τον τόπο μας.
Ήδη οι μαθητές του «Καραμπίνειου», στα πλαίσια των πολιτιστικών τους προγραμμάτων, που κάθε χρόνο με επιτυχία πραγματοποιούν, ερευνούν την ιστορία της τοπικής μας Γκιόστρας, μαθαίνουν για τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που την δημιούργησαν, γνωρίζουν το πώς θα διδάσκονται πιο ευχάριστα και ετοιμάζονται για το μεγάλο αυτό γεγονός, που δεν θα τα προβάλει μόνο σε μια διεθνή εκδήλωση, αλλά θα τα φέρει σ’ επαφή με άλλα συνομήλικά τους παιδιά και θα δημιουργήσει δεσμούς φιλίας και προοπτικές ανταλλαγής πολιτισμού και σωστής τουριστικής ανάπτυξης.
Με τον τρόπο αυτό η Γκιόστρα μας εξασφαλίζει την συνέχειά της και το αύριό της και το νησί μας, το πλούσιο σε ιστορία, αλλά πάμφτωχο σε σύγχρονη πολιτιστική δράση, σε σύγκριση βέβαια με το παρελθόν του, αποκτά προοπτικές για μια πιο σωστή ζωή κι ένα μέλλον αντάξιο μ’ αυτό που του υπόσχεται η βαρύτιμη κληρονομιά του.
Οι μαθητές του 1ου Δημοτικού μας Σχολείου πρωτοπόρησαν σε μια πολλή σημαντική εκδήλωση του Τζαντιώτικου Καρναβαλιού όχι μόνο διδασκόμενοι, αλλά και διδάσκοντες. Μπροστά - μπροστά στην παρέλαση, όπως τους άξιζε, δεν άνοιξαν μόνο μια πομπή, αλλά και το αύριο του τόπου μας. Πήραν την τύχη τους στα χέρια τους και ανάλαβαν υπεύθυνα τις τύχες τους. Διδάχτηκαν μια σημαντική πτυχή του πολιτισμού τους και δίδαξαν πως η Αποκριά γιορτάζεται στο δρόμο και τις πλατείες και όχι κάτω από τις κολώνες. Επίσης το ότι να ζήσεις είναι υπόθεση πρωταγωνιστή και όχι θεατή. Στην πράξη γνώρισαν την κοινή ετυμολογία των λέξεων θεατής και θεατρίνος, όπως αυτό αρμονικά συνέβαινε στο απώτερο παρελθόν της ιστορίας της χώρας τους.
Αξίζει ένας ιδιαίτερος έπαινος σ’ αυτά τα παιδιά, στους δασκάλους τους και στον Σύλλογο των Γονέων και Κηδεμόνων τους. Μετά την συγκροτημένη και ουσιαστική παρουσία τους στην Γκιόστρα του νησιού μας είμαστε σίγουροι πως θα μας εκπροσωπήσουν επάξια και στην ανάλογη εκδήλωση της γειτονικής Ιταλίας.
Απ’ όλους μας βαθμολογήθηκαν με άριστα και τους αξίζει.
Είναι αυτά που θα συνεχίσουν και θα προεκτείνουν την ιστορία μας.
Η συνέχεια στην Sulmona. Τότε αναμφίβολα θα επανέλθουμε. Και πάλι μπράβο τους!

Related Posts with Thumbnails

Follow by Email