© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΑΠΕΙΝΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΡΙΓΚΗΠΟΝΝΗΣΩΝ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ

«Σύ, Χριστέ, τοῦτον... ποίησον μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος...» δεόμεθα

(Ταπεινὸν υἱϊκὸν ἐγκώμιον διὰ τὸν νέον Ποιμενάρχην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, τὸν ἀπὸ Σεβαστείας Γέροντα Μητροπολίτην κ. Δημήτριον)


Σὲ ὧρες ἑόρτιες, χαρμόσυνες, Ἀναστάσιμες, ὁποῦ τὸ κάλλος καὶ ἡ χαρμοσύνη τῆς Ἀνοίξεως μὲ τὴν μυροβολοῦσα φύσιν  στολίζουν εὐγενῶς καὶ φιλοτίμως τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν πανήγυριν τῶν Πανηγύρεων, αὐτὲς τὶς πάντιμες ὧρες εἰσοδεύει στὴ νέα του Ἐπισκοπὴ καὶ Μητρόπολι, ὁ ἄρτι ἐκλεγεὶς ἀπὸ τὴν πάνσεπτον τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Θρόνου Ἁγίαν καί Ἱερὰν Σύνοδον νέος Ποιμενάρχης τῶν ἐρατεινῶν, κατὰ Βαρθολομαῖον τὸν Πατριάρχην, Πριγκηποννήσων, Γέρων Μητροπολίτης  Δημήτριος, ὁ ἀπὸ Σεβαστείας.

Μεγίστη, ὄντως, εἶναι ἡ συγκίνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀναδείξεως, τοῦ ὡς ἄνω ἀξίου τέκνου τῶν ἱστορικῶν Ταταούλων, ἀλλὰ καὶ τῶν μακαριστῶν θεοφιλῶν γονέων τοῦ ἐν λόγῳ νέου Ποιμενάρχου κ. Δημητρίου, Κωνσταντίνου καὶ Ζωῆς Κομματᾶ τό γένος Πέττα, ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ Ἀστακοῦ τοῦ Μεσολογγίου, εἰς τὴν θεόσωστον αὐτὴν Ἐπαρχίαν. Μίαν Ἐπαρχίαν νησιωτικὴν μέν, ἀλλὰ ἱστορικήν. Τὴν ὁποίαν διηκόνησαν καὶ ἐκλέϊσαν εὐγενεῖς Μορφαὶ καὶ  Ἀρχοντικαὶ -μὲ τὴν γνησίαν σημασίαν τῆς λέξεως- ὡς ὁ ἀπὸ Λαοδικείας τρίτος Ποιμενάρχης καὶ Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων κυρὸς Δωρόθεος Γεωργιάδης, αὐτὴ ἡ λεπτή, εὐαίσθητος καὶ καλλιτεχνικὴ ψυχὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. 

Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παράδοσιν διακρατεῖ καὶ ὁ νέος Μητροπολίτης κ. Δημήτριος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐμποτισμένος μὲ τὰ ἱερὰ Πολίτικα νάματα καί διακατέχεται ἀπὸ τὸ εὐγενὲς πνεῦμα τοῦ φιλαγίου Φαναρίου καὶ διδάσκει αὐτό, τόσον μὲ τὴν ἀείφωτον διακονίαν του εἰς τὰς παντίμους Αὐλὰς τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὅσον καὶ μὲ τὸ ἦθος του: Ἦθος πιστοῦ τέκνου εἰς τὴν μακραίωνον Παράδοσιν τῆς Πόλεως, ἥν καὶ σκέπει ἀδιαλείπτως ἡ Παμμακάριστος Κόρη καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 

"Κατὰ τὴν εὔσημον ταύτην καὶ ἱερὰν στιγμὴν τῆς ζωῆς μου", εἶπεν ὁ Σεβασμιώτατος κατὰ τὴν τελετὴν τοῦ Μικροῦ καὶ Μεγάλου Μηνύματος τῆς εἰς Ποιμενάρχην Πριγκηποννήσων ἀναδείξεως αὐτοῦ, "διὰ πάντα ταῦτα, τὰ δαψιλῶς νῦν ἀπὸ τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καθαγιαζόμενα, ἐκφράζω γονυκλινῶς τὴν ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν Πανοικτίρμονα Θεόν, Τὸν οὕτω πως τὰ κατ’ ἐμὲ οἰκονομήσαντα καὶ διὰ βίου προστατεύσαντά με, τῇ πρεσβείᾳ πάντοτε τῆς Παμμακαρίστου Θεομήτορος, τῆς ἀπ’ αἰώνων προστάτιδος τῆς Ἁγίας Αὐτοῦ Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως".

Καθὼς πλησιάζουν οἱ ἡμέρες τῆς Ἐνθρονίσεως τοῦ νέου Μητροπολίτου εἰς τὰ μυροβολοῦντα Ἀνάστασιν καὶ Ἄνοιξιν πάντερπνα Πριγκηπόννησα, ὁ ὑπογράφων τὰ παρόντα ἀναπολεῖ μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν τοὺς πρώτους βηματισμοὺς τοῦ μικροῦ Δημητρίου Κομματᾶ, ὡς παιδίου εἰς τὰς Αὐλὰς τοῦ Κυρίου, ἤτοι τὸν πανσεπτον καὶ εὐκατάνυκτον Πατριαρχικὸν Ναόν. Ἀλήθεια, ποῖαι νὰ ἦσαν οἱ πρῶτες σκέψεις Του, πῶς ἠσθάνθη μέσα στὸν πλήρη ἱερῶν καὶ παναγίων σκιῶν χῶρον τοῦ ἐν λόγῳ ναοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον ἱερουργεῖ ὡς Ἐπίσκοπος; Ἤ, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν εὑρέθη εἰς τὴν χαριτόβρυτον Ἱερὰν τῆς Χάλκης Σχολήν -τὴν σιωπηλῶς ἀναμένουσα καὶ τὴν ἰδικήν Της Ἀνάστασιν- πῶς ἠσθάνθη καὶ ποῖοι νὰ ἦσαν, ἆραγε, οἱ εὐγενεῖς ὁραματισμοί του; Νὰ ἐσκέφθη, δηλαδή, ὅτι θὰ τὸν ἠξίωνεν ἡ Χάρις τῆς Θεοτόκου νὰ ποιμάνῃ καὶ ταύτην τὴν πάντερπνον καὶ  πάγκαλον νῆσον;  

Ὅταν τὸν Ἰανουάριον τοῦ σωτηρίου ἔτους 1924, ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ ἀπὸ Χαλκηδόνος Γρηγορίου τοῦ Ζ΄, ἐξεδόθη ὁ Πατριαρχικὸς  καὶ Συνοδικὸς Τόμος ἱδρύσεως τῆς νέας Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, ἐκεῖ ἀνεφέροντο καὶ τὰ ἑξῆς: «...Ἔγνωμεν διασκεψάμενοι συνοδικῶς, ἀποσπάσαι τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπὸ τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Χαλκηδόνος καὶ ἀνακηρῦξαι αὐτὸ εἰς ἰδίαν αὐτοτελῆ Ἐπαρχίαν καὶ Μητρόπολιν τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὥσπερ καὶ αἱ λοιπαὶ τοῦ Θρόνου Ἐπαρχίαι καὶ Μητροπόλεις, καταλαμβάνουσαν δ᾿ ἐν τῷ Ἱερῷ Συνταγματίῳ τὴν δεκατην τετάρτην θέσιν τῇ τάξει τῶν σήμερον τοῦ Θρόνου Ἐπαρχιῶν. Ἐφ᾿ ᾧ καὶ  ἀποφαινόμεθα Συνοδικῶς ὅπως αἱ ἐξονομασθεῖσαι νῆσοι Πρίγκηπος, Χάλκη, Ἀντιγόνη καὶ Πρώτη ἀποτελῶσιν ἐφεξῆς ἰδίαν Ἐπαρχίαν καὶ Μητρόπολιν, ἐπωνυμουμένην "Ἱερὰ Μητρόπολις Πριγκηποννήσων", ὁ δὲ ἐν αὐτῇ ποιμαίνων Ἀρχιερεύς, μνημονεύων τοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος, ὡς τέτακται, καὶ τὴν τακτικὴν αὐτοῦ ἕδραν ἔχων ἐν τῇ μείζονι τῶν νήσων τούτων, τῇ Πριγκήπῳ, τιτλοφορῆται Ἱερώτατος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων, ὑπέρτιμος καὶ ἔξαρχος Προποντίδος».

Πρῶτος Ποιμενάρχης Αὐτῆς ὑπῆρξε ὁ ἀπὸ Νεοκαισαρείας Ἀγαθάγγελος. Ἐν συνεχείᾳ ἐποίμαναν Αὐτὴν ὀκτὼ, μακαριστοὶ σήμερον, Ἀρχιερεῖς, ἀποδίδοντες τὴν σκυτάλην εἰς τὸν ἔνατον διάδοχόν των, τὸν ἀπὸ Σεβαστείας Δημήτριον, πρῶτον ὅμως Ἱεράρχην ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Ὁποίου ἀνυψώθη ἡ ἐν λόγῳ Ἐπισκοπὴ καὶ Μητρόπολις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου,  εἰς τὴν Τάξιν τῶν Γεροντικῶν Ἐπαρχιῶν. Διὸ καὶ ἀπευθυνόμενος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος εἰς τὸν νέον Ποιμενάρχην τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς ἐτόνισεν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς σημαντικά: «Πορεύου, λοιπόν, Ἱερώτατε ἀδελφέ, εἰς τὴν προκειμένην διακονίαν, ἐστεφανωμένος μὲ τὴν Γεροντικὴν ἀξίαν καὶ τιμήν, πάντοτε πιστὸς εἰς τὴν ποτνίαν πάντων ἡμῶν Μητέρα ταύτην Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸν ἑκάστοτε Πρῶτον Αὐτῆς διδάσκων ἔργῳ καὶ λόγοις εἰς τοὺς νεωτέρους ἐνταῦθα διακονοῦντας κληρικοὺς τὸ ἦθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἦθος καθηγιασμένον διὰ αἰώνων, μὲ ὀπτικὴν τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου εὐρείαν, οἰκουμενικήν...». 

Δημητρίου, τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Πριγκηποννήσων, πολλὰ καὶ εὔκαρπα τὰ ἔτη. Ἀμήν.

π. κ. ν. κ. Σκόπελος 

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Για τα βιβλία του Φώτη Αλεξ. Κατσούδα “Ντοπιολαλιές στη Δωρίδα" και "Δημοτικά τραγούδια της Δωρίδας” Εκδ. Πληθώρα, 2014, 2016

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Η πατρίδα είναι η τροφός, αυτή που δίνει τη ζωή. Η ζωή δίνει την αγάπη γι’ αυτήν και η αγάπη την έμπνευση. Δεν χρειάζεται να κάνει κανείς μεγάλη έρευνα για να ανακαλύψει ότι όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, μεταξύ αυτών λογοτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, μουσικοί, Έλληνες και ξένοι, έχουν αντλήσει έμπνευση από τη χώρα που τους γέννησε. Ο Σολωμός (1798–1857) και ο Κάλβος (1792–1869) τους αγώνες της πατρίδας έψαλαν Ελευθερία και Αρετή. Ο Παλαμάς (1859–1943) επίσης, με όλο του το έργο και, ειδικά, με την ποιητική συλλογή Τα τραγούδια της πατρίδας μου. Ο τίτλος εύκολα μας οδηγεί στον σχεδόν ομώνυμο τίτλο, Η χώρα μου (η πατρίδα μου), όπου ο μεγάλος Τσέχος Μπέντριχ Σμέτανα (1824–1884) γράφει τραγούδια για την πατρίδα του, εμπνεόμενος από το φυσικό τοπίο και τη λαϊκή παράδοση (Νομίζω ότι ο τίτλος του Παλαμά, από τον Σμέτανα αντλεί). Από τη λαϊκή παράδοση της πατρίδας του αντλεί την έμπνευσή του και ο Βοημός συνθέτης Αντονίν Ντβόρζακ (1841-1904). Ο Ντβόρζακ, όταν διάβασε ελληνικά δημοτικά τραγούδια που μόλις τότε είχαν κυκλοφορήσει στην Ευρώπη, από το συλλέκτη δημοτικών τραγουδιών, τον σύγχρονό του Άρνολντ Πάσοβ (1829 -1870) συγκλονίστηκε. Από τα τραγούδια της συλλογής (1860) του Πάσοβ, ο Ντβόρζακ μελοποίησε τρία ποιήματα – «Ο Κόλιας», «Ο βοσκός και οι νεράιδες», το «Μυρολόγι της Πάργας» (έργο 50). Είναι γνωστό ότι ο κορυφαίος Γερμανός στοχαστής και συγγραφέας Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749 – 1832) εκτιμούσε ιδιαίτερα το ελληνικό δημοτικό τραγούδι από το οποίο και εμπνεύστηκε. Συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών – μεταξύ αυτών πολλά κλέφτικα- είχε κάνει και ο Κλοντ Σαρλ Φοριέλ (1772-1844), ακαδημαϊκός, φιλόλογος, ιστορικός και κριτικός, πασίγνωστος στην Ελλάδα γι’ αυτή τη συλλογή του που συνέθεσε και μετέφρασε, τo 1824-1825. Η χρονολογία μας επιτρέπει να θυμίσουμε ότι σ’ αυτά είχε συμπεριλάβει και τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Σολωμού. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881) έκανε το 1852 έκδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, ο Νικολό Τομαζέο (1802-1874) έκανε συλλογή δημοτικών τραγουδιών διαφόρων περιοχών της Ιταλίας, Ιλλυρίας και Ελλάδας το 1841.

Την πρώτη ίσως σημαντική συλλογή δημοτικών τραγουδιών στην Ελλάδα επιχειρεί ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921). Επίσης, ενδιαφέρουσα είναι και η συλλογή του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901), ενώ, αυτόν τον καιρό, μια πολύ φιλόδοξη ανάλογη δουλειά, την φιλοδοξότερη όλων των εποχών, έχει αναλάβει ο Παντελής Μπουκάλας.

Όμως πέρα από τα μεγάλα ονόματα των επιφανών είναι και πολλά άλλα ονόματα ευαίσθητων ανθρώπων, οποίοι, με όποια επιστημονικά εργαλεία, ίσως και καθόλου εργαλεία πέρα από την επιτόπια έρευνα, έκαναν παρόμοιες δουλειές, από φιλοτιμία, αγάπη και επιθυμία να αντιπροσφέρουν στην πατρώα γη αντίδωρο για κείνο που εισέπραξαν. Πρόσφατο παράδειγμα είναι το Σκοπέλου Λάλον Ύδωρ της Μαρίας Δελήτσικου Παπαχρίστου, μια «Απόπειρα προσέγγισης του γλωσσικού ιδιώματος της Σκοπέλου» (λεξικό, γραμματική, συντακτικό, ιστορικοινωνικά συμφραζόμενα) και του Παύλου Παπανότη τα Ηπειρώτικα Τραγούδια με Ιστορία.

Σ’ αυτή, την, κάπως, αφανή κατηγορία ανήκουν και πολλοί άλλοι ευαίσθητοι συνάδελφοι, φιλόλογοι κυρίως, οι οποίοι απαλλαγμένοι από την καθημερινή μέριμνα του σχολείου, επιδίδονται, πλέον, στο έργο της διάσωσης της γλωσσικής κληρονομιάς της πατρώας και μητρώας γης.

Ο πρόλογός μου ήταν μακρύς αλλά ήταν το κεντητό πολύτιμο χαλί που ήθελα να στρώσω για να τοποθετήσω πάνω του δύο ακόμα αγνά κεντίδια, τα δύο βιβλία του συγγραφέα, πια, Φώτη Αλεξ. Κατσούδα. Τις Ντοπιολαλιές στη Δωρίδα και τα Δημοτικά τραγούδια της Δωρίδας. Και είναι υψίστης σημασίας η καταγραφή τους, εφόσον είναι γνωστό πως μόνο ό,τι καταγράφεται σώζεται.

Ο Κατσούδας, με έναν συγκινητικό αυτοβιογραφικό Πρόλογο, αρχίζει από τα φοιτητικά του χρόνια, θυμάται πώς συγκέντρωσε υλικό για την εργασία του στο μάθημα της Λαογραφίας, στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας, και πώς εκείνη η εμπειρία σημάδεψε τη μνήμη και την ψυχή του, πώς το σημάδι της το συνόδεψε μέχρι την ωριμότητα του, μέχρι που πήρε την κάλαμο στο χέρι και κατέγραψε: αφηγήσεις μεγαλύτερων ανθρώπων, των οποίων τον συγκινούσε ο λόγος, η λέξη και το ηχόχρωμά της, αλλά και ο μύθος, η περιπέτεια, η ιστορία, οι καθημερινές αγροτικές δουλειές. Η μνήμη φωτογραφική μηχανή – «οι λέξεις είναι φωτογραφίες της μνήμης»- λέει, έκανε τη δική της συλλογή και εκείνος άντλησε από εκεί· από τη μνήμη του. Η «ντοπιολαλιά» τον κίνησε και μέσα από αυτήν αναδύθηκαν τα ηρωικά πρόσωπα – ο Μακρυγιάννης, ο Διάκος, ο Σκλατσοδήμος, ο Σαφάκας, ο Τριαντάφυλλος Αποκορίτης, ο Μαστραπάς. Τα πρόσωπα και οι λέξεις τους που ζωντάνεψαν κατέληξαν σε ένα εξαιρετικό βιβλίο, λεξικό (που θα μπορούσε να είναι και λεξικό κάθε ελληνικής γης), το οποίο, πέρα από κάθε επιστημονική επίσκεψη, είναι ένα δημιούργημα καρδιάς. «Σε πείσμα των καιρών… έχουμε χρέος να σώσουμε τη ντοπιολαλιά μας» γράφει ο Κατσούδας και σωστά το γράφει, εφόσον είναι γνωστό πως μόνο ό,τι καταγράφεται σώζεται. Και αυτή η ιδέα αρκεί για καταστήσει το έργο πολύτιμο. Ευρύτερα, το βιβλίο περιποιεί τιμή στην ελληνική γλώσσα και στην καλλιτεχνική δημιουργία του τόπου.

Με το δεύτερο βιβλίο, με τον επίσης έντονα συναισθηματικό αυτοβιογραφικό του Πρόλογο, ο Κατσούδας μας ειδοποιεί πώς άρχισε τη δουλειά που, τελικά, έδωσε υλική υπόσταση στην ιδέα που τριγύριζε στο μυαλό του, σχεδόν, μισόν αιώνα. Η αφορμή ήταν και πάλι η συγκέντρωση του λαογραφικού υλικού για το μάθημα της Λαογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή. Η καταγραφή εκείνη τον έκανε να συνειδητοποιήσει τι πλούτο είχαν τα χέρια του αγγίξει. Αυτή τη φορά τον απασχολούν τα Δημοτικα τραγούδια της Δωρίδας, εκ των οποίων τα περισσότερα τα είχε ακούσει από τον παππού και τη γιαγιά, ολόκληρα πολύστιχα τραγούδια Ακριτικά-παραλογές και άλλα. Τα ίδια τραγούδια τα άκουσε και από άλλους, σε ελαφρές παραλλαγές και αποκλίσεις. Θησαυροφύλακας της ιστορίας και καθοδηγητής του υπήρξε ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Μπρούμας, ο οποίος με το δικό του βιβλίο Δημοτικά τραγούδια της Ποτιδάνειας του άνοιξε το δρόμο. Άλλοι συγχωριανοί, σχεδόν όλοι αγράμματοι άνθρωποι, τραγούδησαν τραγούδια που ιστορούν άλλα το ολοκαύτωμα του Λιδωρικιού, άλλα τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη και άλλα άλλα. Ο συγγραφέας δεν ξεχνά κανένα από τα ονόματα των ανθρώπων που τον βοήθησαν και με το τραγούδι τους έφεραν στην επιφάνεια τη ζωή των προγόνων τους, τις χαρές και τις λύπες, την πίκρα και την ξενιτιά, τα βάσανα, τους ηρωικούς αγώνες, όλα εκείνα που είναι το θεμέλιο της ζωής.

Συγκεκριμένα το βιβλίο περιλαμβάνει: Ακριτικά - Παραλογές, τραγούδια Κλεφταρματολών, της ξενιτιάς, του οικογενειακού και κοινωνικού βίου, Τσοπάνικα – Βλάχικα, του γάμου, θρησκευτικά, της αγάπης, τσάμικα, συρτά, σατιρικά, μοιρολόγια, νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λιανοτράγουδα, δίστιχα κλπ. Για κάθε κατηγορία υπάρχει ενημερωτική εισαγωγή και για κάθε ποίημα σημείωμα με χρήσιμες πραγματολογικές και ιστορικές πληροφορίες. Κι ένα δείγμα από τραγούδι «καθιστικό»:
Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα ποτέ μην τραγουδήσω
Κι απόψε για τους φίλους μου για τους αγαπητούς μου
θα ειπώ τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα
να κάμω τα βουνά να κλαιν, τα δέντρα να ραΐζουν.

Γιατί όπως είναι γνωστό, και ο Άγγελος Τερζάκης το έχει υποστηρίξει, «το τραγούδι του Ρωμιού, το αυθόρμητο λαϊκό τραγούδι του γλεντιού του, είναι βαρύ από καημό και πάθος, θρηνητικό σχεδόν». Κι αυτό γιατί το τραγούδι μεταφέρει συμπυκνωμένο πόνο από τις ιστορικές και κοινωνικές περιπέτειες του λαού.

Ο Φώτης Άλεξ. Κατσούδας καταγράφεται πλέον στους ευγνώμονες και άξιους γιους της Δωρίδας γης.


Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Εφημεριακοί στοχασμοί)

Δημητρίῳ τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γέροντι Πριγκηποννήσων, τῷ ἀπὸ Σεβαστείας,  συγχαρητήριος υἱϊκὴ πρόσρησις  

Μπορεῖ ἡ ἡμέρα τοῦ Μ. Σαββάτου νὰ ἔχει ἕναν χαρακτήρα ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας γιὰ τὸ Πασχαλιάτικο Πανηγύρι, μπορεῖ νὰ ἁπλώνεται παντοῦ τὸ φῶς τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς χαρᾶς ποὺ κομίζει ἡ γιορτή, ὅμως γιὰ τὸν κάθε συνειδητὸ ἐφημέριο αὐτὰ εἶναι πράγματα ποὺ δὲν τὰ λαμβάνει  τόσο πολὺ ὑπόψιν του. Γιατὶ ναί, ὅλα τὰ ὅσα γίνονται καὶ συντελοῦνται καλὰ εἶναι. Κι ὁ κόσμος καλὰ νὰ εἶναι νὰ ἑορτάζει, ὅμως ἐκεῖνον ἄλλο τὸν νοιάζει καὶ τὸν καθιστᾶ προσεχτικό καὶ σκεφτικὸ τὶς μέρες αὐτὲς τὶς χαρμόσυνες, τὶς φαιδρές καὶ  πολύτιμες. Κι αὐτὸ ποὺ τὸν νοιάζει εἶναι τὸ «μέγιστον μάθημα» ποὺ δέχεται καθὼς πηγαίνει νὰ κοινωνήσει τοὺς ἀνήμπορους ἐνορίτες καὶ καθηλωμένους, ἀπὸ τὰ γερατειὰ ἤ κάποια ἀσθένεια, στὸ δωμάτιο/κελλὶ τῆς δοκιμασίας τους. Τοὺς θυμᾶται ὅλους αὐτοὺς στὸν ναό, τότε ποὺ οἱ δυνάμεις τους ἦταν ἀκόμα ἀκμαῖες, ἔρχεται στὸ νοῦ του ἀκόμα καὶ τὸ στασίδι ποὺ κάθονταν, ὅμως σήμερα, ὅλους αὐτοὺς τοὺς βλέπει νὰ ἔχουν ἀποχαιρετίσει ἐκεῖνες τὶς παλιές τους συνήθειες, γιατὶ οἱ δυνάμεις τους τοὺς ἐγκατέλειψαν. Κι ἀκοῦνε ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο ἤ τὴν τηλεόραση τώρα πιὰ τὸν καλὸ τὸν λόγο, τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη”. Κι ἴσως νὰ νομίζουν ὅτι εἶναι μαζὶ μὲ τὸν κόσμο ποὺ κυκλώνει τοὺς Ἐπισκόπους ἤ τοὺς ἱερεῖς καὶ διακόνους, οἱ ὁποῖοι ἀκούγονται ἤ προβάλλονται στὸ γυαλί. 

Μὲ πόνο ψυχῆς, λοιπόν, προσέρχεται ὁ παπᾶς καὶ κοινωνεῖ αὐτὰ τὰ πρόσωπα, εὐχόμενος συνάμα «Καλὴν Ἀνάσταση». Καὶ τὸ ἐννοεῖ αὐτό, νὰ ἔχουν δηλαδή, καλὴ Ἀνάσταση, νὰ χαροῦν κι αὐτοί, νὰ μποροῦν νὰ λένε ὅτι εἶναι Πάσχα κι ὅτι καὶ αὐτοὶ γιορτάζουν, πανηγυρίζουν. Ἔστω κι ἄν εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴν λαμπρὴ καὶ κορυφαία Εὐχαριστιακὴ Σύναξη, ὅπου ὅλα ἑορτάζουν, ὅλα χαίρονται τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ. 

Ὅμως ποιὸ στ’ ἀλήθεια εἶναι τὸ «μέγιστον μάθημα» ποὺ δέχεται ὁ ἐφημέριος; Ποῦ καὶ πῶς προσδιορίζεται στὸν ψυχισμό του καὶ ποιὰ μηνύματα τοῦ προσφέρει; 

Εἶναι ἀλήθεια πὼς κάθε φορὰ ποὺ θὰ πεῖ τὰ λεγόμενα «πληρωτικὰ», εἴτε στὴ Θ. Λειτουργία, εἴτε σὲ ὁπιαδήποτε ἱ. ἀκολουθία, πάντα στέκεται μὲ φανερὴ συγκίνηση σὲ ἐκείνη τὴ «αἴτηση» ποὺ ἀναφέρει: «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν,  τὴν ἐπι τοῦ φοβεροῦ βήματαος τοῦ Χριστοῦ,  αἰτησώμεθα». Στ’ ἀλήθεια, ἄν κάποιος ἐπιχειρήσει μὲ περισσὴ εὐλάβεια νὰ σηκώσει μία μία τὶς λέξεις αὐτές, θὰ δεῖ πίσω τους νὰ βρίσκεται ὅλη ἐκείνη ἡ ἀναγκη ποὺ ἔχει ὁ κάθε πιστός, ὥστε τὰ τέλη του νὰ εἶναι ὅπως ἀκριβῶς περιγράφονται. Κι ὁ παπάς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός καὶ διαπιστώνει κάθε φορὰ ὅτι ἔχει ἀνάγκη αὐτῆς τῆς στοργῆς τοῦ Θεοῦ, γιατὶ δὲν θὰ ἔχει τὶς ἴδιες τὶς δυνάμεις μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια. Ἴσως δὲ κάποτε νὰ ἔλθει καὶ στὴ θέση αὐτῶν τῶν ἀσθενῶν καὶ μὴ ξαναμπορέσει, ὄχι μονάχα Ἀνάσταση νὰ κάμει, ἀλλὰ καὶ νὰ βρεθεῖ μέσα στὸ χῶρο ποὺ τόσο πονᾶ, ἀγαπᾶ καὶ νοιώθει ὡσὰν τὸ σπίτι του. Μάλιστα, δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ ὅτι θὰ χρειαστεῖ ν᾿ ἀκούσει τὴν Ἀνάσταση κι ὄχι νὰ μετέχει σ᾿ αὐτήν! Κι ὅμως μπορεῖ κάποτε νὰ βρεθεῖ σὲ αὐτὴ τὴ θέση, γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ ἀκόμα κι ἄλλο ἡ ἀντοχή του κι ἡ ὑπομονή, γι᾿ αὐτὸ καὶ τοῦτα τὰ μαθήματα ποὺ παίρνει, αὐτὴ τὴ χαρισματικὴ ἡμέρα τοῦ Μ. Σαββάτου,  θὰ πρέπει νὰ τὸν προετοιμάζουν... Ὅπως τὸν προετοιμάζουν οἱ παραπάνω αἰτήσεις, ὅπως τὸν προετοιμάζει ἡ ἐκρηκτικὴ σὲ περιεχόμενο φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν...»: «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», ὅπως προετοιμάζει ἡ Ἐκκλησία τὸν πιστό της λαὸ μὲ τὴν προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν προσμονὴ τῆς Χαρᾶς. Κι ἔτσι εἶναι. Ἤ,  μᾶλλον,  κι ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι. Ἀμήν. 

π. κ. ν. κ.  Σκόπελος, Πάσχα 2018.    

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΙ, ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΕΔΟΞΑΣΜΕΝΟ

(Μνήμη ἱεροπρεπῶν Κολλυβάδων καὶ τῆς νήσου Σκιάθου ἐγκώμιον) 

Λαμπρὰ ἐπέλαμψε καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα τοῦ ἄλλου Σαββάτου, ὄχι τοῦ Μεγάλου, ὅπου ζήσαμε μέσα στὴν θεοπρεπῆ σιγή, κατὰ τὸν θεῖο Πατέρα Ἐπιφάνιο ἐπίσκοπο Κύπρου, τὴν ἱεροκατάνυκτο ἀναμονὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ τοῦ ἑτέρου Σαββάτου τῆς μεγαλοπρεποῦς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν πάντιμο χορεία τῶν Ἁγίων καὶ σεπτῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Καὶ χαίρει ἡ Ἐκκλησία καὶ πανηγυρίζει διὰ τὰ ἄνθη αὐτὰ τοῦ Παραδείσου μὲ τὰ ὁποῖα καὶ στολίζεται, ἀλλὰ καὶ ὡραΐζεται. Ἄνθη τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας, ποὺ ἔστεψαν μὲ τὴν παναγία Τους παρουσία, πληθὺν ἱερῶν Μονῶν καὶ καθιδρυμάτων τῆς Ἑλλάδος. Μὲ κορυφαίαν τὴν ἁγιόλεκτον νῆσον Σκίαθον, τὴν νῆσον τῶν Κολλυβάδων, ὡς δικαίως ἐκλήθη.

Ἅγιοι, ὡς ὁ ὅσιος Νήφων ὁ Κοινοβιάρχης, ἱεροπρεπεῖς καὶ φιλάγιαι Μορφαὶ ὡς ὁ βιογραφος τοῦ ὁσίου Νικοδήμου καὶ παραδελφὸς Αὐτοῦ, ὁ ἱερομόναχος Εὐθύμιος ὁ ἐπονομαζόμενος «Σταυρουδᾶς», ὁ φίλος καὶ συνδιδάσκαλος μὲ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, ὁ ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων, οἱ παραδελφοὶ ἱερομόναχοι τοῦ ὁσίου Νικοδήμου Στέφανος καὶ Νεόφυτος οἱ ἐπονομαζόμενοι «Σκουρταῖοι» κ. ἄ. ἐστόλισαν μὲ τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ ἱεροπρεπῆ παρουσία τους τὴν νῆσο Σκίαθο καὶ δὴ τὴν σεβασμίαν Μονὴν τοῦ θείου Εὐαγγελισμοῦ, τὸ νέο Μοναστήρι, ὅπου διῆλθον μέρος τοῦ βίου των ἤ τινές ἐξ αὐτῶν ἐκεῖ ἐπλήρωσαν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ἁγιοφώτου ἐπιγείου ζωῆς των.

Ναί, δικαίως ὁ μακαριστὸς Κωστῆς Μπαστιᾶς ἀναφέρει: «Στὸ Δευτερονόμιο διαβάζουμε τὰ ἀκόλουθα: < ... Ἔστι γὰρ ἡ γῆ, εἰς ἥν είσπορεύει ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, οὐχ ὥσπερ γῆ Αἰγύπτου», ἀλλὰ «γῆ, ἥν ὁ Κύριος ὁ Θεός σου ἐπισκοπεῖται αὐτὴν διὰ παντὸς οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπ᾿ αὐτῆς ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ ἐνιατοῦ καὶ ἕως συντελέιας τοῦ ἐνιαυτοῦ>.

Ἔτσι κ’ ἡ Σκιάθο δὲν εἶναι «ὥσπερ γῆ Αἰγύπτου». Δηλαδὴ δὲν εἶναι οὔτ’ ὅπως ἡ Ἀθήνα, οὔτ᾿ ὅπως ἡ Ρώμη, οὔτε καθὼς εἶναι ἡ Πόλη. Ἄν ἡ Ὀρθοδοξία εἶχε σχεδιασει τὸν ἀληθινό της χάρτη πρωτεύουσα... οὐσιαστικὴ τοῦ Ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια, εἶναι τ᾿ Ἁγιονόρος ἔχοντας στὰ δεξιά του τὴ Θεσσαλονίκη καὶ στ᾿ ἀριστερά του τὴ Σκιάθο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἡγετικὸ πνευματικό μας τρίπτυχο» (Κ. Μπαστιᾶ, Ὁ Παπαδιαμάντης).

Γι᾿ αὐτὸ καὶ αὐτὴ ἡ ἱερὰ νῆσος Σκίαθος οὐδέποτε, ὅσες καὶ νὰ συμβοῦν ἐπὶ τοῦ φιλαγίου τόπου της «ἐπεμβάσεις ἀξιοποιήσεως», εἶναι δυνατὸν νὰ μεταποιηθεῖ σὲ «κοσμοπολίτικο νησί». Διότι πάντα εἶναι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν τῆς Ἐφόρου αὐτῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ θεοφρουρεῖται ἀγρύπνως καὶ ἀδιαλείπτως ἀπὸ τὴν πανσεβάσμιο καὶ παναγία χορεία τῶν θείων Κολλυβάδων. Εἰς αἰῶνας αἰώνων. Διὰ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει Νῆσος Ἱερὰ καὶ ἁγιοτρόφος. Ἀμήν.

π. κ. ν. κ. Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου 2018

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΙ, ΓΙΑ ΤΟΥΤΗ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΒΡΑΔΙΑ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΠάΣ

Ἀναστάσιμες σκέψεις ἑνὸς ἐπαρχιώτη ἐφημερίου

Ὅσες περιγραφὲς καὶ νὰ κάμει κανείς, ὅσο κι ἄν προσπαθήσει νὰ μεταποιήσει αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται σὲ γραπτό λόγο, πάντα «ἔτι ἕν (θὰ) λείπει», γιατὶ ὁ λόγος εἶναι φοβερὰ ἐνδεὴς, ὥστε νὰ κατορθώσει νὰ περιγράψει αὐτὰ ποὺ νοιώθεις, αὐτὰ ποὺ ζεῖς καὶ βιώνεις. Μὲ λίγα λόγια, δὲν θὰ μπορέσεις ποτὲ νὰ περιγράψεις αὐτὰ ποὺ σοῦ χαρίζουν φτερά, ὥστε νὰ ὑψωθεῖς ἀπὸ τὰ γήινα καὶ καθημερινά καὶ νὰ σιμώσεις τὸν οὐρανό. 

Ναί, μπορεῖ νὰ περατώθηκε ἡ Ἀνάστασιμη θεία Λειτουργία, νὰ ἔφυγαν οἱ ὅσοι πιστοί,  νὰ ἁπλώθηκε ἡ γόνιμη ἐκείνη σιωπὴ στὸν ἄδειο ναό, ὡστόσο αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη καὶ ἡ ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ παπᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπόμεινε μόνος, εἶναι κάτι τὸ μοναδικό, τὸ συγκινητικό, τὸ παραδείσιο. Γιατὶ ἔζησε κι ἀπόψε τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως κι ἔτσι ἀναχωρεῖ εὐφραινόμενος, ἐπειδὴ ἐπετέλεσε καὶ φέτος τὸ καθῆκον καὶ διακόνημά του. Δηλαδή, κατόρθωσε -ὄχι μόνος του, φυσικά, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθειά Του- νὰ μαζέψει αὐτὸ τὸ πλήρωμα τῶν ὅσων πιστῶν στὴ Μ. Ἑβδομαδα καί, κυρίως, στὴν Ἀνάσταση, καθιστώντας τὸν ναὸ ἕναν ἰδιότυπο μαγνήτη, ποὺ ἕλκει τὸν καθένα. Ἐπειδὴ τὴ βραδυὰ αὐτή, τῆς Ἀνάστασεως τὴ βραδυά,  (ξανα)βλέπει πρόσωπα ποὺ ὁλόχρονα μπορεῖ νὰ μὴν σιμώνουν τὸ ναό, ὅμως ἀπόψε ὅλοι αὐτοὶ κυκλώνουν τὸ ἱερὸ Δισκέλιο, ὅπου τίθεται ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως καὶ περιμένουν... Ναί, περιμένουν. Ἀλήθεια, τί; Κι εἶναι καταφανὴς αὐτή τους ἡ ἀναμονή, λὲς καὶ κάτι νέο θὰ παρουσιαστεῖ μπροστά τους, μιὰ νέα σελίδα τοῦ βίου τους θ᾿ ἀνοίξει, ἕνα καινούριο μονοπάτι στὴ ζωή τους θ᾿ ἀνοιχτεῖ. Τὰ βλέπει, τὰ παρατηρεῖ μὲ ἄφατη συγκίνηση αὐτὰ ὅλα ὁ παπᾶς, ἀφουγκράζεται τὰ μυσικὰ βιώματα τῆς ψυχῆς τους καὶ χαίρεται, δοξάζει τὸ Θεό ποὺ τοῦ πρόσφερε τὸ μέγα τῆς ἱερατείας χάρισμα, νὰ εἶναι αὐτὸς κι ἐφέτος ἐκεῖνος ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὴ σφαλισμένη θύρα τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει θριαμβευτικὰ ἡ αἰδιοδοξία, ἡ χαρά, ἡ εὐφροσύνη, τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, λὲς καὶ θὰ μεταπηδήσει αὐτὸ τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἀναμμένη ἀναστάσιμη λαμπάδα ποὺ κρατοῦν, μέσα στὴν καρδιά τους καὶ θὰ τὴ φωτίσει, θὰ τῆς δώσει μιὰ λάμψη θεϊκή, καθαρια, οὐράνια.  

Τὰ βλέπει, λοιπόν, ὁ παπᾶς ὅλ᾿ αὐτά, ὅπως βλέπει καὶ κάτι ἄλλο: τὸ πῶς ἀστράφτουν τὰ πρόσωπα ὅλα,  μόλις ἀκουστεῖ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη...»!  Λὲς καὶ τὸ ἀκοῦνε γιὰ πρώτη φορά· λὲς καὶ δὲν ἔχουν βρεθεῖ ἄλλη φορὰ σὲ Ἀναστάσιμη ἀκολουθία! Τόση εἶναι ἡ λαχτάρα μαζὶ καὶ ἡ εὐφροσύνη τους. Αὐτά, λοιπόν, βλέπει ὁ παπᾶς καὶ σκέφτεται  μὲ ἀνάμικτα συναισθήματα ὅτι, «Ναί, ἀξίζει ἡ ὅποια ταλαιπωρία, τὸ ὄνειδος τῶν ἀνθρώπων,  καὶ οἱ αἰτιάσεις ἀκόμα ποὺ δέχεται, γιατὶ αὐτὴ ἡ βραδυὰ εἶναι ὄντως ἀνεπανάληπτη, μοναδική, θεοφρούρητη καὶ ἁγιασμένη. Ναί, ἀξίζει νὰ εἶσαι παπᾶς, ἔστω καὶ γιὰ μιά καὶ  μοναδικὴ Ἀναστάσιμη βραδυά, ἐπειδὴ  αὐτὴ ἡ νύχτα διδάσκει πολλά, ἀλλὰ καὶ νουθετεῖ συνάμα». Κι ἡ πρώτη διδαχὴ ποὺ λαμβάνει ἀπόψε εἶναι ἡ ἑξῆς: Ναί, συνάχτηκε αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ὅμως σὲ λίγο θὰ ἀναχωρήσει γιὰ νὰ γευτεῖ τὸ Πασχαλινὸ τραπέζι καὶ θὰ μείνουν λίγοι στὸ ναό. Ὅμως δὲν πειράζει... Γιατί, καθὼς θὰ ἀναχωροῦν, κάτι θὰ παρουν μαζί τους ἀπόψε. Ἐπειδὴ, ἐκτὸς ἀπὸ  τὴν ἀναμμένη λαμπάδα τους, θὰ φερουν στὸ σπίτι τους καὶ κάτι ἀκόμα. Κάτι τὸ ἀπροσδιόριστο καὶ γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, ὅμως τόσο σημαντικὸ γιὰ τὸν παπᾶ ποὺ βλέπει, ἤ τουλάχιστον πρέπει νὰ βλέπει,  τὰ πράγματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τους ὄψη. 

Ξέρει, λοιπόν, ὁ παπᾶς καθὼς τοὺς βλέπει ν᾿ ἀσπάζονται τὴν Ἀνάσταση, τὸ ἱ. Εὐαγγελιο καὶ τὸ Σταυρὸ καὶ νὰ ἀναχωροῦν, πὼς ἕνα μυστικὸ νῆμμα τοὺς δένει μὲ αὐτὸ τὸν ναό κι αὐτὸ εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Ἀναστάντος, ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἀνανεώνουν κάθε χρόνο, ὅμως αὐτὴ σιγοκαίει μέσα στὶς στάχτη ποὺ σωρεύει ἡ στυγνὴ καθημερινότητα στὶς ψυχές τους. Σιγοκαίει καὶ ποιός ξέρει πότε θὰ γίνει φωτιὰ καὶ φῶς οὐράνιο... Τὸ εὔχεται αὐτὸ ὁ παπᾶς καὶ ὑπομονετικὰ δέχεται κι αὐτὲς τὶς συμπεριφορές. Τὶς δέχεται μὲ κατανόηση καὶ ἀγάπη, γιατὶ ξέρει πὼς παιδιά Του εἶναι ὅλοι ἐτοῦτοι. Ὅπως κι ὁ ἴδιος ὁ παπᾶς. Ἴσως ἄτακτα παιδιά, ὅμως παιδιά, ποὺ ἔχουν τὴν ἀνάγκη τῆς στοργῆς καὶ τῆς τρυφερότητας. Γιατὶ πίσω ἀπὸ τὸν μέγιστο Ἀναστάσιμο λόγο «Χαίρετε», ὑπάρχει κι ἡ ὁμολογία Του: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰω. 12, 47). Κι αὐτὸ φτάνει καὶ περισσεύει! 

Πάσχα 2018, π. κ. ν. κ.


Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΧΡΙΣΤΟ ΟΠΩΣ ΧΡΩΣΤΩ (νέο ποίημα)


[Παλίνδρομα και κυκλικά]

Σου χρωστώ τα πάντα
Ευχαριστώ για τα πάντα
Συχώρα με για τα πάντα
Ανάξιός σου κατά πάντα

[8.4.18, Κυριακή του Πάσχα]

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

π. Κων. Καλλιανός: ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Π. Β. ΠΑΣΧΟ

«Πάσχα πᾶσαν κατήφειαν ἐξαῖρον...» 


Ἄν τό ἔργο τοῦ καθηγητῆ Π. Β. Πάσχου (στό ἑξῆς Π.) συνεχίζει νά ἔχει τήν ἁρμόζουσα ἀκτινοβολία  μέσα στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν, αὐτό συμβαίνει γιατί εἶναι γραμμένο μέ βαθειά τή συναίσθηση τοῦ χρέους ἀπέναντι στόν Ὀρθόδοξο πιστό, πού εἶναι ἐγκλωβισμένος μέσα σέ  μιά πληθώρα θεωριῶν καί ἐν πολλοῖς λόγων, καινῶν μέν, κενῶν δέ, τῶν ὁποίων ἡ πνευματική νοστιμιά (πρβλ. Ματθ. 5,13) ἔχει ἀπό καιροῦ ἀπωλεσθεῖ. Καί τοῦτο, ἐπειδή οἱ ρίζες τῶν λόγων αὐτῶν ἔχουν, δυστυχῶς, παραμείνει στήν ἐπιφάνεια τοῦ ἀγροῦ τῆς καρδίας (πρβλ. Λουκ. 8,5-7), γιατί ὅσοι πασχίζουν νά τούς χαράξουν στό χαρτί, χωρίς νά κάνουν τόν κόπο νά κατέβουν σέ βαθύτερα καί ὑγρότερα στρώμματα, ποτισμένα μέ τό δάκρυ τῆς μετανοίας, ἀλλά κυρίως μέ κεῖνα τά εὐλογημένα βιώματα πού οἱ εὐγενικοί καιροί τοῦ χτές δαψιλῶς προσέφεραν, δέν ἔχουν νά κομίσουν τίποτε ἄλλο, παρά μονάχα τό ἀμάγαλμα τῶν ὅσων κατόρθωσαν νά διδαχτοῦν ἤ νά διαβάσουν.

Ὁ λόγος τοῦ Π. εἶναι βέβαιο πὼς ἔχει κεντρωθεῖ ἀπόλυτα μέ αὐτό πού ὀνομάζουμε βίωμα. Κι εἶναι τό βίωμα μιά ἱερή λειτουργία τοῦ ψυχισμοῦ μας, ἡ ὁποία καί ἀποθηκεύει ἐπεξεργασμένες ἐμπειρίες τοῦ βἰου μας, κυρίως δέ τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας, τότε πού, κατά τόν Π. πάντοτε, εἰρηνεύαμε ἀκουμπισμένοι στή "ρίζα τῆς σιωπῆς", χωρίς ἀφιονισμούς, ἀλλά καί φορτώματα μάταιων λόγων.(1)

Γι᾿ αὐτό καί γράφοντας γιά τήν προσφορά του ὁ μακαριστός Καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος, πολύ σοφά καί ὐπέυθυνα σημείωνε: "Ὁ Π. Β. Π. ἔχει τρεῖς ἰδιότητες, πού δίνουν ὅλες τους τό "παρών" στίς συγγραφές του: Εἶναι θεολόγος (καθηγητής, τώρα Πανεπιστημίου), μέ πλούσια γνώση καί μελέτες πάνω στήν Ἐλληνική Ὀρθόδοξη θρησκευτικότητα· εἶναι λογοτέχνης καί ποιητής καί εἶναι ἀχάλαστος βιωματικός φορέας τῆς Ἐλληνικῆς παραδοσης, πού τή γνωρίζει, τή συντηρεῖ καί τή χαίρεται"(2). 

Αὐτή τήν ἀχάλαστη βιωματική προσφορά τοῦ Π. θά γευτοῦμε, μέρες ποὺ εἶναι, μέσα ἀπὸ τοὺς παρακάτω στίχους, στίχους  φωτεινούς καὶ  συντονισμένους ἀπόλυτα μὲ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα , ἀλλὰ καὶ κι ἀπὸ ἕνα κείμενο, γραμμένο ἐδῶ καί ἐξήντα περίπου χρόνια. Κείμενο ὅμως ποὺ συγκινεῖ καὶ χαρίζει στὴν ψυχὴ κατανυξη πραγματική, ὡσὰν ἐκείνη δηλ. ποὺ ζεὶ κάποιος σὲ ἀπέριττο κελλὶ ταπεινοῦ καὶ ἐνάρετου μοναχοῦ, γιατὶ εὐωδιάζει παράδοση καί Ὀρθοδοξία.  

1."Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός!"

Στήν Ἑορτή τῶν ἐορτῶν καί στή λαμπρή Πανήγυρη
τῶν πανηγύρεων, μέ τέχνη μέτριου μελουργοῦ, ὁ ἀνάξιος,
μαζί μέ τόν οὐράνιο τέττιγα προσέρχομαι, τόν Ἰωάννη
τῆς Δαμασκοῦ, πρόθυμος ὑποτακτικός καί κανονάρχης του,
τροπάρια στόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ νά ψάλω ἀναστάσιμα.
Ὅμως, στά πρῶτα μου κιόλας ψελλίσματα μέ πιάνει ἀφωνία
ἐμπρός στό ἐξαστράπτον ἀπό θεῖο φῶς ἱμάτιον τοῦ Κυρίου!
Μέ οἶνον κατανύξεως εἶχα πλύνει τίς πληγές τοῦ Ἐσταυρωμένου
καί μέ τό αἷμα Του ἐπορφύρωσα τήν ἄβολη ψυχή μου· 
στό ζωοδόχο τάφο Του δέν μέ περίμενε παρά ἡ ἀπουσία Του, 
καί γύρω Μυροφόρες, ἄρρητη εὐφροσύνη κι ἀγαλλίαση
φορώντας -ἔνδοθεν- στά φοβισμένα μάτια τους. 
Κατέβηκα μέ προθυμία, μετά, στοῦ Ἅδη τ᾿ ἄραχλο βασίλειο,
γεμάτο φῶς κι αὐτό, ἀπό τή λάμψη τοῦ Ἀναστημένου-
ὅπως ὁ Οὐρανός ψηλἀ, ἡ Γῆ, κι ὅλα τά Καταχθόνια...
Ἀκούω μακριά τόν ψάλτη:"ὅποιος, Κύριε, συνθάπτεται μαζί Σου
σήμερα συνεγείρεται! Ὅποιος μαζί Σου συσταυρώνεται
σἠμερα συνδοξάζεται! Κι ὅποιος νεκρώνεται, κοντά Σου
ξανακερδίζει τή ζωή πάλι, ἀπό τά χέρια Σου!..."
Καί τώρα πιά, ὄρθρου βαθέος, ἡ ψυχή ὀρθρίζει δακρυσμένη κ᾿ ἔρχεται
μέ τή λευκή λαμπάδα καί τά μύρα στή γιορτή τῆς Ἀναστάσεως.
Στά κουρασμέν᾿ ἀπ᾿ τήν ἀγρύπνια μάτια φωτοφόροι Ἄγγελοι
σκορποῦν οὐράνια χάδια μέ τά πάλλευκα φτερά τους.
Κ᾿ ἤδη τῶν φιλεόρτων ἀδελφῶν τά στόματα γεμίζουν 
ὕμνους ἀγγελικούς κι ἀγάλλονται μέ τό "Χριστός Ἀνέστη":
Ὤ πάσχα τό τερπνόν, ὤ Πάσχα λύτρον λύπης!
Πάσχα, ἐν χαρᾷ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα! 
Πάσχα, τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν!
Χριστός γάρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος».(3)

2. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει...»

«Τὸ Πάσχα στὸν ἑλληνικὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, γιορτάζεται μέσα σ᾿ ἕνα κλίμα γενικοῦ ἑορτασμοῦ, στὸν ὁποῖο συμμετέχουν ἡ Ἐκκλησία, ἡ οἰκογένεια, ὁ ξεμοναχιασμένος ὀρθόδοξος χριστιανός, τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος, μὲ τὴν σταυροαναστάσιμη ἱστορία του, καὶ ἡ ἑλληνικὴ φύση -ἡ γῆ, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα- ποὺ αὐτὴν τήν ἐποχὴ φαίνεται λαμπροφορεμένη  μ’ ἕνα νέον ἔνδυμα μιᾶς καινούριας ζωῆς… Τὸ «σήμερον ἔαρ μυρίζει...» δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὴν παλιὰ ὀνομασία πού εἶχε δώσει ἡ Ὀρθοδοξία στὸ σημερινὸ «Πεντηκοστάριο»: τὸ ἔλεγαν, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ «Σταυρώσιμον» Τριώδιον, «Ἀναστάσιμον Τριώδιον» ἤ «Τριώδιον τῶν ρόδων». Καὶ δὲν μποροῦμε ἐδῶ νὰ μὴν ὁμολογήσουμε πὼς μέσα στὸν ὀρθόδοξο Χριστιανισμὸ φύτρωσαν, καὶ ἀρωμάτισαν μὲ τὸ ἔργο τους ὁλόκληρον τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγαλύτεροι ἅγιοι καὶ ποιηταί… Τὸ «Τριώδιον τῶν ρὀδων», λοιπόν, μᾶς προαναγγέλλει μὲ τὴν ἀνοιξιάτικη ποιητικὴν ὁρολογία του τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ ἄνθισμα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας στὴν ἄλλη ζωή, στὸ ἔαρ τοῦ Παραδείσου».

Ἀμήν, λέμε καὶ τὸ εὐχόμαστε, ὥστε «τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος τῆς θείας εὐφροσύνης, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν»… Ἀθάνατες ὄντως, σελίδες!!!
                                                                                               
π. Κων. Ν. Καλλιανός, Σκόπελος    
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ εὑρύτερο δοκίμιο)


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρβλ. τό ποίημα "Τόσο πολύ", στή συλλογή, Αἰχμαλωσία ὕψους, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1975, σελ. 19.
2. Δημ Σ. Λουκάτου, Βιβλιοκριτική γιά τή συλλογή διηγημάτων τοῦ Π. Β. Πάσχου, “Ἀνεβαίνοντας τόν Ἀλιάκμονᔨ", Λαογραφία, τ. ΛΕ΄ (1987-89), Ἀθῆναι 1990, σελ. 452-53.
3. Περικἀρπια Φυλλώματα, Ἀθήνα 2000, σελ. 83-84.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΙΝΤΟΡΕΤΟ ἤ ECCE HOMO (ποίημα)


Κοντά μου ἔλα 
στή Σκουόλα Γκράντε τοῦ Σάν Ρόκκο 
μαθητούδι 
-θά σέ ἀγαπῶ μή σέ μέλλει- 

νά μάθεις ἐπιτέλους πῶς 
νά μή χύνεις χρώματα στά χώματα 
πῶς ὁ προστάτης ἅγιος 
γλιτώνει ἀπ’ τήν πανώλη 
ἤ τό γιατί τόσο συχνά 
παραλογᾶνε οἱ καμπάνες ἐδῶ 

ἄντε μετά 
νά σοῦ δείξω καί τόν Ἄνθρωπο στή Σάλα 
(τό πῶς ἀντέχει δακτυλοδεικτούμενος 
ἄλλου παπᾶ-) 

ὡστόσο 
μή σκεφτεῖς κακόμοιρε νά κλέψεις τέχνη 
γιατί σέ βγάνω εὐθύς στό πλάτωμα
νά μαζεύεις ὑπογραφές ἐπί χρήμασι 
γιά πᾶσα νόσο. 

[Πρόκειται για ένα από τα "Επτά Βενετσιάνικα Ποιήματα" του Παναγιώτη Καποδίστρια, από την ποιητική συλλογή Ο αρχαίος Αγροφύλαξ, εκδ. Γαβριηλίδης 2007]

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

JESUS CHRIST SUPER STAR

Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Αστέρι 
Σε στίχους του Tim Rice και μουσική του Andrew Lloyd  Webber

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Έχουν περάσει σχεδόν  πενήντα χρόνια από τότε (1970) που ο Tim Rice  και ο Andrew Lloyd  Webber επεχείρησαν το τόλμημα των τολμημάτων· να μεταφέρουν στη σκηνή του θεάτρου και σε μορφή ροκ όπερας την τελευταία  εβδομάδα της ζωής του Χριστού στη γη. 

Η Τέχνη  εμπνεόταν πάντα από τα θρησκευτικά θέματα και, όπως είναι φυσικό οι εικόνες με θέμα τη Γέννηση Του Χριστού ή την Σταύρωση και την Ανάστασή Του είναι παρά πολλές, καθώς επίσης είναι πάρα πολλές και εκείνες της Δυτικής Παράδοσης  που έχουν αποτελέσει σταθμό στην ιστορία της ζωγραφικής. Θα αναφέρω μερικές μόνο: την Παναγία των βράχων -  La Vergine delle Rocce,  του Leonardo da Vinci (1452-1519), την Πιετά του Mikelangelo Buonaroti (1475-1564), τον Ιησού νεκρό του Andrea Mantegna (1431-1506), την πορεία Προς Εμμαούς του Robert Zünd (1826-1909), τον Ιησού με τον σταυρό στον ώμο και το ακάνθινο στεφάνι του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614). Και δεν είναι μόνο η κοσμική ζωγραφική που άντλησε τα θέματά της από την εκκλησιαστική ιστορία. Το ίδιο έκανε και η γλυπτική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η μουσική  και στης μουσικής τα πεδία η ροκ όπερα. 

Ένα ορατόριο είναι όπερα με θρησκευτική υπόθεση. Η συγκεκριμένη ροκ όπερα παίχτηκε στο θέατρο και στον κινηματογράφο και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και στις πέντε ηπείρους της γης. Το 1978-1979  παίχτηκε με επιτυχία και στην Ελλάδα, σε μετάφραση Μίμη Πλέσα και Δημήτρη Μαλαβέτα. Οι Rice και Webber το 2012 παρουσίασαν το έργο, ως συναυλία περισσότερο, αυτό ήθελαν πάντα, και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Στο Περού παίχτηκε στις φυλακές Sarita Colonia, στο πρόγραμμα αποκατάστασης των κρατουμένων με σκηνοθέτη τον φυλακισμένο Freddy Bratifora που ενσάρκωσε και το ρόλο του Ιησού. Η καθολική εκκλησία όχι μόνο ενέκρινε την παράσταση, αλλά αγκάλιασε γενικώς  την παραγωγή.  

Στην ροκ όπερα, που είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε, ο Ιησούς δεν παρουσιάζεται με τη θεία φύση του, αλλά ως εξεγερμένος άνθρωπος εναντίον της κοινωνικής αδικίας. Τέτοιος ήταν και ο φιλόσοφος της αρχαίας Αθήνας ο Σωκράτης.  Αν ο Ιησούς ανέβηκε στο σταυρό, επειδή χτύπησε την εξουσία της πανίσχυρης εκκλησίας, ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο, γιατί χτύπησε κι εκείνος το κοινωνικό κατεστημένο της δικής του εποχής. Σε άλλα πεδία ο Σωκράτης «σούπερ σταρ» αλλά σε παράλληλο δρόμο με παράλληλους βίους. Και οι δύο δημιούργησαν κύκλο αφοσιωμένων μαθητών, αλλά και φανατικών εχθρών.

Ο Ιησούς ήταν γιος του ξυλουργού Ιωσήφ, που μαθήτευε κοντά στον «πατέρα» του την τέχνη του ξύλου. Σαν προοικονομία του μαρτυρίου του. Κάποια στιγμή όμως, όταν ένιωσε ότι ήρθε η ώρα, πήρε την κλήση, εγκατέλειψε την ξυλουργική, έπαψε να είναι «νοικοκερόπουλο», όπως λέει ο Βάρναλης,  για να στοχαστεί και να ενεργοποιηθεί. Ο Ιησούς, στις θρησκευτικές ταινίες εμφανίζεται σαν «υιός Θεού» και  σπανίως  μας δίνεται σαν κοινωνικός επαναστάτης. Στην ροκ όπερα όμως ως άνθρωπος μας εμφανίζεται, εξέχων και εξάρχων, κορυφαίος ενός χορού εξεγερμένων ανθρώπων, νέων όπως ο ίδιος, με κίνηση δυναμική, επαναστατική και διεκδικητική. 

Δύο είναι τα κύρια πρόσωπα του έργου. Ο Ιησούς και ο Ιούδας (το κατά πολλούς alter ego του). Στα λευκά και σιωπηλός, αλλά κυριαρχικά παρών, ο πρώτος, στα μαύρα και δυναμικά εξωστρεφής ο δεύτερος. Αθόρυβος ο ένας θορυβώδης ο άλλος. Σκέφτομαι πως ο Tim Rice που συνέθεσε το λιμπρέτο στοχάστηκε πολύ πάνω στην προσωπικότητα του Ιούδα, ο οποίος, για πολλούς σκεπτόμενους σοβαρά, δεν πείθει με το ρόλο και τη στάμπα που τους έχει προσδώσει η θρησκευτική παράδοση. Το ίδιο ισχύει και για τον Πιλάτο. Για να κατανοηθεί η προσωπικότητα και το μερίδιο ευθύνης και του ενός και του άλλου στη θανάτωση του Χριστού, θα πρέπει πρωτίστως να μελετηθεί, αφενός μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής και αφετέρου σε συνδυασμό με τον ρόλο της εκκλησίας.

Οι συνδημιουργοί της όπερας δεν θέλησαν να στιγματίσουν τον Ιούδα ως «φιλάργυρο»· η φιλαργυρία του άλλωστε δεν πείθει κανένα ούτε στην κλασική παραδεδεγμένη εκδοχή της προδοσίας. Τι είναι λοιπόν ο Ιούδας; Ο Ιούδας είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να προστατεύσει τον δάσκαλό του, να μην παρασυρθεί από το πλήθος που ζητάει έναν Μεσσία και να μην διολισθήσει προς την πλευρά του «Θεού»· να τον συγκρατήσει στην πλευρά του ανθρώπου: «Το λάθος πήρε τη σκυτάλη από το σωστό κι έχασες τον έλεγχο», κραυγάζει ο Ιούδας. «Πάλεψα να τα καταφέρω να ’μαι μες στους δώδεκα» και τώρα βλέπει την καταστροφή που έρχεται. Η δυναμική του παρουσία στη σκηνή είναι η έκφραση της αγωνίας του. Γι’ αυτό πιστεύει πως παραδίδοντάς τον στους Εβραίους ιερείς, τον σώζει. Οι Ιερείς δεν έχουν άλλωστε δικαίωμα θανάτωσης. Εκείνοι όμως θα βρουν τον τρόπο να τον παραπέμψουν στο Πραιτόριο, ονομάζοντας τον «βασιλιά», άρα διεκδικητή της πολιτικής εξουσίας των Ρωμαίων, και με αυτή την ιδιότητα μπορούν να τον καταδικάσουν. 

Το θείο πάθος κρυμμένο βράζει  επί σκηνής, με το ανθρώπινο πάθος  προβαλλόμενο για μιαν αλήθεια της οποίας το νόημα είναι ρευστό και απροσδιόριστο, όπως  ασαφή είναι και τα όρια ανάμεσα στην «αρχαία και σύγχρονη βία». Η Μαγδαληνή δεν περνά απαρατήρητη πάνω στη σκηνή υποβάλλοντας όλο τον μύθο με τον οποίο η παράδοση την έντυσε. Ο Ιούδας, όταν συνειδητοποιήσει ότι, άθελά του, έγινε όργανο της εξουσίας, θα αυτοκτονήσει. Με πιστόλι, όμως, και η πιστολιά σαν κόκκινο σύννεφο θα ανεβεί στον ουρανό για να πήξει σε σχήμα σταυρού. Ο Ιησούς στον Κήπο της Γεθσημανή θα προσευχηθεί «Αμφιβάλλω για όλα… Πάρε πίσω το ποτήρι … δεν θέλω άλλο να πιω». Είναι η στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας. Ο Πιλάτος σκουπίζει συνεχώς τα χέρια του γιατί και αυτός βασανίζεται από την αμφιβολία της δικής του αλήθειας, και δε αισθάνεται ποτέ πως τα σκούπισε επιτέλους. Οι  άνδρες της εξουσίας με τα σκούρα κοστούμια, τις γραβάτες και τα σκληρά αποφασισμένα πρόσωπα, μας ειδοποιούν για το αμετάκλητο της ειλημμένης απόφασης.  Η φωνή του μπάσου μοιάζει σαν καταδίκη χωρίς να χρειάζεται δίκη. Ο Μυστικός δείπνος σαν ωραία μεταγραφή του έργου του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ο ραβδισμός του Ιησού από τους Ρωμαίους, το ραβδισμένο σώμα σε πρώτο πλάνο και πίσω του σε οθόνη κινηματογραφική όλη η ανθρωπότητα με τα δικά της δεινά: πόλεμος, βία, θάνατος, οι Πύργοι της Νέας Υόρκης, γκρεμισμένα σπίτια, παιδιά σακατεμένα, πρόσφυγες· πολλαπλές  μεταπλάσεις του μαρτυρίου του Ιησού. Όπως είπε ο Tim Rice «Εμείς δεν βλέπουμε τον Χριστό ως Θεό αλλά ως έναν άνθρωπο στο σωστό σημείο τη σωστή ώρα». Και σωστή ώρα είναι η κάθε ώρα που μια πράξη βίας συμβαίνει στον κόσμο. Γι’ αυτό και τα κοστούμια του χορού είναι τα σημερινά νεολαιίστικα· τζιν, μπλουζάκια, δερμάτινα, μπότες, σκληρά μαύρα εναλλασσόμενα με τα λευκά, σαν μια διαρκής πάλη ανάμεσα στα αντιμαχόμενα φως και σκοτάδι, η μια όψη και η άλλη, όλα διπλά, άγνωστα και απόλυτα. Ο χώρος, φτωχογειτονιές, τοίχοι λεροί, γεμάτοι γκράφιτι, μηνύματα κοινωνικά, δυστυχώς, χωρίς αποδέκτη. Ο όχλος ένας ομοιόμορφος πολτός που κραυγάζει εναντίον. Ένας Ηρώδης που μετατρέπει σε σόου χολιγουντιανό το ανθρώπινος πάθος· μια καταγγελία για όλα όσα η  τηλεόραση, στο όνομα της τηλεθέασης στήνει φαντασμαγορικά, εκμεταλλευόμενη  το ανθρώπινο δράμα και το νεκρό σώμα. Ένα σώμα που σηκώνουν στα χέρια οι μαθητές του, όπως τον νεκρό ήρωα οι συμπολεμιστές του. 

Τέλος, ένα μικρό παιδάκι, ο Ιησούς παιδί, λες και μεταφέρει την αθωότητα  στις ανθρώπινες  ψυχές  που επιμένουν να ελπίζουν  πως θα μπορέσει κάποτε η συνεχώς διαφεύγουσα δικαιοσύνη να επικρατήσει στον κόσμο. Παρά την προβολή της ανθρώπινης διάστασης  του Ιησού, ο θεατής θα διακρίνει και  την άλλη διάσταση της οποίας υπήρξε η ενσάρκωση. 

Η σκηνοθεσία και  απόδοση είναι της Θέμιδας Μαρσέλλου, η μουσική διεύθυνση και διδασκαλία ορχήστρας του Ηλία Καλούδη, η φωνητική διδασκαλία του Δημήτρη Μπουζάνη, η χορογραφία Άννας Αθανασιάδη, τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη. Στο ρόλο του  Ιησού ο Αιμιλιανός Σταματάκης  που έπεισε όχι μόνο με τη φωνή,  αλλά και την ειδή, καθώς και για τους ίδιους λόγους, στο ρόλο του  Ιούδα ο Ησαΐας Ματιάμπα. Ωστόσο, όλοι οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές αναδείχτηκαν αντάξιοι της περίστασης. Το θέαμα-ακρόαμα ήταν εφάμιλλο των επιτυχημένων εκδοχών που έχουν κάνει και εξακολουθούν να κάνουν το γύρο του κόσμου.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΑΛΑΓΜΟΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

ἤ, Ἀναπνέοντας ζείδωρη εὐωδιὰ ἀπὸ παλιὲς Σκοπελίτικες Πασχαλιές
Στὶς ἀξ. κυρίες Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, Ἀναστάσιμος, Σκοπελίτικος χαιρετισμός

Μέχρι σήμερα, τέτοιες μέρες, μέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Λαμπρῆς προσπαθοῦσα νὰ γράψω δυὸ λόγια γιὰ τὶς παλιὲς τὶς πασχαλιὲς ποὺ ἔζησα στὸ χωριό μου, τὸ Κλῆμα. Κι ὁ λόγος ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ ἄτεχνα κείμενα εἶναι γιατὶ κοιταζω νὰ μοιραστῶ μαζὶ μὲ τοὺς ὅποιους νοσταλγοὺς συγχωριανούς μου μνῆμες εὐλογημένες ἀπὸ μέρερς ἁγαισμένες καὶ μυρωμένς ἀπὸ ροδόσταμο κι ἄνθη βιολέτας καὶ μαγιάτικου τριαντάφυλλου.

Φέτος ὅμως σκέφτηκα πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ εὐαισθητοποιηθοῦν κι οἱ συντοπίτες μου Σκοπελίτες, δηλαδή, οἱ κατὰ τὴν Χώρα τῆς Σκοπέλου ἐγκάτοικοι καὶ νὰ θυμηθοῦν, πρῶτα ἐκεῖνοι καὶ μαζί τους κι ἐγὼ, παλιὲς Πασχαλιές λευκοφορεμένες Πασχαλιές καὶ μαζί τους καὶ τὰ εὐκατανυκτα Μεγαλοβγόμαδα. Ντυμένα μὲ μώβ χρώματα Μεγαλοβδόμαδα, ποὺ στραγγίζουν μέσα μας ψιχαλισμένες στιγμὲς ἱεροπρέπειας καὶ εὐλογίας.

Κι ὁδηγός, πολύτιμος ὁδηγὸς εἶναι τὸ περικαλλὲς αὐτοβιογραφικὸ πόνημα τῆς λογίου Σκοπελίτισσας κ. Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρήστου, φιλολόγου, ποὺ τιτλοφορεῖται «Στὴ Σκόπελο, ὅπως τὰ πεῦκα...». Πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλιο ποὺ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει προσεχτεῖ ὅσο πρέπει ἀπὸ τοὺς Σκοπελίτες, ἀφοῦ εἶναι τὸ μοναδικό, ἀπ᾿ ὅσα γνωρίζω, ποὺ ταμιεύει, μαζὶ μὲ τὶς παιδικὲς κι ἐφηβικὲς μνῆμες τῆς σ. καὶ πτυχὲς τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ τῆς Σκοπέλου, ἀλλὰ καὶ ὄψεις τῆς νεότερης ἱστορίας μας. Καὶ τὸ σημαντικότερο, μέσα στὸν κύκλο τῶν ὅσων γράφονται γιὰ τὸ λαϊκό μας πολιτισμό, κορυφαία θέση ἔχουν καὶ τὰ ὅσα παραθέτει ἡ σ. γύρω ἀπὸ τὴ λεγόμενη θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν παλιῶν Σκοπελίτῶν.

Κάποιες σελίδες, λοιπόν, ἀφιερωμένες στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα θὰ προσπαθήσω νὰ θυμίσω στὸν κάθε εὐαίσθητο Σκοπελίτης, μέρες ποὺ εἶναι, ὥστε νὰ καταλάβει ὄτι ὁ τόπος μας ἔχει φωτεινὴ καὶ πλούσια παράδοση. Παράδοση παντρεμένη ὑπέροχα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστἦ, ὥστε νὰ μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν κορυφαίο λόγο τοῦ γείτονα λογογράφου Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ὁ ὁποῖος ἔγραφε γιὰ τὴ Σκιάθο: «Ὤ, πατρίς μου μικρά, πόσο μεγάλη εἶσαι ἐν τῇ θρησκείᾳ Σου». Καὶ μήπως τὸ ἴδιο δὲν ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ Σκόπελο;

Στὶς δεκαενιὰ σελίδες ποὺ ἀφιερώνει ἡ σ. στὴ Μεγαλοβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα (σ. 286-305), κοιτάζει νὰ συμπυκνώσει παιδικὲς μνῆμες καὶ νοσταλγικὲς στιγμές μὲ τὶς λατρευτικὲς συνήθειες τοῦ τόπου, ξεχασμένες σχεδὸν σήμερα. Ἔτσι, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαῒων, ἀνοίγει τὴ νοσταλγικὴ καὶ ραντισμένη μὲ εὐαιασθησία,περιήγηση στὴ σκοπελίτικη Μεγαλοβδομαδα κάποιων ἄλλων ὅμως καιρῶν, ποὺ τόσο συγγενεύουν μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους περιγράφει (γιατί, ἀσφαλῶς, τὶς ἔχει ζήσει) ὁ ἄλλος μεγάλος γείτονάς μας, ὁ Παπαδιαμάντης.

Τρυφερές, χαριτωμένες καὶ ἀθάνατες οἱ Μεγαλοβδομαδιάτικες ὧρες καὶ μέρες ποὺ περιγραφει μὲ τόση συγκίνση ἡ σ. Ἀπὸ τὶς ὁποῖες πιστεύω ὅτι ἔχει ταμιεύσει τὰ πιὸ χαρισματικὰ καὶ ἀλησμόνητα βιώματα. Γιατὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ ταξιδεύει, νὰ γνωρίζει τόπους ὀνομαστούς, ὅμως ἐκεῖνα τὰ χλωρὰ ἀκόμα καὶ ἀρυτίδωτα βιώματα ἀπὸ τὸν καιρὸ τὸν εὐαίσθητο τῆς παιδικῆς ἤ καὶ ἐφηβικῆς ἡλίκιας εἶναι ποὺ διακρατοῦν τὸ εἶναι ὄρθιο μέσα στὶς καταιγίδες τῆς στυγνῆς καθημερινότητας. Μὲ λίγα λόγια ἐκεῖνο τὸ εὐκατάνυκτο περιβάλλον τοῦ χωνεμένου ναοῦ στὸ ἐαρινό μυρωμένο ἀπόβραδο μὲ τὸν σιωπηλὸ «ἀγκαθοστεφανωμένο» (σ. 288) Νυμφίο νὰ λιτανεύεται, νομίζω πὼς δύσκολα λησμονιέται, ὅσες ἄλλες παραστάσεις κι ἄν δεῖ κάποιος καὶ τὶς θαυμάσει. Ὅπως ἐπίσης δὲν ξεπερνιέται εὔκολα ὁ στολισμὸς τοῦ Ἐπιταφίου μὲ ἄνθη ἀναθρεμμένα στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν (ὅπως οἱ περίφημες κάλες μὲ τὸ ἁπαλὸ ἀχνοκίτρινο χρῶμα, ποὺ στόλιζαν ὅπως καὶ στὸ Κλῆμα τὰ τέσσερα φανάρια (σελ. 298), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς γύρω ἀγρούς - μὲ κίνδυνο μάλιστα νὰ συγκεντρωθοῦν λόγω τοῦ ἀναταγωνισμοῦ, γιατὶ μὴν τὸ ξεχνᾶμε τέσσερεις Ἐπιτάφιοι ἔπρεπε νὰ στολιστοῦν (σελ. 296-297). Κι εἶχε μιὰν ἄλλη χάρη ὁ στολισμὸς ἐκεῖνος, γιατὶ ἦταν ἀποτέλεσμα προσφορᾶς καὶ κοινῆς προσπάθειας τῶν ἄξιων γυναικῶν τῆς ἐνορίας, ὥστε νὰ παρουσιάσουν ἕνα ἔργο τῶν χειρῶν τους σεβασμοῦ καὶ τιμῆς ἄξιο- λὲς κι ἦταν μιὰ ἰδιότυπη προσευχή (καὶ μήπως ἡ κάθε «στολίστρα» ἐκείνη τὴν ὥρα ποσες παρακλήσεις δὲν ἔκαμε ἀπὸ μέσα της!!!).

Δὲν εἶναι καὶ λίγες οἱ εἰκόνες ποὺ μᾶς παρουσιάζει μὲ ἀνάγλυφο, φωτεινὸ καὶ ζωντανὸ λόγο ἡ σ. Εἰκόνες ἀπὸ τὴ λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου μὲ τὸ ἀξεπεραστο «σᾶς bαταλάραμι» (σελ. 296, 300) ποὺ κλείνει μὲ τὴ συγκινητικὴ ποιητικὴ ἀποστροφή: «Κι ἡ νύχτα πενθώντας ντυμένη μέσα στὰ μαῦρα νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ..» (σελ. 300).

Εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ παράδοσή μας θέλει τὴν κάθε γιορτὴ νὰ τὴν ὁλοκληρώνει ἡ ἑορταστικὴ ἡ τράπεζα, ὅπου παρατίθενται ὅλα τὰ ἀγαθὰ γιὰ νὰ εὐφρανθεῖ ἡ οἰκογένεια. Κι ἡ νύχτα τῆς Λαμπρῆς, ἡ κορυφαία δηλ. καὶ μοναδικὴ νύχτα τοῦ ἐτήσιου κύκλου ἦταν καὶ εἶναι εὐτυχῶς ἀκόμα μιὰ μικρὴ πανήγυρις γιὰ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ τὶς πλέον θαυμάσιες καὶ πέρα γιὰ πέρα βιωματικὲς σελίδες ποὺ ἔχουν γραφεῖ «μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ αἷμα», ὅπως λέει κι ὁ ποιητὴς, εἶναι κι αὐτές, ποὺ ἡ σ. βαθύτατα συγκινημένη ἀναπολεῖ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι μὲ ὅλη τὴν οἰκογένεια γύρω του νὰ γεύεται τὰ καλὰ τοῦ Θεοῦ μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, γιατὶ ἦταν Πάσχα, «ἡ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ ἡ Πανήγυρις τῶν Πανηγύρεων» Καὶ συμπληρώνει ἡ σ. μὲ μιὰ de profundis συγκλονιστικὴ ὁμολογία. «Καὶ τί δὲ θά ΄δινα νὰ μποροῦσα νὰ γυρίσω γιὰ ἕνα μόνο δευτερόλεπτο πάλι, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα! Νὰ ξαναζήσω ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴν ιλαρότητα τοῦ τραπεζιοῦ τὴς Ἀνάστασης μὲ τοὺς γονιούς μου νέους... τὴν ἀδελφή μου νὰ τιτιβίζει καὶ νὰ ἀστειεύεται καὶ ὅλη ἐκείνη τὴ χαρούμενη ἀτμόσφαιρα ποὺ φρόντιζε νὰ μᾶς δημιουργεῖ ἡ Μάνα...» (σελ. 304).

Ἀλήθεια, πόσοι καὶ πόσοι δὲν θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ ξαναβρεθοῦμε μαζὶ μὲ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα τέτοιες μέρες, ὥστε νὰ ὁμολογήσουμε μαζί μὲ τὸν ἀξεπέραστο Παπαδιαμάντη τό, «Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!» Καὶ μήπως ἔτσι δὲν εἶναι; Χωρὶς τὴν μητρικὴ φροντίδα καὶ τρυφερίοτητα νοεῖται «γλυκεῖα πασχαλιά»;

Διαβάζοντας, λοιπόν, μὲ προσοχὴ αὐτὲς τὶς πασπαλισμένες νόστο καὶ ἁγνότητα σελίδες τῆς σ. μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει τό πόσο ἔχουν διαφοροποιηθεῖ τὰ πράγματα ἀπὸ κεῖνο τὸ χαριτωμένο χτὲς στὸ ἀγχωτικὸ καί, δυστυχῶς, ὑπερβολικὰ ἐκκοσμικευμένο σήμερα. Καὶ ἀσφαλῶς νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του.

π. κ. ν. κ.

υ. γ. Ἡ φωτ. εἶναι τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 καὶ εἰκονίζει τὸν Ἐπιταφιο τῆς ἐνορίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκει στὴν δ. Χαρίκλεια Στ. Στιβαχτή, τὴν ὁποία καὶ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσφορά.

Related Posts with Thumbnails

Google+ Followers

Follow by Email