© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΕ ΟΔΗΓΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ


Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, ὅσο δηλαδή στοιβάζονται, μαζὶ μὲ τὶς μέρες, τὶς ἑβδομάδες, τοὺς μῆνες, ἐμπειρίες καὶ γεγονότα, κυρίως ἀπὸ συμπεριφορὲς συν-ανθρώπων (συναδέλφων, προϊσταμένων, φίλων ἤ συγγενῶν) τόσο  καὶ μαζεύεται κανεὶς στὸ “καβούκι” του, κατὰ τὴ λαϊκὴ τὴ ρήση. Μαζεύεται καὶ ἀρχίζει νὰ μετρᾶ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο του μὲ περίσκεψη καὶ προσοχή, γιατὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἔρχεται ἐκεῖνο τὸ Γεροντικὸ τὸ λόγιο νὰ τοῦ θυμίσει τὴ ρευστότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, νὰ τοῦ ὑπογραμμίσει τὴν ἀνάγκη γιὰ περισσότερη ἀνοχὴ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων καί, φυσικά, στὶς ὅποιες ἀπρέπειές τους. Γιατὶ ἄν ὑπολογίσει κανεὶς τὰ ὅσα χρήσιμα, καὶ μὲ πυκνὰ νοήματα εἰπωμένα,  περικλέιονται στὸ παρακατω λόγιο, τότε εἶναι εὔκολο νὰ δικαιολογήσει τὴν ὅποια καταφυγὴ στὴ γνήσια Ἀσκητικὴ σοφὶα καὶ διδαχή.
- Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ἁλώνιος· ἐὰν μὴ εἴπῃ ἄνθρωπος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ μὸνος καὶ ὁ Θεὸς ἐσμὲν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, οὐχ ἕξει ἀνάπαυσιν.
Μὲ λίγα λόγια, τὸ παραπάνω λόγιο μᾶς συμβουλεύει, πὼς καμμιὰ ἀνάπαυση δὲν μπορεῖ νὰ νοιώσει κάποιος -ὅσες συντυχίες, φιλίες, γνωριμίες καὶ συναναστροφὲς κι ἄν κάνει. Γιατὶ ἡ ἀπογοήτευση παραφυλᾶ στὴν πόρτα ἐξ αἰτίας τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν πάθῶν ποὺ ἔχουμε κληρονομήσει. Κι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ γεννήτορές μας, ὁ Ἀδὰμ,  δηλαδή, κι ἡ Εὔα μᾶς κληροδότησαν πολλά... Ἑπομένως οἱ ὅποιες φιλίες καὶ σχέσεις ἔχουν τὰ προβλήματά τους καὶ τὶς ἀστοχίες τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν μόνη ἀνάπαυση ποὺ νοιώθει κάποιος εἶναι μονάχα ἄν παραμερίσουν τὰ πάντα μέσα του (ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἀνθρώπινες παρουσίες) καὶ μονάχα  Θεὸς κυριαρχήσει στὴ ζωή του.  Ἤ, πιὸ ἁπλᾶ,  βιωθεῖ μὲ ὄλο του τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμη ποὺ κρύβει ἡ Κυριακὴ προσευχή, τὸ γνωστό μας «Πάτερ ἡμῶν». Ἐκεῖνο, π.χ.  τό, «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου...», ἀλήθεια, ποιὸς τὸ βίωσε καὶ δὲν ἀναπαύτηκε ἠ ψυχή του;
Φυσικά, ὅπως εἶναι -ἄλλωστε- κατανοητό, στὸν ἐπίγειο βίο του κανεὶς,  μὰ κανεὶς,  δὲν μπορεῖ νὰ μείνει μόνος του. Θὰ ὑπάρξει δηλαδή, ἡ ἀδιαμφισβήτητη κι ἡ ἐν πολλος ἀπαραίτητη ἐπι-κοινωνία μὲ τὸν συνάνθρωπο, τὸν συνάδελφο, τὸν γνωστό, τὸ φίλο κι ἀδελφό.
Ἀλήθεια, πῶς ὁρίζεται αὐτὴ ἡ συνύπαρξη καὶ ἡ ὅποια συντυχία; Κι ἐδῶ πάλι ἡ ἀλάνθαστη σοφία τῆς Ἐρήμου ἔχει ἀπάντηση. Ἀπάντηση στερεή καὶ ὑπεύθυνη.
 «Εἶπεν ὁ Ἀϐϐᾶς Ποιμήν· ἄνθρωπος συνοικῶν τῷ πλησίον, ὀφείλει εἶναι ὡς στήλη λιθίνη, ὑϐριζόμενος καὶ μὴ ὀργιζόμενος, δοξαζόμενος καὶ μὴ ἐπαιρόμενος».
Ἀλήθεια, ποιὸς μπορεῖ ν᾿ ἀντέξει αὐτὴ τὴ γνήσια ἀλήθεια, ἤ πιὸ ἁπλᾶ τὸ Σταυρὸ ἐτοῦτο, πού, ὡστόστο, ἄν τὸν γυρίσει ἀνάποδα θὰ δεῖ  καὶ θὰ βιώσει τὴν Ἀνάσταση; Ἤ, γιὰ νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τ᾿ ὄνομά τους, θὰ  γεμίσει ψυχή του θεῖο φῶς, κατάνυξη καὶ χαρά. Ἤ, ὅπως παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος, «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ καὶ πάλιν ἐρῶ χαίρετε» (Φιλ. 4, 4). Αὐτὸ δὲ θέλουμε; Ἤ, πιὸ ἁπλᾶ, αὐτὸ δὲν μᾶς εἰρηεύει,  ἀναπαύει καὶ ζωοποιεῖ;  

π. κ. ν. κ

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ. ΛΕΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ




Στὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ στὴν προσφιλή οἰκογένειά της, θερινὸς χαιρετισμός
Ἕνα τρυφερὸ διήγημα τῆς κ. Νατάσας Κεσμέτη, Ἡ ἱστορία τοῦ Γιώτη, ἱστορία ποὺ ἰχνογραφοῦσε, μὲ ζωηρὲς καὶ συγκινητικὲς πινελιές, τὸν παγοπώλη τῆς γειτονιᾶς της εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ θυμηθῶ κι ἐγὼ τὰ παλιὰ τὰ Κληματιανὰ τὰ καλοκαίρια τῆς δεκαετίας τοῦ 1950-60, ὅταν μὲ τὸ καΐκι, κάθε Τετάρτη μεσημέρι, ἔφτανε στὸ σχεδὸν ὀρεινὸ χωριό μας ὁ πάγος.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὄχι τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ νεότεροι, οἱ σημερινοί δηλαδὴ Νεο-Κληματιανοί, τὶς μικροχαρὲς τῶν παλιῶν, νοσταλγικῶν καλοκαιριῶν. Τῶν καλοκαιριῶν τοῦ παλιοῦ μας χωριοῦ, ποὺ δὲν εἶχαν τουρισμό, ἄρα σκληρὸ ἀνταγωνισμό, εἶχαν ὅμως πλούσια τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐκεῖνα τὰ δροσερὰ πρωϊνὰ ἤ τ᾿ ἀστροστόλιστα τὰ βράδυα, ἄνοιγε ψυχὴ καὶ χαιρόταν μέσα σὲ κείνη τὴ θεϊκὴ ὀμορφιὰ ποὺ εὐωδίαζε βρεγμένο χῶμα, γαρύφαλλο, βασιλικό, πεῦκο καὶ φρέσκο θαλασσινὸ ἀγέρα.
Τότε, λοιπόν, ποὺ δὲν εἶχε τὸ χωριὸ ἠλεκτρικό, κάθε Τετάρτη ποὺ ἔρχονταν στὸ Λουτράκι τὸ καΐκι μὲ τὶς πραμάτιες ποὺ παραγγέλνανε οἱ μπακάληδες τοῦ χωριοῦ ἤ καὶ οἱ νοικοκυραοι, μαζὺ μὲ ὄλα τὰ ἄλλα ἔφτανε στὸ χωριὸ κι ὁ πάγος. Δηλαδή, παγοκολόνες, ποὺ ἦταν τοποθετημένες μέσα σὲ μεγάλα σακκιὰ καὶ τυλιγμένες σὲ ἐφημερίδες ἤ σὲ χυρο... Κι ἔβλεπες νὰ στάζουν μέσα στὸ θερινὸ τὸ μεσημέρι τὰ τσουβάλια μὲ τὸν πάγο, φορτωμένα στὰ μουλάρια, τὰ ὁποῖα τότε φέρνανε τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ Λουτράκι σὲ ἀτελείωτες στράτες..
Ἀκόμα θυμᾶμαι τὴν ρα ποὺ ξεφόρτωναν τὸν πάγο στὴν τσιμεντένια αὐλὴ τοῦ μαγαζιοῦ τοῦ μπάρμπα–Παναὴ τοῦ Παλαιολόγου, κι ὕστερα τὴ διαδικασία νὰ τὸν κόψουν, ὥστε νὰ χωρέσει στὸ μεγάλο ἐκεῖνο ξύλινο ψυγεῖο, μὲ τὸ καφετὶ τὸ χρῶμα καὶ τοὺς ψευτοασημένιες κλειδωνιὲς νὰ σφαλίζει ν᾿ ἀνοίγει...
Πόση χαρὰ κάναμε ὅταν περίσευε κανένα μικρὸ κομματακι ἀπὸ τὸν πάγο! Τὸ πάιρναμε καὶ χωρὶς νὰ ξέρουμε τὶ κάναμε, τὸ πιπιλίζαμε μὲ εὐχαρίστηση, λὲς καὶ τρώγαμε παγωτό!!! Ὅμως ἡ μεγάλη μας χαρὰ ἦταν τὸ βραδυ, ὅταν πάγωναν οἱ λεμονάδες στὸ ψυγεῖο, ἐκεῖνες οἱ περίφημες καὶ γευστικότατες λεμονάδες ΕΨΑ... Μέσα στὸ θεϊκὸ τὸ θερινὸ τὸ βράδυ, λοιπόν, ἡ οἰκογένεια ἀγόραζε ἕνα μπουκάλι καὶ τὸ μοιραζομασταν ὅλοι: Ἀπὸ να φλυτζανάκι, ἔτσι γιὰ τὸ καλό... Κι ὅμως εἴμασταν εὐχαριστημένοι, γιατὶ μετὰ ἀπὸ μιά-δυὸ μέρες ὁ παγος ἔλιωνε καὶ περιμέναμε τὴν ἑπομένη Τετάρτη γιὰ νὰ φτάσει ὁ νέος πάγος στὸ χωριό...
Μέχρι ποὺ ἦρθε μιὰ μέρα, ὅπου ἄρχισαν νά σκάβουν στὸ χωριὸ καὶ νὰ βάζουν μεγαλους ,ψηλοὺς στύλους, ποὺ μύριζαν πίσσα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ ξετυλίγουν τὰ καλώδια καἲ νἄσου ὅλα τὰ σπίτια δέχτηκαν τὸ ἠλεκτρικό.
Παραμέρισαν τότε οἱ λάμπες τοῦ πετρελαίου, λησμονήθηκε ὁ πάγος καὶ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ψυγεῖα πῆγαν στὸ περιθώριο γιὰ νὰ πάρουν τὴ θέση τους τὰ ἠλεκτρικὰ τὰ ψυγεῖα...
Τώρα πιὰ οἱ λεμονάδες ἦταν σὲ ἀφθονία, ὅπως οἱ μπύρες κι ἄλλα ἀκόμα ἀγαθά. Μόνο ποὺ ἡ νοστιμιὰ κείνης τῆς λεμονάδας τοῦ πάγου, κάτω ἀπὸ τὸν ἀστροστόλιστο θερινὸ οὐρανὸ δὲ ματάρθε ποτέ.

π. κ. ν. κ   

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Τ᾿ ἀριτσνουπιάσματα» ἤ, τὰ ξεχασμένα πελεκούδια


Καθὼς τὸ καλοκαίρι ἀνοίγεται μπροστά μας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ προσέρχεται καὶ πάλι, σὲ τοπία  περιούσια χρόνων παιδικῶν, γιὰ νὰ θυμηθεῖ, καὶ νὰ ξαναζήσει, τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν εἰρήνη ἐκείνων τῶν, δύσκολων μέν,  ἀλλὰ εὐλογημένων  καιρῶν.
Νὰ θυμηθεῖ πὼς μιὰ ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τῶν παιδιῶν, μόλις ἔκλειναν τὰ Σχολεῖα, ἦταν νὰ μαζέψουν τὰ λεγόμενα «ἀριτσνουπιάσματα», γιὰ τὴ φωτιά.
Τί, ὅμως ἦταν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα»;
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ποῦμε πὼς ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, δὲν εἶχαν μήτε ἠλεκτρικὲς κουζίνες -τὸ ἠλεκτρικὸ ἦρθε πολὺ ἀργότερα, στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1970- ἀλλὰ καὶ τὰ «πετρογκάζ» ἦταν σχεδὸν ἀνύπαρκατα, ἐνῶ οἱ γκαζιέρες σπάνιζαν. Ἔτσι, γιὰ νὰ μαγειρέψουν, ἀκόμα καὶ ζεστὸ γιὰ νὰ κάνουν, εἶχαν πάντα «ἀπήκου» τὴν παραστιά, ἕτοιμη δηλαδή νὰ τὴν ἀνάψουν τώρα τὸ καλοκαίρι, γιατὶ τὸ χειμώνα ἔκειγε νύχτα-μέρα. Λοιπόν, ὡς προσάναμμα χρησιμοποιοῦσαν τὰ «ἀριτσνουπιάσματα», τὰ πελεκούδια, δηλαδή, ποὺ ἀπόμεναν ἀπὸ τὸ πελέκημα τοῦ πεύκου μὲ σκοπὸ τὴ ρητινοσυλλογή. Γιατὶ τὸ νησί, πευκόφυτο καθὼς εἶναι, εἶχε τὸ μέγιστο προνόμιο κάποτε, σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, νὰ συλλέγει πολὺ μεγάλες ποσότητες ρετσίνας, καθὼς σὲ ὅλα τὰ δάση δούλευαν ἀσταμάτητα, ἀπὸ τὸν Ἀπριλομάη μέχρι τὸ φθινόπωρο, τόσο ντόπιοι ἐργάτες, ὅσο καὶ   Εὐβοιῶτες, ἀλλὰ καὶ Λιαδρομίτες.
Πρὶν βγοῦν τὰ διάφορα «φάρμακα» (εἰδικὰ ὀξέα ἦταν), τὰ ὁποῖα ἔβαζαν στὴν «πληγὴ», ὅταν δηλαδή ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιὸ καὶ φτάνανε στὸ ξύλο τοῦ πεύκου, γιὰ νὰ αὐξάνεται ἡ ροὴ τῆς ρετσίνας, πελεκοῦσαν τὸν κορμό, μέχρι ν᾿ ἀρχίζει νὰ «δακρύζει». Τότε βάζανε ἀποκάτω τὸ κουβούλι, τὸ τριγωνικό, δηλ. τσίγκινο δοχεῖο καὶ τὸ ἄφηναν μέχρι νὰ γεμίσει.
Ἔ, λοιπόν, αὐτὰ τὰ πελεκούδια μαζεύαμε.  Ποὺ οἱ παλιὲς οἱ νοικοκυρὲς τὰ λέγανε κι «ἀριτσνουπιάσματα». Δηλαδή, ἀ+ρετσίνα+πιάνω. Τὸ πιάνω δὲ ἐδῶ ἔχει τὴ σημασία τοῦ ἀνάβω, κατὰ τὰ γνωστὴ στὸ νησὶ φρασεολογία: «ἔπιασε φωτιὰ στὸ τάδε μέρος κ.λ.π.
Πηγαίναμε στὸ δάσος μὲ τσουβάλια, τὰ γεμίζαμε καὶ τὰ φορτώναμε στὰ γαϊδουράκια, γιὰ νὰ περάσουμε τὴ χρονιά.
Μοσχομύριζε τὸ σπίτι φρέσκια  ρετσίνα καθὼς αὐτὰ τὰ προσανάμματα, ποὺ ἄναβαν ἀμέσως, βοηθοῦσαν ν’ ἀναψει ἡ φωτιά.
Μόνο ποὺ μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν καὶ ἄρχισε, ὅπως ἀναφέρθηκε,  ἡ χρήση τῶν ὀξέων γιὰ αὔξηση τῆς ροῆς τῆς ρετσίνας ἀπὸ τὰ πεῦκα, τὰ πελεκούδια χάθηκαν, γιατὶ ἔπαψαν οἱ «ρετσινάδες» νὰ τὰ πελεκοῦν τὰ πεῦκα. Ἁπλῶς τὰ χάραζαν, ἀφοῦ ἀφαιροῦσαν τὸ φλοιό. Μέχρι ποὺ σταματησε κι ἡ ρητινοκαλλιέργεια στὸ νησί, γιὰ νὰ μείνουν ὅλ᾿ αὐτὰ στὴ Μνήμη καὶ στὴν καρδιὰ, τεκμήρια νοσταλγικὰ ἀπὸ ἕναν καιρὸ ποὺ δὲν θὰ ἐπιστρέψει πιά.

π. κ. ν. κ  

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΜΗΝΑΣ ΙΟΥΝΙΟΣ



Θεέ μου τί μπλὲ ξοδεύεις γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουμε! (Ὀδ. Ἐλύτης)
Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς σίμωσε κι ὁ πρῶτος μήνας τοῦ θεϊκοῦ Ἑλληνικοῦ Καλοκαιριοῦ. Ὁ Ἰούνιος, ποὺ οἱ ἀνίδεοι τὸν πετσόκοψαν σὲ Ἰούνη!!! Ὁ τρυφερὸς αὐτὸς μήνας μὲ τὶς εὐωδιές του, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα μὲ τὴ συγκίνηση ποὺ ἀποπνέει, καθὼς ἀνοίγει καὶ τὶς πύλες τῆς Μνήμης. Τῆς Μνήμης καὶ τῆς νοσταλγίας, ποὺ στεφανώνουν μὲ περίσσια χάρη κάποιες ἀθάνατες στιγμές, κυρίως τῆς σχολικῆς ζωῆς. Ζωῆς καὶ δραστηριότητας ποὺ ἔχει χρωματιστεῖ τόσο ἔντονα μὲ βιώματα ζωντανά, φωτεινά, εὐλογημένα πλούσια.
Ἰούνιος, λοιπόν, εἰσοδικὸς τοῦ θέρους καὶ τὴ θύμηση νὰ στέκει σιμὰ σὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες ἡμέρες τοῦ Ἰουνίου τῶν παιδικῶν μας χρόνων ποὺ εὐωδίαζαν βερύκοκο, βύσινο, κομμένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα.
Κι ὔστερα ἦταν ἐκεῖνες οἱ γυμναστικὲς ἐπιδείξεις τῶν μικρῶν μαθητῶν, γιὰ νὰ συνεχιστοῦν μὲ τὴν καταληκτήρια Σχολικὴ Γιορτή γιὰ νἄρθει ἡ στερνὴ ἡ ἡμέρα μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν Ἐνδεικτικῶν καὶ Ἀπολυτηρίων.
Ἀλήθεια, ποιὸς θὰ λησμονήσει ποτέ του ἐκεῖνο τὸ θερινὸ τὸ ἀπόβραδο, τὸ στολισμένο μὲ τὰ στερνὰ τὰ καλοκαιρινὰ τὰ χρώματα τοῦ σούρουπου, μὲ τὶς ἀναπνοὲς τοῦ πεύκου καὶ τοῦ σκίνου νὰ δροσίζουν τοὺς Κληματιανοὺς, ποὺ συνάχτηκαν νὰ καμαρώσουν τὰ παιδιά τους στὴ σχολικὴ γιορτὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ;
Ὅσα χρόνια κι ἄν περάσουν αὐτὲς οἱ σελίδες ζωῆς καὶ προσφορᾶς θὰ παραμένουν νωπές, ἀλησμόνητες, ερές. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος χῶρος τοῦ παλιοῦ μας τοῦ Σχολειοῦ πρέπει νὰ μείνει ρθιος καὶ ἀπείραχτος ἀπὸ κάθε εἴδους περιφρόνηση καὶ ἐρήμωση, γιατὶ εἶναι Μνημεῖο. Καὶ τὰ Μνημεῖα τὰ συντηρεῖς δὲν τὰ βάζεις στὸ περιθώριο ἤ τὰ ἀφήνεις νὰ τὰ ροκανίσει ἡ ἐρημιὰ κι ἡ ἐγκατάλειψη. Γιατὶ ἐκεῖ εἶναι ἀκόμα ἡ ψυχὴ ὅλων μας ἀφημένη, ἡ παιδική μας ἡ ψυχὴ μὲ τὰ ὄνειρα καὶ τοὺς ὁραματισμοὺς τοῦ καθένα μας νὰ κυματίζουν ἀκόμα...
Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ μήνας αὐτός, ὁ τόσο τρυφερὸς μὲ τὶς Μνῆμες ποὺ μᾶς προσφέρει, ἔρχεται κάθε χρόνο νὰ μᾶς θυμίσει, νὰ μᾶς ξαναπροβάλει στὴν ὀθόνη τῆς ψυχῆς σχολικές, ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ εἶχαν τὴ σημασία τους, ποὺ κατεῖχαν τὸ εἰδικό τους βάρος. Γιατὶ ὅλοι περάσαμε ἐκεἰνη τὴ μεγαλειώδη ὥρα, τῆς ἀπολύσεως δηλαδή, ὅταν μέσα στὸ δροσερὸ τὸ πρωϊνὸ τοῦ Ἰουνίου περνούσαμε γιὰ στερνὴ φορὰ τὴ θύρα τοῦ Σχολείου μὲ τὸ Ἀπολυτήριο στὸ χέρι καὶ τὴν ἀπορία στὴν καρδιά: «Καὶ τώρα, τί κάνουμε»; Γιατὶ ἄλλοι δρόμοι ἀνοίγονταν, ἄλλες προοπτικές, ποὺ κάποτε θὰ γίνονταν συγκλονιστικές, κορυφαῖες.
Ἔτσι, τὸ κλάμα κάποιων ποὺ παιδιῶν στὴν ἀποχαιρετιστήρια ὁμιλία τοῦ Δασκάλου δὲν ἦταν τυχαῖο. Εἶχε κι αὐτὸ τὴ σημασία του...
Αὐτὰ τὰ δάκρυα ραντίζουν κάθε χρόνο, λοιπόν, τὶς μορφες μέρες τοῦ Ἰουνίου, ποὺ συνεχίζουν νὰ εὐωδιάζουν βερύκοκο, βύσινο, κομένο ξερὸ χορτάρι κι ἁρμύρα... Μόνο ποὺ δὲν ἔμαθα ποτές μου ἄν αὐτὴ ἡ ρμύρα ἦταν ἀπὸ τὴ θάλασσα ἤ ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν μαθητῶν...
Ἰούνιος 2017
π. κ. ν. κ

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ και ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ (νέα ποιήματα)


ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Εσύ Θεός ων
δεν έχεις άλλο θέλημα
παρά του Πατρός Σου
κι εγώ έργο Σου ων
δεν έχω άλλο θέλημα
παρά το δικό μου.
13.5.17.


ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ
Υπόδουλος στο θέλημά του
ο άνθρωπος βλέπει
ακόμα και στον Παράδεισο
μιαν άθλια Κόλαση
τόσο που τελικά
τα καταφέρνει να την φτιάξει
και για να τιμωρήσει τον εαυτό του
αυτοκτονεί.
Καθώς δεν βλέπει στον Θεό του
τον πιο πολύτιμο εαυτό του
αυτό που νόμισε πως είναι ο ίδιος
τον τιμωρεί.
21.5.17.


Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email